
Του Γιάννη Λαζάρου
Αυτοί που ζουν το μαρτύριο της σταγόνας εδώ και 6 χρόνια δεν χρειάζεται
να δουν τίποτα παραπάνω για να καταλάβουν τις εκπλήξεις που έρχονται με
φόρα από τους δανειστές και από τα πολιτικά τους τσιράκια, τα οποία
για καθαρά εθιμοτυπικούς λόγους έχουν το προσωνύμιο "ελληνική
κυβέρνηση".
Το μαρτύριο της συνεχόμενης μπόρας θα το γευτούν και
όσοι όλα αυτά τα χρόνια (και τα προηγούμενα αυτών) κρύβονται πίσω από
κόμματα και ψήφο νομίζοντας ότι θα σώσουν το δικό τους τομάρι. Θα το
σώσουν για τρεις μήνες, για έξι μήνες άντε για ένα χρόνο. Και μετά;
Δυστυχώς στην Ελλάδα καμία μεταρρύθμιση δεν
πρόκειται να αλλάξει την κοινωνική ενοχή που διέπει όλα τα στρώματα του
πόπολου. Ακόμα και αυτή την στιγμή που έχει καταρρεύσει η αριστερή
περιβολή της κυβέρνησης και φάνηκε καθαρά ότι πρόκειται για μια άκρα
φιλελεύθερη κυβέρνηση όπως και οι προηγούμενες, η πλειοψηφία του πόπολου
κρατάει τις κόκκινες γραμμές που την διαχωρίζει από τους
κατεστραμμένους ή τους συνειδητοποιημένους πολίτες.
Δυστυχώς, αυτή
η πλειοψηφία συνεχίζει να θεωρεί πως ό,τι λέγεται κόντρα σε πολιτικές
εξαθλίωσης και παράδοσης της εθνικής κυριαρχίας γίνεται είτε επί
προσωπικού, είτε για αντιπολιτευτικούς λόγους. Δεν είναι διατιθεμένη να
κάνει οποιαδήποτε ρήξη με το προσωπικό συμφέρον της για να συνενωθεί με
τον λαό που έχει νιώσει στο πετσί του την κατοχική δύναμη η οποία έχει
πάρει την πλήρη εξουσία στην χώρα.
Καμία τύψη για τη μηδαμινή
κοινωνική συνοχή που λογικά θα έπρεπε να έχει ένας λαός όταν ο εχθρός
τον ξεσκίζει και εντόπιες διορισμένες κυβερνήσεις ρίχνουν και τον
τελευταίο τοίχο αντίστασης εναντίον των δυνάμεων του εχθρού.
Δε
μπορεί από τη μια πλευρά το πόπολο να υποστηρίζει ότι δέχεται πλήγματα
από εξωτερικούς θεσμούς και την ίδια στιγμή να δικαιολογεί τα πλήγματα
που δέχεται από τους εσωτερικούς θεσμούς. Το να κερδίσεις παράταση ζωής
για έξι μήνες και ένα χρόνο δεν είναι ζωή, είναι ιατρική γνωμάτευση ότι
πάσχεις από την ανίατη ασθένεια βαριάς μορφής ηλιθιότητας μετά
ωφελιμισμού.
Μόνο αν έχεις διαπιστευτήρια από την εξουσία, είτε
είναι δεξιά, είτε αριστερή, ότι εσύ θα επιβιώσεις γιατί προσφέρεις τις
υπηρεσίες σου ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσεις τον διπλανό σου,
δικαιολογεί την στάση της πλειοψηφίας. Καθαρά μισθοφορικά στρατιωτάκια,
που δεν έχουν ούτε ίχνος αξιοπρέπειας για να θιγεί, δίνουν ακόμα και το
ίδιο τους το παιδί προκειμένου να παραταθεί η μικρή θλιβερή εξουσία τους
πάνω στο κοινωνικό σύνολο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα ίδια
λάβαρα για τους "κοινωνικούς αγώνες" επί σοσιαλιστικοδεξιοκεντρώων
κυβερνήσεων τα σηκώνουν σήμερα οι ίδιοι άνθρωποι εις το όνομα της
"κοινωνικής αλληλεγγύης". Παραμάγαζο ήταν οι κοινωνικοί αγώνες,
παραμάγαζο έγινε και η κοινωνική αλληλεγγύη. Μόνο που όταν πρόκειται για
αλληλεγγύη δεν γίνεται τον χορό να τον σέρνει "αριστερός" που τίποτε
δεν έχασε εδώ και 6 χρόνια, παρά μόνο επιδοματάκια και μπόνους.
Η
αλληλεγγύη δίνεται από αλληλέγγυους και αυτό σημαίνει ότι είναι στο ίδιο
ακριβώς οικονομικό, κοινωνικό και ταξικό επίπεδο. Αλληλεγγύη που
δίνεται ως χόμπι από τους έχοντες για τους μη έχοντες είναι ακριβώς η
ίδια που έδειξε με το παντεσπάνι της η Αντουανέτα. Πήξαμε σε όλη την
Ελλάδα από Αντουανέτες που από τη μια πολιτεύονται με την εξουσία και
από την άλλη αντιπολιτεύονται την εξουσία μέσω "κοινωνικής αλληλεγγύης"
με σκοπό την υψηλότερη θέση ιεράρχησης που θα τους δώσει η εξουσία.
Υπάρχει κοινωνική ενοχή κι αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ένοχοι.
Κοινωνικά ένοχοι. Ένοχοι για την καταστροφή της σημαντικότερης μερίδας
του λαού. Αυτού που πρόσφερε με δουλειά και όχι με ρουσφέτια σε πολιτικά
γραφεία. Λαός που δούλευε για την πατρίδα και δεν πληρωνόταν από το
Κράτος. Ένοχοι που δεν τολμούν να μιλήσουν επί "αριστερής" κυβέρνησης
για τους τοίχους εκτελέσεων που έχουν στηθεί σε κάθε τοίχο σπιτιού
εκατομμυρίων Ελλήνων. Στημένοι άνθρωποι μπροστά σε ένα σουρεάλ
εκτελεστικό απόσπασμα με σφαίρες φορολογικές απειλές, επιβεβλημένη
ανεργία, εξεφτελισμένα 5μηνα κοινωφελούς απασχόλησης, χρέη προς δημόσια
κατοχικά εισπρακτικά ταμεία, αισχρό βιβλιάριο ανασφάλιστου, κατάπτυστο
επίδομα απόρου, και ΦΠΑ πολυτελείας για τα κοινωνικά αγαθά νερό, ρεύμα,
παροχή υγείας. Εκτελεστές δεν είναι οι στρατηγοί Ευρωπαϊκοί Θεσμοί και
Κυβέρνηση αλλά οι μισθοφορικές ορδές που είναι "αριστεροί", "πατριώτες"
και "αλληλέγγυοι".
Πόσο θα κρατήσει το πανηγύρι για τους
μισθοφόρους; Τρεις μήνες, έξι μήνες, ένα χρόνο; Μετά τι; Μετά θα έρθει
μια νέα αριστερά αλληλέγγυα που θα γεννηθεί από την σημερινή αριστερή
εξουσία ως νέο ανάχωμα. Θα έχει πέσει βέβαια το μηνιαίο μίσθωμα των
υπηρεσιών αλλά η κοινωνική ενοχή πρέπει να συνεχιστεί. Μέχρι να μην
υπάρξει πλέον μειοψηφία να αντιδρά. Μέχρι να μην υπάρξει πλέον μειοψηφία
να κρατά την αξιοπρέπεια τόσο ψηλά που να καλύπτει και την ξεφτίλα της
πλειοψηφίας.-
http://gregordergrieche.blogspot.gr/2015/05/blog-post_39.html
Στις 5 Ιανουαρίου 1919 ξέσπασε στη Γερμανία η
προλεταριακή Επανάσταση. Το ξέσπασμά της Επανάστασης στην Γερμανία ήταν
αποτέλεσμα μιας σειράς αντικειμενικών συνθηκών που συνέθεταν το πλαίσιο
επαναστατικής κρίσης. Οι λαϊκές μάζες δεν ήθελαν άλλο την διακυβέρνηση
του παλιού καθεστώτος και το παλιό καθεστώς δεν μπορούσε να κυβερνήσει
όπως παλιά. Η εποχή αμέσως μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου
ήταν τραγική για την εργατική τάξη της ηττημένης Γερμανίας. Δύο
εκατομμύρια είχαν σκοτωθεί στις μάχες και άλλα πεντέμισι εκατομμύρια
είχαν τραυματιστεί ή αιχμαλωτιστεί. Τεράστιες ήταν οι καταστροφές στην
βιομηχανία και στην αγροτική παραγωγή που είχε και σαν συνέπεια την
έλλειψη τροφίμων. Η πείνα και η άθλιες συνθήκες ζωής έφερναν αρρώστιες.
Από την άλλη πλευρά οι γαιοκτήμονες οι βιομήχανοι οι έμποροι και οι
τραπεζίτες είχαν συσσωρεύσει τεράστια κέρδη από τον πόλεμο.
Ήταν τρεις Νοεμβρίου 1918 όταν ξεκίνησε εξέγερση
των ναυτών και των εργατών στο Κίελο της Γερμανίας. Η γερμανική ανωτάτη
διοίκηση είχε διατάξει να βγει ο γερμανικός στόλος που στάθμευε στο
Κίελο στην ανοικτή θάλασσα για να ναυμαχήσει με τον βρετανικό στόλο. Η
διαταγή ήταν τυχοδιωκτική και θα σήμαινε όχι μόνο την καταστροφή του
στόλου της Γερμανίας που είχε ήδη ηττηθεί αλλά και τον χαμό χιλιάδων
ναυτών. Τότε οι ναύτες αρνήθηκαν να εκτελέσουν την παράλογη διαταγή
κατέλαβαν όσα πλοία βρίσκονταν στον ναύσταθμο, υψώνοντας κόκκινες
σημαίες και επέβαλλαν την επιστροφή όσων βρίσκονταν σε επιχειρήσεις. Στη
συνέχεια μια αντιπροσωπεία των πληρωμάτων πήγε στην ανώτατη διοίκηση
και δήλωσε πως ο στόλος ήταν έτοιμος να αμυνθεί σε ενδεχόμενη επίθεση
του εχθρού, αλλά όχι και να προχωρήσει στην άσκοπη καταστροφή του. Η
απάντηση της διοίκησης ήταν το ξεκίνημα διώξεων σε βάρος των ναυτών. Το
γεγονός πυροδότησε μια μεγάλη διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Κίελο. Η
απάντηση ήταν το μαζικό πυρ από αξιωματικούς με αποτέλεσμα τον θάνατο 8
ναυτών και τον βαρύ τραυματισμό ακόμα 29. Τότε οι διαδηλώσεις
γενικεύτηκαν αγκαλιάζοντας και τους εργάτες της πόλης και έτσι το
απόγευμα της ίδιας μέρας στάλθηκαν στο Κίελο μονάδες πεζικού για να
καταστείλουν την εξέγερση. Όμως οι στρατιώτες όχι μόνο αρνήθηκαν να
κτυπήσουν τους συναδέλφους τους αλλά συνενώθηκαν και μαζί τους. Την
επόμενη μέρα στον απόηχο της δολοφονικής επίθεσης των πραιτοριανών του
Κάιζερ, σχηματίστηκαν στο Κίελο το σοβιέτ των εργατών και το σοβιέτ των
στρατιωτών. Σοβιέτ σχηματίστηκαν, επίσης, στα πλοία στα οποία την
προηγούμενη μέρα είχαν υψωθεί κόκκινες σημαίες από τους ναύτες που
αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές του επιτελείου, να αποπλέυσουν και
να ναυμαχήσουν με τον βρετανικό στόλο. Με την ταχύτητα που εξαπλώνεται η
φωτιά η εξέγερση διαδόθηκε, στο Μπρούνσμπιτελ, στο Κουξχάφεν, στο
Αμβούργο, στη Βρέμη, στο Ροστόκ, στο Μπρούνσβικ, στο Σβέριν, στη Δρέσδη,
στη Λειψία και σε πολλές άλλες πόλεις. Στη Βαυαρία, στη Σαξονία, στη
Βιρτεμβέργη και αλλού ένας μετά τον άλλον εκθρονίστηκαν οι εστεμμένοι
άρχοντες και παντού δημιουργούνταν σοβιέτ.
