Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Βιομηχανική κολλεκτιβοποίηση κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης


phoca_thumb_l_kollektivbetrieb8[1]
Αν και ήταν στην ύπαιθρο όπου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη αναρχική κοινωνικοποίηση, η επανάσταση έγινε στις μεγάλες και μικρές πόλεις. Σε αυτή την περίοδο σχεδόν 2 εκατομμύρια από τον συνολικό πληθυσμό των 24 εκατομμυρίων εργαζόταν στη βιομηχανία, 70% των οποίων συγκεντρωνόταν στην περιοχή της Καταλωνίας. Εκεί μέσα σε ώρες από τη φασιστική επίθεση οι εργάτες κατέλαβαν υπό τον έλεγχο τους 3000 επιχειρήσεις. Αυτό συμπεριλάμβανε όλες τις υπηρεσίες δημοσίων μεταφορών, ναυσιπλοΐα, ηλεκτρικές και εταιρείες ενέργειας, εργασίες αερίου και νερού, εργοστάσια μηχανών και αυτοκινήτων, ανθρακωρυχεία, τσιμεντοβιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργίες και βιομηχανίες χαρτιού, ηλεκτρικών και χημικών προϊόντων, εργοστάσια υαλοποιίας και αρωματοποιίας, τροφίμων και μπυραρίες.
Σε αυτές τις βιομηχανικές περιοχές έγιναν κάποιες από τις πρώτες κολλεκτιβοποιήσεις. Παραμονή του στρατιωτικού πραξικοπήματος κηρύχτηκε από την CNT γενική απεργία. Όμως μόλις τελείωσε η πρώτη περίοδος της σύγκρουσης ήταν καθαρό ότι το επόμενο ζωτικό βήμα ήταν η συνέχιση της παραγωγής. Πολλοί από τους αστούς που συμπαθούσαν τον Φράνκο μετά την ήττα των στρατιωτικών δυνάμεων το σκάσανε. Αμέσως τα εργοστάσια και τα εργαστήρια τους καταλήφθηκαν και λειτούργησαν από τους εργαζόμενους. Κάποιες άλλες μερίδες των αστών ήταν απρόθυμες να κρατήσουν τα εργοστάσια ανοιχτά και κλείνοντας τα προσπάθησαν να συνεισφέρουν έμμεσα στο στόχο του Φράνκο. Κλείνοντας τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια, που θα μπορούσε να βοηθήσει τον εχθρό. “Οι εργάτες το κατάλαβαν ενστικτωδώς, και ίδρυσαν σχεδόν σε όλα τα εργαστήρια, επιτροπές ελέγχου, που είχαν ως σκοπό να επιτηρούν την πρόοδο της παραγωγής, και να ελέγχουν την οικονομική θέση του ιδιοκτήτη κάθε εγκατάστασης. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος πέρασε γρήγορα από την επιτροπή ελέγχου, σε μία επιτροπή διαχείρισης, όπου ο εργοδότης συμμετείχε και αμοιβόταν με τον ίδιο μισθό. Με αυτόν τον τρόπο ένας αριθμός εργοστασίων και εργαστηρίων στην Καταλωνία πέρασε στα χέρια των εργατών, που συμμετείχαν σε αυτά.” [1]
Επίσης ήταν μεγάλης σημασίας να δημιουργηθεί χωρίς καθυστέρηση, η πολεμική βιομηχανία με σκοπό να τροφοδοτεί το μέτωπο και να ξανακινήσει το σύστημα μεταφορών προκειμένου πολιτοφύλακες και εφόδια να φτάνουν στο μέτωπο. Επομένως οι πρώτες απαλλοτριώσεις βιομηχανιών και δημόσιων υπηρεσιών έγιναν για να εξασφαλίσουν τη νίκη απέναντι στο φασισμό, με τους αναρχικούς αγωνιστές να αποκτούν πλεονέκτημα της κατάστασης, για να την σπρώξουν άμεσα προς τους σκοπούς της επανάστασης.
Ο ρόλος της CNT
Η κοινωνική επανάσταση μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή στο πλαίσιο της σχετικά μεγάλης ιστορίας της οργάνωσης και της κοινωνικής πάλης των εργατών στην Ισπανία. Η CNT που ήταν η κύρια δύναμη των κολλεκτιβοποιήσεων, υπήρχε από το 1910 και το 1936 μετρούσε 1.5 εκατομμύρια μέλη. Το αναρχικο-συνδικαλιστικό κίνημα υπήρχε στην Ισπανία από το 1870, και από τη γέννηση του ως τη (μερική) πραγματοποίηση του τελικού ιδανικού του κατά τη διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης, είχε μία ιστορία αδιάκοπης συμμετοχής στην έντονη κοινωνική πάλη – “μερικές και γενικές απεργίες, σαμποτάζ, δημόσιες διαμαρτυρίες, συσκέψεις, πάλη ενάντια στους απεργοσπάστες…, φυλακίσεις, μετατοπίσεις, δίκες, εξεγέρσεις, λοκ αουτς, μερικές ένοπλες ενέργειες (attentat)” [2].
Το 1936 οι αναρχικές ιδέες ήταν διάχυτες. Η κυκλοφορία αναρχικών εκδόσεων σε αυτή την εποχή δίνει μία ιδέα: υπήρχαν δύο αναρχικές καθημερινές εφημερίδες, μία στη Βαρκελώνη και μία στη Μαδρίτη, και οι δύο όργανα της CNT με κυκλοφορία μεταξύ 30 έως και 50 χιλιάδες φύλλα. Υπήρχαν περίπου 10 περιοδικά, πρόσθετα στις διάφορες αναρχικές επιθεωρήσεις με κυκλοφορίες πάνω από 70.000 κομμάτια. Σε όλα τα αναρχικά κείμενα, μπροσούρες και βιβλία, καθώς και σε κάθε σύσκεψη σωματείου ή ομάδας, συζητιόταν διαρκώς και συστηματικά το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης. Επομένως η ριζοσπαστική φύση της ισπανικής εργατικής τάξης, πολιτικοποιημένης μέσω της πάλης και της αναμέτρησης, καθώς και η επιρροή των αναρχικών ιδεών σήμαινε ότι σε μία επαναστατική κατάσταση οι αναρχικοί μπορούσαν να έχουν μαζική λαϊκή υποστήριξη.
Στον πυρήνα της CNT υπήρχε μία μεγάλη δημοκρατική παράδοση. Οι αποφάσεις σε όλα τα τοπικά και άμεσα θέματα όπως οι μισθοί και οι συνθήκες ήταν στα χέρια των τοπικών μελών που συναντιόταν τακτικά στη γενική συνέλευση. Η αμοιβαία βοήθεια και η αλληλεγγύη ανάμεσα στους εργάτες ενθαρρυνόταν και τοποθετούνταν ως ο κύριος δρόμος για νικηφόρες απεργίες. Η CNT οργάνωνε όλους τους εργαζόμενους άσχετα με την ειδικότητα. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι ενθαρρυνόταν να διαμορφώσουν ένα γενικό σωματείο από τους τομείς σε κάθε συγκεκριμένη βιομηχανία, παρά χωριστά σωματεία για κάθε διαφορετική δουλειά. Τόσο η δημοκρατική παράδοση όσο και η βιομηχανική φύση της οργάνωσης των σωματείων επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις επαναστατικές κολλεκτίβες, που γενικά βγήκαν μέσα και σχηματίστηκαν από τα βιομηχανικά σωματεία που ήδη υπήρχαν.
Μία επίσης σημαντική πλευρά της CNT που μετρούσε στη δύναμη της επανάστασης ήταν η χρήση της άμεσης δράσης. “Η CNT πάντα υπερασπιζόταν “την άμεση δράση των εργαζόμενων” ως μέσο επίλυσης των διαφορών. Η πολιτική αυτή ενθάρρυνε την αυτο-εκτίμηση και την αυτοπεποίθηση στα σωματεία και τα μέλη τους – υπήρχε μία επικρατούσα κουλτούρα του “εάν θέλουμε κάτι να επιλυθεί πρέπει να το κάνουμε μόνοι μας” [3] Τελικά η ομοσπονδιακή δομή της CNT που βασίστηκε στην τοπική αυτονομία και που δημιούργησε μία σταθερή αλλά επίσης υψηλά αποκεντρωτική μορφή, ενθάρρυνε την αυτοεκτίμηση και την πρωτοβουλία, απαραίτητες ιδιότητες που συνεισέφεραν τα μέγιστα στην επιτυχία της επανάστασης.
Ο Gaston Leval φωτίζει τη σημασία που είχε η κουλτούρας της άμεσης δημοκρατίας και η αυτοεκτίμηση μέσα στην επαναστατική κατάσταση, όταν συγκρίνει το ρόλο της CNT και αυτό της UGT στην κοινωνικοποίηση των σιδηρόδρομων. Περιγράφοντας τον υψηλά οργανωμένο, αποδοτικό και υπεύθυνο τρόπο με τον οποίο η βιομηχανία των σιδηροδρόμων μπήκε μέσα σε λίγες μέρες ξανά σε τροχιά κάτω από τον επαναστατικό έλεγχο γράφει: “Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με τη μοναδική πρωτοβουλία του Συνδικάτου και των αγωνιστών της CNT. Οι άλλοι της UGT στους οποίους κυριαρχούσε ως στοιχείο το προσωπικό των διευθύνσεων είχαν παραμείνει παθητικοί, συνήθως μεταφέραν εντολές από πάνω, και περίμεναν. Όταν δεν ερχόταν ούτε εντολές ούτε αντιεντολές, και οι σύντροφοι μας προηγούνταν, αυτοί απλά ακολουθούσαν το ισχυρό ρεύμα που μετέφεραν μαζί τους.” [4]
Η ιστορία της πάλης και της οργάνωσης και η αναρχοσυνδικαλιστική φύση των σωματείων έδωσε στους αγωνιστές της CNT την αναγκαία εμπειρία της αυτοοργάνωσης και της πρωτοβουλίας, που όταν έφτασε ο καιρός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί φυσικά και αποτελεσματικά στην αναδιοργάνωση της κοινωνίας με βάση τις αναρχικές γραμμές. “Είναι ξεκάθαρο, η κοινωνική επανάσταση που έλαβε χώρα τότε, δεν προήλθε από την απόφαση των ηγετικών οργανισμών της CNT… ξέσπασε αυθόρμητα, φυσικά, όχι… γιατί “ο λαός” γενικά έγινε ξαφνικά ικανός να κάνει θαύματα, χάρη στην επαναστατική θεώρηση που ξαφνικά τον ενέπνευσε, αλλά γιατί, και αξίζει να το επαναλαμβάνουμε, ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους υπήρχε μία μεγάλη μειονότητα, που ήταν δραστήρια, δυνατή, οδηγούμενη από το ιδανικό που συνέχιζε μέσα από την πάλη που ξεκίνησε από την εποχή του Μπακούνιν και της Πρώτης Διεθνούς” [5]
Η αναρχική δημοκρατία σε δράση μέσα στις κολλεκτίβες.
Οι κολλεκτίβες βασιζόταν στη εργατική αυτοδιαχείριση των εργασιακών χώρων. Ο Augustin Souchy γράφει: “Οι κολλεκτίβες που οργανώθηκαν κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιο ήταν οικονομικές ενώσεις των εργατών χωρίς ατομική ιδιοκτησία. Το γεγονός ότι τα κολλεκτιβίστικα εργοστάσια διαχειρίζονταν από αυτούς που τα δούλευαν δεν σήμαινε ότι αυτές οι εγκαταστάσεις έγιναν ατομική τους ιδιοκτησία. Η κολλεκτίβα δεν είχε κανένα δικαίωμα να πουλήσει ή να νοικιάσει οποιοδήποτε μέρος του κολλεκτιβοποιημένου εργοστασίου ή εργαστηρίου. Ο νόμιμος φύλακας ήταν η CNT η Εθνική Συνομοσπονδία των Εργατικών Ενώσεων. Αλλά ούτε η CNT είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι την ευχαριστούσε. Κάθε τι έπρεπε να αποφασίζεται και να επικυρώνεται από τους εργαζόμενους μέσω συνεδρίων και συσκέψεων.” [6]
Ακολουθώντας τη δημοκρατική παράδοση της CNT οι βιομηχανικές κολλεκτίβες είχαν μία από τα κάτω προς τα πάνω οργανωτική δομή εκπροσώπησης. Η βασική μονάδα λήψης αποφάσεων ήταν η συνέλευση των εργατών, που με τη σειρά της εξέλεγε τους εκπροσώπους για τη διαχείριση των επιτροπών που θα επιτηρούσαν την καθημερινή δραστηριότητα του εργοστασίου. Αυτές οι εκλεγμένες επιτροπές διαχείρισης εξουσιοδοτούνταν με το να φέρουν σε πέρας τις εντολές που αποφασιζόταν από τις συνελεύσεις και όφειλε να αναφέρεται πίσω και να λογοδοτεί στη συνέλευση των εργαζόμενων. Οι επιτροπές διαχείρισης επίσης επικοινωνούσαν τις παρατηρήσεις τους στην κεντρική επιτροπή διαχείρισης.
