Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Μακάρι τα μάτια μας να μπορούσαν να φωτογραφίζουν


Η ζωή κινείται με τέτοιες ταχύτητες που αν για μια στιγμή σταματήσουμε και κοιτάξουμε πίσω στο παρελθόν μας, μοιάζουν ιλιγγιώδεις. Αλλαγές συμβαίνουν γύρω μας συνεχώς και με το πέρασμα του χρόνου εκτός απ’ τις συνήθειες και την καθημερινότητά μας, αλλάζουμε κι εμείς οι ίδιοι. Τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά. Ωριμάζουμε, σκεφτόμαστε διαφορετικά. Έχουμε άλλες επιδιώξεις κι επιθυμίες, αλλά και διαφορετικά απωθημένα.
Η ζωή μας είναι γεμάτη στιγμές κι εκπλήξεις. Στιγμές, ανθρώπους κι αναμνήσεις που θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανές στη μνήμη μας για όσο περισσότερο μπορούμε.
Δε θα ήταν πραγματικά υπέροχο αν τα μάτια μας μπορούσαν να φωτογραφίζουν όσα βλέπουμε; Δεν είναι εφικτό πάντα να κουβαλάς μια φωτογραφική μηχανή μαζί σου ή ακόμα κι αν το κάνεις, δε σκέφτεσαι πάντα πόσο σημαντικό είναι κάτι ώστε να το φωτογραφίσεις.
Πόσες φορές έχει τύχει να είσαι με κάποιον ή να κάνεις μια συγκεκριμένη δραστηριότητα απ’ την οποία θα ‘θελες να κρατήσεις μια μικρή γεύση κι ουσιαστικά δεν μπορείς; Πόσα στιγμιότυπα της ζωής μας απλά τα κλέβει η λήθη μακριά και τα κρύβει κάτω απ’ το μανδύα της;
Σαν να στα κλέβει και να μη σ’ αφήνει να τα ξαναζήσεις γιατί πολύ απλά δεν μπορείς να τα θυμηθείς.
Οι άνθρωποι είμαστε παρατηρητικά όντα γενικότερα. Όμως ο καθένας μας διαθέτει άλλο τρόπο κρίσης κι άλλα πράγματα τραβούν την προσοχή μας στην κάθε περίπτωση. Σαν να παρακολουθείς ένα θεατρικό έργο. Μετά το τέλος της παράστασης, ο κάθε θεατής θα έχει δει κάτι εντελώς διαφορετικό. Άλλος θα έχει παρατηρήσει τα κοστούμια, άλλος τις εκφράσεις των ηθοποιών και φυσικά, ανάλογα με την ψυχολογία του καθενός αλλιώς θα καταλάβουν όλοι την υπόθεση του έργου.
Έτσι κάπως λειτουργούν και τα πράγματα στην καθημερινότητά μας. Οι εικόνες που επιλέγουμε να δούμε αποτελούν μια αντανάκλαση του ποιοι είμαστε, των πραγμάτων που μας αρέσουν αλλά και του ποιοι θέλουμε να γίνουμε.
Είναι αδύνατο να μπορέσεις να αποτυπώσεις την πραγματική

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η Αλήθεια των Παραμυθιών


/florineanews.blogspot.gr/

Το παραμύθι αποτελεί μια απλή και σύντομη λαϊκή ιστορία, η οποία μπορεί να σχετίζεται με την πραγματικότητα, αλλά κατεξοχήν είναι επινοημένη και φαντασιακή. Σχετική είναι η έννοια του μύθου και οι διαφορές τους είναι συχνά δυσδιάκριτες. Η πρώτη εμφάνιση
παραμυθιών χάνεται στα βάθη της ιστορίας ενώ η μετάδοσή τους βασίζεται στην προφορική μεταβίβαση από γενιά σε γενιά.

Ορισμένα χαρακτηριστικά είναι σταθερά και κοινά σε όλα τα είδη των παραμυθιών. Η πλοκή είναι απλή και περιγράφεται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ενώ η ποικιλομορφία αποφεύγεται συστηματικά. Κάθε στιγμή πρωταγωνιστές είναι μόνο δύο πρόσωπα, τα οποία έρχονται άμεσα αντιμέτωπα, ενώ στο τέλος επικρατεί συνήθως το πιο αδύναμο. Η πλειοψηφία των παραμυθιών δημιουργήθηκε στη μακρά περίοδο του Μεσαίωνα και οι βάρβαρες συνθήκες της εποχής αναπαράγονται με κάθε ευκαιρία. Το περιεχόμενο και οι έννοιες παραπέμπουν στο φόβο για τα φυσικά φαινόμενα, στην εύκολη πίστη σε υπερφυσικά και μαγικά γεγονότα, στη στενή σχέση με τα οικόσιτα ή άγρια ζώα και στην προσπάθεια εξήγησης του κόσμου με τις λιγοστές γνώσεις της εποχής. Έχουν περιγραφεί πολλά είδη παραμυθιών, αλλά για λόγους απλότητας μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται σε ισορροπίες του βασιλικού-φεουδαρχικού καθεστώτος και στη σχέση ενός φτωχού πλην ικανού αγοριού ή κοπέλας, τα οποία καταφέρνουν, αντίστοιχα, να γίνουν βασιλιάς ή σύζυγος πρίγκιπα με αίσιο τέλος, με παραδείγματα την Σταχτοπούτα, τη Χιονάτη κλπ. Μια άλλη κατηγορία περιλαμβάνει φανταστικά όντα όπως δράκους, εξωτικά κλπ, τα οποία έρχονται αντιμέτωπα με τον άνθρωπο με ποικίλη κατάληξη. Τέλος, υπάρχουν τα παραμύθια με ανθρωποποιημένα ζώα, την παράδοση των οποίων ξεκίνησε ο αρχαίος παραμυθάς Αίσωπος, κυρίως με εκπαιδευτικό και διδακτικό χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστορία του παραμυθιού σχετίζεται με ένα πραγματικό γεγονός, συνήθως τρομακτικό και αποκρουστικό, το οποίο τροποποιήθηκε μερικώς για να είναι ευχάριστο, όπως συμβαίνει με εκείνα που συλλέχθηκαν από τους Γερμανικής καταγωγής αδελφούς Γκριμ. Για παράδειγμα η Κοκκινοσκουφίτσα περιλαμβάνει την κατασπάραξη ανθρώπου από άγριο λύκο.

Αναμφισβήτητη είναι η επίδραση των παραμυθιών στην εκπαίδευση και ψυχισμό των παιδιών. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα συναισθήματα και οι σκέψεις που προκαλούν τα παραμύθια προετοιμάζουν τα παιδιά για συγκεκριμένους κινδύνους και προκλήσεις που θα συναντήσουν στο μέλλον και τα βοηθούν να συνειδητοποιήσουν και να ελέγξουν τις φοβίες τους. Μέσω της ταύτισης με έναν από τους χαρακτήρες, είτε τον "καλό" είτε τον "κακό", το παιδί μπορεί να εξωτερικεύσει ελεύθερα και σε ασφαλές περιβάλλον τον χαρακτήρα και την φαντασία του, γεγονός που δεν μπορεί να πράξει στον πραγματικό κόσμο. Για παράδειγμα, οι εισβολείς και οι λύκοι τα μαθαίνουν να προστατεύονται από επικίνδυνες καταστάσεις, ενώ η αντιπαράθεση του καλού και του καλού, της ανδρείας και της δειλίας, του πλούτου και της φτώχιας κλπ διευρύνουν τα όρια αντίληψης και ανοχής της ανώριμης ψυχής τους. Τέλος, τα παραμύθια, συνήθως μεταφερόμενα από τη γιαγιά, βοηθούν με έναν ανεξήγητο τρόπο στη συμμόρφωση των παιδιών και στην υπακοή τους σε συνήθειες, τις οποίες διαφορετικά δεν θα ακολουθούσαν.

Από την εποχή του Αισώπου μέχρι τους σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς το παραμύθι συνοδεύει τον άνθρωπο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, λόγω της απλότητας και εγγύτητάς του με τα καθημερινά γεγονότα. Σίγουρα, τα παραμύθια είναι πιο αληθινά από τα κεκαλυμμένα ψέματα, με τα οποία "τρέφονται" και διασκεδάζουν οι ενήλικες.