Στις 9 Νοεμβρίου 1918 το Βερολίνο πλημμύρισε από
μια τεράστια διαδήλωση Καθοδηγητές τα μέλη της επαναστατικής ομάδας
Σπάρτακος και επαναστατικά στοιχεία του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού
κόμματος Γερμανίας Το ανθρώπινο ποτάμι κινήθηκε πρός τους στρατώνες.
Στρατιωτικά τμήματα στασίασαν και προσχωρούσαν στη διαδήλωση.
Καταλαμβάνονταν κυβερνητικά κτίρια και τους σταθμούς της χωροφυλακής και
λίγο αργότερα το παλάτι εξαναγκάζοντας τον Γουλιέλμο Χοεντσόλερν, τον
Κάιζερ σε παραίτηση. Στο Βερολίνο ανακηρύχθηκε αστική δημοκρατία και ο
εκτελών χρέη καγκελάριου πρίγκηπας Μάξ Φον Μπάντεν μεταβίβασε της
αρμοδιότητές του στον σοσιαλδημοκράτη Σάιντεμαν. Η σοσιαλδημοκρατία
επιφορτίστηκε με το ακόλουθο καθήκον όπως ξεκάθαρα διατυπώνει ο ίδιος ο
Φόν Μπάντεν «Στην κατάσταση που δημιουργήθηκε, το μοναδικό πρόσωπο που
είναι δυνατόν να γίνει καγκελάριος του Ράιχ είναι ο Εμπερτ. Αυτός θα
μπορέσει να στρέψει την επαναστατική ενέργεια στα πλαίσια του νόμιμου
εκλογικού αγώνα». Την ίδια μέρα ο Καρλ Λίμπκνεχτ, ηγέτης της ομάδας
Σπάρτακος κήρυξε τη Γερμανία σε ελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία και
κάλεσε την εργατική τάξη να στρέψει όλες τις δυνάμεις της για την
δημιουργία κυβέρνησης εργατών και στρατιωτών.
Η ανοικτή καταστολή μπήκε εκ των πραγμάτων στην
ημερήσια διάταξη των σχεδίων της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης.
Προϋπόθεση για την επιτυχία των αντεπαναστατικών σχεδίων η διάλυση των
σοβιέτ αρχικά δια των όπλων. Στη Γερμανία οι σύμμαχοι της Αντάντ είχαν
φροντίσει να μην εξαρθρώσουν τελείως τη στρατιωτική μηχανή των
ηττημένων, διαβλέποντας τις ραγδαίες επαναστατικές εξελίξεις και τον
κατασταλτικό ρόλο που θα έπαιζε ο στρατός. Οι μονάδες της Ράιχσβερ
επέστρεφαν από τα μέτωπα συντεταγμένες, οπλισμένες και διαποτισμένες με
τον μύθο της πισώπλατης μαχαιριάς που έδωσε η εξέγερση του Νοέμβρη με
αποτέλεσμα τη γερμανική ήττα. Το ανώτατο επιτελείο συμπράττει με την
σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Στο
Βερολίνο αρχίζουν να οργανώνονται τα «φράικορπς», σώματα εθελοντών, στις
τάξεις των οποίων συνωστίζονται επαγγελματίες στρατιωτικοί, εθνικιστές
και κυρίως αποβράσματα της κοινωνίας που αναζητώντας μισθό και στέγη
ήταν πρόθυμα ακόμα και για το χειρότερο έγκλημα .
Στις 6 Δεκεμβρίου μια τέτοια αντεπαναστατική
ένοπλη ομάδα πυροβόλησε στο Βερολίνο εναντίον διαδήλωσης στρατιωτών του
μετώπου και αδειούχων που ζητούσαν να συμπεριληφθούν οι αντιπρόσωποί
τους στα Σοβιέτ των στρατιωτών. Σκοτώθηκαν 16 διαδηλωτές, ανάμεσα σ’
αυτούς και το ηγετικό στέλεχος της «Ενωσης των κόκκινων στρατιωτών»,
Βίλι Μπούντιχ. Επίθεση έγινε και εναντίον των γραφείων της εφημερίδας
των «Σπαρτακιστών», «Ρότε Φάνε». Οι αντεπαναστάτες μπήκαν στο μέγαρο της
Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ του Βερολίνου και έπιασαν τα μέλη
της. Αλλά δεν πέτυχαν το σκοπό τους. Οι εργάτες, απαντώντας στην
πρόσκληση των «Σπαρτακιστών», όρμησαν στο κέντρο της πόλης,
απελευθέρωσαν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και σκόρπισαν τους
αντεπαναστάτες. Αφού με τα όπλα φάνηκε μάλλον αδύνατο να συντριβούν τα
σοβιέτ η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποφάσισε να τα αποσυνθέσει από τα
μέσα και να τα χρησιμοποιήσει για σκοπούς πέρα για πέρα αντίθετους από
την ουσία των Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών.
Από τις 16 έως τις 21 του Δεκέμβρη έγινε το
Παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών. Σ’ αυτό
πήραν μέρος 288 σοσιαλδημοκράτες, 87 του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού
Κόμματος, 27 εξωκομματικοί στρατιώτες, 25 από αστικά κόμματα και μόνο
10 «Σπαρτακιστές». Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ δεν είχαν
εντολή να πάρουν μέρος στο συνέδριο. Στο συνέδριο έφτασε για να πάρει
μέρος και αντιπροσωπεία της Σοβιετικής Ρωσίας, αλλά δεν έγινε δεκτή. Από
το συσχετισμό, αλλά και από τη στάση του συνεδρίου απέναντι στη ρωσική
σοβιετική αντιπροσωπεία ήταν φανερό ότι το συνέδριο των Σοβιέτ δεν ήταν
με την επανάσταση. Άλλωστε , η πλειοψηφία της εργατικής τάξης ήταν με
τους σοσιαλδημοκράτες, πολύ περισσότερο δε και κάτω από το γεγονός της
μη ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο τρόπος δουλειάς των «Σπαρτακιστών»
δεν αρκούσε ν’ αλλάξει την κατάσταση. Τη μέρα που άρχισαν οι εργασίες
του συνεδρίου των Σοβιέτ, οι «Σπαρτακιστές» οργάνωσαν μια μαζική
διαδήλωση εργατών. Οι διαδηλωτές ζήτησαν από το συνέδριο να ανακηρύξει
τη Γερμανία ενιαία σοσιαλιστική δημοκρατία, να παραδώσει στα Σοβιέτ των
εργατών και των στρατιωτών όλη την εξουσία, να αφοπλίσει αμέσως τους
αντεπαναστάτες και να οπλίσει τους εργάτες. Αλλά η ηγεσία του
Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος με την πείρα και την επιρροή που είχε στην
εργατική τάξη, καθώς και με το πλατύ δίκτυο των εφημερίδων της,
κατόρθωσε να εξαπατήσει τις λαϊκές μάζες.
Η σοσιαλδημοκρατική προπαγάνδα διαβεβαίωνε πως η
επανάσταση είχε τελειώσει και πως η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού από τώρα
και πέρα εξαρτιόταν από την Εθνοσυνέλευση που θα εκλεγόταν ελεύθερα.
Τους σοσιαλδημοκράτες τους ενίσχυαν και οι ηγέτες του Ανεξάρτητου
Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που, έχοντας υπόψη πως οι εργαζόμενες μάζες
συμπαθούν τα Σοβιέτ, πρότειναν ένα σχέδιο απόφασης για να διατηρηθεί το
σύστημα των Σοβιέτ. Στην πραγματικότητα αυτό σήμαινε πως συνδυαζόταν το
σύστημα των Σοβιέτ με την Εθνοσυνέλευση, πως τα Σοβιέτ υπάγονταν στο
όργανο της δικτατορίας της αστικής τάξης, με μοναδικό αποτέλεσμα να
διαστρεβλωθεί και να δυσφημιστεί η ιδέα των Σοβιέτ. Οι αντιπρόσωποι στο
συνέδριο των Σοβιέτ έπεσαν στις αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατικής
προπαγάνδας και πίστεψαν τις αόριστες κυβερνητικές διακηρύξεις για την
κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας ενώ βολεύτηκαν με κάποιες δημοκρατικές
παραχωρήσεις και υποστήριξαν το σχέδιο απόφασης των δεξιών
σοσιαλδημοκρατών για να συγκληθεί Εθνική Συντακτική Συνέλευση και να
μεταβιβαστεί όλη η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στο Συμβούλιο των
πληρεξουσίων του λαού ωσότου αποφασίσει τελειωτικά η Εθνοσυνέλευση. Το
συνέδριο εξέλεξε το Κεντρικό Σοβιέτ που του παραχωρήθηκε τυπικά το
δικαίωμα να ελέγχει την κυβέρνηση. Στο Κεντρικό Σοβιέτ πήραν μέρος μόνο
σοσιαλδημοκράτες της πλειοψηφίας.Το Παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ
έλυσε το βασικό πρόβλημα της επανάστασης, δηλαδή το πρόβλημα της
εξουσίας, προς όφελος της αστικής τάξης. Το ξετύλιγμα των επαναστατικών
γεγονότων έβαζε ολοένα και με πιο μεγάλη οξύτητα μπροστά στους ηγέτες
της «Ένωσης του Σπάρτακου» το πρόβλημα δημιουργίας ενός Ανεξάρτητου
Κόμματος. Είχε γίνει πλέον φανερό ότι δεν μπορούσαν να καθοδηγήσουν τα
επαναστατικά γεγονότα και την τροπή που πήραν σαν φράξια στους
ανεξάρτητους. Μάλλον άργησαν να συνειδητοποιήσουν αυτή την αναγκαιότητα.
Στις 14 του Δεκέμβρη η εφημερίδα των Σπαρτακιστών
«Ρότε Φάνε» δημοσίευσε την προγραμματική προκήρυξη «Τι θέλει η Ένωση
Σπάρτακου». Η προκήρυξη αυτή έβαζε καθήκον τον αγώνα για την παραπέρα
ανάπτυξη της επανάστασης με σκοπό να νικήσουν η εργατική τάξη και η
αγροτιά, να εγκαθιδρυθεί η δικτατορία του προλεταριάτου και να
σχηματιστεί μια ενιαία γερμανική σοσιαλιστική δημοκρατία. Διατυπώνονταν
ακόμη και τα εξής άμεσα αιτήματα: Να εκμηδενιστεί ο πρωσικός
μιλιταρισμός, να οργανωθεί πολιτοφυλακή από εργάτες, να εθνικοποιηθούν
οι τράπεζες, τα ανθρακωρυχεία και η βαριά βιομηχανία, να γίνει αγροτική
μεταρρύθμιση, να καταργηθούν τα χωριστά γερμανικά κράτη, να αφοπλιστούν η
αστυνομία, οι αξιωματικοί και όλες οι ένοπλες δυνάμεις των κυρίαρχων
τάξεων. Στις 29 του Δεκέμβρη η παγγερμανική κλειστή συνδιάσκεψη της
«Ένωσης Σπάρτακου» αποφάσισε να ξεκόψει από τους ανεξάρτητους και να
ιδρύσει κομμουνιστικό κόμμα.
Την άλλη μέρα, στις 30 του Δεκέμβρη, άρχισε τις
εργασίες του στο Βερολίνο το ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού
Κόμματος της Γερμανίας. Η κύρια προσοχή του συνεδρίου είχε συγκεντρωθεί
στην εισήγηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Το πρόγραμμα και η πολιτική
κατάσταση». Η εισήγηση έβαζε το ζήτημα ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της
Γερμανίας στέκεται στη βάση του μαρξισμού, τόνιζε τη σημασία της
Οχτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία και ότι για τη γερμανική επανάσταση
ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ
εξέφρασαν στους λόγους τους τη διεθνιστική αλληλεγγύη προς τη Σοβιετική
Ρωσία και διαμαρτυρήθηκαν για την αντισοβιετική πολιτική της
σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Γερμανίας. Το συνέδριο ενέκρινε
χαιρετιστήριο προς τους «Ρώσους συναγωνιστές στον αγώνα εναντίον του
κοινού εχθρού των καταπιεζόμενων όλων των χωρών». Το χαιρετιστήριο αυτό
ανάμεσα στα άλλα έλεγε και τα εξής: «Η συναίσθηση πως οι καρδιές σας
χτυπούν για μας, δίνει δύναμη και ενεργητικότητα στον αγώνα μας. Ζήτω ο
σοσιαλισμός! Ζήτω η παγκόσμια επανάσταση!». Για πρόγραμμα του
Κομμουνιστικού Κόμματος το συνέδριο ενέκρινε την προκήρυξη «Τι θέλει η
Ενωση Σπάρτακου». Στο συνέδριο δε λύθηκαν όλα τα προβλήματα σωστά. Ετσι
τα μέλη του συνεδρίου υποτίμησαν το ρόλο της αγροτιάς ως σύμμαχου του
προλεταριάτου και γι’ αυτό το συνέδριο δεν κατάρτισε αγροτικό πρόγραμμα.