Γενικά, κάθε βιομηχανία είχε μία κεντρική επιτροπή διαχείρισης που απαρτιζόταν από εκπροσώπους από κάθε κλάδο εργασίας και εργαζόμενους αυτής της βιομηχανίας. Για παράδειγμα, στην κλωστοϋφαντουργία στην Alcoy υπήρχαν 5 γενικοί κλάδοι εργασίας: ύφανση, παραγωγή νήματος, πλέξιμο, εμπορία πλεκτών και λανάρισμα. Οι εργαζόμενοι σε κάθε μία από αυτές τις ειδικευμένες περιοχές εξέλεγαν έναν εκπρόσωπο να τους εκπροσωπεί στην ευρύτερη βιομηχανική επιτροπή διαχείρισης. Ο ρόλος αυτής της επιτροπής, που είχε επίσης και μερικούς ειδικούς- τεχνικούς, συμπεριλάμβανε την καθοδήγηση της παραγωγής σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρναν από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών, να συντάσσουν αναφορές και στατιστικές για την πρόοδο της εργασίας και να ασχολούνται με θέματα που αφορούν τα οικονομικά και τον συντονισμό. Με τα λόγια του Gustav Leval “Η γενική οργάνωση βρισκόταν για αυτό από τη μία πλευρά στην εργασία και από την άλλη στη συνθετική βιομηχανική δομή” [7]
Σε όλα τα στάδια, η γενική συνέλευση των εργαζόμενων του Συνδικάτου ήταν το τελικό σώμα λήψης των αποφάσεων. “όλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών,…[που] τις παρακολουθούσαν ευρύτερα και γινόταν τακτικά.. εάν ένας διαχειριστής έκανε κάτι που η γενική συνέλευση δεν τον εξουσιοδότησε, εκθρονιζόταν στην επόμενη συνάντηση” [8] Οι αναφορές από τις διάφορες επιτροπές εξεταζόταν και συζητιόταν στις γενικές συνελεύσεις και τελικά εισαγόταν εάν η πλειοψηφία τις ενέκρινε για χρήση. “Δεν αντιμετωπίζαμε έτσι μία διευθυντική δικτατορία, αλλά μάλλον μία λειτουργική δημοκρατία, στην οποία οι ειδικευμένες εργασίες έπαιζαν το ρόλο τους, τον οποίο ρυθμίζαμε μετά από γενική εξέταση στη συνέλευση” [9]
Προχωρώντας για την Επανάσταση
Το στάδιο της ευρύτερης κοινωνικοποίησης της βιομηχανίας δεν έγινε μέσα σε μία νύχτα αλλά ήταν μία βαθμιαία και εξελικτική διαδικασία. Ούτε όλες οι βιομηχανικές κολλεκτίβες προχώρησαν με τον ίδιο τρόπο παντού, ο βαθμός κοινωνικοποίησης και η ακριβής μέθοδος ποίκιλλε από χώρο σε χώρο. Όπως ειπώθηκε στην εισαγωγή, ενώ κάποιοι εργασιακοί χώροι καταλήφθηκαν άμεσα από τους εργαζόμενους, σε άλλους πήραν τον έλεγχο φτιάχνοντας πρώτα μία επιτροπή ελέγχου, που στόχευε στο να εξασφαλίσει τη συνέχιση της παραγωγής. Από αυτό το επόμενο φυσικό βήμα ήταν να καταληφθεί ο χώρος ολοκληρωτικά από τους εργαζόμενους.
Αρχικά, όταν η συνέχιση της παραγωγής ήταν το πιο πιεστικό καθήκον, υπήρχε μικρός τυπικός συντονισμός ανάμεσα στα διαφορετικά εργαστήρια και τις βιομηχανίες. Η έλλειψη συντονισμού δημιούργησε πολλά προβλήματα όπως σημειώνει ο Leval: “Οι τοπικές βιομηχανίες πήγαν μέσω βημάτων που υϊοθετήθηκαν σχεδόν καθολικά από την επανάσταση… Στην πρώτη φάση, οι επιτροπές προτείνονταν από τους εργαζόμενους που απασχολούνταν σε αυτές [στις οποίες ήταν οργανωμένες] Η παραγωγή και οι πωλήσεις συνέχιζαν σε κάθε μία. Αλλά σύντομα ήταν καθαρό ότι η κατάσταση αυτή οδηγούσε σε ανταγωνισμό ανάμεσα στα εργοστάσια… δημιουργώντας αντιζηλίες που ήταν ασυμβίβαστες με την σοσιαλιστική και ελευθεριακή προοπτική. Έτσι η CNT λάνσαρε το σύνθημα: “όλες οι βιομηχανίες πρέπει να διακλαδίζονται με τα Συνδικάτα, απόλυτα κοινωνικοποιημένες, και το καθεστώς της αλληλεγγύης που έχουμε υπερασπίσει πρέπει να θεμελιωθεί μία και για πάντα.” [10]
Η ανάγκη να διορθωθεί αυτή η κατάσταση – που ενώ οι εργαζόμενοι είχαν πάρει τον έλεγχο των εργασιακών χώρων συχνά λειτουργούσαν ανεξάρτητα και ανταγωνιστικά μεταξύ τους – και η ολοκλήρωση της διαδικασίας κοινωνικοποίησης για να αποφύγουμε τους κινδύνους των μερικά μόνο κολλεκτιβοποιήσεων ήταν ένα καθήκον που πολλοί εργάτες έντονα συνειδητοποιούσαν. Ένα μανιφέστο του Συνδικάτου της βιομηχανίας ξύλου που τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 36 τονίζει την απουσία συντονισμού και αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργάτες των διαφορετικών βιομηχανιών και εργοστασίων θα οδηγούσε σε μία κατάσταση όπου οι εργάτες στις πιο ευνοημένες και επιτυχημένες βιομηχανίες θα γινόταν οι νέοι προνομιούχοι, αφήνοντας πίσω εκείνους χωρίς πρώτες ύλες στις δυσκολίες τους, και αυτό με τη σειρά του θα οδηγούσε στη δημιουργία δύο τάξεων: “των νέων πλούσιων και των πάντα φτωχών-φτωχών” [11]
Μπροστά σε αυτή την επίδραση έγιναν μεγάλες προσπάθειες από τις κολλεκτίβες να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τα κέρδη αλλά και να μοιράζονται τις υπεραξίες κατά μήκος όλων των βιομηχανιών. Έτσι το παράδειγμα των τραμ της Βαρκελώνης, που ήταν ιδιαίτερα επιτυχές, συνεισέφερε οικονομικά στην ανάπτυξη των άλλων συστημάτων μεταφοράς στη Βαρκελώνη και τις βοήθησε με τις προσωρινές τους δυσκολίες. Υπήρχαν επίσης πολλές περιπτώσεις αλληλεγγύης κατά μήκος όλων των βιομηχανιών. Στην Alcoy, για παράδειγμα, όταν το Συνδικάτο τυπογραφίας, χάρτου και χαρτονιού είχε δυσκολίες τα υπόλοιπα 16 συνδικάτα που σχημάτιζαν την τοπική ομοσπονδία της Alcoy έδωσαν οικονομική βοήθεια, που κατέστησε ικανό το Συνδικάτο τυπογραφίας να επιβιώσει.
Ωστόσο το να φέρουν την αναρχική κοινωνία ένα βήμα κοντύτερα ήταν επίσης θέμα αποδοτικής βιομηχανικής οργάνωσης. Στο μανιφέστο που τυπώθηκε από το Συνδικάτο της βιομηχανίας ξύλου δηλωνόταν: “Το συνδικάτο ξύλου έχει θελήσει να προηγηθεί όχι μόνο κατά το δρόμο της επανάστασης, αλλά επίσης να προσανατολίσει την επανάσταση στα συμφέροντα της οικονομίας μας, της λαϊκής οικονομίας” [12] Τον Δεκέμβρη του 36 έγινε μία γενική συνέλευση των συνδικάτων, όπου αναλύθηκε η ανάγκη να αναδιοργανωθεί ολοκληρωτικά το μη αποδοτικό καπιταλιστικό βιομηχανικό σύστημα και να πιεστεί προς την ολική κοινωνικοποίηση. Η αναφορά της συνέλευσης δήλωνε: «το βασικό ελάττωμα των μικρών βιοτεχνικών καταστημάτων είναι η τμηματοποίηση και η απουσία τεχνικής και εμπορικής προετοιμασίας. Αυτό αποτρέπει τον εκσυγχρονισμό και την σταθεροποίηση σε καλύτερες και αποδοτικότερες μονάδες παραγωγής, με καλύτερες λειτουργίες και συντονισμό… Για εμάς, η κοινωνικοποίηση πρέπει να διορθώσει αυτά τα ελαττώματα και τα συστήματα οργάνωσης σε κάθε βιομηχανία… Για την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας, πρέπει να σταθεροποιήσουμε τις διαφορετικές μονάδες κάθε κλάδου της βιομηχανίας σύμφωνα με το γενικό και οργανικό πλάνο που θα αποφύγει τον ανταγωνισμό και άλλες δυσκολίες που παρακωλύουν την καλή και αποδοτική οργάνωση της παραγωγής και της κατανομής…»[13]
Η προσπάθεια που έγινε για να τελειώσουν με τα μικρά, ανθυγιεινά και ακριβά εργαστήρια και εργοστάσια ήταν σημαντικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας της βιομηχανικής κολλεκτιβοποίησης. Όπως και με την περίπτωση της καλλιέργειας της γης, ήταν αισθητό ότι με τη λειτουργία των εργαστηρίων και των εργοστασίων “η διάχυση των δυνάμεων αντιπροσώπευε μία τεράστια απώλεια ενέργειας, μία ανορθολογική χρήση ανθρώπινης εργασίας, μηχανών και πρώτων υλών, έναν άχρηστο διπλασιασμό των προσπαθειών” [14] Για παράδειγμα, στην πόλη του Granollers “Όλα τα είδη των πρωτοβουλιών που έτειναν να βελτιώσουν τη λειτουργία και τη δομή της τοπικής οικονομίας θα μπορούσαν να αποδοθούν στο …[συνδικάτο]. Επομένως σε ένα σύντομο διάστημα, εφτά κολλεκτιβοποιημένα κομμωτήρια στήθηκαν μέσω των προσπαθειών τους, αντικαθιστώντας έναν άγνωστο αριθμό παλιών εγκαταστάσεων. Όλα τα εργαστήρια και τα μικρά εργοστάσια στην παραγωγή παπουτσιών αντικαταστάθηκαν από μία μεγάλη βιομηχανία στην οποία χρησιμοποιούνταν μόνο οι καλύτερες μηχανές, και όπου έγιναν οι αναγκαίες υγειονομικές προβλέψεις για τους εργάτες. Παρόμοιες βελτιώσεις έγιναν στη μηχανική βιομηχανία όπου ένας μεγάλος αριθμός μικρών, σκοτεινών και πνιγερών χυτηρίων αντικαταστάθηκαν από μερικές μεγάλες μονάδες εργασίας στις οποίες ο αέρας και ο ήλιος περνούσαν ελεύθερα… η κοινωνικοποίηση πήγαινε χέρι-χέρι με τον εξορθολογισμό” [15]
barcelonapublictransitposterΗ δημιουργική οδήγηση απελευθερώνεται
Τα τραμ της Βαρκελώνης
Όπως και στην περίπτωση με τις κολλεκτίβες της υπαίθρου, η αυτοδιαχείριση των εργαζόμενων στις πόλεις συνοδεύτηκε με αξιοσημείωτες βελτιώσεις στις εργασιακές συνθήκες, στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα επιτεύγματα των τραμ της Βαρκελώνης. Μόλις πέντε μέρες μετά τη λήξη των συγκρούσεων, οι γραμμές των τραμ είχαν καθαριστεί και επιδιορθωθεί και εφτακόσια τραμ, δηλαδή εκατό παραπάνω από τα συνήθη εξακόσια, εμφανίστηκαν στο δρόμο, όλα βαμμένα διαγώνια με τα κοκκινόμαυρα χρώματα των CNT-FAI. Η τεχνική οργάνωση των τραμ και η κυκλοφοριακή λειτουργία βελτιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, νέα συστήματα ασφάλειας και σηματοδότησης εισήχθησαν και οι γραμμές του τραμ ενισχύθηκαν. Ένα από τα πρώτα μέτρα της κολλεκτιβοποίησης των τραμ ήταν η απόλυση των υψηλόμισθων στελεχών της εταιρείας, γεγονός που επέτρεψε στην κολλεκτίβα να μειώσει τα εισιτήρια των επιβατών. Οι μισθοί πλησίασαν τη βασική ισοτιμία με τους ειδικευμένους εργαζόμενους, που κέρδιζαν μία πεσέτα επιπλέον από τους ανειδίκευτους. Οι εργασιακές συνθήκες βελτιώθηκαν πάρα πολύ, με τους εργαζόμενους να εφοδιάζονται με καλύτερες ανέσεις, και μερικές νέες δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες οργανώθηκαν που δεν εξυπηρετούσαν μόνο τους εργαζόμενους των τραμ αλλά και τις οικογένειες τους.
