Σελίδες

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Αγανακτισμένους πολίτες Τι γύρευαν οι βολεμενότεροι των βολεμένων εκεί έξω;



Ήμουν τις προάλλες μ΄ένα φιλαράκο και μου έλεγε κάτι γκραν γκινιόλ ιστορίες για τον αδερφό του που τα’ φτιαξε με μια Χρυσαυγίτισσα. Η οποία, «Δόξα –Τιμή» και «να πεθάνουν οι μελαψοί»  βεβαίως, αλλά από σεξουαλικές επιδόσεις στα κάγκελα: «έγια μόλα, έγια λέσα –βάλε και τ΄αρχίδια μέσα» όπως τραγούδαγε παλιότερα κι ο Βιολάρης. Καλοπέρναγε το παιδάκι –τι κι αν ήθελε η λεγάμενη κρεμάλες στην πλατεία Συντάγματος και θάνατο στους αλλόθρησκους; Σάμπως και σηκωνόταν από το κρεβάτι βραδιάτικα να πάει να σφάξει; Όχι βέβαια, οπότε μια χαρά είμαστε και δόξα τω θεώ να λέμε... http://themotorcycleboy.blogspot.gr
Πέρασε όμως ο καιρός κι άρχισε να το παίζει «ποστ του ποστ» το παλικάρι η λεγάμενη. «Μα καλά, ντιπ τζούφιος είσαι; Τόσον καιρό και νιξ απόγονος;» Έσκυβε το κεφάλι ο τυπάκος και δούλευε αγόγγυστα –άλλωστε, σε τέτοιες καταστάσεις η δουλειά δεν είναι ντροπή –η αναδουλειά είναι!
Ώσπου ήρθε η μεγάλη μέρα που η Χρυσαυγίτισσα ανακοίνωσε περιχαρής την εγκυμοσύνη της! Χαρά και υπερηφάνια το παλικάρι –συναισθήματα τα οποία κράτησαν για λίγο, επειδή μετά πλάκωσαν τα απαγορευτικά: «ο γιατρός είπε οτι το σεξ απαγορεύεται σε όλη την εγκυμοσύνη –μην πάθει τίποτα το έμβρυο». Και στη συνέχεια άρχισαν τα έκτακτα ανακοινωθέντα: «γάμος μέσα σε δυο μήνες το αργότερο», «ίσα που προλαβαίνουμε να κλείσουμε μαγαζί που να χωράει 200 άτομα –καθότι είμεθα και Χρυσαυγίτες, όχι τίποτα τελευταίοι!» Την είχε και την καμάρωνε ο τύπος τη μέλλουσα μάνα τού παιδιού του κι ας είχε ανεβάσει 30 πίεση σα λεβητοστάσιο από το άγχος για το που θα βρει λεφτά να κάνει γάμο μεγαλοπρεπή τέτοια εποχή ανέχειας. 
Όλα έτσι έβαιναν, καλώς, μέχρι που μια μέρα η Χρυσαυγίτισσα ανακοίνωσε οτι έπαθε αποβολή –μια πολύ μυστήρια αποβολή χωρίς καθόλου συμπτώματα (ούτε αίματα, ούτε πόνους, ούτε τίποτα) παρ΄όλο που υποστήριζε τις προηγούμενες μέρες οτι είχε ακούσει την καρδιά του παιδιού στον υπέρηχο! Εξατμίστηκε λοιπόν το έμβρυον κανονικώς –σα να ήτανε ξεσκέπαστη κοκακόλα –συμβαίνουν αυτά και στις καλύτερες οικογένειες! Αλλά σε ρωτάω τώρα (δηλαδή ο φίλος μου με ρώταγε –ρητορικά) τι να κάνει το παιδάκι ο παρά κάτι γαμπρός; Να ακυρώσει τον γάμο; Δε φτάνει δηλαδή η στεναχώρια της κοπέλας που απέβαλλε; Και τι φταίει κι εκείνη στην τελική; Ο θεός τα κανονίζει –εκείνος δίνει κι εκείνος παίρνει τα παιδάκια κι αν χάσαμε αυτό θα βρούμε ένα άλλο, πρέπει να κλείσουμε και ντιτζέι για το γλέντι του γάμου γιατί περνάνε οι μέρες μην ξεχνάς...

Την παραπάνω διδακτική ιστορία την έβαλα επειδή με βοήθησε να ξεκαθαρίσω τι μου θύμιζαν όσοι έτυχε να συναντήσω και να δηλώνουν ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής –τους σιχαμένους «νοικοκυραίους» της συνοικίας μου που χαφιεδίζανε στους μπάτσους για να εξασφαλίσουν τη φιλία τους και τις παλιοπατσαβούρες της γειτονιάς μου που μετράγανε τους άντρες με το πορτοφόλι κι αντιστοίχως τους παντρεύονταν –αυτά μου θύμιζαν.

Γιατί είχα, βλέπεις, την ατυχία να τους προλάβω κάτι τέτοιους και να τους γνωρίσω απ’ την κακή κι απ’ τη χειρότερη. Ήμουνα μικρός στη χούντα αλλά τα θυμάμαι όπως τα άκουγα από τους μεγαλύτερους. Θυμάμαι το πόσο φοβόταν η μάνα μου την εμπλοκή με τα πολιτικά γιατί οι Τσολιάδες είχαν σκοτώσει στην κατοχή το θείο της, 16 χρονών πιτσιρίκι ήταν, τον πέτυχαν να γράφει συνθήματα στον τοίχο, τον έβαλαν να σκάψει μόνος του τον τάφο του και μετά τον εκτέλεσαν. Το ηρωικό τάγμα των Ευζώνων που φυλάει μέχρι σήμερα τη Βουλή και, ενίοτε, δακρύζει.
Θυμάμαι τους θείους μου να μιλάνε σιγά –για τον ταξιτζή του χωριού που τους άνοιξε κουβέντα τις προάλλες (τι μουσική ακούνε, αν πηδάνε καμιά συχωριανή, αν έχουν μάθει τίποτα νέα για τον Φούντα, τον κομμουνιστή του χωριού που ψάχνει η αστυνομία...) γυρεύοντας φρέσκα ψάρια ή φρέσκους συνεταίρους στο χαφιεδιλίκι. Θυμάμαι και κάποιο γνωστό μας που βαρέθηκε το μεροκάματο στα φορτηγά και άρχισε να μπαινοβγαίνει στην Ασφάλεια μέχρι να του βγάλουν κι αυτού άδεια ταξί. Και δάνειο ν΄αγοράσει αυτοκίνητο –στην αρχή το δάνειο ήταν χαμηλότοκο, μετά τις πρώτες δόσεις τού χάρισαν το υπόλοιπο ποσό. Θυμάμαι τη γυναίκα αυτού του γνωστού μας που –όταν έτυχε να πάθει μια αποκόλληση ο άνθρωπος και να μην μπορεί να δουλέψει –γύρναγε στη γειτονία τσιρίζοντας: «θα τον διώξω –τι τον παντρεύτηκα αν δεν μπορεί να φέρνει λεφτά σπίτι;» Θυμάμαι πώς τότε συνειδητοποίησα, για πρώτη φορά, τη σημασία της λέξης: πουτάνα.

Και μετά ήρθε ο Καραμανλής, ο επιλεγόμενος και εθνάρχης, σκοτώθηκαν άνθρωποι σε διαδηλώσεις –το αυτί των χουντικών όμως δεν ίδρωσε. Γιατί πιάσανε 5-10 από τους πρωτεργάτες αλλά αφήσανε τον μηχανισμό τους να ελέγχει τα πράγματα. Κι αυτός ο μηχανισμός καθάρισε τον Αλέκο τον Παναγούλη την ώρα που πήγαινε στη Βουλή με στοιχεία και ονόματα εγκληματιών. Ο εθνάρχης επιλέγοντας να είναι «και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ» από τη μια νομιμοποιούσε το ΚΚΕ κι από την άλλη έδινε υπουργεία σε χουντικούς.

Με τον Αντρέα τα χρειάστηκε –στην αρχή τουλάχιστον –η μάζα των πρώην υποστηρικτών του Γιώργη του λεβέντη (του καραμπουζουκλή). Επειδή ο «άνθρωπος με την πίπα» γνώριζε από πρώτο χέρι τις σφαλιάρες της Ασφάλειας κι έτσι φρόντισε να ξηλώσει σχεδόν ότι χουντικό είχε απομείνει. Κάτι αξιωματικούς παλαιάς κοπής τους έστειλε σπίτια τους μέσα σε μια νύχτα (ή τους έστειλε με δυσμενείς στην «πινέζα») αντικαθιστώντας τους με δικά του παιδιά, κεντρώα και προοδευτικά. Διευθυντάδες και προϊστάμενοι έγιναν υπάλληλοι ενώ νεοφερμένοι πιάσανε τα πόστα στο Δημόσιο –επειδή όμως ήταν και κομματάκι ζόρικο να απολύσεις, γέμισαν οι Δημόσιες Υπηρεσίες με κόσμο, μέχρι και καρέκλα από το σπίτι έφερναν οι άνθρωποι για να κάθονται. Τι συνέβη όμως με τους φίλους μας τα καθίκια που δίνανε τον κοσμάκη επί χούντας για να του καταπατήσουν το οικόπεδο;
Μπορεί η εμπροσθοφυλακή να χάθηκε αλλά αυτοί (τα εξαρτήματα του μηχανισμού) πρόλαβαν κι ενσωματώθηκαν στο Πασόκ. Γεμίσανε τις κλαδικές, ο γείτονας που μέχρι χτες έλεγε «να πεθάνουν τα κουμμούνια» σήμερα κυκλοφορούσε με το ΕΘΝΟΣ στην κωλότσεπη και μίλαγε για σοσιαλισμό. Αυτοί οι τύποι ονομάστηκαν «Αγανακτισμένοι Πολίτες» και λειτούργησαν κανονικά σαν συμμορίες, τους έστελνε η κλαδική να διαλύσουν ότι δεν βόλευε το Κίνημα. Συναυλία με πιτσιρικάδες; Απέξω οι «Αγανακτισμένοι» να βρίζουν και να καλούν τους μπάτσους. Διαδήλωση αναρχικών; Απέναντι οι «Αγανακτισμένοι» με καδρόνια. Κατάληψη; Εκεί κι οι «Αγανακτισμένοι», με τις πέτρες τους και τα σπασμένα μπουκάλια μπύρας. Την ίδια ώρα βεβαίως, οι κυρίες των «Αγανακτισμένων» περιδιάβαιναν τις λαϊκές αγορές μπας και πετύχουν την εκπομπή του Μπουγιουκλάκη ή έπαιρναν τηλέφωνο στο σταθμό της ΑΥΡΙΑΝΗΣ για να διαμαρτυρηθούν οτι ένας πάνκης τους δάγκωσε το παιδί ή να καταγγείλουν οτι είδαν κάποιον άπλυτο μαλλιά να συναλλάσσεται με πράκτορες της CIA στην αυλή του σπιτιού τους.

Περάσανε τα χρόνια και οι καργιόληδες γεράσανε. Μαζί τους γέρασαν και οι κυρίες καργιολίες οι συμβίες τους –μπερδεύτηκαν μεταξύ τους κι οι κυβερνήσεις, άκουγες ανακοίνωση και δεν καταλάβαινες ποιο κόμμα είναι πάνω –θες οι μεταγραφές, θες η «πτώση του υπαρκτού» -μίλαγε ο Ανδρουλάκης με το Μάνο κι αναρωτιόσουν από πότε το τιμημένο ΚΚΕ πήρε την εξουσία κι από πότε ο δεξιός υπουργός έπαθε μαλάκυνση και βρίζει τη δεξιά!
Τους έβλεπα όλο και πιο σπάνια εκείνους τους ευυπόληπτους πολίτες, σε κάτι διαδηλώσεις για την ελληνικότητα της Μακεδονίας (και της φέτας), σε κάτι υπογραφές που μαζεύανε (παλιά, δοκιμασμένη τακτική για να διώχνουν όποιες γυναίκες δεν τους κάθονταν από τις πολυκατοικίες) για να μείνει το θρήσκευμα στις ταυτότητες, σε κάτι διαμαρτυρίες για εκθέσεις τέχνης και κινηματογραφικές ταινίες –σε κάτι τέτοια τους έβλεπα αλλά δεν ανησυχούσα γιατί πάντα λειψούς τους μέτραγα (και μ΄αυτό δεν αναφέρομαι μονάχα στα μυαλά τους). Σε συζητήσεις που τύχαινε να έχω με τέτοιους τύπους άκουγα τέρατα –ο ίδιος που τη μια μέρα μού έλεγε οτι θα ψηφίσει ΕΠΕΝ, την επόμενη φώναζε οτι θα ψηφίσει ΚΚΕ –η αιτιολόγηση μονάχα δεν άλλαζε: «γιατί δεν είναι κλέφτες και θα τους ξεσκεπάσουν όλους αυτούς τους απατεώνες». Δεν έδινα πολλή βάση στα λεγόμενά τους επειδή ήξερα οτι αυτοί οι τύποι τιμώνται «ένα δεκάρικο οι τέσσερις». Όποιος τους έκανε μια μικρή εξυπηρέτηση, όποιος τους έκλεινε ένα ραντεβού για επέμβαση στο νοσοκομείο, όποιος τούς έφερνε τον κανακάρη να υπηρετήσει δίπλα στο σπίτι –αυτός θα έπαιρνε τις ψήφους όλης της οικογένειας. Κι αν η εξυπηρέτηση ήταν μεγαλύτερη, θα στήνανε μέχρι κώλο οικογενειακώς. Κι επειδή εξυπηρετήσεις κάνουν συνήθως τα κόμματα που κυβερνάνε, ότι κι αν έλεγαν όλοι τους, στο τέλος την επόμενη κυβέρνηση θα ψήφιζαν.

Τους ξανάδα τώρα τελευταία, ανακατεμένους με τον κόσμο της πλατείας Συντάγματος και μου φάνηκε περίεργο. Τι γύρευαν οι βολεμενότεροι των βολεμένων εκεί έξω; Άκουσαν για «Αγανακτισμένους πολίτες» και νόμισαν οτι αναστήθηκε ο Παπαντρέας με τον Μπουγιουκλάκη; Μήπως πήγαν απλώς για να προσέχουν τα βλαστάρια τους που διαδήλωναν παραδίπλα; Αυτό το τελευταίο με φόβισε –δε στο κρύβω! Λέγανε παλιά οι φραξιονιστές για να κοροϊδέψουν τους κομματικούς: «η μάνα του Στάλιν είναι πάλι έγκυος» -κάπως έτσι το φαντάστηκα το ζήτημα, οτι δηλαδή έβγαλε ο χαφιές το παιδί του στον έξω κόσμο για να του μάθει τη δουλειά. Προβληματίστηκα –γιατί να το κρύψω;

Δεν ήταν μονάχα οι καταστάσεις οι στριμόκωλες με τα Μνημόνια και τους Αμνήμονες, δεν ήταν μονάχα οτι μας κόβανε το μισθό και μας αυξάνανε τους φόρους –για να εξεγερθούν αυτοί οι ιστορικοί τύποι σήμαινε οτι άρχιζε να κόβεται και η ρεμούλα. Όχι από πολιτική απόφαση –δεν το νομίζω –μάλλον από ανέχεια. Καθότι όταν έχεις, βρίσκει ο κλέφτης να σου πάρει –όταν δεν έχεις τι να πάρει; Ανησύχησα κιόλας γιατί είδα πολλά παιδιά εκεί έξω (και βλέπω πολλά παιδιά στα πέριξ) που έπαιζαν την ΕΟΝ του Μεταξά. Σημαιούλες, σηκωμένα χεράκια για χαιρετισμό, ομοιόμορφο ντύσιμο και στοίχιση εφ’ ενός ζυγού. Στεναχωρήθηκα όσο να πεις –όχι γιατί έχω καμιά λατρεία για τη νεότης και τέτοιες σαχλαμάρες –αλλά επειδή αυτά τα παιδιά με είχαν εντυπωσιάσει το 2008 που κοντέψανε να ρίξουν την κυβέρνηση.

Κάθισα λοιπόν να δω καλύτερα τα πράγματα –έγιναν και κάνα δυο εκλογές απανωτές που, όσο να πεις, βοήθησαν στην εξαγωγή συμπερασμάτων (όπως λένε και οι τηλε-ευαγγελιστές). Και διαπίστωσα οτι αυτά τα γερόντια που κολύμπησαν κρόουλ από τη χούντα μέχρι τον πασοκισμό –στην πλειοψηφία τους ψήφισαν Αντωνάκη (ή κάτι παρεμφερές), τρομοκρατημένοι από την πιθανότητα να ζήσουν τον νέο Αντρέα (τον επιλεγόμενο και Αλέξη). Αυτό μου έλυσε την απορία: «μα καλά, εδώ τους κόβουν λεφτά και τους ανεβάζουν φόρους σε βαθμό ανασκολοπισμού κι αυτοί τους ξαναψηφίζουν;» Βεβαίως και ξαναψηφίζουν τους ίδιους ανθρώπους γιατί όσα κι αν τους κόψουν από τα έξτρα τους κουρεύουν. Ο σωστός διαχρονικώς συνεργαζόμενος (νυν γέρος) έχει καβάτζες, δεν περιμένει να ζήσει από τη συνταξούλα. Πιο πολύ τον φοβίζει η πιθανότητα ν΄αρχίσουν να φορολογούνται οι καταθέσεις, παρά οι μειώσεις στις συντάξεις. Κι αυτή τη φορολόγηση υπαινίχθηκε ο Σύριζας –εξ ου και έχασε τις εκλογές.

