Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Η δεκάτη θα μας σώσει

http://www.efsyn.gr

perikliskorovesis

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των Συντακτών 
Η εξουσία, η όποια εξουσία, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα, ζει μέσα σε έναν μόνιμο εφιάλτη: την ανατροπή της.
Πριν από την καθιέρωση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, όπου κατά κανόνα η εξουσία μοιράζεται σε δύο κόμματα, δηλαδή δύο φράξιες της ίδιας πάντοτε εξουσίας που επικυρώνεται με την καθολική ψήφο και αναίμακτα (όχι πάντοτε), στις μοναρχίες και τις αυτοκρατορίες η εναλλαγή στην εξουσία κατά κανόνα γινόταν με ίντριγκες και συνωμοσίες που αποσκοπούσαν στη δολοφονία του μονάρχη.
Με τη σειρά του, ο νέος μονάρχης δολοφονούσε τους πιθανούς ανταγωνιστές του θρόνου.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που πέρασε στην Ιστορία με το όνομα Κωνσταντίνος (είχε άλλα πέντε ονόματα) είχε δώσει στον εαυτό του το αξίωμα τού Pontifex Maximus, δηλαδή την ιδιότητα της κύριας θεότητας της Ρώμης που ήταν ο Δίας.
Στην εξουσία ανέβηκε με το πραξικόπημα του μπαμπά του και ξεκαθάρισε όλους όσους πίστευε πιθανούς διεκδικητές του θρόνου. Ανάμεσά τους ο πεθερός του, ο κουνιάδος του, η γυναίκα του, ο γιος του, ο γαμπρός του και ο ανιψιός του. Χριστιανός έγινε στο νεκροκρέβατό του.
Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να γίνει ο Αγιος και Μέγας Κωνσταντίνος. Και φυσικά δεν πρωτοτύπησε. Η αχανής Περσική Αυτοκρατορία, που στην ακμή της επεκτεινόταν από την Αίγυπτο ώς τις Ινδίες και προς Βορρά έφτανε στις ρωσικές στέπες, είχε την ίδια αντίληψη περί διαδοχής του θρόνου του «Βασιλέως του Κόσμου» ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία του «πάνσοφου θεού» Αχουραμάζντα.
(Και αυτό έφτασε μέχρι τις μέρες μας με το «ελέω θεού μονάρχης».) Εξ ου και η αντίληψη που είχαν οι Πέρσες για την Ελλάδα. Πίστευαν πως ήταν κάτι χωριά, σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Αλλά μετά τον Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές ίσως να άλλαξαν γνώμη για τα «χωριά».
Ετσι έχουμε και λέμε: Ο Ξέρξης δολοφονήθηκε από τον μικρότερό του γιό. Ο Καμβύσης δολοφονήθηκε από τον Δαρείο και ο Δαρείος δολοφονήθηκε από τον Μπέσο (Bessus). Και αυτή η πολιτική σχολή σκέψης και δράσης επικράτησε ανά τους αιώνες.
Ο Δαρείος, με την ενθρόνισή του, κατέπνιξε στο αίμα εννιά μεγάλες εξεγέρσεις. Ολες για τα φορολογικά μέτρα που έπαιρνε. Ο αρχαιότερος φόρος που υπάρχει είναι η δεκάτη. Σήμαινε πως έπρεπε να δώσεις το ένα δέκατο της παραγωγής σου στην εξουσία, πολιτική ή θρησκευτική.
Το μέτρο αυτό ίσχυε εξίσου για Εβραίους, Ελληνες, Ρωμαίους, Οθωμανούς κ.λπ. Το νεοελληνικό κράτος κράτησε τη δεκάτη, που θεωρήθηκε ένας απάνθρωπος φόρος με καταστροφικές συνέπειες για την αγροτική οικονομία αλλά και για όλη την κοινωνία. Το 1860, ο τότε υπουργός Κουμουνδούρος κατέθεσε νομοσχέδιο για την κατάργησή της. Αλλά δεν έγινε τίποτα μέχρι που την κατάργησε ο Τρικούπης.
Από τη δεκάτη προέρχεται το αποδεκάτισμα, που σημαίνει συμφορά, καταστροφή και προέρχεται με τη σειρά του από το αρχαιοελληνικό «απο-δεκατοω-ώ» και αν κάνω αναφορά σ' αυτήν τη λέξη, υποκινούμαι από πατριωτικά αισθήματα. Γιατί το έθνος μας έχει αδιάκοπη συνέχεια στο αποδεκάτισμα.
Οι βαριές φορολογίες που είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων οδηγούσαν σε εξεγέρσεις που κατέληγαν σε μαζικές σφαγές. Εκτός από μία που υπήρξε νικηφόρα: τη Γαλλική Επανάσταση. Η Μαρία Αντουανέτα είχε επιβάλει έναν επιπλέον επαίσχυντο φόρο.
