Σελίδες

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Η κρίση ως θεραπεία-σοκ


ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΟΥ ΣΛΑΒΟΪ ΖΙΖΕΚ
Θα αποτελέσει η χρηματοοικονομική κατάρρευση μια ευκαιρία προσγείωσής μας στην πραγματικότητα, την αφύπνιση από ένα όνειρο; Τα πάντα εξαρτώνται από το πώς τελικά θα συμβολοποιηθεί, από το ποια ιδεολογική ερμηνεία ή αφήγηση θα επικρατήσει και θα καθορίσει τη γενική πρόσληψη της κρίσης. Όταν η ομαλή ροή των πραγμάτων διαταράσσεται κατά τρόπο τραυματικό, διανοίγεται το πεδίο για έναν «διαλογικό» ιδεολογικό ανταγωνισμό - όπως συνέβη, λόγου χάριν, στη Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του 1930, όταν, επικαλούμενος την εβραϊκή συνομωσία, ο Χίτλερ θριάμβευσε στον ανταγωνισμό για το ποια αφήγηση εξηγούσε καλύτερα τα αίτια της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και πρόσφερε τον καλύτερο τρόπο διεξόδου από εκείνη την κρίση. (…) Οποιαδήποτε αφελής αριστερή προσδοκία, ότι η παρούσα χρηματοοικονομική και γενικότερη οικονομική κρίση διανοίγει αναπόφευκτα ένα πεδίο δράσης για τη ριζοσπαστική Αριστερά, είναι, συνεπώς, το δίχως άλλο επικίνδυνα κοντόφθαλμη. Η κύρια άμεση συνέπεια της κρίσης δεν θα είναι η άνοδος μιας ριζοσπαστικής χειραφετικής πολιτικής, αλλά μάλλον η άνοδος του ρατσιστικού λαϊκισμού, περισσότεροι πόλεμοι, αύξηση της φτώχειας στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου και εντονότεροι διαχωρισμοί μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών στους κόλπους όλων των κοινωνιών.
Και είναι αλήθεια ότι οι κρίσεις ταρακουνούν τους ανθρώπους και τους βγάζουν από τον εφησυχασμό τους, αναγκάζοντάς τους να αμφισβητήσουν τις θεμελιώσεις παραδοχές της ζωής τους∙ η πλέον αυθόρμητη πρώτη αντίδραση είναι ο πανικός, ο οποίος οδηγεί σε μια «επιστροφή στα βασικά»· οι βασικές συντεταγμένες της κυρίαρχης ιδεολογίας όχι μόνο δεν αμφισβητούνται αλλά και αναδιατρανώνονται με ακόμη μεγαλύτερη σφοδρότητα. Ο κίνδυνος, συνεπώς, είναι ότι η παρούσα κατάρρευση θα χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο παρόμοιο με ό,τι η Ναόμι Κλάιν [Naomi Klein] έχει αποκαλέσει «δόγμα του σοκ». (…)
Η θέση αυτή αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά συγκεκριμένων αναλύσεων, κεντρική θέση ανάμεσα στις οποίες καταλαμβάνει εκείνη για τον πόλεμο στο Ιράκ· η επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ στηρίχτηκε στην ιδέα ότι, ύστερα από την εφαρμογή της πολεμικής στρατηγικής «σοκ και δέος», η χώρα θα μπορούσε να οργανωθεί ως παράδεισος της ελεύθερης αγοράς, αφού ο λαός της θα ήταν τόσο τραυματισμένος, που δεν θα προέβαλλε καμία αντίσταση... Η επιβολή μιας ακραιφνούς οικονομίας της αγοράς καθίσταται συνεπώς πολύ πιο εύκολη, αν ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτήν έχει διανοιχτεί από κάποιο τραύμα (φυσικό, πολεμικό, οικονομικό), το οποίο, θα έλεγε κανείς, αναγκάζει τους ανθρώπους να αποτινάξουν τις «παλιές συνήθειές» τους, μετατρέποντάς τους σε μια ιδεολογική tabula rasa, σε επιζώντες του ίδιου του συμβολικού θανάτου τους, έτοιμους να αποδεχτούν τη νέα τάξη πραγμάτων, τώρα που όλα τα εμπόδια έχουν εξαλειφθεί. Και είναι βέβαιο ότι το δόγμα του σοκ που περιγράφει η Κλάιν ισχύει επίσης για τα οικολογικά ζητήματα· μια εκτεταμένη περιβαλλοντική καταστροφή όχι μόνο δεν θα θέσει σε κίνδυνο τον καπιταλισμό, αλλά πιθανότατα θα τον αναζωογονήσει, διανοίγοντας νέους δρόμους και μέχρι τούδε άγνωστους ορίζοντες καπιταλιστικής επένδυσης.
Μήπως, λοιπόν, και η παρούσα οικονομική κατάρρευση χρησιμοποιηθεί σαν ένα «σοκ», το οποίο θα δημιουργήσει τις κατάλληλες ιδεολογικές συνθήκες για περαιτέρω φιλελεύθερη θεραπεία; Η χρεία μιας τέτοιας θεραπείας-σοκ απορρέει από τον (συχνά αποσιωπώμενο) ουτοπικό πυρήνα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας. Ο τρόπος που αντιδρούν οι φονταμενταλιστές της αγοράς στις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής των συνταγών τους είναι χαρακτηριστικός των φανατικών οπαδών κάθε ουτοπικού ολοκληρωτισμού· θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνη για την αποτυχία την ενδοτικότητα εκείνων που υλοποίησαν τα σχέδιά τους (υπάρχει ακόμη πολλή κρατική παρέμβαση κλπ.) και αυτό που απαιτούν δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια ακόμη πιο αυστηρή εφαρμογή των δογμάτων τους.
Συνεπώς, για να το θέσουμε με παλιομοδίτικους μαρξιστικούς όρους, το κύριο καθήκον της κυρίαρχης ιδεολογίας στην παρούσα κρίση είναι να επιβάλλει μιαν αφήγηση η οποία θα επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση όχι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα καθαυτό, αλλά σε δευτερεύουσες και συγκυριακές παρεκκλίσεις (στις υπερβολικά ελαστικές φορολογικές διατάξεις, στη διαφθορά των μεγάλων χρηματοοικονομικών οργανισμών κ.ο.κ.). Ομοίως, στην εποχή του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, οι αμύντορες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας προσπάθησαν να διασώσουν την ιδέα του σοσιαλισμού, ισχυριζόμενοι ότι η αποτυχία των «λαϊκών δημοκρατιών» ήταν η αποτυχία μιας μη αυθεντικής εκδοχής σοσιαλισμού, όχι της ιδέας καθαυτήν, καταλήγοντας συνακόλουθα στο συμπέρασμα ότι τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού έχρηζαν ριζικών μεταρρυθμίσεων μάλλον παρά ανατροπής και κατάλυσης. Δεν είναι άμοιρο ειρωνείας να επισημάνουμε ότι οι διαπρύσιοι κήρυκες της καπιταλιστικής ιδεολογίας, που κάποτε ειρωνεύονταν αυτή την κριτική υπεράσπιση του σοσιαλισμού ως απατηλή και επέμεναν ότι έπρεπε να απορρίψουμε την ευθύνη στη σοσιαλιστική ιδέα καθαυτήν, καταφεύγουν τώρα σε μεγάλο βαθμό στην ίδια υπερασπιστική τακτική· γιατί εκείνο που έχει χρεοκοπήσει δεν είναι ο καπιταλισμός καθαυτός, αλλά μόνο η στρεβλή πραγμάτωσή του...
Απέναντι σε αυτή την τάση, πρέπει κανείς να επιμείνει στο καίριο ερώτημα: ποιο είναι το «ελάττωμα», στο σύστημα καθαυτό, που καθιστά δυνατές τέτοιες κρίσεις και καταρρεύσεις; Το πρώτο που πρέπει να έχουμε στο νου μας είναι ότι αφετηρία της κρίσης υπήρξε μια «αγαθή προαίρεση»· όπως επισημάναμε, μετά την έκρηξη της φούσκας των dotcom αποφασίστηκε, και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο μειζόνων αμερικανικών κομμάτων, να διευκολυνθούν οι επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων, ούτως ώστε να συνεχίσει να κινείται η οικονομία και να αποτραπεί η ύφεση – η σημερινή κατάρρευση είναι κατ’ αυτή την έννοια απλώς το τίμημα που πληρώνουμε για τα μέτρα που ελήφθησαν στις ΗΠΑ, προκειμένου να αποσοβηθεί μια ύφεση μερικά χρόνια πριν. Ο κίνδυνος, συνεπώς, είναι ότι η αφήγηση που θα επικρατήσει αναφορικά με το υπόβαθρο της κρίσης, θα είναι εκείνη η οποία, αντί να μας αφυπνίσει από ένα όνειρο, θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε. (…)
Σημειώστε τον όρο «τεχνικές λύσεις»· τα πραγματικά προβλήματα έχουν τεχνικές λύσεις. (Και πάλι, ένας εξόφθαλμα εσφαλμένος ισχυρισμός· η αντιμετώπιση των οικολογικών προβλημάτων απαιτεί την πραγματοποίηση επιλογών και τη λήψη αποφάσεων –για το τι θα παράγεται, τι θα καταναλώνεται, σε ποια μορφή ενέργειας θα βασίζεται η παραγωγή-, οι οποίες τελικά σχετίζονται με τον ίδιο τον τρόπο ζωής ενός λαού· κατά συνέπεια, όχι μόνο δεν είναι απλώς τεχνικές, αλλά είναι κατεξοχήν πολιτικές, με την πλέον ριζική έννοια ότι αφορούν θεμελιώδεις κοινωνικές επιλογές). Δεν είναι περίεργο, συνεπώς, που και ο ίδιος ο καπιταλισμός παρουσιάζεται με τεχνικούς όρους, σαν ούτε καν επιστήμη, αλλά απλώς σαν κάτι το οποίο λειτουργεί· δεν χρειάζεται ιδεολογική δικαίωση, γιατί η επιτυχία του αποτελεί καθαυτήν επαρκή δικαίωση. Από αυτή την άποψη, ο καπιταλισμός «είναι το αντίθετο του σοσιαλισμού, ο οποίος πορεύεται με βάση ένα εγχειρίδιο οδηγιών»: «Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα το οποίο δεν έχει φιλοσοφικές αξιώσεις, το οποίο δεν αναζητεί την ευτυχία. Το μόνο που λέει είναι: ‘Λοιπόν, αυτό λειτουργεί’. Κι αν οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν καλύτερα, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσουν αυτό τον μηχανισμό, επειδή λειτουργεί. Το μόνο κριτήριο είναι η αποτελεσματικότητα».
Αυτή η αντιιδεολογική περιγραφή είναι, φυσικά, καταφανώς ψευδής· η ιδέα ακριβώς ότι ο καπιταλισμός είναι ένα ουδέτερος κοινωνικός μηχανισμός αποτελεί ιδεολογία (ακόμη και ουτοπική ιδεολογία) του πιο χαρακτηριστικού είδους. Η στιγμή της αλήθειας σ’ αυτή την περιγραφή είναι, ωστόσο, ότι, όπως το έχει θέσει ο Αλέν Μπαντιού [Alain Badiou], ο καπιταλισμός ουσιαστικά δεν είναι ένας αυτόνομος πολιτισμός, με ένα ιδιαίτερο τρόπο νοηματοδότησης της ζωής. Ο καπιταλισμός είναι η πρώτη κοινωνικοοικονομική τάξη πραγμάτων που αποολοποιεί το νόημα· δεν είναι παγκόσμιος στο επίπεδο του νοήματος (δεν υπάρχει παγκόσμια «καπιταλιστική κοσμοθεωρία», δεν υπάρχει καθαυτό «καπιταλιστικός πολιτισμός»· το πρωταρχικό δίδαγμα της παγκοσμιοποίησης είναι ακριβώς ότι ο καπιταλισμός μπορεί να συμβαδίσει με όλους τους πολιτισμούς, από τον χριστιανικό μέχρι τον ινδουιστικό και τον βουδιστικό). Η παγκόσμια διάσταση του καπιταλισμού μπορεί να υποστηριχθεί μόνο στο επίπεδο της αλήθειας -χωρίς- νόημα, ως το «Πραγματικό» του μηχανισμού της παγκόσμιας αγοράς(…). Το πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα νοήματος, και εδώ ακριβώς είναι που η θρησκεία επανεφευρίσκει σήμερα το ρόλο της, ανακαλύπτοντας εκ νέου την αποστολή της, ως ο παράγοντας ο οποίος εγγυάται μια ζωή με νόημα σε αυτούς που μετέχουν στην άνευ νοήματος λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής.(...)