Βέβαια, μια μερίδα από τους παραπάνω ήταν άτυχη στη ζωή της. Όσα κι αν τους έδωσαν οι κυβερνήσεις για τη συνεργασία τους, τα έφαγε η ζωή (μπαρμπούτια, γυναίκες, άλογα και άλλες κοινωφελείς επιχειρήσεις). Αυτοί λοιπόν άκουσαν Χρυσή Αυγή και ξύπνησε μέσα τους ο Γκοτζαμάνης –δαγκωτό το ρίξανε και πάνε στις εκδηλώσεις της οργάνωσης να ξεχαρμανιάσουν τώρα που ακρίβυνε ο φρεντουτσίνος στους καφενέδες. Τους βλέπεις στις τηλεοράσεις να στριμώχνονται σαν κουρντισμένοι για να προλάβουν να καταγγείλουν τους προδότες –ιδρωμένες φάτσες, αγωνία να τους πάρει ο φακός για να τους δει ο Αρχηγός.

Και οι μικρότεροι; Αυτοί που δεν έζησαν χούντα, που δεν έβγαλαν λεφτά πουλώντας τον συνάνθρωπο –αυτοί που νομίζουν οτι ο Παπαντρέας και ο Καραμανλής (ο εθνάρχης) ήταν μεγάλοι άνδρες οι οποίοι μας οδήγησαν στη γη της Επαγγελίας (επανειλημμένως μάλιστα!) –πώς βρέθηκαν να στελεχώνουν τον όχλο της Χρυσής Αυγής; Και οι άλλοι που πηγαίνουν στις εκλογές και τους ψηφίζουν; Ή δηλώνουν την πρόθεσή τους να το κάνουν, ή γεμίζουν τα social media με αγιασμούς («ν΄αγιάσει το χέρι του Κασσιδιάρη», «ν΄αγιάσει η μάνα του Μπαρμπαρούση») – τι είναι όλοι αυτοί; Από πού ξεφύτρωσαν;

«Παιδιά που ψάχνουν κάτι να πιστέψουν και να στρατευτούν σ΄αυτό, παιδιά που αναζητούν συγκινήσεις καθώς βγαίνουν από το προστατευτικό κουκούλι της οικογένειας, παιδιά που αναζητούν την καθοδήγηση», τέτοια πράγματα θα διαβάσεις σε σχετικές αναλύσεις. Συγνώμη αλλά δεν ψήνομαι.

Αν ήταν θέμα αναζήτησης ιδανικών γιατί δεν έγιναν Κνίτες; Ή αναρχικοί, ή οικολόγοι –ξέρω ΄γω... Μόνο οι Χρυσαυγίτες τα λένε ωραία και κατανοητά; Γιατί σνομπάρουν όλες τις άλλες κατηχήσεις εκτός από τη φασιστική; Και τελικά –έξυπνα παιδιά είναι, ενημερωμένα, με τα ντερνέτια τους και τα πάντα –πώς μπορεί να μη βλέπουν τη βλακώδη θεωρητική τεκμηρίωση που συνοδεύει τις θέσεις της Χρυσής Αυγής; Θέλεις παράδειγμα; Ας δούμε κάτι απλό: Πώς είναι δυνατό να πιστεύεις στα φυλετικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν τη θέση μιας φυλής στο αξιακό και ιστορικό γίγνεσθαι και ταυτόχρονα να είσαι αντισημίτης; Αν η ισχυρότερη φυλή κυριαρχεί, τότε η άποψή σου οτι οι Εβραίοι κυριαρχούν στον κόσμο είναι ταυτόχρονα και απόδειξη της φυλετικής ανωτερότητάς τους –κάνω λάθος;
Γι΄αυτό σου λέω –δεν ήταν η ιδεολογία που τράβηξε τα παιδιά αυτά στη Χρυσή Αυγή.

Ούτε οι συγκινήσεις, η αίσθηση οτι ανήκεις κάπου, η έλλειψη της οικογένειας (την οποία πριν θεωρήσαμε υπερπροστατευτική) , η επιβολή πειθαρχίας –ούτε αυτά νομίζω οτι έπαιξαν τον σημαίνοντα ρόλο. Αλλού θα πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες υποστήριξης ενός εκτρώματος (τόσο από ανθρωπιστικής, όσο και από κοινωνικής αλλά και ιδεολογικής απόψεως), ενός κακέκτυπου στρατιωτικής οργάνωσης των αρχών του ’60 (τσάτρα πάτρα, όπως τα θυμάται ο Μιχαλολιάκος από την εποχή που ήταν δόκιμος). Γιατί από μικροί παίζαμε με στρατιωτάκια αλλά όταν μας φωνάζανε οι μανάδες μας δεν βουτάγαμε όλοι τα πλεϊμομπίλ των διπλανών –λίγοι το έκαναν και γρήγορα τους κόβαμε από παρέα. Απ΄όσο ξέρω, αυτό ποτέ δεν άλλαξε.

Και κάτι τέτοια παιδιά έρχεται κάποια στιγμή που μεγαλώνουν, αλλά τα χούγια δεν αλλάζουν. Τότε ψάχνεις να βρεις ποιος φταίει που δεν σε κάνουν παρέα οι υπόλοιποι. Ψάχνεις να βρεις το αδύνατο παιδάκι να το πλακώσεις στο ξύλο και να του κλέψεις το κρουασάν. Και το αδύνατο παιδάκι είναι πλέον ο κακομοίρης που καθαρίζει τζάμια στα φανάρια (αλλά όχι κι ο νταβατζής που τα παίρνει από τις μαύρες πέριξ της Ομόνοιας). Και το κρουασάν λέγεται πλέον «θεσούλα στο Δημόσιο από το παράθυρο των επιμορφωτικών προγραμμάτων που σου εξασφάλισε ο κομματάρχης». Και το πλεϊμομπίλ ή η κούκλα Μπάρμπι που ζηλεύεις λέγεται πλέον καλός γάμος με πανάκριβη δεξίωση.

Γιατί έτσι σε μάθανε –να θεωρείς δικό σου ότι μπορείς ν΄αρπάξεις, να έχεις πάντα δίκιο επειδή εσύ είσαι το βλαστάρι λοβοτομημένων γονιών. Και ποτέ να μην είναι δικό σου το σφάλμα, πάντα κάποιος άλλος να φταίει που εσύ είσαι μόνος κι απαιδεύτος και η νοημοσύνη σου δεν επαρκεί ούτε για ν΄ανοίξεις κουτί με ασπιρίνες χωρίς βοήθεια. Έτσι σε μάθανε –οτι όλος ο κόσμος σού χρωστάει και πρέπει πάντα να εισπράττεις χωρίς ποτέ να δίνεις.

Γι΄αυτό τώρα υποστηρίζεις τη Χρυσή Αυγή –γιατί έχεις ανάγκη από έναν πατερούλη που θα σου επιτρέπει να αρπάζεις όσα θεωρείς οτι σου ανήκουν, έχεις ανάγκη από μια αγέλη που θα σε θεωρεί ξεχωριστό λόγω ομοιμορφίας, χρειάζεσαι όχλο για να κρύψεις τις ανασφάλειες και τη βουλιμία σου, θέλεις να τη βολέψεις με δυο λόγια κι ας πάει να γαμηθεί ο άλλος κόσμος. Γι΄αυτό αύριο θα γίνεις σαν τους συνεργάτες της χούντας που πήγανε όπου φύσαγε ο άνεμος των συμφερόντων τους. Και θα ψηφίσεις όποιον σου τάξει οτι θα σε βολέψει –άλλωστε «δεν υπάρχουν ιδεολογίες», έτσι έλεγες πριν λίγο καιρό και θα το ξαναθυμηθείς λίαν συντόμως.

Για την ώρα, βάλε το μαύρο μπλουζάκι σου (αυτό που σε κάνει να ζέχνεις με τις ζέστες), στοιχίσου πίσω από τον διμοιρίτη και άντε να το παίζεις άγριος σε όποιον καταφέρεις να πετύχεις μόνο κι αδύναμο. Και πού ξέρεις; Αν διαπρέψεις σε τίποτα μάχες εναντίον των εθνομηδενιστικών χτυπητηριών φραπέ που πουλάνε στα πανηγύρια (μάχες για τα πανηγύρια με δυο λόγια) μπορεί ο Αρχηγός να σου δώσει την ευχή του και να παντρευτείς εσύ τη Χρυσαυγίτισσα του προλόγου. Βέβαια –με τις ώρες που περνάς στα γυμναστήρια και με τα αναβολικά που κατεβάζεις δεν θα ξέρεις τι να την κάνεις –αλλά δε βαριέσαι... Και γι΄αυτή αναλώσιμος θα είσαι –με κοντινή ημερομηνία λήξης.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

σΣχολειο Η «καντίνα» της μαμάς είναι η καλύτερη !



Καθώς πολλά σχολικά κυλικεία πωλούν απαγορευμένα για τα παιδιά προϊόντα, ιδανική λύση είναι το σπιτικό κολατσιό
«Τίτλοι τέλους» για το καλοκαίρι. «Αυλαία» για τα σχολεία. Η εποχή είναι κατάλληλη για να δώσουν οι γονείς ένα τέλος στις θερινές διατροφικές «ατασθαλίες» των παιδιών. Απαιτείται όμως προσοχή, λένε οι ειδικοί. Και αυτό διότι περισσότερα από τα μισά σχολικά κυλικεία πωλούν απαγορευμένα προϊόντα, πλούσια σε «κακά» λιπαρά και αλάτι. Η προετοιμασία κολατσιού από το σπίτι για τα μικρότερα παιδιά και μια ειδική προπαιδεία για τους εφήβους ώστε να είναι ικανοί να επιλέξουν... το στάχυ από την ήρα των κυλικείων αποτελούν τις ενδεδειγμένες τακτικές.

Τα υπέρβαρα και παχύσαρκα ελληνόπουλα σήμερα είναι διπλάσια απ΄ ό,τι πριν από 25 χρόνια και ζυγίζουν κατά μέσον όρο τρία κιλά περισσότερο απ΄ ό,τι πριν από δεκαπέντε χρόνια. Λιπαρές τροφές και καθιστική ζωή μεγαλώνουν χοντρά παιδιά. Γι΄ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη λήψης σοβαρών μέτρων για τη βελτίωση των διατροφικών τους συνηθειών. «Το περιβάλλον του σχολείουεπηρεάζει άμεσα τη συνολικότερη διατροφική συμπεριφορά των παιδιών και των εφήβων. Κατά συνέπεια οι διατροφικές επιλογές στον χώρο του σχολείου μπορεί να αποτυπώνουν και τις ευρύτερες διατροφικές επιλογές τους» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο κλινικός διαιτολόγος και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Διατροφής κ. Χ. Γεωργακάκης Γι΄ αυτό ο κ. Γεωργακάκης προτείνει οι γονείς να παρασκευάζουν πιο υγιεινά παιδικά γεύματα για το σχολείο. «Να παίρνουν φαγητό από το σπίτι, υπό μορφή φρούτων, σάντουιτς, αραβικής πίτας, σπιτικής πίτας, σπιτικού κέικ ή ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης, ώστε να αποφύγουν την κατανάλωση λιπαρών γευμάτων τύπου τυρόπιτας και κρουασάν ή γαριδάκια καιπατατάκια κ.ά.» αναφέρει. Επίσης οι γονείς πρέπει να φροντίζουν να παίρνουν τα παιδιά τουλάχιστον 2-3 μικρά γεύματα στο σχολείο, τα οποία θα τρώνε σε ξεχωριστά διαλείμματα και όχι μια και έξω. Αντί για συσκευασμένο χυμό είναι προτιμότερο ένα φρέσκο φρούτο.

Επειδή όμως τα παιδιά ποτέ δεν θα σταματήσουν να ζητούν λιχουδιές και επειδή η απαγόρευση σε κάποια τρόφιμα δεν φέρνει πάντοτε τα επιθυμητά αποτελέσματα, όπως επισημαίνει ο κ. Γεωργακάκης, ο ίδιος θεωρεί ότι «είναι χρήσιμο μία μόνοφορά την εβδομάδα να υπάρχει η ελευθερία στο παιδί, εφόσον αυτό το ζητήσει, να μπορεί να φάει π.χ.για πρωινό ένα κρουασάν ή 2-3 κουλουράκια σοκολάτας, πάντοτε όμως μαζί με ένα ποτήρι γάλα». Οι επόπτες δημόσιας υγείας έχουν ήδη αρχίσει τους ελέγχους στα κυλικεία των σχολείων στη Νομαρχία Πειραιά, ενώ στη Νομαρχία Αθηνών αναμένεται να ξεκινήσουν στο τέλος της εβδομάδας. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, περισσότερα από τα μισά σχολεία δεν τηρούν τη νομοθεσία και πωλούν προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στην επιτρεπόμενη λίστα τροφίμων. Τσιπς, γαριδάκια, σοκολατοειδή, πίτσες και σάντουιτς με ζαμπόν και μπέικον, αναψυκτικά και πολλά άλλα ανθυγιεινά τρόφιμα πωλούνται σε σχολικά κυλικεία της Αττικής.

Σύμφωνα με τον Ν. 1183/2006, στα σχολεία επιτρέπεται η πώληση μόνο υγιεινών τροφίμων όπως φρέσκα ή αποξηραμένα φρούτα σε ατομική συσκευασία, μπισκότα χαμηλά σε λιπαρά, σταφιδόψωμο, μουστοκούλουρα, τοστ ολικής άλεσης χωρίς μαγιονέζα, γάλα (λευκό ή σοκολατούχο) χαμηλό σε λιπαρά, γιαούρτι χωρίς συνθετικές γλυκαντικές ουσίες, ρυζόγαλο, φυσικοί χυμοί φρούτων χωρίς ζάχαρη κ.ά.


Χημικά πρόσθετα

Η κακή διατροφή δεν προσθέτει μόνο βάρος αλλά και επιβαρύνει τον οργανισμό με επικίνδυνα χημικά πρόσθετα. Ερευνα που είχε πραγματοποιήσει επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (με υπεύθυνη την καθηγήτρια της Μικροβιολογίας κυρία Χρυσάνθη Παπαδοπούλου) είχε καταδείξει ότι μπισκότα, κέικ, κρουασάν, σοκολάτες, παγωτά, γαριδάκια και άλλα σνακ περιέχουν ορισμένα από τα πλέον επικίνδυνα συντηρητικά όπως τα Ε262, Ε320, Ε430 που σχετίζονται με καρκινογένεση και το Ε541 που οδηγεί σε βλάβες ζωτικών οργάνων (καρδιά, νεφροί). Στις σοκολάτες περισσότερο επιβαρημένες βρέθηκαν όσες περιέχουν κάποιο σιρόπι ή καραμέλα.

Μεγάλο αριθμό προσθετικών ουσιών επικίνδυνων για την υγεία περιέχουν επίσης τα γαριδάκια- ιδιαίτερα τα εμπλουτισμένα με αρωματικά, ρίγανης, πάπρικας, πίτσας κ.ά.- αναψυκτικά, έτοιμοι χυμοί κ.ά. Στα περισσότερα προϊόντα τα πρόσθετα δεν αναφέρονται με την κωδική τους ονομασία (Ε) αλλά με αόριστους όρους όπως «χρώματα» και «αρώματα», με στόχο την παραπλάνηση των καταναλωτών. 

alopsis.gr

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η δημοκρατία ως προϊόν κατανάλωσης

