Σελίδες

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Λόμπι και Χόμπι

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι

Οι νέοι ζουν σε μια κοινωνία όπου όλες οι «αξίες» έχουν αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο».
Ούτε θρησκεία, ούτε ιδέες, ούτε αλληλεγγύη.
(Καστοριάδης, δεκαετία του ’80)
Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά- και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.
‘Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά την αμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν’ αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.
Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).
To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρόνια σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι -ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα- δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διαδοθούν.
Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες, αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, που κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι’ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία το προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση.
Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι η απόκτηση ενός «χαρτιού» που θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε -έως πρόσφατα- όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.
Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει -ή και όχι- σ’ ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μία ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι,
Κορνήλιος Καστοριάδης – Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον, 2000, μετάφραση Κώστα Κουρεμένου

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

καπιταλιστική οικονομική κρίση

-Τι είναι τελικά η καπιταλιστική οικονομική κρίση;

Το πρώτο που πρέπει να σκεφτεί κανείς στις παρούσες συνθήκες είναι η ουσία της λέξης που πολλές φορές χρησιμοποιεί για να περιγράψει την κατάσταση και τις εξελίξεις: η ΚΡΙΣΗ. Τι είναι τελικά η καπιταλιστική οικονομική κρίση;

Ανατρέχοντας απλά στην Πολιτική Οικονομία, με τον ίδιο τρόπο που κάνουν όλοι όσοι θέλουν μια επιστημονική εξήγηση για τους νόμους κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας θα βρει κανείς χοντρικά και απλοποιημένα τα παρακάτω.

Σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου όλα φαινομενικά δουλεύουν ρολόι, τα μονοπώλια επιδίδονται σε έναν ατέρμονο ανταγωνισμό για το ποιος θα υπερισχύσει και θα …μονοπωλήσει την αγορά, ώστε να την ελέγξει.

Από πότε γίνεται αυτό;
Είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε με την ίδια την καπιταλιστική οικονομία, ο ανταγωνισμός για το μεγαλύτερο κέρδος.

Πώς ξεκίνησε και πώς λειτουργεί;

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας επικεντρώνοντας σε ένα δεδομένο προϊόν, ας πούμε λοιπόν ότι αυτό το προϊόν θα είναι η καρέκλα.
Η καρέκλα λοιπόν έχει μια αξία χρήσης και μια ανταλλακτική αξία. Η αξία χρήσης της είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους, να καθόμαστε. Πάντα όσο υπήρχαν και θα υπάρχουν καρέκλες αυτή τη χρήση θα εξυπηρετούν εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που γίνεται αντικείμενο τέχνης και εκεί αλλάζει βέβαια πολύ περίπλοκα το όλο σύστημα. Όμως οι παραγωγοί καρέκλας ξέρουν όλοι ότι τις φτιάχνουν για να καθόμαστε.

Η καρέκλα έχει και μια ανταλλακτική αξία, δηλαδή για να το πούμε απλά «κοστίζει» κάτι για να την αποκτήσεις. Αυτό το κόστος είθισται για τις καθημερινές συναλλαγές να μεταφράζεται σε χρήμα, όμως στην πραγματικότητα το χρήμα λειτουργεί μόνο ως ένα μέσο για να εξαλείφεται η δαιδαλώδης διαδικασία της αντιστοίχησης των πολυάριθμων εμπορευμάτων με κάποια άλλα.

Αντί λοιπόν να λέμε ότι μια καρέκλα αντιστοιχεί σε 100 αυγά ή 50 φρατζόλες ψωμί ή 1/100 ενός βοδιού ή οτιδήποτε άλλο (αναλογίες εντελώς τυχαία γραμμένες), αποφασίζουμε ότι τα 100 αυγά, οι 50 φρατζόλες ψωμί και το 1/100 του βοδιού, όπως και μια κοινή καρέκλα θα κοστίζουν, ας πούμε, 10 χρηματικές μονάδες. Η χρηματική αυτή μονάδα είναι το νόμισμα, εθνικό νόμισμα. Απλό να καταλάβει κανείς ότι μια καρέκλα που κοστίζει σήμερα 10 ευρώ, θα κοστίζει 13.50 δολάρια ΗΠΑ κ.ο.κ.

Πώς ορίζεται όμως αυτή η τιμή; Αρχικά ορίζεται πολύ απλά, με τον Κοινωνικά Αναγκαίο Χρόνο Εργασίας (στο εξής ΚΑΧΕ). Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι μια καρέκλα χρειάζεται 10 ώρες δουλειάς για να κατασκευαστεί, 10 ώρες δουλειάς χρειάζονται και για να παραχθούν 100 αυγά, ή 50 φρατζόλες ψωμί, ενώ 1000 ώρες δουλειάς χρειάζονται για να εκτραφεί και να μεγαλώσει ώστε να πουληθεί ένα βόδι.
Έτσι λειτούργησε αρχικά ο καπιταλισμός. Όμως από εμφάνισης περισσεύματος παραγωγής, άρα ιδιοκτησίας, στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών (και όχι από εμφάνισης ανθρώπου όπως λανθασμένα υποστηρίζουν αρκετοί), ο ιδιοκτήτης του παραγόμενου πλούτου επιδιώκει τη μεγιστοποίησή του.

Με ποιον τρόπο;
Ο καταφανέστατος αρχικός τρόπος με βάση τα παραπάνω είναι να μειώσει τον ΑΧΕ, με τη χρήση καινοτομιών, ώστε αυτός να είναι λιγότερος από τον ΚΑΧΕ. Έτσι, αν κάποιος παράγει την κάθε καρέκλα σε 9 ή 8 ώρες, την ώρα που οι υπόλοιποι τις κατασκευάζουν σε 10, μπορεί να τις ανταλλάσσει πιο «φτηνά», με αποτέλεσμα να συγκεντρώνει την εκτίμηση των καταναλωτών, ή «ανταλλακτών». Έτσι οι υπόλοιποι παραγωγοί, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν αυτό τον ανταγωνισμό αναγκάζονται να σταματήσουν να εμπορεύονται τις καρέκλες. Τι κάνουν στη συνέχεια; Υπάρχει μια μικρή περίπτωση να στραφούν σε διαφορετική παραγωγή, όμως ως επί το πλείστον συνεχίζουν να παράγουν καρέκλες για αυτόν που έχει κυριαρχήσει στην αγορά.
Έτσι ο μικρός παραγωγός καρέκλας, που ήταν ένας παραγωγός δίπλα στους άλλους, πλέον έχει μια επιχείρηση παραγωγής καρέκλας με αρκετούς εργαζόμενους. Το γεγονός ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερο εργατικό δυναμικό, να κάνει καταμερισμό της εργασίας και να τελειοποιήσει μηχανήματα που αφού χρησιμοποιούνται από περισσότερους χειριστές είναι πιο «παραγωγικά» τον οδηγεί στο να μειώσει ακόμα περισσότερο το κόστος της καρέκλας. Έτσι μπορεί η συγκεκριμένη καρέκλα να φτάσει να ισοδυναμεί με 1 ώρα του ΚΑΧΕ.