SLAVOJ ŽIŽEK, Πρώτα σαν ιδεολογία και μετά σαν φάρσα, μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδόσεις Scripta

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Τσε Γκεβάρα «εικόνες» μιας ζωής

ΤΣΕ,

"Αξίζει να πιστέψεις σ’ αυτόν που εξορμά με τη βάρκα που έφτιαξαν οι φτωχοί. Αξίζει να πιστέψεις σ’ αυτόν που βασίστηκε μονάχα στις ευλογίες των φτωχών για να ξεκινήσει ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι. Αξίζει να πιστέψεις στο ταξίδι, αφού μόνο οι πληγωμένοι ήταν στην όχθη για να πουν αντίο".
Φίνα Γκαρσία Μαρούς (Ορατόριο στον )http://e-oikodomos.blogspot.gr


"Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν μονάχα για να φυγουνε. Καρδιές λαφρές, καθώς μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τα’ αποφεύγουν. Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε: ΕΜΠΡΟΣ!"
Σαρλ Μποντλέρ
"Τώρα ξέρω με μια μοιρολατρική καρτερικότητα, ότι η μοίρα μου είναι να ταξιδεύω. Ίσως κάποια μέρα, κουρασμένος από την περιπλάνηση ανά τον κόσμο, να γυρίσω για να εγκατασταθώ στη γη της Αργεντινής."
Τσε (Ταξιδιωτικές δημειώσεις)
"Θα ‘θελα να σας ενσταλάξω λίγη απ’ την τόσο υλική αγάπη που τρέφω για τη ζωή, τη ζωή που απολαμβάνω συνειδητά κάθε στιγμή."
Τσε (Γράμμα στη συμφοιτήτρια Τίτα Ινφάντε)
"Κάτι παιδιά από την Κούβα, επαναστάτες, με προσκάλεσαν να βοηθήσω το κίνημα με τις ιατρικές μου «γνώσεις» κι εγώ δέχτηκα γιατί είναι το είδος της δουλειάς που μου πάει".
Τσε (Γράμμα στην Τίτα Ινφάντε)
"Ο Γκεβάρα είχε τότε έναν μποέμικο αέρα, ένα χιούμορ πλούσιο, προκλητικό και αργεντίνικο. Κυκλοφορούσε χωρίς πουκάμισο, ήταν κάπως ναρικισσιστής, σταρένιος στο χρώμα, μετρίου αναστήματος, με δυνατή μυική διάπλαση, με την πίπα και το μάτε του. Αθλητικός και ασθματικός, ενάλλασε τον Στάλιν με τον Μποντλέρ, την ποίηση με τον Μαρξισμό."
Κάρλος Φράνκι (Κούβα, η βίβλος των 12)
"Εδώ, από το κουβανικό δάσος, σαν να ήμουν στ’ αλήθεια ένας στρατιώτης (αν μη τι άλλο, βρωμιάρης και κουρελιάρης είμαι), γράφω πάνω σ’ ένα πιάτο εκστρατείας, με το τουφέκι δίπλα μου και ένα καινούργιο στοιχείο ανάμεσα στα χείλη: ένα πούρο."
Τσε (Γράμμα στην Ίλντα Γκαδέα)
"Ο Φιντέλ και ο Τσε έκαναν σχέδια χαράσσοντας το χώμα μ’ ένα ραβδί. Φαίνεται πως σκέφτονταν να φτιάξουν νοσοκομεία, σχολεία, δρόμους, γιατί έκαναν ένα σωρό γραμμές στη λάσπη."
Η γριά Τσάνα, χωρική της Σιέρα.
"Μόνο εκείνος που ήταν ο πιο ευαίσθητος μπορεί να γίνει ο πιο ψυχρός και ο πιο σκληρός, γιατί αυτός πρέπει να περιβάλλεται από ένα σκληρό κέλυφος και συχνά αυτό το κέλυφος θα του γίνεται βάρος."
Γκαίτε
"Ο Φιντέλ μου έκανε εντύπωση ως ένας καταπληκτικός άνθρωπος. Αντιμετώπιζε και επέλυε τα πιο αδύνατα πράγματα. Είχε μια εξαιρετική πίστη ότι αν ξεκινούσε για την Κούβα θα έφτανε. Ότι αν έφτανε θα πάλευε. Κι ότι παλεύοντας θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του. Έπρεπε να κάνουμε κάτι, να αγωνιστούμε, να γίνουμε συγκεκριμένοι. Να πάψουμε να κλαίμε και να παλέψουμε."
Τσε
"Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια στο στρατό. Δεν πρέπει να περιμένουμε να υπάρξουν οι συνθήκες για την επανάσταση, η εστία της εξέγερσης μπορεί να τις δημιουργήσει."
Τσε (Περικοπές του επαναστατικού πολέμου)
"Ζήτησα από τον Τσε να μου επιτρέψει να πάω στο Οριέντε να δω την οικογένειά μου. εκέινος μου απάντησε μ’ένα ξερό ΟΧΙ. «Μα Τσε, η επανάσταση κερδήθηκε» επέμεινα. «Όχι, ο πόλεμος κερδήθηκε. Η επανάσταση αρχίζει τώρα» μου αποκρίθηκε βάζοντας ένα τέλος στο θέμα."
Μαρτυρία του αγωνιστή Μουστελιέρ.
"Ο Καμίλο δεν λογάριαζε τον κίνδυνο, έπαιζε μαζί του, τον προκαλούσε, τον έλκυε και τον χειριζόταν. Για  την αντάρτικη νοοτροπία του δεν μπορούσε ένα σύννεφο ν’ αλλάξει πορεία σε μια χαραγμένη πορεία."
Τσε, για το θάνατο του Καμίλο
"Αυτή η επανάσταση είναι το πρώτο αυθεντικό δημιούργημα του αυτοσχεδιασμού… το τελειότερα οργανωμένο χάος του σύμπαντος."
Τσε
"Υπάρχουν αλήθειες τόσο προφανείς που δεν ωφελεί να τις συζητά κανείς. Πρέπει να είσαι μαρξιστής με την ίδια φυσικότητα με την οποία είσαι υπέρ του Νεύτωνα στη φυσική ή υπέρ του Παστέρ στη βιολογία."
Τσε
"Ή είμαστε ικανοί να καταρίψουμε με επιχειρήματα τις αντίθετες απόψεις, ή πρέπει να τις αφήσουμε να εκφραστούν. Δεν είναι δυνατόν να καταρρίπτουμε απόψεις δια της βίας, γιατί αυτό μπλοκάρει οποιαδήποτε ελεύθερη ανάπτυξη της νοημοσύνης."
Τσε (Ο σοσιαλισμός και ο νέος άνθρωπος)
"Προπαντός να είστε πάντοτε ικανοί να νιώσετε όσο πιο βαθιά γίνεται οποιαδήποτε αδικία που διαπράττεται κατά του οποιουδήποτε, σ’ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Είναι η πιο όμορφη αρετή ενός επαναστάτη." Ο μπαμπάς (Γράμμα στα παιδιά του)
(Τα κείμενα από το βιβλίο «CHE, εικόνες μιας ζωής», εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2001. Επιλογή φωτογραφιών "Οικοδόμος")