Η δημοκρατία ως προϊόν κατανάλωσης

by Βαγγέλης Χριστοδούλου
Όταν το αυτονόητο γίνεται... όραμα.
Όλα τα καταναλωτικά αποκτήματα εμπεριέχουν κινδύνους. Οι έμποροι όμως των αγαθών, που παραπλανητικά αποκαλούνται διαρκείας, διαβεβαιώνουν τους πελάτες τους ότι τίποτε δεν θα συμβεί και ότι το προϊόν θα συνεχίσει να υπάρχει. Είναι μία υπόσχεση που δεν μπορούν να τηρήσουν. Την ίδια ακριβώς πρακτική χρησιμοποιούν και οι υπηρέτες των κομμάτων, τα στελέχη και οι αρχηγοί τους, ως άλλοι έμποροι ή managers. Εμπορεύονται οράματα και δίνουν υποσχέσεις που δεν μπορούν να τηρήσουν. Κανένας από αυτούς δεν μπορεί με καθαρή συνείδηση να μας πει ότι θα πραγματώσει το όραμα που υπόσχεται ή ότι ο ίδιος θα υπάρχει σε αυτή τη θέση προκειμένου να μας δώσει εξηγήσεις πάνω στο γιατί δεν πραγμάτωσε το όραμά του ή την υπόσχεση που μας έδωσε.http://eagainst.com
Τα οράματα που προσφέρονται, δίνουν τη δυνατότητα στον ψηφοφόρο να επιλέξει μέσα από έναν μεγάλο κατάλογο ελκυστικών προϊόντων. Ελευθερία, ισότητα, εργασία, κοινωνικό κράτος, δικαιοσύνη, ασφάλεια κλπ. Ο κατάλογος δεν τελειώνει όσο επιτρέπεις στον έμπορο-πωλητή να μιλάει. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος και το σύστημα που τον περιβάλει, δεν ανησυχεί καθόλου για τη ζήτηση ή την έλλειψη ενδιαφερομένων. Ο ψηφοφόρος δε, έχει την δυνατότητα να αγοράσει από διαφορετικά μαγαζιά, αφού υπάρχουν πολλά που πουλούν τα ίδια προϊόντα με διαφορετικό όμως, περιτύλιγμα.
Από τους πωλητές, οι πελάτες περιμένουν να ακούσουν την εκπλήρωση του βασικότερου οράματος : τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρουν να είναι ελεύθεροι και ήσυχοι, σε πείσμα της φράσης του Θουκυδίδη που έλεγε ότι «ή ελεύθερος θα είσαι ή ήσυχος, και τα δύο δεν γίνεται». Οι πωλητές από την άλλη μπορούν όχι μόνο να τάξουν αλλά και να επιβάλουν οτιδήποτε, όντας σίγουροι ότι η ζήτηση των συμβουλών τους και των υποτιθέμενων ικανοτήτων τους, δεν θα εξαντληθεί ποτέ.
Στερημένος από το μέλλον του και επομένως από οποιαδήποτε προσδοκία, προσπαθεί μέσα από την ακατανίκητη δύναμη της άρνησης να τεντώσει το χέρι του και να γαντζωθεί από τα απλόχερα προσφερόμενα οράματα των πωλητών. Οι ίδιοι προκειμένου να αγοράσει, του δίνουν αξία και τον ορίζουν ως τον «σημαντικότερο ψηφοφόρο της μεταπολίτευσης». Ο ψηφοφόρος, κάθεται παρατημένος από την δημοκρατία που τον παράτησε, ακούγοντας με προσοχή, τους αγγελιοφόρους της αιωνιότητας να του πετούν οράματα από τα μπαλκόνια. Μαγεύεται από την προοπτική ότι μπορεί επιτέλους να διαλέξει το δικό του όραμα μέσα από την μεγάλη ποικιλία που υπάρχει. Όπως ακριβώς έμαθε να καταναλώνει αγαθά έτσι καταναλώνει και οράματα. Ως πεπειραμένος καταναλωτής, επιθυμεί άλλη μια φορά να αρπάξει την ευκαιρία.
Η καταναλωτική κοινωνία στην οποία μεγάλωσε και ανδρώθηκε ως «πολίτης» τον έμαθε ότι το νερό για παράδειγμα, πρέπει να πωλείται αφού είναι καταναλωτικό προϊόν. Ο «πολίτης» το δέχεται χωρίς να σκεφτεί ότι αν δεν πιεί νερό θα πεθάνει. Το νερό δεν είναι καταναλωτικό προϊόν αλλά αγαθό που πρέπει να δίνεται απλόχερα και δωρεάν σε όλους. Για κάτι τέτοιο όμως πρέπει να παλέψεις και πολλές φορές να πεθάνεις. Η ελεύθερη πρόσβαση στο νερό, είναι για κάποιους ανθρώπους όραμα. Η εργασία από την άλλη πλευρά είναι ένας θεσμός που χωρίς αυτόν ο άνθρωπος πάλι θα πεθάνει. Αν δεν πεθάνει βιολογικά, θα πεθάνει κοινωνικά. Και όμως, η εργασία για δισεκατομμύρια ανθρώπους είναι όραμα. Αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία των πωλητών: μετέτρεψαν τα αυτονόητα σε οράματα.
Οι πωλητές ανάγουν το αυτονόητο σε όραμα και το πουλάνε. Όλα τα αυτονόητα μετατράπηκαν σε οράματα : η εργασία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ισότητα. Έγιναν «πολιτικά οράματα» και πωλούνται ακριβά, πολύ ακριβά. Είναι σπάνια είδη και ως τέτοια, οι τιμές τους εκτοξεύονται στα ουράνια. Το πιο ακριβό όμως είναι ο συνδυασμός όλων αυτών : η δημοκρατία. Δεν είναι απλώς σπάνιο αγαθό, αλλά κάτι που δεν υπήρξε ποτέ, κανείς δεν το έχει δει και κανείς δεν το έχει αγγίξει. Όλοι όμως μιλάνε γι’ αυτό και θέλουν να το αποκτήσουν. Η προσπάθεια για την απόκτησή της είναι τόσο μεγάλη που την παραγγέλνουν ακόμα και μέσω internet, αλλά μάταια. Δεν έρχεται ποτέ.
Η δύναμη του αντίγραφου.
Όταν δεν έχεις την οικονομική δυνατότητα να αγοράσεις ένα προϊόν, βολεύεσαι με τα imitation ή αλλιώς τα υποκατάστατα. Έτσι ακριβώς κάνουμε και με την δημοκρατία. Αφού δεν μπορούμε να την έχουμε, φτιάχνουμε υποκατάστατα και τους δίνουμε μεγάλες και βαρύγδουπες ονομασίες : αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κοινοβουλευτική δημοκρατία, αστική δημοκρατία, μαζική δημοκρατία, λαϊκή δημοκρατία κλπ. Δημοκρατία σκέτη, δεν υπάρχει. Θέλουμε το υποκατάστατο να είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των συνθηκών της μοντέρνας ζωής μας. Θέλουμε να το αποκτήσουμε γρήγορα, χωρίς να χάνουμε χρόνο, ζητώντας να ικανοποιηθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο με όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο.
Το υποκατάστατο όμως δεν είναι ποτέ ίδιο με το αυθεντικό, το πραγματικό προϊόν. Δεν έχει την ίδια ποιότητα με το original όσο και αν προσπαθούμε ψυχαναγκαστικά να πείσουμε τον εαυτό μας για το αντίθετο. Έτσι, απογοητευμένοι από την ποιότητα, αναζητούμε τη λύτρωση στην ποσότητα. Μέσα στην μεγάλη ποσότητα όμως, είναι βέβαιο ότι, που και που, θα περάσουν απαρατήρητα, κακά αντίγραφα ή υποκατάστατα του προϊόντος. Έτσι και με την δημοκρατία : μεταξύ του ενός «που» και του άλλου «που», πέρασε απαρατήρητο προϊόν της, που υπόσχεται ότι η επόμενη αυγή θα είναι χρυσή, παρόλο που το ίδιο το αντίγραφο είναι βαμμένο μαύρο.
Υπάρχουν πάρα πολλοί καταναλωτές που αρέσκονται στα μαϊμού προϊόντα ή γενικότερα στα φτηνά αντίγραφα. Θεωρούν ότι δεν αξίζει να πληρώσεις πολλά χρήματα για να αγοράσεις την τάδε μάρκα αφού με λιγότερα από τα μισά κάνεις την ίδια δουλειά. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να περιφρονήσεις ένα «φτηνό» προϊόν, εκτός και αν είσαι νεόπλουτος. Η πολιτική που εμφανίζεται ως καταναλωτικό και κατά συνέπεια αναλώσιμο προϊόν, δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούν την φτηνή πολιτική και σε καμία περίπτωση δεν την περιφρονούν. Αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων σε ολόκληρη την Ευρώπη, στέλνουν στη βουλή ακροδεξιά κόμματα πιστεύοντας ότι θα καταφέρουν να αλλάξουν τα πράγματα χρησιμοποιώντας βία, επειδή «αυτοί δεν μασάνε». Θέλουν να ξεμπερδεύουν γρήγορα όπως και με την αγορά ενός προϊόντος. Νομίζουν ότι μέσα σε ένα κοινοβούλιο υπάρχουν κόμματα που φοβούνται άλλα κόμματα με τον ίδιο τρόπο που οι ψηφοφόροι φοβούνται τον ματατζή ή τον νεοναζιστή με την αρβύλα. Αυτό είναι όχι μόνο αποδοχή, αλλά κυρίως πίστη στην φτηνή πολιτική.
Από την άλλη μεριά φτηνή πολιτική αποτελεί και ο όρος «επαναδιαπραγμάτευση», αφού για να επαναδιαπραγματευθείς κάτι, αφ’ ενός αποδέχεσαι ότι είσαι υπαίτιος για το πρόβλημα, αφ’ ετέρου, χρειάζονται δύο τουλάχιστον μέρη. Δεν απαντάς ποτέ στην ερώτηση, «τι θα γίνει αν το άλλο μέρος δεν επαναδιαπραγματεύεται;»
Μία από τις σημαντικότερες τεχνικές του μάρκετινγκ είναι το να εμποδίζεις τον καταναλωτή να σκεφτεί πάνω σε ότι αφορά την χρησιμότητα του προϊόντος που θα αγοράσει. Ο στόχος είναι να εμφανιστεί το προϊόν ως μοναδικό με βάση την αξιοπιστία του σήματος που διαθέτει. Έτσι ακόμα και αν είναι αντίγραφο, το σήμα δίνει την ψευδαίσθηση της αξιοπιστίας σε αυτόν που το κατέχει ή που το φοράει. Δεν έχει και τόση σημασία αν το χρειάζεσαι. Το σήμα του, είναι εγγύηση ότι θα το χρειαστείς. Πόσο μοναδικό είναι στην πραγματικότητα;
Ίδιο σκεπτικό, διαφορετικό κόμμα.
Η τεχνική της «κατασκευής σε επίπεδο πλατφόρμας» χρησιμοποιείται σήμερα από όλες τις μεγάλες βιομηχανίες και κυρίως από μεγάλους ομίλους. Η πλατφόρμα είναι η βάση πάνω στην οποία γίνονται διάφορες αλλαγές ή προσθέσεις προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αντικείμενο το οποίο μετατρέπεται σε επώνυμο προϊόν,από ρούχο μέχρι αυτοκίνητο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και ο γράφων ασχολείται με τα αυτοκίνητα, αποτελεί το Group VAG ή πιο γνωστό ως όμιλος Volkswagen. Τα αυτοκίνητα Audi, Skoda, Seat και Volkswagen, μοιράζονται την ίδια πλατφόρμα σε πολλά μοντέλα τους. Τα Audi A4 με τα Skoda Octavia ή το καινούργιο Passat με την Octavia και το Seat Leon. Η τεχνική της πλατφόρμας χρησιμοποιείται και σε μηχανικά μέρη. Επίσης, ο ίδιος τύπος κινητήρα υπάρχει σε διάφορα μοντέλα του ίδιου ομίλου αλλά με διαφορετική ονομασία. Το Audi S3 έχει τον ίδιο κινητήρα με το Seat Cupra. Διαφοροποιώντας όμως μερικά μηχανικά μέρη και αλλάζοντας το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού εγκεφάλου, το ένα αυτοκίνητο γίνεται πιο γρήγορο από το άλλο. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο ένα Audi θα πουληθεί περισσότερο από ένα Seat ή μία Octavia; Πως κάποιος θα αποδεχθεί ότι ένα 5-10% στην διαφορά κατασκευής δικαιολογεί το 50-70% στη διαφορά τιμής;
Ο πωλητής μεγεθύνει την αξία των μικροδιαφορών που προστίθενται, αλλάζοντας πρώτα την εξωτερική εμφάνιση του προϊόντος. Έπειτα η αποδοχή γίνεται ευκολότερη μετατρέποντας τις διαφορές σε εικόνα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο υποψήφιος αγοραστής δεν γνωρίζει όλα τα παραπάνω. Όταν οι διαφορές μεγεθύνονται μέσω της διαφήμισης, τότε ο καταναλωτής μπορεί να «αισθανθεί» τις διαφορές αυτές. Αν κάποιος παρατηρήσει τις διαφημίσεις των συγκεκριμένων αυτοκινήτων θα διαπιστώσει αφ’ ενός μεν ότι δεν διαφημίζονται με τον ίδιο τρόπο, αφ’ ετέρου η διαφήμιση δεν απευθύνεται στο ίδιο target group. Έχουμε αυτοκίνητα για όλα τα βαλάντια αλλά και για όλα τα γούστα.
Η σύγχρονη πολιτική έχει την δική της «πολιτική πλατφόρμα», την οποία αποκαλούμε «συναινετική πολιτική» ή «πολιτική της συναίνεσης». Μια μερίδα κομμάτων είναι φιλικά προς τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα κεφάλαια και τις τράπεζες, ενώ έχουν τις ίδιες απόψεις για τους μετανάστες. Τα κόμματα της Αριστεράς (ο Θεός θα την κάνει), υπερασπίζονται τους «δικούς τους αδύναμους», βασιζόμενοι στην κοινή πλατφόρμα των «εργασιακών σχέσεων», ενώ επιτίθενται στο μεγάλο κεφάλαιο και αγαπούν τους μετανάστες. Όμως,κοινή πλατφόρμα όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων αποτελεί η πολιτική της «χρησιμοποίησης του φόβου». Όσο φοβάσαι να φύγεις από το euro, άλλο τόσο φοβάσαι και να μείνεις σε αυτό. Όλα τα κόμματα χρησιμοποιούν την ίδια πλατφόρμα σε ότι αφορά το διαδικαστικό, μέσω του οποίου μπορούν να αποκλείσουν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από όλες τις σημαντικές αποφάσεις : την αντιπροσώπευση. Με τον τρόπο αυτό φτάνουμε στο να αποκλείσουμε το 54% από τις αποφάσεις, αφού το 34% αφορά την αποχή και το 20% αφορά αυτούς που ψήφησαν αλλά που τα κόμματά τους δεν μπήκαν στη βουλή. Επίσης, τα κόμματα δεν απευθύνονται στα ίδια target groups. Οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ για παράδειγμα, δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη με αυτούς της ΝΔ. «Τάξη», με την έννοια, όχι την οικονομική, αλλά τον τρόπο αντιμετώπισης του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.
Ας διαφημίσουμε τον φόβο.
