Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Γράμμα στον Άη Βασίλη της Γεωργίας Καρβουνάκη

Το χαμόγελο της Γεωργίας


Διάλεξα αυτό το κείμενο της καλής μου φίλης Γεωργίας Καρβουνάκη για να σας ευχηθώ μαζί της καλή χρονιά.
Δεν ζητάμε τίποτα και από κανένα.Τραβάμε το δρόμο μας, με αυτοοργάνωση, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll. Θα τα καταφέρουμε.(Leo)



Γράμμα στον Άη Βασίλη

της Γεωργίας Καρβουνάκη


Ας ξεκινήσουμε στερεότυπα όπως στα παραμύθια που δε μπορείς παρά να πεις “μια φορά κι έναν καιρό”:
 Αγαπημένε μου Άη Βασίλη
Ποτέ δεν πίστεψα στο μύθο σου, δηλαδή σ’εσένα, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο πρώτος (και κυριότερος) είναι ότι ποτέ δε μου έφερες τίποτα για να επιβεβαιώσεις την ύπαρξή σου. Στους Άη Βασίληδες πιστεύουν όσοι παίρνουν από αυτούς ότι ζητήσουν η ότι ονειρεύτηκαν. Για τους υπόλοιπους δεν απομένει παρά μόνον η αμφισβήτηση της αγιότητάς σου.
 Να πεις ότι δεν είχαμε τζάκι στο σπίτι μας? Το θυμάμαι πολύ καλά ότι είχαμε , αλλά, μάλλον, το πρόβλημά σου ήταν ότι δεν είχε μαρμάρινο πλαίσιο με σκαλιστή γιρλάντα .. ούτε καν μια απλή κεραμική. Είχε σαν μετώπη μια χοντρή λινάτσα που, περασμένη με άπειρα στρώματα ασβέστη για να “σβήνεται” η μουτζούρα από τον καπνό, είχε γίνει συμπαγής σαν τσιμέντο. Δεν ήταν, λοιπόν, αντάξιο της αίγλης σου και του κατακόκκινου χλιδάτου κοστουμιού σου. Άλλωστε, τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς το λένε κι αυτό, το έχουν προβλέψει.. ναι μεν “Άγιος Βασίλης έρχεται μα δε μας καταδέχεται”.
Ίσως αυτός ήταν κι ο λόγος που οι γονείς μου το κατάργησαν το τζάκι χωρίς ενοχές όταν είχαν την δυνατότητα να ενδώσουν στην πολυτέλεια μιας ξυλόσομπας. Η οποία ξυλόσομπα ντουμάνιαζε την κουζίνα κι έκανε την ώχρα στους τοίχους να παίρνει την απόχρωση της πολυκαιρισμένης καπνιάς πράγμα που ανάγκαζε τη μητέρα μου να “ασπρίζει” εκεί κάπου κοντά στη Μεγάλη Εβδομάδα.
Βέβαια, κάποιες φορές στα παιδικά μου χρόνια, βρήκα στο χαμηλό κατώφλι του τζακιού μια καραμούζα πλαστική, 2-3 μπαλόνια και μια χούφτα καραμέλες, αλλά ήξερα και μη ρωτήσεις πως, ότι τα είχε αγοράσει ο πατέρας μου από το μπακαλικάκι της γειτονιάς μας για να συντηρήσει το μύθο σου για καλό και για κακό, γιατί ποτέ δεν ξέρεις.
Ως παιδάκι ποτέ κανένας δε μου είπε ότι δέχεσαι αλληλογραφία σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Διαφορετικά μην αμφιβάλλεις ότι θα σου έγραφα. Ίσως έτσι να το είχα λύσει το μυστήριο από νωρίς με τη συνδρομή σου. Αν μου απαντούσες με κάποιο τρόπο θα πίστευα σε σένα αν, πάλι, όχι θα ακύρωνα μια και καλή όσα μου έλεγαν για σένα. Αν είχα από μόνη μου σκεφτεί να σου γράψω, βέβαια, θα έστελνα την επιστολή στην Καισαρεία οπότε θα χανόταν αφού περί Λαπωνίας και συγκεκριμένα Ροβανιέμι κανένας δε μίλαγε.