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Έρωτας: Τι είναι ο Έρωτας; Αλέν Μπαντιού

Αλέν Μπαντιού: Τι είναι ο Έρωτας;


Έγκον Σίλε
Αγκαλιά (Οι Εραστές)
1917
Λάδι σε καμβά
100 x 170.2 εκ.
Osterreichische Galerie, Βιέννη
http://stodivanimetolacan.blogspot.gr

Για διάφορους ορισμούς της αγάπης που δεν θα διατηρηθούν

Η φιλοσοφία ή μια φιλοσοφία συγκροτεί τον τόπο της στη σκέψη μέσω των απορρίψεων και των διακηρύξεων.  Γενικά η απόρριψη των σοφιστών και η διακήρυξη ότι υπάρχουν αλήθειες. Σε αυτή την περίπτωση ισχύει:

A) Η απόρριψη της συγχωνευτικής αντίληψης   για τον έρωτα. Ο έρωτας δεν είναι αυτό που κάνει  Ένα σε έκσταση διαμέσου ενός Δύο που δίνεται δομικά.  Αυτή η απόρριψη είναι ταυτόσημη με την απόρριψη του Είναι- προς – θάνατο. Αυτό συμβαίνει επειδή ένα Ένα μπορεί να θεωρηθεί πέρα από το Δύο μόνο ως απώθηση του πολλαπλού. Έτσι έχουμε την μεταφορά της νύχτας, την επίμονη ιεροποίηση του έρωτα, ο τρόμος  που πραγματώνεται στον κόσμο, ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Βάγκνερ.  Για  τις κατηγορίες μου είναι μια φιγούρα καταστροφής και ως τέτοια σχετίζεται με τη γενόσημη διαδικασία του έρωτα. Αυτή η καταστροφή δεν είναι η καταστροφή του έρωτα αλλά η ανάμνηση ενός φιλοσοφήματος, του φιλοσοφήματος του Ενός.

B) Η απόρριψη του έρωτα ως ακρωτηριασμού. Ο έρωτας δεν είναι η θυσία του Ίδιου στον βωμό του Άλλου. Παρακάτω θα υποστηρίξω ότι έρωτας δεν είναι ούτε  καν  μια εμπειρία του Άλλου. Είναι μια εμπειρία του κόσμου, της κατάστασης κάτω από τη μετα- συμβαντική συνθήκη ότι υπήρχαν Δύο.  Εύχομαι να υφαιρέσω τον Έρωτα από όλη τη διαλεκτική της Ετερότητας.

Γ) Η απόρριψη της «υπερδομικής» ή ψευδαισθησιακής αντίληψης του έρωτα , αγαπητή σε μια πεσιμιστική παράδοση  Γάλλων μοραλιστών. Με αυτή την έννοια εννοώ την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αγάπη είναι ένα διακοσμητικό ομοίωμα που προσπερνά το πραγματικό του σεξ ή ότι η επιθυμία και η σεξουαλική ζήλεια είναι το θεμέλιο του έρωτα. Ο Λακάν περιστασιακά περιτριγυρίζει αυτή την ιδέα όταν λέει ότι για παράδειγμα ότι  ο έρωτας είναι αυτό που υποκαθιστά την αποτυχία της σεξουαλικής σχέσης.  Όμως λέει και το αντίθετο όταν δίνει στον έρωτα έναν οντολογικό χαρακτήρα αυτόν του χείλους του Είναι.  Όμως πιστεύω ότι ο έρωτας δεν παίρνει την θέση από οτιδήποτε. Ο έρωτας συμπληρώνει κάτι που είναι τελείως διαφορετικό. Μόνον καταστρέφεται από πλανεμένη εικασία ότι είναι σχέση.   Αλλά δεν είναι. Είναι μια παραγωγή αλήθειας. Τι Αλήθεια ; ότι και το Δύο και όχι μόνο το Ένα λειτουργούν στην κατάσταση. 

  
Ο διαχωρισμός

Έρχομαι τώρα στις διακηρύξεις .  Αυτό που τίθεται σε ερώτηση είναι μια αξιωματική του έρωτα.  Γιατί να προχωρήσουμε με αυτό τον τρόπο; Στηριζόμενοι στον Πλάτωνα :  Ο έρωτας δεν είναι σε καμιά περίπτωση άμεσα συνειδητή στο ερωτευμένο υποκείμενο. Η σχετική φτώχεια των φιλοσόφων που προχώρησαν σε διακηρύξεις σχετικά με το τι είναι ο έρωτας οφείλεται και είμαι πεπεισμένος για αυτό στο ότι εκκινούν από την οπτική της ψυχολογίας ή από μια θεωρία των παθών.  Αν ο έρωτας υπονοεί τις ανοησίες και τα βάσανα αυτών που είναι ερωτευμένοι δεν ανταποκρίνεται στην ταυτότητά της μέσα από αυτές τις εμπειρίες. Αντιθέτως είναι αυτή η ταυτότητα από την οποία εξαρτάται κάποιος για να γίνει υποκείμενο του έρωτα.  

Η πρώτη μου τοποθέτηση είναι η ακόλουθη:

Α)Υπάρχουν δύο θέσεις της εμπειρίας.

Η εμπειρία στην πιο γενική της έννοια, την κατάσταση. Υπάρχουν δύο θέσεις : οι δύο θέσεις είναι έμφυλες η μία ονομάζεται γυναίκα και η άλλη άνδρας. Για την ώρα η προσέγγιση είναι αυστηρά νομιναλιστική: δεν υπάρχει ερώτημα για εμπειρική, βιολογική ή κοινωνική διανομή. Υπάρχουν δύο θέσεις που θεμελιώνονται αναδραστικά. Η αγάπη είναι αυτή που μας δίνει την εξουσία να μιλάμε για την ύπαρξη των δύο θέσεων. Γιατί; Εξαιτίας της δεύτερης τοποθέτησης η οποία αναφέρει:

Β) Οι δύο θέσεις είναι απολύτως διαχωρίσιμες.

Το απολύτως πρέπει να εκθληφθεί κυριολεκτικά: τίποτα δεν είναι κοινό στις θέσεις του άνδρα και της γυναίκας. Τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι  οι θέσεις δεν χωρίζουν σε μέρη την εμπειρία και δεν υπάρχει παρουσίαση που να επηρεάζει τον «άνδρα» ή τη «γυναίκα» όπως ζώνες σύμπτωσης ή διασταύρωσης. Κάθε τι παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην επιβεβαιώνεται καμία σύμπτωση μεταξύ αυτού που επηρεάζει τη μια θέση και αυτού που επηρεάζει την άλλη. Θα ονομάσουμε αυτή την κατάσταση σχέσεων «διάζευξη». Οι έμφυλες θέσεις είναι υπό διάζευξη αναφορικά με την εμπειρία εν γένει. Η απόκλιση δεν είναι παρατηρήσιμη  και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας εμπειρίας ή μιας ευθείας γνώσης (savoir). Όλες αυτές οι εμπειρίες ή γνώσεις τοποθετούνται μέσα στον διαχωρισμό και ποτέ δεν θα καταλήξουν σε κάτι που επιβεβαιώνει την άλλη θέση. Για να έχει κανείς γνώση αυτής της απόκλισης-δομική γνώση- πρέπει να υπάρχει μια τρίτη θέση. Αυτό απαγορεύεται από την τρίτη τοποθέτηση:

Γ) Δεν υπάρχει τρίτη θέση.

Η ιδέα μιας τρίτης θέσης εμπλέκει μια φαντασιακή λειτουργία αυτή του αγγέλου. Η συζήτηση σχετικά με το φύλο των αγγέλων είναι τόσο σημαντική επειδή το διακύβευμά της είναι η απόφανση σχετικά με την απόκλιση. 
Η ιδέα μιας τρίτης θέσης εμπλέκει μια φαντασιακή λειτουργία αυτή του αγγέλου. Η συζήτηση σχετικά με το φύλο των αγγέλων είναι τόσο σημαντική επειδή το διακύβευμά της είναι η απόφανση σχετικά με την διάζευξη.
Τι είναι λοιπόν αυτό  που κάνει δυνατό για μένα να αναφερθώ στην διάζευξη χωρίς να προσφύγω ή χωρίς να κατασκευάσω έναν άγγελο;  Εφόσον η κατάσταση είναι ανεπαρκής απαιτεί συμπλήρωση όχι από μια τρίτη δομική θέση αλλά από ένα ενικό συμβάν. Αυτό το  συμβάν αποτελεί την αρχή της ερωτικής διαδικασίας και θα την ονομάζουμε συνάντηση.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

H αράχνη και η μύγα





Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΜΥΓΑ - του Β.Λίμπνεχτ 






http://wwwpraxisred.blogspot.grΌλοι την γνωρίζετε, αυτό το κοιλαράδικο έντομο με το τριχωτό γλοιώδες σώμα, που καραδοκεί σε σκοτεινά μέρη, όσο το δυνατό μακριά από το φως της ημέρας, και υφαίνει το θανατηφόρο ιστό της, στον οποίο η απρόσεκτη ή επιπόλαια Μύγα πιάνεται και σκοτώνεται. Αυτό το άσχημο τέρας με τα στρογγυλά άψυχα γυάλινα μάτια και γαμψά αδύναμα και μακριά μπροστινά πόδια τόσο βολικά για να πιάνει και να πνίγει το θύμα του είναι η Αράχνη. Νάτη, ψυχρή και ακίνητη, κάθεται στη γωνία της, περιμένοντας την λεία της να πέσει στα νύχια της' ή, δαιμονικά υφαίνει το θανατηφόρο νήμα της για να παγιδέψει και να πιάσει την αδύνατη Μύγα χωρίς τύψεις. Το αποκρουστικό πλάσμα πασχίζει, συχνά με απεριόριστους κόπους, για να τελειοποιήσει τον ιστό της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε η λεία της να μην μπορεί ποτέ να δραπετεύσει. Αρχικά γνέθει ένα νήμα, στη συνέχεια δυο και τρία - και ακόμα περισσότερα και ακόμα περισσότερα. Σταυρώνει και ξανασταυρώνει τα νήματα έτσι ώστε στον επιθανάτιο ρόγχο τους τα θύματα δεν θα σκίσουν τον ιστό ή σπάνια τον ταρακουνήσουν.