Σε κανένα διαφημιστικό σποτ, κανενός κόμματος, δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη περί άμεσης δημοκρατίας. Αντίθετα σε όλα τα σποτ θίγεται η οικονομική διάσταση της κρίσης μαζί με τις υποτιθέμενες λύσεις της, ώστε ο καταναλωτής-ψηφοφόρος να μην σκέφτεται καθόλου την χρησιμότητά τους ή τον αντίκτυπο που θα έχουν επάνω του. Ο στόχος του διαφημιστικού σποτ είναι να διευκολύνει τον αγοραστή και όχι το αντίθετο. Ανάπτυξη για ποιον; Εντός ή εκτός euro; Μετανάστες ή ασφάλεια; Αυτά ήταν και είναι κάποια από τα διλήμματα που τέθηκαν αφήνοντας απ’ έξω το βασικότερο : ποιος θα αποφασίσει γι’ αυτά; Η ΝΔ, το Πασοκ, το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, η Χρυσή Αυγή, η ΔΗ.ΜΑΡ, ο Καμμένος, ή μήπως πρέπει να αποφασίζουν οι άνθρωποι αυτής της χώρας; Κατά την διάρκεια του προεκλογικού αγώνα είδα έκπληκτος τον αρχηγό κόμματος να λανσάρει τον εαυτό του σε βίντεο, τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος και στην ίδια περίοπτη θέση, με πολιτικούς ή στρατιωτικούς ή τέλος πάντων ανθρώπους που η προσφορά τους σε αυτήν εδώ τη χώρα είναι πλέον καταγεγραμμένη και έχει ήδη περάσει στην ιστορία. Το πρόβλημά μου τώρα δεν είναι αν ο Ε. Βενιζέλος έκανε καλό ή κακό στην Ελλάδα, αλλά το ότι ο Σαμαράς βάζει τον εαυτό του στην ίδια θέση με αυτόν. Ο ίδιος ο Σαμαράς ως πολιτικός και ως επιστήμονας γενικότερα δεν έχει προσφέρει ποτέ και τίποτε σε αυτόν τον τόπο, πέρα από τα συνεχή ψέματα και εναλλασσόμενες πολιτικές τοποθετήσεις και πρακτικές, προκειμένου να ανέλθει στην πρωθυπουργία, που είναι και διακαής πόθος του.
Είναι πρώτη φορά πιστεύω, στη νεότερη ιστορία μας, που ταυτόχρονα με την προβολή και τη διαφήμιση των προσόντων ενός ηγέτη κόμματος, διαφημίζεται τόσο πολύ ο φόβος. Η ατέλειωτη ψύχωση των ΜΜΕ και της «θετικής κοινής γνώμης» με τα δεινά που θα προκαλέσει η διαφορετική άποψη, συγκαλύπτει την τεχνική της πλατφόρμας. Οι τεχνικοί της εξουσίας δεν αναφέρονται ποτέ στα δεινά που προκάλεσαν τα πεπραγμένα του πολιτικού που προωθείται από το κανάλι τους. Αντίθετα, επικεντρώνονται στη διάχυση του φόβου επικαλούμενοι τα αποτελέσματα της διαφορετικής άποψης. Αποτελέσματα όμως, μιας πολιτικής, που δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ. Έτσι πετυχαίνουν δύο πράγματα : πρώτα διαχωρίζουν την ευθύνη, από την εξουσία του προσώπου, που η ιδιοκτησία του μέσου διατάζει να προωθηθεί και δεύτερο, αυτό που πρέπει να αποδείξουν, το παρουσιάζουν ως τετελεσμένο γεγονός . Όπως ακριβώς μία πωλήτρια σε μαγαζί καλλυντικών που λέει στην πελάτη της, να μην αγοράσει την Α κρέμα νυκτός αλλά την Β, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος η Α να καταστρέψει το δέρμα της. Η πελάτης, την εμπιστεύεται γιατί εκτός από το ότι δεν γνωρίζει και πολλά από κρέμες, φοβάται να ρισκάρει με το δέρμα της. Η πωλήτρια δεν διαφημίζει την κρέμα Β αλλά τον φόβο που προκαλεί η κρέμα Α.
Τα αποτελέσματα της ήδη εφαρμοσμένης πολιτικής δεν αναφέρονται πουθενά ή αναφέρονται ελάχιστα. Περνούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ώστε να γίνει εφικτό, κάποια στιγμή, η ευθύνη του πολιτικού να μην υπήρξε ποτέ. «Αλλαγές στα προϊόντα μας, γίνονται εντός δεκαπέντε ημερών και με προσκόμιση της απόδειξης αγοράς» αναγράφεται σε πολλά καταστήματα. Ό,τι λάθος και να έκανε ο πωλητής ή ο αγοραστής, μετά από κάποιο ορισμένο χρονικό διάστημα, το προϊόν ούτε επιστρέφεται, ούτε αλλάζει. Το ίδιο και με την εγγύηση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ό,τι ζημιά και να πάθεις ευθύνεσαι εσύ. Στα αυτοκίνητα οι εγγυήσεις που υπάρχουν διαρκούν το πολύ τέσσερα με πέντε χρόνια. Η εγγύηση του κόμματος που ψήφησες, διαρκεί εικοσιτέσσερις ώρες. Μετά, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, για ότι και να συμβεί σε σένα ή τους συνανθρώπους σου, την ευθύνη φέρεις ακέραια εσύ, ακόμα και αν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής, θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή. Το αυτοκίνητο αν βρεις χρήματα, το αλλάζεις, την ψήφο δεν την παίρνεις πίσω όσα χρήματα και να βρεις. Η Κυριακή πέρασε.
Ψήφος και κατανάλωση: η διττή υποχρέωση.
Μόλις ο άνθρωπος μάθει να διαβάζει αρχίζει αμέσως η πολιτική εξάρτηση από …άλλους. Από το δημοτικό ακόμα διδάσκεται την αντιπροσώπευση ψηφίζοντας μαθητικά συμβούλια. Με τον ίδιο τρόπο διδάσκεται την εξάρτησή του από αντικείμενα. Η κοινωνία τον ορίζει από νωρίς με την διττή ιδιότητα του ψηφοφόρου-καταναλωτή. Οφείλει πλέον και υποχρεούται να είναι εντεταλμένος ως τέτοιος. Η παροχή ψήφου σε συνδυασμό με την κατανάλωση είναι η αποστολή του. Η υποχρέωση να ψηφήσεις όπως και η υποχρέωση να καταναλώσεις είναι καθήκοντα που δεν γνωρίζουν εξαίρεση.
Ο φτωχός πολλές φορές εξαναγκάζεται να μπει σε μία κατάσταση κατά την οποία υποχρεώνεται να ξοδέψει τα λιγοστά χρήματα που έχει, όχι για να αποκτήσει κάτι χρήσιμο γι’ αυτόν, αλλά κάτι ανούσιο, προκειμένου να καταναλώσει. Αν δεν το κάνει, είναι εξαιρετικά απίθανο να αποφύγει τον χλευασμό και την κοινωνική ταπείνωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτου, αποτελούν οι κάτοικοι της Μπανγκόγκ , που ενώ ζουν μέσα στην εξαθλίωση, έχουν όλοι κινητά τηλέφωνα, τα οποία φροντίζουν να ανανεώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Παράλληλα με τον φτωχό καταναλωτή υπάρχει και ο «φτωχός» ψηφοφόρος. Είναι φτωχός σε πολιτικές γνώσεις. Είναι αυτός που βομβαρδίζεται καθημερινά και από παντού, με υποδείξεις για το τι πρέπει να ψηφίσει. Ο ίδιος δεν γνωρίζει ποτέ σε βάθος, τις πολιτικές ιδεολογίες ή τα προγράμματα των κομμάτων που έχει να επιλέξει και που τελικά πρέπει να ψηφίσει. Σε ακόμη χειρότερη θέση βρίσκεται όμως το άτομο αυτό που δεν θέλει να αναλάβει τον διττό ρόλο του ψηφοφόρου-καταναλωτή και απέχει συνειδητά και από τα δύο ή από ένα από τα δύο. Η κοινωνική του υπόσταση μειώνεται στα μάτια των υπολοίπων εξαιτίας, του ότι δεν θέλει να επιτελέσει την «κοινωνική του υποχρέωση». Δυσκολεύεται να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του καθώς οι γύρω του, τον κάνουν να αισθάνεται ανεπαρκής, προβληματικός ή υποδεέστερος, από τη στιγμή που αδυνατεί να ασχοληθεί με τα «σοβαρά ζητήματα της κοινωνίας».
Όπως στην περίπτωση του φτωχού, έτσι και στην περίπτωση του μη ψηφοφόρου υπάρχει μία σαφής μεταφορά της ευθύνης από το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα στα ίδια τα άτομα. Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύει ότι ο φτωχός είναι υπεύθυνος για την «κατάντια» του ενώ αυτός που απέχει από τις εκλογές, χαρακτηρίζεται ως «πολιτικά απαθής» επειδή ο ίδιος το έχει επιλέξει. Η κοινωνία αποδίδει τον χαρακτηρισμό τού «πολιτικά απαθή», με το ίδιο σκεπτικό που χαρακτηρίζει «κατάντια» την πορεία προς τη φτώχεια : με ελαφρά την καρδία.
Τα δύο-τρία τελευταία χρόνια, η πολιτική επέστρεψε στις ζωές των ανθρώπων μετά από μία απουσία τριάντα περίπου χρόνων. Ξαφνικά άρχισαν οι πάντες να έχουν γνώμη για όλα, όπως βέβαια, θα έπρεπε να έκαναν εδώ και πολλά χρόνια. Όμως, δεν ασχολούνται με την πολιτική και τους πολιτικούς επειδή είναι καθήκον τους ως «πολίτες» μιας «δημοκρατικής» κοινωνίας. Το κάνουν γιατί αναγκάστηκαν, από τη στιγμή που αισθάνθηκαν ότι τους αφαιρούν κυρίως, τα οικονομικά κεκτημένα τους. Έτσι σκέφτηκαν να τα ανακτήσουν μέσα από το δρόμο της πολιτικής. Μπέρδεψαν όμως την πολιτική με την μόδα.
Το να είναι κάποιος μέλος της κοινωνίας των ψηφοφόρων, σημαίνει ότι πιστεύει στο καθήκον του επίπονου αγώνα. Ο «επίπονος» αγώνας της κατανάλωσης, ταυτίζεται με τον πραγματικά επίπονο αγώνα της πολιτικής. Ο φόβος, να αποτύχεις να συμμορφωθείς με τον επίπονο αγώνα, έχει παραγκωνιστεί από τον φόβο της ανεπάρκειας. Στις μέρες μας είναι σημαντικό να μας ορίζουν οι γύρω μας, όχι μόνο ως «καταναλωτικά επαρκή» αλλά και ως «πολιτικά επαρκή», προκειμένου να μην μένουμε έξω από τη συζήτηση, εξαιτίας, τού ότι δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως μόνο αυτά που μας ενδιαφέρουν προσωπικά : τι θα κάνει το Χ κόμμα με την φορολογία, αν τελικά θα διώξει τους μετανάστες ή αν τελικά θα ιδιωτικοποιήσει τη ΔΕΗ . Δεν μας νοιάζει τί έχει συμβεί σε άλλες χώρες που έγιναν ιδιωτικοποιήσεις, ποιος ευθύνεται για το ότι οι μετανάστες περνούν πρώτα από την Ελλάδα ή για ποιο λόγο οι εφοπλιστές δεν πληρώνουν φόρους. Είναι ίδιο ακριβώς σκεπτικό με την αγορά μιας μπλούζας Nike. Κοιτάζουμε μόνο αν μας αρέσει και δεν μας ενδιαφέρει αν αυτή τη μπλούζα την έφτιαξε στην Ταϋλάνδη ένα επτάχρονο κορίτσι με μισθό 0,50 λεπτά την ημέρα. Γνωρίζουμε την πολιτική όπως ακριβώς γνωρίζουμε και τη μόδα : πιο σχέδιο παντελονιού είναι τώρα must, ποιος τραγουδιστής βρίσκεται στην επικαιρότητα ή ποια ταινία πρέπει να δω για να είμαι in; Αν φορέσω καπελάκι με το κόκκινο αστέρι θα είμαι επαναστάτης ή μήπως αυτό είναι ξεπερασμένο και καλύτερα να βάλω μία μπλούζα με το σήμα των Ζαπατίστας; Ποιο από τα δύο θα με κάνει να αισθανθώ ότι βρίσκομαι πιο κοντά στην επανάσταση; Ένα δίλλημα που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς.
Για το τέλος.
«Τα πράγματα αποκαλύπτονται στη συνείδηση μόνο μέσα από τη ματαίωση που προκαλούν» λέει ο Μπάουμαν. Εκείνη τη στιγμή δηλαδή που καταστρέφονται, που διασπόνται. Η προσοχή του ανθρώπου, δεν επικεντρώνεται στην διαδικασία και τον τρόπο επίτευξης των επιθυμητών οραμάτων, αλλά στο αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα είναι η μη υλοποίηση της υπόσχεσης που δόθηκε προεκλογικά, τότε αποκαλύπτεται στη συνείδησή του, το ψέμα που του πούλησαν οι πολιτικοί. Οι τελευταίοι δεν κρίνονται πάντα ως ικανοποιητικοί και πολλές φορές το τίμημα που πληρώνουν οι οπαδοί τους είναι υπερβολικό ή απαράδεκτο.
Το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας δεν βρίσκεται σε έτοιμες ή προκατασκευασμένες ιδεολογίες, αλλά στη συμμετοχή του γίγνεσθαι των ιδεών αυτών, πριν γίνουν ιδεολογίες. Όπως ακριβώς πρέπει να γνωρίζουμε πράγματα για το αντικείμενο που θέλουμε να αγοράσουμε , πριν γίνει προϊόν προς κατανάλωση. Η δημοκρατία είναι δημιουργία και η μαγεία της βρίσκεται στο ότι δεν είσαι ποτέ σίγουρος που θα καταλήξει, επειδή ακριβώς η δημοκρατία δεν «καταλήγει». Οι άνθρωποι αντίθετα, την αντιμετωπίζουν ως ένα καταναλωτικό προϊόν, προς άμεση χρήση, γρήγορη εκτόνωση και στιγμιαία ικανοποίηση. Ταυτόχρονα, όλα τα προηγούμενα, θέλουμε να τα έχουμε χωρίς καμία προσπάθεια, αλλά κυρίως χωρίς παρατεταμένη προσπάθεια. Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύονται οι πωλητές, που υπόσχονται να αφαιρέσουν την αναμονή από την επιθυμία και την προσπάθεια από το αποτέλεσμα. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται η δημοκρατία είναι η συμμετοχή και η διαπροσωπική συζήτηση. Δεν χρειάζεται την όμορφη συσκευασία που απαιτείται στις αγορές καταναλωτικών προϊόντων. Πρέπει αρχικά να αγνοήσουμε και κατόπιν να ακυρώσουμε τους διαφημιστές της πολιτικής, που χρησιμοποιούν όλα εκείνα τα δελεαστικά τεχνάσματα προκειμένου να προωθήσουν στην αγορά των ψηφοφόρων, τις προσωπικότητες και τις ιδέες των πολιτικών, που καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματική δημοκρατία. Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία δεν είναι πολίτευμα. Η δημοκρατία είναι είδος κοινωνίας και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Αναρχία (μέρος τρίτο)Ερρίκο Μαλατέστα:

Συνέχεια από το δεύτερο μέρος (μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος εδώ)
Ως τώρα έχουμε εξετάσει την κυβέρνηση όπως είναι κι όπως αναγκαστικά πρέπει να είναι σε μια κοινωνία που θεμελιώνεται πάνω στο προνόμιο, στην εκμετάλλευση και στην καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, πάνω στον ανταγωνισμός των συμφερόντων και στην κοινωνική διαμάχη, κοντολογίς, πάνω στην ατομική ιδιοκτησία.
Έχουμε δει πως αυτή η κατάσταση ανταγωνισμού, απέχοντας πολύ απ’ το ν’ αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση της ανθρώπινης ζωής, είναι αντίθετη με τα συμφέροντα του ατόμου και του ανθρώπινου είδους γενικότερα. Έχουμε παρατηρήσει πως η συνεργασία, η αλληλεγγύη των συμφερόντων, είναι ο νόμος της ανθρώπινης προόδου κι έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τον τερματισμό κάθε κυριαρχίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, δε θα υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ύπαρξη της κυβέρνησης – επομένως θα πρέπει να καταργηθεί.
Αλλά μπορεί να προβληθεί η αντίρρηση πως, αν επρόκειτο ν’ αλλάξει η αρχή πάνω στην οποία βασίζεται τώρα η κοινωνική οργάνωση κι η αλληλεγγύη ν’ αντικαταστήσει τον ανταγωνισμό, η συλλογική ιδιοκτησία την ατομική ιδιοκτησία, θα άλλαζε επίσης κι η φύση της κυβέρνησης. Αντί να είναι ο υπερασπιστής κι εκπρόσωπος των συμφερόντων μια τάξης, θα γινόταν, αν δεν υπήρχαν πια τάξεις, εκπρόσωπος όλης της κοινωνίας. Η αποστολή της θα ’ταν να εξασφαλίζει και να ρυθμίζει την κοινωνική συνεργασία για το συμφέρον όλων και να εκπληρώνει δημόσιες υπηρεσίες γενικής ωφέλειας. Θα υπεράσπιζε την κοινωνία ενάντια σε πιθανές απόπειρες επανεγκαθίδρυσης του προνόμιου και θα εμπόδιζε ή θα κατέπνιγε όλες τις επιθέσεις, οποιουδήποτε τυχόν απειλούσε τη ζωή, ευημερία ή ελευθερία του ατόμου.
Υπάρχουν στην κοινωνία ορισμένα πολύ σημαντικά ζητήματα, που απαιτούν πάρα πολύ, συνεχή, τακτική προσοχή για ν’ αφεθούν στην εθελοντική διαχείριση των ατόμων, δίχως να προκύψει ο κίνδυνος να βυθιστούν τα πάντα στην αταξία.
Αν δεν υπήρχε κυβέρνηση, ποιός θα οργάνωνε την συγκέντρωση και τη διανομή των προμηθειών; Ποιός θα ρύθμιζε τα ζητήματα που αφορούν τη δημόσια υγεία, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες κλπ; Ποιός θα διεύθυνε τη δημόσια εκπαίδευση; Ποιός θα αναλάμβανε αυτές τις μεγάλες εργασίες της εξερεύνησης, βελτίωσης σε μεγάλη κλίμακα, της επιστημονικής έρευνας κλπ. Που μεταμορφώνουν το πρόσωπο της γης και μεγαλώνουν στο εκατονταπλάσιο τη δύναμη του ανθρώπου;
Ποιός θα ενδιαφερόταν για τη συντήρηση και την αύξηση του κεφαλαίου, που θα μπορούσε να μεταβιβαστεί στους απογόνους εμπλουτισμένο και βελτιωμένο;
Ποιός θα εμπόδιζε την καταστροφή των δασών ή την παράλογη εκμετάλλευση κι απογύμνωση της γης;
Ποιός θα υπήρχε για να εμποδίσει και να καταστείλει τα εγκλήματα, δηλαδή, τις αντικοινωνικές πράξεις;
Τί θα γινόταν μ’ εκείνους που, παραβλέποντας το νόμο της αλληλεγγύης, δε θα δούλευαν; Ή εκείνους που πιθανόν να μετέδιδαν μια μολυσματική ασθένεια σε μια χώρα, αρνούμενοι να υπακούσουν στη ρύθμιση της υγιεινής απ’ την επιστήμη; Ή, ξανά, τί θα μπορούσε να γίνει μ’ εκείνους που, είτε ήταν παράφρονες είτε όχι, πιθανόν να πυρπολούσαν τη συγκομιδή, να πλήγωναν παιδιά ή να εκμεταλλεύονταν και να επωφελούνταν απ’ τους αδύναμους;
Το να καταστραφεί η ατομική ιδιοκτησία και να καταργηθεί η τωρινή κυβέρνηση, δίχως να επανασυσταθεί μια κυβέρνηση που θα οργάνωνε τη συλλογική ζωή και θα εξασφάλιζε την κοινωνική αλληλεγγύη, δε σημαίνει ότι καταστράφηκε το προνόμιο κι ότι ήρθε η ειρήνη κι η ευημερία πάνω στη γη. Σημαίνει την καταστροφή κάθε κοινωνικού δεσμού, την εγκατάλειψη της ανθρωπότητας ώστε να ξαναβυθιστεί στη βαρβαρότητα, την επανεμφάνιση της βασιλείας του «ο καθένας για τον εαυτό του», που θα κατοχύρωνε ξανά το θρίαμβο, πρώτα, της ωμής βίας και, ύστερα, του οικονομικού προνόμιου.
Τέτοιες είναι οι αντιρρήσεις που προβάλλονται απ’ τους εξουσιαστές, ακόμα κι από σοσιαλιστές, που επιθυμούν να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία και την ταξική κυβέρνηση που θεμελιώθηκε πάνω στο σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας.
Απαντούμε:
Αρχικά, δεν είναι αλήθεια ότι με μια αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, θ’ άλλαζε επίσης κι η φύση της κυβέρνησης και των λειτουργιών της. Όργανα και λειτουργίες είναι αναπόσπαστοι όροι. Αφαίρεσε από ένα όργανο τη λειτουργία του κι είτε το όργανο θα πεθάνει ή η λειτουργία του θ’ αποκατασταθεί. Φτιάξε ένα στρατό σε μια χώρα, που να μη δικαιολογείται η ύπαρξή του ή που δεν υπάρχει φόβος για εξωτερικό πόλεμο κι αυτός ο στρατός θα προκαλέσει πόλεμο, ή αν δεν κατορθώσει να το κάνει θα διαλυθεί. Μια αστυνομική δύναμη, εκεί όπου δεν υπάρχουν εγκλήματα για ν’ ανακαλυφθούν κι εγκληματίες για να συλληφθούν, θα προκαλέσει ή θα επινοήσει εγκλήματα ή θα πάψει να υπάρχει.
Στη Γαλλία υπήρχε εδώ κι αιώνες ένα ίδρυμα, που υπάγεται τώρα στη διαχείριση των δασών, για την εξολόθρευση των λύκων κι άλλων άγριων ζώων. Κανείς δεν θα εκπλαγεί μαθαίνοντας ότι, χάρη ακριβώς σ’ αυτό το ίδρυμα, εξακολουθούν να υπάρχουν λύκοι στη Γαλλία κι ότι, σε ορισμένες εποχές, προκαλούν μεγάλη ζημιά. Το κοινό δίνει λίγη προσοχή στους λύκους, γιατί υπάρχουν διορισμένοι κυβερνητικοί υπάλληλοι, των οποίων το καθήκον είναι να σκέφτονται γι’ αυτούς. Κι οι υπάλληλοι αυτοί όντως τους κυνηγάνε, αλλά μ’ έναν έξυπνο τρόπο, αφήνοντας άθικτες τις φωλιές τους κι αφήνοντας χρόνο για την αναπαραγωγή, έτσι ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος να καταστραφεί ολότελα ένα τόσο ενδιαφέρον είδος. Οι Γάλλοι χωρικοί τρέφουν όντως πολύ λίγη εμπιστοσύνη σ’ αυτούς τους κυβερνητικούς κυνηγούς λύκων και τους θεωρούν μάλλον σαν υπερασπιστές των λύκων. Και, φυσικά, τί θα έκαναν αυτοί οι κυβερνητικοί υπάλληλοι αν δεν υπήρχαν πια λύκοι για να εξολοθρευτούν;
Μια κυβέρνηση, δηλαδή, ένας αριθμός προσώπων που είναι εντεταλμένος για να κάνει τους νόμους κι εξουσιοδοτημένος να εκμεταλλεύεται τις συλλογικές δυνάμεις της κοινωνίας για να κάνει κάθε άτομο να σέβεται αυτούς τους νόμους, συνθέτει ήδη μια τάξη προνομιούχα και διαχωρισμένη απ’ την υπόλοιπη κοινότητα. Μια τέτοια τάξη, όπως κάθε εκλεγμένο σώμα, θα επιδιώκει ενστικτώδικα να μεγαλώνει τη δύναμή της, να επιβάλει τις τάσεις της και να κάνει κυρίαρχα τα συμφέροντά της. Τοποθετημένη σε προνομιούχα θέση, η κυβέρνηση βρίσκεται πάντα σε ανταγωνισμό με τις μάζες, των οποίων καταβροχθίζει τη δύναμη.
Επιπλέον, μια κυβέρνηση, ακόμα κι αν είχε τις καλύτερες προθέσεις, δε θα μπορούσε ποτέ να ικανοποιήσει όλους, ακόμα κι αν κατόρθωνε να ικανοποιήσει μερικούς. Θα πρέπει επομένως να υπερασπίζει τον εαυτό της ενάντια στους δυσαρεστημένους και γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να συμμαχεί με το ικανοποιημένο μέρος της κοινότητας, προκειμένου να έχει την απαραίτητη υποστήριξη. Και μ’ αυτό τον τρόπο θα εμφανιστεί ξανά μια προνομιούχα τάξη, που δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτα αλλά μόνο ν’ αναπτυχθεί σε σύμπραξη με την κυβέρνηση. Αυτή η τάξη, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να ξαναπάρει την κατοχή της γης, θα μονοπωλούσε οπωσδήποτε τις πιο ευνοϊκές καταστάσεις και τελικά δε θα ’ταν λιγότερο καταπιεστική, ή ένα μικρότερο όργανο εκμετάλλευσης απ’ ότι η καπιταλιστική τάξη.
Οι κυβερνήτες, συνηθισμένοι να διατάζουν, δε θα επιθυμούσαν ποτέ ν’ αναμιχθούν με το ανώνυμο πλήθος. Αν δεν μπορούσαν να διατηρήσουν στα χέρια τους την εξουσία, θα εξασφάλιζαν τουλάχιστον προνομιούχες θέσεις για την εποχή που θ’ αποσύρονταν απ’ το αξίωμά τους. Θα χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα που διέθεταν για να εκλεγούν οι φίλοι τους σα διάδοχοί τους, οι οποίοι, με τη σειρά τους θα υποστηρίζονταν και θα προστατεύονταν απ’ τους προκατόχους τους. Κι έτσι η κυβέρνηση θα περνούσε και θα ξαναπερνούσε στα ίδια χέρια κι η δημοκρατία, δηλαδή, η κυβέρνηση ολόκληρου του λαού, θα κατέληγε, όπως έχει γίνει πάντα, να γίνει μια ολιγαρχία, ή η κυβέρνηση των λίγων, η κυβέρνηση μιας τάξης.
Κι αυτή η πανίσχυρη, καταπιεστική, ολοκληρωτικά αφομοιωτική ολιγαρχία, θα είχε πάντα στη φροντίδα και στη διάθεσή της κάθε σταλιά του κοινωνικού κεφαλαίου, όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, απ’ την παραγωγή και τη διανομή των αγαθών ως τη βιομηχανική παραγωγή των σπίρτων, απ’ τον έλεγχο του πανεπιστημίου ως τον έλεγχο των μιούζικ χωλ.
Αλλά ας υποθέσουμε ακόμα ότι η κυβέρνηση δεν αποτελεί αναγκαστικά μια προνομιούχα τάξη κι ότι μπορούσε να υπάρξει, δίχως να σχηματίσει γύρω της μια νέα προνομιούχα τάξη. Ας φανταστούμε ότι μπορούσε να παραμείνει αληθινά αντιπροσωπευτική, ο υπηρέτης – αν θέλετε – ολόκληρης της κοινωνίας. Με τί ιδιαίτερα και με ποιό τρόπο θα μεγάλωνε αυτό τη δύναμη, την εξυπνάδα, το πνεύμα αλληλεγγύης, τη φροντίδα της γενικής ευημερίας, τωρινής και μελλοντικής, που υπήρχε σε οποιαδήποτε δοσμένη χρονική στιγμή σε μια δοσμένη κοινωνία;
Ισχύει πάντα η παλιά ιστορία του ανθρώπου με τα ενωμένα πόδια που, έχοντας καταφέρει να ζει παρόλα τα δεσμά του, πιστεύει ότι ζει χάρη σ’ αυτά. Είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε κάτω από μια κυβέρνηση, που χρησιμοποιεί όλη την ενέργεια, την εξυπνάδα και τη θέληση, που μπορεί να τις κατευθύνει στους δικούς της στόχους, αλλά και που εγκλωβίζει, παραλύει και καταστέλλει εκείνους που είναι άχρηστοι ή εχθρικοί απέναντί της. Και φανταζόμαστε πως ό,τι γίνεται στην κοινωνία γίνεται χάρη στην κυβέρνηση κι ότι δίχως αυτή δε θα υπήρχε ούτε ενέργεια, κι εξυπνάδα, ούτε καλή θέληση στην κοινωνία. Έτσι συμβαίνει (όπως έχουμε ήδη πει0, ο ιδιοκτήτης, που έχει ιδιοποιηθεί τη γη, να την καλλιεργήσει για λογαριασμό του, αφήνοντας στο δουλευτή τα αμέσως απαραίτητα για τη συντήρησή του και για τα οποία μπορεί και θα συνεχίσει να δουλεύει, ενώ πιστεύει ότι δε θα μπορούσε να ζήσει δίχως το αφεντικό του, λες κι ο τελευταίος ήταν εκείνος που δημιούργησε τον κόσμο και τις φυσικές δυνάμεις.
Τί μπορεί να προσθέσει η ίδια η κυβέρνηση στις ηθικές κι υλικές δυνάμεις που υπάρχουν σε μια κοινωνία, εκτός αν είναι ο Θεός της Βίβλου, που δημιούργησε τον κόσμο απ’ το μηδέν;
Όπως δε δημιουργείται τίποτα στο λεγόμενο υλικό κόσμο, έτσι δεν μπορεί να δημιουργηθεί τίποτα και σ’ αυτή την πιο πολύπλοκη μορφή του υλικού κόσμου, που αποτελεί τον κοινωνικό κόσμο. Επομένως οι κυβερνήτες δεν μπορούν να προσθέσουν καμιά άλλη δύναμη εκτός από κείνη που υπάρχει ήδη στην κοινωνία και πραγματικά αυτό δεν μπορεί να γίνει με κανένα μέσο, γιατί μεγάλο μέρος της δύναμης παραλύει αναγκαστικά και καταστρέφεται από τις κυβερνητικές μεθόδους δράσης, ενώ, ξανά, ακόμα μεγαλύτερο σπαταλιέται στη σύγκρουση με επαναστατικά στοιχεία, που είναι αναπόφευκτα μεγάλη σ’ ένα τέτοιο τεχνητό μηχανισμό. Όπου οι κυβερνήτες δημιουργούνε κάτι οι ίδιοι, το κάνουν αυτό σαν άτομα κι όχι σαν κυβερνήτες. Κι απ’ αυτό το ποσοστό δύναμης, τόσον υλικής όσο κι ηθικής, που παραμένει στη διάθεση της κυβέρνησης, μόνο ένα απειροελάχιστο μέρος πετυχαίνει ένα σκοπό, που είναι πραγματικά ωφέλιμος για την κοινωνία. Το υπόλοιπο, είτε αναλώνεται άμεσα στην ενεργητική καταστολή της επαναστατικής αντίθεσης, ή, διαφορετικά, παρεκκλίνει απ’ το σκοπό της γενικής ωφέλειας και υπηρετεί την ωφέλεια των λίγων και τη ζημιά των πολλών ανθρώπων.
Τόσες πολλές υπήρξαν οι συζητήσεις για το ρόλο που παίζουν η ατομική πρωτοβουλία κι η κοινωνική δράση στη ζωή και την πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας και τέτοια είναι η σύγχυση που προκαλεί η μεταφυσική γλώσσα, ώστε εκείνοι που επιβεβαιώνουν ότι η ατομική πρωτοβουλία αποτελεί την πηγή και το φορέα κάθε δράσης, φαίνονται να επιβεβαιώνουν κάτι ολότελα παράλογο. Στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί μια κοινοτοπία, που γίνεται άμεσα κατάφωρη όταν αρχίζουμε να εξηγούμε τα πραγματικά γεγονότα που αντιπροσωπεύουν αυτές οι λέξεις.
Το πραγματικό ον είναι ο άνθρωπος, το άτομο• η κοινωνία ή το σύνολο και το Κράτος ή η κυβέρνηση, που ισχυρίζεται ότι την αντιπροσωπεύει, αν δεν είναι ρηχές αφαιρέσεις, δεν μπορούν να είναι τίποτα άλλο παρά σύνολα ατόμων. Απ’ το ατομικό όργανο είναι που αντλούν αναγκαστικά την καταγωγή τους όλες οι σκέψεις κι όλη η ανθρώπινη δράση. Αρχικά ατομικές, γίνονται ύστερα συλλογικές σκέψεις και ενέργειες, όταν υιοθετούνται από κοινού από πολλά άτομα. Η κοινωνική δράση, τότε, δεν αποτελεί την άρνηση, ούτε το συμπλήρωμα της ατομικής πρωτοβουλίας, αλλά αποτελεί το άθροισμα των πρωτοβουλιών, σκέψεων κι ενεργειών όλων των ατόμων που αποτελούν την κοινωνία: ένα αποτέλεσμα που, αν παραμείνουν τα πράγματα όπως έχουν, είναι περισσότερο ή λιγότερο σπουδαίο, ανάλογα με το αν οι ατομικές δυνάμεις τείνουν προς τον ίδιο σκοπό, ή αν αποκλίνουν και συγκρούονται. Αν, απ’ την άλλη μεριά, όπως συμβαίνει με τους εξουσιαστές, λέγοντας κοινωνική δράση εννοούμε την κυβερνητική δράση, τότε αυτό είναι ξανά αποτέλεσμα ατομικών μορφών, αλλά των ατόμων εκείνων μόνο που, είτε αποτελούν μέρος της κυβέρνησης, ή που, χάρη στη θέση τους, μπορούν να επηρεάσουν τη διεύθυνση της κυβέρνησης.
Έτσι, στις συγκρούσεις τόσων αιώνων ανάμεσα στην ελευθερία και την εξουσία, ή, με άλλα λόγια, ανάμεσα στη κοινωνική ισότητα και στις κοινωνικές κάστες, το επίμαχο ζήτημα δεν ήταν πραγματικά οι σχέσεις ανάμεσα στην κοινωνία και το άτομο ή η αύξηση της ανεξαρτησίας του ατόμου σε βάρος του κοινωνικού ελέγχου ή το αντίστροφο. Αφορούσε μάλλον την παρεμπόδιση οποιουδήποτε ατόμου απ’ το να καταπιέζει τα άλλα, την παροχή σε όλους των ίδιων δικαιωμάτων και των ίδιων μέσων δράσης. Αφορούσε την αντικατάσταση της πρωτοβουλίας των λίγων, που καταλήγει αναγκαστικά στην καταπίεση όλων των άλλων, με την πρωτοβουλία των πολλών, που καταλήγει, όπως είναι φυσικό, να ωφελεί όλους. Κοντολογίς, είναι πάντα το ζήτημα τού να δοθεί ένα τέλος στην κυριαρχία κι εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μ’ ένα τέτοιο τρόπο που να ενδιαφέρονται όλοι για την ευημερία του συνόλου και που η ατομική δύναμη του καθένα, αντί να καταπιέζει, να αντιμάχεται και να καταστέλει άλλους, ν’ ανακαλύψει τη δυνατότητα της πλήρους ανάπτυξης κι ο καθένας να επιδιώκει να ενωθεί με άλλους για τη μεγαλύτερη ωφέλεια όλων.