Βαγγέλης Τσούκας

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

1η Μάη 1886-2017

1η Μάη 1886-2017: Καμμιά ειρήνη με τ’ αφεντικά, το κράτος και τους μπράβους τους

«θέλουμε να νιώθουμε τις ηλιαχτίδες θέλουμε να μυρίζουμε τα άνθη…» (στίχοι από το «Τραγούδι για το Οκτάωρο» των απεργών του Σικάγο, το 1886)
1η Μαΐου. Σαν σήμερα, το 1886 στην Αμερική ξέσπασε μια τεράστια θύελλα απεργιών με αίτημα το οκτάωρο, που κάλυψε ολόκληρη την ήπειρο παραλύοντας τα πάντα, με αποκορύφωμα τη σφαγή στην πλατεία Χεϊμάρκετ του Σικάγου, την καταδίκη οκτώ αναρχικών και την εκτέλεση τεσσάρων από αυτούς ως υποκινητών των ταραχών. Από τότε, η ημερομηνία αυτή θα αποτελέσει ορόσημο για όλη την εργατική τάξη. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, η εσκεμμένη διαστρέβλωση και απόκρυψη των γεγονότων από αστούς ιστορικούς και λοιπούς εξουσιαστές «εργατοσωτήρες», επιχείρησε να φιμώσει το πραγματικό νόημα της εξέγερσης του Σικάγου αφαιρώντας τα επαναστατικά της χαρακτηριστικά. Με τα λόγια των αναρχικών πρωτεργατών των πολύμηνων απεργιακών κινητοποιήσεων που κορυφώθηκαν με την γενική απεργία της πρώτης Μαΐου, η μέρα αυτή αποκαλούνταν «Μέρα της Χειραφέτησης». Είναι αλήθεια ότι οι αναρχικοί υποστήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις και πρωτοστάτησαν στον αγώνα για το οκτάωρο. Όμως, ο πραγματικός λόγος για τον οποίο επτά από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού από την αστική τάξη της εποχής και την δικαιοσύνη της, είναι γιατί κήρυτταν στις ομιλίες τους προς τους εργάτες, την ανάγκη ένωσής τους, την οργάνωση και την άμεση δράση για την κοινωνική επανάσταση με κάθε μέσο. Για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, της μισθωτής σκλαβιάς και του κράτους και την αντικατάστασή τους από μια συνεργατική ομοσπονδία αυτοδιευθυνόμενων κομμούνων. Εν τέλει, για τον αγώνα για μια απελευθερωμένη κοινωνία, στα πλαίσια του οποίου το αίτημα για το οκτάωρο δεν ήταν παρα ένα πρώτο βήμα που θα βοηθούσε τους εργάτες να ενωθούν κάτω από ένα κοινό στόχο και να αναπτύξουν τον αγώνα μέχρι την κοινωνική απελευθέρωση. Οι μάρτυρες του Σικάγου θυσιάστηκαν για τη δημιουργία μιας ελεύθερης ζωής· όχι για πιο ελαφριές αλυσίδες, αλλά για την καταστροφή τους.
Σήμερα, με το πρόσχημα της κρίσης, τα αφεντικά σε συνεργασία με το κράτος, έχουν εξαπολύσει μια άνευ προηγουμένου ταξική επίθεση ενάντια στους από τα κάτω, λεηλατώντας δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών. Οι μειώσεις μισθών, οι μαζικές απολύσεις, η εκτόξευση της ανεργίας, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση των ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση, η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, η ενοικίαση εργαζομένων, η επισφαλής και κακοπληρωμένη ή απλήρωτη εργασία συνιστούν τη σύγχρονη σκλαβιά που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια προλετάριοι, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν ευκαιρία για τη συσσώρευση περισσότερων κερδών για τα αφεντικά. Το πρόβλημα όμως δεν είναι (μόνο) η κρίση και η ασύδοτη κερδοσκοπία των καπιταλιστών. Η ουσία του προβλήματος έγκειται στην ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού και του κράτους, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής εργασίας, στην ίδια την ύπαρξη της οικονομίας της αγοράς και της ταξικής κοινωνίας. Για όσους δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με την ιδέα του χορτασμένου σκλάβου -τη μόνη συνθήκη που μπορεί να υποσχεθεί ο καπιταλισμός και που τώρα σε καιρούς κρίσης ευαγγελίζονται ξανά διάφοροι εναλλακτικοί διαχειριστές του- είναι προφανές ότι ανάπτυξη και κρίση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, της ίδιας βαρβαρότητας. Όλοι αυτοί που μιλούν για βελτιώσεις μέσα στα πλαίσια του συστήματος αφήνοντας ανέπαφη την πηγή όλων των ανισοτήτων που είναι η ίδια η ύπαρξη του κράτους και του καπιταλισμού, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αποκρύπτουν την αλήθεια σχετικά με την πραγματική φύση αυτού του συστήματος και να εμποδίζουν τη χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων. Αυτήν ακριβώς τη συγκυρία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τώρα όλοι όσοι επιδιώκουν την εκτόνωση της διάχυτης κοινωνίκης οργής καναλιζάροντάς την -προς ίδιον όφελος- είτε σε πατρωναρισμένες διεκδικήσεις, είτε σε συντηρητικούς μερικούς αγώνες αποκομμένους από την προοπτική της ολικής ρήξης με το σύστημα και τους μηχανισμούς του, είτε σε θολές διαταξικές διαμαρτυρίες. Σήμερα, που η εγγενής κρίση του συστήματος αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του κεφαλαίου και του κράτους του, που η (αυτ)απάτη του “κοινωνικού” κράτους πετιέται από τους ίδιους τους καπιταλιστές στα σκουπίδια της ιστορίας, που οι χρεοκοπημένοι θεσμοί διαμεσολάβησης (κόμματα, γραφειοκρατικός συνδικαλισμός) περιφέρουν το κουφάρι τους χωρίς καμιά κοινωνική νομιμοποίηση, που τα αφεντικά με το πρόσχημα της κρίσης παίρνουν πίσω την επίπλαστη ευμάρεια με την ίδια ευκολία με την οποία την είχαν προσφέρει στους εκμεταλλευόμενους προς άγραν ψήφων και εξαγορά συνειδήσεων, που οι ψευδαισθήσεις περί κοινωνικής ανέλιξης και τα ομιχλώδη ιδεολογήματα περί κοινωνικής ειρήνης και διαταξικής συνεργασίας διαλύονται μαζί με το σύστημα που τα γέννησε, φαίνεται καθαρά η εκμεταλλευτική φύση του καπιταλισμού. Κάθε υπόσχεση λοιπόν για εξανθρωπισμό αυτού του φύσει απάνθρωπου συστήματος είναι ουτοπία. Σήμερα, το πρόταγμα της κοινωνικής επανάστασης είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.
Η ριζική ανατροπή του συστήματος δεν θα γίνει ούτε με μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού, ούτε με εναλλαγές προσώπων και διαχειριστών της εξουσίας, ούτε φυσικά από αυτούς που έχουν συμφέρον από τη διατήρηση του παρόντος εκμεταλλευτικού συστήματος (εργατοπατέρες –κομματικούς εκπροσώπους– αφεντικά). Αυτή θα γίνει πράξη με την αδιαμεσολάβητη ταξική ενότητα και δράση των καταπιεσμένων πάντα στην προοπτική της κοινωνικής επανάστασης. Μιας επανάστασης που θα έρθει ως αποτέλεσμα της συνεχούς υλικής πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης των από τα κάτω, που θα συγκρουστεί με κράτος και κεφάλαιο, που θα απαλλοτριώσει τον κοινωνικό πλούτο από τους σημερινούς σφετεριστές και θα τον διανείμει στο σύνολο της κοινωνίας, που θα αναδιοργανώσει την παραγωγή και την κατανάλωση με γνώμονα τις ανάγκες όλων των ανθρώπων, που θα επαναπροσδιορίσει την εργασία ως μέσο επίτευξης κοινωνικής ευημερίας και όχι ως πηγή κέρδους για τα αφεντικά και δυστυχίας για τους εργαζόμενους/ ες όπως σήμερα. Μιας επανάστασης που θα εξαλείψει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και θα οδηγήσει στην ατομική και κοινωνική απελευθέρωση. Μιας επανάστασης που θα σαρώσει οτιδήποτε μπαίνει εμπόδιο στην ζωή και την ευτυχία της ανθρωπότητας…
«Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα και ανασαίνω… Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στην βία. Κρεμάστε με για αυτό» Λούις Λινγκ
—————————————————————
Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση απο το blog της Αναρχικής Συλλογικότητας «Άνω Θρώσκω».

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ψηφιακή γενιά

makrinaria.blogspot.gr

Χάσμα; Ποιό χάσμα; Χάσμα είχαμε με τη μάνα μας και ορκιζόμασταν μερόνυχτα ότι ποτέ μα ποτέ δεν θα γινόμασταν όπως εκείνη. Μεγαλώνοντας όμως ανακαλύπτουμε μια χασματάρα τεράστια. Οχι με τη μάνα μας πια, διότι κάθε μέρα της μοιάζουμε όλο και περισσότερο- αδιανόητη συνθήκη αυτή κάποτε- αλλά με τα παιδιά μας.

Και ναι. Μπορεί στο θέμα των σχέσεων να υπήρξαμε μεγαλώνοντάς τα λίγο πιο απελευθερωμένοι απ ´οτι υπήρξαν οι γονείς μας, τα βοηθήσαμε με τις έννοιες της ελευθερίας, της επιλογής, του ανθρωπισμού κλπ κλπ. Γνωρίσαμε τα αγόρια ή τις κοπέλες τους, τα καλέσαμε και σπίτι - όχι με "σκοπό το γάμο" φυσικά. Κάναμε κι άλλα πολλά απελευθερωμένα, όπως ισχυριζόμασταν, με μόνο στόχο καθόλου να μη μοιάσουμε στους γονείς μας που σχετικώς μας περιόριζαν. Άλλες εποχές, τότε...

Η χασματάρα που δημιουργείται τώρα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με παιδιά που τα πάντα τα ανακαλύπτουν στο διαδίκτυο, αυτά τα παιδιά της ψηφιακής γενιάς, τα οποία όμως αποφεύγουν όλο και περισσότερο τα κοινωνικά δίκτυα όπου εμείς πέσαμε με τα μούτρα. Και παλεύουμε μερόνυχτα ή να παρηγορήσουμε τις μοναξιές μας ή να ενημερωθούμε ή απλά να εκτονωθούμε. Εκείνα όμως, είναι τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης, που γειτονιά τους είναι ο κόσμος όλος. Μας τον φέρνουν πιο κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Τόχουν ευκολάκι να παίρνουν τη μία πτήση πίσω από την άλλη και να τρέχουν στη Νικαράγουα και την επομένη σε ένα αφρικανικό χωριό. Η να είναι παντελώς αδιάφορα για την τηλεόραση με την οποία εμείς γαλουχηθήκαμε. Τη θεωρούν γερασμένη και οπισθοδρομική. Εμείς, εξακολουθούμε να τη βλέπουμε.

Μας μιλούν για επαναστατικές εφαρμογές, βιάζονται ή δυσανασχετούν όταν είναι να μας δείξουν ότι το λάπτοπ μας πάει αργά διότι το πληκτρολόγιό του διαθέτει πολλά περισσότερα και "έξυπνα" πλήκτρα απ όσα έχουμε μάθει εμμονικά να χρησιμοποιούμε. Αντιδρούν στην προσήλωσή μας να ασχολούμαστε με μία γερασμένη και κομματική πολιτική που για τα ίδια είναι ανερμάτιστη διότι ο δικός τους λογισμός τρέχει σε πολλά άλλα θέματα απολύτως αφαιρετικά και χωρίς τα δικά μας καλούπια. Επιλέγουν δε κάτι επαγγέλματα τα οποία καθόλου δεν καταλαβαίνουμε τι είναι και βαθιά μέσα μας πιστεύουμε ότι ποτέ δεν θα επιζήσουν με αυτά. Επιπλέον δεν καταλαβαίνουμε καν το αντικείμενό τους. Κι ας μη μας λες και αμόρφωτους όπως ενδεχομένως ήταν οι γονείς μας. Ούτε και ακαλλιέργητους. Παρόλ´ αυτά όμως, μια ώρα συζήτησης μαζί τους, είναι ικανή να τροφοδοτήσει με ιδέες το μυαλό μας, που σκάλωσε σε στερεότυπα.