Επιτέλους, ο ιστός είναι έτοιμος, η παγίδα...έχει μπει, δεν υπάρχει διέξοδος - η Αράχνη αποσύρεται στο κρησφύγετο της και περιμένει μια αγαθιάρικη Μύγα, παρακινούμενη από την πείνα, να πλησιάσει προς αναζήτηση τροφής. Η Αράχνη δεν περιμένει πολύ και η Μύγα έρχεται. Το κακόμοιρο πράγμα κοιτάζει εδώ και εκεί και πέφτει κατευθείαν στα απλωτά νήματα, τρομοκρατείται, μπερδεύεται και μπλέκεται, προσπαθεί να κρατηθεί και αυτό είναι το τέλος. Μόλις η Αράχνη δει ότι έπιασε το θύμα της, αφήνει την κρυψώνα της και κατευθύνεται αργά προς τη λεία της με πεινασμένα μάτια και τις άπληστες κεραίες της. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστεί. Το απαίσιο πλάσμα γνωρίζει πολύ καλά ότι μόλις πιαστεί, το άτυχο έντομο δεν μπορεί να ξεφύγει. Πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά, μελετά το θύμα της με τα χωρίς λάμψη μάτια της και το αποτρελαίνει. Η Μύγα τρέμει από το φόβο της καθώς βλέπει τον κίνδυνο που πλησιάζει, προσπαθεί να ξεφύγει από τα γλοιώδη νήματα, προσπαθεί με κόπο να δραπετεύσει και εξαντλείται από τις απελπισμένες προσπάθειες.

Οι προσπάθειες της όμως δεν έχουν αποτέλεσμα, ο κόπος της είναι άσκοπος. Μπλέκεται ακόμα πιο πολύ μέσα στον ιστό και η Αράχνη πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ. Ολοένα και περισσότερα νήματα τυλίγονται γύρω της. Μπερδεύεται σε ολοένα και περισσότερα δίχτυα με κάθε κίνηση που κάνει για να ξεφύγει από το δίχτυ της αράχνης, του οποίου το λεπτοκαμωμένο και όμως τόσο αποτελεσματικό πλέγμα την έχουν παγιδέψει. Τελικά, με κομμένη την ανάσα και εξαντλημένη, όλη η αντίσταση της έχει χαθεί. Είναι στο έλεος του εχθρού της, του κατακτητή της, της τρομερής Αράχνης! Στη συνέχεια το σιχαμερό πλάσμα βγάζει τις τριχωτές κεραίες της, πιάνει και φυλακίζει την Μύγα στο θανατηφόρο εναγκαλισμό της. 

Έπειτα, αρχίζει να δαγκώνει το τρεμάμενο σώμα της εξασθενημένης λείας της, μια, δυο τρεις, αμέτρητες φορές ανάλογα τη δίψα και την όρεξή της. Αφού σβήσει προσωρινά τη δίψα της για αίμα, την αφήνει μισοπεθαμένη. Έπειτα ξαναγυρίζει και την ρουφά για ακόμη μια φορά. Κάνει το ίδιο πράγμα έως ότου καταβροχθίσει τελείως την άτυχη Μύγα, έως ότου αποστραγγίξει όλο το αίμα και τους θρεπτικούς χυμούς από το σώμα της. Και διαρκεί πολύ, συχνά πάρα πολύ καιρό πριν το κακόμοιρο έντομο είναι τελείως νεκρό. Ο αιμοσταγής βρικόλακας δεν θα σταματήσει όσο ανιχνεύει ένα τρεμόσβηνα ζωής στο σώμα του θύματος της. Εισπνέει τη ζωή της, ρουφά τη δύναμη της, πίνει το αίμα της και την αφήνει μονάχα όταν τίποτα, τελείως τίποτα δεν μένει για να πάρει. Η κακόμοιρη νεκρή Μύγα, ξεζουμισμένη και ελαφρότερη από φτερό στη συνέχεια πέφτει από τον ιστό της. Η πρώτη ριπή ανέμου την μεταφέρει και όλα έχουν τελειώσει.

Η Αράχνη, παρόλα αυτά, επιστρέφει στο κρησφύγετο της, χορτάτη και ευχαριστημένη. Είναι ευτυχισμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο, χαρούμενη με την γνώση ότι οι έντιμοι άνθρωποι είναι ικανοί να προχωρούν στον κόσμο. Εσείς οι εργάτες της πόλης και της υπαίθρου είστε η Μύγα που είναι ξεζουμισμένη και νεκρή, η Μύγα που έχει καταβροχθιστεί και με το αίμα της οποίας άλλοι ζουν! Εσείς οι καταπιεσμένοι, εσείς οι διανοούμενοι, οι βιομηχανικοί εργάτες, εσείς οι τρομαγμένες νεαρές παρθένες και οι τσαλαπατημένες γυναίκες που δεν τολμάτε να υπερασπίσετε τα δικαιώματά σας, εσείς τα άτυχα θύματα των πολέμαρχων, με μια λέξη, όλοι εσείς που είστε φτωχοί και εκμεταλλευόμενοι, που σας πετάνε όταν δεν έχει μείνει τίποτα να ρουφήξουν από τις φλέβες σας, εσείς που είστε οι παραγωγοί όλου του πλούτου, η ψυχή, το μυαλό, η ζωτική δύναμη της χώρας και που δεν σας αναγνωρίζουν κανένα δικαίωμα πέρα από το να έχετε ένα άθλιο θάνατο σε κάποια γωνιά υπάκουα και ήρεμα, ενώ το αίμα σας, ο ιδρώτας σας, ο μόχθος σας, οι σκέψεις σας χρησιμοποιούνται να κάνουν μεγάλους και ισχυρούς αυτούς που είναι τα αφεντικά και οι καταπιεστές σας: οι απεχθείς Αράχνες.

Η Αράχνη είναι τα αφεντικά, οι κεφαλαιούχοι, οι εκμεταλλευτές, οι κερδοσκόποι, οι καπιταλιστές, οι εκμαυλιστές, το ανώτατο ιερατείο, το παράσιτο κάθε είδους, ο δυνάστης κάτω από τον οποίο υποφέρουμε, ο δημιουργός του κακού, των καταπιεστικών νόμων, ο τύραννος που μας σκλαβώνει. Η Αράχνη είναι όλοι όσοι ζουν σε βάρος των άλλων, που μας ποδοπατεί, που χλευάζει τα βάσανά μας και τις μάταιες προσπάθειες μας. Η Μύγα είναι ο φτωχός εργάτης που πρέπει να υποκύψει σε όλους τους δρακόντειους νόμους που ο εργοδότης μπορεί να επιθυμήσει να περάσει επειδή ο άτυχος άνθρωπος δεν έχει τα μέσα για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του. Η Αράχνη είναι ο ιδιοκτήτης των μεγάλων εργοστασίων που κερδίζει 6 με 8 μάρκα την ημέρα από τον κάθε εργάτη του και όμως έχει το θράσος, όχι να παραχωρεί, αλλά να τους δίνει φιλεύσπλαχνα ένα μισθό πείνας 2 με 3 μάρκα για 12 με 14 ώρες εργασίας.

Η Μύγα είναι ο ανθρακωρύχος που θυσιάζει τη ζωή του στον βρώμικο αέρα του ορυχείου για να αποσπάσει από τη γη θησαυρούς που δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσει. Η Αράχνη είναι ο κύριος Μέτοχος, του οποίου οι μετοχές διπλασιάζονται και τριπλασιάζονται σε αξία και όμως ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος, που επιθυμεί ακόμα πιο υψηλά μερίσματα, που ληστεύει από τους εργάτες τους καρπούς της εργασίας τους και που ο οποίος αν τολμήσουν οι εργάτες να ζητήσουν έστω και την ελαχιστότατη αύξηση καλεί τον στρατό ώστε οι "στασιαστές" να "γευτούν" τις σφαίρες τους. Η Μύγα είναι το παιδί που στην πιο τρυφερή ηλικία πρέπει να σκλαβωθεί στο εργοστάσιο και στο εργαστήριο και στο σπίτι να βοηθά να τα βγάλουν πέρα. Η Αράχνη δεν είναι οι γονείς που οι ανάγκες τους εξαναγκάζουν να θυσιάζουν τα παιδιά τους. Είναι οι σημερινές άθλιες συνθήκες που μετατρέπουν σε σιδερένιο κανόνα αυτές τις διαστροφές των φυσικών αισθημάτων, αυτή την καταστροφή των οικογενειών μας.

Η Μύγα είναι η έντιμη κόρη του λαού, που προσπαθεί να κερδίσει τίμια το ψωμί της αλλά δεν μπορεί να βρει δουλειά αν δεν υποκύψει στις λάγνες επιθυμίες του εργοστασιάρχη ή του διευθυντή, που την κακοποιεί και έπειτα - συχνά με ένα παιδί να έρχεται - άσπλαχνα και αναίσθητα την πετά στο δρόμο για να αποφύγει το "σκάνδαλο". Η Αράχνη είναι ο νεαρός λιμοκοντόρος, το άεργο κοπρόσκυλο της "καλής" οικογένειας που επιδεικτικά αποπλανά αθώες παρθένες και τις σέρνει στο βούρκο, που θεωρεί τιμή να έχει ατιμάσει όσο το δυνατό περισσότερες νεαρές κοπέλες.