Απ’ όσα είπαμε παραπάνω προκύπτει ότι η ύπαρξη μιας κυβέρνησης, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως θα ήταν δυνατή η ιδανική κυβέρνηση των εξουσιαστικών σοσιαλιστών, απέχοντας πολύ απ’ το να γεννάει μια αύξηση παραγωγικής δύναμης, θα την εξαφάνιζε σε μεγάλο βαθμό γιατί η κυβέρνηση θα περιόριζε την πρωτοβουλία σε μια μειοψηφία• θα έδινε σ’ αυτούς τους λίγους το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν, δίχως να μπορεί, φυσικά, να τους προικίσει με τη γνώση ή την κατανόηση όλων των πραγμάτων.
Στην πραγματικότητα αν απογυμνώσεις τη νομοθεσία κι όλες τις λειτουργίες της κυβέρνησης απ’ ό,τι αποβλέπει στην προστασία των προνομιούχων κι ό,τι αντιπροσωπεύει τις επιθυμίες τις επιθυμίες μόνο των προνομιούχων τάξεων, δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το σύνολο των ατόμων που κυβερνάνε. «Το Κράτος», λέει ο Σισμόντι, «είναι πάντα μια συντηρητική δύναμη που ασκεί εξουσία, ρυθμίζει κι οργανώνει τις κατακτήσεις της προόδου (κι η ιστορία αποδείχνει ότι τις εφαρμόζει για λογαριασμό της και για λογαριασμό άλλων προνομιούχων τάξεων), αλλά ποτέ δεν τις εγκαινιάζει. Οι νέες ιδέες ξεφυτρώνουν πάντα από κάτω, συλλαμβάνονται στα θεμέλια μιας κοινωνίας κι ύστερα, όταν γίνουν γνωστές, μετατρέπονται σε γνώμη κι αναπτύσσονται. Αλλά θα πρέπει να συναντήσουν πάντα στο δρόμο τους και να πολεμήσουν, τις κατεστημένες δυνάμεις της παράδοσης, του εθίμου, του προνόμιου και της πλάνης».
Για να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε να υπάρξει μια κοινωνία δίχως κυβέρνηση, είναι αρκετό να στρέψουμε την προσοχή μας σε μια σύντομη εξέταση του τί πραγματικά συμβαίνει στην τωρινή μας κοινωνία. Θα δούμε ότι στην πραγματικότητα οι πιο σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες εκπληρώνονται, ακόμα και σήμερα, έξω από την παρέμβαση της κυβέρνησης. Επίσης ότι η κυβέρνηση επεμβαίνει μόνο για να εκμεταλλευτεί τις μάζες ή να υπερασπίσει τους προνομιούχους ή, τέλος, για να υμνήσει, δίχως βασικά να χρειάζεται, όλα όσα έγιναν δίχως τη βοήθειά της, συχνά παρά την ύπαρξή της και σε αντίθεση μ’ αυτή. Οι άνθρωποι εργάζονται, ανταλλάσσουν, μελετάνε, ταξιδεύουν, ακολουθούν κατά προτίμηση τις τρέχουσες αρχές της ηθικής ή της υγιεινής• κερδίζουν απ’ την πρόοδο της επιστήμης και της τέχνης, έχουν αμέτρητα κοινά συμφέροντα δίχως ποτέ να αισθανθούν την ανάγκη κάποιου, που να τους δείχνει πώς να φέρονται σε σχέση μ’ αυτά τα θέματα. Αντίθετα, αυτά ακριβώς τα πράγματα, στα οποία δεν υπάρχει καμιά κρατική παρέμβαση, είναι εκείνα που ευνοούν το καλύτερο και γεννούν τη λιγότερη διαφωνία, όντας ασυνείδητα προσαρμοσμένα στην  επιθυμία όλων, με τον τρόπο που θεωρείται πιο ωφέλιμος κι αποδεκτός.
Ούτε είναι πιο απαραίτητη η κυβέρνηση για μεγάλα έργα, ή για κείνες τις δημόσιες υπηρεσίες που απαιτούν τη σταθερή συνεργασία πολλών ανθρώπων διαφόρων συνθηκών και χωρών. Χιλιάδες απ’ αυτά τα έργα αποτελούν ακόμα και τώρα το έργο εθελοντικά σχηματισμένων ενώσεων. Κι αυτά είναι, κατά κοινή αναγνώριση, τα έργα που πέτυχαν τα καλύτερα αποτελέσματα. Δεν αναφερόμαστε στις ενώσεις των καπιταλιστών, που οργανώνονται με εκμεταλλευτικά μέσα, παρόλο που ακόμα κι αυτές δείχνουν ικανότητες και δυνάμεις ελεύθερης ένωσης, που μπορεί να επεκταθεί μέχρι ν’ αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους όλων των χωρών και συμπεριλαμβάνει τα πιο πλατιά και πιο ποικίλα συμφέροντα. Μιλάμε μάλλον για κείνες τις ενώσεις που εμπνέονται απ’ την αγάπη για την ανθρωπότητα ή απ’ το πάθος για τη γνώση ή απλά ακόμα κι απ’ την επιθυμία για διασκέδαση και την αγάπη για επευφημία, καθώς αυτές αντιπροσωπεύουν καλύτερα τέτοιες ομαδοποιήσεις όπως εκείνες που θα υπάρχουν σε μια κοινωνία όπου, αφού καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία κι ο εσωτερικός ανταγωνισμός, ο καθένας θα βρίσκει ότι τα συμφέροντά του συμβιβάζονται με τα συμφέροντα όλων και τη μεγαλύτερη ικανοποίησή του στο να κάνει καλό και να ευχαριστεί τους άλλους. Επιστημονικές ενώσεις και συνέδρια, ενώσεις Ερυθρού Σταυρού και ναυαγοσωστικές, εργατικές ενώσεις, ειρηνιστικές, εθελοντές που δεν διστάζουν να τρέξουν σε βοήθεια, σε καιρούς μεγάλων κοινωνικών συμφορών, αποτελούν όλα παραδείγματα ανάμεσα σε χιλιάδες, αυτής της δύναμης του πνεύματος της ένωσης, που εμφανίζεται πάντα όταν ξεπροβάλει μια ανάγκη, ή όταν γεννιέται ένας ενθουσιασμός και τα μέσα δεν απογοητεύουν. Το ότι οι εθελοντικές ενώσεις δεν καλύπτουν τον κόσμο και δεν αγκαλιάζουν κάθε κλάδο υλικής και ηθικής δραστηριότητας, είναι αποτέλεσμα εμποδίων που βάζουν στο δρόμο τους οι κυβερνήσεις, των ανταγωνισμών που δημιουργούνται απ’ την κατοχή της ατομικής ιδιοκτησίας και της αδυναμίας και του εξευτελισμού, στις οποίες υποβιβάζει την πλειονότητα των ανθρώπων η μονοπώληση του πλούτου από μέρους των λίγων.
Η κυβέρνηση αναλαμβάνει τη διεύθυνση, λογουχάρη, των ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπηρεσιών. Αλλά με ποιό τρόπο πραγματικά τις βοηθάει; Όταν οι άνθρωποι είναι σε μια τέτοια κατάσταση, ώστε να μπορούν ν’ απολαμβάνουν και να αισθάνονται την ανάγκη τέτοιων υπηρεσιών, θα σκεφτούν να τις οργανώσουν κι ο άνθρωπος που διαθέτει την απαραίτητη τεχνική γνώση, δε θα χρειάζεται ένα κυβερνητικό δίπλωμα, που να τού δίνει τη δυνατότητα ν’ αρχίσει να δουλεύει. Όσο πιο γενική και επιτακτική είναι η ανάγκη, τόσο περισσότεροι εθελοντές θα προσφερθούν για να την ικανοποιήσουν. Θα είχαν οι άνθρωποι την απαραίτητη ικανότητα για να συγκεντρώσουν και να διανείμουν τ’ αγαθά; Ποτέ μην φοβηθείτε, δεν πρόκειται να πεθάνουν απ’ την πείνα, περιμένοντας από μια κυβέρνηση να θεσπίσει νόμους γι’ αυτό το ζήτημα. Όπου υπάρχει μια κυβέρνηση, θα πρέπει να περιμένει πρώτα μέχρις ότου να οργανώσουν τα πάντα οι άνθρωποι κι ύστερα να έρθει με τους νόμους της και να επικυρώσει και να εκμεταλλευτεί ό,τι έχει ήδη γίνει. Είναι φανερό ότι το ατομικό συμφέρον αποτελεί το σοβαρότερο κίνητρο κάθε δραστηριότητας. Αν ισχύει αυτό, τότε, αν το συμφέρον όλων γίνει συμφέρον του καθένα (και θα γίνει αναγκαστικά μόλις καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία), όλοι θα είναι ενεργητικοί. Αν εργάζονται τώρα για λογαριασμό των λίγων, για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα όλων, θα εργαστούν πολύ περισσότερο και πολύ καλύτερα. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς μπορεί να πιστεύει κανείς ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, που είναι αναπόσπαστες απ’ την κοινωνική ζωή, μπορούν να εξασφαλιστούν καλύτερα με διαταγή μιας κυβέρνησης, παρά απ’ τους ίδιους τους εργάτες, οι οποίοι με τη δική τους εκλογή ή συμφωνία με άλλους, θα τις διευθύνουν κάτω απ’ τον έλεγχο όλων των ενδιαφερομένων.
Οπωσδήποτε, σε κάθε συλλογικό έργο που καλύπτει μεγάλη έκταση, χρειάζεται καταμερισμός της εργασίας, τεχνική διεύθυνση, διαχείριση κλπ. Αλλά οι εξουσιαστές παίζουν απλώς με τις λέξεις, όταν αντλούν μιαν αιτιολόγηση για την ύπαρξη της κυβέρνησης, απ’ την ίδια ακριβώς την πραγματική αναγκαιότητα για οργάνωση της εργασίας. Η κυβέρνηση, πρέπει να επαναλάβουμε, είναι το σύνολο των ατόμων που έχει αποδεχθεί ή πάρει το δικαίωμα ή τα μέσα να θεσπίζει νόμους και να επιβάλει στους ανθρώπους την υπακοή σ’ αυτούς. Οι διευθυντές, μηχανικοί κλπ. απ’ την άλλη μεριά, είναι άνθρωποι που αποδέχονται ή αναλαμβάνουν το καθήκον να εκτελέσουν μια ορισμένη εργασία. Η κυβέρνηση συμβολίζει την εξουσιοδότηση της εξουσίας, δηλαδή, την παράδοση της πρωτοβουλίας και της ανεξαρτησίας όλων στα χέρια λίγων. Η διαχείριση συμβολίζει την εξουσιοδότηση της εργασίας, δηλαδή, την ελεύθερη ανταλλαγή των υπηρεσιών, που βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία.
Ένας κυβερνήτης είναι ένα προνομιούχο πρόσωπο, γιατί έχει το δικαίωμα να διατάζει άλλους και να επωφελείται απ’ τη δύναμη των άλλων για να εκπληρώνει τις δικές του ιδέες κι επιθυμίες. Ένας διαχειριστής ή τεχνικός διευθυντής είναι ένας εργάτης σαν όλους τους άλλους, σε μια κοινωνία που όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης κι όπου όλοι μπορεί να είναι ταυτόχρονα πνευματικοί και χειρονακτικοί εργάτες• εκεί όπου δεν υπάρχουν άλλες διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, παρά μόνον εκείνες που πηγάζουν απ’ το διαφορισμό των ταλέντων κι όλη η εργασία και κάθε κοινωνική λειτουργία δίνουν ένα ίσο δικαίωμα στην απόλαυση των κοινωνικών ωφελειών. Κοντολογίς, οι λειτουργίες της κυβέρνησης δεν πρέπει να συγχέονται με τις διοικητικές λειτουργίες, καθώς είναι βασικά διαφορετικές. Το ότι συγχέονται σήμερα τόσο συχνά οφείλεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του οικονομικού και πολιτικού προνόμιου.
Αλλά ας βιαστούμε να περάσουμε σ’ εκείνες τις λειτουργίες για τις οποίες η κυβέρνηση θεωρείται σαν απαραίτητη από όλους όσους δεν είναι Αναρχικοί. Αυτές είναι η εσωτερική κι εξωτερική άμυνα της κοινωνίας, δηλαδή, ο Πόλεμος, η Αστυνομία κι η Δικαιοσύνη.
Αν καταργηθεί η κυβέρνηση και περάσει ο κοινωνικός πλούτος στη διάθεση του λαού, θα τερματιστεί σύντομα κάθε ανταγωνισμός ανάμεσα στα διάφορα έθνη και συνακόλουθα, δεν θα υπάρχει αιτία για πόλεμο. Αλλά αν υποθέσουμε ότι οι ηγέτες χωρών που δεν έχουν ακόμα χειραφετηθεί, μπορεί να επιχειρούσαν να υποτάξουν έναν ελεύθερο λαό, μήπως ο τελευταίος θα χρειαζόταν μια κυβέρνηση που να τον κάνει ικανό να υπερασπίσει τον εαυτό του; Για να κάνουμε ένα πόλεμο χρειαζόμαστε ανθρώπους που έχουν την απαραίτητη γεωγραφική και τεχνική γνώση και, πάνω απ’ όλα, ανθρώπους πρόθυμους να πολεμήσουν. Μια κυβέρνηση δεν έχει τα μέσα για να αυξήσει την ικανότητα των πρώτων ή τη θέληση ή το θάρρος των δεύτερων. Κι η ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει ότι ένας λαός, που επιθυμεί πραγματικά να υπερασπίσει την πατρίδα του, είναι ανίκητος. Στην Ιταλία όλοι ξέρουν πώς κλονίζονται οι θρόνοι κι εξαφανίζονται τακτικοί μισθοφορικοί στρατοί, μπροστά στα στρατεύματα των εθελοντών, δηλαδή, σε στρατούς που σχηματίστηκαν αναρχικά.
Κι όσο για την αστυνομία και τη δικαιοσύνη, πολλοί φαντάζονται πως αν δεν υπήρχαν η αστυνομία κι οι δικαστές, ο καθένας θα ήταν ελεύθερος να σκοτώνει, να προσβάλει ή να πληγώνει τους άλλους όποτε έκανε κέφι, ότι οι αναρχικοί, αν είναι πιστοί στις αρχές τους, θα ’θελαν να γίνεται σεβαστό αυτό το περίεργο είδος «ελευθερίας» που προσβάλει ή καταστρέφει τη ζωή και την ελευθερία άλλων. Τέτοιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι εμείς, έχοντας ανατρέψει την κυβέρνηση και την ατομική ιδιοκτησία, θα επιτρέψουμε ύστερα σταδιακά την επανεγκαθίδρυση και των δυο, ορμώμενοι απ’ το σεβασμό για την «ελευθερία» εκείνων που μπορεί να αισθανθούν την ανάγκη να έχουν μια κυβέρνηση κι ατομική ιδιοκτησία. Ένας παράξενος τρόπος ερμηνείας των ιδεών μας! Στην πραγματικότητα μπορεί κανείς ν’ απαντήσει καλύτερα σε τέτοιες αντιλήψεις μ’ ένα σήκωμα των ωμών, παρά με το να υποστεί την ταλαιπωρία να τις αναιρέσει.
Η ελευθερία την οποία επιθυμούμε για τον εαυτό μας και για τους άλλους, δεν είναι μια απόλυτη, αφηρημένη, μεταφυσική ελευθερία, που ουσιαστικά δεν μπορεί παρά να ισοδυναμεί με την καταπίεση των αδυνάτων. Αλλά επιθυμούμε μια συγκεκριμένη ελευθερία, τη δυνατή ελευθερία, που αποτελεί τη συνειδητή κοινότητα των συμφερόντων, την εθελοντική ελευθερία. Διακηρύσσουμε το σύνθημα: Κάνε ό,τι θέλεις και στα λόγια αυτά περιέχεται σχεδόν αποκλειστικά το πρόγραμμά μας, γιατί, όπως μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό, υποστηρίζουμε ότι σε μια κοινωνία δίχως κυβέρνηση ή ιδιοκτησία, ο καθένας θα επιθυμεί εκείνο που πρέπει.
Αλλά αν σα συνέπεια μιας ψεύτικης εκπαίδευσης, που παίρνεται ση σημερινή κοινωνία ή μιας μεταφυσικής αρρώστειας ή άλλης αιτίας, ένα άτομο μπορεί να επιθυμούσε να πληγώσει άλλους, να είστε βέβαιοι ότι θα υιοθετούσαμε όλα τα μέσα που διαθέτουμε, για να το εμποδίσουμε. Καθώς ξέρουμε ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου αποτελεί τη συνέπεια του φυσικού του οργανισμού και των κοσμικών και κοινωνικών επιδράσεων που τον περιβάλλουν, δε θα μπερδέψουμε βέβαια το ιερό δικαίωμα στην αυτοάμυνα με το παράλογα υποτιθέμενο δικαίωμα της επιβολής τιμωρίας. Επίσης, δε θα θεωρήσουμε τον εγκληματία, δηλαδή, τον άνθρωπο που κάνει αντικοινωνικές πράξεις, όπως φαίνεται σήμερα ο επαναστάτης στα χέρια των δικαστών. Θα τον θεωρήσουμε σαν έναν άρρωστο αδελφό που χρειάζεται θεραπεία. Επομένως δε θα ενεργήσουμε απέναντί του με μίσος, όταν τον απωθήσουμε, αλλά θα περιοριστούμε αποκλειστικά στην αυτοπροστασία. Δε θα επιδιώξουμε να εκδικηθούμε, αλλά μάλλον να σώσουμε τον άτυχο άνθρωπο με ό,τι μέσο προτείνει η επιστήμη. Θεωρητικά οι Αναρχικοί μπορεί να λοξοδρομήσουν σαν τους άλλους, χάνοντας την αίσθηση της πραγματικότητας, παρακινούμενοι από μια εικονική λογική• αλλά είναι εντελώς βέβαιο πως οι χειραφετημένοι άνθρωποι δεν θ’ αφήσουν την ακριβοπληρωμένη ελευθερία κι ευημερία τους να δεχθούν επιθέσεις ατιμώρητα. Αν ξεπρόβαλε η ανάγκη, θα φρόντιζαν για τη δική τους άμυνα ενάντια στις κοινωνικές τάσεις των λίγων. Αλλά πώς προστατεύουν την κοινωνία εκείνοι που έχουν σαν επάγγελμα τη θέσπιση των νόμων; Ή εκείνοι οι άλλοι που ζούνε αναζητώντας κι επινοώντας νέες παραβιάσεις των νόμων; Ακόμα και τώρα, που οι λαϊκές μάζες δεν εγκρίνουν πραγματικά τίποτα που το νομίζουν βλαβερό, βρίσκουν πάντα ένα τρόπο να το εμποδίσουν πολύ πιο αποτελεσματικό απ’ όλους τους επαγγελματίες νομοθέτες, χωροφύλακες ή δικαστές. Στη διάρκεια εξεγέρσεων οι άνθρωποι, αν και πολύ λαθεμένα, έχουν επιβάλει το σεβασμό για την ατομική ιδιοκτησία κι έχουν εξασφαλίσει αυτό το σεβασμό πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι θα μπορούσε να το κάνει ένας στρατός χωροφυλάκων.
Τα έθιμα ακολουθούν πάντα τις ανάγκες και τα αισθήματα της πλειοψηφίας κι όσο πιο σεβαστά είναι πάντα, τόσο λιγότερο υπόκεινται στην επικύρωση του νόμου. Αυτό συμβαίνει γιατί ο καθένας βλέπει και καταλαβαίνει την ωφελιμότητά τους κι επειδή τα ενδιαφερόμενα μέρη, που δεν αυταπατώνται με την ιδέα ότι η κυβέρνηση θα τα προστατέψει, ενδιαφέρονται να δουν το έθιμο να γίνεται σεβαστό. Η οικονομική χρήση του νερού έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για ένα καραβάνι που διασχίζει τις ερήμους της Αφρικής. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το νερό είναι ένα ιερό πράγμα και κανένας άνθρωπος δεν ονειρεύεται να το χάσει. Οι συνωμότες4είναι υποχρεωμένοι να ενεργούν μυστικά, έτσι η μυστικότητα διατηρείται ανάμεσά τους κι η μομφή βαρύνει όποιον την παραβιάζει. Τα χρέη απ’ τα τυχερά παιχνίδια δεν κατοχυρώνονται απ’ το νόμο, αλλά μεταξύ των παικτών θεωρείται ανέντιμο να μην πληρώνονται κι ο παραβάτης αισθάνεται μειωμένος επειδή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του.