Η κοινωνικοποίηση της Ιατρικής
Η κοινωνικοποίηση της ιατρικής ήταν ένα ακόμα διακεκριμένο επίτευγμα της επανάστασης. Μετά τη 19η Ιουλίου το θρησκευόμενο προσωπικό που είχε διευθύνει τις υπηρεσίες υγιεινής εξαφανίστηκε μέσα σε μία νύχτα από τα νοσοκομεία, τα φαρμακεία και άλλους φιλανθρωπικούς θεσμούς, κάνοντας αναγκαία την άμεση βελτίωση νέων μεθόδων οργάνωσης. Μπροστά σε αυτή την επίδραση δημιουργήθηκε το Συνδικάτο των Υγειονομικών Υπηρεσιών στη Βαρκελώνη το Σεπτέμβριο του 1936. Μέσα σε μερικούς μήνες είχε 7000 ειδικευμένα ιατρικά επαγγελματικά μέλη, πάνω από 1000 ήταν γιατροί διαφορετικών ειδικοτήτων. Εμπνευσμένο από το μεγάλο κοινωνικό ιδανικό ο σκοπός του Συνδικάτου ήταν να αναδιοργανώσει ουσιαστικά ολόκληρη την πρακτική της ιατρικής και των υπηρεσιών δημόσιας υγείας. Το Συνδικάτο ήταν μέρος της Εθνικής Ομοσπονδίας για τη Δημόσια Υγεία, ένα τμήμα της CNT που το 1937 είχε 40.000 μέλη.
Η περιοχή της Καταλωνίας χωρίστηκε σε 35 κέντρα μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας, εξαρτώμενων από την πυκνότητα του πληθυσμού, με ένα τέτοιο τρόπο που κανένα χωριό ή χωριουδάκι να μην είναι χωρίς υγειονομική προστασία ή ιατρική φροντίδα. Σε ένα χρόνο, στη Βαρκελώνη μόνο, έξι νέα νοσοκομεία δημιουργήθηκαν, συμπεριλαμβάνοντας δύο στρατιωτικά για τις πολεμικές απώλειες. Εννέα νέα σανατόρια εγκαταστάθηκαν σε απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες σε διαφορετικά μέρη της Καταλωνίας. Ενώ πριν την επανάσταση οι γιατροί συγκεντρωνόταν σε πλούσιες περιοχές, τώρα στέλνονταν όπου ήταν περισσότερο απαραίτητοι.
Εργοστάσια και εργαστήρια
Στα εργοστάσια επίσης έγιναν μεγάλες καινοτομίες. Πολλοί εργασιακοί χώροι, με τον έλεγχο των εργαζόμενων, μετατράπηκαν σε παραγωγή πολεμικού υλικού για τα αντιφασιστικά στρατεύματα. Αυτή ήταν η περίπτωση της μεταλλοβιομηχανίας στην Καταλωνία που ανοικοδομήθηκε ολοκληρωτικά. Μόνο μερικές μέρες μετά τη 19η Ιουλίου, για παράδειγμα, η αυτοκινοτοβιομηχανία Hispano-Suiza μετατράπηκε σε εργοστάσιο για θωρακισμένα αυτοκίνητα, ασθενοφόρα, όπλα, και πυρομαχικά για το πολεμικό μέτωπο. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η οπτική βιομηχανία η οποία δεν υπήρχε πριν τη βιομηχανία. Τα μικρά διασκορπισμένα εργαστήρια που υπήρχαν πριν μετατράπηκαν εθελοντικά σε μία κολλεκτίβα που κατασκεύασε ένα νέο εργοστάσιο. “Σε μικρό χρόνο το εργοστάσιο παρήγαγε γυαλιά για την όπερα, κυάλια, τηλέμετρα, όργανα έρευνας, βιομηχανικό γυαλί σε διαφορετικά χρώματα, και ειδικά επιστημονικά όργανα. Επίσης κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε οπτικό εξοπλισμό για το μέτωπο… ότι είχαν αποτύχει οι καπιταλιστές να κάνουν, κατορθώθηκε από τη δημιουργική ικανότητα των μελών του Σωματείου των Οπτικών εργαζόμενων της CNT” [16]
Ένα καλό παράδειγμα του επιπέδου μερικών βιομηχανικών κολλεκτίβων είναι η κλωστοϋφαντουργία, που λειτουργούσε αποδοτικά και απασχολούσε “σχεδόν το ένα τέταρτο ενός εκατομμυρίου κλωστοϋφαντουργών σε εργοστάσια διασκορπισμένα σε έναν αριθμό πόλεων… Η κολλεκτιβοποίηση της κλωστοϋφαντουργίας θρυμμάτισε μια και για πάντα το μύθο ότι οι εργάτες ήταν ανίκανοι να διαχειριστούν μία μεγάλη και πολύπλοκη εταιρεία.” [17]
Ένα από τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση μίας αναρχικής κοινωνίας είναι η ισοστάθμιση των μισθών. Αυτό είναι αναγκαίο για να μπει ένα τέλος με τις διαιρέσεις ανάμεσα στην εργατική τάξη, διαιρέσεις που υπηρετούν μόνο στην αποδυνάμωση της τάξης ως σύνολο. Στις βιομηχανικές κολλεκτίβες αυτό δεν συνέβαινε αμέσως και υπήρχαν αρκετές φορές σχετικά μικρές διαφορές στους μισθούς ανάμεσα στους τεχνικούς και τους ειδικευμένους εργάτες. Οι μισθοί αποφασίζονταν από τους ίδιους τους εργάτες στις γενικές συνελεύσεις των Συνδικάτων. Συχνά οι διαφορές στους μισθούς ανάμεσα στους εργάτες με τεχνική ευθύνη και αυτούς χωρίς, αποφασιζόταν από την πλειοψηφία των εργατών ως ένα προσωρινό μέτρο για να αποφύγουν σε αυτό το στάδιο της επανάστασης τις προκλητικές διαμάχες, και να εξασφαλίσουν με κάθε κόστος την ομαλή λειτουργία της παραγωγής. Οι υψηλόμισθοι διευθυντές ωστόσο απολύθηκαν, και στα πρώην αφεντικά δόθηκε η επιλογή ή να φύγουν ή να δουλέψουν ως κανονικοί εργάτες, το οποίο συχνά αποδεχόταν.
Οι βιομηχανίες, με το ατομικό κέρδος ως παράγοντα υποκίνησης στην οργάνωση της βιομηχανίας να έχει χαθεί, μπορούσαν να αναδιοργανωθούν με πιο αποδοτικό και ορθολογικό τρόπο. Για παράδειγμα υπήρχαν πολλοί σταθμοί ηλεκτρικών γεννητριών διασκορπισμένων σε ολόκληρη την Καταλωνία που παρήγαγαν μικρά και ασήμαντα αποτελέσματα και οι οποίοι, αν και προσαρμοζόταν στα ιδιωτικά συμφέροντα, δεν ήταν στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Το σύστημα ηλεκτροδότησης αναδιοργανώθηκε πλήρως με μερικούς από τους μη αποδοτικούς σταθμούς να κλείνουν. Αυτό σήμαινε τελικά ότι η εξοικονόμηση εργασίας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για βελτιώσεις όπως η κατασκευή ενός φράγματος κοντά στο Flix από 700 εργάτες, που προέκυψαν από την αξιοσημείωτη αύξηση της προσφερόμενης ενέργειας.
Συμμετοχή των γυναικών στις κολλεκτίβεςMujeres-Libres-CNT-Mujeres-Vuestra-familia-la-constituyer-todos-los-luchadores-de-la-Libertad
Μία από τις κύριες αλλαγές κατά τη διάρκεια της επανάστασης ήταν η μεγάλη εισαγωγή γυναικών στην εργασία. Η CNT άρχισε να ωθεί σοβαρά τη συνδικαλιστικοποίηση των γυναικών εργατριών. Στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, καταργήθηκε η δουλειά με το κομμάτι για τις γυναίκες και η εργασία στο σπίτι ενσωματώθηκε στα εργοστάσια, κάτι που γενικά σήμαινε βελτίωση των μισθών και των ωρών εργασίας. Ωστόσο η ευθύνη της φροντίδας των παιδιών και του σπιτιού είχε μείνει ακόμα στις γυναίκες και πολλές έβρισκαν δύσκολο να εξισορροπήσουν τους πολλαπλούς τους ρόλους. Μερικές φορές η φροντίδα των παιδιών παρεχόταν από τις κολλεκτίβες. Για παράδειγμα, τα σωματεία ξύλου και οικοδομής στη Βαρκελώνη κατασκεύασαν μία περιοχή ψυχαγωγίας με πισίνα, και μετέτρεψαν επίσης μία εκκλησία σε κέντρο καθημερινής φροντίδας και σχολείο για τα παιδιά των εργατών.
Οι Mujeres Libres, η αναρχική οργάνωση των γυναικών, οργανώθηκε σε secciones de trabajo (τομείς εργασίας ) με ευθύνες για συγκεκριμένα σωματεία και βιομηχανίες που συνεργαζόταν με σχετικά συνδικάτα της CNT. Αυτοί οι τομείς εργασίας βοήθησαν να φτιαχτούν κέντρα παιδικής φροντίδας σε εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και να λειτουργήσουν σχολεία και προγράμματα εκπαίδευσης (μαθητείας) για να προετοιμάσουν τις γυναίκες για εργασία σε βιομηχανίες. Τα προγράμματα μαθητείας βοήθησαν στην πρόσβαση στην εργασία των γυναικών που είχαν πριν περιοριστεί από τους άντρες τους. Για παράδειγμα, μία από τις πρώτες γυναίκες που οδήγησαν τραμ στη Βαρκελώνη περιγράφει την εργασία της: “έπαιρναν τους ανθρώπους ως μαθητευόμενους, μηχανικούς και οδηγούς, και μας μάθαιναν τι να κάνουμε. Εάν έβλεπες μόνο τα πρόσωπα των επιβατών [όταν έβλεπαν γυναίκες οδηγούς], σκεφτόμουν τους συντρόφους στη μεταφορά, που ήταν τόσο ευγενικοί και συνεργάσιμοι μαζί μας, κυριολεκτικά τους κλωτσούσαν έξω.” [18]
Ωστόσο δεν είναι αλήθεια να πούμε ότι οι γυναίκες στις βιομηχανικές κολλεκτίβες πέτυχαν ισότητα με τους άνδρες. Οι διαφορές στους μισθούς ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες συνέχισαν να υπάρχουν. Επίσης εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνταν στις εργοστασιακές επιτροπές και σε άλλες εκλέξιμες θέσεις μέσα στις κολλεκτίβες. Η συνέχιση των παραδοσιακών οικιακών ρόλων των γυναικών ήταν χωρία αμφιβολία ένας από τους παράγοντες, που συνεισέφεραν στην αποτροπή της ενεργότερης συμμετοχής των γυναικών στις κολλεκτίβες και εκείνα τα θέματα, καθώς και άλλα που επιδρούσαν στις γυναίκες πιο συγκεκριμένα (όπως η άδεια μητρότητας) δεν είχαν προτεραιότητα. Αν και μεγάλοι αριθμοί γυναικών εισήχθησαν στην εργατική δύναμη κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ισότιμη συμμετοχή στην πληρωμένη εργατική δύναμη δεν επιτεύχθηκε γιατί επίσης η αναρχοσυνδικαλιστική οπτική της κοινωνικής οργάνωσης βασιζόταν στην εργατική δύναμη, και οι άνθρωποι έξω από τις βιομηχανικές κολλεκτίβες αποκλείστηκαν αποτελεσματικά από τις κοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες λήψεις των αποφάσεων.
Δυσκολίες και Αδυναμίες
Περιορισμοί