Επίσης το συνέδριο απαγόρευσε στα μέλη του κόμματος να δουλεύουν στις
ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αντίθετα από τις επίμονες
υποδείξεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ αποφασίστηκε να
μποϊκοτάρει το κόμμα τις εκλογές για Εθνοσυνέλευση, αν και το ζήτημα
της Εθνοσυνέλευσης δεν είχε ακόμη ξεσκεπαστεί στα μάτια των πλατιών
μαζών και έτσι οι μάζες δε θα καταλάβαιναν γιατί οι κομμουνιστές
αρνούνται να πάρουν μέρος στις εκλογές. Το συνέδριο εξουσιοδότησε την
Κεντρική Επιτροπή της «Ενωσης Σπάρτακου» να εκτελεί καθήκοντα Κεντρικής
Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος έως το επόμενο συνέδριο του
κόμματος.
Το ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος
της Γερμανίας είχε τεράστια διεθνή σημασία. Το γερμανικό εργατικό κίνημα
αποκτούσε κόμμα με επαναστατικό μαρξιστικό πρόγραμμα που αναγνώριζε τη
δικτατορία του προλεταριάτου. Ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Οταν η «Ενωση
Σπάρτακου» ονόμασε τον εαυτό της «Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας»,
τότε η ίδρυση μιας πραγματικά προλεταριακής, μιας πραγματικά
διεθνιστικής, μιας πραγματικά επαναστατικής Γ’ Διεθνούς, της
Κομμουνιστικής Διεθνούς, κατέστη γεγονός. Τυπικά η βάση αυτή δεν είχε
ακόμη κατοχυρωθεί, αλλά στην ουσία η Γ’ Διεθνής τώρα πια υπάρχει». Τότε η
αστική τάξη με πολιτική της έκφραση τους σοσιαλδημοκράτες αποφάσισε να
χτυπήσει με σφοδρότητα την επανάσταση που ξέσπασε στις 5 Ιανουαρίου 1919
.Την προηγούμενη μέρα η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Έμπερτ – Σάιντεμαν
απέλυσε τον διευθυντή της αστυνομίας του Βερολίνου Αιγχορν, που ήταν
αγαπητός στους εργάτες, για να τον αντικαταστήσει με τον δεξιό
σοσιαλδημοκράτη Έρνστ. Αυτή η πρόκληση στην πραγματικότητα είχε στόχο να
ωθήσει το Γερμανικό προλεταριάτο και το νεοϊδρυθέν κομμουνιστικό κόμμα
σε πρόωρη εξέγερση που θα πνιγόταν στο αίμα με σχετική ευκολία. Το ίδιο
βράδυ πραγματοποιήθηκε κοινή συνεδρίαση των επαναστατικών δυνάμεων στην
οποία αποφασίστηκε να μην επιτραπεί η αντικατάσταση του Άιγχορν, να
πραγματοποιηθεί διαδήλωση την επόμενη μέρα, 5 Ιανουαρίου και αν
χρειαζόταν να ξεκινούσε αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης. Μάλιστα
εκλέχτηκε επαναστατική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν οι ηγέτες του
κομμουνιστικού κόμματος Κάρλ Λήμπνεχτ και Βήλχεμ Πήκ. Η Κεντρική
Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισε να πάρει μέρος στην
διαδήλωση ωστόσο έκρινε άκαιρη την εξέγερση για την ανατροπή της
κυβέρνησης γιατί η χώρα δεν ήταν έτοιμη γι’ αυτό.
Στις 5 Ιανουαρίου 1919 έγινε στο Βερολίνο μια
μεγαλειώδης διαδήλωση. Η επαναστατική επιτροπή που μέλη της ήταν και
εκπρόσωποι του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος κάλεσε τους
εργάτες να αγωνιστούν ενάντια στις ένοπλες αντεπαναστατικές δυνάμεις, να
απαιτήσουν τον εξοπλισμό τους και να επανέλθει στην θέση του ο
αστυνομικός διευθυντής που απολύθηκε. Ταυτόχρονα ρίχτηκε και ένα σύνθημα
που γι’ αυτό οι εργάτες δεν ήταν προετοιμασμένοι: Η επαναστατική
επιτροπή κάλεσε τους διαδηλωτές να ανατρέψουν την κυβέρνηση και δήλωσε
πως παίρνει την εξουσία στα χέρια της. Την άλλη μέρα, στις 6 Ιανουαρίου
ξέσπασε γενική απεργία και ξεκίνησαν καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων και
εφημερίδων. Στις 7-8 του Γενάρη οι εργάτες κυρίευσαν τους
σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα γραφεία και τα τυπογραφεία της
εφημερίδας «Φόρβερτς», αλλά δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν.
Οι ηγέτες των ανεξάρτητων που λίγο πριν είχαν
ζητήσει την ανατροπή της κυβέρνησης, άρχισαν τώρα να διαπραγματεύονται
μαζί της δίνοντας έτσι στην αντεπανάσταση τη δυνατότητα να κερδίσει
χρόνο για να συγκεντρώσει ένοπλες δυνάμεις. Ύστερα από αυτό η ΚΕ του
Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισε στις 8 του Γενάρη να ανακαλέσει τον
Λίμπκνεχτ και τον Πικ από την επαναστατική επιτροπή. Την ίδια μέρα το
βράδυ, ύστερα από την αποτυχία των συνομιλιών με τον Εμπερτ, οι
ανεξάρτητοι που ανήκαν στην επαναστατική επιτροπή ξανάρχισαν να καλούν
τους εργάτες στα όπλα. Αλλά δεν καταπιάνονταν να προετοιμαστούν
πραγματικά για ένοπλη πάλη και εξέγερση. Στο μεταξύ, το νεαρό
Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε ακόμη τη δύναμη να τραβήξει μαζί του
πλατιές λαϊκές μάζες. Συνολικά τα μέλη της κομματικής οργάνωσης του
Βερολίνου ήταν μόλις 300.
Στις 11 του Γενάρη η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει
στρατό και άρχισε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα. Εναντίον των εργατών και
των στρατιωτών που αμύνονταν στο μέγαρο της διεύθυνσης της αστυνομίας
και στα γραφεία της εφημερίδας «Φόρβερτς» χρησιμοποιήθηκαν τουφέκια και
πυροβολικό. Οι αιχμάλωτοι δέρνονταν άγρια και πολλοί τουφεκίζονταν
επιτόπου. Οι κομμουνιστές κηρύχτηκαν εκτός νόμου. Οι κύριες δυνάμεις των
ένοπλων τμημάτων των «εθελοντών» – η λευκή φρουρά του Νόσκε – εισέβαλαν
στις εργατικές συνοικίες.
Στις 15 Γενάρη 1919 ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα
Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκαν. Οι δολοφόνοι τους δεν δικάστηκαν αφού η
αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε
να αναμειχθεί σε θέματα που αφορούσαν την στρατιωτική δικαιοσύνη και
έτσι οι δολοφόνοι δικάστηκαν από στρατοδικείο που συγκροτήθηκε στο τάγμα
που υπηρετούσαν. Όχι μόνο αθωώθηκαν αλλά εισέπραξαν και την αμοιβή των
εκατό χιλιάδων μάρκων τις επικήρυξης των δύο κομμουνιστών ηγετών.
«Δεν βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω όλη την
αποκρουστικότητα και την ποταπότητα αυτού του φριχτού εγκλήματος που
διέπραξαν οι δήθεν σοσιαλιστές» γράφει ο Λένιν. «Το αίμα των καλύτερων
ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης, των αξέχαστων ηγετών
της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης θα ατσαλώσει καινούργιες μάζες
εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και αυτός ο αγώνας θα οδηγήσει στη
νίκη». Και λίγο καιρό αργότερα επισήμανε πώς αν κάτω από μια κυβέρνηση
σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να
δολοφονήσουν ατιμώρητα ανθρώπους που η κρατική εξουσία είχε θέσει κάτω
από τη φρούρησή της βγαίνει το συμπέρασμα πώς η δημοκρατία στην οποία
μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι παρά δικτατορία της
αστικής τάξης.https://redflecteur.wordpress.com/2014/01/15/%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B7-%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA/
https://redflecteur.wordpress.com/Το παρακάτω κείμενο είναι το δώρο μου προς το ιστολόγιο Redflecteur
για τον ένα χρόνο ζωής του. Μου έκανε μια προσφορά που δεν μπορούσα να
αρνηθώ. Έπρεπε να βρω ένα θέμα που να αγγίζει πολιτική και τέχνες για να
είμαι στο πνεύμα του ιστολογίου, έτσι αποφάσισα να γράψω λίγα λόγια για
τον Νονό. Τελικά έγραψα πολλά.
Στην ερώτηση “ποιά είναι η αγαπημένη σου ταινία” απαντώ μονολεκτικά: Νονός.
Κάπου εκεί σταματάει κάθε συζήτηση με νευματα συμφωνίας ή νευματα που
προδίδουν μια “αχ ναι, ρε πως το είχα ξεχάσει” σκέψη. Κανείς δεν μπορεί
να διαφωνήσει, κανείς δεν μπορεί να εγείρει έστω και μια ρανίδα
αμφιβολίας. Όλες οι συζητήσεις για την “Ρίτα Χέιγουορθ”, το “Oldboy”, το
“Κουρδιστό Πορτοκάλι” ή την “Οδύσσεια του Διαστήματος” παγώνουν απότομα
και σταματούν με την αναφορά στον Νονό, σαν να φοβούνται οι συνομιλητές
μου μήπως ξυπνήσουν το πρωί αγκαλιά με το κεφάλι του αλόγου τους.
Το ότι πρόκειται για το συγκλονιστικότερο αριστούργημα του δυτικού
κινηματογράφου δεν περιμένουμε κανένα IMDB να μας το επιβεβαιώσει. Αρκεί
να το δει κανείς, μια, δύο ή δεκατέσσερις φορές, μέχρι να μάθει απ’έξω
όλες τις ατάκες, όχι μόνο τις πολύ γνωστές. Και η αλήθεια είναι ότι το
μεγαλείο αυτής της τριλογίας κρύβεται στα μικρά, σε αυτά που περνούν
σχεδόν απαρατήρητα. Με μια πρώτη ματιά στέκεσαι στο μεγαλείο της
παραγωγής, της σκηνοθεσίας, των ερμηνειών και φυσικά της μουσικής.
Καταλαβαίνεις ότι βλέπεις μια ταινία/τριλογία η οποία πρέπει να
σχεδιάστηκε κάπως έτσι: πάμε να πάρουμε όλα τα Όσκαρ. Και πραγματικά δεν
υπάρχει στοιχείο της ταινίας που να μην είναι τέλειο. Τι θα
ανακαλύψουμε όμως με μια δεύτερη ματιά εστιάζοντας στις λεπτομέρειες;
Αυτό θα επιχειρήσω να αναλύσω παρακάτω.
Πάντα πίστευα ότι η τριλογία αυτή είναι μια κατά βάθος πολιτική
ταινία. Όχι με την αριστοτελική έννοια ότι ολα είναι πολιτικά, αλλά με
την έννοια ότι πέρα από τις εθνογραφικού και κοινωνιολογικού τύπου
αναφορές υπάρχουν πολλές στιγμές της ταινίας στις οποίες οι πολιτικές
αναφορές είναι εμφανείς. Μολονότι σε πρώτο πλάνο είναι η ζωή των
Κορλεόνε, από την ταινία (που είναι βασισμένη σε βιβλίο) παρελαύνουν
περίπου όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής στην ιστορική περίοδο
του ακμάζοντος καπιταλισμού.