Σε ένα καφενείο του Παρισιού, το Café Procope (υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι τουριστικό με ελεεινά φαγητά), κέντρο την εποχή των επαναστατών και της διανόησης, ένας νεαρός δικηγόρος ανεβαίνει σε ένα τραπέζι, βγάζει το περίστροφό του (τότε τα πιστόλια ήταν σαν τα ρολόγια, όποιος είχε λεφτά αγόραζε), πυροβολεί μια-δυο φορές στον αέρα και βγάζει έναν σύντομο λόγο καλώντας τον λαό σε επανάσταση.
Σε δυο μέρες έπεσε η Βαστίλη. Εντυπωσιακή ήταν η συμμετοχή των γυναικών, που πρωτοστάτησαν στην κατάληψη των Βερσαλιών. Με τον θρίαμβο της Γαλλικής Επανάστασης, έχουμε και τη γέννηση του πρωτοφασισμού.
Βασιλικοί, Εκκλησία, φεουδάρχες, εργοστασιάρχες, ακαδημαϊκοί δαιμονοποίησαν τις νέες ιδέες και ενοχοποιώντας τις γυναίκες ζήτησαν τον εγκλεισμό τους στο σπίτι.
Αν γυναίκα γίνει πολίτης, αυτομάτως γίνεται πόρνη και επικίνδυνη. Περιττό να πούμε πως τα επιχειρήματα της γαλλικής Αντίδρασης είναι ακόμα επίκαιρα και χρήσιμα για κάθε είδους φασισμό.
Σήμερα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ο πολίτης πληρώνει πολλαπλούς φόρους για το ίδιο εισόδημα. Και για να το κάνουμε λιανά: Σύμφωνοι, να πληρώνουμε όλοι μας τον φόρο που μας αναλογεί.
Αλλά πληρώνουμε συμπληρωματικό φόρο με τον ΦΠΑ. Και αν από τις οικονομίες μας κάναμε ένα σπιτάκι ή έχουμε κάποια κατάθεση, για ώρα ανάγκης, και αυτά φορολογούνται, ενώ έχουν ήδη φορολογηθεί.
Να μην πούμε τίποτα για τον απόδημο ελληνισμό, που ενώ πληρώνουν φόρο στη χώρα όπου ζουν, η πατρίδα τους ξαναφορολογεί. Αν ξαναρχόταν η δεκάτη, θα έμοιαζε με φορολογικό παράδεισο. Για να γλιτώσεις τον φόρο πρέπει να είσαι πλούσιος.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

κατάλογος των κερατάδων

Αναλυτικός κατάλογος των κερατάδων

keratad
αλεπου του ολυμπουΟ Σάρλ Φουριέ απάντησε νωρίς στο ψευτοδίλημμα της Σορβόννης, πολιτισμός ή βαρβαρότητα. Για τον Φουριέ, ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα είναι συνώνυμες έννοιες. Διαπίστωσε αυτός ο πιστός άπιστος, ότι στην κοινωνία της εποχής του κυριαρχούσε η αισχρή υποκρισία που εξευτέλιζε και διέσυρε τα ανθρώπινα αισθήματα, χωρίς να τιμά όπως της αξίζει, την αναγκαιότητα μιας σεξουαλικής υγιεινής.
Κατά τη γνώμη του ο ερωτισμός αλλά και τα... λεγόμενα αγνά αισθήματα δεν είναι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.
Υποστηρίζει μέσα στο ουτοπικό του Σύμπαν ότι οι ηδονές είναι κρατική υπόθεση και ειδικό μέλημα της κοινωνικής πολιτικής. Κατά κάποιο τρόπο το κράτος του Φουριέ διακηρύσσει πως η σεξουαλική απελευθέρωση του κάθε ατόμου είναι απαραίτητη προϋπόθεση μιας καλύτερης συλλογικής και ατομικής πρακτικής του Έρωτα με την πνευματική έννοια του όρου.
Εδώ δεν υπάρχει αντίθεση αλλά συνέργια των ενστίκτων με τα αισθήματα. Ο θεός του Φουριέ απεχθάνεται την κάλπικη μονογαμία και την μίζερη συζυγική πίστη που περιχαρακώνουν εγωιστικά τον πόθο ανάμεσα σε δυο άτομα προτιμώντας ένα γενναιόδωρο μηχανισμό που διανέμει και πληθαίνει τις ηδονές μεταξύ των μελών του κοινοβίου.
Ο Σαρλ Φουριέ είχε τη φήμη αγαθού ονειροπόλου, αλλά οι ονειροπολήσεις του δεν είχαν τη μαγαρισμένη από δόγματα αθωότητα των θρησκειών. Έτσι η ουσία των γραπτών του έφερε σε αμηχανία τους μαθητές του σε τέτοιο βαθμό ώστε να προτιμήσουν από ντροπή να λογοκρίνουν τα έργα του δασκάλου τους.
Ο Προυντόν τον χαρακτήρισε θεοσεβούμενο πορνοκράτη, εκφράζοντας το σαρκασμό του, βλέποντας το θεμελιακό ρόλο που απέδιδε ο Φουριέ στις πιο αχαλίνωτες σχέσεις για την ευημερία της ανθρωπότητας.