Η χασματάρα υπήρχε και θα υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα κι ας το αρνούμαστε με κάθε τρόπο. Κλαιγόμαστε νυχθημερόν ότι τους παραδίνουμε έναν σκάρτο κόσμο κι αυτά έρχονται και μας λένε ότι δεν είναι έτσι και " ναι τα κάνατε λίγο σαλάτα αλλά μη μας υποτιμάτε". Κι εμείς κολλάμε στη βελόνα της ανεργίας αλλά αυτά δεν σκέφτονται ποτέ τη σύνταξη διότι δεν ξέρουν καν αν θα συνταξιοδοτούνται ούτε και στα 70 τους . Εμείς μάθαμε να είμαστε τυφλοί στο " παραπέρα" κι εκείνα ήδη το έχουν προσπεράσει. Μάθαμε να τους μιλάμε με όρους πεπερασμένους κι εκείνα χρησιμοποιούν άλλους τρόπους έκφρασης. Κι όταν έρχεται εκείνο το βλέμμα της συγκατάβασης από μεριά τους, ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό μας προς τους γονείς μας, καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε. Και η ακατανοησία μπαίνει ανάμεσά μας...

Τηλεφωνώ στη μαμά μου.
Τι ωραία που συννενοούμαστε πλέον! Η χασματάρα μας είναι παρελθόν.


Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Σε ευχαριστούμε Φιντέλ

fidel-castroΑισθάνομαι πολύ λίγος για να γράψω για τον Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν οι άνθρωποι, υπάρχουν και οι θρύλοι. Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν -και θα είναι πάντα- θρύλος.
Το να ξεκινάς με 82 ανθρώπους για να ανατρέψεις το καθεστώς που έχει διαλύσει την πατρίδα σου, να σκοτώνονται μετά την πρώτη μάχη σχεδόν όλοι, να μην μένουν ούτε είκοσι, κι εσύ να καταφέρνεις να μπαίνεις νικητής στην Αβάνα, ως ηγέτης πια μιας λαϊκής επανάστασης, δεν πρέπει να έχει προηγούμενο ή επόμενο στην παγκόσμια ιστορία.
Αυτό έκανε ο Φιντέλ Κάστρο, έχοντας στο πλευρό του τον Τσε Γκεβάρα.
Και μετά, ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύντροφοί του βρέθηκαν μπροστά στο αμείλικτο ερώτημα «Τι κάνουμε μετά από μια νικηφόρα επανάσταση;».
Την πετάμε, επιστρέφουμε στο παλιό καθεστώς και περιμένουμε «να ωριμάσουν οι συνθήκες»;
Περιμένουμε να επαναστατήσουν και οι άλλοι λαοί;
Κι αν δεν επαναστατήσουν ποτέ;
Το ίδιο ερώτημα κλήθηκαν να απαντήσουν ο Λένιν -όσο πρόλαβε γιατί πέθανε- και οι δικοί του σύντροφοι.
Διαρκής επανάσταση έλεγε ο Τρότσκι.
Ναι, αλλά πρέπει να νικάει η επανάσταση.
Όλα θα ήταν διαφορετικά στον πλανήτη αν και οι Γερμανοί κομμουνιστές είχαν νικήσει.
Αλλά δεν νίκησαν. Ήττήθηκαν.
Όλα θα ήταν διαφορετικά, αν ο Τσε Γκεβάρα -που προσπάθησε να συνεχίσει την επανάσταση στη Λατινική Αμερική- δεν είχε δολοφονηθεί στη Βολιβία.
Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν ο ηγέτης μιας νικηφόρας επανάστασης σε εποχή Ψυχρού Πολέμου.
Το βλακώδες εμπάργκο των ΗΠΑ, που συνεχίζεται 56 χρόνια μετά, στέλνει τον Φιντέλ Κάστρο στην παρέα της Σοβιετικής Ένωσης -ο Κάστρο δεν ήταν κομμουνιστής όταν έμπαινε νικητής στην Αβάνα το 1959, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας ιδρύεται το 1965- και την Κούβα να προσπαθεί να κρατήσει τις σωστές αποστάσεις και να βρει τον δικό της δρόμο για τον σοσιαλισμό.
Δύσκολα πράγματα αυτά. Ειδικά, για μια μικρή χώρα που βρίσκεται δίπλα στην πιο ισχυρή χώρα του κόσμου και την πιο καπιταλιστική.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή, όπως έγραψε ο Μαρξ.
Σοσιαλισμός, ή παντού, ή πουθενά.
Για την ώρα, πουθενά. Η σοσιαλδημοκρατία έγινε κι αυτή νεοφιλελέ.
Δεν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ Κάστρο έζησε. Στα όρια.
Εμείς είμαστε πεθαμένοι και δεν το ξέρουμε.
Σε κάθε περίπτωση, είναι εντελώς γελοίο να ζει κάποιος σε ένα προτεκτοράτο, όπως είναι η Ελλάδα, και να κάνει κριτική στον Φιντέλ Κάστρο.
Ο Κάστρο δεν έκανε εκλογές λένε κάποιοι.
Γιατί, εσύ που έκανες εκλογές, τι κατάλαβες;
Άλλα ψηφίζεις, άλλα γίνονται. Τα αντίθετα ακριβώς.
Ένα δημοψήφισμα το θυμάσαι; Ή το ξέχασες κι αυτό;
Καλό είναι σε αυτή τη ζωή να έχεις λίγη αυτογνωσία.
Καλό είναι να μπορείς να αντιληφθείς ποιος είσαι εσύ και ποιος είναι ο άλλος.
Όσο δύσκολο και επώδυνο κι αν σου είναι αυτό.
Αντίο Φιντέλ.
Ας είναι ελαφρύς ο βούρκος που μας πλακώνειpitsirikos

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται


sanejoker.info/2016/10/so-fucking-what.

de

Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.
Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.
Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.
– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.
– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.
~~
Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός είναι (ήταν, σκοτώθηκε κάνοντας ποδήλατο) σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.
Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».
Όμως το ακόνισμα του πριονιού, που αναφέρει κάθε τόσο μέσα στο βιβλίο του, δεν αφορά στην βελτίωση των ικανότητών τους, σε κάποια δια βίου και αέναη μάθηση.
Πιο πολύ, ο Κόβεϊ, στοχεύει στην ανάπτυξη της πνευματικότητας -όσο παράξενο και ν’ ακούγεται αυτό για έναν σύμβουλο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού.
Τι εννοεί όταν αναφέρεται στην πνευματικότητα; Ποιο είναι το αληθινό ακόνισμα του πριονιού;
Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι «ακονίζουμε το πριόνι μας», κάθε φορά που αποδεσμευόμαστε απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας, κάθε φορά που αφήνουμε πίσω τα προβλήματα, ίσως και τον εαυτό μας (εκείνον τον τύπο με ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, χρέη και υποχρεώσεις).
Για έναν θρήσκο άνθρωπο είναι κάτι εύκολο. Αρκεί να προσευχηθεί για λίγη ώρα στον θεό του. Κάποιος άλλος, μη-θρήσκος, μπορεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στο διαλογισμό.
Μπορεί να περπατήσει για λίγο στο δάσος ή να κάτσει στην παραλία και να κοιτάξει τα κύματα. Μπορεί απλώς να καθίσει στο μπαλκόνι και να μην κάνει τίποτα.
Το μόνο που έχει σημασία, είναι ότι για λίγο πρέπει να ξεχάσει τον εαυτό του, τη ζωή του. Το καλύτερο θα ήταν αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να συγκεντρωθεί στο τίποτα.
Σαν σκηνοθέτης στην ταινία της ζωής του να κάνει ένα άνοιγμα του φακού, να σταματήσει να εστιάζει στο πρόσωπο του και να δει τον κόσμο όπου ζει, να προσπαθήσει να αντιληφθεί την ολότητα -και πόσο μικρός, πόσο ασήμαντος είναι ο ίδιος μέσα στο Σύμπαν.
Να ξεκουράσει την αγχωμένη ψυχή του, που αγωνιά να καταφέρει όλα όσα πρέπει να καταφέρει. Να πει, έστω για λίγο, ένα «δε γαμιέται;» ή έστω ένα αγγλικό «so fucking what?»
Να νιώσει ότι δεν υπεύθυνος για όλα όσα (καλά και κακά) συμβαίνουν. Να σταματήσει να είναι μέρος της κοινωνίας και των επιταγών της, να τραβηχτεί πίσω και να μείνει αιωρούμενος κάπου ανάμεσα στο μηδέν και στο είναι.
Και να το κάνει κάθε μέρα, έστω για λίγα λεπτά.
Να πατάει φρένο και να λέει: «Τέλος. Τώρα δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, δεν θέλω να με απασχολεί κανένας, δεν θέλω να προσπαθώ για κάτι. Δεν είμαι εδώ».
Μια παύση για ν’ ακονίσει το πριόνι.
Γιατί πριόνι είναι το μυαλό μας, το σώμα κι η ψυχή μας (όπως και να τη ορίσουμε αυτή). Πριόνι είναι και στομώνει απ’ την υπερβολική χρήση.
Θα καταφέρουμε περισσότερα από εκείνα που θέλουμε να καταφέρουμε αν για λίγο σταματάμε να προσπαθούμε για οτιδήποτε. Και ίσως, με αυτή την παύση, να καταλάβουμε ότι αυτά που αγωνιζόμαστε να κάνουμε δεν είναι τόσο σημαντικά όσο νομίζουμε, όταν μας διακατέχουν, όταν μας εξουσιάζουν.
Τελικά αυτό το διάλειμμα, αν μάθεις να το κάνεις μέρος της ζωής σου, σε βοηθάει να κατανοήσεις ότι η ζωή σου δεν είναι τόσο βαριά, όσο πιστεύεις όταν την κουβαλάς.
Ένα διάλειμμα είναι κι αυτή.
Κάνε ό,τι μπορείς με όσα έχεις, αλλά μην ξεχνάς πως είσαι περαστικός. Βάλε το λιθαράκι σου, πιες το κρασάκι σου, αγάπα όσο αντέχεις, κι ύστερα κλείσε τα μάτια σου, χωρίς τύψεις.
Ο κόσμος θα συνεχίζει ν’ αλλάζει, αλλά εσύ δεν θα είσαι εκεί να το δεις.
Και στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όσα ξύλα κι αν κόψεις.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Πλασματικό Κεφάλαιο…