Η Μύγα είστε εσείς, οι σκληρά εργαζόμενοι καλλιεργητές, εσείς που καλλιεργείτε τη γη για τους πλούσιους φεουδάρχες, εσείς που σπέρνετε τα σιτηρά που δεν δρέπετε, εσείς που καλλιεργείτε τους καρπούς που δεν γεύεστε. Η Αράχνη είναι ο Βαρόνος που αναγκάζει τους φτωχούς κολίγους, τους δουλοπάροικους και τους μεροκαματιάρηδες εργάτες να δουλεύουν χωρίς μια στιγμή ξεκούραση έτσι ώστε αυτός να κάνει μια ζωή οκνηρίας, άνεσης και μεγαλοσύνης, ο Βαρόνος που αυξάνει τα νοίκια και εξαφανίζει την αξία της έντιμης εργασίας.

Η μύγα είμαστε όλοι εμείς οι φτωχοί και απλοί άνθρωποι που για αιώνες τρέμαμε μπροστά στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας, που προσκυνούσαμε μπροστά στην κληρική κατάρα, που πολεμούσαμε και σκλαβώσαμε ο ένας τον άλλο για την μεγαλύτερη δόξα και ευχαρίστηση της Εκκλησίας, που έχουμε γονατίσει, που έχουμε αφήσει τους καταπιεστές μας να απολαμβάνουν τους καρπούς της αδικίας τους επειδή ήμασταν πνευματικά ανάπηροι από την αποχαυνωμένη επιρροή της θρησκευτικής διδασκαλίας τους. Η Αράχνη είναι ο ρασοφόρος παπάς με το υποκριτικό και λάγνο βλέμμα του, που συγχύζει τα απλά μυαλά του ποιμνίου του με την άθλια διδασκαλία του και καλλιεργεί το πνεύμα της υποτακτικότητας και της δουλείας, που δηλητηριάζει τις ψυχές και καταστρέφει έθνη ολόκληρα, όπως στην περίπτωση της Πολωνίας. Με μια λέξη, η Μύγα είναι ο καταπιεσμένος, ο σκλαβωμένος, ο εκμεταλλευόμενος ενώ η Αράχνη είναι ο αισχρός κερδοσκόπος, ο άνομος δυνάστης όποιο όνομα και αν φέρει.

Η Αράχνη κάποτε συνήθιζε να υφαίνει τον ιστό της από τα μεγάλα κάστρα και τα αρχοντικά. Σήμερα προτιμά να βρίσκεται στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, στα πλούσια καταλύματα των ευλογημένων της εποχής μας. Την βρίσκεις κυρίως στις πόλεις των εργοστασίων, αν και στήνει τη φωλιά της και στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις. Βρίσκεται όπου ανθεί η εκμετάλλευση, όπου ο εργάτης, ο χωρίς ιδιοκτησία προλετάριος, όπου ο μικροτεχνίτης, ο εργάτης του μεροκάματου και ο μικρός αγρότης που βαρύνεται από τα χρέη άσπλαχνα εκτίθενται στην ανεξέλεγκτη απληστία των κερδοσκόπων. Όπου και αν βρίσκεται, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, θα δείτε τα κακόμοιρα έντομα μάταια να παλεύουν στους ιστούς των εχθρών τους. Θα τα δείτε να εξαντλούνται, να στερεύουν και να πεθαίνουν.

Τι φοβερές τραγωδίες έχουν συμβεί στους αιώνες σε αυτή την μάχη ανάμεσα στην αδύναμη και συνεσταλμένη Μύγα και την άσπλαχνη Αράχνη! Είναι μια τερατώδης ιστορία βασάνων. Τότε γιατί να την ξαναπούμε Ότι πέρασε πέρασε, ας μιλήσουμε για το παρόν και το μέλλον. Ας δούμε από πιο κοντά την σημερινή πάλη μεταξύ της Αράχνης και της Μύγας, ας γνωρίσουμε την κατάσταση όπως είναι, ας συνειδητοποιήσουμε Μύγες ακριβώς τις παγίδες μας βάζουν οι εχθροί μας, ας δούμε μέσα από τα κόλπα τους και πάνω από όλα, ας ενωθούμε εμείς, που μεμονωμένοι είμαστε πολύ αδύνατοι για να καταστρέψουμε τον ιστό που μας έχει πιάσει. Ας σπάσουμε τις αλυσίδες που μας περιορίζουν, ας βγάλουμε τους εχθρούς μας από τους κρυψώνες τους, ας ρίξουμε το ακτινοβόλο φως της λογικής παντού, έτσι ώστε ποτέ πάλι το αηδιαστικό πλάσμα να μην μπορεί να φτιάχνει τη δολοφονική χειροτεχνία του στο σκοτάδι!

Ω, Μύγες αν το θέλατε, αν πραγματικά το θέλατε, θα μπορούσατε να είσαστε ανίκητες! Πράγματι, οι Αράχνες είναι ακόμα ισχυρές σήμερα, αλλά είναι λίγες. Ακόμα και αν εσείς οι Μύγες είστε αρκετά ασήμαντες και χωρίς επιρροή, αριθμητικά φτιάχνετε στρατό, είστε η ίδια η ζωή, είστε ο κόσμος - αν πραγματικά το θέλατε. Αν μόνο ενωνόσασταν, αν όλες μαζί επιτίθεστε θα καταστρέφατε όλα τα νήματα, θα σαρώνατε όλους τους ιστούς της αράχνης που σας παγιδεύουν σήμερα, που σας κάνουν να υποφέρετε και να πεθαίνετε από την πείνα. Θα μπορούσατε να εξαφανίσετε την φτώχεια και την δουλεία, αν πραγματικά το θέλατε.

Γι΄ αυτό μάθετε να θέλετε.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Η παγκόσμια αταξία στις αρχές του 21ου αιώνα

Έρικ Χομπσμπάουμ

http://gregordergrieche.blogspot.gr
Ο Έρικ Χομπσμπάουμ μιλάει για τις ανατροπές στην παγκόσμια τάξη, τις αλλαγές στον κόσμο της εργασίας, τους νέους ταξικούς διαχωρισμούς, την Κρίση του 1929 και τη σημερινή, το έθνος-κράτος, τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις και τα υπερεθνικά μορφώματα. Η συνέντευξη, με τίτλο «World distempers» δημοσιεύθηκε στο επετειακό τεύχος, αρ. 61 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010) του «New Left Review».
Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης και Κ. Σπαθαράκης

Διακρίνω πέντε βασικές αλλαγές. Πρώτον, τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του πλανήτη από τον Βόρειο Ατλαντικό προς τη Νοτιοανατολική Ασία. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στην Ιαπωνία τις δεκαετίες του 1970 και 1980, αλλά η άνοδος της Κίνας, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Δεύτερον, ασφαλώς, την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, την οποία είχαμε προβλέψει, χρειάστηκε όμως πολύ καιρό για να εκδηλωθεί. Τρίτον, την παταγώδης αποτυχία της προσπάθειας των ΗΠΑ να κατακτήσουν τον ρόλο της μοναδικής ηγέτιδας δύναμης μετά το 2001 — η αποτυχία είναι ολοφάνερη. Τέταρτον, την ανάδυση μιας νέας ομάδας αναπτυσσόμενων χωρών –«των brics» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα)– ως πολιτικής οντότητας, που δεν είχε συντελεστεί όταν έγραφα την Εποχή των άκρων. Και, πέμπτον, την αποσάθρωση και συστηματική αποδυνάμωση της εξουσίας των κρατών: της εξουσίας των εθνικών κρατών στις επικράτειές τους, αλλά και, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, κάθε είδους αποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Είναι κάτι που ίσως ήταν προβλέψιμο, αλλά συνέβη με ταχύτητα που δεν την περίμενα ποτέ.
* Τι άλλο σας έχει προξενήσει έκπληξη έκτοτε;

Δεν έχει πάψει να με εκπλήσσει η πλήρης παραφροσύνη του νεοσυντηρητικού πολιτικού σχεδίου, οι οπαδοί του οποίου όχι μόνο διατείνονταν πως η Αμερική αποτελούσε το μέλλον, αλλά επιπλέον πίστευαν ότι είχαν διαμορφώσει μια στρατηγική για την επίτευξη του στόχου αυτού. Αν καταλαβαίνω καλά, με ορθολογικούς όρους, δεν διαθέτουν κάποια συνεκτική στρατηγική. Δεύτερον –κάτι μικρότερης σημασίας, που δεν παύει ωστόσο να είναι σημαντικό– η αναβίωση της πειρατείας, την οποία είχαμε εν πολλοίς ξεχάσει: είναι κάτι το καινούργιο. Τρίτον, μια εξέλιξη σε τοπικό επίπεδο: η κατάρρευση του μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη, την οποία αληθινά δεν περίμενα.
* Μπορείτε να οραματιστείτε κάποια πολιτική ανασυγκρότηση αυτού που κάποτε ήταν η εργατική τάξη;