Η επανάσταση στην ύπαιθρο ήταν πιο προχωρημένη από τις κολλεκτιβοποιήσεις που έλαβαν χώρα στις βιομηχανικές περιοχές. Πολλές από τις αγροτικές κολλεκτίβες πέτυχαν να φτάσουν το στάδιο του ελευθεριακού κομμουνισμού, λειτουργώντας με την αρχή “από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητα του στον καθένα σύμφωνα με την ανάγκη του” Τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή κοινωνικοποιήθηκαν. “Σε αυτές δε συναντούσες διαφορετικά υλικά στάνταρντ της ζωής ή ανταμοιβές, ούτε συγκρουόμενα συμφέροντα περισσότερο ή λιγότερο χωρισμένων ομάδων” [19] Αυτό δε συνέβαινε με την περίπτωση της κολλεκτιβοποίησης στους χώρους εργασίας μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, στους εργάτες που λειτουργούσαν εργοστάσια, και πωλούσαν αγαθά και μοιραζόταν τα κέρδη. Αυτό οδήγησε τον Gastov Leval να περιγράψει τις βιομηχανικές κολλεκτίβες ως ένα είδος “εργαζόμενων νεο-καπιταλιστών, μία αυτοδιαχείριση που πατούσε στις δύο βάρκες καπιταλισμού και σοσιαλισμού, που υποστηρίζουμε ότι δεν θα είχε συμβεί εάν η επανάσταση δεν ήταν ικανή να επεκταθεί εξ ολοκλήρου κάτω από την καθοδήγηση των Συνδικάτων” [20]
Τι έγινε…?
Η επανάσταση ωστόσο, ήταν ανίκανη να επεκταθεί λόγω του γεγονότος ότι ενώ η βάση είχε τον έλεγχο των εργοστασίων και επεδίωκε την εργασία της κοινωνικοποίησης, υπήρχε η αποτυχία να σταθεροποιήσει εκείνα τα οφέλη πολιτικά. Αντί την κατάργηση του κράτους στο ξέσπασμα της επανάστασης, όταν χάθηκε η αξιοπιστία του και υπήρχε μόνο στο όνομα, του επιτρέψαν να συνεχίσει να υπάρχει, με την ταξική συνεργασία της ηγεσίας της CNT (στο όνομα της αντιφασιστικής ενότητας) δανείζοντας του νομιμοποίηση. Επομένως υπήρχε μία περίοδο δυαδικής εξουσίας, όπου οι εργαζόμενοι είχαν το μεγάλο στοιχείο ελέγχου στις βιομηχανίες και τους δρόμους αλλά όπου το κράτος ήταν αργά ικανό να ανοικοδομήσει την βάση της εξουσίας μέχρι να μπορέσει να κινηθεί ενάντια στην επανάσταση και να πάρει την εξουσία πίσω. Τα οικονομικά ελαττώματα της επανάστασης: το γεγονός ότι το οικονομικό σύστημα δεν είχε κοινωνικοποιηθεί, ότι η κολλεκτιβοποίηση δεν είχε ενοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο, ότι οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν προχώρησαν παραπέρα, στην καλύτερη, ο συντονισμός στο επίπεδο της βιομηχανίας, συνδεόταν ανεξήγητα με αυτό το κύριο πολιτικό λάθος και την προδοσία των αναρχικών αρχών.
Προκειμένου να επιτευχθεί ο ελευθεριακός κομμουνισμός με την παραγωγή να βασίζεται στην ανάγκη και την κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής καθώς και αυτό που παράγεται ήταν αναγκαίο να αντικαταστήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα με μία εναλλακτική κοινωνικοποιημένη οικονομία βασισμένη στην ομοσπονδιακή ενότητα όλης της εργατικής δύναμης, όπως και ένας τρόπος να παίρνονται συλλογικές αποφάσεις για ολόκληρη την οικονομία. Αυτό απαιτούσε την εγκατάσταση εργατικών συνεδρίων και μία ομοσπονδιακή δομή συντονισμού που θα μπορούσε να ενοποιήσει τις κολλεκτίβες όλης της χώρας και θα επέτρεπε τον αποδοτικό συντονισμό και σχεδιασμό της οικονομίας ως όλου. Αυτό το νέο σύστημα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης πρέπει να αντικαταστήσει την κυβέρνηση και την καπιταλιστική οικονομίας της αγοράς. Όπως έλεγε ο Κροπότκιν “μία νέα μορφή οικονομικής οργάνωσης αναγκαστικά απαιτεί μία νέα μορφή πολιτικής δομής” [21] Ωστόσο, όσο η καπιταλιστική πολιτική δομή – η κρατική εξουσία – παρέμενε, η νέα οικονομική οργάνωση δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και ο ολικός συντονισμός της οικονομίας παρέμεινε στάσιμος.
Η αντεπανάσταση
Οι βιομηχανικές κολλεκτίβες παρεμποδίστηκαν να προχωρήσουν με τον ίδιο τρόπο όπως οι αγροτικές κολλεκτίβες “ως συνέπεια των αντιφατικών παραγόντων και της αντίθεσης που δημιουργήθηκε από τη συνύπαρξη κοινωνικών ρευμάτων που προερχόταν από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.” [22] Στη βιομηχανική πόλη της Alcoy, για παράδειγμα, όπου τα Συνδικάτα είχαν κερδίσει άμεσα τον έλεγχο όλων των βιομηχανιών χωρίς εξαίρεση, η οργάνωση της παραγωγής ήταν ιδανική. Ωστόσο ο Leval σημειώνει: “το αδύνατο σημείο ήταν, όπως και σε άλλους τόπους, η οργάνωση της διανομής. Χωρίς την αντίθεση των εμπόρων και των πολιτικών κομμάτων, που όλοι τρόμαξαν από τον κίνδυνο της συνολικής κοινωνικοποίησης, που θα ανταγωνιζόταν αυτό “το επίσης επαναστατικό” πρόγραμμα, δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο… Οι σοσιαλιστές, δημοκρατικοί και κομμουνιστές πολιτικοί έψαχναν ενεργά να βρουν τρόπο να αποτρέψουν την επιτυχία μας, αλλά και να αποκαταστήσουν την παλιά τάξη ή έστω να διατηρήσουν ό,τι είχε απομείνει από αυτή.” [23] Οι αντεπαναστατικές δυνάμεις ήταν ικανές να ενώσουν την αντεπίθεση τους στις επαναστατικές αλλαγές που γινόταν στην Ισπανία χρησιμοποιώντας την εξουσία του κράτους για να επιτεθούν στις κολλεκτίβες. Από την αρχή το Κράτος παρέμεινε στον έλεγχο κάποιων πηγών, όπως τα αποθέματα χρυσού της χώρας. Μέσω του ελέγχου των αποθεμάτων χρυσού και τη μονοπώληση της πίστωσης από το Ρεπουμπλικανικό κράτος ήταν ικανό να παίρνει πλευρές της οικονομίας από τον έλεγχο της εργατικής τάξης και επομένως να υπονομεύει την εξέλιξη της επανάστασης.
Προκειμένου να κερδίσει τον έλεγχο πάνω στις κολλεκτίβες, να μειώσει το σκοπό τους και να αντιτεθεί στις κινήσεις της εργατικής τάξης στην κατεύθυνση της οικονομικής ενοποίησης και της συνολικής ρύθμισης της από τα κάτω, το Καταλανικό κράτος θέσπισε το Διάταγμα Κολλεκτιβοποίησης του Οκτωβρίου του 1936. Το διάταγμα που “νομιμοποιούσε” τις κολλεκτίβες, τις απέτρεψε από το να αναπτυχθούν ελεύθερα προς τον ελευθεριακό κομμουνισμό μέσω της υποχρέωσης κάθε εργαστηρίου και κάθε εργοστασίου να πουλάει αυτό που παρήγαγε ανεξάρτητα. Το κράτος προσπάθησε να ελέγξει τις κολλεκτίβες μέσω του διατάγματος δημιουργώντας επιτροπές διαχείρισης που ήταν υπόλογες στο Υπουργείο Οικονομίας. Το διάταγμα επίσης επέτρεπε μόνο στα εργοστάσια πάνω των 100 εργαζόμενων να κολλεκτιβοποιηθούν.
Όπως ειπώθηκε νωρίτερα, οι αγωνιστές της CNT πάλεψαν ενάντια σε αυτό το σύστημα και για μεγαλύτερο συντονισμό ανάμεσα στους εργασιακούς χώρους. Στον τύπο και στις συναντήσεις τους στα σωματεία τους και τις κολλεκτίβες εργαζόταν να πείσουν τους συναδέλφους τους για τους κινδύνους της μερικής κολλεκτιβοποίησης, της αναγκαιότητας να κρατήσουν τον έλεγχο της παραγωγής συνολικά στα δικά τους χέρια και της εξάλειψης της εργατικής γραφειοκρατίας που το διάταγμα “κολλεκτιβοποίησης” προσπαθούσε να δημιουργήσει. Οι προσπάθειες τους ήταν μερικά επιτυχημένες, και η βιομηχανική κολλεκτίβα έτεινε προς μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση. Ωστόσο υπέφεραν τόσο από την αυξανόμενη δυσκολία να εξασφαλίσουν πρώτες ύλες όσο και από τις συνεχόμενες αντεπαναστατικές επιθέσεις. Έγιναν προσπάθειες να σαμποταριστεί η λειτουργία των κολλεκτίβων. Αυτό συμπεριλάμβανε εσκεμμένες διαλύσεις των ανταλλαγών μεταξύ πόλης και υπαίθρου και τη συστηματική άρνηση εργατικού κεφαλαίου και πρώτων υλών σε πολλές κολλεκτίβες, ακόμα και σε πολεμικές βιομηχανίες, μέχρι να συμφωνήσουν να μπουν κάτω από κρατικό έλεγχο.
Το Μάιο του 37, ξέσπασαν οδομαχίες όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα κινήθηκαν ενάντια στις κολλεκτίβες των πόλεων, όπως αυτή της τηλεφωνίας που έλεγχε η CNT στη Βαρκελώνη. Τον Αύγουστο του 1938, όλες οι σχετικές με τον πόλεμο βιομηχανίες τέθηκαν κάτω από τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο.
“Σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι κολλεκτίβες υπονομεύθηκαν, υπήρχαν ουσιαστικές πτώσεις τόσο την παραγωγή όσο και στο ηθικό: ένας παράγοντας που σίγουρα συνεισέφερε στην τελική ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας από τις φρανκικές δυνάμεις το 1939” [24]
Συμπέρασμα
Παρά τους περιορισμούς της βιομηχανικής επανάστασης στην Ισπανία, φάνηκε καθαρά ότι η εργατική τάξη είναι ικανή να λειτουργήσει εργοστάσια, εργαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες χωρίς τα αφεντικά ή τους διευθυντές να τους καθοδηγούν. Αποδείχτηκε ότι οι αναρχικές μέθοδοι οργάνωσης, με αποφάσεις που παίρνονται από τα κάτω προς τα πάνω, μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στη μεγάλης κλίμακας βιομηχανία συμπεριλαμβανόμενου του συντονισμού χιλιάδων εργατών σε πολλές διαφορετικές μικρές και μεγάλες πόλεις. Η επανάσταση επίσης μας δίνει μια ματιά στη δημιουργική και κατασκευαστική δύναμη των απλών ανθρώπων όταν έχουν τον έλεγχο πάνω στις ζωές τους. Η Ισπανική εργατική τάξη όχι μόνο κράτησε την παραγωγή μέσα στον πόλεμο αλλά σε πολλές περιπτώσεις την αύξησε μέσα από τη διαχείριση της. Βελτίωσαν τις εργατικές συνθήκες και δημιούργησαν νέες τεχνικές και διαδικασίες στους εργασιακούς χώρους. Δημιούργησαν από το τίποτα, μία πολεμική βιομηχανία χωρίς την οποία ο πόλεμος ενάντια στον φασισμό δεν θα μπορούσε να γίνει. Η επανάσταση έδειξε επίσης ότι χωρίς τον ανταγωνισμό που θρέφεται από τον καπιταλισμό, η βιομηχανία μπορεί να τρέξει με πολύ πιο ορθολογικό τρόπο. Τελικά φανέρωσε πως η οργανωμένη εργατική τάξη εμπνευσμένη από ένα μεγάλο ιδανικό έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει την κοινωνία.
Σημείωσεις – Αναφορές
(1) Gaston Leval, Collectives in Spain,
http://dwardmac.pitzer.edu/Anarchist_Archives/leval/collectives.html επίσης μπορεί να ανακτηθεί και από το http://libcom.org/library/collectives-spanish-revolution-gaston-leval
(2) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ. 2, σελ 54.
(3) Kevin Doyle, The Revolution in Spain, http://www.struggle.ws/talks/spain_feb99.html
(4) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ 12, σελ 254
(5) ο.π, κεφάλαιο 4,σελ 80.
(6) Flood et al, Augustin Souchy στο.. I.8.3,