odofragma-skas.blogspot.gr



 Andy Blunden
Η συνεχιζόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση έχει οδηγήσει πολλούς σχολιαστές να παρατηρήσουν ότι ίσως ο Μαρξ είχε δίκιο εφ’ όλης της ύλης. Αλλά δίκιο σε τι ακριβώς; Ο Μαρξ ξεκάθαρα θεωρούσε τον καπιταλισμό ως ένα μεταβατικό ιστορικό σχηματισμό, αλλά γενικά απέφευγε να κάνει προβλέψεις. Ωστόσο, αφιέρωνε όντως ένα σημαντικό ποσό ενέργειας για να εκθέσει τη ρηχή και αυτό-απατηλή οικονομική επιστήμη του καιρού, και τα πράγματα δεν έχουν βελτιωθεί από τότε.Υπάρχει μια έννοια από το οικονομικό έργο του ιδιαίτερα που αξίζει την προσπάθεια να την κατανοήσουμε και να την επαναφέρουμε στην οικονομική συζήτηση: το πλασματικό κεφάλαιο




Αυτή είναι μια έννοια που οι σύγχρονοι οικονομολόγοι δεν μπορούν να αποδεχτούν, ακόμη και ενόψει της εξαφάνισης τεράστιων περιουσιών σε μια νύχτα. Ωστόσο, είναι η έννοια του πλασματικού κεφαλαίου που αποτελεί κλειδί για την κατανόηση σχεδόν όλων των οικονομικών κρίσεων από τον καιρό του Μαρξ καθώς και της ίδιας της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού. Αλλά πρώτα είναι αναγκαίο να σκιαγραφήσουμε τι εννοούσε ο Μαρξ με τον όρο κεφάλαιο και ιδιαίτερα την έννοια με την οποία το κεφάλαιο μπορεί να είναι πραγματικό, και όχι πλασματικό.
Στην πιο απλή, αρχέτυπη περίπτωση, ένας εργαζόμενος δουλεύει, ας πούμε, μια 40ωρη βδομάδα, και από τη στιγμή που έχει ολοκληρώσει μόνο 10 ώρες, έχει ήδη παράγει για τον εργοδότη του αρκετό προϊόν (ή πιο γενικά “πρόσθετη αξία”) για να καλύψει το κόστος της δικής του αμοιβής. Αλλά πρέπει να εργαστεί άλλες 30 ώρες προτού πληρωθεί. Το προϊόν αυτής της πρόσθετης εργασίας ο εργοδότης το καρπώνεται για τον εαυτό του, το διανέμει μεταξύ των μετόχων, πληρώνει ενοίκιο, τόκο ή χρέος, φόρους, κ.ο.κ. Η αξία που έχει ο εργάτης για τα δικά του έξοδα και την ανατροφή των παιδιών του αποκαλείται αναγκαία εργασία· η αξία που ο εργοδότης μοιράζεται με τα παράσιτά του αποκαλείται πρόσθετη εργασία. Έτσι η εργασία της εργατικής τάξης διαιρείται σε αναγκαίο χρόνο εργασίας που πληρώνεται με τη μορφή των μισθών, και πρόσθετη εργασία που είναι απλήρωτη. Είναι αυτή η απλήρωτη εργασία που υποστηρίζει όχι μόνο τον τρόπο ζωής των εργοδοτών και των τσιρακιών τους, αλλά και τη δραστηριότητα όλων των δανειστών, ασφαλιστών, διαφημιστών, μεσαζόντων, δημοσίων υπαλλήλων, γαιοκτημόνων, αστυνομικών κ.ο.κ., που δεν παράγουν τίποτα, αλλά ζουν στις πλάτες των εργατών. Υπάρχει αρκετό πεδίο αντιπαράθεσης για το μέγεθος αυτού του αναγκαίου χρόνου εργασίας, ποια εργασία είναι παραγωγική και ποια μη παραγωγική, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός της αναγκαίας και πρόσθετης εργασίας
Αυτή είναι λοιπόν η κανονική ζωή του κεφαλαίου: ένα μέρος του πληθυσμού παράγει τα πάντα όσα χρειαζόμαστε και πληρώνεται μόλις επαρκώς για να αγοράζει τα αναγκαία για να ζει. Κάθε τι άλλο που συντελείται στην κοινωνία πληρώνεται από την υπεραξία που εξάγεται από τους εργοδότες, οι οποίοι εξαναγκάζουν τους εργαζόμενούς τους να προσφέρουν απλήρωτη εργασία, τσεπώνουν την υπεραξία και τη διανέμουν γύρω για να χρηματοδοτήσουν το κάθε τι, από τον πόλεμο ως την όπερα και τον τρόπο ζωής των πλουσίων. Οι εργοδότες μπορούν να το επιβάλουν αυτό επειδή είναι οι κάτοχοι του κεφαλαίου, που τους επιτρέπει να ελέγχουν την πρόσβαση στα μέσα παραγωγής, τη γη, τις πρώτες ύλες, κ.ο.κ., να πληρώνουν τους μισθούς και να αποκτούν χρηματοδότηση.  Επενδύοντας και επανεπενδύοντας συνεχώς αυτό το κεφάλαιο για να εκμεταλλεύονται τους εργάτες, είναι ικανοί να διανέμουν τμήματα της υπεραξίας στα παράσιτά τους και ταυτόχρονα επεκτείνουν το δικό τους κεφάλαιο με το μέρος της υπεραξίας που μπορούν να διατηρούν για δικό τους πλουτισμό. Αυτός είναι ο βασικός και ουσιώδης μηχανισμός του καπιταλισμού. Δεν υπάρχει τίποτα πλασματικό γύρω από το κεφάλαιο που συσσωρεύεται με αυτό τον τρόπο. Αλλά χρειαζόμαστε ακόμη να ξεκαθαρίσουμε τι είναι το κεφάλαιο.
Όπως κάθε μορφή αξίας, το κεφάλαιο είναι μια αξίωση σε ένα ορισμένο τμήμα της κοινωνικής εργασίας. Μπορεί να πάρει τη μορφή των χρημάτων ή του τίτλου σε αγαθά που μπορεί να πουληθούν για χρήμα ή των μέσων παραγωγής των οποίων η αξία μπορεί να ανακτηθεί ενσωματώνοντάς τα σε νέα προϊόντα και πουλώντας τα. Εναλλακτικά μπορεί να πάρει τη μορφή μετοχών, υπόλοιπων λογαριασμών, ομολόγων, κ.ο.κ. Αυτό που καθιστά ένα ποσό αξίας κεφάλαιο είναι ότι μπορεί διαδοχικά να αποσυρθεί από την κυκλοφορία (όπως όταν αγοράζονται αγαθά και εργασία) και μετά να μπει ξανά στην κυκλοφορία ως χρήμα (όπως όταν πωλείται το προϊόν), έχοντας αυξηθεί σε αξία. Ένας σωρός χρημάτων κρυμμένος κάτω από τις σανίδες του πατώματος δεν είναι κεφάλαιο επειδή δεν κινείται εντός και εκτός κυκλοφορίας· ένα σκουριασμένο παλιό εργοστάσιο δεν είναι κεφάλαιο επειδή δεν μπορεί να ανακτήσει την αξία του με κέρδος. Τα μικρά ποσά χρημάτων γενικά επίσης δεν είναι κεφάλαιο, επειδή δεν είναι επαρκή για να εξουσιάσουν κερδοφόρα ένα τμήμα της κοινωνικής εργασίας.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η μορφή που παίρνει μια μονάδα του κεφαλαίου ή το από πού προήλθε δεν κάνει καμιά διαφορά. Το χρήμα δεν έχει οσμή. Ακριβώς μόλις ένα χρεωστικό γραμμάτιο, ένας λαχνός ή ένα άλογο ιπποδρομιών μπορεί να ανταλλαχθεί για χρήμα και να μετασχηματιστεί σε κεφάλαιο, είναι κεφάλαιο. Δεν υπάρχει τίποτα γύρω από τη μορφή με την οποία το κεφάλαιο υλοποιείται που να το κάνει πραγματικό ή πλασματικό.
Το κεφάλαιο, και όλες οι μορφές της αξίας στην πραγματικότητα, δεν είναι πράγματα ως τέτοια, αλλά κοινωνικές σχέσεις, αλλά κοινωνικές σχέσεις οι οποίες μεσολαβούνται με διάφορα είδη τεχνουργημάτων, που με τη σειρά τους επενδύονται με ιδεατές, ή κοινωνικές, ιδιότητες. Έτσι ένα αγροτεμάχιο είναι κεφάλαιο μόνο στο βαθμό που προσφέρει στον ιδιοκτήτη εξουσία πάνω σε ένα τμήμα της κοινωνικής εργασίας και μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί με κέρδος. Η γη στη φεουδαρχική κοινωνία δεν ήταν κεφάλαιο με αυτή την έννοια, επειδή η ιδιοκτησία της γης ήταν προσδεμένη στην κοινωνική θέση και η γη δεν μπορούσε να μπει στην κυκλοφορία. Το να είναι κάτι κεφάλαιο σημαίνει να είναι μέρος του όλου κύκλου του κεφαλαίου, αυτό είναι όλο
Για να καταλάβουμε το πλασματικό κεφάλαιο και πώς προκύπτει χρειάζεται να εξετάσουμε τους αγώνες που λαβαίνουν χώρα για τη διανομή της κοινωνικής υπεραξίας. Για παράδειγμα, ο Μαρξ διέκρινε ανάμεσα στην απόλυτη υπεραξία και τη σχετική υπεραξία. Ο καπιταλιστής εξάγει απόλυτη υπεραξία κάνοντας τον εργάτη να δουλεύει περισσότερες ώρες, χωρίς πληρωμή, έτσι ώστε να προσθέτει το ποσό της υπεραξίας που αποσπά. Η καπιταλιστής μπορεί να κερδίσει σχετική υπεραξία αν μειωθεί το ποσό της αναγκαίας εργασίας. Η αναγκαία εργασία είναι αναγκαία επειδή είναι αυτό που πρέπει να έχει ο εργαζόμενος για να ζει, έτσι γενικά ο καπιταλιστής δεν μπορεί απλά να περικόψει τους μισθούς. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας περιορίζεται εξαιτίας μιας γενικής αύξησης στην παραγωγικότητα της εργασίας, με άλλους εργάτες να παράγουν τις ανάγκες των εργαζόμενων σε μια μικρότερη χρονική περίοδο, αφήνοντας μια μεγαλύτερη αναλογία της εργάσιμης εβδομάδας να ιδιοποιηθεί ο καπιταλιστής