Μήπως οφείλεται στην αστυνομία το ότι δε δολοφονούνται περισσότεροι άνθρωποι; Το μεγαλύτερο μέλος του Ιταλικού λαού δε βλέπει ποτέ την αστυνομία παρά σε μικρά χρονικά διαστήματα. Εκατομμύρια άνθρωποι πηγαίνουν στα βουνά και διασχίζουν τη χώρα, μακριά απ’ το προστατευτικό μάτι της εξουσίας, όπου μπορεί να δεχθούν επίθεση δίχως οι επιτιθέμενοι να έχουν τον παραμικρό φόβο ότι θα εντοπιστούν τα ίχνη τους αλλά δε διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ ό,τι εκείνοι που ζούνε στα πιο καλοφυλαγμένα μέρη. Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο αριθμός των εγκλημάτων αυξάνεται σε αναλογία με την αύξηση των καταπιεστικών μέτρων, ενώ ποικίλει σύμφωνα με τις διακυμάνσεις των οικονομικών συνθηκών και την κατάσταση της κοινής γνώμης,
Όμως οι προληπτικοί νόμοι, αφορούν μόνο τις ασυνήθιστες, εξαιρετικές πράξεις. Η καθημερινή ζωή κυλάει πέρα απ’ τα όρια του ποινικού κώδικα και ρυθμίζεται σχεδόν ασυνείδητα με τη σιωπηρή και εθελοντική συγκατάθεση όλων, δια μέσου ενός αριθμού συνηθειών κι εθίμων, που είναι πολύ πιο σημαντικά για την κοινωνική ζωή απ’ ότι οι υπαγορεύσεις του νόμου. Και παρατηρούνται επίσης πολύ καλύτερα, παρόλο που απογυμνώνονται ολότελα από οποιαδήποτε επικύρωση πέραν απ’ τη φυσική απέχθεια που συγκεντρώνεται σ’ εκείνους που τα παραβιάζουν και αυτή τη βλάβη που φέρνει μαζί της αυτή η απέχθεια.
Όταν προκύπτει μια διαφωνία, η εθελοντικά αποδεκτή διαιτησία ή η πίεση της κοινής γνώμης, δεν είναι πολύ πιο πιθανό ότι θα επανέφεραν μια δίκαιη ρύθμιση των δυσκολιών, απ’ ότι ένας ανεύθυνος δικαστής, που έχει το δικαίωμα να κρίνει τον καθένα ή οτιδήποτε και που είναι αναγκαστικά ανίκανος κι επομένως άδικος;
Όπως κάθε μορφή κυβέρνησης δε χρησιμεύει παρά μόνο για να προστατεύει τις προνομιούχες τάξεις, έτσι κι η αστυνομία κι οι δικαστές αποβλέπουν μόνο στο να καταστείλουν αυτά τα εγκλήματα, που συχνά δε θεωρούνται εγκλήματα απ’ τις μάζες, τα οποία παραβιάζουν το προνόμιο των κανόνων ή των ιδιοκτητών. Για την πραγματική υπεράσπιση της κοινωνίας, την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ευημερίας όλων, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πιο ολέθριο α[‘ ότι η διαμόρφωση αυτής της τάξης των εκτελεστικών οργάνων, που υπάρχουν με το πρόσχημα ότι υπερασπίζουν όλους κι επομένως θεωρούν από συνήθεια τον κάθε άνθρωπο σα κυνηγετικό θήραμα, χτυπώντας συχνά με διαταγή ενός ανώτερου αξιωματούχου, δίχως να ξέρουν ακόμα κι ίδιοι το γιατί, σαν πληρωμένοι δολοφόνοι και μισθοφόροι.
Όλα όσα είπατε μπορεί να ’ναι αληθινά, λένε μερικοί• η Αναρχία μπορεί να ’ναι η τέλεια μορφή της κοινωνικής ζωής, αλλά εμείς δε θέλουμε να βαδίζουμε στο σκοτάδι. Επομένως, πέστε μας πώς θα οργανωθεί η κοινωνία σας. Ύστερα ακολουθεί μια μεγάλη σειρά ερωτήσεων, που θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αν δουλειά μας ήταν η μελέτη των προβλημάτων που μπορεί να ξεπροβάλουν σε μια χειραφετημένη κοινωνία, αλλά στα οποία είναι ανώφελο και παράλογο να φανταστούμε ότι θα μπορούσαμε να προσφέρουμε τώρα μια συγκεκριμένη λύση. Σύμφωνα με ποια μέθοδο θα διδάσκονται τα παιδιά, πώς θα οργανωθεί η παραγωγή κι η διανομή; Θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν μεγάλες πόλεις ή οι άνθρωποι θα εξαπλωθούν εξίσου πάνω σ’ ολόκληρη της επιφάνεια του πλανήτη; Θα μπορούν οι κάτοικοι της Σιβηρίας, να περάσουν το χειμώνα στη Νίκαια; Θα μπορεί ο καθένας να τρώει πέρδικες και να πίνει σαμπάνια; Ποιοι θα είναι εργάτες ορυχείων και ναυτικοί; Ποιος θα καθαρίζει τους υπονόμους; Οι φτωχοί θα νοσηλεύονται στο σπίτι ή σε νοσοκομεία; Ποιος θα ρυθμίζει τα δρομολόγια των τραίνων; Τί θα συμβεί αν ο οδηγός αρρωστήσεις ενώ το τραίνο ακολουθεί την πορεία του; Και πάει λέγοντας, δίχως τέλος, λες και θα μπορούσαμε να προφητεύσουμε όλη τη γνώση κι εμπειρία του μελλοντικού χρόνου ή θα μπορούσαμε, στ’ όνομα της Αναρχίας, να προδιαγράψουμε για το μελλοντικό άνθρωπο τί ώρα θα πηγαίνει να κοιμηθεί και ποιά μέρα θα κόβει τα νύχια του!
Πραγματικά, αν οι αναγνώστες μας περιμένουν από μας μιαν απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα ή ακόμα σ’ εκείνα απ’ αυτά που είναι πραγματικά σοβαρά και σημαντικά, που δεν μπορεί να ’ναι τίποτα παραπάνω απ’ τη δική μας προσωπική γνώμη αυτής ακριβώς της στιγμής, θα πρέπει να έχουμε αποτύχει οικτρά στις προσπάθειές μας να εξηγήσουμε την Αναρχία.
Δεν είμαστε προφήτες περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλοι άνθρωποι κι αν προσποιούμαστε ότι προσφέρουμε μιαν επίσημη λύση σ’ όλα τα προβλήματα που θα εμφανιστούν στη ζωή της μελλοντικής κοινωνίας, θα πρέπει να έχουμε όντως μια περίεργη ιδέα για την κατάργηση της κυβέρνησης. Θα περιγράφαμε τότε μια κυβέρνηση, που θα υπαγόρευε, σαν τον κλήρο, έναν καθολικό κώδικα για τη σημερινή και για τη μελλοντική περίοδο. Βλέποντας ότι δεν έχουμε ούτε αστυνομία ούτε φυλακές για να επιβάλουμε το δόγμα μας, η ανθρωπότητα μπορεί να γέλαγε ατιμώρητα με μάς και με τις προθέσεις μας.
Μολοντούτο, εξετάζουμε σοβαρά όλα τα προβλήματα της κοινωνικής ζωής που υποβάλονται τώρα, με βάση το επιστημονικό τους ενδιαφέρον κι επειδή ελπίζουμε να δούμε την Αναρχία να υλοποιείται, επιθυμούμε να βοηθήσουμε στην οργάνωση της νέας κοινωνίας. Έχουμε επομένως τις δικές μας ιδέες πάνω σ’ αυτά τα θέματα, ιδέες που κατά τη γνώμη μας είναι πιθανόν να είναι μόνιμες ή προσωρινές, σύμφωνα με την αντίστοιχη περίπτωση. Αλλά το γεγονός ότι σκεπτόμαστε σήμερα μ’ έναν ορισμένο τρόπο πάνω σ’ ένα δοσμένο ζήτημα, δεν αποτελεί απόδειξη ότι η γνώμη μας θα είναι η ίδια και στο μέλλον. Ποιός μπορεί να προβλέψει τις δραστηριότητες που μπορεί ν’ αναπτυχθούν μέσα στους κόλπους της ανθρωπότητας, όταν χειραφετηθεί απ’ τη μιζέρια και την καταπίεση, όταν έχουν όλοι τα μέσα διαφώτισης κι αυτοανάπτυξης, όταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ανθρώπους, με το μίσος και την έχθρα που τρέφει, δεν αποτελεί πια απαραίτητη προϋπόθεση της ζωής; Ποιός μπορεί να προβλέψει την πρόοδο της επιστήμης, τους νέους παραγωγικούς πόρους, τα νέα μέσα επικοινωνίας κλπ;
Εκείνο που είναι απαραίτητο είναι να συγκροτηθεί μια κοινωνία στην οποία να είναι αδύνατη η εκμετάλλευση κι η κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Που η κοινωνία, με άλλα λόγια, να είναι τέτοια ώστε τα μέσα επιβίωσης κι ανάπτυξης της εργασίας να μπορεί να είναι ελεύθερα και ανοιχτά σε όλους κι όλοι να μπορεί να είναι ικανοί να συνεργαστούν, σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Κάτω από τέτοιες συνθήκες όλα θα γίνονται αναγκαστικά σύμφωνα με τις ανάγκες όλων, σύμφωνα με τη γνώση και τις δυνατότητες της στιγμής και θα βελτιώνονται με την αύξηση της γνώσης και της δύναμης.
Στην πραγματικότητα, ένα πρόγραμμα που θα άγγιζε τη βάση της κοινωνικής σύνθεσης δε θα μπορούσε, στο κάτω-κάτω να κάνει περισσότερα απ’ το να υποδείξει μια μέθοδο. Κι η μέθοδος, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, καθορίζει κινήματα και αποφασίζει για τη σημασία τους στην ιστορία. Ανεξάρτητα απ’ τη μέθοδο, όλοι λένε ότι επιθυμούν το καλό της ανθρωπότητας και πολλοί το επιθυμούν πραγματικά. Καθώς εξαφανίζονται κινήματα, κάθε οργανωμένη δράση κατευθύνεται σ’ ένα συγκεκριμένο σκοπό κι εξαφανίζεται παρόμοια. Είναι επομένως απαραίτητο να εξετάσουμε την Αναρχία, πάνω απ’ όλα, σα μια μέθοδο.
Υπάρχουν δυο μέθοδοι με τις οποίες, τα διάφορα κόμματα που αντιτίθενται στον Αναρχισμό, περιμένουν, ή λένε ότι περιμένουν, να υλοποιήσουν το μεγαλύτερο καλό όλων. Αυτές είναι ι εξουσιαστικές ή Κρατικοσοσιαλιστικές κι οι ατομικιστικές μέθοδοι. Η πρώτη εμπιστεύεται τη διεύθυνση της κοινωνικής ζωής σε λίγους και θα κατέληγε στην εκμετάλλευση και καταπίεση των μαζών απ’ αυτούς τους λίγους. Η δεύτερη μέθοδος βασίζεται στην ελεύθερη πρωτοβουλία των ατόμων και διακηρύσσει, αν όχι την κατάργηση, τον περιορισμό της κυβέρνησης. Καθώς όμως, σέβεται την ατομική ιδιοκτησία και στηρίζεται στην αρχή του καθένας για τον εαυτό του κι επομένως στον ανταγωνισμό, η ελευθερία της δεν είναι παρά μόνο η ελευθερία των ισχυρών, η άδεια εκείνων που έχουν να καταπιέζουν και να εκμεταλλεύονται τους αδύναμους που δεν έχουν τίποτα. Απέχοντας πολύ απ’ το να γεννάει αρμονία, θα έτεινα πάντα να μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και θα κατέληγε επίσης, διαμέσου της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, στην εξουσία. Αυτή η δεύτερη μέθοδος, ο Ατομικισμός, είναι θεωρητικά ένα είδος Αναρχίας δίχως συνεργασία. Επομένως δεν είναι καλύτερη από ένα ψέμα, γιατί η ελευθερία δεν είναι δυνατή δίχως ισότητα κι η αληθινή Αναρχία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως Αλληλεγγύη, δίχως συνεργασία. Η κριτική που εξαπολύουν οι Ατομικιστές ενάντια στην κυβέρνηση είναι απλώς η επιθυμία να την απογυμνώσουν από ορισμένες λειτουργίες, να τις δώσουν ουσιαστικά στον καπιταλιστή. Αλλά δεν μπορεί να επιτεθεί σ’ εκείνες τις καταπιεστικές λειτουργίες που αποτελούν την ουσία της κυβέρνησης, γιατί δίχως μια ένοπλη δύναμη δεν μπορεί να στηριχθεί το ιδιοκτητικό σύστημα. Επιπλέον, στον Ατομικισμό, η καταπιεστική δύναμη της κυβέρνησης πρέπει πάντα να μεγαλώνει σε αναλογία με την αύξηση, διαμέσου του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ανάγκης, της ανισότητας και της δυσαρμονίας.
Οι Αναρχικοί παρουσιάζουν μια νέα μέθοδο, την ελεύθερη πρωτοβουλία και την ελεύθερη συμφωνία όλων. Έτσι, μετά την επαναστατική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, θα έχουν όλοι ίσα δικαιώματα στη διανομή του κοινωνικού πλούτου.
Αυτή η μέθοδος, μη δεχόμενη την επανακαθιέρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, πρέπει να οδηγήσει, διαμέσου της ελεύθερης ένωσης, στον πλήρη θρίαμβο των αρχών της αλληλεγγύης.
Έτσι βλέπουμε ότι όλα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να πολεμήσουν την Αναρχική ιδέα είναι, αντίθετα, επιχειρήματα υπέρ της Αναρχίας, γιατί αυτή από μόνη της δείχνει το δρόμο με τον οποίο μπορούν να βρεθούν καλύτερα, διαμέσου της εμπειρίας, εκείνες οι λύσεις που αντιστοιχούν στις επιταγές της επιστήμης και στις ανάγκες κι επιθυμίες όλων.
Πώς θα εκπαιδεύονται τα παιδιά; Δεν ξέρουμε. Τί γίνεται τότε; Οι γονείς, οι δάσκαλοι κι όλοι όσοι ενδιαφέρονται για την πρόοδο της νέας γενιάς, θα συγκεντρωθούν, θα συζητήσουν, θα συμφωνήσουν και θα διαφωνήσουν κι ύστερα θα χωριστούν σύμφωνα με τις διάφορες γνώμες τους, εφαρμόζοντας τις μεθόδους που υποστηρίζουν αντίστοιχα σαν καλύτερες. Εκείνη η μέθοδος που, όταν δοκιμάζεται, παράγει τα καλύτερα αποτελέσματα, θα θριαμβεύσει τελικά.
Και το ίδιο ισχύει για όλα τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν.
Σύμφωνα με όσα έχουμε πει, είναι φανερό ότι η Αναρχία, όπως την εννοούν οι Αναρχικοί κι όπως μπορεί να γίνει κατανοητή, βασίζεται στο Σοσιαλισμό. Επιπλέον, όταν πρόκειται για κείνη τη σχολή των Σοσιαλιστών που διαιρούν τεχνητά τη φυσική ενότητα του κοινωνικού ζητήματος, εξετάζοντας μόνο μερικά μεμονωμένα σημεία κι όταν πρόκειται επίσης για αοριστολογίες με τις οποίες προσπαθούν να εμποδίσουν την κοινωνική επανάσταση, θα πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι η Αναρχία είναι συνώνυμη με το Σοσιαλισμό, γιατί κι ι δυο συμβολίζουν την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, ανεξάρτητα απ’ το αν αυτές διατηρούνται με τη βία των όπλων ή με τη μονοπώληση των μέσων επιβίωσης.
Η Αναρχία, όπως κι ο Σοσιαλισμός, έχει σα βάση της και αφετηρία την ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ. Σκοπός της είναι η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ και μέθοδός της η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Δεν είναι τέλεια, ούτε αποτελεί το απόλυτο ιδανικό, που, σαν τον ορίζοντα, απομακρύνεται καθώς προχωρούμε προς αυτό. Αλλά αποτελεί τον ανοιχτό δρόμο σε κάθε πρόοδο και σε κάθε βελτίωση που γίνεται για χάρη ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Υπάρχουν εξουσιαστές που δέχονται ότι η Αναρχία αποτελεί τον τρόπο της κοινωνικής ζωής που ανοίγει από μόνος του το δρόμο για την πραγμάτωση του μεγαλύτερου δυνατού καλού για την ανθρωπότητα, γιατί αυτή και μόνο μπορεί να καταργήσει κάθε τάξη που ενδιαφέρεται να κρατήσει τις μάζες καταπιεζόμενες κι εξαθλιωμένες. Δέχονται επίσης ότι η Αναρχία είναι δυνατή, γιατί δεν κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να απαλλάξει την ανθρωπότητα από ένα εμπόδιο – την κυβέρνηση – ενάντια στο οποίο υποχρεώθηκε πάντα να πολεμάει στην οδυνηρή πορεία της που οδηγεί στην πρόοδο. Μολοντούτο, αυτοί οι εξουσιαστές, ενισχυμένοι από πολλούς θεωρητικά θερμούς εραστές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, αποσύρονται στα τελευταία οχυρά τους, γιατί φοβούνται την ελευθερία και δεν μπορούν να πειστούν ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει δίχως δασκάλους και παπάδες• ακόμα, πιεζόμενοι σκληρά απ’ την αλήθεια, ζητάνε ικετευτικά την αναστολή της βασιλείας της ελευθερίας για ένα διάστημα, στην πραγματικότητα όσο πιο πολύ γίνεται.