http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci83
(7) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ 11, σελ 234.
(8) Robert Alexander στο the Anarchist FAQ, I.8.3,

http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci83
(9) Gaston Leval, Collectives in Spain,
http://dwardmac.pitzer.edu/Anarchist_Archives/leval/collectives.html
(10) Gaston Leval στο the anarchist FAQ, I.8.4
(11) From the Manifesto of the CNT Syndicate of the wood industry, απόσπασμα στο Collectives in
the Spanish Revolution, Gaston Leval, Freedom Press, 1975, κεφ 11, σελ 231.
(12) ο.π, κεφ 11, σελ 230.
(13) Παρατίθεται από Souchy, στο the Anarchist FAQ, section I.8.3,

http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci83
(14) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ 12, σελ 259
(15) ο.π, κεφ 13, σελ 287.
(16) The Anarchist Collectives: Workers’ Self-management in the Spanish Revolution, 1936-
1939, επιμ. Sam Dolgoff, Free Life Editions, 1974, κεφ 7.

http://www.struggle.ws/spain/coll_innov.html
(17) Augustin Souchy, Collectivization in Catalonia, http://www.struggle.ws/spain/coll_catalonia_ dolgoff.html
(18) Pura Perez Arcos στο Martha A. Ackelsberg, Free Women of Spain, anarchism and the struggle for the emancipation of women, Indiana University Press, 1991, κεφ 5, σελ 125.
(19) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ. 11, σελ 227.
(20) ο.π, κεφ 11, σελ 227.
(21) Kropotkin στο the anarchist FAQ, I.8.14,

http://www.geocities.com/CapitolHill/1931/secI8.html#seci814
(22) Gaston Leval, Collectives in the Spanish Revolution, Freedom Press, 1975, κεφ 11, σελ 227
(23) ο.π, κεφ 11, σελ 239.
(24) Lucien Van Der Walt, The Collectives in Revolutionary Spain, http://www.struggle.ws/spain/coll_l.html

του Deirdre Hogan
το κείμενο στα αγγλικά, στο libcom.org
Μετάφραση – επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας
Αναδημοσίευση από autopoiesis.squat.gr

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Το μέλλον είναι πίσω μας Μήτσος Κασόλας


Το νέο μυθιστόρημα του Μήτσου Κασόλα, μόλις κυκλοφόρησε


Mellon

Σχήμα: 14Χ20,5 • Σελίδες: 220 • Τιμή: 12 ευρώ • ISBN 978-960-9797-38-2
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων παρουσιάζουν στο αναγνωστικό κοινό το νέο μυθιστόρημα του Μήτσου Κασόλα: ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΩ ΜΑΣ. Είναι, μετά από επτά χρόνια, το 9ο στη σειρά μυθιστόρημά του και το 20ό βιβλίο του συνολικά.
Ο Μήτσος Κασόλας, παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1964 με προτροπή του Γιάννη Ρίτσου.
Το πρώτο του μυθιστόρημα Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ («Η ιστορία ενός ολόκληρου λαού» για τον Αντρέα Φραγκιά) όπως και το χρονικό του η ΑΛΛΗ ΑΜΕΡΙΚΗ, 1974, πήραν πρώτο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας από Επιτροπές που απαρτίζονταν από τον Ευάγελο Παπανούτσο, Νικηφόρο Βρεττάκο, Αντρέα Φραγκιά Αλέκο Αργυρίου κ.ά.
Τα μυθιστορήματα του Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ και η ΑΓΓΕΛΙΝΑ, έγιναν τηλεοπτικές σειρές από τον σκηνοθέτη Τάσο Ψαρά, με υψηλές τηλεθεάσεις.
Μια επιλογή από το ποιητικό του έργο μεταφράστηκε στα αγγλικά και εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Carnglass Press.
Κάποια από τα κείμενα του επίσης ανάμεσα σε κείμενα του Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Καββαδία, Φραγκιά, Τσίρκα, διδάσκονταν στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.
Το νέο μυθιστόρημα του Μ.Κ. εκτυλίσσεται στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Λονδίνο και κλείνει στη Θεσσαλονίκη, που ο ήρωάς του γνωρίζει και ερωτεύεται τη Ρίτα, ηρωίδα ανάλογη κάπως με την Μαργαρίτα στον Φάουστ. Και όπως γράφει ο ίδιος ο Μ.Κ.: Αν το μυθιστόρημα μου σας θυμίσει κάπως τον Φάουστ, δεν πειράζει. Άλλος ο Φάουστ του Γκαίτε, άλλος ο δικός του Διάβολος, άλλη η δικιά του η Μαργαρίτα και άλλοι οι ήρωες στο δικό μου βιβλίο.
Όταν ο συγγραφέας Ντίνος Υφαντής, με το ψευδώνυμο Άγης Ιεροφάντης, έδωσε σ’ έναν εκδοτικό οίκο μια περίληψη του μυθιστορήματός του, δεν φαντάστηκε πως θα έμπαινε σε περιπέτειες με απρόσμενες καταστάσεις: πραγματικές, φα­νταστικές, διανοητικές, ερωτικές. Και ότι θα βρισκόταν μπροστά σε πιέσεις: όχι για να γράψει το βιβλίο του, αλλά για να μην το γράψει και στη θέση του να γράψει ένα άλλο, στον αντίποδα αυτού που πίστευε και σκόπευε…
Στην αρχή η αγωνία του ήταν μήπως και δεν προλάβει να το γράψει από πρόβλημα που ενέσκηψε στην υγεία του, που δεν του άφηνε περιθώρια να ζήσει πέρα από κάποιους μήνες, συγχύζοντας αυτή το μυαλό του. Τόσο που να νομίζει ή να φαντάζεται πως βλέπει (όχι μόνο στον ύπνο του) τον Διάβολο! Αν ωστόσο μπορούσε να γράψει αυτό το «άλλο» βιβλίο (υπηρετώντας έναν επίγειο «Θεό»), θα γινόταν καλά και διάσημος σ’ όλο τον κόσμο. Τι ήταν όμως αυτό το «άλλο» βιβλίο; Ποιον θα ωφελούσε, ποιους θα ζημίωνε; Θα πουλήσει ο Ιεροφάντης την ψυχή του ή θα αρνηθεί να το γράψει και θα πεθάνει;

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η εκκλησία και το κρυφό σχολειό [Ο μύθος του κρυφού σχολειού]