Ας δούμε ορισμένα από αυτά ξεχωριστά:
Μετανάστευση/Ένταξη
Η εικόνα του πιτσιρικά Βίτο να ταξιδεύει μόνος του στις ΗΠΑ για να
εργαστεί δεν είναι άγνωστη σε εμάς. Πολλοί ήταν και οι Έλληνες που
αναγκάστηκαν να ταξιδέψουν στις γωνιές του κόσμου, πολλοί είναι οι
πιτσιρικάδες που κρεμιούνται από τα φορτηγά, που θαλασσοπνίγονται, που
καθαρίζουν τζάμια για να επιβιώσουν, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την
πατρίδα τους.
Ο καπιταλισμός ανέκαθεν δημιουργούσε και εκμεταλλευόταν την
μετανάστευση. Ιδιαίτερα στην εποχή της ανάπτυξής του απαιτούσε την
ύπαρξη φτηνού εργατικού δυναμικού, το οποίο στις ΗΠΑ αποτέλεσαν οι
μετανάστες μόλις απαγορεύτηκε η δουλεία.
Βλέπουμε όμως και την γρήγορη ενσωμάτωση των μεταναστών. Σε λίγα μόλις
χρόνια ο Βίτο Κορλεόνε έχει δική του επιχείρηση και γρήγορα γίνεται
αποδεκτός ως μέλος της κοινωνίας. Όπου ο καπιταλισμός ήταν ισχυρός,
μπορούσε να προσπεράσει τις εθνικές ταυτότητες, ή καλύτερα να τις
αγνοοήσει, εκτός αν χρειαζόταν κάτι αντίθετο. Βεβαίως, το ίδιο εύκολα
μπορεί να επιστρατεύει τον εθνικισμό.
Εθνικισμός
Δύο τύποι εθνικισμού που με κάποιο τρόπο σμίγουν σε έναν,
συνυπάρχουν στην ταινία. Από τη μία ο αμερικάνικος εθνικισμός: Στις
πρώτες σκηνές του πρώτου μέρους ο Μάικλ (Αλ Πατσίνο) εμφανίζεται με την
στρατιωτική στολή των ΗΠΑ, επιστρέφοντας με καμάρι στο σπίτι της
οικογένειάς του. Επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στην ταινία ότι είναι
ήρωας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Από την άλλη, τόσο στον Νονό, όσο και σε άλλες αντίστοιχες ταινίες,
εμφανίζεται μια ταύτιση και αγάπη για την χώρα καταγωγής, την Ιταλία.
Κυρίως αυτή εμφανίζεται με την τήρηση του πατριαρχικού ηθικού κώδικα,
και άλλων χαρακτηριστικών όπως η ιστορία, η τέχνη κτλ.
Στην πραγματικότητα όμως βλέπουμε πως δημιουργείται μια ταυτότητα του
ιταλοαμερικάνου, η οποία χαρακτηρίζει καλύτερα τους πρωταγωνιστές. Αυτή
είναι και η ταυτότητα που τους κάνει τόσο αμερικάνους οσο χρειάζεται για
να κυνηγήσουν την αποκτηση των αγαθών της ελεύθερης οικονομίας και
ταυτόχρονα όσο ιταλούς επιθυμούν για να κόψουν δρόμο προς αυτή την
κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα σε αυτή την ταυτότητα συνυπάρχει ο
μοντέρνος θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας με τον παραδοσιακό,
πατριαρχικό φεουδάρχη, στοιχεία κομβικά για τους δύο εθνικισμούς.
Ρατσισμός
Η άποψη των ιταλοαμερικανών για τους μαύρους είναι ότι αυτοί είναι
υποανάπτυκτοι. Αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση. Στην πραγματικότητα
αντανακλά την αντίληψη όλης της αμερικάνικης κοινωνίας της εποχής για
τους αφροαμερικάνους.
Διαφθορά
Από που να αρχίσεις; Από τον αρχιμπάτσο που πληρώνεται από τις
οικογένειες των μαφιόζων για να προστατεύει τις δουλειές τους; Από τις
αναφορές στους γερουσιαστές και τους δικαστές που ελέγχει ο Βίτο και δεν
μοιράζεται με τις άλλες οικογένειες; Από τον γερουσιαστή που τολμάει να
δείξει ασέβεια στους Κορλεόνε και βρίσκεται με μια δολοφονημένη πόρνη
σε δωμάτιο ξενοδοχείου; Η πιο χαρακτηριστική όμως στιγμή διαφθοράς είναι
στην δεύτερη ταινία, στην συνάντηση των μεγάλων επιχειρηματιών με τον
δικτάτορα της Κούβας Μπατίστα, τα δώρα που του κάνουν ως αντάλλαγμα για
την άνεση που τους δίνει να κάνουν τις μπίζνες τους εκεί, σε σκηνές όπου
ακόμα και η στάση του σώματος προδίδει τον έλεγχο των κρατών από το
μεγάλο κεφάλαιο.
Εξίσου σημαντική και η υπόθεση με το Βατικανό στο Τρίτο μέρος της
Τριλογίας. Η εκκλησια εμφανίζεται ως ένας φορέας στον οποίο τα
οικονομικά σκάνδαλα είναι η πραγματικότητα, όχι η εξαίρεση. Από αυτά δεν
ξεφεύγουν ακόμα και όσοι, σε άλλες αφηγήσεις παρουσιάζονται ως τίμιοι
και άμεμπτοι. Κανείς δεν είναι αθώος.
Άνοιγμα νέων αγορών/Ανταγωνισμός
Αν η τριλογία είναι μια ακτινογραφία του καπιταλισμού, στον τομέα
του ανοίγματος νέων αγορών είναι που αποτελεί ταχύρυθμο φροντιστήριο
εκμάθησης καπιταλισμού.
Προσπερνάμε γρήγορα την, όχι ασήμαντη για την ροή της ταινίας, αναφορά
στον Μο Γκριν που διασχίζοντας την έρημο της Νεβάδα οραματίστηκε και
έστησε το Λας Βέγκας για να επιστρέψουμε λίγα χρόνια νωρίτερα, στο
σημείο δηλαδή στο οποίο ο Βίτο Κορλεόνε δολοφονεί το μέχρι τότε αφεντικό
της πόλης και παίρνει ο ίδιος την θέση του. Στην πραγματικότητα δεν
κάνει τίποτα διαφορετικό από αυτό που κάνουν οι καπιταλιστές χρόνια
τώρα. Όταν είναι στα πάνω τους ¨τελειώνουν¨ τους μεσάζοντες για να
οικειοποιηθούν οι ίδιοι το σύνολο της πιθανής κερδοφορίας. Η μαφιόζικη
δολοφονία δεν είναι πολύ διαφορετική στην σύλληψή της από αυτό που
αποκαλούν επιθετική εξαγορά. Επίσης, η βία με την οποία μεγάλοι
μονοπωλιακοί όμιλοι εξαφανίζουν τους μικρομεσαίους δεν διαφέρει και
πολύ, αφού η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί στην φτώχεια, την
εξαθλίωση, μέχρι και στην αυτοκτονία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Ασφαλώς ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στο μοίρασμα των περιοχών.
Κάθε οικογένεια έχει τις δικές της περιοχές τις οποίες ελέγχει με τη βία
(σχεδόν νομιμοποιημένη όπως θα έλεγε ο Βέμπερ για το κράτος) με το
αζημίωτο φυσικά (αντί για την φορολογία εδώ υπάρχει η καταβολή χρημάτων
για “προστασία”). Το ζήτημα της επέκτασης σε άλλες περιοχές είναι
κομβικό, ακριβώς όπως και στον καπιταλισμό. Να δεις πως λέγεται, πως μου
το ‘πανε, νομίζω ιμπεριαλισμός αλλά είναι πολύ ξύλινο για να το
χρησιμοποιήσω σε ένα κείμενο που μπορεί να διαβάσει και κανένας
ανυποψίαστος σινεφίλ και να ταραχτεί, οπότε θα χρησιμοποιήσω το
“επεκτατική πολιτική”. Η επεκτατική πολιτική, λοιπόν, στην ταινία είναι
μια μικρογραφία της πραγματικής ζωής. Είτε με συμμαχίες, είτε με
λυκοσυμμαχίες είτε με την ωμή βία, ο στόχος της επέκτασης σε άλλες
περιοχές επιτυγχάνεται και αποτελεί όρο για την επιβίωση της
οικογένειας, ακριβώς όπως επεκτείνονται οι ισχυρές ιμπερ…συγγνώμη
επεκτατικές χώρες.
Ηθική
Και στις τρεις ταινίες υπάρχει μια, με την αρχαιοελληνική έννοια,
τραγικότητα η οποία εκδηλώνεται σε ζητήματα ηθικής. Πιο συγκεκριμένα,
από την αρχή θέλει να μας δείξει την ιερότητα της οικογένειας. Κάθε
ταινία ξεκινάει με ένα μεγάλο γλέντι, με αφορμή κάποια οικογενειακή
γιορτή. Η οικογένεια επίσης αποτελεί το κίνητρο για όσα κάνουν, αποτελεί
τον νομιμοποιητικό παράγοντα κάθε βίαιης ενέργειας. Ωστόσο, αυτή η αρχή
φαίνεται να είναι πιο αυθεντική στην πρώτη γενιά Νονών. Ο Βίτο θα έκανε
τα πάντα για να είναι η οικογένειά του χαρούμενη και πραγματικά
θλίβεται όταν πρέπει τα παιδιά του να υποστούν τις συνέπειες των δικών
του επιλογών. Δείχνει μάλιστα τέτοιο σεβασμό στον θεσμό της οικογένειας
ώστε ο Μάικλ να περιμένει να πεθάνει για να καθαρίσει τον γαμπρό του
καθώς ο πατέρας του θα προτιμούσε να είναι η κόρη του κακοποιημένη παρά
χήρα.
Η επόμενη γενιά, αυτή του Μάικλ, σέβεται την οικογένεια τόσο όσο
χρειάζεται. Τη σέβεται περισσότερο συμβολικά, παρά ουσιαστικά. Θα
μπορούσε να παρομοιαστεί με τους νεότερους καπιταλιστές που όταν
αναλαμβάνουν την διοίκηση μιας εταιρίας δείχνουν για τους τύπους σεβασμό
στους παλαιότερους (σε ένα μίτινγκ στο οποίο παρίσταται ο Βίτο, ο Μάικλ
λέει ότι θα γίνει ό,τι θέλει ο πατέρας του, αλλά στη συνέχεια αναφέρει
εμφατικά ότι ο ίδιος δεν είναι σαν τον πατέρα του) ενώ στην
πραγματικότητα θέλουν απλά να πετύχουν τους στόχους τους. Με άλλα λόγια,
αν κάποιοι από τους παλιούς αστούς, τους μεγαλοκαπιταλιστές μπορεί να
τύχαινε να έχουν μια παιδεία ή κάποιους ηθικούς φραγμούς (πχ. ο Βίτο δεν
επέτρεπε τα ναρκωτικά), οι νεότεροι καπιταλιστές είναι πιο τεχνοκράτες.
Η ηθική για τον Μαρξ, σύμφωνα με τον Βαζιούλιν έχει μια ιδιαίτερη σχέση
με την ανάπτυξη του καπιταλισμού: όσο περισσότερο αναπτύσσεται, όσο
περισσότερο η ατομική ιδιοκτησία επεκτείνεται, τόσο λιγότερος χώρος
μένει για την ηθική. Όσο περισσότερο οι σχέσεις των ατόμων ρυθμίζονται
από τις νομικές σχέσεις ιδιοκτησίας, άρα από το δίκαιο, τόσο λιγότερο
σημαντική είναι η ηθική. Έτσι, η επέκταση των υποθέσεων της οικογένειας
Κορλεόνε, τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και η ανάγκη πίστης στην
οικογένεια ως μπίζνα, οδηγούν τον Μάικλ να πάρει την απόφαση να σκοτώσει
τον αδερφό του. Και σε αυτή την περίπτωση περιμένει να πεθάνει η μητέρα
τους. Ο θάνατος του παλιού ανοίγει τον δρόμο στην επέλαση της
ορθολογικότητας του νέου.