Ασφαλώς, όλο αυτό δεν συμβαίνει χωρίς πάλη· η αξία των μισθών των εργατών μπορεί να εξανεμιστεί από τον πληθωρισμό, ή απλά να περικοπεί, αλλά οι εργάτες επίσης χρησιμοποιούν την βιομηχανική τους δύναμη για να επιβάλουν μια αύξηση των μισθών ή έναν περιορισμό της εργάσιμης ημέρας. Η ενόραση ότι οι εργάτες, μη έχοντας καμιάν άλλη πρόσβαση στα μέσα παραγωγής εκτός από την πώληση της εργασίας τους στην αγορά, θα πληρωθούν μόνο το ελάχιστο που χρειάζεται για να επιβιώσουν, πάει πίσω όχι στον Μαρξ, αλλά στον Άνταμ Σμιθ. Αλλά το επίπεδο ζωής των εργατών δεν είναι δοσμένο από τη φύση, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα του αγώνα. Καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί, οι εργάτες έχουν αντισταθεί στις προσπάθειες να περιοριστεί το μερίδιό τους στο συνολικό προϊόν και σημείωσαν μια σχετική επιτυχία.
Από την άλλη μεριά, κάθε λογής παράσιτα είναι διαρκώς απασχολημένα στο να επινοούν τρόπους να αρπάξουν το μερίδιό τους στην υπεραξία που αποσπάται από τους καπιταλιστές στην παραγωγή, οι οποίοι έχουν ιδιοποιηθεί την υπεραξία από τους παραγωγικούς εργάτες. Αλλά το συνολικό ποσό του κεφαλαίου είναι πάντα η συνολική πρόσθετη εργασία. Ο μόνος τρόπος να αυξηθεί το συνολικό ποσό κεφαλαίου είναι να εξαναγκαστούν οι εργάτες να δουλέψουν περισσότερο, να ζουν με ένα μικρότερο μερίδιο της εργασίας τους ή η εκμετάλλευση περισσότερων εργατών. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας αυξηθεί, αυτό απλά σηματοδοτεί μια ευκαιρία να μειωθεί η αναλογία που πρέπει να πληρωθεί στους εργάτες με τους μισθούς τους. Οι αυξήσεις στο μέγεθος της εργάσιμης εβδομάδας, δηλαδή, η απόλυτη υπεραξία, αυξάνουν την αξία της συνολικής υπεραξίας. Τέτοιες αυξήσεις είναι σχετικά περιθωριακές επειδή οι εργάτες αντιστέκονται σθεναρά σε προσπάθειες να αυξηθεί το μέγεθος της εργάσιμης εβδομάδας, κατανοώντας ότι οι αυξήσεις μισθών μπορεί πάντα να διαβρωθούν από τον πληθωρισμό, αλλά το μέγεθος της εργάσιμης βδομάδας είναι απόλυτο.
Αλλά ακριβώς όπως υπάρχει ένας συνεχής αγώνας ανάμεσα στους εργάτες και τους εργοδότες τους για τη διανομή του συνολικού κοινωνικού προϊόντος ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο, υπάρχει ένας εξίσου βίαιος αγώνας ανάμεσα στις παρασιτικές τάξεις για τη διανομή της υπεραξίας, και είναι σε αυτόν τον αγώνα που βρίσκουμε την κύρια πηγή του πλασματικού κεφαλαίου.
Τυπικά, το πλασματικό κεφάλαιο δημιουργείται μέσω της πίστης. Υποθέστε ότι ο βιομηχανικός καπιταλιστής μας, πουλά το εργοστάσιό του, βάζει τα λεφτά στην τράπεζα, για να αποσυρθεί και να ζει με έναν τόκο παρόμοιο με το εισόδημα που έπαιρνε εκμεταλλευόμενος την απλήρωτη εργασία. Κανένα πρόβλημα εδώ· αυτό είναι ακριβώς το ίδιο σαν να είχε διορίσει έναν διευθυντή για να διοικεί το εργοστάσιο· αντί να διαθέτει έναν τίτλο για το εργοστάσιο διαθέτει έναν τίτλο για ένα τραπεζικό λογαριασμό. Αλλά η τράπεζα τώρα κατέχει την αξία όλου του εργοστασίου και παράγει εισόδημα από ανθρώπους όπως οι αγοραστές του εργοστασίου. Ακόμη κανένα πρόβλημα. Αλλά – και εδώ είναι η δυσκολία – για όσο ο συνταξιοδοτημένος κύριος δεν ζητά πίσω τα λεφτά του, η τράπεζα μπορεί να δανείζει αυτά τα λεφτά ξανά και ξανά και ξανά, και συνεχίζει να επιστρέφει σε αυτά. Μπορεί να δανείζονται από τον Πέτρο για να πληρώσουν τον Παύλο. Αν όλοι οι καταθέτες προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, το όλο πράγμα θα κατέρρεε, αλλά στο μεταξύ η τράπεζα μοιάζει να έχει αξιοπιστία, και μπορούν να δανείζουν με ασφάλεια πολλές φορές το κεφάλαιο που τους έχουν εμπιστευτεί: το κεφάλαιο που αποσπάται από την εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας. Αλλά αυτός ο πολλαπλασιασμός του κεφαλαίου είναι πλασματικός.
Το πλασματικό κεφάλαιο είναι κεφάλαιο που κυκλοφορεί μέσω της ανταλλαγής με άλλες μονάδες κεφαλαίου, αλλά δεν μπορεί να ανταλλαγεί με εμπορεύματα επειδή υπάρχει ανεπαρκής πλούτος εμπορευμάτων.
Το πρόβλημα είναι αυτό: όσες φορές και αν δανειστεί αυτό το αρχικό κεφάλαιο, είναι το ίδιο ποσό της υπεραξίας που μοιράζεται ανάμεσα στα παράσιτα: ο αριθμός των εργατών, επί τον αριθμό των ωρών υπεραξίας που αποσπώνται από κάθε εργάτη. Αλλά κάθε φορά που το πλασματικό κεφάλαιο μπαίνει μέσα στην αγορά κεφαλαίου, το μερίδιο του συνολικού κεφαλαίου που κατέχεται από το βιομήχανο περιορίζεται. Θέτοντάς το αντίστροφα, ο ίδιος αριθμός εργατών πρέπει να υποστηρίζει μια ολοένα και μεγαλύτερη μάζα κεφαλαίου (στο μεγαλύτερο μέρος πλασματικό), υποστηρίζοντας μια ολοένα και μεγαλύτερη μάζα μη παραγωγικής δραστηριότητας: πόλεμοι, διαφήμιση, λογιστική, κ.ο.κ.
Αυτό καθιστά ολοένα και δυσκολότερο να εξαχθεί ένα κέρδος, αναγκάζοντας τους εργάτες να εργαστούν πάνω από το σημείο όπου έχουν παράγει το ισοδύναμο των αναγκών τους. Από την άλλη μεριά, η αυξανόμενη μάζα των παρασίτων γίνεται όλο και πιο εκλεπτυσμένη στην επινόηση νέων τρόπων γένεσης πλασματικού κεφαλαίου, αρπάζοντας για τον εαυτό τους ένα μερίδιο του συνολικού προϊόντος χωρίς να έχουν λερώσει τα χέρια τους κραδαίνοντας πραγματικά το μαστίγιο πάνω από τους παραγωγικούς εργάτες και παράγοντας εμπορεύματα που χρειάζονται πραγματικά οι άνθρωποι.
Αλλά είναι εντελώς αδύνατο να διακρίνει κανείς ανάμεσα σε μια μονάδα κεφαλαίου που είναι πραγματικό και σε μια άλλη μονάδα κεφαλαίου που είναι πλασματικό. Αφήνοντας στην άκρη την πλαστογραφία και την ανοικτή απάτη, κάθε νέο σχήμα που επεξεργάζονται τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου, οι διαχειριστές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και οι μεσίτες παραγώγων αραιώνει το συνολικό κεφάλαιο. Ο πλούτος αυτών των αχρείων μυρίζει ακριβώς το ίδιο όπως εκείνος των καπιταλιστών που απομυζούν την υπεραξία από τους εργάτες στα σκλαβοπάζαρα της Ταϋλάνδης.
Παρ’ όλα αυτά, η δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου είναι αναγκαία για την επιβίωση του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, η άνοδος μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν δυνατή μόνο χάρη στη διεθνή συμφωνία να χρησιμοποιηθεί το δολάριο ως μέσο του διεθνούς εμπορίου και την εξουσιοδότηση της αμερικάνικης κυβέρνησης να τυπώνει όσα δολάρια ήταν αναγκαία για να ανοικοδομηθεί ο καπιταλισμός στην Ευρώπη.