Ο Φουριέ εφιστά την προσοχή μας σχετικά με τις ολέθριες συνέπειες αυτού που αποκαλεί παρεμπόδιση των παθών. Αρκετά πριν το Φρόιντ λοιπόν μιλά για απώθηση της λίμπιντο. Οι θέσεις του τον καθιστούν ιδιόμορφα περιθωριακό αλλά και επικίνδυνο για τα βρικολακιασμένες κοινωνικές νόρμες.
Ακόμα και σήμερα τα γραπτά του μυρίζουν μπαρούτι και σπέρμα. Ο Φουριέ έβαλε ένα μεγαλοπρεπέστατο κωλοδάχτυλο στους μπατάλικους βλοσυρούς φασίστες που επιβάλουν στους ανθρώπους φωτοστέφανα αγνότητας για να τους φορέσουν έπειτα τις χρυσοποίκιλτες αλυσίδες.
Ο Φουριέ έγραψε τον αναλυτικό κατάλογο των Κερατάδων. Των Κερατάδων που έχουν την εξουσία πετώντας ανθρώπους στον Καιάδα με τον πιο άκαρδο κυνισμό.
πηγή:
https://dromos.wordpress.com

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

η φιλια του σκυλου



φιλία του σκύλου Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση. Όποιος πενθεί για το σκύλο του, πενθεί για την προαπώλεια του εαυτού του. Xάνει ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Από τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ Όταν εξημερώθηκε το σκυλί και έγινε κατοικίδιο "έπεσαν" τα αυτιά του, έγραφε ο Δαρβίνος. Σοφή παρατήρηση, ειδικά για όσους έζησαν στις επαρχίες, κοντά σε ζωντανά και σε κοπάδια. Το κυνηγιάρικο σκυλί, ο μολοσσός που φυλάει τα πρόβατα είναι ζωντανό ραντάρ, πρωτόγονος και ως εκ τούτου ατόφιος. Ο βοσκός δεν βάζει το σκυλί στο σπίτι, το σέβεται αλλά δεν το βλέπει ποτέ σαν μέρος του οίκου. Στην πόλη όμως ο σκύλος απώλεσε την επαφή με τη φύση και τον πρωτόγονο εαυτό του, στερήθηκε τους άγριους σκυλοκαβγάδες, το κυνήγι του λαγού και του τσάκαλου, ήρθε πιο κοντά στον άνθρωπο και απομακρύνθηκε από το παρελθόν του πού υπέκρυπτε πάντα κάτι το λυκίσιο και το αδάμαστο. Ένας φίλος γιατρός, έμπειρος στα τετράποδα, έχει δική του πατέντα: "η γάτα είναι ένα κομμάτι κρέας, άφιλη, εγωπαθής, αντίθετα ο σκύλος είναι άνθρωπος με τρίχωμα και με τέσσερα πόδια! Κοντά στο σκύλο γίνεσαι περισσότερο άνθρωπος!" Η σκυλοσυντροφιά ανακαλύπτει διαφορετικά όχι μόνο το σκύλο αλλά και την ίδια τη ζωή. Αξίζει λοιπόν να προσέξουμε αυτήν τη διαχεόμενη ζωοφιλία που δεν είναι βίτσιο, χούι, παραξενιά παρά συναισθηματική εκλέπτυνση χωρίς εμφανές όριο. Ο "κάτοχος" του σκύλου πριν απ' όλα κατέχει ένα προνόμιο το τετράποδο, αγορασμένο σε μικρή ηλικία, αναγνωρίζει από νωρίς τον αφέντη του και αφοσιώνεται. Μπορεί να παίζει με όλους, αλλά μόνο ο "ένας" ταράζει τα σωθικά του. Τον αναγνωρίζει, τον διαισθάνεται από απόσταση, ενίοτε τείνει να σπάσει την αλυσίδα του για να τον προϋπαντήσει. Χωρίς υπερβολή, δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο. Το ίδιο βέβαια μπορούμε να πούμε για τους κατόχους αλόγων, δελφινιών, περιστεριών ή αετών. Ωστόσο το μέγεθος και το φυσικό στοιχείο αποτελούν φραγή. Τα πετούμενα ανήκουν στον αιθέρα, το άλογο ανήκει στο μέγεθός του, ενώ ο σκύλος -μόνο αυτός- δίνει την εντύπωση ότι κάποια σπάνια συμπάθεια είναι διαλυμένη στο αίμα του. Αυτό το οξύμωρο, με τα χρόνια, αποβαίνει μυστικός δεσμός, συνεννόηση χωρίς λόγια, νοηματική γλώσσα της συμπάθειας. Αν το ζώο ήταν άνθρωπος με μουσούδα, τρίχωμα, μεγάλα αυτιά δεν θα άξιζε την αγάπη μας. Αντίθετα, καθίσταται λατρεμένο μέχρι περιπαθούς αφοσιώσεως επειδή μέσα στη σκληρή του συνθήκη, αυτή την αμετάκλητα φιμωμένη φύση, κατορθώνει να το σκάει στιγμιαία για να παραδοθεί στη θέρμη της ανθρώπινης φιλίας. "Δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο." "Δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο." Δεδομένου ότι ένα