Όλα καλά φαίνονται ως εδώ, πολύ θετική η εξέλιξη της μείωσης της «τιμής» ή πιο σωστά της ανταλλακτικής αξίας του προϊόντος. Όμως σιγά σιγά αρχίζει να εμφανίζεται το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού ως εκμεταλλευτικού συστήματος.

Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης καρεκλοποιίας δε θα μειώσει την ανταλλακτική αξία το ίδιο ανάλογα με τη μείωση του κόστους παραγωγής. Αν η καρέκλα κοστίζει στον ίδιο 1 χρηματική μονάδα για να κατασκευαστεί, με δεδομένο ότι έχει κυριαρχήσει στην αγορά και έχει κλείσει τους υπόλοιπους που πλέον είναι το εργατικό δυναμικό που εργάζεται για λογαριασμό του, μπορεί να πουλήσει την καρέκλα όσο θέλει.
Έτσι ας υποθέσουμε ότι για να μπορεί να πουλάει πολλές καρέκλες, ορίζει μια τιμή στις 2 χρηματικές μονάδες. Αν για κάθε καρέκλα που παράγει ξοδεύει 0.2 χρηματικές μονάδες για τα απαραίτητα μηχανήματα μέχρι την απόσυρσή τους και 0.8 χρηματικές μονάδες ως μισθό στους εργαζόμενους, δηλαδή σύνολο 1 χρηματική μονάδα, γίνεται κατανοητό ότι κερδίζει κυριολεκτικά «από το πουθενά» 1 χρηματική μονάδα.

Εδώ εμφανίζεται ξεκάθαρα η πρώτη έννοια της εκμετάλλευσης, η «υπεραξία». Όταν λοιπόν ο εργαζόμενος πληρώνεται 0.8 χρηματικές μονάδες για ένα προϊόν από το οποίο ο καπιταλιστής κερδίζει 1.8 χρηματικές μονάδες (βγάζοντας έξω το κόστος των μηχανών), στην ουσία πληρώνεται μόνο για το 44% της δουλειάς του. Έτσι αν ο εργαζόμενος αυτός δουλεύει 8 ώρες τη μέρα, τις 3.56 δουλεύει για να πληρωθεί και τις 4.44 για να προσφέρει κέρδος στον καπιταλιστή. Με λίγα λόγια φαίνεται το πρώτο «ξεζούμισμα».

Εδώ πρέπει να οριστεί κάτι. Ότι η τιμή του μισθού είναι για την πολιτική οικονομία η τιμή στην οποία ο εργαζόμενος νοικιάζει στον καπιταλιστή την ικανότητά του να δουλέψει. Έτσι σ’ αυτή τη σχέση ο εργαζόμενος είναι αυτός που προσφέρει (την ικανότητά του) και ο καπιταλιστής αυτός που ζητάει. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι βασική οικονομική σχέση για την οποία έχουν γίνει τεράστιοι συνδικαλιστικοί αγώνες κατά τη διάρκεια του καπιταλισμού σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αγώνες που δεν αφορούν μονάχα την πληρωμή της κάθε ώρας, αλλά το πόσες ώρες θα δουλεύει ο εργαζόμενος, το τι άλλες παροχές θα μπορεί να εξασφαλίζει με την προσφορά της εργασίας του πέρα από το ημερομίσθιο (ασφάλιση, υγεία, παιδεία κ.α.) κλπ. Αυτή η σχέση στην ουσία γέννησε του πρώτους αγώνες της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό και τις πρώτες προσπάθειες να συγκροτήσει αιτήματα, που αρχικά ήταν οικονομικά.
Ο Μαρξ, στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» αναφέρει ξεκάθαρα ότι αυτή είναι μια σχέση που ορίζεται εν πολλοίς από τη σχέση προσφοράς-ζήτησης. Έτσι όταν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά εργατικής δύναμης από τη ζήτηση πέφτει η τιμή της. Μπορεί έτσι εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί είναι αρχή για τους καπιταλιστές να υπάρχει η ανεργία, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ποσοστό.

Ως εδώ, έχουμε αφήσει του καπιταλιστές που μονοπωλούν την αγορά να ρυθμίζουν τις τιμές και με δεδομένο το γεγονός ότι η ζήτηση για εργατική δύναμη είναι μικρότερη από την προσφορά, να έχουν και το πάνω χέρι στη ρύθμιση της τιμής της εργατικής δύναμης, δηλαδή των μισθών, που αναγκάζονται να τους αυξήσουν όταν βλέπουν ότι κινδυνεύει η ίδια η παραγωγή τους, με απεργίες και αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζόμενων.

Οι καπιταλιστές αυτοί βεβαίως, δε μένουν σε ένα μόνο προϊόν ή ένα μόνο κλάδο. Επεκτείνονται στο να κυριαρχήσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς. Ένα πεδίο στο οποίο επεκτείνονται είναι σε ήδη υπάρχοντες κλάδους. Ένας τρόπος είναι να αγοράσουν έτοιμες επιχειρήσεις άλλων κλάδων που δε μπορούν να συναγωνιστούν τις τιμές. Πώς γίνεται αυτό; Όταν ο παραγωγός ψωμιού, για παράδειγμα, δεν μπορεί να πουλήσει τις 50 φρατζόλες ψωμί φτηνότερα από 2 χρηματικές μονάδες, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης καρέκλας μπορεί ρίχνοντας την τιμή της καρέκλας τόσο όσο χρειάζεται για να μπορεί να αγοράζει και όλα τα ψωμιά αν θέλει, εξαγοράζει και την επιχείρηση αρτοποιίας και αντίστοιχα και το πτηνοτροφείο που παράγει αυγά και το κτηνοτροφείο που εκτρέφει τα βόδια.
Άλλος τρόπος είναι όταν λίγοι καπιταλιστές έχουν ένα σημαντικό κομμάτι της συνολικής παραγωγής στα χέρια τους, να σχηματίζουν ενώσεις, τραστ, καρτέλ κλπ ώστε από κοινού να αποφασίζουν πόσο θα πουλιέται και πόσο θα αγοράζεται το καθετί. Αντίστοιχα ενωμένοι είναι και στο ζήτημα της τιμής της εργατικής δύναμης που τους καίει όσο οτιδήποτε άλλο, καθώς από τη μεγαλύτερη υπεραξία βγάζουν μεγαλύτερα κέρδη, ουσιαστικά η υπεραξία είναι η πηγή του κέρδους τους.
Καταλαβαίνει λοιπόν εδώ ο καθένας ότι ο καλός καπιταλισμός που ξεκίνησε με κάποιους ελεύθερους παραγωγούς που εμπορεύονταν τα προϊόντα που κατασκεύαζαν, σε αυτό το σημείο έχει γίνει ένα σύστημα που η εκμετάλλευση φαίνεται ξεκάθαρα και μάλιστα είναι απόλυτα αδύνατο για κάποιον να «τρυπώσει» μέσα στη μικρή κάστα που συγκεντρώνει τον πλούτο στα χέρια της. Άρα η «ελεύθερη αγορά» δεν είναι και τόσο …ελεύθερη.