  • Ο μύθος του κρυφού σχολειού είναι τριπλός και διαμορφώθηκε οριστικά πολύ αργά, μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσον αφορά το πρώτο σημείο (τριπλός μύθος) αυτό σημαίνει ότι υπήρξε «σχολειό», ότι δηλ. υπήρξε μαθησιακή διαδικασία, δεύτερον ότι αυτή ήταν κρυφή και τρίτον ότι διοργανώθηκε από την εκκλησία (σε νάρθηκες ναών ή σε μοναστήρια). Παρακάτω προσπαθούμε να αποδομήσουμε τα τρία αυτά στοιχεία. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, θα εξηγήσουμε ότι είχε να κάνει με τις εκστρατείες του ελληνικού κράτους.
  • Πρω­το­γε­νείς μαρ­τυ­ρί­ες μηδέν
  • Κα­νέ­νας ιστο­ριο­γρά­φος, πε­ρι­η­γη­τής, Έλ­λη­νας ή Ευ­ρω­παί­ος, δεν πα­ρεί­χε ποτέ από πρώτο χέρι μαρ­τυ­ρία για την ύπαρ­ξη τέ­τοιων σχο­λεί­ων. Ο συ­στη­μα­τι­κός ερευ­νη­τής του θέ­μα­τος Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης απο­φάν­θη­κε: «Μέσα στον αμέ­τρη­το σωρό ανέκ­δο­του υλι­κού για της σκλα­βιάς τα σκο­λειά, που έχω συ­ναγ­μέ­νο, δεν απά­ντη­σα τί­πο­τε που να κάνη λόγο για το σκο­λειό –έξω από το τρα­γού­δι». Εν­νο­ού­σε εκτός από την πε­ρί­πτω­ση του γνω­στού τρα­γου­διού «φεγ­γα­ρά­κι μου λα­μπρό» που βέ­βαια είναι είτε ένα τρα­γου­δά­κι προ­τρο­πής για πάνε τα παι­δά­κια στο σχο­λείο κα­νο­νι­κά νωρίς το πρωί (όταν πια υπήρ­χαν δη­μό­σια σχο­λεία) ή/και ένα απλό να­νού­ρι­σμα –και έχει απο­κλει­στεί από τους ιστο­ρι­κούς ότι μπο­ρεί να σχε­τί­ζε­ται με κά­ποιο «κρυφό σκο­λειό»: κα­νέ­νας γο­νιός δεν έστελ­νε τα παι­δά­κια του μέσα στη νύχτα να περ­πα­τή­σουν στο κρύο προς το μο­να­στή­ρι ή προς άλλο απο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μείο, ενώ κα­ρα­δο­κού­σαν σε όλη τη χώρα λη­στές και άγρια ζώα. Γι’ αυτό και ο εξαι­ρε­τι­κά διο­ρα­τι­κός ιστο­ριο­δί­φης Δ. Κα­μπού­ρο­γλου με διά­θε­ση χιου­μο­ρι­στι­κή απο­δο­μού­σε στα τέλη 19ου αιώνα τη σχέση του τρα­γου­διού με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Φρο­νού­με ότι δεν ζη­μιού­ται ποσώς η αξία του τρυ­φε­ρω­τά­του τού­του ποι­ή­μα­τος, εάν φα­ντα­σθώ­μεν το παι­δά­κι εντός της οι­κί­ας του –εν τη ασφα­λεία– ατε­νί­ζον προς την σε­λή­νην και άδον άσμα, όπερ εποι­ή­θη μόνον όπως εμπνεύ­ση εις το παι­δί­ον την ιδέαν ότι τα γράμ­μα­τα είναι πράγ­μα­τα του Θεού, και ουχί ως εμ­βα­τή­ριον των εις νυ­κτε­ρι­νά σχο­λεία πο­ρευο­μέ­νων».
  • Ο με­λε­τη­τής Τρ. Ευαγ­γε­λί­δης έλεγε ότι ήταν αδύ­να­το και να ει­σέλ­θουν καν σε μο­να­στή­ρια αμού­στα­κα παι­διά –για προ­φα­νείς, φα­ντα­ζό­μα­στε, λό­γους: «Τα τυ­πι­κά των Μονών απη­γό­ρευον την εις αυτά φοί­τη­σιν παί­δων λείον εχό­ντων το πρό­σω­πον ήτοι αγε­νεί­ων [υπήρ­χε νόμος από το 1076 να μη δέ­χο­νται νέους κάτω των 21 ετών], επο­μέ­νως εγί­νο­ντο δε­κτοί εκεί γε­νειά­ζο­ντες, εν δε τοις νάρ­θη­ξι των εκ­κλη­σιών και εν ιδιω­τι­κοίς οί­κοις επε­τρέ­πε­το η φοί­τη­σις των παί­δων» («Η Παι­δεία επί Τουρ­κο­κρα­τί­ας», 1936).
  • Οι με­γά­λες σχο­λές
  • Τα μο­να­στή­ρια δηλ. μάλ­λον απο­κλεί­ο­νται. Όμως ακόμη κι αν υπήρ­ξαν τέ­τοια «σχο­λεία», στους νάρ­θη­κες των εκ­κλη­σιών, δεν υπήρ­χε κα­νέ­νας λόγος να είναι κρυφά: Η οθω­μα­νι­κή εξου­σία αγνο­ού­σε πα­ντε­λώς την πο­λι­τι­κή ση­μα­σία της γλώσ­σας και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τη ση­μα­σία της εθνο­γέ­νε­σης. Δεν αι­σθα­νό­ταν καμία απει­λή από τα «γράμ­μα­τα» και γι’ αυτό δεν είχε κα­νέ­να λόγο να τα απα­γο­ρεύ­σει –είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό όλες οι γλώσ­σες της αυ­το­κρα­το­ρί­ας μι­λού­νταν και γρά­φο­νταν ελεύ­θε­ρα. Η γε­λοιό­τη­τα της θε­ω­ρί­ας περί ύπαρ­ξης κρυ­φών σχο­λεί­ων κα­τα­δει­κνύ­ε­ται από το γε­γο­νός ότι την ίδια στιγ­μή που –υπο­τί­θε­ται ότι–  τα παι­δά­κια έτρε­χαν σε σκο­τει­νά υπό­γεια για να μά­θουν υπό το φως του λυ­χνα­ριού, οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν τη λει­τουρ­γία –στο φως της ημέ­ρας, στις με­γα­λύ­τε­ρες πό­λεις της αυ­το­κρα­το­ρί­ας αλλά και στο εσω­τε­ρι­κό ξα­κου­στών μονών– των διά­ση­μων Σχο­λών, από τις οποί­ες βέ­βαια ήταν πολύ πιο πι­θα­νό να απο­φοι­τή­σουν οι μελ­λο­ντι­κοί δια­νο­ού­με­νοι που θα έμπαι­ναν επι­κε­φα­λής μιας εν­δε­χό­με­νης εξέ­γερ­σης. Γι’ αυτό ένας άλλος ση­μα­ντι­κός λό­γιος, ο Μα­νου­ήλ Γε­δε­ών, τό­νι­ζε το 1939: «Μέχρι σή­με­ρα ου­δα­μού ανέ­γνω εν ομαλή κα­τα­στά­ση πραγ­μά­των βε­ζί­ρην ή αγιά­νην ή σουλ­τά­νον εμπο­δί­σα­ντα σχο­λεί­ου σύ­στα­σιν ή οι­κο­δο­μήν». Και ο Βλα­χο­γιάν­νης συ­μπλή­ρω­νε σκω­πτι­κά: «Ποτέ ο Τούρ­κος  ο αγράμ­μα­τος δεν εμπό­δι­σε τον Χρι­στια­νό γράμ­μα­τα να μα­θαί­νη, και μο­να­χά πολύ σπά­νια έμπαι­νε στη μέση να χω­ρί­ση τους δα­σκά­λους άμα πιά­νο­νταν από τα μαλ­λιά και γι­νό­νταν σκά­ντα­λο με τα με­γά­λα τους σκο­λειά». Τα σχο­λεία και οι σχο­λές που λει­τουρ­γού­σαν νό­μι­μα, υπήρ­ξαν σε όλη την έκτα­ση της πρώην Ρω­μαϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που κα­τε­λή­φθη από τους Οθω­μα­νούς αλλά και σε αυτές τις πε­ριο­χές που απο­τέ­λε­σαν τη με­τέ­πει­τα Ελ­λά­δα: Η Με­γά­λη του Γέ­νους Σχολή, η Αθω­νιάς, η σχολή στις Μη­λιές του Βόλου, αλλά και στη Ζα­γο­ρά, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Κο­ζά­νη, στη Ζίτσα, στα Ζα­χο­ρο­χώ­ρια (ανε­λι­πώς από το 1413 έως το 1868), στη Λά­ρι­σα, στα Τρί­κα­λα, στην Αθήνα (φι­λο­σο­φι­κή σχολή Κο­ρυ­δα­λέα που ιδρύ­θη­κε το 1614, αλλά και σε μια σειρά μονών της πόλης), στην Υπάτη, στα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέρη της Πε­λο­πον­νή­σου, στη Χίο, στην Κάρ­πα­θο, στην Κω, στη Μυ­τι­λή­νη (όπου το 1530 ιδρύ­θη­κε και η πρώτη σχολή θη­λέ­ων), στην Πάτμο. Στα Γιάν­νε­να υπήρ­ξαν πε­ρισ­σό­τε­ρες από μία σχο­λές (Σχολή Φι­λαν­θρω­πι­νών, Στρα­τη­γο­πού­λου) και μά­λι­στα ο ίδιος ο το­πι­κός άρ­χο­ντας, ο γνω­στός Αλή Πασάς έστελ­νε τα παι­διά του στα μα­θή­μα­τα του ξα­κου­στού Αθ. Ψα­λί­δα.
  • Ο Μι­χα­ήλ Οι­κο­νό­μου, ένας από τους γραμ­μα­τι­κούς του Κο­λο­κο­τρώ­νη, λέει στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του (κεί­με­νο βα­σι­κό για την ιστο­ρία του 1821) ότι κατά την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία», «η λα­τρεία των χρι­στια­νών εξη­σκεί­το ελευ­θέ­ρως και δη­μο­σία και επρο­στα­τεύ­ε­το μά­λι­στα και από τους Τούρ­κους… επρο­στα­τεύ­ε­το δε και ελευ­θέ­ρως  ενηρ­γεί­το και η εκ­παί­δευ­σις». Δεν μπο­ρού­σε να πει κάτι άλλο αφού ο ίδιος σπού­δα­σε στη σχολή της πα­τρί­δας του, της Δη­μη­τσά­νας, δηλ. στη σχολή της Μονής Φι­λο­σό­φου και αρ­γό­τε­ρα στη Σχολή της Χίου. Αν υπήρ­χε «κρυφό σχο­λειό», ο Δη­μη­τσα­νί­της αυτός θα είχε κάθε λόγο να μνη­μο­νεύ­σει κάτι στο βι­βλίο του, αφού ένα από τα ισχυ­ρό­τε­ρα επι­χει­ρή­μα­τα στην καλ­λιέρ­γεια του μύθου υπήρ­ξε του θρυ­λού­με­νο «κρυφό σχο­λειό» της Μονής Φι­λο­σό­φου!
  • Σκο­τα­δι­σμός
  • Εκτός από τις Με­γά­λες Σχο­λές (οι από­φοι­τοι των οποί­ων συχνά στε­λέ­χω­ναν την οθω­μα­νι­κή κρα­τι­κή διοί­κη­ση) οι σουλ­τά­νοι επέ­τρε­παν ασφα­λώς και την ανα­πα­ρα­γω­γή του κλή­ρου, δηλ. την εκ­μά­θη­ση των στοι­χειω­δών κει­μέ­νων κυ­ρί­ως για τις ψαλ­μω­δί­ες (Οκτώ­η­χος, Ψαλ­τή­ρι) ώστε κά­ποια παι­δά­κια να απο­τε­λέ­σουν τους μελ­λο­ντι­κούς πα­πά­δες και να συ­νε­χι­στεί έτσι απρό­σκο­πτα η λει­τουρ­γία της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας, την οποία η Υψηλή Πύλη προ­στά­τευε, όπως έγρα­φε ο Οι­κο­νό­μου, και στην οποία είχε απο­δώ­σει πρω­τό­γνω­ρα προ­νό­μια όσον αφορά τον έλεγ­χο και τη διοί­κη­ση των χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών. Αυτή η ανα­πα­ρα­γω­γή των ψαλ­τά­δων και των ιε­ρέ­ων σί­γου­ρα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε –αλλά μέχρι εκεί: Τόσο οι «δά­σκα­λοι» όσο και τα παι­δά­κια δεν κα­τα­λά­βαι­ναν καν τα κεί­με­να που απο­στή­θι­ζαν. Και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση ο κλή­ρος δεν είχε θε­τι­κή συμ­βο­λή στις προ­σπά­θειες μόρ­φω­σης της με­γά­λης μάζας του πλη­θυ­σμού. Αντί­θε­τα, μάλ­λον την εμπό­δι­ζε. Ο δια­πρε­πής μα­θη­τής του Α. Κοραή, Ν. Βάμ­βας (Γυ­μνά­σιον Χίου) κα­τήγ­γει­λε από το 1820 ότι ο εκ­κλη­σια­στι­κός σκο­τα­δι­σμός είναι ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος εχθρός της παι­δεί­ας: «Είτε από αδια­φο­ρία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη δεν αντι­τά­χθη­κε κα­θό­λου στην πνευ­μα­τι­κή ανα­γέν­νη­ση της Ελ­λά­δας. Οι πραγ­μα­τι­κό­τε­ροι εχθροί σε αυτήν την ευ­τυ­χι­σμέ­νη πα­λιγ­γε­νε­σία βρί­σκο­νται στους κόλ­πους μας. Και αν οι προ­σπά­θειές μας κα­τορ­θώ­σουν να δα­μά­σουν τις προ­λή­ψεις ή την αδια­φο­ρία αυτού του ισχυ­ρού κλή­ρου που είναι σή­με­ρα ο πρώ­τος κορ­μός του ελ­λη­νι­κού έθνους, λίγα θα απο­μεί­νουν να κά­νου­με απέ­να­ντι στους Τούρ­κους».
  • Τις από­ψεις του Βάμβα επα­λή­θευ­σε ξανά και ξανά η ηγε­σία της εκ­κλη­σί­ας η οποία αφό­ρι­σε όλη την αφρό­κρε­μα των δα­σκά­λων και των δια­νο­ου­μέ­νων μιας τε­ρά­στιας πε­ριό­δου, όπως τον Διο­νύ­σιο τον Φι­λό­σο­φο, τον Κύ­ριλ­λο Λού­κα­ρι, τον Μά­ξι­μο Καλ­λι­πο­λί­τη, τον Άνθμο Γαζή, αλλά και τον Ρήγα Φε­ραίο, τον Αδ. Κοραή και τον Αλ. Υψη­λά­ντη.
  • Αναλ­φα­βη­τι­σμός
  • Θα πει κα­νείς: Καλά, τα μο­να­στή­ρια είναι μύθος. Μύθος είναι και το «κρυφό». Μύθος είναι επί­σης ότι οι σκο­τα­δι­στές πα­πά­δες ή οι μο­να­χοί είχαν τις γνώ­σεις να δι­δά­ξουν φυ­σι­κή, μα­θη­μα­τι­κά, γε­ω­γρα­φία ή ιστο­ρία. Ωστό­σο δί­δα­ξαν στα παι­διά τη γλώσ­σα, έστω και για τις ανά­γκες της εκ­κλη­σί­ας. Δυ­στυ­χώς τα στοι­χεία είναι αμεί­λι­κτα: Στην πρώτη επί­ση­μη στα­τι­στι­κή έρευ­να που έγινε από το ανε­ξάρ­τη­το ελ­λη­νι­κό κρά­τος το 1828 απο­κα­λύ­φθη­κε ότι το πο­σο­στό αναλ­φα­βη­τι­σμού για τους άν­δρες ήταν 91%, ενώ για τις γυ­ναί­κες δεν υπήρ­χε κα­νέ­να στοι­χείο, αλλά προ­φα­νώς το πο­σο­στό ήταν 100% (μόλις το 1870 και έπει­τα από 40 χρό­νια λει­τουρ­γί­ας των δη­μό­σιων σχο­λεί­ων το πο­σο­στό των αναλ­φά­βη­των γυ­ναι­κών έπεσε στο 94%!). Αν λά­βου­με υπόψη μας ότι είναι βέ­βαιο ότι οι Με­γά­λες Σχο­λές μόρ­φω­σαν αρ­κε­τούς άν­δρες, αλλά και το γε­γο­νός ότι χι­λιά­δες γόνοι πλού­σιων οι­κο­γε­νειών δι­δά­σκο­νταν στο σπίτι τους από έμ­μι­σθους δα­σκά­λους (όπως δηλ. συ­νέ­βαι­νε και στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη), τότε κα­τα­λα­βαί­νου­με από πού προ­έρ­χε­ται αυτό το 9% των μορ­φω­μέ­νων αν­δρών. Αν μά­λι­στα προ­σθέ­σου­με ότι ει­δι­κά μετά το 1570 η ανα­πτυσ­σό­με­νη «ελ­λη­νι­κή» αστι­κή τάξη των εμπό­ρων άρ­χι­σε να χρη­μα­το­δο­τεί εκ­δό­σεις και σχο­λεία και να με­τα­κα­λεί από το εξω­τε­ρι­κό λο­γί­ους και δα­σκά­λους σε με­γά­λα αστι­κά κέ­ντρα (Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη, Χίο, Αθήνα) γί­νε­ται εντε­λώς φα­νε­ρό ότι η συμ­βο­λή της εκ­κλη­σί­ας ήταν πρα­κτι­κά μη­δε­νι­κή και τε­λι­κά ο μύθος κα­τα­λύ­ε­ται πα­ντα­χό­θεν: ούτε «κρυφό», ούτε από την εκ­κλη­σία, αλλά κυ­ρί­ως ούτε «σχο­λειό».    
  • Ο πί­να­κας και οι ανά­γκες του κρά­τους
  • Για όλους αυ­τούς τους λό­γους ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» ήταν πε­ρι­θω­ρια­κός μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ισχύς του ανα­νε­ώ­θη­κε από έναν πί­να­κα του ζω­γρά­φου Ν. Γύζη (ο πί­να­κας ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 1886 αλλά έγινε γνω­στός αρ­γό­τε­ρα), ο οποί­ος έζησε το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος της ζωής του στη Γερ­μα­νία αλλά είχε από καιρό εξαγ­γεί­λει την πρό­θε­σή του να απο­τυ­πώ­σει σε πί­να­κα δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και θρύ­λους. Έφτια­ξε λοι­πόν τον πί­να­κα εμπνε­ό­με­νος από το «Κρυφό Σχο­λειό» της Αγίας Τριά­δας της Τήνου. Πρό­κει­ται για ακόμη μια ιστο­ρι­κή πα­ρε­ξή­γη­ση: στην Τήνο οι Οθω­μα­νοί δεν πά­τη­σαν παρά τον 18ο αιώνα και μά­λι­στα δεν εγκα­τα­στά­θη­καν ποτέ στο νησί ώστε να χρειά­ζε­ται τα παι­διά να μορ­φώ­νο­νται στα κρυφά!
  • Πολ­λοί πι­στεύ­ουν ότι ο πί­να­κας αυτός, σε συν­δυα­σμό με το σχε­τι­κό ποί­η­μα που έγρα­ψε ο Ιω. Πο­λέ­μης εμπνε­ό­με­νος μόνον από τον πί­να­κα, ήταν ο κύ­ριος πα­ρά­γο­ντας που ο μύθος ξα­να­ζω­ντά­νε­ψε. Ωστό­σο δεν ήταν μόνον η κα­τα­λυ­τι­κή συμ­βο­λή της τέ­χνης στην εμπέ­δω­ση ενός μύθου. Ήταν και η κα­τα­λυ­τι­κή ανά­γκη του κρά­τους. Το ελ­λη­νι­κό κρά­τος ήταν για πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες εχθρι­κό προς την εκ­κλη­σία και τα μο­να­στή­ρια κρα­τώ­ντας την πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση του πρώ­του Βαυα­ρού βα­σι­λιά. Ωστό­σο στα τέλη του 19ου αιώνα η ελ­λη­νι­κή άρ­χου­σα τάξη και το κρά­τος της είχαν δυ­να­μώ­σει εντυ­πω­σια­κά και ξε­κι­νού­σαν τις με­γά­λες κα­τα­κτη­τι­κές τους προ­σπά­θειες προς τα Βαλ­κά­νια (και αρ­γό­τε­ρα προς τα βάθη της Ανα­το­λής). Είχαν ανά­γκη να εμ­φα­νί­ζο­νται ως εκ­πρό­σω­ποι και προ­στά­τες όλων των ορ­θό­δο­ξων χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών που βρί­σκο­νταν κάτω από την οθω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Αν η θρη­σκεία απο­τε­λού­σε όπλο για αυτές τις εκ­στρα­τεί­ες, γι­νό­ταν απα­ραί­τη­τη η επα­να­προ­σέγ­γι­ση και η συμ­μα­χία με την εκ­κλη­σία. Αυτό σή­μαι­νε ότι έπρε­πε να ξε­χα­στεί ο αντι­δρα­στι­κός ρόλος που έπαι­ξε συ­νο­λι­κά η εκ­κλη­σία στην επα­νά­στα­ση του 1821 και η με­τέ­πει­τα διέ­νε­ξη με το κρά­τος. Και ο μύθος του «κρυ­φού σχο­λειού» βό­λευε εξαι­ρε­τι­κά αυτή την ιστο­ρι­κή ανα­θε­ώ­ρη­ση.
  • Ο μύθος βό­λευε και τη με­τέ­πει­τα ιδε­ο­λο­γία της ακρο­δε­ξιάς, της οποί­ας το τρί­πτυ­χο σλό­γκαν ήταν το «Πα­τρίς, θρη­σκεία, οι­κο­γέ­νεια». Έτσι η στρα­τιω­τι­κή χού­ντα του 1967, ζη­λεύ­ο­ντας τη δόξα του Γύζη, κα­τα­σκεύ­α­σε στη Μονή Πε­ντέ­λης ολό­κλη­ρη ανα­πα­ρα­στα­τι­κή σκη­νο­γρα­φία που πα­ρου­σί­α­ζε τον κλήρο ως το μόνον συ­ντη­ρη­τή και με­τα­λα­μπα­δευ­τή του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος, των γραμ­μά­των και της μόρ­φω­σης. Μά­λι­στα με σχε­τι­κή εγκύ­κλιο του υπ. Παι­δεί­ας υπο­χρε­ώ­νο­νταν τότε να επι­σκε­φθούν το «έργο» όλοι οι μα­θη­τές του Λε­κα­νο­πε­δί­ου προς «εθνι­κόν και θρη­σκευ­τι­κόν φρο­νη­μα­τι­σμόν».
  • Αυτή είναι και η εξή­γη­ση για τα διά­φο­ρα το­πω­νύ­μια που υπάρ­χουν σή­με­ρα: Η λόγια πα­ρά­δο­ση που δη­μιούρ­γη­σε το κρά­τος σε συ­νερ­γα­σία με την εκ­κλη­σία για τις ανά­γκες του, με­τα­τρά­πη­κε σε λαϊκή πα­ρά­δο­ση. Όλοι σι­γά-σι­γά «ανα­κά­λυ­πταν» ότι είχε υπάρ­ξει και στην πε­ριο­χή τους ένα «Κρυφό Σχο­λειό», χωρίς βέ­βαια να εν­δια­φέ­ρο­νται για την ιστο­ρι­κή ακρί­βεια – γι’ αυτό «ανα­κα­λύ­φθη­κε» κρυφό σχο­λειό ακόμη και, π.χ., στην Τήνο. Πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία πα­ρό­μοια με αυτή του κοκ­κι­νο­ντυ­μέ­νου χο­ντρού και γέρου Άι Βα­σί­λη που μπου­κά­ρει με δώρα από τις κα­μι­νά­δες: ενώ ήταν μια κα­ρι­κα­τού­ρα που δη­μιουρ­γή­θη­κε για μια δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια της Coca Cola στις αρχές του 20ού αιώνα (στη βάση αφη­γή­σε­ων της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας για τον άγιο Νι­κό­λαο), πολύ γρή­γο­ρα έγινε μέρος της χρι­στια­νι­κής πα­ρά­δο­σης –και μά­λι­στα και της ορ­θό­δο­ξης– σε όλον τον κόσμο, λες και πράγ­μα­τι υπάρ­χει ακόμη και σή­με­ρα.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Dan Georgakas: «Το να είσαι επαναστάτης σημαίνει να μιλάς με παρρησία σε όσους είναι ανίσχυροι»