Όπως οποιοδήποτε σχήμα πυραμίδας, το κεφάλαιο απαιτεί τη διαρκή γένεση νέας πίστης για τη συνεχιζόμενη ζωτικότητά του. Αν ληστεύεις τον Πέτρο για να πληρώσεις τον Παύλο, χρειάζεσαι διαρκώς περισσότερους Πέτρους. Όχι μόνο για να διατηρηθεί ολοένα και περισσότερη μη παραγωγική δραστηριότητα, αλλά ακόμη και για την αναπαραγωγή νέου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και υλικού.
Επειδή οι εργάτες έχουν αντισταθεί στο να εργάζονται για μικρότερο ποσοστό της αξίας του προϊόντος τους και οι βιομηχανικοί καπιταλιστές έπρεπε να πηγαίνουν στις πιο απόμακρες γωνιές του κόσμου για να βρίσκουν φτηνή εργασία, η μόνη πηγή των αναγκαίων ποσοτήτων νέου κεφαλαίου είναι το πλασματικό κεφάλαιο που παράγεται ως δια μαγείας από το τίποτα στο χρηματιστικό τομέα. Ως αποτέλεσμα, οι χρηματιστές καπιταλιστές βαθμιαία αποκτούν τον έλεγχο της πραγματικής παραγωγής η οποία, από την άποψή τους, είναι άχρηστη· μπορούν να δημιουργούν κέρδη πιο εύκολα μέσα από τις απάτες του χρηματιστηρίου. Το πρόβλημα είναι, ασφαλώς, ότι είναι οι βιομηχανικοί εργάτες που δημιουργούν την πίτα κατά πρώτο λόγο, πριν ο οποιοσδήποτε αρπάξει μια φέτα της.
Το άλλο πρόβλημα με τη στήριξη στο πλασματικό κεφάλαιο για να διατηρούνται οι τροχοί της παραγωγής σε κίνηση είναι ότι όλα τα είδη της δημιουργίας πλασματικού κεφαλαίου είναι στην ουσία όμοια με σχήματα πυραμίδας. Όπως η τράπεζα που δανείζει το ίδιο κεφάλαιο πολλές φορές, όλα πάνε καλά όσο οι δανειστές δεν ζητούν πίσω τα λεφτά τους. Δεν ζητούν τα λεφτά τους πίσω αν (1) παίρνουν καλύτερα μερίσματα από όσο θα μπορούσαν αν τα αξιοποιούσαν οι ίδιοι, (2) οι άνθρωποι στους οποίους η τράπεζα έχει δανείσει τα χρήματα ανταποκρίνονται στις αποπληρωμές τους και δεν προσφέρουν λόγους ανησυχίας και πάνω απ’ όλα (3) η τράπεζα είναι αξιόπιστη, μπορεί να τύχει εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να πέσει έξω, θα είναι πάντα εκεί.
Αλλά αλίμονο, όσο πιο πολύ πλασματικό κεφάλαιο προσφέρεται για να συνεχιστεί το όλο πράγμα, όπως με τη χορήγηση στεροειδών και διεγερτικών σε έναν ηλικιωμένο αθλητή, νωρίτερα ή αργότερα η υπερπαραγωγή κεφαλαίου προκαλεί την εμφάνιση ρηγμάτων και πολύ σύντομα το όλο πράγμα καταρρέει, ακριβώς όπως κάθε σχήμα πυραμίδων νωρίτερα ή αργότερα καταρρέει. Κάθε μονάδα κεφαλαίου απαιτεί το δικό της κομμάτι σάρκας, αλλά μόνο καθορισμένου πλήθους ώρες εργασίας μπορεί να ξεζουμιστούν από τους εργάτες. Επειδή δεν υπάρχει τρόπος να πούμε ότι μια μονάδα κεφαλαίου είναι πραγματική και η άλλη φανταστική, η κατάρρευση δεν επηρεάζει μόνο τα παράσιτα που φούσκωναν τις τσέπες τους με μονοπωλιακό χρήμα, αλλά καταστρέφει όλο το κεφάλαιο· ακόμη και τα παραγωγικά εργοστάσια και οι φάρμες κλείνουν.
Έτσι σαν ένας ταχυδακτυλουργός που έχει πολλές μπάλες στον αέρα, το σύστημα γίνεται ολοένα και πιο ασταθές, η πλήρης κατάρρευση μπορεί να αποτραπεί μόνο με την είσοδο των πιο αξιόπιστων ιδρυμάτων στο ρήγμα και την ανάληψη από αυτά του ρόλου του εγγυητή. Καθώς το τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο το 2008, η κατάρρευση μπορούσε μόνο να αναβληθεί με την παρέμβαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ ως τελευταίου καταφυγίου δανεισμού. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρείται (κατά ειρωνικό τρόπο) ως ο πιο αξιόπιστος θεσμός του κόσμου, από την άποψη του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αλλά έχει η κυβέρνηση των ΗΠΑ την ικανότητα και τη θέληση να συγκεντρώσει το πραγματικό κεφάλαιο που απαιτείται, με το μόνο τρόπο που μπορεί ένα κράτος να συγκεντρώσει πραγματικό κεφάλαιο, φορολογώντας τους πολίτες του; Αυτό είναι απίθανο. Έχει τα πυρηνικά όπλα της και ένα πανίσχυρο στρατό και αεροπορία και ένα μαζικό απόθεμα χρυσού στο Φορτ Νοξ. Αλλά στην πραγματικότητα αυτοί οι πόροι είναι οικονομικά πολύ αναποτελεσματικοί.
Καμιά άλλη κυβέρνηση δεν έχει ως τώρα υπάρξει που να έχει τσέπες βαθιές σε επαρκή βαθμό. Η Ισλανδία, η Ελλάδα και άλλες χώρες αντιμετώπισαν την οικονομική χρεοκοπία. Δικαιολογείται πραγματικά η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών; Συγκρίνετε τα 700 δις δολάρια που διέθεσαν οι ΗΠΑ για να ελέγξουν την κατάρρευση το 2008. Είναι το 20% των ετήσιων δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ανακυκλώνει αυτό το ποσό μόνο σε δυο μέρες! Και το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είναι νάνος μπροστά στην ποσότητα των χρημάτων που κυκλοφορεί στις διάφορες χρηματαγορές, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κ.ο.κ. Το διεθνές εμπόριο σε πραγματικά αγαθά είναι μόνο ένα κλάσμα του 1% στις διάφορες μορφές χαρτιού που συνθέτουν το χρηματιστικό κεφάλαιο. Αν υπάρχει μια απώλεια εμπιστοσύνης στον εγγυητή του απόλυτου τελικού καταφυγίου, αυτό το πλασματικό κεφάλαιο που απαρτίζει τη μεγάλη πλειοψηφία του κεφαλαίου που υποστηρίζεται από την υφαρπαγμένη εργασία των εργαζομένων του κόσμου δεν μπορεί να υποστηριχτεί.
Αλλά χωρίς αυτόν τον κυκλώνα των διαφόρων μορφών χρεωστικών γραμματίων, καμιά δουλειά δεν μπορεί να γίνει. Η οικονομική ζωή θα κατατριβόταν σε ένα αδιέξοδο. Οι ΗΠΑ είναι ακόμη η κατά πολύ μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο, ικανή να αγοράζει και να καταναλώνει τα προϊόντα του καθενός. Κάθε κυβέρνηση έχει συμφέρον να υποκινεί τους πολυδάπανους καταναλωτές των ΗΠΑ· τα δολάρια διατηρούνται στα αποθεματικά σε κάθε κεντρική τράπεζα του κόσμου.
Οι κυβερνήσεις έχουν πράγματι την ικανότητα να επιλύουν κάθε λογής προβλήματα αν το αποφασίσουν, αλλά η εξουσία που διαθέτουν πάνω στο πραγματικό κεφάλαιο είναι εντελώς μικροσκοπική μπροστά στο πλασματικό κεφάλαιο που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Αυτός ο ωκεανός του πλασματικού κεφαλαίου δεν συντρίβει μόνο την παραγωγική εργασία, εξουθενώνει τη δύναμη των κυβερνήσεων να δράσουν μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού.
Το χρέος της κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν επικίνδυνα μεγεθυμένο από την εποχή των περικοπών φόρων και των αυξημένων κυβερνητικών δαπανών της διοίκησης Ρίγκαν. Με το τέλος της διακυβέρνησης του Μπους του νεώτερου, το χρέος της κυβέρνησης των ΗΠΑ αύξανε με ρυθμό 3,3 δις δολαρίων κάθε μέρα. Κάθε πολίτης των ΗΠΑ χρωστά ένα μερτικό 34.000 δολαρίων του χρέους. Σε ένα ελάχιστο μίνιμουμ, για να ανταπεξέλθουν σε αυτή την κρίση, αυτό το χρέος θα πρέπει να μειωθεί. Αλλά η αύξησή του στην πραγματικότητα επιταχύνθηκε κάτω από τον Ομπάμα, επειδή καμιά τάξη στην αμερικάνικη κοινωνία δεν είναι πρόθυμη να δεχτεί μια περικοπή πληρωμών. Αλλά κάποιος θα χρειαστεί να πληρώσει. Όλη η ιστορία του καπιταλισμού το πιστοποιεί αυτό.
Το τύπωμα χαρτονομίσματος είναι η μόνη επιλογή τους, αλλά αυτό θα είναι μόνο η αρχή του τέλους.
Σημειώσεις