Αυτό που επιζητούν πλέον οι καπιταλιστές είναι να «ρίχνουν» κεφάλαιο στην παραγωγή εμπορευμάτων, να επενδύουν και αυτό κάνοντας τον κύκλο του μέχρι την πραγματοποίηση του προϊόντος (σημαίνει παραγωγή και πώληση) να τους επιστρέφεται όχι απλά στο ακέραιο, όχι απλά με κέρδος, αλλά με το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, για να μπορούν να βρίσκονται σε θέση ισχύος και σε σχέση με άλλους καπιταλιστές για να κυριαρχούν στην αγορά. Γιατί όποιος δεν έχει το μέγιστο κέρδος κινδυνεύει άμεσα να εξαγοραστεί, να κλείσει, από τους υπόλοιπους. Άρα οι καπιταλιστές δεν το κάνουν μόνο από τρέλα, αλλά και από ανάγκη. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα συμπιέζουν την τιμή της εργατική δύναμης, δημιουργούν φτωχούς εργαζόμενους που εργάζονται για τα αμύθητα κέρδη τους. Αυτή η επιλογή είναι μονόδρομος.

Ένας τρόπος για να μπορούν να κινούνται ακόμα πιο ελεύθερα στις επενδύσεις τους και στον τρόπο που χρησιμοποιούν τα κεφάλαια είναι να δημιουργήσουν ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, από το οποίο θα μπορούν να παίρνουν όποτε θέλουν όσα θέλουν, όσα τους λείπουν, για να επενδύσουν εκεί που θα μπορέσουν να βγάλουν μεγαλύτερα κέρδη. Έτσι, αν κάποιος κλάδος τους ξεφεύγει, με τη «μαγική λύση» που ονομάζεται τράπεζα, μπορούν να βρίσκουν τα απαραίτητα για να εξαγοράζουν ότι χρειάζονται και να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Για το λόγο αυτό οι τράπεζες δεν αποτελούν εξωτερικό σύστημα, αλλά μηχανισμό στα χέρια τους. Το βιομηχανικό που πολλοί θέλουν να το παρουσιάζουν ως «παραγωγικό» κεφάλαιο είναι ένα με το τραπεζικό κεφάλαιο.

Στη διαδικασία αυτή για να βρίσκουν πάντα ρευστότητα χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους. Ένας είναι ότι βάζουν τους ίδιους τους εργαζόμενους να αφήνουν εκεί το κομπόδεμά τους, ώστε να μαζεύονται χρήματα. Με απλές τοκογλυφικές μεθόδους καταφέρνουν και οι τράπεζες να μαζεύουν όλο και περισσότερα και οι ίδιοι να μπορούν να βρίσκουν όσα θέλουν. Σε πολλές περιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν συγκεκριμένα αποθέματα, εφευρίσκουν τρόπους για να βρίσκουν κι άλλα κεφάλαια.

Ένας από αυτούς τους τρόπους είναι να χρεώνουν τις τράπεζες. Έτσι δανείζονται στην ουσία το ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα από το άλλο (σε επίπεδο εθνικών οικονομιών) για να βρίσκονται αυτά τα χρήματα. Όσο μπορούν όλοι και προχωρούν με μεγαλύτερα κέρδη είναι ικανοποιημένοι. Όμως υπάρχουν κάποια σημεία που τα πράγματα σκουραίνουν…

Με τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης οι εργαζόμενοι κάποια στιγμή δεν μπορούν να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγουν, κοινώς δεν τους φτάνουν τα λεφτά. Έτσι, αν και έχει φτάσει η παραγωγή στο να φτιάχνει τεράστιες ποσότητες από τα διάφορα αγαθά, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν απούλητα. Τι κάνουν τότε οι καπιταλιστές; Δανείζουν τους εργαζόμενους μέσω του δικού τους χρηματοπιστωτικού συστήματος! Τι τους δανείζουν ουσιαστικά; Τους δανείζουν με τόκο τα χρήματα που οι ίδιοι τους έχουν κλέψει από τη δουλειά τους! Εξαίσια εφεύρεση!!! Έτσι για κάποιο διάστημα μπορούν να συνεχίσουν να πουλάνε τα προϊόντα τους με αυτή την πλαστή οικονομική δυνατότητα της εργατικής τάξης.

Το τρικ για να μπορέσει μέσα σ’ αυτό το διάστημα να ανορθωθεί η καπιταλιστική οικονομία είναι αυτό που αν το έβρισκε κάποιος αστός οικονομολόγος, οι καπιταλιστές θα είχαν από ένα άγαλμά τους έξω από κάθε βιομηχανική μονάδα τους, από κάθε τράπεζα και κάθε χρηματιστήριο. Έχουν προταθεί πολλοί τρόποι, όμως η ιστορία τους έχει απορρίψει όλους. Γιατί; Επειδή όταν είναι αναγκαίο να ανεβάσεις την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης με πολύ συμπιεσμένα τα περιθώρια επίτευξης του μέγιστου κέρδους είναι απόλυτα αδύνατο να το πετύχεις. Είναι σα να θες να σπρώξεις κάτι που το τραβάς με το σκοινί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Έτσι φτάνει η ώρα που τα προϊόντα μένουν απούλητα, επιχειρηματικοί όμιλοι δεν εξασφαλίζουν το μέγιστο κέρδος και κλείνουν, καταρρέουν τραπεζικά συστήματα που τα έχουν καταληστεύσει οι ιδιοκτήτες τους καπιταλιστές και ο εργαζόμενος λαός μένει στην ανέχεια, στην ανεργία. Είναι η ώρα της ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.
Μέσα στην Κρίση αυτή λοιπόν κοιτάει ο καθένας από πού θα πιαστεί. Αφ’ ενός τελειώνουν τα παιχνιδάκια με τους δανεισμούς και την επίπλαστη ρευστότητα, κυρίως απέναντι στους πιο αδύναμους. Έτσι είναι εύκολο αυτή η κρίση που οφείλεται στην υπερπαραγωγή και την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου να εμφανιστεί ως κρίση χρέους. Αυτό βοηθάει ώστε οι μάζες να μη βλέπουν και την ουσία του εμπαιγμού, δηλαδή της ίδιας της εκμετάλλευσης που οδήγησε σε αυτό το σημείο και να ψάχνουν αλλού τις λύσεις, ως και την ηθική.