Ακτιβιστής του αναρχικού χώρου και της Αριστεράς, συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου, ιστορικός, ποιητής, ο Ελληνο-αμερικανός Dan Georgakas παραμένει ακμαίος κι οξυδερκής, παρά τα 77 του χρόνια. Κουβεντιάζουμε μαζί του, με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς, που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 19 και το Σάββατο 21 Μαρτίου.

Πώς ήταν να μεγαλώνεις στη «Greektown» του Ντιτρόιτ στη δεκαετία του ’40; Ποιες είναι οι εντονότερες αναμνήσεις σου από αυτή την εποχή;

Θα χρειαζόταν ένα βιβλίο, προκειμένου να μιλήσω για τους στοχασμούς μου σχετικά με αυτή την περίοδο της ζωής μου, και το έχω γράψει. Ο τίτλος του είναι «My Detroit-Growing Up Greek and American in Motor City». Κινδυνεύοντας να φανεί ότι προωθώ τη δουλειά μου, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σε ενημερώσω πως η ελληνική έκδοση του βιβλίου θα κυκλοφορήσει αυτή τη χρονιά από τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων». Συνοψίζοντας, όμως, για να απαντήσω στην ερώτησή σου, στη δεκαετία του ’40 λίγοι Έλληνες ζούσαν στην «Greektown» του Ντιτρόιτ, ή σε άλλες «Greektowns». Οι περισσότεροι ζούσαν σε πολυεθνικές γειτονιές. Στην περίπτωσή μου, σε απόσταση ενός τετραγώνου από το σπίτι μου, είχαμε Γάλλους, Βέλγους, Σικελούς, Λιβανέζους, Σέρβους, Γερμανούς, Πολωνούς, γαλλόφωνους Καναδούς, Σύρους, Σκωτσέζους, Ασκεναζί Εβραίους, λευκούς Αππαλάχιους (hillbillies) και κανονικά αμερικανικά νοικοκυριά. Δεν υπήρχαν πολλές εθνοτικές αντιπαραθέσεις, γιατί καμία ομάδα δεν ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να κυριαρχεί. Δε συνέβαινε το ίδιο σε όλες τις άλλες πόλεις, αλλά είναι σύνηθες για τους περισσότερους Ελληνο-αμερικανούς. Νωρίς συνειδητοποίησα ότι εμείς που προερχόμασταν από «εθνοτικές» ομάδες διαφέραμε από τον μέσο Αμερικανό. Όχι για καλύτερο ή χειρότερο, απλώς ήμασταν διαφορετικοί. Ό,τι θεωρείτο συχνά ως «φυσιολογικό» (εφηβικά ραντεβού ή διανυκτερεύσεις σε σπίτια φίλων), ήταν κάτι καινούριο για μας και φαγητά όπως το γιαούρτι κι οι ελιές φαίνονταν παράξενα σε εκείνους. Φυσιολογικά αυτό θα άλλαζε αργότερα πολύ. Πηγαίναμε σινεμά μία ή δύο φορές τη βδομάδα. Προβάλλονταν δυο ταινίες τη φορά και μπορούσες να μείνεις και να τις δεις δωρεάν. Μάθαμε πολλά για την αμερικανική κουλτούρα από εκείνες τις ταινίες. Ένας κριτικός έχει αναφερθεί στη γενιά μου ως «Αμερικανούς που διαμορφώθηκαν από τις ταινίες».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, υπήρξες ένα από τα πιο επιδραστικά μέλη της αναρχικής ομάδας «Black Mask». Θα μπορούσες να μου πεις για την ιστορία, τις πολιτικές απόψεις και τις δραστηριότητές της; Θεωρείς ακόμη τον εαυτό σου αναρχικό κι αν ναι, με ποιο ρεύμα αναρχισμού ταυτίζεσαι περισσότερο;

Υπήρξα ένα από τα πρώιμα και επιδραστικά μέλη της ομάδας «Black Mask», γράφοντας σε σχεδόν κάθε τεύχος των εντύπων που εξέδιδαν. Ήμαστε ένα καλλιτεχνικο-πολιτικό γκρουπ που επεδίωκε να επηρεάσει τη «Νέα Αριστερά» στην κατεύθυνση του αντι-ολοκληρωτισμού. Η καλλιτεχνική μας δουλειά ήταν εξίσου σημαντική με τις διαδηλώσεις κι οι ίδιες οι διαδηλώσεις συχνά έμοιαζαν με παραστάσεις. Προσπαθήσουμε να ενώσουμε τις διάφορες αναρχικές μικρο-ομάδες της Νέας Υόρκης σε κοινές δράσεις, αλλά δεν τα καταφέραμε. Στόχος μας πάντοτε το κατεστημένο κι όχι να ανταγωνιστούμε τους επαναστάτες. Μια από τις φωτογραφίες που επέζησαν από την ομάδα μας δείχνει στην πορεία «Wall Street is War Street», η οποία έγινε το 1967, όπου φορούσαμε μαύρες μάσκες και κουβαλούσαμε κρανία.