  1. Για παράδειγμα, Gail Collins, New York Times, 17 Οκτώβρη 2008· Stuart Jeffries, The Guardian, 21 Οκτώβρη 2008.
  2. Αν και ήταν συνήθως προσεκτικός στο δημοσιευμένο έργο του, σε ιδιωτικά γράμματα ο Μαρξ φαινόταν να βλέπει την Επανάσταση να παραμονεύει πίσω από κάθε κρίση και πόλεμο. Οι αγορεύσεις του για την Παρισινή Κομμούνα ήταν ξεχωριστές διακηρύξεις του επαναστατικού οπτιμισμού του Μαρξ.
  3. Η κύρια αναφορά του Μαρξ στο πλασματικό κεφάλαιο είναι στο Κεφάλαιο 32 του ΙΙΙ τόμου του “Κεφαλαίου”.
  4. Οι εργαζόμενοι κατανέμουν οι ίδιοι αρκετή από την υπεραξία μέσω των έμμεσων φόρων και όλων των ειδών επιβαρύνσεων που περιλαμβάνονται στο κόστος των ειδών διαβίωσης που αγοράζουν.
  5. Βλέπε “Κεφάλαιο” τόμ. I, κεφάλαιο 9.
  6. Ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων παραβλέπεται εδώ, επειδή ενδιαφερόμαστε μόνο για το πλασματικό κεφάλαιο.
  7. Βλέπε “Κεφάλαιο”, τόμος I, κεφάλαιο 4.
  8. Pecunia non olet, «το χρήμα δεν έχει μυρωδιά»· λατινικό ρητό που χρησιμοποιεί ο Μαρξ, “Κεφάλαιο”, τόμος I, κεφάλαιο 3, §2.
  9. Κεφάλαιο”, τόμος I, κεφάλαιο 33.
  10. Κεφάλαιο”, τόμος I, κεφάλαιο 1.
  11. Ασφαλώς αν ένα χαρτονόμισμα αποδειχτεί πλαστό ή ένα φορτίο υπολογιστών σε ένα κοντέινερ αποδειχτεί χαλασμένο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αξία του είναι πλασματική, αλλά δεν είναι αυτό που εννοούμε με πλασματικό κεφάλαιο.
  12. Ο Μαρξ παρακολούθησε στενά το αποτέλεσμα της ανάκλησης των βρετανικών Νόμων για τα Σιτηρά που εξέθεσε τους βρετανούς αγρότες στον ξένο ανταγωνισμό. Οι βιομήχανοι είχαν προπαγανδίσει με επιτυχία την ανάκληση επειδή οι φτηνές εισαγωγές από το εξωτερικό περιόριζαν το κόστος ζωής των εργατών επιτρέποντας στους βιομήχανους να περιορίσουν τους μισθούς και να αυξήσουν την υπεραξία που εξαγόταν από το βιομηχανικό κεφάλαιο.
  13. Στη διάλεξή του στα μέλη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, “Αξία, Τιμή και Κέρδος”, MECW, τόμ. 20, σελ. 101-149, ο Μαρξ καταδεικνύει επαρκώς ότι οι εργάτες είχαν την ικανότητα να βελτιώνουν τους μισθούς και τις εργάσιμες ώρες, και ότι οι μισθοί και οι ώρες δεν προσδιορίζονταν από οποιοδήποτε είδος “σιδερένιων νόμων”.
  14. Βλέπε “Ο Πλούτος των Εθνών”, Βιβλίο I, κεφάλαιο 8.
του Άντι Μπλούντεν*
*Ο Άντι Μπλούντεν είναι βασισμένος στη Μελβούρνη συγγραφέας, μέλος του Independent Social Research Network και γραμματέας του Marxists Internet Archive. Το παρόν περιέχεται στον τόμο 1 της Μαρξιστικής Σκέψης, σελ. 174-180.
  