σκυλί είναι "ανθρώπινο" μόνο για λίγους, και ακριβέστερα μόνο για έναν, εύκολα γεννιέται η αυταπάτη ότι το ζωντανό μεταρσιώνει τη φύση του μόνο για χατίρι του. Ο κάτοχος ψυχανεμίζεται μέσα στα κυνικά σωθικά την υπέρβαση της σκυλίσιας φύσης, οπότε η ανθρώπινη συμπάθεια αναγνωρίζει αβίαστα πάνω της ένα καθρέφτισμα του εγώ της. Η οικειότητα είναι απόλυτη, η αναγνώριση βαθύτατη, ο σκύλος είναι στο τσακ να μιλήσει και "μιλάει" βέβαια, έστω και αν οι περισσότεροι παρόντες διαθέτουν ώτα μη ακουόντων. Συχνά, κάποιος αδιάφορος θεατής της θερμής ανθρωπο-σκυλοφιλίας, υποψιθυρίζει :"Μα τι έχει πάθει με αυτό το ψωριάρικο;" Αφοσιωμένος στις γάτες και όχι στα σκυλιά, ο Μαλρώ ηταν κατηγορηματικός: Αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι. Ωστόσο, η φιλία με το τετράποδο δεν γίνεται αποδεκτή ποτέ ως φιλόζωη ιδιότητα. Άνθρωποι που ζουν χρόνια με το σκύλο τους, που έχουν προσαρμόσει τις ανάγκες και τις μετακινήσεις τους με το τετράποδο, ποτέ δεν σκέφτονται ότι αγαπούν ένα "ζώο". Ο δεσμός με το σκύλο έχει να κάνει με το αξεδιάλυτο κράμα ενός ψυχισμού εντοιχισμένου μεν στη ζωικότητα πού, παρ' ότι τετραποδίζει, σκυλοφέρνει ή γαυγίζει, φέρει στο βλέμμα του μισοσβησμένα πνευματικά ίχνη. Από τη μια μεριά το ζώο είναι ανθρώπινο πείραμα που έμεινε στη μέση, ενώ από την άλλη είναι ζωικό πείραμα που έδωσε αποτελέσματα ανώτερα του αναμενομένου. Έτσι αρχίζουν τα θαύματα αφοσίωσης και συνεννόησης ανάμεσα στο τετράποδο και στο δίποδο. Η προσαρμογή είναι τέλεια και βαθύτατα ψυχική. Η υπακοή αγγίζει τα όρια του πάθους. Πιο συγκεκριμένα, δεν μας συγκινεί τόσο η κυρία με το σκυλάκι, η γραία που αγαπά το σκύλο της γιατί δεν της απέμεινε τίποτε άλλο να αγαπά, αλλά η εμμονή νέων ανθρώπων που σε κάθε περίπτωση μετακίνησης, έκτακτων αναγκών, ατυχιών, το πρώτο πού σκέπτονται είναι το τετράποδο. Η σκυλίσια αγάπη δεν είναι μόνο αμοιβαία, κυρίως δεν επιδέχεται "απάτη", μετάπτωση, λήθη - όσο το τετράποδο ζει και κινείται, παραμένει πάγια "αξία". Γι' αυτό όταν έρχεται η ώρα του κυνικού θανάτου, μιας και τα σκυλιά κατά κανόνα ζουν πολύ λιγότερο από τον κάτοχό τους, το πένθος είναι σκληρό, δεν παίρνει παρηγόρια. Ο στενός κύκλος του πενθούντος αναρωτιέται: "Μα τι έχασε; Τη γυναίκα του; Το παιδί του; Τη μάνα του; Ασφαλώς δεν έγινε χήρος, δεν έμεινε ορφανός, του συνέβη όμως κάτι χειρότερο. Έχασε ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του, το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Αυτή η μυχιότητα δεν ευδοκιμεί με τους ανθρώπους που είναι ανεξάρτητες οντότητες, θέτουν όρια και εγωιστικά σύνορα. Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση, προσωπική ανακάλυψη που ομορφαίνει μέχρι κάλλους τη σιωπηλή αφοσίωση. Όποιος πενθεί για το νεκρό σκύλο του, πενθεί για την προ-απώλεια του εαυτού του. ___________ Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO στις 18/09/2008 Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου Μια κοινοτιστική ουτοπία

Στο έργο του Θανάση Παπακωνσταντίνου τόσο οι αμιγώς μουσικολογικές όσο και οι στιχουργικές επιλογές συστρατεύονται για τη δημιουργία ενός συνεκτικού νοηματικού σύμπαντος. Η μόχλευση της παραδοσιακής μουσικής, του δημοτικού τραγουδιού, συνεπικουρούμενη από τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών οργάνων ανατολίτικης, μεσογειακής, ακόμα και αφρικανικής προέλευσης και από μια γλώσσα διανθισμένη με τις ντοπιολαλιές της ελληνικής επαρχίας και ρίζες στην οθωμανική εποχή αρθρώνουν μάλιστα μια συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση.