Ο δικός μου τύπος αναρχισμού παραπέμπει σε εκείνον των Victor Serge, Pyotr Kropotkin και William Morris. Το καλύτερο ίσως θα ήταν να θεωρούμαι σύγχρονος αναρχο-συνδικαλιστής, ή, όπως ο Τσόμσκι κι άλλοι αυτοαποκαλούνται τώρα, ελευθεριακός σοσιαλιστής. Πιστεύω ότι η ιδέα ενός κόμματος της πρωτοπορίας από τη φύση της και αναπόφευκτα οδηγεί στη δικτατορία. Από τη στιγμή που πρέπει να έχουμε κάποιου είδους διακυβέρνηση, η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία από τη βάση στην κορυφή και πάντοτε να διατηρούμε όσο περισσότερες διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι εφικτό στο επίπεδο της βάσης.

Συμμετείχες ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα, επειδή δεν μπορούσες να ανεχτείς την επιστροφή του φασισμού στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ακόμη περισσότερο. Στις μέρες μας, περίπου μισό αιώνα αργότερα, η Ακροδεξιά, γενικότερα, κι ο νεοναζισμός, ειδικότερα, φαίνεται ότι έχουν μια αυξανόμενη απήχηση στην ελληνική κοινωνία. Πώς ερμηνεύεις το γεγονός αυτό και πώς σε κάνει να νιώθεις, δεδομένου ότι έχεις στοχοποιηθεί από το νεοϋορκέζικο παράρτημα της αξιοθρήνητης συμμορίας της Χρυσής Αυγής;

Το αφήνω στους Έλληνες να ασχοληθούν με την παράνοια όσων υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή. Ο αντισημιτισμός είναι απεχθής και σίγουρα υπάρχουν καλύτερες λύσεις για τα «κύματα» μεταναστών χωρίς χαρτιά από εκείνες που προσφέρει η Χ.Α. Στις Η.Π.Α., οργανωθήκαμε εναντίον της Χ.Α., όταν επιχείρησε να συγκροτήσει μια νομότυπη δύναμη στη Νέα Υόρκη. Μια ταινία που έγινε για αυτή από τον Richard Ledes υπήρξε πολύ αποτελεσματική. Ο Richard κατάφερε να κάνει όλα τα τμήματα της ελληνο-αμερικανικής κοινότητας (υπεύθυνους συντηρητικούς, εκκλησιαστικούς ηγέτες, την ΑΧΕΠΑ, δημοσιογράφους και πολλούς αριστεριστές) να αποκηρύξουν αυτά τα άτομα. Το ότι η Χ.Α. απάντησε αποκαλώντας με έναν «διαταραγμένο αναρχικό» ποσώς με απασχολεί. Έχουν εκτοξεύσει πιο σοβαρές απειλές εναντίον άλλων.

Στο κινηματογραφικό «μέτωπο», έχεις εμπλακεί ιδιαιτέρως στο περιοδικό Cineaste από τη «βρεφική» του ηλικία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το θεωρείς «σχολείο» τόσο για σένα, όσο και για τους αναγνώστες του, με την πάροδο του χρόνου;

Το περιοδικό «Cineaste» ιδρύθηκε, προκειμένου να προωθήσει ταινίες που οι mainstream κριτικοί αγνοούσαν. Αυτό συνέβη σε μια εποχή, κατά την οποία ελάχιστες ξενόγλωσσες ταινίες προβάλλονταν ευρέως στις Η.Π.Α. κι οι ριζοσπαστικές αμερικανικές ταινίες προβάλλονταν σπάνια.  Ήμαστε περήφανοι που προωθούσαμε ταινίες από αριστεριστές Αμερικανούς και δίναμε σημαντικό χώρο σε ξένους δημιουργούς με παρόμοιες αντιλήψεις. Αναπτύξαμε από νωρίς μια σχέση με τον Κώστα Γαβρά κι έκτοτε εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε επαφή μαζί του. Είχαμε, επίσης, πολύ καλή σχέση με τον Όλιβερ Στόουν. Τόσο ο Γαβράς, όσο κι ο Στόουν, έχουν γράψει για το περιοδικό. Με ενδιαφέρουν, εξάλλου, οι Ελληνο-αμερικανοί δημιουργοί κι έχω πάρει συνεντεύξεις, μεταξύ άλλων, από τον Hermes Pan, χορογράφο του Φρεντ Αστέρ, και τον Ντιν Ταβουλάρης, σκηνογράφο στις περισσότερες ταινίες του Κόπολα. Σε ιστορικό επίπεδο, συμμετείχαμε στην προσπάθεια αποκατάστασης της αναφοράς σε συγγραφείς που είχαν περιληφθεί στη «μαύρη λίστα» και ρίξαμε μια σοβαρή ματιά στις ταινίες τους. Έχουμε γράψει κριτικές για πολλές ταινίες της «Νέας Αριστεράς» και για ριζοσπαστικές ταινίες που ακολούθησαν. Το περιοδικό δεν είχε ποτέ «κομματική» γραμμή σχετικά με την αισθητική ή την πολιτική. Διοικούμαστε ως κολεκτίβα κι οι μεμονωμένοι συγγραφείς έχουν τις δικές τους «φωνές»/ αντιλήψεις, που είναι διαφόρων αποχρώσεων αριστερά του κέντρου. Αντί για μια «σχολή σκέψης» (άλλος ένας –ισμός), επιδιώκουμε να είμαστε κομμάτι μιας εναλλακτικής κουλτούρας.

Έχει περάσει ένας αιώνας από το θάνατο του Joe Hill, ενός από τα πολυτραγουδισμένα μέλη των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW). Έχοντας υπάρξει ένας από τους συγγραφείς του συλλογικού έργου Solidarity Forever: An Oral History of the IWW, πόσο επίκαιροι νομίζεις ότι είναι οι αγώνες τους και γιατί επέλεξες να εντρυφήσεις σε αυτούς;

Αυτό που με τράβηξε σε αυτούς ήταν η εξωπραγματική γενναιότητά τους ως επαναστάτες της εργατικής τάξης. Νομίζω ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός τους ήταν πρακτικός και χρήζει επανεξέτασης. Δε νομίζω πως πρέπει να επαναλάβουμε ό,τι έκαναν εκείνοι, αλλά να σκεφτούμε σχετικά με το γενικότερο προσανατολισμό τους. Δεν αποτελεί σύμπτωση πως οι κυβερνητικές διώξεις των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου στη δεκαετία του '20 υπήρξαν πιο σοβαρές από τη μεταγενέστερη καταδίωξη του Κομμουνιστικού Κόμματος των Η.Π.Α. Με μια δίκη, έχωσαν στη φυλακή 100 ηγέτες και φτιάχτηκε μια λίστα, ώστε να φυλακιστεί κάθε γνωστός ακτιβιστής. Πολλοί απάντησαν βγαίνοντας στην παρανομία ή πηγαίνοντας στο Μεξικό, μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, κάτι που πήρε πολλά χρόνια.

Ποια είναι η γνώμη σου για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στις Η.Π.Α.; Έχει απομείνει καθόλου Αριστερά εκεί έξω, ή επιδραστικές αναρχικές ομάδες; Και ποια είναι η άποψή σου για το λεγόμενο κίνημα «Occupy»;

Πριν από χρόνια, υπήρχε η ταινία «Επαναστάτης χωρίς αιτία». Νομίζω ότι βρίσκει εφαρμογή στις μέρες μας όσον αφορά σε πολλούς Αμερικανούς. Κατανοούν πως το σύστημα δε λειτουργεί, αλλά έχουν επιλέξει να μην αντιστέκονται. Δεν υφίσταται οργανωμένη Αριστερά, αλλά σε μια πόλη υπάρχουν, εδώ κι εκεί, κάποια αριστερίστικα εργατικά συνδικάτα, δυναμικές τοπικές ομάδες, ακόμη και μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αναρχικοί κυρίως ασχολούνται με το ασκούν κριτική στο status quo, αντί να χτίζουν το καινούριο στο «κέλυφος» του παλιού, όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου είχαν επιχειρήσει. Το κίνημα «Occupy» υπήρξε πηγή έμπνευσης και πέτυχε να καθιερώσει τη ρητορική του «99% έναντι του 1%», που τώρα είναι αποδεκτή από όλες τις πολιτικές ομάδες, αριστερές ή δεξιές. Το «Occupy» ήταν αναρχικό στη φύση του, αλλά δεν είχε αρκετή οργάνωση, ώστε να διατηρηθεί, από τη στιγμή που η κυβέρνηση άρχισε να του επιτίθεται με σοβαρό τρόπο. Αυτή η επίθεση περιλάμβανε την τοποθέτηση προβοκατόρων στις τάξεις του και ταυτόχρονα την καταστολή όλων των τοπικών εκφάνσεών του.

Υποθέτω ότι παρακολουθείς και την κατάσταση στην Ελλάδα. Αν κι ίσως είναι λίγο πρόωρο, πώς αξιολογείς την παρούσα κυβέρνηση συνασπισμού;

Χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρεις ή να χώνω τη μύτη μου σε μια πολιτική κατάσταση που γνωρίζω μόνο εξ αποστάσεως, θα είχα υποστηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ με ευχαρίστηση. Το πόσα, βέβαια, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποσπάσει από τη γερμανο-φινλανδο-δανέζικη κλίκα μένει να φανεί. Η συνολική πολιτική δυναμική της Ευρώπης πρέπει να αλλάξει. Δύσκολη επιδίωξη, αλλά οι Έλληνες πάντοτε αντιμετωπίζουν καταστάσεις με μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Η άσκηση πίεσης στους ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ να κρατήσουν την πορεία που έχουν χαράξει είναι καλή, αλλά το να τους ξεγράφεις ως αναποτελεσματικούς και μοιρολατρικά συμβιβασμένους φαίνεται πρόωρο, σε αυτή τη φάση. Περιμένω να δω και τι είναι διατεθειμένοι να προτείνουν οι κριτικοί στην κοινή γνώμη ως εναλλακτική πολιτική.

Και, τελικά, ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα που θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είναι Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς. Θεωρείς τον εαυτό σου επαναστάτη; Από τι είναι καμωμένοι οι επαναστάτες, τελικά;

Το να είσαι επαναστάτης στην Αμερική, σημαίνει να αναγνωρίζεις ότι ο καπιταλισμός έχει εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο να καθαιρέσει τη φεουδαλιστική κουλτούρα. Αντί να βελτιώνει το επίπεδο ζωής μας,  ο καπιταλισμός τώρα επιτίθεται σε αυτό κι υιοθετεί πολιτικές που θα μπορούσαν να επιφέρουν μοιραία βλάβη στον πλανήτη. Πολλοί Αμερικανοί το αναγνωρίζουν, αλλά βολεύονται, επειδή φοβούνται πως δεν μπορεί να γίνει τίποτε κι ότι οι ίδιοι προσωπικά μπορούν να επιβιώσουν με ένα λογικό τρόπο. Ένας επαναστάτης δεν αποδέχεται τα δεδομένα του καπιταλισμού κι είναι προετοιμασμένος να αναλάβει προσωπικά ρίσκα λέγοντας «ΟΧΙ» σε απαιτήσεις να συμμορφώνεται πάντα. Στην περίπτωσή μου, ενώ σπούδαζα στο κολέγιο, ήρθα σε επαφή με ριζοσπαστικές ομάδες, των οποίων η ανάλυση της πραγματικότητας φαινόταν πολύ πιο ακριβής από εκείνη που διδασκόμουν στα ακαδημαϊκά πλαίσια. Νομίζω πως ένας επαναστάτης πρέπει να έχει γνώση των βασικών γεγονότων και μια στρατηγική, κάθώς κι ένα οργανωτικό μοντέλο για μια αλλαγή που δε θα αναπαράγει τις στρατηγικές και το οργανωτικό μοντέλο της αυταρχικής κουλτούρας. Το να είσαι επαναστάτης σχετίζεται λιγότερο με το να μιλάς με παρρησία στην εξουσία και περισσότερο με το να μιλάς με παρρησία σε όσους είναι ανίσχυροι, αγνοούν, ή υποτιμούν την εξουσία που θα μπορούσαν να ασκήσουν. Μέχρι να υπάρξει μια αυθεντική και μαζική πολιτιστική επανάσταση, δε νομίζω ότι μια επαναστατική αλλαγή είναι δυνατή. Όταν ήμουν πιο νέος, καλοπροαίρετοι άνθρωποι μου έλεγαν πως οι ιδέες μου θα γίνονταν πιο συντηρητικές, καθώς θα μεγάλωνα. Ανακάλυψα ότι ισχύει το αντίθετο.

Το ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα Dan Georgakas-Επαναστάτης της Διασποράς προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 19 Μαρτίου (αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, 20:00) και το Σάββατο 21 Μαρτίου (αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, 12:30).