Τότε οι καπιταλιστές χωρίς ενδοιασμού ψάχνουν να εντείνουν όλους εκείνους τους τρόπους που τους οδηγούν στο μέγιστο κέρδος ώστε να καταφέρουν να επιβιώσουν στο περιβάλλον αυτό της κόλασης. Συμπιέζουν ακόμα περισσότερο τους μισθούς, αυξάνουν τη φορολογία προς το κράτος, το δικό τους κράτος, που τους δίνει ρευστότητα για να καλύπτουν ότι κενά έχουν από αναγκαία κεφάλαια, αυξάνουν την ανεργία με τρικ στο βαθμό που θα μπορέσουν να φτιάχνουν όσα μπορούν να διοχετεύσουν στην αγορά, ψάχνουν πολύ πιο άμεσα και γρήγορα νέους κλάδους που δεν είναι και τόσο εύκολο να βρουν, καταστρέφουν την παραγωγή.

Η διαχείριση αυτής της κατάστασης είναι ακριβώς η δουλειά των αστών οικονομολόγων, που ψάχνουν τους τρόπους με τον οποίο θα σώσουν το σύστημά τους που δείχνει να καταρρέει. Η περιπλοκότητα της κατάστασης είναι η ανάγκη που έχει οδηγήσει τη διαδικασία εύρεσης της λύσης της να γίνει επιστημονική διαδικασία όπου ολόκληρη η ανθρώπινη γνώση προσπαθεί να βρει διέξοδο ακυρώνοντας ακριβώς την ίδια την επιστημονική ανθρώπινη γνώση που από πολύ πριν έχει αποδείξει το άλυτο αυτών των αντιθέσεων!
Αυτή η αλήθεια, που τη γνωρίζουν, είναι και ο μόνος φόβος τον καπιταλιστών. Το γεγονός δηλαδή ότι η ανθρωπότητα έχει βρει τη διέξοδο από αυτό τον παραλογισμό της εκμετάλλευσης, με τη λεπτομέρεια ότι τη διέξοδο την έχει βρει έξω από τον καπιταλισμό και τη δική τους κυριαρχία.
Γιατί η κινητήρια δύναμη της παραγωγής είναι η εργατική δύναμη που αν δουλέψει χωρίς σκοπό την παραγωγή του μέγιστου κέρδους μπορεί να εξασφαλίσει σε αφάνταστο βαθμό την ικανοποίηση όλων των αναγκών της. Εύκολο να το καταλάβει κανείς αν σκεφτεί ότι η καρέκλα που πρέπει να αγοραστεί 2 χρηματικές μονάδες, στην ουσία μπορεί να αγοραστεί λιγότερο από μισή πλέον, αφού δεν υπάρχει η ανάγκη για το μέγιστο κέρδος και την ίδια ώρα να πληρώνεται με πολύ καλύτερους όρους η εργατική δύναμη αφού μπορεί να ορίζεται η γενική τιμή της χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για τον «αυθόρμητο» ορισμό της μέσω της προσφοράς και της ζήτησης, αφού όλοι όσοι μπορούν να δουλέψουν θα έχουν δουλειά, γιατί είναι προς το συνολικό συμφέρον να συμβάλλουν στην άνοδο της παραγωγής που καταναλώνεται από τους παραγωγούς της κι όχι από τα παράσιτα που αποτελούσαν απλούς ιδιοκτήτες της.
Για να γίνει ακόμα πιο σαφές, κάποια στιγμή δεν υπάρχει καν η αναγκαιότητα να οριστεί τιμή, γιατί η ικανότητα παραγόμενου προϊόντος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την όποια δυνατότητα ζήτησης. Τότε η ανθρωπότητα περνάει από το βασίλειο της ανάγκης, στο βασίλειο της ελευθερίας και μπορεί αφού έχει λύσει το ζήτημα της ύπαρξής της να λύσει πολλά άλλα ζητήματα στη μεγάλη ιστορική της πορεία.fadomduck2.blogspot.gr
Πηγή: Aegletes Coelispex

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ιδιοκτησία

Ερρίκο Μαλατέστα, Η ιδιοκτησία







Οι αντίπαλοί μας, ιδιοτελείς υπερασπιστές του συστήματος, συνηθίζουν να λένε, προκειμένου να υπερασπίσουν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία, ότι αυτό αποτελεί συνθήκη και εγγύηση της ελευθερίας.

Συμφωνούμε μαζί τους. Μήπως διαρκώς δεν επαναλαμβάνουμε ότι ο φτωχός είναι δούλος; Τότε, γιατί είναι αντίπαλοι μας; Ο λόγος είναι σαφής και συνίσταται στο ότι, στην πραγματικότητα, η ιδιοκτησία την οποία υπερασπίζονται είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή ιδιοκτησία η οποία επιτρέπει σε ορισμένους να ζουν από την εργασία των άλλων, και η οποία, επομένως, προϋποθέτει μια τάξη απόκληρων, ακτημόνων, αναγκασμένων να πωλούν στους ιδιοκτήτες την εργατική τους δύναμη λιγότερο από όσο αξίζει.

Ο κύριος λόγος της βάρβαρης εκμετάλλευσης της φύσης, αλλά και των δεινών των εργατών, των ανταγωνισμών και των κοινωνικών αγώνων, είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, που παρέχει στους ιδιοκτήτες της γης, των πρώτων υλών και όλων των μέσων παραγωγής τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και να οργανώνουν την παραγωγή όχι χάριν της ευημερίας του συνόλου, αλλά για να εξασφαλίσουν ένα μέγιστο κέρδος στον εαυτό τους.Η ιδιοκτησία συνεπώς πρέπει να καταργηθεί. Η αρχή χάριν της οποίας πρέπει να παλέψουμε, και ως προς την οποία δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε, είτε νικήσουμε είτε ηττηθούμε, είναι ότι όλοι πρέπει να κατέχουν τα μέσα παραγωγής, προκειμένου να εργάζονται χωρίς να υποτάσσονται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, μικρή ή μεγάλη.