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Οι γάτες δεν αλυχτούν τον Αύγουστο





“Κι αν όλα είναι ψευδαίσθηση, αν όλα είναι maya; Τότε μάλλον πλήρωσα πολλά για το καινούριο μου χαλί”.
Γούντι Άλλεν
“No matter how you treat him, the man will never be satisfied”.
Bob Marley
“Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ”
Νίκος Καββαδίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Είναι μόλις μια ώρα που μπήκε ο Αύγουστος. Τέλειωσα τη δουλειά κι έκατσα στο μπαλκόνι να γράψω κάτι, ενώ η πόλη παραθερίζει.
Τα περισσότερα παντζούρια απέναντι κλειστά. Θέσεις για πάρκινγκ άφθονες, μπορείς πλέον να διαλέξεις. Ακόμα κι οι γάτες, που συνήθως αλυχτούν τις νύχτες έχουν εξαφανιστεί. Λες να πήγαν κι αυτές στα εξοχικά τους στη Χαλκιδική;
Η πόλη είναι πιο όμορφη όταν αδειάζει, αλλά -ας είμαι ειλικρινής- σίγουρα θα προτιμούσα να ήμουν μακριά. Σε κάποια παραλία, κυκλαδίτικη κατά προτίμηση. Να μην χρειάζεται να κοιτάω το ρολόι, να μην έχω ρολόι καν. Να ξυπνάω όταν χορταίνω ύπνο κι όταν ζεσταίνομαι, για να βουτήξω στο νερό.
Αντί γι’ αυτό θα περάσω έναν ακόμα Αύγουστο στην πόλη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θα δουλεύω. Αλλά δεν θα βλαστημήσω την τύχη μου, τη μοίρα μου, τη ζωή μου.
~~
Ο μεγαλύτερος εχθρός της ευτυχίας είναι η σύγκριση.
Πάντα υπάρχει ένας (τουλάχιστον) άνθρωπος που περνάει τις μέρες του καλύτερα από σένα. Αν και συνήθως ξεχνάμε ότι πάντα υπάρχει και ένας (τουλάχιστον) άνθρωπος που περνάει τις μέρες του χειρότερα από σένα.
Μα η αλήθεια είναι ότι δεν σε καλύπτει συναισθηματικά καμία στωική θεώρηση της ζωής, όταν έχει τριάντα πέντε βαθμούς κι εσύ είσαι αναγκασμένος να ξοδεύεις τα οκτάωρα της ημέρας σου ιδρώνοντας και κοπιάζοντας.
Όμως πρέπει να προσπαθήσεις να το κάνεις, να καταφέρεις να αυταπατηθείς, για να μπορέσεις να συνεχίσεις, για να συνεχίσεις να ζεις.
~~
Ποτέ δεν θα έχουμε όλα θα θέλαμε να έχουμε. Η επιθυμία είναι αχόρταγη. Πάντα “χρειάζεσαι” κάτι παραπάνω. Έτσι είναι η φύση των ανθρώπων. Πάντα θες κάτι ακόμα.
Ή μπορεί έτσι να μάθαμε να ζούμε. Η βουδιστική θεώρηση είναι διαφορετική. Για τον βουδισμό η επιθυμία είναι η πηγή της δυστυχίας. Πρέπει να την εξαφανίσεις για να πλησιάσεις τη Νιρβάνα.
Όμως πόσο ανθρώπινος είναι κάποιος που δεν επιθυμεί τίποτα; Ίσως να είναι άγιος, φωτισμένος, βούδας, αλλά ανθρώπινος δεν είναι.
Ο άνθρωπος ονειρεύεται, ποθεί, πάσχει, πονάει, νοσταλγεί.
Οι θεοί της αρχαίας Ελλάδας ήταν πιο ανθρώπινοι. Παρά την αθανασία υπέφεραν, ζήλευαν, ερωτεύονταν, έκαναν σεξ.
Δεν είναι πιο φυσικός ένας θεός που κάνει σεξ, από κάποιον που είναι πνεύμα;
~~{}~~
Βρεθήκαν, κάποτε, σε μια στιγμή του χρόνου έξω απ’ τον χρόνο, κάποιοι θεοί στο ίδιο δωμάτιο.
Στο τραπέζι είχε κάτσει ο Δίας, ο Κρίσνα, ο Γιαχβέ -της Ιουδαϊκής Πεντάτευχου, ο Αλλάχ, ο Βούδας κι ο Χριστός.
Ο Δίας έπινε νέκταρ και γελούσε. Μάτιαζε τη σερβιτόρα, μια αγγελική νύμφη ουρί, και κάθε τόσο της πετούσε υπονοούμενα. Δίπλα στον μεσήλικα Έλληνα είχε κάτσει ο πανέμορφος νεαρός Κρίσνα και τραγουδούσε, μεθυσμένος κι εκείνος.
Απέναντί τους, βλοσυροί κι απόμακροι, ο Γιαχβέ με τον Αλλάχ. Κανείς δεν άγγιζε τα φαγητά και τα ποτά που τους είχαν σερβίρει. Εκδικητοί κι ανέραστοι, η πιο βαρετή παρέα που μπορείς να έχεις στο τραπέζι σου.
Παραδίπλα ήταν ο Χριστός με τον Βούδα. Ο πρώτος λιγοδίαιτος, βουτούσε άζυμο ψωμί στο λάδι, κι είχε λίγο κρασί ξυδιασμένο για να βρέχει τα χείλη του.
Ο άλλος είχε πέσει με τα μούτρα στο φαγητό και στο ποτό.
“Τελικά”, είπε κάποια στιγμή ο αιματώδης Ζευς, “όλα τα κάνουμε για το σεξ.”
“Για το καλό σεξ”, πρόσθεσε ο Κρίσνα, ντροπαλά, σχεδόν ερμαφρόδιτα. “Πρέπει να ξέρεις πώς το κάνεις. Να προσφέρεις απόλαυση στη σύντροφο σου.”
“Φυσικά και της προσφέρω”, είπε ο Δίας και έπιασε τον καβάλο του.
“Δεν είναι θέμα μεγέθους. Η τέχνη μετράει”, είπε ο Κρίσνα.
“Αυτά τα λένε οι μικροτσούτσουνοι”, έκανε ο Δίας, γέλασε και ζήτησε απ’ τη σερβιτόρα κρασί.
Ο Γιαχβέ με τον Αλλάχ τους κοιτούσαν και τους άκουγαν με απέχθεια.
Ο Χριστός σκούντηξε τον Βούδα.
“Κι εσύ παρθένος δεν είσαι;” του είπε.
“Όχι. Αλλά και να ήμουν δεν θα μ’ ένοιαζε”.
“Μα… Νόμιζα…”
“Άκου, Ιησού. Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μας; Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος. Πρίγκηπας, αλλά άνθρωπος. Κάποια στιγμή πίστεψα ότι μπορούσα να σώσω τον κόσμο και τον εαυτό μου. Ξεκίνησα να νηστεύω, να προσεύχομαι, να κάνω διαλογισμό και γιόγκα. Αλλά μια μέρα, έτσι όπως καθόμουν κάτω απ’ το δέντρο Μπο φωτίστηκα. Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει τίποτα, ότι όλα τ’ ανθρώπινα είναι ψευδαισθήσεις. Ακόμα και το καινούριο χαλί του Γούντι Άλλεν ψευδαίσθηση είναι”.
“Του ποιού το χαλί;”
“Του Γούντι Αλ… Ενός κωμικού. Εβραίου κι άθεου. Λοιπόν, τι έλεγα; Α, για το δέντρο Μπο. Εκεί κατάλαβα ότι κι η προσπάθεια μου να φωτιστώ ασκητεύοντας ήταν ματαιοδοξία. Γι’ αυτό φωτίστηκα. Τέλος πάντων, έρχονταν διάφοροι και ήθελαν να γίνουν μαθητές μου, να τους πω το νόημα της ζωής.
-Το ποτάμι, τους έλεγα.
-Το ποτάμι είναι το νόημα της ζωής; ρωτούσαν αυτοί.
-Τι; Δεν είναι; τους έλεγα και τους άφηνα πιο μπερδεμένους.
Μετά ήρθε ο καιρός για να πεθάνω. Έλεγα σε όλους ότι δεν υπάρχουν θεοί, ότι όλα είναι maya, τους έλεγα ότι δεν είμαι θεός. Και τι έκαναν αυτοί; Μόλις πέθανα μ’ έκαναν θεό”.
Σταματάει για λίγο, προκειμένου να ρουφήξει το μεδούλι από ένα κόκκαλο.
“Εγώ γεννήθηκα άνθρωπος και με κάνανε θεό. Εσύ γεννήθηκες θεός. Αλλά έζησες σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος που έπρεπε να είναι θεός. Γι’ αυτό την πάτησες τη γάτα”.
“Ποια γάτα;”
“Τη γάτα που αλυχτούσε.”
“Ποια γάτα που αλυχτούσε;”
“Αλληγορία είναι.”
“Α, ξέρω απ’ αυτές”.
“Ήθελες να κάνεις σεξ, να ζήσεις τη ζωή σου, αλλά πιο πολύ ήθελες να βοηθήσεις τους ανθρώπους, ήθελες ήθελες ήθελες. Και τελικά σε σταυρώσανε.”
“Δεν καταλαβαίνω το νόημα όσων λες, Σιντάτρα”.
“Το νόημα όλων είναι το ποτάμι”.
Ο Χριστός τον κοιτάζει απορημένος. Ο Βούδας γελάει.
“Λοιπόν, παιδιά”, φωνάζει ο Δίας. “Θυμήθηκα ένα ανέκδοτο. Ακούστε: Ήταν ένας δωδεκαθεϊστής, ένας Ινδουιστής, ένας Εβραίος, ένας μουσουλμάνος, ένας Βουδιστής, ένας χριστιανός κι ένας άθεος. Και τους πλησίασε η πιο όμορφη γυναίκα που είχαν δει. Μια κουκλάρα σας λέω.
– Όποιος από σας με ικανοποιήσει περισσότερο θα τον παντρευτώ, τους λέει.
 Ξεκίνησε πρώτα ο Ινδουιστής, με τα Κάμα Σούτρα του και τα κόλπα του. Έκαναν σεξ τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Πολλαπλούς οργασμούς η τύπισσα.
Μετά πάει στον Εβραίο.
– Δεν επιτρέπεται να μοιχεύσω, της λέει αυτός, είμαι παντρεμένος.
Τον ακυρώνει.
Πάει στον μουσουλμάνο.
– Πιστεύεις στον Αλλάχ; της λέει αυτός.
– Πιστεύω στον έρωτα, απαντάει η τύπισσα.
– Δεν κάνω σεξ με άπιστες, της λέει ο μουσουλμάνος.
Τον ακυρώνει κι αυτόν.
Πάει στον χριστιανό.
– Εσύ μοιχεύεις; τον ρωτάει.
– Μόνο στα κρυφά.
Το κάνει και μαζί του, αλλά μόλις αρχίζει να του ζητάει περίεργα κόλπα εκείνον τον πιάνουν οι πουριτανισμοί του και δυσανασχετεί.
Τον ακυρώνει.
Πάει στον βουδιστή. Την είχε εκείνος τρεις μέρες με διαλογισμό.
Τον ακυρώνει.
Πάει στον άθεο.
– Εσύ σε τι πιστεύεις; τον ρωτάει.
– Σε τίποτα, πέρα απ’ την ανυπαρξία του θεού.
– Οπότε πιστεύεις σε κάτι. Δε με νοιάζει. Έλα να πηδηχτούμε.
– Όχι, δεν πιστεύω, λέει αυτός. Η ανυπαρξία του θεού είναι βέβαιη.
– Καλά. Έλα να πηδηχτούμε τώρα.
– Να λες ότι υπάρχει θεός είναι σαν να λες ότι υπάρχει μια τσαγιέρα σε τροχιά γύρω απ’ τον Πλούτωνα, κι ότι ξέρει γαλλικά και πιάνο.
– Καλά. Ξέχνα τον θεό. Έλα να…
– Δεν μπορείς να ξεχάσεις τον θεό, την ιδέα, το δόγμα, την πίστη, το… Τα μεγαλύτερα εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα ενός ανύπαρχτου θεού.
– Το ξέρω.
– Οι θρησκείες, οι θεοί, είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Ποιος δημιούργησε ποιον; Ο Αδάμ φτιάχτηκε από λάσπη; Ή μήπως ο θεός—
Τον ακυρώνει -αλλά εκείνος δεν το καταλαβαίνει και συνεχίζει την Περί της Ανυπαρξίας του Θεού πραγματεία.
Τέλος πάει στον δωδεκαθεϊστή.
– Εσύ θες να κάνουμε σεξ; τον ρωτάει. Επιτρέπεται;
– Επιβάλλεται.
Και ξεκινάνε να το κάνουν κι ο τύπος είναι sex machine. Τη μία το κάνει σαν ταύρος, την επόμενη το κάνει σαν βροχή, μετά σαν κύκνος, σαν τράγος, σαν γυναίκα, σαν άντρας, την έχει πεθάνει την τύπισσα που σπαρταράει στο κρεβάτι.
Κάποια στιγμή δεν αντέχει άλλο και τον παρακαλά να σταματήσει.
– Εσένα θα παντρευτώ, του λέει, μισή απ’ όση ξεκίνησε.
– Να μου λείπει, της λέει ο δωδεκαθεϊστής. Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.
Και την ακυρώνει.”
~~
Ο Δίας ξεκινάει να γελάει. Όλοι οι άλλοι θεοί τον κοιτούν, περιμένοντας τη συνέχεια.
“Το δις εξαμαρτείν”, λέει ξανά ο Δίας ανάμεσα στα γέλια.
Μόνο τότε ξεκινάει να γελάει κι ο Χριστός.
“Το δις εξαμαρτείν. Τώρα κατάλαβα”, κάνει ο Χριστός. “Δεν ήθελε να το ξανακάνει μαζί της.”
Ο Βούδας παρατάει το φαΐ και τον κοιτάει.
“Κακόμοιρε Ιησού, δεν έχεις ιδέα από συναισθήματα, ε; Αμνό στη σφαγή σ’ έστειλε ο Πατέρας σου”.
“Είναι λίγο αργός στο μυαλό, αλλά είναι καλό παιδί”, λέει ο Γιαχβέ, ειρωνικά. Και γελάει.
Γελάει κι ο Αλλάχ, γελάνε όλοι οι θεοί.
Απ’ τα γέλια τους δημιουργείται μια σαπουνόφουσκα στον χωροχρόνο της πραγματικότητας -όπως την καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
~~{}~~
Κι ένας γέροντας στο Πήλιο, που κοντεύει τα ενενήντα, νιώθει το πέος του να σκληραίνει και να υψώνεται, αναίτια,  όπως όταν ήταν έφηβος, τότε που τον κάβλωναν ακόμα και τα νιαουρίσματα.
“Μαρίτσα!” φωνάζει.
Σηκώνεται και πάει στη Μαρίτσα, που προσπαθεί να τακτοποιήσει τα ρούχα στην ντουλάπα, αλλά δεν θυμάται ποια ρούχα είναι δικά της και ποια του Νίκου.
“Μαρίτσα, έλα γρήγορα”, λέει εκείνος, την πιάνει απ’ το χέρι και τη πάει στο κρεβάτι.
“Τι έπαθες και με τραβάς έτσι, ξεμωράθηκες τελείως;”
Ο Νίκος κατεβάζει το παντελόνι του και το σώβρακο. Ο φαλλός του παρουσιάζεται ένδοξος και τρανός, σαν το Ιερό Δισκοπότηρο.
“Τι ‘ν’ αυτό, τι έγινε;” ρωτάει η Μαρίτσα που έχει δεκαετίες να δει πέος σε τέτοια κατάσταση.
“Μη ρωτάς, ξεβρακώσου”, της λέει ο Νίκος.
Εκείνη δεν φέρνει άλλες αντιρρήσεις. Ανοίγει τα πόδια κι ο γέροντας της τον χώνει.
“Αμάν, Νικόλα μου”, λέει η γριά. Κι έχει να τον πει έτσι πολλά χρόνια.
“Μαριούλα μου”, λέει εκείνος. Και ξεχνάει τις αρθρώσεις του που τον πονάνε.
~~{}~~
Το κάνουν για πολλή ώρα, κι ο Νίκος είναι σαν ταύρος, σαν βροχή, σαν κύκνος, σαν τράγος, σαν γυναίκα, σαν άντρας, Τελειώνουν μαζί, στον τελευταίο οργασμό της ζωής τους, λίγο πριν τον θάνατο.
Ο Νίκος πέφτει στο πλάι της Μαρίτσας, χωρίς δύναμη να κουνηθεί.
“Και να πεθάνω τώρα δε με νοιάζει”, λέει ο Νίκος. “Αφού μ’ αξίωσε ο θεός να ζήσω κι αυτό”.
“Αμήν”, λέει η Μαρίτσα.
Τους βρήκαν πεθαμένους στο κρεβάτι, τρεις μέρες μετά.
Κι ήτανε Αύγουστος δεν ήτανε θαρρώ, τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι για τη Χαλκιδική.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός http://www.nostimonimar.gr/straycats/