Ωστόσο όπως είπαμε παραπάνω η ηθική έχει μια τραγικότητα. Όλα υποτίθεται
ότι γίνονται για το καλό της οικογένειας, όμως όλα τελικά έχουν το
τίμημα τους. Σε κάθε μια από τις ταινίες ένα μέλος της οικογένειας
πεθαίνει με τραγικό τρόπο. Κάθε φορά για να προστατεύσει την οικογένεια.
Εκτός από την ιερότητα της οικογένειας, υπάρχει και η αξία της τιμής και
του ανδρισμού. Σαφώς κυριαρχεί μια σεξιστική αντίληψη των πραγμάτων,
άλλωστε βρισκόμαστε σε μια ιστορική περίοδο όπου η θέση της γυναίκας
παραμένει εξαιρετικά υποβαθμισμένη. Το ζήτημα της τιμής όμως είναι κι
αυτό διφορούμενο. Από τη μια η τιμή είναι τόσο σημαντική ώστε όταν ο
Λούκα Μπράτζι δεν δίνει το χέρι του στον Τατάλια, εκείνος καταλαβαίνει
ότι δεν εννοεί όσα είπε, κι από την άλλη οι υποσχέσεις για παύση πυρός
και αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των οικογενειών ασφαλώς είναι
υποκριτικές και δεν τηρούνται, κάπως σαν τους όρκους που δίνουν οι
κυβερνήσεις μπροστά στους λαούς τους. Εδώ πάλι βλέπουμε ένα πλαίσιο πολύ
συναφές με αυτό του καπιταλισμού: Υπάρχει ένα τυπικό, μια ανάγκη
δέσμευσης, ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα έλεγε και ο Ρουσσώ, το οποίο
όποτε χρειάζεται μπορεί να σπάσει, μονομερώς πάντα, αρκεί να υπάρχουν
ανώτερα συμφέροντα και σημαντικοί λόγοι.
Θρησκεία
Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Κόπολα συνδέει την
θρησκεία με την βία. Η κορύφωση της εξέλιξης συμβαίνει παράλληλα με ένα
θρησκευτικό γεγονός. Στην βάπτιση του ανηψιού του Μάικλ, εκτυλίσσεται η
δολοφονία των αρχηγών των οικογενειών. Η αδελφοκτονία γίνεται υπό το
hail mary, ενώ αντίστοιχες σκηνές υπάρχουν και στο τρίτο μέρος. Αυτό δεν
μπορεί να είναι τυχαίο. Δεν μπορεί να μην δείχνει αφ’ενός την εδραίωση
δια της βίας της θρησκείας και αφετέρου την θρησκευτικού τύπου πίστη
στην Οικογένεια και την δια της βίας ικανοποίηση των συμφερόντων της.
Σαν τους καπιταλιστές, που όσο αγαθοί και καλόκαρδοι χριστιανοί κι αν το
παίζουν, δεν διστάζουν να εκμεταλλεύονται τα εν χριστώ ή αλλάχ ή
οτιδήποτε αδέρφια τους, ενώ παράλληλα υποστηρίζουν την ιδεολογία της
ελεύθερης οικονομίας ως θρησκεία, παρά το γεγονός ότι διαψεύδεται από
την ίδια την πραγματικότητα.
Βία
“Θα του κάνω μια πρόταση που δεν θα μπορεί να αρνηθεί”. Κλασική
ατάκα της ταινίας. Στην πραγματικότητα σου κάνει μια πρόταση. Αν θες την
δέχεσαι. Αν δεν θες, την απορρίπτεις και σου την ξανακάνει με ένα όπλο
κολλημένο στο κεφάλι σου. Κάπως σαν το όλον σύστημα δηλαδή: αν το
αποδεχθείς οικειοθελώς όλα καλά. Αν διαφωνήσεις ή αντισταθείς η βία
είναι η λύση. Από την Χιλή του Αλιέντε, στην Μπουρκίνα Φάσο του Τομάς
Σανκαρά, στην Κούβα του Φιντέλ και σε όλο τον κόσμο, ο καπιταλισμός
επιβάλλεται είτε δια της συναίνεσης είτε δια της βίας.
Το ίδιο παράδειγμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην σχέση καπιταλισμού
και δημοκρατίας. Ο καπιταλισμός λειτουργεί συνήθως μια χαρά με την
κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ωστόσο όταν χρειαστεί, και δεν είναι λίγες
οι φορές που συμβαίνει αυτό, μπορεί να την καταργήσει και στη θέση της
να εγκαταστήσει μια δικτατορία που θα του κάνει πιο εύκολα τη δουλειά.
Κομμουνισμός
Κρατήσαμε το καλύτερο για το τέλος. Είναι γνωστό ότι οι Ιταλοί, όπως
και όλοι οι υπόλοιποι, μαφιόζοι άκουγαν κομμουνισμό και έβγαζαν σπυριά.
Λογικό. ;Oχι μόνο ως επιχειρηματίες δεν ήθελαν τους εργάτες
συνειδητοποιημένους και ενωμένους, αλλά και ως παραδοσιακοί και
συντηρητικοί σε πολλές εκφράσεις της ζωής τους, σιχαίνονταν ό,τι
μπορούσε να φέρει πρόοδο στην ανθρωπότητα. Στην τριλογία υπάρχουν
κάποιες μικρές στιγμές με αναφορές στον κομμουνισμό. Κατά την
περιπλάνηση του Μάικλ Κορλεόνε στο χωριό της Νότιας Ιταλίας βλέπουμε
αφίσες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Η εικόνα μπορεί να περάσει
απαρατήρητη όμως δεν μπορεί να μπήκε τυχαία εκεί. Βρισκόμαστε σε μια
εποχή στην οποία η Ιταλία ηττήθηκε στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, το
κομμουνιστικό κίνημα στην ευρώπη βρισκόταν σε άνθιση, οπότε πιθανόν ο
σκηνοθέτης να ήθελε με μια εικόνα να υπονοήσει ότι υπάρχει και άλλος
κόσμος εκτός από αυτόν που μας περιγράφει. Πιθανό να ήθελε να προβάλλει
και τη διαφορά μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.
Ωστόσο οι σκηνές που εκτυλίσσονται κατά την επίσκεψη του Μάικλ στην
Κούβα, με αποκορύφωμα την επανάσταση και την πτώση του Μπατίστα την
Πρωτοχρονιά το 59, είναι εκπληκτικές. Η αυτο-ανατίναξη ενός αντάρτη, η
αποφασιστικότητά τους την οποία αναγνωρίζει ο διορατικός Κορλεόνε και το
Viva Fidel που ακούγεται, δεν παρουσιάζει την καθιερωμένη εικόνα για
τους κομμουνιστές και για την επανάσταση, αυτή δηλαδή που συνηθίζει να
προβάλλει το Χόλιγουντ. Αντίθετα, αφήνει ο σκηνοθέτης να εννοηθεί ότι η
επανάσταση στην Κούβα είναι η απάντηση στην καθολική εκπόρνευση μιας
χώρας-προτεκτοράτου των ΗΠΑ.
Κάπου εδώ πρέπει να κλείσει, επιτέλους, αυτό το κείμενο. Θα μπορούσα
να γράφω και να μιλάω ατελείωτες ώρες για τον Νονο, αλλά τι μου φταίς
κι εσύ άμοιρε αναγνώστη; Για να μπήκες εδώ μάλλον θα ήθελες να διαβάσεις
ένα πολιτικοκαλλιτεχνικό κείμενο. Ελπίζω να σε κάλυψε. Τα παραδείγματα
που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι ενδεικτικά. Υπάρχουν πολλά ακόμα που για
λόγους συντομίας (;) του κειμένου δεν συμπεριλήφθηκαν. Αισθανθείτε
ελεύθεροι/ες να τα συμπληρώσετε.
Με αφορμή το βιβλίο του ΜΑΡΕΪ ΜΠΟΥΚΤΣΙΝ: ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ – ΤΑ ΗΡΩΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 1868-1936
από ormithiella
Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, κατά τη γνώμη μου, με αφορμή ένα σημαντικό βιβλίο… Παύλος
(Ο δεύτερος ιστορικός πλους των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος)
TOY Μ. Κορακιανίτηsxoliastesxwrissynora.wordpress.com
Όταν έχεις να κάνεις με ένα επαναστατικό κίνημα, όπως το ισπανικό
αναρχικό κίνημα που για ένα χρονικό διάστημα 68 ετών (τα χρόνια που ο
Μάρεϊ Μπούκτσιν χαρακτηρίζει «ηρωικά) προετοίμαζε καθημερινά στα έγκατα
της κοινωνίας την τελική του έφοδο, δεν νομίζω ότι έχει τόση σημασία να
εμμείνεις στην ήττα αυτού του κινήματος και στα αίτιά της.
Για να καταλάβουμε πόσο αφοσιωμένοι ήταν οι ισπανοί εργάτες
{για παράδειγμα στη «μαύρη» (καθαρά αναρχική) Σαραγόσα} στην Ιδέα ,
δηλαδή στο σχέδιο ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας, αρκεί να
παραθέσουμε το σχόλιο του άγγλου ιστορικού Ρεϊμόντ Καρ ο οποίος
υπογράμμιζε ότι «οι απεργίες
χαρακτηρίζονταν από την περιφρόνηση απέναντι στα οικονομικά αιτήματα και
από τη δύναμη της επαναστατικής τους αλληλεγγύης: οι απεργίες για τους
φυλακισμένους συντρόφους ήταν πιο δημοφιλείς από τις απεργίες για
καλύτερες συνθήκες».
Όταν η CNT είχε φτάσει να απαριθμεί ένα εκατομμύριο μέλη, βρισκόταν ήδη κάτω από την ανεξίτηλη επίδραση των αναρχικών της FAI και
παρόλο που αυτοί οι τελευταίοι δεν ξεπερνούσαν τους τριάντα χιλιάδες
και παρόλο που από το ένα εκατομμύριο μέλη της αναρχοσυνδικαλιστικής
ομοσπονδίας μόνο ένας περιορισμένος αριθμός μελών θα μπορούσαν να
θεωρηθούν αποφασισμένοι αναρχικοί αγωνιστές, η CNT βρισκόταν κάτω από
την άμεση επιρροή των αναρχοκομμουνιστικών, αντικρατιστικών,
αποκεντρωτικών και αμεσοδημοκρατικών ιδεών και στην πράξη λειτουργούσε
σε εντυπωσιακό βαθμό μέσα από αντιεξουσιαστικές δομές.
Σε ό,τι αφορά την ήττα αυτού του ζωντανού, σύνθετου κινήματος με το διαρκή ανταγωνισμό, διασταύρωση κι ώσμωση ανάμεσα στις «μεταρρυθμιστικές» και «ανατρεπτικές» κατευθύνσεις, ο Μπούκτσιν. στον πρόλογο του βιβλίου του για τους ισπανούς αναρχικούς αναφέρει: «
..η αλήθεια είναι ότι δεν έφταιγε η οργάνωση ή το πρόγραμμα τους για
την ήττα τους, αλλά η αναποφασιστικότητα των αυτοχρισμένων «ηγετών»
τους, για να μην αναφερθώ στις καλά εξοπλισμένες και καλά εκπαιδευμένες
δυνάμεις που ρίχτηκαν στη μάχη εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων των
μισθοφορικών μαυριτανικών στρατευμάτων και της ισπανικής Λεγεώνας των
Ξένων που είχαν τρομακτική προϊστορία μαζικών εκτελέσεων στη Βόρεια
Αφρική και αργότερα στην Ισπανία.»
Επειδή όταν αναφερόμαστε στον ισπανικό αναρχισμό ως περίοδο ηρωική,
επαναστατικής έξαρσης, έχουμε στο νου μας τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου
μεταξύ 1936-1939, κάνει εντύπωση η εξομολόγηση του Μπούκτσιν στον
πρόλογο του βιβλίου. Γράφει «δεν
έγραψα το δεύτερο τόμο αυτού του βιβλίου με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο
όπως αρχικά είχα την πρόθεση, καθώς μου έγινε σαφές ότι η ηγεσία της
CNT-FAI υπέστη έναν τραγικό ξεπεσμό τόσο στις αρχές όσο και στην
πρακτική της μετά από το τέλος του καλοκαιριού του 1936. Στα δικά μου
μάτια τουλάχιστον ο αναρχισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός στην Ισπανία
είχαν φτάσει στα πιο εκπληκτικά και ηρωικά ύψη στην προ του 1936 ιστορία
τους..». Προφανώς ο Μπούκτσιν αναφέρεται σε αυτό
που ένας άλλος αναρχικός μελετητής της ισπανικής επανάστασης, ο Άγγλος
Βέρνον Ρίτσαρντς, (Διδάγματα από την Ισπανική Επανάσταση, εκδόσεις
Ελεύθερος Τύπος), περιγράφει σαν ροπή της ηγεσίας της CNT σε ορισμένες
περιστάσεις να εγκαταλείπει τις αρχές χάριν της τακτικής.