Ο Παπακωνσταντίνου εμφορείται πρώτα απ’ όλα από μια πηγαία αποστροφή προς τη ζωή στην πόλη, τη «σαβούρα των Αθηνών»,1 όπως λέει κι ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχει επιλέξει να ζει τα τελευταία χρόνια σαν αναχωρητής κοντά στη γενέτειρά του, στις παρυφές του Ολύμπου. Εκεί φαίνεται να αναζητά την απολεσθείσα αγνότητα, εμπνεόμενος από τις εικόνες της φύσης, τα πουλιά, τ’ άστρα, τα ζαρκάδια, τις πηγές και τ’ απάτητα βουνά. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν να ’ναι για τον Θανάση εικόνες στρατευμένες σε μια κεντρική αντίθεση που διαπερνά την ψυχοσύνθεση και το έργο του. Πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ της αλλοτριωμένης πόλης, του βάρβαρου πολιτισμένου κόσμου και της απροσποίητης ζωής μέσα στη φύση. Αυτή εδώ φαίνεται να ’ναι και η πηγή της Αγίας Νοσταλγίας, όπως θα ονομάσει τον πρώτο δίσκο του, οριοθετώντας προδρομικά μια πορεία που χαρακτηρίζεται από την επίμονη αναζήτηση της χαμένης αθωότητας.
Η γενικόλογη όμως αναβίωση αυτής της παλιάς ρουσοϊκής ιδέας, πως ο άνθρωπος είναι καλός και αγνός όσο ζει στην αγκαλιά της φύσης πριν την καταστροφική επίδραση των θεσμών που επιφέρουν την αλλοτρίωσή του, αποτελεί ιδέα κοινή, σχεδόν κλισέ, τόσο για την πολιτισμική κριτική που άσκησαν τα κινήματα των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όσο και για τη θολή, ανεξέταστη αναρχική κοσμοθεωρία από την οποία ο Παπακωνσταντίνου εμπνέεται. Ο ίδιος προχωράει όμως, σαν να μην μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, και παρακάτω. Βρίσκει αποκούμπι και συνδέεται τελικά με τις εικόνες, τις συνήθειες, τους ρυθμούς της ελληνικής κοινοτιστικής παράδοσης, συγκροτώντας αναπόφευκτα μια πολιτική και πολιτισμική πρόταση που λοξοκοιτάζει προς το παρελθόν με τον τρόπο που η εθνικιστική ανάγνωση του κοινοτισμού μάς είχε συνηθίσει. Έτσι, μέσα από τους στίχους και την έτσι κι αλλιώς δημοτικογενή μουσική, αναδίνονται παραστάσεις των κοινοτήτων της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας, περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, φιγούρες της βαλκανικής πατριάς και ένα βλέμμα στραμμένο διαρκώς στην Ανατολή. Πιο χαρακτηριστική, συνοπτική αλλά περιεκτική διατύπωση αυτής της απόβλεψης αποτελεί το «Όνειρο»: «Τράβηξα δειλά-δειλά / της κερκόπορτας το σύρτη / και πήραν φωτιά τα μάτια μου / μάγκα μου απ’ όσα είδα./ Πολιτεία απέραντη / από γυαλί και κεχριμπάρι, / τα χρώματα της ίριδας / της έπλεκαν στεφάνι. / Στα στενά της σέρνονταν/ άγιοι σκοτεινοί κι αγύρτες / και στο λιμάνι αθίγγανοι / μοιρίζανε παλάμες. / Ο Ανέστος τρυφερά / γέμιζε καρφιά τα χέρια / κι ο Μεβλανά Tζελαλεδίν / γυρνούσε και γυρνούσε. / Κι έτσι όπως χάζευα / ντερβισάδες, μπεκτασήδες, / άλαλοι με κυκλώσανε / μα ακόμα τους ακούω. / Σεμ ολντού ασίκ λαρί / άνθρωπέ μου τί ξεφτίλα / να σου χαλάνε το όνειρο / κι εσύ να τους αφήνεις».2 Aυτός ο οριενταλισμός είναι μια ντε φάκτο προσανατολισμένη προς τα πίσω, τουτέστιν συντηρητική απάντηση, στην κεντρική εθνική δισυποστασία, στον φαντασιακό —φαντασιακό, όχι φανταστικό— διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης που ταλανίζει τη νεοελληνική ιδεολογία από τη σύστασή της, ο οποίος όμως, εγγραφόμενος στις καλένδες της μεταμοντέρνας εποχής, οφείλει να αναγιγνώσκεται επίσης ως συγκρουσιακή αντίθεση νεωτερικότητας και αντινεωτερικότητας.