Όχι με την παραδοσιακή της μορφή. Ο Μαρξ είχε αναμφισβήτητα δίκιο όταν προέβλεπε τον σχηματισμό μεγάλων ταξικών κομμάτων σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Αυτά τα κόμματα όμως, αν ήταν επιτυχημένα, δεν λειτουργούσαν αυστηρά ως κόμματα της εργατικής τάξης: αν ήθελαν να επεκταθούν πέρα από τα αυστηρά όρια μιας περιορισμένης τάξης, το κατάφερναν ως λαϊκά κόμματα, που δομούνταν στη βάση μιας οργάνωσης που επινοήθηκε από και για τους σκοπούς της εργατικής τάξης. Ακόμα κι έτσι, η ταξική συνείδηση έθετε όρια. Στη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα δεν πήρε ποτέ πάνω από το 50% των ψήφων. Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, όπου το ΚΚΙ ήταν πολύ περισσότερο ένα λαϊκό κόμμα. Στη Γαλλία, η Αριστερά βασίστηκε σε μια σχετικά αδύναμη εργατική τάξη, η οποία όμως ισχυροποιούνταν πολιτικά χάρη σε μια λαμπρή επαναστατική παράδοση, της οποίας κατάφερε να γίνει ο βασικός κληρονόμος – γεγονός που έκανε και την ίδια και την Αριστερά να αποκτήσουν πολύ μεγάλη επίδραση. Η παρακμή της εργατικής τάξης των χειρωνακτών φαίνεται πως είναι οριστική. Υπάρχουν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν βέβαια, πολλοί άνθρωποι που εργάζονται ακόμα ως χειρώνακτες και η υπεράσπισή τους παραμένει μείζον καθήκον για όλες τις αριστερές κυβερνήσεις.
Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί πλέον να αποτελεί την κύρια βάση των ελπίδων τους: δεν διαθέτουν πλέον, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, πολιτική δυναμική, επειδή έχουν απολέσει την προοπτική οργάνωσης της παλιάς εργατικής τάξης. Υπήρξαν τρεις ακόμα σημαντικές αρνητικές εξελίξεις. Η πρώτη είναι, ασφαλώς, η ξενοφοβία – η οποία, για το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, είναι, σύμφωνα με τη ρήση του Αύγουστου Μπέμπελ, «ο σοσιαλισμός των ηλιθίων»: διασφαλίζω τη δουλειά μου ενάντια σε ανθρώπους που τους αντιμετωπίζω σαν ανταγωνιστές. Όσο πιο αδύναμο είναι το εργατικό κίνημα, τόσο αυξάνεται η απήχηση της ξενοφοβίας. Δεύτερον, μεγάλο μέρος των ελαφρότερων χειρωνακτικών εργασιών δεν είναι πια μόνιμες, αλλά περιστασιακές: φοιτητές ή μετανάστες που δουλεύουν στον τομέα του επισιτισμού, για παράδειγμα. Ως εκ τούτου, δεν είναι εύκολο να οργανωθούν πολιτικά. Οι μόνοι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας που θα μπορούσαν να οργανωθούν εύκολα είναι όσοι έχουν ως εργοδότη τις δημόσιες υπηρεσίες, κι αυτό επειδή οι τελευταίες είναι πολιτικά ευάλωτες. Η τρίτη και πιο σημαντική εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, είναι το διευρυνόμενο χάσμα που δημιουργείται από ένα νέο ταξικό κριτήριο: την εισαγωγή σε σχολές και πανεπιστημιακά ιδρύματα ως εισιτήριο για κάποια θέση εργασίας. Αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε, αν θέλετε, αξιοκρατία· αλλά αξιολογείται, θεσμοποιείται και διαμεσολαβείται από τα εκπαιδευτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα είναι μια εκτροπή της ταξικής συνείδησης από την εναντίωση στους εργοδότες προς την εναντίωση στους πάσης φύσεως κηφήνες: διανοούμενους, φιλελεύθερες ελίτ, ανθρώπους που τρώνε τα λεφτά μας. Η Αμερική είναι ένα κλασικό παράδειγμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι άγνωστη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ρίξετε μια ματιά στις βρετανικές εφημερίδες.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα μια περίπλοκη, καθώς ολοένα και περισσότερο, ένα διδακτορικό ή τουλάχιστον ένα μεταπτυχιακό προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες πλουτισμού. Μπορεί να υπάρξουν νέες κοινωνικές δυνάμεις; Αυτό αποκλείεται, τουλάχιστον όσον αφορά μια μεμονωμένη τάξη, και αν θέλετε τη γνώμη μου ουδέποτε είχε συμβεί. Υπάρχει μια προοδευτική πολιτική συμμαχιών, ακόμα και σχετικά μόνιμων συμμαχιών όπως, λ.χ., ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη που διαβάζει τον Guardian και των διανοούμενων (ανθρώπων με υψηλή μόρφωση, οι οποίοι γενικότερα κλίνουν, σε μεγάλο βαθμό, προς την Αριστερά) με τη μάζα των φτωχών και απαίδευτων. Και οι δύο αυτές ομάδες έχουν ουσιώδη σημασία για ένα τέτοιο κίνημα, αλλά ίσως είναι πιο δύσκολο να συμμαχήσουν από ό,τι παλιότερα. Κι αυτό γιατί, υπό μία έννοια, είναι εφικτό οι φτωχοί να ταυτιστoύν με τους δισεκατομυριούχους, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέγοντας: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν ποπ σταρ!». Αλλά κανένας δεν μπορεί να πει: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν νομπελίστας!». Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για τον πολιτικό συντονισμό και συνεργασία των ανθρώπων που αντικειμενικά θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια πλευρά.
* Ποια σχέση θεωρείτε ότι υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση;

Η κρίση του 1929 δεν ξεκίνησε από τις τράπεζες· οι τράπεζες κατέρρευσαν μόνο δύο χρόνια αργότερα. Αντίθετα, το χρηματιστήριο πυροδότησε μια απότομη κάμψη της παραγωγής, συνοδευόμενη από πολύ υψηλότερη ανεργία και μια πολύ έντονη πτώση στην παραγωγή. Υπήρξαν αρκετά προανακρούσματα της παρούσας ύφεσης, σε αντίθεση με εκείνη του 1929 που έπεσε σχεδόν σαν κεραυνός. Θα έπρεπε έχει γίνει αντιληπτό, αρκετά εγκαίρως, ότι ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός δημιούργησε μια τεράστια αστάθεια στη λειτουργία του καπιταλισμού. Μέχρι το 2008 η αστάθεια αυτή φαινόταν να επηρεάζει μόνο μερικές περιφερειακές περιοχές: τη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 21ου αιώνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Ρωσία. Στα ισχυρά κράτη, το μόνο που συνέβαινε ήταν να καταρρέει περιστασιακά το χρηματιστήριο και στη συνέχεια να ανακάμπτει σχετικά γρήγορα. Μου φαίνεται ότι το πραγματικό σημάδι του κακού που θα συνέβαινε θα μπορούσε να είναι η κατάρρευση του Long-Term Capital Management1 το 1998, γεγονός που έδειξε πόσο λάθος ήταν συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο· ωστόσο δεν αντιμετωπίστηκε έτσι.
Παραδόξως, οδήγησε μια σειρά επιχειρηματίες και δημοσιογράφους να ανακαλύψουν ξανά τον Καρλ Μαρξ, θεωρώντας πως το έργο του έχει ενδιαφέρον για την κατανόηση της σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης οικονομίας· η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν είχε καμία σχέση με την παραδοσιακή Αριστερά. Η παγκόσμια οικονομία το 1929 ήταν λιγότερο παγκοσμιοποιημένη από ό,τι η σημερινή. Αυτό είχε σίγουρα κάποιες επιπτώσεις – για παράδειγμα ήταν πολύ ευκολότερο στους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους να γυρίσουν στα χωριά τους. Το 1929, σε μεγάλο μέρος του κόσμου εκτός Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, τα παγκοσμιοποιημένα τμήματα της οικονομίας δεν ήταν παρά μεμονωμένες νησίδες, που άφηναν το κύριο μέρος που τα περιέβαλλε αμετάβλητο. Η ύπαρξη της ΕΣΣΔ δεν είχε κάποια υλική επίπτωση στην Ύφεση, είχε όμως τεράστιες ιδεολογικές επιπτώσεις – υπήρχε εναλλακτική λύση. Από το 1990 και μετά, παρακουλουθούμε την άνοδο της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών, γεγονός που είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στην παρούσα ύφεση: συνέβαλαν στο να διατηρήσει η παγκόσμια οικονομία μια πολύ ομαλότερη πορεία, από ό,τι θα είχε χωρίς αυτές. Στην πραγματικότητα, ακόμη και στις ημέρες που ο νεοφιλελευθερισμός ισχυριζόταν ότι υπήρχε άνθηση, η πραγματική ανάπτυξη εμφανιζόταν, σε πολύ υψηλούς ρυθμούς, σε αυτές τις νέες αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως στην Κίνα. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε η Κίνα η ύφεση του 2008 θα ήταν πολύ πιο σοβαρή. Έτσι, γι’ αυτούς τους λόγους, σκέφτομαι ότι πιθανόν να μπορέσουμε να ανακάμψουμε πιο γρήγορα, παρόλο που μερικές χώρες –και κυρίως η Βρετανία– θα παραμείνουν βυθισμένες στην ύφεση για πολύ καιρό ακόμα.
* Ανέκαθεν ήσασταν κριτικός απέναντι τον εθνικισμό ως πολιτική δύναμη, εφιστώντας την προσοχή της Αριστεράς να μην προσπαθεί να τον προσεταιριστεί. Ωστόσο, έχετε επίσης αντιταχθεί έντονα στις παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας εν ονόματι των ανθρωπιστικών παρεμβάσεων. Ποια είδη διεθνισμού, μετά την κατάρρευση του διεθνισμού που είχε γεννήσει το εργατικό κίνημα, είναι επιθυμητά και εφικτά σήμερα;