Σε αυτό το σημείο εντούτοις αξίζει να σημειώσουμε ότι οι αναρχικοί
στην Ισπανία είχαν στην κυριολεξία αλλεργία με εκείνους τους συντρόφους,
συνδικαλιστές για παράδειγμα, που τύχαινε να καταλαμβάνουν νευραλγικές,
υπεύθυνες, θέσεις- και γι’ αυτό πίστευαν στη διαρκή παρακολούθηση αυτών
των συντρόφων και στο διαρκή έλεγχό τους από τα κάτω. Είναι από αυτήν
την άποψη χαρακτηριστική η κριτική ενός αναρχοσυνδικαλιστή του
Μπουενακάσα, ο οποίος επιχειρηματολογώντας υπέρ της απομάκρυνσης από την
αρχισυνταξία της κεντρικής αναρχοσυνδικαλιστικής εφημερίδας,
Solidaridad Obrera, του καταξιωμένου αγωνιστή Άνχελ Πεστάνια, εκπροσώπου
της μετριοπαθούς αναρχοσυνδικαλιστικής πτέρυγας, ανέφερε- ανάμεσα στα
άλλα- ότι ο σύντροφος είχε πέντε χρόνια να δουλέψει ως ωρολογοποιός κι
επομένως είχε περιχαρακωθεί στο μηχανισμό της CNT. O ίδιος ο Πεστάνια,
ως εκπρόσωπος πάντα μιας μετριοπαθούς, περισσότερο ρεφορμιστικής τάσης,
είχε σε άλλη συγκυρία εξοργιστεί με εργαζόμενους που συμμετείχαν σε
εργατικές επιτροπές ως έμμισθα στελέχη.
Στην ιστορία του ισπανικού αναρχισμού συναρπαστική και
διδακτική ήταν η εκρηκτική συχνά συνύπαρξη αυτών των δύο οργανώσεων, της
CNT και της FAI, μέχρι την τελική τους συμπόρευση το 1936. Από τη μια
οι μαχητικοί αναρχικοί της FAI, οι οποίοι- δρώντας κυρίως μέσα από τα
grupo de afinidad, τις ομάδες εκλεκτικής συγγένειας, με τις
σφιχτοδεμένες διαπροσωπικές σχέσεις- ήταν ολόψυχα αφοσιωμένοι στην
ανατροπή του καπιταλισμού και γι’ αυτό διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν
την άμεση δράση σε όλες τις εκφάνσεις της. Και από την άλλη μια μαζική
αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, η οποία- παράλληλα με τον γενικό
αντιεξουσιαστικό και αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό της- ήταν εκ των
πραγμάτων αναγκασμένη να αγωνίζεται για τη βελτίωση των οικονομικών
συνθηκών και εξάλλου χάρη σε αυτήν την ικανότητά της συγκέντρωνε τόσους
πολλούς εργάτες. Εντέλει οι αναρχικοί στην Ισπανία-κι αυτό δείχνει τον
πλούτο και το μεγαλείο του κινήματός τους-κατόρθωσαν να συνενώσουν αυτές
τις διαφορετικές τάσεις, τις περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές, τις
περισσότερο ή λιγότερο διαλλακτικές, σε ένα επαναστατικό κίνημα,
το οποίο -παρά τις όποιες ελλείψεις του- εξακολούθησε μέχρι το τέλος να
συνιστά ένα μοναδικό κοινωνικό πείραμα απελευθέρωσης ιδεών, δυνάμεων
και δυνατοτήτων, που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στην
ισπανική κοινωνία.
Από τις πιο όμορφες σελίδες του βιβλίου είναι εκείνες που περιγράφουν
τόσο την προσωπικότητα και την περιπετειώδη ζωή του ελευθεριακού
παιδαγωγού και ιδρυτή του Escuela Moderna, «Σύγχρονου Σχολείου»,
Φρανθίσκο Φερέρ, όσο και το δίχτυο των πενήντα σχολείων που
τελικά ιδρύθηκαν στην Ισπανία, κυρίως στην Καταλονία, βασισμένα στις
αρχές του Σύγχρονου Σχολείου. Στα ελευθεριακά αυτά σχολεία δεν
ήταν μόνο το περιεχόμενο της διδασκαλίας που ενθάρρυνε την κριτική,
ορθολογική σκέψη, αλλά και το γεγονός ότι όταν στα κρατικά σχολεία (που
στα περισσότερα η διεύθυνση βρισκόταν στα χέρια κληρικών) οι
«απείθαρχοι» μαθητές αναγκάζονταν να γονατίσουν σε στάση μετάνοιας και
έπειτα ξυλοκοπούνταν, το Σύγχρονο σχολείο προειδοποιούσε τους δασκάλους
ότι έπρεπε να «απέχουν από κάθε υλική ή ηθική τιμωρία διαφορετικά
κινδύνευαν να κριθούν ακατάλληλοι για πάντα».
Μια στάση που θα ήταν τελείως αντίθετη με το πνεύμα, που οι ίδιοι οι
ισπανοί αναρχικοί καλλιέργησαν, θα ήταν εκείνη της άκριτης εξιδανίκευσης
του ισπανικού αναρχισμού . Όπως το θέτει εξάλλου ο Μπούκτσιν στην
εισαγωγή του βιβλίου του, όπως σε όλες τις ισπανικές οργανώσεις έτσι και
μέσα στις αναρχικές οργανώσεις υπήρξαν τυχοδιώκτες με ιδιοτελή κίνητρα
οι οποίοι, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει, «πρόδωσαν τα ελευθεριακά τους
ιδεώδη σε κρίσιμες στιγμές του αγώνα».
Όμως η μοναδική αξία του αναρχικού ισπανικού κινήματος βρίσκεται
ακριβώς στο γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε την υπόθεση των επαναστατικών
αλλαγών αποστειρωμένα, με τους αγωνιστές να είναι πιόνια σε μια ιστορική
σκακιέρα, στην οποία οι κινήσεις υπαγορεύονται από την αποκλειστική
γνώση των ειδικών και από άνωθεν ντιρεκτίβες . Γι’ αυτό ο ισπανικός
αναρχισμός όχι μόνο διατήρησε τη φλόγα και τον πλούτο του βιώματος, αλλά
και μετέφερε το κέντρο βάρους των ανατροπών στο προσωπικό, σωματικό θα
έλεγα, επίπεδο του καθενός, ακριβώς όπως είχε πάντα την τάση να
μεταφέρει το κέντρο βάρους των συλλογικών αποφάσεων στη βάση της
κοινωνίας, στο καθημερινό, τοπικό επίπεδο. Όπως σημειώνει ο Μπούκτσιν: «
Σε αντίθεση με τα μαρξιστικά κινήματα, ο ισπανικός αναρχισμός έδινε
μεγάλη σημασία στον τρόπο ζωής, στην πλήρη αναδόμηση του ατόμου σύμφωνα
με τις ελευθεριακές κατευθύνσεις. Έδινε ιδιαίτερη αξία στον
αυθορμητισμό, στο πάθος και στην πρωτοβουλία της βάσης….. Οι ισπανοί
αναρχικοί συζητούσαν με πάθος και τις παραμικρές αλλαγές που θα έφερνε η
επανάσταση στον καθημερινό τρόπο ζωής τους και πολλοί από αυτούς
εφάρμοζαν όσο ήταν δυνατό αυτές τις αρχές άμεσα στην πράξη… Πολλοί
τελειοποιήθηκαν στη γλώσσα εσπεράντο με την πεποίθηση ότι μετά την
επανάσταση θα καταργούνταν τα εθνικά σύνορα των χωρών, οι άνθρωποι θα
μιλούσαν μια κοινή γλώσσα και θα μοιράζονταν μια κοινή πολιτιστική
παράδοση…. Ουδέποτε χρησιμοποιούσαν στις καθημερινές συζητήσεις τους τη
λέξη «θεός», έλεγαν salud (= γεια σου) και όχι adios (=στην ευχή του
θεού), απέφευγαν τις σχέσεις με τους κληρικούς και τις κρατικές αρχές,
δεν νομιμοποιούσαν με το γάμο τις «ελεύθερες ενώσεις» τους, δε βάφτιζαν
ούτε νομιμοποιούσαν τα παιδιά τους». Και καταλήγει ο
Μπ. « Πρέπει να γνωρίζει κανείς την καθολική Ισπανία για να αντιληφθεί
πόσο μεγαλεπήβολη ήταν αυτή η αυτό-επιβαλλόμενη ηθική…».
Στους καιρούς της εξαχρείωσης και του παραλογισμού που ζούμε σήμερα,
δεν μπορούμε να μην κάνουμε μια σύγκριση με αυτό που εμείς εδώ στην
Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, βλέπαμε
και ζούσαμε. Σύγκριση για να δώσουμε έδαφος στη φαντασία και στη σκέψη
να απεγκλωβιστούν και να αντιπαρατεθούν κριτικά στο παρόν, κι όχι βέβαια
για να μπούμε στο μάλλον γελοίο παιχνίδι της μηχανικής μεταφοράς και
των εισαγόμενων θαυματουργών λύσεων.
Για μια σκιαγράφηση του που πατάμε εμείς σήμερα και που βρίσκονταν οι
ισπανοί αναρχικοί τότε, θα παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από τον πρόλογο
του Μπoύκτσιν στο βιβλίο του. Γράφει: «
Ο καπιταλισμός σήμερα έχει διεισδύσει στην καθημερινή ζωή περισσότερο
από ποτέ. Έχει διαρρήξει τους ισχυρούς κοινοτικούς δεσμούς… Εκείνα τα
χρόνια το κεφάλαιο πολιορκούσε μια προφανώς προβιομηχανική κοινωνία, η
οποία μπορούσε να του αντισταθεί με την πλούσια ποικιλία της ζωής στις
γειτονιές της, στις πόλεις και στα χωριά της. Σήμερα εκείνη η
προβιομηχανική κοινωνία παραχωρεί ραγδαία τη θέση της σε μια ιδιαίτερα
εμπορευματοποιημένη κοινωνία της αγοράς- όχι απλά σε μια οικονομία της
αγοράς- που έχει μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου σε ένα
γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ με τους υποταγμένους και μίζερους τρόπους ζωής».
Για να έρθουμε εδώ στα δικά μας, αρκετοί από εμάς γνωρίζουμε στο
πετσί μας για το πώς στήθηκε το δικό μας «γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ» με
τις τραγικές συνέπειες που είχε στις συνειδήσεις, στον τρόπο ζωής και
στην ίδια την ανεξάρτητη και κριτική σκέψη.
Κι όταν λέω αρκετοί από εμάς έχουμε γνωρίσει τη ληξιαρχική πράξη
γέννησης αυτής της άνευ όρων και ορίων εμπορευματοποίησης στο πετσί μας,
εννοώ από άποψη ηλικίας, γιατί αυτή η γενικευμένη πλέον επιδρομή του
κεφαλαίου χρονικά δεν τοποθετείται μακριά- εγώ θα έλεγα ότι μπαίνει στην
τελική της ευθεία μετά το 1981, με όχημα το λαϊκιστικό μόρφωμα του
ΠΑΣΟΚ και του «λαϊκού καπιταλισμού» που αυτό εδραίωσε .
Γνωρίζουμε λοιπόν την τεράστια αφομοιωτική δύναμη αυτού του κυρίαρχου
κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με τα απροκάλυπτα ληστρικά του
χαρακτηριστικά και τις αποπροσανατολιστικές, αποκοιμιστικές συναινέσεις.