Η έλξη που του ασκεί η φαντασίωση της Ανατολής είναι ακατανίκητη. Με την επιλογή του καταφάσκει την οριστική κατάταξή μας στον χώρο της Ανατολής έναντι της αλλοτριωτικής, υλόφρονος Δύσης, που ως γνωστόν υστερεί από την εποχή των απομαγευτικών μεταμεσαιωνικών χρόνων ως προς την πνευματικότητα, την αυθεντικότητα και το μυστικιστικό βάθος. Έτσι, ο Θανάσης αναπαράγει τη μελωδική γραμμή των βυζαντινών καλάντων και μελοποιεί στίχους του Πτωχοπρόδρομου,3 αναδεικνύοντας επίσης τις ιστορικές ρίζες της πολιτισμικής επιλογής του. Ο ουτοπικός του κόσμος, που ορίζεται από σταχυολογικές αναφορές στην αρχαιοελληνική μυθολογία, από την ακούραστη εξιδανίκευση του βυζαντινού και του οθωμανικού παρελθόντος, από τον απόηχο κάθε ανατολίτικης επιρροής, της περσικής ποίησης, του βουδισμού και του ινδουισμού περιλαμβανομένων, συνέχεται από την κεντρική ιδέα ενός λειτουργικού αντιδυτικισμού. Στα πλαίσια ετούτης της αντι-φωταδιστικής αποστροφής πρέπει ίσως να αναγνωστεί και η απέχθεια προς την πόλη, το συμβολικό πεδίο της εκδήλωσης των αστικών αξιών, της κοινής ζωής υπό το απρόσωπο καθεστώς του νόμου, τον διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, τη διάκριση κράτους και κοινωνίας, την αποξενωτική ανωνυμία των μητροπόλεων. Στον αντίποδα προβάλλει η κατασκευή της κοινοτιστικής φαντασίωσης, μιας κλειστής κοινωνίας που, ιδωμένη παραμορφωτικά, μετατρέπεται στο πρότυπο των «μικρών κοινωνικών ομάδων που γνωρίζονται μεταξύ τους».4 Εκεί η διευθέτηση της πολιτικής, των όρων της κοινής ζωής, επιλύεται άμα τη εμφανίσει των προσωπικών σχέσεων, χωρίς τις αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις που αλλοιώνουν την ντε φάκτο «φυσική καλοσύνη» του ανθρώπου. Στο ίδιο φόντο προτάσσονται οι αφελώς εξιδανικευτικές, αντιφατικές και ανεπεξέργαστες, τιμητικές αναφορές σε φιγούρες τόσο Λατινοαμερικάνων ή Ευρωπαίων επαναστατών (Μπακούνιν, Ραμόν, Φορτίνο Σαμάνο, ναύτης της Κροστάνδης) όσο και εγχώριων ληστών (Θωμάς Γκαντάρας, Μπαμπάνης, ο ήρωας του «Μου ’κλασες τ’ αρχίδια, κύριε μοίραρχε» κ.ά.), η αγιοποίηση των οποίων αποτελεί μόνιμη επωδό της κυρίαρχης αριστερής και εθνικιστικής ιδεολογίας.
Προς επίρρωσιν της παραπάνω ρητής απόρριψης της νεωτερικής απομαγευτικής κληρονομιάς, καλλιεργείται το γνωστό συγκροτητικό της μυθολογίας του ανατολίτικου εξωτισμού στερεότυπο, η βασιλική οδός προς την κατάκτηση της αυθεντικότητας: η κατίσχυση του συναισθήματος έναντι της λογικής. Μακριά από την αύρα των δυτικότροπων λύσεων, πλατωνικών, καντιανών ή άλλων, που αποζητούν την κυριαρχία του Λόγου αναγνωρίζοντας τη δυναμική του θυμικού, εδώ οι απαντήσεις είναι μονοκόμματες: «Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι […] Bάστα το νου, βάστα το νου, / να μην γκρινιάξει του καιρού / που ’φτιαξε με τον πόνο κλίκα / και τσιγκουνεύεται στη γλύκα».5 Στα ίδια πλαίσια υποστηρίζεται τόσο η παντοδυναμία του πάθους6 όσο και η έννοια μιας μεταφυσικού τύπου ελευθερίας χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.7 Η ρομαντική απογείωση από τον χώρο της πραγματικότητας επιτρέπει τα πάντα, ενώ τροφοδοτεί τον λυρισμό — εγγύηση επιτυχίας κάθε αισθαντικής δημιουργίας.