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, θα έρθει, εάν έρθει, από την πίεση των περιστάσεων, από τα απτά πλεονεκτήματα της κομμουνιστικής διεύθυνσης και από το αναπτυσσόμενο πνεύμα αδελφοσύνης. Αλλά εκείνο που πρέπει να καταστραφεί αμέσως, ακόμη και βιαίως εάν χρειασθεί, είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, το γεγονός δηλαδή ότι λίγοι ελέγχουν τον φυσικό πλούτο και τα εργαλεία παραγωγής, και μπορούν να υποχρεώνουν τους άλλους να εργάζονται γι' αυτούς. Ένας επιβεβλημένος κομμουνισμός θα ήταν η απεχθέστερη τυραννία που θα μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Ο δε ελεύθερος και εθελούσιος κομμουνισμός δεν είναι παρά καθαρή ειρωνεία εάν δεν έχει κανείς το δικαίωμα και τη δυνατότητα να ζει σε ένα διαφορετικό καθεστώς, κολεκτιβιστικό, μουτουαλιστικό ή ατομικιστικό κατά το δοκούν, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται καμία καταπίεση ή εκμετάλλευση των άλλων.

Ο αγρότης, λοιπόν, είναι ελεύθερος να καλλιεργήσει το χωράφι του μόνος του, εάν το επιθυμεί, ο υποδηματοποιός είναι ελεύθερος να συνεχίσει να εργάζεται στο εργαστήριό του και ο σιδηρουργός στο μικρό σιδηρουργείο του. Απομένει να δούμε αν, αδυνατώντας να βρουν βοήθεια ή ανθρώπους για να εκμεταλλευθούν - και δεν θα έβρισκαν κανέναν, διότι ουδείς, έχοντας ένα δικαίωμα επί των μέσων παραγωγής και όντας ελεύθερος να εργασθεί μόνος του ή ως ίσος ανάμεσα σε άλλους στις μεγάλες παραγωγικές οργανώσεις, θα ήθελε να τον εκμεταλλεύεται ένας μικρός εργοδότης - έλεγα λοιπόν, απομένει να δούμε αν αυτοί οι απομονωμένοι εργάτες θα θεωρήσουν βολικότερο να συνδεθούν με άλλους, εντασσόμενοι εκουσίως σε κάποια από τις υπάρχουσες κοινότητες.Η καταστροφή των τίτλων ιδιοκτησίας δεν θα έβλαπτε τον ανεξάρτητο εργάτη, του οποίου ο πραγματικός τίτλος είναι η ικανότητά του και η εργασία την οποία επιτελεί. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η καταστροφή των τίτλων των ιδιοκτητών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και, προ πάντων, η απαλλοτρίωσή τους για να περιέλθουν όντως η γη, τα κτήρια, τα εργοστάσια και όλα τα μέσα παραγωγής σε εκείνους οι οποίοι επιτελούν την εργασία. Είναι αυτονόητο ότι οι πρώην ιδιοκτήτες δεν θα έχουν παρά να συμμετέχουν στην παραγωγή, με όποιον τρόπο μπορούν, για να θεωρούνται ίσοι με όλους τους άλλους εργάτες.

Η ιδιοκτησία [κατά την επαναστατική περίοδο] πρέπει να είναι ατομική ή συλλογική; Και η κολεκτίβα, η οποία θα έχει στη διάθεσή της τα κοινά αγαθά, θα είναι τοπική ομάδα, λειτουργική ομάδα, βασιζόμενη στην πολιτική συγγένεια ομάδα, οικογενειακή ομάδα, θα αποτελείται από ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας συνολικά ή, τελικώς, από όλη την ανθρωπότητα; Ποιες μορφές θα προσλάβουν η παραγωγή και η διανομή; Θα είναι ο θρίαμβος του κομμουνισμού (συνεργατική παραγωγή και ελεύθερη κατανάλωση για όλους), του κολεκτιβισμού (συλλογική παραγωγή και διανομή αγαθών βάσει της εργασίας που επιτελεί κάθε άτομο), του ατομικισμού (στον καθένα ξεχωριστά η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η απόλαυση όλων των προϊόντων της εργασίας του), ή άλλων σύνθετων μορφών τις οποίες θα υποδείξουν το ατομικό συμφέρον και το κοινωνικό ένστικτο φωτισμένα από την εμπειρία;

Πιθανώς, κάθε εφικτή μορφή κατοχής και αξιοποίησης των μέσων παραγωγής και κάθε τρόπος διανομής των προϊόντων θα δοκιμασθούν ταυτοχρόνως σε μια ή πολλές περιοχές, συνδυαζόμενα και τροποποιούμενα μέχρις ότου η εμπειρία δείξει ποια μορφή ή μορφές είναι η καταλληλότερη ή οι καταλληλότερες. Εν τω μεταξύ… η ανάγκη να μην διακοπεί η παραγωγή και η αδυναμία αναστολής της κατανάλωσης των αναγκαίων προς το ζην θα καταστήσουν απαραίτητη τη λήψη αποφάσεων για τη συνέχιση της καθημερινής ζωής παράλληλα με τη συνέχιση της απαλλοτρίωσης. Θα πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, στο μέτρο δε που θα εμποδίζεται η δημιουργία και η εδραίωση νέων προνομίων, θα υπάρχει χρόνος για να βρεθούν οι καλύτερες λύσεις. Ποια είναι κατά τη γνώμη μου η καλύτερη λύση την οποία θα έπρεπε κανείς να προσπαθεί να προσεγγίσει;Χαρακτηρίζω τον εαυτό μου κομμουνιστή, διότι ο κομμουνισμός μου φαίνεται ότι είναι το ιδανικό το οποίο πρέπει να επιδιώκει η ανθρωπότητα, καθώς η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων και η αφθονία των αγαθών θα τους απαλλάξουν από το φόβο της πείνας, καταστρέφοντας έτσι το μείζον εμπόδιο για την αδελφοσύνη τους.