Πρώτα απ’ όλα, ο «ανθρωπιστικισμός» (humanitarianism), ο ιμπεριαλισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν έχει καμία σχέση με τον διεθνισμό. Αποτελεί έκφανση είτε ενός αναγεννημένου ιμπεριαλισμού, ο οποίος βρίσκει μια κατάλληλη δικαιολογία για παραβιάσεις της κρατικής κυριαρχίας –μπορεί να υπάρχουν θαυμάσιες και ειλικρινείς δικαιολογίες– είτε, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, μια επαναβεβαίωση της πίστης στη μόνιμη υπεροχή της περιοχής που κυριαρχούσε στον πλανήτη από τον 16ο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα.
Στο κάτω κάτω, οι αξίες τις οποίες προσπαθεί να επιβάλει η Δύση είναι αξίες μιας περιοχής, και όχι κατ’ ανάγκην οικουμενικές. Αν είναι οικουμενικές, πρέπει να επαναδιατυπωθούν με διαφορετικούς όρους. Δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο αφεαυτού εθνικό ή διεθνές. Ο εθνικισμός υπεισέρχεται σε αυτό το ζήτημα επειδή η βασισμένη σε εθνικά κράτη διεθνής τάξη -το σύστημα της Βεστφαλίας- υπήρξε κατά το παρελθόν, καλώς ή κακώς, μια από τις ασφαλέστερες εγγυήσεις ενάντια στις εισβολές των ξένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αφ’ ης στιγμής το σύστημα έχει πλέον καταργηθεί, ο δρόμος είναι ανοιχτός για επιθετικούς και επεκτατικούς πολέμους – στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκηρύξει τη διεθνή τάξη της Βεστφαλίας. Ο διεθνισμός, που αποτελεί μια άλλη προοπτική σε σχέση με τον εθνικισμό, είναι ένα πιο περίπλοκο εγχείρημα. Μπορεί να είναι είτε ένα πολιτικά κενό σύνθημα, όπως υπήρξε στην πράξη για το διεθνές εργατικό κίνημα, οπότε δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο, είτε ένας τρόπος για την εξασφάλιση της ομοιομορφίας σε ισχυρούς συγκεντρωτικούς οργανισμούς όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή η Κομιντέρν. Ο διεθνισμός σήμαινε ότι, ως Καθολικός, ασπαζόσουν τα ίδια δόγματα και μετείχες στις ίδιες πρακτικές, ανεξάρτητα με το ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι· το ίδιο συνέβαινε θεωρητικά και στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων.
Σε ποιο βαθμό αυτό συνέβη πραγματικά και σε ποιο στάδιο έπαψε να συμβαίνει – ακόμα και στην Καθολική Εκκλησία – είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως, δεν εννοούμε κάτι τέτοιο με τον όρο «διεθνισμός». Το έθνος-κράτος ήταν και παραμένει το πλαίσιο για όλες τις πολιτικές αποφάσεις, στη χώρα μας ή στο εξωτερικό. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η δράση των εργατικών κινημάτων – και, στην πράξη, όλες οι πολιτικές δραστηριότητες – αναπτύσσονταν σχεδόν εξολοκλήρου στο πλαίσιο ενός κράτους. Ακόμα και εντός της Ε.Ε., η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί με εθνικούς όρους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει υπερ-εθνική εξουσία δράσης – μόνο ένας συνασπισμός χωριστών κρατών. Ίσως το φονταμενταλιστικό Ισλάμ να αποτελεί μια εξαίρεση, καθώς διεισδύει σε όλα τα κράτη, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Προηγούμενες απόπειρες όπως παν-αραβικά υπερκράτη (λ.χ. η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, ένωση της Αιγύπτου και της Συρίας) απέτυχαν ακριβώς χάρη στην αντοχή υφιστάμενων -πρώην αποικιακών- συνόρων.
*Διακρίνετε εγγενή εμπόδια σε κάθε προσπάθεια υπέρβασης των ορίων του έθνους-κράτους;

Οικονομικά, αλλά και από πολλές άλλες απόψεις -ακόμα και πολιτισμικά, σε κάποιο βαθμό- η επανάσταση των επικοινωνιών έχει δημιουργήσει έναν πραγματικά παγκόσμιο χώρο, στον οποίο υπάρχουν εξουσίες λήψης αποφάσεων με υπερεθνικό χαρακτήρα, υπερεθνικές δραστηριότητες και, βέβαια, κινήματα ιδεών, επικοινωνίες και άνθρωποι που λειτουργούν υπερεθνικά με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι ποτέ. Ακόμη και οι γλωσσικές κουλτούρες συμπληρώνονται τώρα από τα διεθνή ιδιώματα της επικοινωνίας.
Αλλά στην πολιτική δεν υπάρχει κανένας απόηχος όλων των παραπάνω· αυτή είναι η βασική αντίφαση την παρούσα στιγμή. Ένας από τους λόγους είναι ότι, στον 20ό αιώνα, η πολιτική είχε εκδημοκρατιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό – οι μάζες των απλών ανθρώπων συμμετείχαν σε αυτή. Γι’ αυτούς, το κράτος έχει ουσιώδη σημασία για την καθημερινότητα, την κανονικότητα και τις προοπτικές της ζωής τους. Απόπειρες έσωθεν διάλυσης του κράτους, με την αποκέντρωση, έχουν γίνει κυρίως τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια, και κάποιες από αυτές δεν ήταν ανεπιτυχείς – σίγουρα στη Γερμανία η αποκέντρωση πέτυχε σε αρκετούς τομείς, ενώ στην Ιταλία η περιφερειακή οργάνωση αποδείχθηκε πραγματικά χρήσιμη. Όμως, η προσπάθεια δημιουργίας υπερεθνικών κρατών δεν ευδοκίμησε.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Σε ένα βαθμό, υπονομεύθηκε από τους ιδρυτές της, οι οποίοι σκέφτονταν ακριβώς με όρους ενός υπερ-κράτους, ανάλογου με το εθνικό κράτος, απλώς μεγαλύτερου – στην πραγματικότητα, νομίζω ότι δεν υπήρχε τότε τέτοια δυνατότητα, και πάντως σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα. Η Ε.Ε. είναι μια ευρωπαϊκή ιδιοτυπία. Υπήρξαν κάποτε δείγματα ενός υπερεθνικού κράτους στη Μέση Ανατολή και αλλού, αλλά η Ε.Ε. είναι το μόνο πραγματικό εγχείρημα αυτού του είδους. Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μιας μεγαλύτερης ομοσπονδίας στη Νότια Αμερική. Εγώ τουλάχιστον θα στοιχημάτιζα εναντίον της. Αυτή η αντίφαση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα: από τη μια πλευρά υπάρχουν υπερεθνικές οντότητες και πρακτικές, που προκύπτουν από τη διαδικασία αποσάθρωσης του κράτους, στους τομείς που αυτό καταρρέει.
Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο -που δεν αποτελεί άμεση προοπτική στις ανεπτυγμένες χώρες- ποιος θα αναλάβει στη συνέχεια την αναδιανεμητική και τις άλλες λειτουργίες, τις οποίες μέχρι σήμερα επιτελεί το κράτος; Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα μίγμα συμβίωσης και σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα για κάθε μορφή λαϊκής πολιτικής σήμερα.
1. LTCM: Ένα από τα μεγαλύτερα διεθνώς hedge fund (αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων υψηλού ρίσκου). Παρόλο που δανειζόταν πολλαπλάσια κεφάλαια από τα πάγιά του, εξασφάλιζε υψηλές αποδόσεις. Θεωρούνταν εξαιρετικά αξιόπιστο, και σε αυτό τοποθετούσαν τα διαθέσιμά τους ακόμα και κεντρικές τράπεζες. Η ασιατική κρίση το 1997 και η ρωσική το 1998 το οδήγησαν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, γεγονός που απείλησε με κατάρρευση το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα

Η μετάφραση έγινε για την εφιμερίδα Αυγή. Πηγή: tvxs

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για αυτό

δεν ήμουν

Θα σε πετύχω τυχαία στο δρόμο. Καλησπέρα, τί κάνεις; Όλα καλά; Σκατά, τα ίδια, αντέχουμε. Θα περπατήσουμε μαζί.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις.http://tovytio.wordpress.com/
Δεν ήμουν φτιαγμένος να έρθω εδώ, να περπατήσω αυτούς τους δρόμους, να κοιτάξω αυτά τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις μέρες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις και θα σκέφτεσαι τις φωτογραφίες κάποιων διακοπών, τότε που ήμαστε όλοι είκοσι και τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. Τίποτα δεν έμπαινε ανάμεσα στον εαυτό και την επιθυμία.
Θα πεις. Ήμουν φτιαγμένος για εκείνη την μακρινή παραλία με την παράταιρη καντίνα, τις παγωμένες μπύρες και την πίτα κάτω απ’ το αρμυρίκι. Για αυτοσχέδιες συναυλίες, μυστήριες γυναίκες, σπιτικά ποτά, αγέραστα καφενεία και νυχτερινές μπάρες. Ήμουν φτιαγμένος για πρωινές βόλτες και σακούλες γεμάτες βιβλία. Για βραδινά μπάνια και κοφτές ντρίπλες.
Οι ώμοι μου ήταν φτιαγμένοι για ένα σακίδιο που θα ξυπνούσε στη μία μεριά του κόσμου και θα κοιμόταν στην άλλη. Τα δάχτυλά μου ήταν φτιαγμένα για να γράφω εξυπνακίστικες ιστορίες και εντυπώσεις από απερίγραπτα τοπία. Το στόμα μου ήταν φτιαγμένο για να γελάει με φριχτά ανέκδοτα και να πίνει (άλλο) ένα τελευταίο κονιάκ και να φιλάει εξωτικούς λαιμούς, ξαπλωμένα χέρια και σεντονένια πόδια.
Ήμουν φτιαγμένος να γνωρίσω τη δυστυχία του κόσμου ως μυθιστόρημα, κακιά ανάμνηση, μελαγχολική ταινία και δυσπρόφερτο πετίσιον.
Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.
Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.
Δεν περιμέναμε ότι πρέπει να βγάλουμε φωτιά απ’ τις λέξεις, ότι πρέπει να περπατήσουμε ξανά μαζί σε χαμένες απεργίες, ότι πρέπει να ηττηθούμε όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαυμάζαμε. Δεν περιμέναμε ότι η ζωή θα μας ζητήσει το λόγο.
Και τώρα, μείναμε να περπατάμε ανάμεσα στα λυσσασμένα για αίμα θύματα . Ο χαλασμός παντού γύρω. Ίσως κάναμε λάθος, ίσως ήμαστε αφελείς, ίσως συνοψίσαμε το όνειρο σε ότι χωρούσε στην αγοραστική μας δύναμη.
Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για αυτό, θα σου πω.