Η συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίσουμε την καλλιτεχνική αξία του έργου του, στον βαθμό που οι δύο αυτές πτυχές μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά. Αφήνοντας κατά μέρος και τον, πολύ συχνά ατυχή, στερεοτυπικό και αμήχανο δημόσιο λόγο του Παπακωνσταντίνου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τραγουδοποιία του —προϊόν κοπιώδους εργασίας, αναζήτησης και ειλικρινούς αγωνίας— ανταποκρίνεται σε κεντρικά ψυχικά διακυβεύματα. Υπόκειται λοιπόν στον κανόνα της τέχνης εκείνης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της έκφρασης ενός συλλογικού εσωτερικού διχασμού, ως μετουσιωτικό παράγωγο της έντασης που βιώνουν οι δυστυχείς συνειδήσεις, και δεν μπορεί παρά να αποφορτίζει πρόσκαιρα πλην λυτρωτικά κοινά μας αδιέξοδα, ακόμα και αν προγραμματικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει ως το σημείο της επίλυσής τους. Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο δικαιώνεται ως τέτοιο, αφού εκπληρώνει τους εκφραστικούς του σκοπούς, τη στιγμή που η πολιτισμική και πολιτική πρόταση παραμένει μετέωρη και ατελέσφορη, εισερχόμενη στο πεδίο όπου ο ρόλος του συναισθήματος παραμένει εκ των πραγμάτων περιθωριακός.

Σημειώσεις:
1. Συνέντευξη στην εφημερίδα Εποχή, 30.05.1993.
2. «Όνειρο», Αγία Νοσταλγία, 1993. Ο «Ανέστος» είναι ο ρεμπέτης Ανέστης Δελλιάς, ο οποίος πέθανε από χρήση ηρωίνης. Ο Μεβλανά Τζελαλεδίν Ρουμή ήταν μουσουλμάνος μύστης του 13ου αιώνα, ιδρυτής του σουφικού τάγματος των Μεβλεβήδων, γνωστού για τον περιστροφικό τους χορό κατά την τελετουργία της Σεμά. «Μεβλανά» σημαίνει στα τουρκικά «δάσκαλος». Δερβίσηδες είναι τα περιπλανώμενα μέλη μουσουλμανικών θρησκευτικών ταγμάτων. Μπεκτασήδες είναι τα μέλη του δερβισικού τάγματος που ίδρυσε ο Χατζή Μπεκτάς τον 14ο αιώνα. «Τζεμ ολντού ασικλαρί» σημαίνει στα τουρκικά «μαζευτήκανε οι θαυμαστές του».
3. Πρβλ. «Ο μεθυστής», Ο Σαμάνος, 2008. Ο Πτωχοπρόδρομος ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, που συνέταξε τον 12ο αιώνα στη δημώδη γλώσσα τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά, μια συλλογή σατιρικών ως επί το πλείστον μικρών ποιημάτων γραμμένων σε δεκαπεντασύλλαβο.
4. Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή, 17.12.2006.
5. «Στις χαραυγές ξεχνιέμαι», Αγία Νοσταλγία, 1993.
6. «Άντε, δω σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος, / άντε, λεν πως φυλακίζουνε το πάθος. / Άντε, ρίχνουν χώμα, με λουλούδια ραίνουν / άντε, και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν» («Ανδρομέδα», Ανδρομέδα, 1995).
7. «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές / κι αν ο κλοιός στενεύει / ο νους μας είν' αληταριό / π’ όλο θα δραπετεύει. / Σαν αερικό θα ζήσω, / σαν αερικό» («Αερικό», Λάφυρα, 1998).

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε κάθε μέρα

Τα οφέλη του διαβάσματος

 
Πότε ήταν η τελευταία φορά που διαβάσατε ένα βιβλίο ή ένα ουσιώδες άρθρο σε ένα περιοδικό;
Μήπως οι καθημερινές σας αναγνωστικές συνήθειες επικεντρώνονται μόνο σε tweets και ενημερώσεις του Facebook ή στις οδηγίες χρήσης που αναγράφονται στο κουτί των δημητριακών σας; Αν ανήκετε κι εσείς στους αμέτρητους ανθρώπους που δεν συνηθίζουν να διαβάζουν τακτικά, μπορεί να χάνετε μια σειρά από πολύ σημαντικά οφέλη, μερικά εκ των οποίων παρουσιάζονται στη συνέχεια.
1. Πνευματική διέγερση
Έρευνες έχουν δείξει πως με το να το διατηρεί κανείς το πνεύμα του σε εγρήγορση μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη (ή πιθανότατα να αποτρέψει) του Alzheimer και της άνοιας, καθώς κρατώντας ενεργό τον εγκέφαλο αποτρέπει κανείς την απώλεια δύναμής από αυτόν. Όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο μυ του σώματος έτσι και ο εγκέφαλος χρειάζεται άσκηση για να παραμείνει δυνατός και υγιής. Οπότε «use it or lose it»!
2. Μείωση του άγχους
Ανεξάρτητα από το πόσο stress μπορεί να έχετε στη δουλειά ή στις διαπροσωπικές σας σχέσεις ή σε αναρίθμητα άλλα καθημερινά θέματα που προκύπτουν, όλα μπορούν να ξεχαστούν αν χαθείτε στις σελίδες μιας εξαιρετικής ιστορίας. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα μπορεί να σας μεταφέρει σε άλλες χώρες, σε μαγικά βασίλεια, ενώ ένα ευχάριστο άρθρο που θα κερδίσει την προσοχή σας μπορεί να διώξει τις εντάσεις και σας βοηθήσει να χαλαρώσετε.