΄Ενα σύστημα, το οποίο μέσα από μια αχαλίνωτη εμπορευματοποίηση των
πάντων και ταυτόχρονα γραφειοκρατικοποίηση πολλών όψεων της κοινωνικής
ζωής, εξαγόραζε και νάρκωνε τους υπηκόους του με παραμύθια περασμένων
εθνικών μεγαλείων, με εορτοδάνεια-διακοποδάνεια και άφθονο πλαστικό
χρήμα, με πελατειακές σχέσεις και πάσης φύσεως εξατομικευμένα ή
συντεχνιακά αλισβερίσια με την εκάστοτε Εξουσία, με μια συντηρούμενη από
τα πάνω ανομία από την οποία μόνον οι ισχυροί και οι ανάλγητοι έβγαιναν
και θα βγαίνουν κερδισμένοι.
Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να μην κάνει αυτή τη σύγκριση…. και
από τη μια να μην απελπιστεί συνειδητοποιώντας πόσο χαμηλά βρίσκεται η
ηθική, η αξιοπρέπεια, η φαντασία, η συνείδηση και τα ανακλαστικά
αντίστασης της κοινωνίας μας σήμερα (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) και από
την άλλη, διαβάζοντας τις προσπάθειες και τα εγχειρήματα αυτών των
ανθρώπων στην Ισπανία, να μην συνεχίσει αθεράπευτα να ελπίζει, γιατί
όπως έλεγε κι ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του : «πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει».
Δηλαδή «τίποτα δεν είναι πιο τρομερό, θαυμάσιο, ικανο-πραγματοποιητικό
απ’ τον άνθρωπο», όπως αυτό το «ανθρώπου δεινότερον» το ερμηνεύει ο
Καστοριάδης, χαρτογραφώντας τη δημοκρατική πολιτική σκέψη και στάση ως
μια στάση που μαζί με τους άλλους ( στο ίσον φρονείν κι όχι στο μόνος
φρονείν) αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών της και δεν αναζητά έξωθεν
νομιμοποιήσεις, θεούς, προφήτες και πάσης φύσεως εθνοσωτήρες.
Ικανός δηλαδή ο κάθε άνθρωπος για το υψηλότερο κι
ευγενέστερο, όπως στην Ισπανία τα ηρωικά χρόνια, ικανός να αναλάβει την
ευθύνη και τη τύχη της ύπαρξής του και μέσα από αυθεντικές συλλογικές
και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες να χαράξει ο ίδιος τον κοινό δρόμο του.
Και από την άλλη ικανός για την πιο χαμερπή κατρακύλα, για την πιο
στυγνή υποταγή, να τρέχει να κρύβεται στην ποδιά των ισχυρών, ενός
οποιουδήποτε χιτλερίσκου ή λαοφιλή «παντογνώστη» ηγέτη ή κομματόσκυλου ή
στην ποδιά μιας φανταστικής υπερπροστατευτικής (αλλά φυσικά τυραννικής)
μητέρας, ή ενός φανταστικού, από μηχανής θεού, πατέρα που παραλύει τη
σκέψη και την πρωτοβουλία.
Δεν μπορεί κανείς να μην κάνει αυτή τη σύγκριση διαβάζοντας το βιβλίο
του Μάρει Μπούκτσιν για τους Ισπανούς Αναρχικούς: τη σύγκριση ανάμεσα
στα ηρωικά εκείνα χρόνια και τα χρόνια που εμείς σήμερα σερνόμαστε πίσω
από σαθρές (όπως τώρα περίτρανα αποδεικνύεται) « κυρίαρχες αναπτυξιακές
επιλογές», που μας τις φόρεσαν σαν ζουρλομανδύα με αντάλλαγμα μια
ψευδαίσθηση συμμετοχής σε ένα βιοτικό επίπεδο που ακόμη κι όταν το
είχαμε (όσοι από εμάς το είχανε) το πληρώναμε ακριβά με την ηθική,
ψυχική και αισθητική υποβάθμιση της ζωής μας.
Σε αυτή τη γραμμή πλεύσης, που προανέφερα – ότι δεν πρέπει να μας
ενδιαφέρει απαραίτητα ο προορισμός, το τέλος, « η Ιθάκες» , αλλά το
ταξίδι, ο «πηγαιμός για την Ιθάκη»- θα ήθελα να αναφέρω ορισμένες ακόμη
όψεις αυτής της μεγάλης πορείας προς τη «γη της ελευθερίας» των ισπανών
αναρχοσυνδικαλιστών…..
Μια από τις αρχές των Ισπανών Αναρχικών αφορούσε την ακλόνητη
πεποίθησή τους ότι τα μέσα που υιοθετούσαν, οι μέθοδοι πάλης, όχι μόνο
δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από την ελευθεριακή κοινωνία στην οποία
απέβλεπαν, αλλά όφειλαν να απεικονίζουν και να ενσωματώνουν τις βασικές
όψεις του comunismo libertario, τον οποίο επιζητούσαν να πραγματώσουν.
Γράφει ο Μπούκτσιν: «Αν ένα
κίνημα επιδίωκε να δημιουργήσει έναν κόσμο ενωμένο στη βάση της
αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, όφειλε να διέπεται από τις αρχές
του. Αν επιδίωκε μια αποκεντρωτική, αντιεξουσιαστική, ακρατική κοινωνία,
όφειλε να είναι δομημένο πάνω σε αυτούς τους στόχους….. οι αναρχικοί
τόνιζαν συνεχώς τη σημασία της εκπαίδευσης και την ανάγκη να ζουν
σύμφωνα με τις αναρχικές επιταγές- με άλλα λόγια τη ανάγκη να
δημιουργήσουν μια αντικοινωνία που θα εξασφάλιζε το χώρο που χρειάζονται
οι άνθρωποι για να ανακαλύψουν και να δημιουργήσουν εκ νέου τον εαυτό
τους. Επομένως έδιναν μεγαλύτερη σημασία στον ελεύθερο χρόνο και στην
ηθική υπεροχή. Περιφρονούσαν τους σοσιαλιστές επειδή τα αιτήματά τους
επικεντρώνονταν πρωταρχικά στις μισθολογικές αυξήσεις και τις υλικές
βελτιώσεις. Στα μάτια των αναρχικών, η ανάγκη για μείωση των ωρών
εργασίας ήταν πολύ πιο σημαντική, γιατί σύμφωνα με τον Ανσέλμο Λορένθο,
τον «παππού» του ισπανικού αναρχισμού (1842-1914), οι άνθρωποι «θα έχουν
τον ελεύθερο χρόνο να σκέφτονται, να μελετούν….. να ικανοποιούν τα
ηθικά τους ένστικτα»
Και σε ένα άλλο απόσπασμα στο τέλος του βιβλίου, στα Συμπεράσματα, ο
Μπούκτσιν εξετάζει το κατά πόσο ήταν εφικτή μια κομμουνιστική επανάσταση
σε μια βιομηχανικά υπανάπτυκτη χώρα κι αναφέρει πάνω στο ίδιο θέμα τις
σκέψεις του διακεκριμένου αναρχικού θεωρητικού Αμπάδ δε Σαντιγιάν, ο
οποίος σε ένα έργο με τίτλο Μετά την Επανάσταση, το οποίο συζητήθηκε εκτενώς στα πλαίσια του ισπανικού αναρχικού κινήματος, έγραφε «Κάθε
περίοδο στέρησης και φτώχειας παράγει βαρβαρότητα, ηθική οπισθοδρόμηση
και μια άγρια μάχη όλων για το καθημερινό ψωμί…. Γι’ αυτόν ακριβώς το
λόγο στοχεύουμε να εγκαθιδρύσουμε τις καλύτερες οικονομικές συνθήκες, οι
οποίες θα λειτουργήσουν ως εγγύηση ίσων και σταθερών σχέσεων ανάμεσα
στους ανθρώπους. Δεν θα πάψουμε να είμαστε αναρχικοί ακόμη και με άδεια
στομάχια, αλλά δεν μας αρέσει να έχουμε άδεια στομάχια». Συνεχίζοντας το συλλογισμό του Σαντιγιάν, ο Μπούκτσιν καταλήγει: «
Τέλος, σε μια οικονομία αφθονίας, που θα μπορεί να καλύπτει τις
προσωπικές ανάγκες με αντίτιμο ένα στοιχειώδη μόχθο, το άτομο μπορεί να
αποκτήσει τον ελεύθερο χρόνο για την πνευματική του καλλιέργεια και την
πλήρη συμμετοχή του στην άμεση διαχείριση της κοινωνικής ζωής » Και στη συνέχεια ο Μπούκτσιν, αφού προσυπογράφει την προειδοποίηση του Σαντιγιάν, την άνοιξη του 1936, ότι «ο κομμουνισμός θα είναι το αποτέλεσμα της αφθονίας και χωρίς αυτήν θα παραμείνει απλώς ένα ιδανικό», αναφέρεται στο διφυή, και γόνιμα αντιφατικό χαρακτήρα του αναρχικού οράματος. Γράφει: «Πίστευαν
στον «ελεύθερο έρωτα» επειδή πίστευαν στην ελευθερία του ζευγαρώματος
πέρα από την πολιτική ή θρησκευτική επικύρωση, αλλά απέφευγαν την
ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας και τις πολυγαμικές σχέσεις.
Οραματίζονταν την ευθυμία στον εργασιακό χώρο, αλλά θαύμαζαν την σκληρή
εργασία και σχεδόν εξυμνούσαν τις εξαγνιστικές της ιδιότητες. Στην
κοινωνία της «Αρκαδίας» δεν θα υπήρχαν «δικαιώματα χωρίς καθήκοντα και
καθήκοντα χωρίς δικαιώματα»… Εντούτοις οι ισπανοί
αναρχικοί άφησαν πίσω τους μια απτή πραγματικότητα που έχει ιδιαίτερη
σημασία για τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της. Τα «ηρωικά χρόνια»
του κινήματος από το 1868 μέχρι το 1936, σημαδεύτηκαν από μια
συναρπαστική διαδικασία πειραματισμού σε οργανωτικές δομές, τεχνικές
λήψης αποφάσεων, προσωπικές αξίες, εκπαιδευτικούς στόχους και μεθόδους
πάλης».
Δύο αξιοσημείωτα για μένα συμπεράσματα:
1ο) Ο θεσμός όσο δημοκρατικός, αμεσοδημοκρατικός, κι αν
είναι, όσο κι αν στη σύλληψη και στην εφαρμογή του αγγίζει το ιδεώδες,
παραμένει πάντα ένα κέλυφος, μια εξωτερική μορφή, που αν οι
συμμετέχοντες σε αυτόν, οι ζωντανοί, απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, δε
δραστηριοποιούνται, δε φροντίζουν, δεν αγωνίζονται να δώσουν σάρκα και
οστά σε αυτό το εξωτερικό κέλυφος, ο θεσμός αργά ή γρήγορα θα εκφυλιστεί
και θα αδειάσει από το όποιο απελευθερωτικό περιεχόμενό του. Ακόμη κι ο
πιο τέλεια σχεδιασμένος θεσμός. Αυτό οι cenetistas φαίνεται να το
γνώριζαν αρκετά καλά.