Αλλά, πραγματικά, πολύ σημαντικότερα και από τις πρακτικές μορφές οργάνωσης, οι οποίες πρέπει αναπόφευκτα να εναρμονισθούν με τις συνθήκες και οι οποίες θα βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής, είναι το πνεύμα από το οποίο θα εμφορούνται οι οργανώσεις αυτές και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία τους· το πλέον σημαντικό, πιστεύω, είναι ότι θα πρέπει να κατευθύνονται από το πνεύμα της δικαιοσύνης και την επιθυμία του γενικού καλού, και ότι θα πρέπει να επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους πάντοτε ελευθέρως κι εθελουσίως.


Εάν όντως υπάρχει ελευθερία και πνεύμα αδελφοσύνης, τότε όλες οι λύσεις θα έχουν τον ίδιο στόχο, της χειραφέτησης και της διαφώτισης του ανθρώπου, και θα καταλήξουν να εναρμονισθούν δια της συγχωνεύσεως. Εάν, αντιθέτως, δεν υπάρχει ελευθερία και η επιθυμία για το καλό όλων απουσιάζει, η όποια μορφή οργάνωσης δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την αδικία, την εκμετάλλευση και τον δεσποτισμό.http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/theory/555-2012-11-28-11-55-45

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Αποανάπτυξη σημαίνει ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού

Κάρλος Τάιμπο: Αποανάπτυξη σημαίνει ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού


Συνέντευξη στον Τάσο Τσακίρογλου
Τον συναντήσαμε στα Εξάρχεια, καθώς βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος από τρία συνεταιριστικά εγχειρήματα («Εφημερίδα των Συντακτών», «Συν Αλλοις» και «Εκδόσεις των Συναδέλφων») για μια εκδήλωση στην οποία παρουσιάστηκε η ιδέα της αποανάπτυξης. Προσηνής και φιλικός, μας μίλησε για τα όρια της Προόδου και της Ανάπτυξης, δύο εννοιών που έχουν οδηγήσει τον πλανήτη και τους κατοίκους του στο χείλος της καταστροφής.
«Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα». Πώς μπορεί αυτή η αρχή της αποανάπτυξης να γίνει κατανοητή από ανθρώπους που σήμερα δέχονται τη νεοφιλελεύθερη επίθεση και στερούνται πολλά από τα βασικά για τη ζωή;
Το βασικό θέμα της αποανάπτυξης δεν είναι τεχνικό, αλλά αλλαγής στη νοοτροπία. Το να έρθουμε σε ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού. Πρέπει να τονίσουμε ότι η αποανάπτυξη δεν είναι απλώς ότι μπορούμε να ζήσουμε με λιγότερα, αλλά πρέπει να βγούμε από τη λογική του καπιταλισμού. Αυτό συνεπάγεται αναδιανομή της εργασίας και ταυτόχρονα αναδιανομή του πλούτου. Και πιστεύω ότι σ΄ αυτό το πλαίσιο ο κόσμος που σήμερα έχει πολλά οικονομικά προβλήματα, μ΄ αυτόν τον τρόπο θα καλυτέρευε τη ζωή του. Από την άλλη, τα προνομιούχα στρώματα της κοινωνίας θα έχαναν.
Γράφετε: «Δύσκολα θα μπορούσαμε να αξιώσουμε ριζοσπαστικές αλλαγές, εάν δεν είμαστε ικανοί να τις εντάξουμε στην καθημερινότητά μας». Πόσο εύκολο είναι αυτό σήμερα;
Η αποανάπτυξη είναι μια διαδικασία ατομική και συλλογική ταυτόχρονα. Εάν ήταν μόνο μια ατομική επιλογή, μειώνοντας τις ανάγκες, τότε ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να κάνει καμία επίθεση. Από την άλλη θα ήταν παράλογο να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε συλλογικά την αποανάπτυξη, εάν σε ατομικό επίπεδο δεν γίνει κάτι στις σχέσεις μας με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι αυτό εξηγεί το γιατί ο ελευθεριακός κόσμος βρίσκεται κοντά και στηρίζει την αποανάπτυξη. Μιλάμε την ίδια στιγμή για το συλλογικό και για την ατομική αυτονομία.
Σ΄ αυτό το επίπεδο, τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει μια ριζοσπαστική εκπαίδευση για την αλλαγή της ατομικής συνείδησης;
Είναι εξαιρετικά σημαντική η εκπαίδευση, αλλά φοβάμαι ότι δεν έχουμε χρόνο. Διότι τα υγιή αποτελέσματα της εκπαίδευσης θα αργήσουν πάρα πολύ να φανούν, την ώρα που η κατάρρευση βρίσκεται πολύ κοντά. Η εκπαίδευση είναι κάτι που έχει κάποια όρια. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να στηρίξουμε μια κριτική εκπαίδευση και μια εκπαίδευση αργών ρυθμών. Ισως αυτό έρχεται σε αντίφαση μ΄ αυτό που ήδη είπα, αλλά έτσι είναι.
Η σημερινή κρίση, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός ριζοσπαστικού κινήματος αντίστασης, γεννά νέες αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, χωρίς την παρέμβαση ενός πολιτικού υποκειμένου. Πόσο κοντά στην αλήθεια είναι αυτό;
Πιστεύω ότι είναι ένα πολύ σοβαρό επιχείρημα. Δεν είναι καταστροφολογικό. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας καταστροφής. Δεν μιλάω για μια κρίση οικονομική ή μια κρίση του κράτους Πρόνοιας. Αναφέρομαι στην οικολογική κρίση, στην κλιματική αλλαγή, στην έλλειψη πετρελαίου. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που ιστορικά έχει επιδείξει μια τρομερή ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Το μεγάλο ερώτημα σήμερα είναι το εάν έχει χάσει τους μηχανισμούς αναχαίτισης [των προβλημάτων] που τον βοηθούσαν στο παρελθόν να προχωρά μπροστά.
Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο έλεγε στη δεκαετία του 1990 ότι ο Τρίτος Κόσμος υποφέρει από το σύνδρομο «Να γίνουμε σαν εσάς», δηλαδή τη Δύση. Πόσο έχει απελευθερωθεί το φαντασιακό των μη δυτικών λαών απ΄ αυτό το σύνδρομο;
Ενα βασικό ζήτημα που έχει να κάνει με την αποανάπτυξη είναι ότι πρέπει να δούμε πώς λειτουργούν οι λαοί του Τρίτου Κόσμου. Γιατί; Διότι πολλοί από τους κατοίκους του Τρίτου Κόσμου, παραδόξως, βρίσκονται σε πολύ καλύτερη μοίρα αυτή τη στιγμή από εμάς που βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας κατάρρευσης. Ζουν σε μικρές ανθρώπινες κοινότητες, έχουν πολύ πιο πλούσιες κοινωνικές σχέσεις, διατηρούν μια πιο ισορροπημένη σχέση με τη φύση. Σε τελική ανάλυση είναι πολύ πιο ανεξάρτητοι απ΄ ό,τι εμείς. Αρκεί να φανταστούμε τι θα γινόταν σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, εάν σταματούσαν οι εισαγωγές πετρελαίου. Ολη η κοινωνία θα πήγαινε κατά διαόλου.
Καταναλώνοντας πόρους πάνω από τις δυνατότητές μας, υπονομεύουμε το φυσικό κεφάλαιο, και άρα, ζούμε σε βάρος του μέλλοντος. Το ίδιο κάνουμε με το Ασφαλιστικό και τα Εργασιακά, μεταθέτοντας όλα τα βάρη στις επόμενες γενιές. Εχει πεθάνει η αλληλεγγύη των γενεών;
Εάν δεν έχει πεθάνει, είναι βαριά τραυματισμένη. Στη Μεσόγειο οι αγρότες φύτευαν δέντρα και ήξεραν ότι τους καρπούς τους δεν πρόκειται να τους φάνε οι ίδιοι, αλλά τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Η οπτική μας είναι πλέον εγωιστική και βραχυπρόθεσμη. Πάντως πιστεύω ότι στο μυαλό του καθενός εξακολουθεί να υπάρχει ένα μικρό κομμάτι αλληλεγγύης. Η κρίση διεγείρει τόσο τον εγωισμό όσο και την αλληλεγγύη.
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην «ανάπτυξη», την ταχύτητα και τελικά στη σκλαβιά που επιβάλλει ένα σύστημα που καταβροχθίζει τον χρόνο μας;
Τα κινήματα που μιλούν για αργές διαδικασίες βρίσκονται πολύ κοντά στην αποανάπτυξη. Το γνωστότερο είναι το κίνημα «αργής τροφής» (slow food). Στο επίκεντρο αυτών των κινημάτων βρίσκεται η λογική ότι πρέπει να επανακτήσουμε την κοινωνική ζωή και να βγούμε από τη λογική της κατανάλωσης και της ανταγωνιστικότητας. Να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στα αγαθά που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και λιγότερο στα υλικά αγαθά.
Ο Μίλαν Κούντερα λέει ότι υπάρχει ένας μυστικός δεσμός ανάμεσα στην ταχύτητα και τη λήθη, ανάμεσα στη βραδύτητα και τη μνήμη. Συμφωνείτε;
Ναι, συμφωνώ απολύτως.
Με τα προβλήματα της φτώχειας και το Περιβαλλοντικό σε όξυνση, αναβιώνουν νεομαλθουσιανές απόψεις, οι οποίες ζητούν μείωση του πληθυσμού, ακόμα και «από τα πάνω». Τι απαντάτε;
Οχι, η ιδέα της αποανάπτυξης δεν είναι αυτή. Ισως σε κάποια περίπτωση να υπάρχει πρόταση για τον έλεγχο των γεννήσεων, αλλά σε καμία περίπτωση η λογική της εξολόθρευσης. Πρέπει να δούμε τις πρακτικές των Ναζί στη Γερμανία πριν από ογδόντα χρόνια. Οι σημερινές πολιτικές φτιάχνουν ένα σκηνικό, το οποίο έπειτα από τόσα χρόνια μπορεί να επανέλθει. Γι΄ αυτό οι απαντήσεις που είχε πάντα το εργατικό κίνημα πρέπει να ξαναέρθουν στο προσκήνιο. Δεν αντιλαμβάνομαι την αποανάπτυξη ως κάποιους ανθρώπους που παίρνουν τα βουνά για να εκτρέφουν κάποιες αγελάδες. Βλέπω ανθρώπους που ζουν εδώ και παλεύουν για την απλότητα της καθημερινής ζωής.
Για την αναβίωση του φασισμού: στην Ελλάδα έχουμε ένα ναζιστικό κόμμα, αλλά το πιο επικίνδυνο είναι ότι οι ιδέες του διαχέονται στην κοινωνία. Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό;
Είναι ένα πολύ επικίνδυνο φαινόμενο. Οι κρίσεις είναι κατάλληλες στιγμές για την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων. Και όχι μόνο αυτό. Σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο, στη Δυτική Ευρώπη επιστρέφουμε στα πρότυπα του 19ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος συνδικαλισμός δεν προσφέρει πλέον απαντήσεις. Εγώ πιστεύω σε ελευθεριακού τύπου πρακτικές που θα έρθουν σε όλες τις χώρες. Εννοώ αυθόρμητα ελευθεριακές και όχι ιδεολογικά.
Τελικά, μπορούμε να ελπίζουμε;
Ναι, υπάρχει ελπίδα. Στην Ισπανία τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί ριζοσπαστικά κινήματα. Πιστεύω ότι οι πολύ απλοί άνθρωποι φτάνουν στα ίδια συμπεράσματα και στα ίδια πράγματα που λέμε εμείς, χωρίς να περάσουν μέσα από τις ίδιες ιδεολογικές ατραπούς. Από την άλλη, εάν το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να αποφύγουμε την κατάρρευση, πιστεύω πως όχι. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να την καθυστερήσουμε και να μειώσουμε τα αρνητικά της αποτελέσματα.
Μετάφραση από τα ισπανικά: Νίκος Κοκκάλας
Ποιος είναι
Γεννημένος στην Ισπανία το 1956, είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Ενταγμένος ιδεολογικά στο ελευθεριακό ρεύμα, συμμετείχε στα κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης και της αποανάπτυξης. Ανάμεσα στα τελευταία του έργα περιλαμβάνονται τα «Δεν είναι όπως μας τα λένε -Μια κριτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης» (2004), «Μια αναρχική-ελευθεριακή ανθολογία για χρήση των νέων γενιών» (2010), «Το κίνημα 15 Μάη σε εξήντα ερωτήσεις» (2011). Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων το βιβλίο του «Η πρόταση της αποανάπτυξης: καπιταλισμός, κρίση και βαρβαρότητα» (2012).
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΓΕΝΟΣΗΜΑ (ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ)

ΤΑ ΓΕΝΟΣΗΜΑ (ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ) ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ..