3. Γνώση
Όλα όσα διαβάζετε γεμίζουν το μυαλό σας με νέες πληροφορίες και δεν ξέρετε πότε μπορεί να σας χρειαστούν στην πράξη. Όσο πιο πολλές γνώσεις έχετε, τόσο πιο εξοπλισμένοι είστε για να αντιμετωπίσετε όποια πρόκληση ανακύψει. Επιπροσθέτως, σκεφτείτε πως ό,τι κι αν σας συμβεί – να χάσετε τη δουλειά σας, τα χρήματά σας, τα υπάρχοντά σας – τις γνώσεις σας δεν θα μπορέσει να σας τις πάρει κανείς.
4. Διεύρυνση του λεξιλογίου
Όσο περισσότερο διαβάζετε, τόσο περισσότερες λέξεις μαθαίνετε, λέξεις που αναπόφευκτα θα βρουν το δρόμο τους και θα ενσωματωθούν στο καθημερινό σας λεξιλόγιο. Η ευφράδεια λόγου και το πλούσιο λεξιλόγιο είναι χρήσιμα σχεδόν σε κάθε επάγγελμα και το να γνωρίζει κανείς ότι μπορεί να μιλήσει με άνεση και αυτοπεποίθηση, αποτελεί μια τεράστια ώθηση στην αυτοεκτίμησή του. Θα μπορούσε να σας βοηθήσει ακόμη και στην καριέρα σας, αφού οι διαβασμένοι και με γνώσεις σε ποικίλα θέματα άνθρωποι, καθώς και εκείνοι που κάνουν εξαίρετη χρήση του λόγου τείνουν να κερδίζουν προαγωγές πολύ πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους. Το διάβασμα βιβλίων είναι έπειτα ζωτικής σημασίας για την εκμάθηση ξένων γλωσσών αφού με την έκθεση σε λέξεις, μπορείτε να αποκτήσετε μεγαλύτερη ευχέρεια στον προφορικό και το γραπτό λόγο στη γλώσσα που σας ενδιαφέρει.
5. Βελτίωση της μνήμης
Όταν διαβάζετε ένα βιβλίο πρέπει να θυμάστε ένα σωρό χαρακτήρες, το υπόβαθρό τους, τις φιλοδοξίες τους, την ιστορία, τις αποχρώσεις της, καθώς επίσης τους διάφορους άξονες και τις δευτερεύουσες πλοκές, που υφαίνουν το δρόμο τους μέσα σε κάθε ιστορία. Οι εγκέφαλοι είναι καταπληκτικοί και μπορούν να θυμούνται τόσα πράγματα σχετικά εύκολα. Εξίσου αξιοθαύμαστο είναι το γεγονός πως κάθε νέα μνήμη σφυρηλατεί νέες συνάψεις (διαδρομές στον εγκέφαλο) και ενδυναμώνει τις ήδη υπάρχουσες, πράγμα που βοηθά στην ανάκληση της βραχυπρόθεσμης μνήμης και επίσης σταθεροποιεί τις ψυχικές διαθέσεις.
6. Ενδυνάμωση κριτικής σκέψης και δεξιοτήτων ανάλυσης
Σας έχει τύχει να διαβάσετε ποτέ μια φοβερή ιστορία μυστηρίου και να λύσετε το μυστήριο πριν ολοκληρώσετε την ιστορία; Αν ναι, τότε χρησιμοποιήσατε την κριτική σας σκέψη και τις αναλυτικές σας δεξιότητες, συνδέσατε όλα τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες και καταλήξατε στη λύση. Αυτές τις δεξιότητες τις χρησιμοποιείτε ακόμη και όταν κάνετε κριτική ή συζητάτε για ένα βιβλίο.
7. Βελτίωση συγκέντρωσης
Όταν διαβάζετε ένα βιβλίο, έχετε όλη σας την προσοχή στραμμένη στην ιστορία – ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει καμιά απολύτως σημασία – και εσείς απορροφάτε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Προσπαθήστε να διαβάζετε 15 – 20 λεπτά πριν από τη δουλειά. Θα εκπλαγείτε με το πόσο συγκεντρωμένοι θα είστε με το που φτάσετε στο γραφείο.
8. Καλύτερες δεξιότητες γραφής
Αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεύρυνση λεξιλογίου. Το στυλ γραφής άλλων συγγραφέων μπορεί ποικιλοτρόπως να επηρεάσει τη δική σας δουλειά.
Υπάρχει ένα αναγνωστικό είδος για κάθε άνθρωπο και είτε σας αρέσει η κλασική λογοτεχνία, η ποίηση, οι βιογραφίες, τα περιοδικά μόδας, τα κείμενα θρησκευτικού ενδιαφέροντος, η νεανική λογοτεχνία ή οι νουβέλες, υπάρχει σίγουρα κάτι εκεί έξω που μπορεί να προσελκύσει την περιέργεια και τη φαντασία σας. Αφήστε στην άκρη για λίγο τον υπολογιστή σας, ανοίξτε ένα βιβλίο και ανανεώστε την ψυχή σας