Στον πρόλογο για το βιβλίο του Σαμ Ντόλγκοφ «Αναρχικές Κολεκτίβες» (Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη) ο Μπούκτσιν σημειώνει «
Ο όρος «ολοκληρωμένη προσωπικότητα» παρουσιάζεται συχνά στα ντοκουμέντα
των Ισπανών αναρχικών και έγιναν ακούραστες προσπάθειες για την
ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων, τα οποία, όχι μόνο έπρεπε να
ενστερνιστούν τις αντιεξουσιαστικές αρχές, αλλά και να δοκιμάζουν να τις
εφαρμόζουν στην πράξη. Κατά συνέπεια το οργανωτικό πλαίσιο του
κινήματος (όπως εκφράστηκε στην «πρώτη Διεθνή», τη CNT και τη FAI)
έπρεπε να είναι αποκεντρωμένο και να επιτρέπει το μεγαλύτερο βαθμό
πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων στη βάση και να παρέχει δομικές
εγγυήσεις ενάντια στο σχηματισμό γραφειοκρατίας»
2ο) Ο δρόμος για τη ριζική κοινωνική αλλαγή δεν είναι μια
ευθεία. Και δεν πρόκειται ούτε για μια μαγική στιγμή, ούτε για ένα βίαιο
συμβάν που, στο όνομα μιας ερμητικής ερμηνείας της Ιστορίας, κάποιοι
έρχονται να το εφαρμόσουν πάνω στην κοινωνία σαν ένα είδος ηλεκτροσόκ. Ο
Μπούκτσιν και σε αυτό το βιβλίο, αλλά και σε άλλα κείμενά του για το
ισπανικό αναρχικό κίνημα, υπογραμμίζει πώς οι ισπανοί αναρχικοί
προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν τις απαιτήσεις ανάμεσα σε μια αυθεντική
δημοκρατία «από τα κάτω» με αποκεντρωμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων
και την ανάγκη για συντονισμό και αποτελεσματική κοινή δράση. Όπως
σημειώνει « η CNT δοκίμασε να λύσει τα
προβλήματά της και στη διάρκεια ευνοϊκών περιόδων το κατάφερε. Υπήρξαν
όμως και περίοδοι καταστολής, απότομες και πολλές φορές κρίσιμες στροφές
των γεγονότων που την ανάγκασαν να καταργήσει τα ετήσια καθώς και τα
τοπικά συνέδρια και να περιοριστεί στη λήψη αποφάσεων από ηγετικές
επιτροπές ή «συνέδρια», τα οποία διέφεραν ελάχιστα από απροετοίμαστες
συνδιασκέψεις. Ορισμένοι ηγέτες, σε όλα τα επίπεδα της οργάνωσης,
ενεργούσαν περίπου με γραφειοκρατικό τρόπο. Η ίδια η συνδικαλιστική δομή
δεν είναι απαλλαγμένη από γραφειοκρατικές παραμορφώσεις».
Όπως δείχνει το ισπανικό παράδειγμα η κοινωνική επανάσταση, η
αναμόχλευση των πάντων μέχρι να βρεθεί εκείνη η νέα ισορροπία, αρμονία
αν θέλετε, που θα απελευθερώνει όσο γίνεται περισσότερες συλλογικές
δυνατότητες και θα ελαχιστοποιεί τον αποκλεισμό και την αδικία, αυτή η
κοινωνική επανάσταση είναι μια δαιδαλώδης διαδικασία. Ένας δρόμος που
περιλαμβάνει πολλά κάθετα και παράλληλα μονοπάτια, πολλούς παράδρομους
βαθύτατων πολιτισμικών ανατροπών που θέτουν σε αμφιβολία και διερώτηση
το κυρίαρχο φαντασιακό, δηλαδή το συνολικό τρόπο ζωής, τις κυρίαρχες
αξίες και αντιλήψεις, τον ίδιο τον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας
από τον καθένα από εμάς.
Γι’ αυτό και στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας σε τελευταία
ανάλυση δεν μπορεί να βρίσκεται η απροκάλυπτη ή συγκαλυμμένη επιβολή,
αλλά η πειθώ. Τίποτα δεν μπορεί να είναι δεδομένο, με την έννοια του
θέσφατου ή του ταμπού για το οποίο απαγορεύεται να σκεφτείς και να
μιλήσεις, και τίποτα δεν μπορεί να είναι οριστικό με την έννοια ενός
τεχνητού παραδείσου στη μήτρα του οποίου όλες οι αντιφάσεις και τα
προβλήματα έχουν διαπαντός επιλυθεί.
Προκειμένου να παραμείνουν τα ξυπνητήρια μιας κοινωνίας που αγνοεί
τις ελλοχεύουσες δυνατότητές της, προκειμένου δηλαδή να είναι αυτοί που
δείχνουν ένα δρόμο, κι όχι εκείνοι που παίρνουν εργολαβία το όλο
εγχείρημα, οι ισπανοί αναρχικοί προτίμησαν να αποφύγουν την
καθησυχαστική λαϊκιστική ρητορική περί «της έλευσης γήινων
παραδείσων»-ιδιαίτερα όταν γνώριζαν ότι αυτοί οι παράδεισοι, όπου τους
έφεραν οι αυτοχρισμένοι κομματικοί γκουρού, οδήγησαν σε νέες
επαχθέστερες μορφές σκλαβιάς.

Ένα από τα πιο αστεία συνθήματα που θυμάμαι από τα σχολικά χρόνια είναι το θρυλικό:
"οι από 'δω γαμάνε τους α-πο-κει"!
Μου είχε κάνει τόση εντύπωση τότε... Σκεφτόμουν πως αυτό που έχει πλάκα
είναι ότι, επειδή οι "απο δω" δεν βρίσκουμε το λόγο για τον οποίο
βρίζουμε τους "από κει", το θέτουμε το ζήτημα... χωροταξικά και τραβάμε
τη διαχωριστική γραμμή και αυτό ήταν!
Πάμε! Ντου και ξύλο!
Σε μια τέτοια φάση νομίζω πως βρισκόμαστε και σήμερα συνολικά ως πολίτες.
Οι μισοί βρίζουμε τους άλλους μισούς.
Όσο κι αν αναζητήσαμε διαχωριστική γραμμή, δε νομίζω ότι έχουμε καταφέρει να τη βρούμε.
Στιγμιαία την είχαμε βρει πριν 4-5 χρόνια, αλλά απ' την ώρα που το
σχέδιο κατέστη πραγματικότητα, δεν μπορούμε να βρούμε ακριβώς τη
διαχωριστική γραμμή ανάμεσά μας.
Κι έτσι βρίζουμε πλέον οι εκάστοτε μισοί τους εκάστοτε άλλους μισούς,
όταν συζητάμε κάθε επιμέρους θέμα/δίλημμα που προκύπτει στην κοινωνία
μας.
Έτσι σε κάθε ζήτημα είμαστε άλλοι οι "απο δω" και άλλοι οι "από κει" κι
έτσι έχουμε μπερδευτεί, αφού πολλές φορές άνθρωποι απ' αυτούς με τους
οποίους ταυτιζόμασταν στο χωρισμό "από δω-από κει" για κάποια χρόνια,
βλέπουμε σε αρκετές περιπτώσεις ότι ξαφνικά ανήκουν στο αντίθετο
στρατόπεδο σε επιμέρους ζητήματα.
Εκπλησσόμαστε και μας πιστεύουμε πως μας "πρόδωσαν".
Κι αναρωτιόμαστε: "πώς γίνεται εμείς οι δυο που παρέα βρίζαμε τους "από
κει", τώρα σε μια σειρά θεμάτων να βρισκόμαστε ο ένας από δω κι ο άλλος
"από κει";

Επιγραμματικά, θα παρατηρήσω δυο-τρεις αιτίες αυτού του φαινομένου και
θα ήμουν ευτυχής αν με βοηθούσατε κι εσείς στα σχόλια με τις δικές σας
παρατηρήσεις.
Νομίζω πως ένα απ' τα βασικά
προβλήματα είναι ότι βάζουμε από μόνοι μας ταμπέλες στον εαυτό μας και
ετεροκαθορίζουμε την άποψή μας με βάση την ταμπέλα που έχουμε επιλέξει.
Αν έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι είμαστε "χασαποταβέρνα", τότε
αποφασίζουμε πως πρέπει να σερβίρουμε μόνο κοψίδια και σαγανάκι και να
θεωρούμε οτιδήποτε άλλο "παραβίαση της ιδεολογικής καθαρότητας της ταβέρνας".
Αν τον έχουμε πείσει ότι είμαστε "γκουρμέ", τότε αποφασίζουμε πως πρέπει
να σεβρίρουμε μόνο σούσι και φιλέτο στρουθοκάμηλου και να θεωρούμε
οτιδήποτε άλλο "ψεκασμένο παραλήρημα".
Μα, αγαπητοί μου, η άδεια λέει "εστιατόριο": ανοίξτε λίγο τους ορίζοντές
σας και βάλτε και τίποτα άλλο στο μενού σας για να μπορεί να έρθει
κοντά και αυτός που δεν είναι τόσο φανατικός του μενού σας...
Και δεν μπορεί κάποιος να τρέφεται μόνο με κοκορέτσι ή μόνο με σούσι.
(νομίζω πως δε χρειάζεται να αποσυμβολίσω την "χασαποταβέρνα" και το "γκουρμέ")
Άλλο ένα πράγμα που 'χω να παρατηρήσω σχετικά.
Μια παροιμία λέει (περίπου) "όταν παντρεύσαι μια γυναίκα. παντρεύεσαι και το σόι της".
Έτσι, γίνεται και με τις ιδεολογίες.
Αν επιλέξουμε πως μας ταιριάζει μια από δαύτες, θεωρούμε μετά αυτονόητο
πως πρέπει να ταιριάξουμε με κάποιο τρόπο και με όλο της το "σόι".
Νοοτροπίες "σώγαμπρου" δηλαδή.
Γιατί ρε παλληκάρια;
Παντρέψου τη γυναίκα και απ' το σόι της κράτα μόνο όσους γουστάρεις και σου ταιριάζουν.
Δεν είναι υποχρεωτικό να κάνεις το μαλάκα, επειδή την παντρεύτηκες.
Αυτήν παντρεύτηκες και όχι το σόι της.
(επίσης δε νομίζω πως χρειάζεται να εξηγήσω επί του θέματος ποια ειναι η "γυναίκα" και ποιο είναι το "σόι" της)
Άλλη μια παρατήρηση που 'χω να κάνω είναι η θεοποίηση της σταθερότητας των απόψεων.
Λες και είναι καλό να μένεις σταθερός σε όσα έλεγες πριν 5-10-20 χρόνια...
Μα, αγαπητοί μου, θυμάμαι ότι στη Φυσική στο σχολείο μας έλεγαν ότι όταν
το αντικείμενο της παρατήρησης κινείται και ο παρατηρητής μένει
ακίνητος, τότε στην ουσία κινείται και ο παρατηρητής σε σχέση με το
σώμα.
Άρα, η ακινησία του παρατηρητή στην πραγματικότητα δεν είναι σταθερότητα αλλά είναι μια παθητική κίνηση.
Κι όταν τα πράγματα κινούνται προς την άλλη κατεύθυνση, τότε η ακινησία
σου δε διατηρεί την ίδια οπτική γωνία (ίσα ίσα που τη μεταβάλλει), αλλά
απλώς σε απομακρύνει απ' αυτά.
Δε διατηρείς πια την ίδια θέση στη συμμετρία της πραγματικότητας, αλλά ερημοποιείσαι και αντικοινωνικοποιείσαι.
Κι έτσι, όταν διαπιστώσουμε πως κάποιος λέει κάτι άλλο απ' αυτό που
έλεγε παλιότερα, τότε τον κοιτάζουμε περίεργα, με καχυποψία έως και
μίσος.
Βέβαια, αυτό συμβαίνει όταν αυτός ήταν "από δω" και ξαφνικά τον βρούμε
σε κάποιο ζήτημα "απο κει". Διότι το αντίστροφο δε μας κάνει καθόλου
κακή εντύπωση...
Το χειρότερο είναι πως δεν αναρωτιόμαστε γιατί εμείς δεν έχουμε αλλάξει πουθενά και για τίποτα.
Αυτό είναι που πρέπει να ψάξουμε, πριν βρίσουμε τον άλλον που μετακινείται καθώς μετακινείται κι ο κόσμος.

Έτσι λοιπόν, θεωρώ πως οι παραπάνω παραγοντες είναι κάποιοι απ' αυτούς
που μας ωθούν να μαζευόμαστε κάθε φορά οι εκάστοτε "απο δω" και να
βρίζουμε τους εκάστοτε "απο κει" (οι οποίοι εναλλάσσονται στους ρόλους
με τους πρώτους) και στο τέλος της ημέρας να ψάχνουμε το λόγο που
είμαστε όλοι σαν τσακωμένες θείτσες της αυλής που αύριο θα ξαναμαζευτούν
και θα τα ξαναλένε και θα ξαναπλακωθούν με άλλη σύνθεση μεταξύ τους και
θα θυμίσει η καθεμιά στην άλλη τα άπλυτα του παρελθόντος της.
Και η ζωή θα συνεχίζεται στη μικρή μας γειτονιά.
Ώσπου καμιά μέρα θα γυρίσει το μάτι κανενός και θα αρχίσουμε να χαρακωνόμαστε τσάμπα και βερεσέ.
Οι "απο δω" τους "από κει" και τούμπαλιν.
Αναρτήθηκε από
Μαζεστίξhttp://toixo-toixo.blogspot.gr/