ΤΑ ΓΕΝΟΣΗΜΑ (ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ) ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ..
Της τρελής! Να πληρώσω το νοίκι ή τη ΔΕΗ? Να πληρώσω την εφορία ή το φροντιστήριο των παιδιών? Να πληρώσω το δάνειο ή να βάλω πετρέλαιο? Να πληρώσω κάτι από ότι χρωστάω γενικότερα ή να εξασφαλίσω τρόφιμα για το σπίτι? Τα ισοδύναμα της καθημερινότητάς μας. Η σχιζοφρένεια που έχει απλωθεί στα σπίτια μας. Η συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει πια κανένας έντιμος νοικοκύρης. Ολοι είναι εν δυνάμει κλέφτες για τους κυβερνώντες και τα αφεντικά τους περίφημους δανειστές. Ολοι οι έλληνες είναι ΠΡΩΤΑ κλέφτες μέχρι αποδείξεως του εναντίου.
Πολίτες που βλέπουν τη πιθανότητα να γνωρίσουν πλέον τι γίνεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής που είναι για τους λεβέντες. Το εισόδημα αντιμετωπίζεται σαν προϊόν ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Καταπληκτικό. Που τα βρήκες που τα ξέρεις και τα μολογάς. Εχεις σύνταξη? Για να τσεκάρουμε αν πρέπει να έχεις. Μισθό? Προνομιούχος και ύποπτος. Γιατί έχεις ακόμα μισθό εσύ? Γιατί έχεις κάτι στην άκρη? Μήπως δεν ήσουν εργαζόμενος αλλά νονός της νύχτας? Μήπως η γιαγιά έκανε μπίζνες σε ύποπτα στέκια τις νύχτες? Μήπως ο παππούς ήταν μασκοφόρος ληστής?
Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα για τη κυβέρνηση. Ενας λαός που κινείται ακόμα με λεφτά. Απαράδεκτο. Πριν να μπεις στο φούρνο πρέπει να έχεις ξεγυμνωθεί από όλα και να έχει φορέσει πυζάμες και περιβραχιόνιο. Που πας εσύ ακόμα με σπίτι, με δουλειά, με αυτοκίνητο, με τρόφιμα, με το κατι τις… Είσαι σοβαρός? Σε κοιτάνε να πίνεις καφέ στη καφετέρια και σεληνιάζονται. Σύντομα θα βγει νόμος, από τη στιγμή που ξοδεύεις και μία δεκάρα θα συλλαμβάνεσαι σαν ύποπτος για κλοπή και θα κρατείσαι μέχρι να αποδειχτεί που βρήκες το πεντάευρο για να πιεις καφέ.
Μιλάμε για κρίση βουλιμίας των αρπακτικών. Ο λαός με τα τεφτέρια. Καραπαζοεισπράκτορες μισθωτοί της δεκάρας, εργάτες που τους έχει βγει η πίστη ανάποδα τριάντα χρόνια δουλειάς μέσα στη βρώμα, γιαγιάδες και παππούδες που πλησιάζουν προς το αιώνιο ταξίδι, νέοι που δεν πρόλαβαν ακόμα να προφέρουν τα πρώτα γράμματα της ζωής, όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν πως στο δι@ολο χρωστάνε τόσα πολλά μέσα σ΄ενα ξημέρωμα. Κοιτάς εκείνο το εκκαθαριστικό της εφορίας πριν από δυο τρία χρόνια που είχε επιστροφή τρία τέσσερα κατοστάρικα, κοιτάς τη ζωή που από εκείνη την εποχή έχει μειωθεί η αγοραστική της δύναμη και η αξιοπρέπειά της κατά 60% και κοιτάς το τωρινό εκκαθαριστικό στο οποίο χρωστάς ένα χιλιάρικο και λες τι δε πάει καλά ρε γαμ@το… Μήπως έχει γίνει λάθος στο όνομα?…
Γιατί εφόσον ήμουν ένας κακομοίρης που του επέστρεφαν και τρία κατοστάρικα και τώρα είμαι ένας χειρότερος κακομοίρης από τότε πως γίνεται να τους χρωστάω? Πως γίνεται να είχα τότε μια ελάχιστη αξιοπρέπεια και να κρίνουν πως έπρεπε να μου επιστρέφουν κάτι από τους φόρους και τα χαράτσια και τώρα να με κυνηγάνε σαν να είμαι κλέφτης και κακούργος? Ψυχοπαθείς έχουν αρπάξει τα πληκτρολόγια στις εφορίες και κόβουν κρέατα?
Το καταλαβαίνω άνθρωπέ μου να πρέπει να πληρώσει εκείνος ο τύπος με τα είκοσι ακίνητα, τη χολυγουντιανή βίλα στα βόρεια προάστεια, το σκάφος και τα δέκα αυτοκίνητα που έκλεβε ασύστολα το κράτος, αλλά η γιαγιά με το Π, τι σου φταίει ρε αθεόφοβε? Ο Μήτσος με τα χαλασμένα πνευμόνια από τα ροκανίδια, η Καίτη με τα πρησμένα πόδια από την ορθοστασία, ο Γιώργος που εισπράττει είκοσι χρόνια καρπαζιές από κάτι αφεντικά με τριάντα πόντους σβέρκο, πως το βλέπεις?  Στη δίνει στα νεύρα που κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα σπιτάκι και να πάρουν ένα αυτοκίνητο. Το θεωρείς εγκληματικό που δεν πεθαίνουν κιόλας?
Υπάρχει ένα μεγάλο ισοδύναμο αυτή τη στιγμή που κυκλοφορεί στη πιάτσα… Να πληρώσω τα χαράτσια ή να ζήσω?. Με λίγα λόγια τι είδους δίλημμα μπορεί να είναι για έναν οικογενειάρχη που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας η δόση για τα χαράτσια ή το φαί των παιδιών του? Τι δίλημμα μπορεί να είναι για έναν άρρωστο η αγορά των φαρμάκων ή η πληρωμή για τις διάφορες δόσεις? Τι δίλημμα μπορεί να είναι το φαί ή χαράτσι? Τι είδους πρόγραμμα είναι αυτό που έχει μετατρέψει τους δημόσιους λειτουργούς σε Ιαβέρηδες και τον απλό πολίτη εκείνον που δεν έχει τις μεζονέτες τις λιμουζίνες και τα σκάφη σε Γιάννη Αγιάννη?
Οι άθλιοι των Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κι οι μαυραγορίτες να θησαυρίζουν. Σκηνές φρίκης πίσω απο τους τοίχους των σπιτιών που όχι απλά δεν συγκινείται κανείς αλλά μπαίνει όλο και πιο βαθειά το μαχαίρι λες και κάποιος σαδιστής θεός δεν ικανοποιείται μόνο να βλέπει δούλους αλλά θέλει να τους ακούει να φωνάζουν, να παρακαλάνε, να κλαίνε… Τι ντροπή…http://eleutheriellada.wordpress.com/2013/12/01/%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B6%CF%89%CE%B7%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CF%83/