Μια κοινωνία δίχως κυβέρνηση, που θα λειτουργούσε με την ελεύθερη, εθελοντική συνεργασία, εμπιστευόμενη απόλυτα την αυθόρμητη δράση των ενδιαφερομένων και βασισμένη πλήρως στην αλληλεγγύη και τη συμπάθεια, είναι βέβαια, λένε, ένα πολύ ωραίο ιδανικό, αλλά, όπως όλα τα ιδανικά, είναι ένα κάστρο στα σύννεφα. Βρισκόμαστε σε μια ανθρώπινη κοινωνία, που ήταν πάντα χωρισμένη σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους κι αν οι πρώτοι κατέχονται απ’ το πνεύμα της κυριαρχίας κι έχουν όλα τα κακά των τυράννων, οι τελευταίοι διαφθείρονται απ’ τη δουλικότητα κι έχουν εκείνα τα ακόμα χειρότερα κακά, που αποτελούν το προϊόν της υποδούλωσης. Το αίσθημα αλληλεγγύης απέχει πολύ απ’ το να κυριαρχεί σήμερα πάνω στον άνθρωπο κι αν είναι αλήθεια ότι οι διάφορες τάξεις των ανθρώπων γίνονται ολοένα και πιο ομόθυμες μεταξύ τους, παραμένει μολοντούτο αληθινό το ότι εκείνο που είναι πιο φανερό και που εντυπωσιάζει περισσότερο στο σημερινό ανθρώπινο χαρακτήρα, είναι ο αγώνας για την επιβίωση. Είναι γεγονός το ότι ο καθένας πολεμάει καθημερινά με τους άλλους κι ο ανταγωνισμός πιέζει όλους, εργαζόμενους κι αφεντικά, κάνοντας κάθε άνθρωπο να γίνει σαν ένας λύκος απέναντι σ’ όλους τους άλλους. Πώς μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να μεταμορφωθούν σε μια στιγμή, αφού έχουν εκπαιδευτεί σε μια κοινωνία που βασίζεται στον ανταγωνισμό τόσο ανάμεσα στα άτομα όσο κι ανάμεσα στις τάξεις και να γίνουν ικανοί να ζήσουν σε μια κοινωνία στην οποία ο καθένας θα κάνει ό,τι θέλει κι όπως θα ’πρεπε να κάνει, δίχως εξωτερικό εξαναγκασμό, φροντίζοντας για το καλό των άλλων παρακινούμενοι απλώς απ’ την ίδια τους την φύση; Και με ποιά καρδιά ή με ποιά λογική μπορείς να εμπιστευτείς μια επανάσταση απ’ τη μεριά μιας αδαούς, απείθαρχης μάζας, εξασθενημένης απ’ την εξαθλίωση, αποβλακωμένης απ’ την παπαδοκρατία, που είναι σήμερα τυφλά αιμοδιψής κι αύριο θα αφεθεί να εξαπατηθεί από οποιοδήποτε απατεώνα που θα τολμήσει ν’ αποκαλέσει τον εαυτό του αφεντικό τους; Δε θα ήταν πιο φρόνιμο να προχωρήσουμε σταδιακά προς το Αναρχικό ιδανικό, περνώντας από αβασίλευτα, δημοκρατικά και σοσιαλιστικά στάδια; Δε θα ήταν απαραίτητη μια εκπαιδευτική κυβέρνηση, αποτελούμενη απ’ την αφρόκρεμα των ανθρώπων, για να προετοιμάσει τις επερχόμενες γενιές για το μελλοντικό τους πεπρωμένοι;
Αυτές οι αντιρρήσεις, επίσης, δε θα φαίνονταν βάσιμες, αν έχουμε καταφέρει να κάνουμε τους αναγνώστες μας να καταλάβουν ό,τι έχουμε ήδη πει και να τους πείσουμε γι’ αυτό. Αλλά όπως και να ’χει το πράγμα, ακόμα κι αν αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο της επανάληψης, μπορεί να είναι καλύτερα να τους προσφέρουμε μιαν απάντηση.
Βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με τη λαθεμένη αντίληψη ότι η κυβέρνηση αποτελεί καθεαυτή μια νέα δύναμη, που πηγάζει άγνωστο από πού και που προσθέτει κάτι στο μέγεθος της δύναμης και της ικανότητας εκείνων απ’ τους οποίους αποτελείται κι εκείνων που την υπακούουν. Ενώ, αντίθετα, όλη η δραστηριότητα γίνεται απ’ τα ξεχωριστά άτομα. Η κυβέρνηση, σαν κυβέρνηση, δεν προσθέτει τίποτα, αν εξαιρέσουμε την τάση να μονοπωλεί για λογαριασμό ορισμένων κομμάτων ή τάξεων και να καταπνίγει κάθε πρωτοβουλία πέρα απ’ τον περίγυρό της.
Το να καταργήσουμε την εξουσία ή κυβέρνηση δεν σημαίνει  να καταστρέψουμε τις ατομικές ή συλλογικές δυνάμεις που λειτουργούν στην κοινωνία ή την επίδραση που ασκούν οι άνθρωποι ο ένας  πάνω στον άλλο. Αυτό θα σήμαινε τον υποβιβασμό της ανθρωπότητας σ’ ένα σύνολο αδρανών και απομονωμένων ατόμων, μια αδυνατότητα που, αν μπορούσε να υλοποιηθεί, θ’ αποτελούσε την καταστροφή οποιασδήποτε κοινωνίας, τη χαριστική βολή στην ανθρωπότητα. Η κατάργηση της εξουσίας σημαίνει την κατάργηση του μονοπωλίου της δύναμης και της επιρροής. Σημαίνει την κατάργηση αυτής της κατάστασης των πραγμάτων με την οποία η κοινωνική δύναμη, δηλαδή, η συλλογική δύναμη όλων σε μια κοινωνία, γίνεται το όργανο της σκέψης, της θέλησης και των συμφερόντων ενός μικρού αριθμού ατόμων. Αυτά, διαμέσου της συλλογικής δύναμης, καταπνίγουν την ελευθερία οποιουδήποτε άλλου για χάρη των δικών τους ιδεών. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει την καταστροφή ενός τρόπου οργάνωσης με την οποία αξιοποιείται το μέλλον, μεταξύ μιας επανάστασης και μιας άλλης, για χάρη εκείνων που ήταν οι νικητές της στιγμής.
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, σ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στα 1872, υποστηρίζει ότι τα μεγάλα μέσα δράσης της Διεθνούς ήταν η διάδοση των ιδεών της κι η οργάνωση της αυθόρμητης δράσης των μελών της σε σχέση με τις μάζες. Ύστερα προσθέτει:
«Σ’ οποιονδήποτε θα μπορούσε να προφασιστεί ότι μια δράση οργανωμένη έτσι θ’ αποτελούσε μια παραβίαση της ελευθερίας των μαζών, ή μιαν απόπειρα δημιουργίας μιας νέας αυταρχικής εξουσίας, θ’ απαντούσαμε ότι είναι ένας σοφιστής κι ένας ηλίθιος. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για κείνους που αγνοούν το φυσικό, κοινωνικό νόμο της ανθρώπινης αλληλεγγύης, σε τέτοιο βαθμό που να φαντάζονται ότι είναι δυνατό ή ακόμα κι επιθυμητό πράγμα, μια απόλυτη αμοιβαία ανεξαρτησία των ατόμων και των μαζών. Το να επιθυμούσαμε αυτό θα ’ταν σα να θέλαμε την καταστροφή της κοινωνίας, γιατί όλη η κοινωνική ζωή δεν είναι τίποτα  διαφορετικό απ’ ότι αυτή η αμοιβαία και συνεχής εξάρτηση ανάμεσα στα άτομα και τις μάζες. Όλα τα άτομα, ακόμα και τα πιο δυνατά και πιο προικισμένα, και όντως τα περισσότερα απ’ αυτά σε κάθε στιγμή της ζωής τους, είναι παραγωγοί και συνάμα προϊόντα. Η ίση ελευθερία για κάθε άτομο δεν είναι παρά μόνο το αποτέλεσμα, που συνεχώς αναπαράγεται, αυτής της ποσότητας της υλικής, πνευματικής και ηθικής επίδρασης που εξασκείται πάνω του απ’ όλα τα άτομα που βρίσκονται γύρω του, ανήκοντας στην κοινωνία στην οποία γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και θα πεθάνει. Η επιθυμία να ξεφύγουμε απ’ αυτή την επίδραση στ’ όνομα μιας υπερβατικής ελευθερίας, θεϊκής, απόλυτα εγωιστικής κι αυθύπαρκτης είναι η τάση του εκμηδενισμού. Το ν’ αποφύγουμε να επηρεάσουμε άλλους θα σήμαινε ν’ αποφύγουμε κάθε κοινωνική δραστηριότητα, ν’ απέχουμε όντως από κάθε έκφραση των σκέψεων και των αισθημάτων μας και να γίνουμε απλώς ανύπαρκτοι. Αυτή ξ ανεξαρτησία που τόσο πολύ εκθειάζεται απ’ τους ιδεαλιστές και τους μεταφυσικούς, η ατομική ελευθερία που γίνεται κατανοητή μ’ αυτή την έννοια, θα ισοδυναμούσε με τον αυτοαφανισμό. Στη φύση, όπως και στην ανθρώπινη κοινωνία, που αποτελεί μέρος αυτής της ίδιας φύσης, ό,τι υπάρχει ζει μόνο αν συμμορφώνεται με τις ανώτερες συνθήκες αλληλεπίδρασης, που είναι περισσότερο ή λιγότερο θετική και δραστική αναφορικά με τις ζωές άλλων όντων, σύμφωνα με τη φύση του ατόμου. Κι όταν υπερασπίζουμε την ελευθερία των μαζών, δεν προσποιούμαστε ότι θα καταργήσουμε όλες τις φυσικές επιδράσεις που εξασκούν ανάμεσά τους διάφορα άτομα ή ομάδες ατόμων. Εκείνο που επιθυμούμε είναι η κατάργηση των τεχνητών επιδράσεων, που είναι προνόμια, νόμιμα κι επίσημα».
Βέβαια, στη σημερινή κατάσταση της ανθρωπότητας, που καταπιέζεται απ’ την πρόληψη και βυθίζεται στον εξευτελισμό, το ανθρώπινο πλήθος εξαρτάται από ένα σχετικά μικρό αριθμό ατόμων. Φυσικά, δε θα είναι ικανοί όλοι οι άνθρωποι να υψωθούν σε μια στιγμή στο επίπεδο της συνειδητοποίησης του καθήκοντός τους, ώστε κι οι άλλοι ν’ αντλήσουν απ’ αυτή τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια. Αλλά επειδή σήμερα είναι λίγες οι κατευθυντήριες και βαθυστόχαστες δυνάμεις που λειτουργούν στην κοινωνία, δεν υπάρχει λόγος να τις παραλύσουμε ακόμα περισσότερο και να υποταχθούν οι περισσότεροι άνθρωποι στην καθοδήγηση των λίγων. Δεν υπάρχει λόγος να συγκροτηθεί η κοινωνία με τέτοιο τρόπο που οι πιο ενεργητικές δυνάμεις, τα πιο ικανά στοιχεία, να βρεθούν τελικά έξω απ’ την κυβέρνηση απογυμνωμένα σχεδόν απ’ την επίδρασή τους πάνω στην κοινωνική ζωή. Όλα όσα συμβαίνουν τώρα, οφείλονται στην αδράνεια, στην κληρονομικότητα, στον προστατευτισμό, στο κομματικό πνεύμα και σε όλους τους μηχανισμούς της κυβέρνησης. Γιατί εκείνοι που κατέχουν κυβερνητικά αξιώματα, παυμένοι απ’ την προηγούμενη κοινωνική τους θέση κι ασχολούμενοι πρωταρχικά με το να διατηρήσουν την εξουσία, χάνουν κάθε ικανότητα να ενεργούν αυθόρμητα και δε γίνονται παρά μόνο εμπόδιο στην ελεύθερη δράση των άλλων.
Με την κατάργηση αυτής της αρνητικής δύναμης που συνθέτει μια κυβέρνηση, η κοινωνία θα γίνει ό,τι μπορεί με τις δοσμένες δυνάμεις και δυνατότητες της στιγμής. Αν υπάρχουν παιδαγωγοί που επιθυμούν να διαδώσουν την μόρφωση, θα οργανώσουν τα σχολεία και θα περιοριστούν στο να τονίζουν την ωφέλεια και απόλαυση που μπορεί ν’ αντληθεί απ’ την εκπαίδευση. Κι αν δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, ή υπάρχουν μόνο λίγοι, μια κυβέρνηση δεν μπορεί να τους δημιουργήσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει κι όπως σήμερα το κάνει, είναι ν’ αποσπάσει αυτούς τους λίγους απ’ την πρακτική, καρποφόρα εργασία στη σφαίρα της εκπαίδευσης και να τους βάλει να διευθύνουν από πάνω ότι έπρεπε να επιβληθεί με τη βοήθεια ενός αστυνομικού συστήματος. Έτσι μετατρέπουν τους έξυπνους και ένθερμους δασκάλους σε απλούς πολιτικούς, που γίνονται άχρηστα παράσιτα, απορροφούμενα ολότελα απ’ την προσπάθεια να επιβάλουν τα χόμπυ τους και να διατηρηθούν στην εξουσία.
Αν υπάρχουν γιατροί και δάσκαλοι υγιεινής, θα οργανωθούν για να υπηρετήσουν την υγιεινή. Κι αν δεν υπάρχει κανένας, δεν μπορεί να τους δημιουργήσει μια κυβέρνηση• το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τους δυσφημίσει στα μάτια του λαού, που έχει προδιάθεση να υιοθετεί υποψίες, όντας μόνο μερικές φορές καλά εδραιωμένες, αναφορικά με οτιδήποτε επιβάλλεται πάνω του.
Αν υπάρχουν μηχανικοί και μηχανοδηγοί θα οργανώσουν τους σιδηροδρόμους κλπ. κι αν δεν υπάρχει κανένας, δεν μπορεί να τους δημιουργήσει μια κυβέρνηση.
Η επανάσταση, καταργώντας την κυβέρνηση και την ατομική ιδιοκτησία, δε θα δημιουργήσει ενεργητικότητα, που δεν υπάρχει, αλλά θ’ αφήσει ένα ελεύθερο πεδίο για την εξάσκηση όλης της διαθέσιμης ενεργητικότητας κι όλης της υπάρχουσας ικανότητας. Ενώ θα καταστρέψει κάθε τάξη που ενδιαφέρεται να διατηρεί τις μάζες εξαχρειωμένες, θα ενεργήσει μ’ ένα τέτοιο τρόπο, ώστε θα είναι όλοι ελεύθεροι να εργαστούν και να κάνουν την επίδρασή τους αισθητή, ανάλογα με την ικανότητά τους και συμμορφούμενοι με τα αισθήματα και τα συμφέροντά τους. Και μόνον έτσι είναι δυνατό το ανέβασμα των μαζών, γιατί μόνο με την ελευθερία μπορεί κανείς να μάθει να είναι ελεύθερος, όπως μόνο με την εργασία μπορεί κανείς να μάθει να εργάζεται. Μια κυβέρνηση, ακόμα κι αν δεν είχε άλλα μειονεκτήματα, έχει αναγκαστικά το μειονέκτημα ότι συνηθίζει τους κυβερνώμενους να υποτάσσονται κι επίσης τείνει να γίνεται πιο καταπιεστική κι  απαραίτητη, στο βαθμό που οι υπήκοοί της είναι πιο υπάκουοι και πειθήνιοι.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση ήταν η διεύθυνση των υποθέσεων του συνόλου απ’ τους καλύτερους. Ποιοί είναι οι καλύτεροι; Και πώς θ’ αναγνωρίσουμε την υπεροχή τους; Η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι γενικά προσκολλημένη στις παλιές προκαταλήψεις κι έχει ιδέες κι ένστικτα, που έχει ήδη καλλιεργήσει η πιο ευνοούμενη μειοψηφία. Αλλ’ απ’ τις διάφορες μειοψηφίες, που όλες πιστεύουν ότι είναι σωστές, καθώς δεν χωρεί αμφιβολία ότι πολλές απ’ αυτές είναι κατά ένα μέρος, ποια θα εκλεγεί για να κυβερνήσει; Κι από ποιόν; Και με ποιό κριτήριο, βλέποντας ότι μόνο το μέλλον μπορεί ν’ αποδείξει ποιό κόμμα ανάμεσά τους είναι ανώτερο; Αν διαλέξετε 100 θιασώτες της δικτατορίας, θ’ ανακαλύψετε ότι ο καθένας απ’ αυτούς πιστεύει πως είναι ικανός, αν όχι να είναι ο μόνος δικτάτορας, τουλάχιστον να βοηθήσει πολύ ουσιαστικά στη δικτατορική κυβέρνηση. Οι δικτάτορες θα ήταν εκείνοι που, με το ένα μέσο ή το άλλο, κατάφεραν να επιβληθούν πάνω στην κοινωνία. Και με την πορεία του χρόνου, όλη τους η ενεργητικότητα θα καταναλωνόταν αναπόφευκτα στο να υπερασπίζουν τον εαυτό τους απ’ τις επιθέσεις των αντιπάλων τους, ξεχνώντας ολότελα την επιθυμία τους, αν είχαν ποτέ καμιά, ν’ αποτελέσουν απλώς μιαν εκπαιδευτική δύναμη.
Πρέπει, απ’ την άλλη μεριά, να εκλέγονται οι κυβερνήσεις με καθολική ψηφοφορία και ν’ αποτελούν έτσι την έκφραση, περισσότερο ή λιγότερο ειλικρινή, της επιθυμίας της πλειοψηφίας; Αλλά αν θεωρήσετε αυτούς τους άξιους εκλογείς σαν ανίκανους να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους, πώς μπορούν ποτέ να είναι ικανοί να εκλέξουν οι ίδιοι διευθυντές για να τους καθοδηγούν σοφά; Πώς μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα της κοινωνικής αλχημείας: με την εκλογή μιας κυβέρνησης μεγαλοφυϊών απ’ τους ψήφους μιας μάζας ηλιθίων; Και τί θα γίνει μ’ εκείνους απ’ τη μειοψηφία, που είναι  πιο έξυπνοι, πιο ενεργητικοί και πιο αναπτυγμένοι στην κοινωνία;
Ένας μόνος τρόπος υπάρχει για να λυθεί το κοινωνικό πρόβλημα προς όφελος όλων. Να εκδιωχθεί η κυβέρνηση με επαναστατικά μέσα, να αφαιρεθεί ο κοινωνικός πλούτος από εκείνους που τον κατέχουν, μπαίνοντας στη διάθεση όλων και ν’ αφεθεί ελεύθερη όλη η υπάρχουσα δύναμη, ικανότητα και καλή θέληση ανάμεσα στους ανθρώπους, προκειμένου να φροντίσει για τις ανάγκες όλων.
Παλεύουμε για την Αναρχία και το Σοσιαλισμό γιατί πιστεύουμε ότι η Αναρχία κι ο Σοσιαλισμός πρέπει να υλοποιηθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση πρέπει να διώξει την κυβέρνηση, να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία και να στηριχθεί στην υπηρεσία του συνόλου, που θ’ αγκαλιάσει τότε όλη την κοινωνική ζωή, στην αυθόρμητη, ελεύθερη, ανεπίσημη κι απρόσκοπτη λειτουργία όλων όσων ενδιαφέρονται κι όλων των πρόθυμων εθελοντών.
Θα υπάρξουν βέβαια δυσκολίες και προβλήματα, αλλά οι άνθρωποι θα είναι αποφασισμένοι κι αυτοί μόνο μπορούν να υπερνικήσουν όλες τις δυσκολίες αναρχικά, δηλαδή, με την άμεση δράση και την ελεύθερη συμφωνία όλων των ενδιαφερομένων.
Δεν μπορούμε να πούμε αν θα θριαμβεύσουν η Αναρχία κι ο Σοσιαλισμός μετά την επόμενη επαναστατική απόπειρα, αλλά είναι βέβαιο πως αν θριαμβεύσει οποιοδήποτε απ’ τα λεγόμενα μεταβατικά προγράμματα, αυτό θα συμβεί επειδή νικηθήκαμε προσωρινά και ποτέ επειδή σκεφτήκαμε ότι ήταν φρόνιμο ν’ αφήσουμε να υπάρχει ένα οποιοδήποτε μέρος αυτού του ολέθριου συστήματος, κάτω απ’ το οποίο στενάζει η ανθρωπότητα.
Ό,τι κι αν συμβεί, θα εξασκήσουμε κάποια επίδραση πάνω στα γεγονότα, με την αριθμητική μας δύναμη, την ενεργητικότητα, την εξυπνάδα και την σταθερότητά μας. Επίσης, ακόμα κι αν μας υποτάξουν, το έργο μας δε θα ’ταν μάταιο• γιατί όσο πιο αποφασιστικοί είμαστε στην προσπάθεια να υλοποιήσουμε τα αιτήματά μας, τόσο λιγότερη κυβέρνηση κι ατομική ιδιοκτησία θα υπάρχουν στη νέα κοινωνία. Και θα ’χουμε επιτελέσει ένα σπουδαίο έργο, γιατί η ανθρώπινη πρόοδος μετριέται με το μέτρο στο οποίο εξαφανίζονται η κυβέρνηση κι η ατομική ιδιοκτησία.
Αν πέφτουμε σήμερα δίχως να κατεβάζουμε τις σημαίες μας, ο σκοπός μας είναι βέβαιο ότι θα θριαμβεύσει αύριο.