Ύστερα, θα κοιτάξουμε τριγύρω, τους δρόμους που περπατήσαμε. Την Καραγιώργη Σερβίας, την Αιόλου, την Αθηνάς απ’ την Ομόνοια ως την Πλάκα. Περιφερόμενοι μετανάστες, μικρομάγαζα, βιοτεχνίες, παπατζήδες, διάσημα εμπορικά καταστήματα, ξεχασμένες κόκκινες σημαίες, πρεζάκια στην Κλαυθμώνος, στένσιλ “welcome to the dark side”, δυο τρία μπαράκια που κάποτε παραήπιες, το τμήμα στην κάθετη της Κολολοτρώνη – περνάς και φτύνεις πάντα – , η πλατεία Συντάγματος γεμάτη κόσμο μπερδεμένο, μαλόξ στα μάτια στην Πανεπιστημίου, Δεκέμβριος 2008 καθισμένος στην άσφαλτο – δίπλα σου περνάει ένας και στο πλακάτ η Κούνεβα, την άλλη την πιάνουν ξαφνικά τα κλάματα – βόλτες στη Σωκράτους να δεις με τα ίδια σου τα μάτια, οι μαύρες σου μαυρίζουν την ψυχή, ένοχος γιατί μόλις βγήκες από το πάλαι ποτέ «σόουλ», πεταχτά φιλιά, μια γριά με αίματα και μάσκα σε κάποια διαδήλωση, το μεταξουργείο καθημερινή πρωί, μια ρακή στο Γιλμάζ στα Εξάρχεια, το παρκάκι απέναντι καθώς φτιαχνόταν, τα σουβλάκια των Κούρδων στην Κάνιγγος, ένας Πακιστανός που σου λέει ευχαριστώ σαν τρελός για ένα δίευρω. Κοιτάξαμε την πόλη μας, τους δρόμους που περπατήσαμε.
Θα γυρίσεις με ένα θυμό, όλο χαμόγελο, και το τσιγάρο στο στόμα και θα μου πεις, μη φοβάσαι ρε. Από δω και πέρα, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να μας παγώνει ο φόβος. Από δω και πέρα είμαστε φτιαγμένοι για να ζήσουμε.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Βαρέθηκα να φοβάμαι…


Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης
«Τρία χρόνια τώρα δεν κάνω τίποτε άλλο από το να φοβάμαι.http://gregordergrieche.blogspot.gr
Στην αρχή φοβόμουν μη φτάσει η θύελλα και στη χώρα μας και δε μιλούσα, μέχρι που κάποια νύχτα άκουσα το βουητό της.
Μετά, φοβόμουν μη μας κόψουν τα δώρα και δεν έβγαζα άχνα, μέχρι που ήρθαν τα Χριστούγεννα και τα δώρα κόπηκαν.
Φοβόμουν μη μου μειώσουν το μισθό και δεν έλεγα κουβέντα σε κανέναν, μέχρι που κάποια πρωτομηνιά βρήκα το μισθό κουτσουρεμένο.
Άρχισα να φοβάμαι για τη δόση του στεγαστικού και σφράγιζα το στόμα μου, μέχρι που ήρθε η ειδοποίηση της τράπεζας ότι χρωστάω τρεις δόσεις.
Είχα το φόβο πώς θα τα καταφέρω αν η κόρη μου περνούσε στην επαρχία και κατάπινα την οργή μου αμάσητη μέχρι που της είπα πως δεν θα μπορέσει να πάει στην επαρχία στη σχολή που πέρασε.
Είχα το φόβο πού θα βρει δουλειά ο γιος μου τελειώνοντας τις σπουδές και έτρεχα στα βουλευτικά γραφεία, μέχρι που ένα μεσημέρι μου έδειξε την κάρτα ανεργίας.
Φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου και ανεχόμουν πολλά, μέχρι που το αφεντικό μου έδωσε το χαρτί της απόλυσης.
Φοβόμουν για το μέλλον και είπα να βγω αμίλητος στη σύνταξη αλλά για δύο χρόνια ζούσα με δανεικά γιατί σύνταξη δεν έβλεπα και όταν τελικά την πήρα σκέφτηκα να τη χαρίσω στο Στουρνάρα για να νιώσει και αυτός τη χαρά του να έχει κάποιος ένα μισθό ή μια σύνταξη.
Φοβόμουν να μη χάσω το εξάπαξ και απέφευγα να μιλάω για την πολιτική, μέχρι που έμαθα πως τελικά θα πάρω το μισό μετά από, ποιος ξέρει, πόσα χρόνια.
Φοβόμουν μη φύγουμε από το ευρώ και πέσουμε στη χρεοκοπία και χειροκροτούσα τους ευρωπαϊστές, μέχρι που χρεοκόπησα μέσα στο ευρώ.
Φοβόμουν μη γυρίσουμε στη δραχμή και δεν έχουμε φάρμακα και έπνιγα το θυμό μου, μέχρι που κατάντησα να μην έχω φάρμακα γιατί δεν έχω τα ευρώ για να τα αγοράσω.
Φοβόμουν μη χάσω το γιατρό μου, την ασφάλισή μου και μούτζωνα οργισμένος τη Βουλή, μέχρι που κατέληξα να μην έχω ούτε γιατρό ούτε ασφάλιση και άρχισα να μουτζώνω τον εαυτό μου που πίστεψε πως με τις μούτζες θα έφερνα αποτέλεσμα.
Φοβόμουν για τη σύνταξη των 500 ευρώ της μάνας μου και το βούλωνα, δήθεν, με αξιοπρέπεια μέχρι που ένα μέρος της σύνταξης μου έγινε απαραίτητο μέσο επιβίωσης.
Φοβόμουν μην τυχόν και δεν έχω να δώσω χαρτζιλίκι στα παιδιά μου και δάκρυζα από θλίψη, μέχρι που τα είδα ένα πρωινό να φεύγουν για το σχολείο με σκυφτό το κεφάλι χωρίς χαρτζιλίκι.
Φοβόμουν να κοιτάξω τους μαθητές μου στα μάτια και έστρεφα από ντροπή, το βλέμμα μου αλλού, μέχρι που κατάλαβα πως ντρεπόμουν τους μαθητές μου επειδή ντρεπόμουν τον εαυτό μου για το μέλλον που τους παραδίδω.
Φοβόμουν να κάνω απεργία και δεν μιλούσα σε κανέναν απεργό, μέχρι που κατάλαβα πως δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι εγώ είχα το άδικο και όχι ο απεργός.
Φοβόμουν τους μετανάστες που ήθελαν να καθαρίσουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και τους έδιωχνα βάζοντας σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες, μέχρι που μια μέρα διαπίστωσα πως τελικά ήθελε όντως καθάρισμα. Όχι το παρμπρίζ αλλά το μυαλό μου.
Άρχισα να φοβάμαι τα ξυρισμένα τάγματα εφόδου με τους επικεφαλής βουλευτές που κρύβονται πίσω από την ασυλία τους, μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπροσθοφυλακή του ίδιου σάπιου συστήματος.
Φοβόμουν να ακούσω τους μακιγιαρισμένους τηλεπαρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων και έψαχνα να βρω σε ποιο κανάλι έχει αθλητικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι όλοι αυτοί, απλώς έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους.
Φοβόμουν μη χάσω το αυτοκίνητό μου και έκανα πως δεν καταλάβαινα τι γίνεται γύρω μου, μέχρι που αναγκάστηκα να παραδώσω τις πινακίδες γιατί δεν είχα να πληρώσω τα τέλη κυκλοφορίας και την ασφάλεια.
Φοβόμουν μη χάσω την οργανική μου θέση και έτρεχα σε Διευθύνσεις και αιρετούς, μέχρι που βρέθηκα κάποιον Οκτώβρη να συμπληρώνω ωράριο σε τρία σχολεία.
Τώρα πια δεν φοβάμαι γιατί δεν έχω τίποτα να χάσω.
Τώρα έπιασα πάτο. Δεν αντέχω άλλο να φοβάμαι.
Πλέον, το μόνο ενδεχόμενο είναι να αρχίσω να ανεβαίνω. Αρκεί να πατήσω γερά τα πόδια.
Όμως, μόνος μου είναι αδύνατον. Δε μπορεί, σίγουρα θα υπάρχει ένας ακόμα σαν και μένα να του δώσω το χέρι να με τραβήξει και να τον τραβήξω. Ένας μόνος του δεν μπορεί. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, τραβώντας ο ένας τον άλλον θα βγούν σίγουρα στην επιφάνεια.
Μπορεί να έπιασα πάτο, μπορεί η απελπισία να βρίσκεται παντού όμως δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω, ούτε να εγκαταλείψω ούτε να αυτοκτονήσω.
Το φως των ματιών μου δεν τους το κάνω θυσία. Το θέλω για να βλέπω τα παιδιά μου, τους φίλους μου, τους μαθητές μου, τους συντρόφους μου, τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους αυτούς που αξίζει να τους βλέπω και όχι να τους φτύνω.
Δεν θα θυσιάσω ούτε μια τρίχα των μαλλιών μου γι’ αυτούς που με έσπρωχναν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι τον πάτο για να πατάνε πάνω μου και να μπορούν να έχουν τα καλοθρεμμένα κεφάλια τους στην επιφάνεια.
Όπου και αν βρεθώ θα τους πολεμάω. Θα πολεμάω να φύγουν, με όσες δυνάμεις διαθέτω.
Ξέρω πως ένας μόνος του αποκλείεται να τα καταφέρει. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, πολεμώντας ο ένας δίπλα στον άλλον και ο ένας για τον άλλον σίγουρα μπορούν να φέρουν τα πάνω, κάτω.
Το «μαζί» είναι η δύναμή μας και το «καθένας μόνος του», η αδυναμία μας.
Μόνο τότε μπορούμε να τους πνίξουμε στη ίδια τη θλίψη με την οποία μας έχουν πλημμυρίσει.
Αρκετά πιάστηκε η μέση μας από το σκύψιμο. Είναι καιρός να αποκτήσουμε την όρθια κατακόρυφη στάση που ταιριάζει στα σώματα των ανθρώπων και όχι των υποζυγίων».