Το καλό μ’αυτή την ιστορία, Άγιε Βασίλη, είναι ότι έμαθα από πολύ μικρή να μη ζητάω τίποτα από κανέναν. Μα το παραμικρό. Αυτό καταγράφεται ως κέρδος στο ισοζύγιο της ζωής μου γιατί μ’έκανε να μην είμαι οπαδός της ήσσονος προσπαθείας, δηλαδή, στηριζόμενη στην πιθανότητα βοήθειας αλλά να αντλώ από τα δικά μου αποθέματα δυνάμεων που ανακάλυψα νωρίς ότι διαθέτω πράγμα που πολλοί άνθρωποι αγνοούν για τον εαυτό τους. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχω πολλά χρέη προς τρίτους παρά μόνον προς τους γονείς μου για το ότι με έφεραν στη ζωή και πάντα μου παρείχαν τα (απολύτως) απαραίτητα.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι τίποτα δε σου χαρίζεται άκοπα σ’αυτή τη ζωή άρα δεν υπάρχουν θνητοί αλλά ούτε και άγιοι που μόνο εκφράζοντας μια επιθυμία η απαίτησή σου θα σου την πραγματοποιήσουν μια συγκεκριμένη μέρα της χρονιάς. Οτιδήποτε θελήσεις πρέπει να παλέψεις σκληρά γι αυτό και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα το αποκτήσεις αφού η ζωή μοιάζει πάρα πολύ με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά παιχνίδια που ο καλός βρίσκει χιλιάδες εμπόδια στο δρόμο του μέχρι να τερματίσει την πίστα και να περάσει στην επόμενη. Εκεί που θα τον περιμένουν ακόμα πιο εξελιγμένης φαντασίας εμπόδια, βόμβες, κακοί η απλά τοίχοι που κλείνουν δρόμους. Αυτούς τους δρόμους ακριβώς που χρειάζεσαι ανοιχτούς για να προχωρήσεις και στην αληθινή ζωή. Πρέπει να έχεις κι εσύ τα δικά σου όπλα, τις δικές σου βόμβες για να ανατινάξεις τον τοίχο-εμπόδιο η να διαθέτεις τη φυσική δυνατότητα για ένα τεράστιο άλμα για να τον υπερπηδήσεις. Δεν τα έχουν όλοι, όμως, αυτά.. εγώ σίγουρα όχι. Γιατί αυτές τις δυνατότητες πρέπει να σου τις δώσει κάποιος άγιος Βασίλης στη ζωή σου κι εγώ, είπαμε, δεν τον είδα ποτέ και ποτέ δεν πίστεψα σ’αυτόν.
Έρχομαι, λοιπόν, τώρα, Άγιε μου και σου γράφω το πρώτο μου γράμμα, σ’αυτή την προκεχωρημένη για παιδάκι ηλικία , για να σου δηλώσω.. τι νομίζεις? Ότι θέλω πια να πιστέψω σε σένα.. Βέβαια, αν μπορώ να το διαπραγματευτώ αυτό, μόνο σ’εσένα θέλω να πιστέψω, όχι σε όλα όσα εκπροσωπείς ως πρωτοκλασάτος άγιος της χριστιανοσύνης. Δε μπορώ να τα “χωνέψω” όλα.. Για παράδειγμα το “αγαπάτε αλλήλους” το τίμησα ανέκαθεν, το “πίστευε και μη ερεύνα” , όμως, όχι.
Το μόνο που ζητάω είναι να με κάνεις να πιστέψω στην ιδέα σου.. κι αυτό μόνο για να ξαναβρώ την πίστη στις δυνατότητές μου και την ελπίδα ότι έχω ακόμα κάποιες πιθανότητες υπέρ μου. Αν θέλεις, μάλιστα να ξέρεις, το λέω αυτό εξ ονόματος πολλών άλλων συνανθρώπων..γιατί η πλειοψηφία έχει χάσει την πίστη και την ελπίδα..τα δυο πολύτιμα αγαθά , τα βασικά συστατικά στη συνταγή της ζωής. Κάποιος πρέπει να μας τα ξαναφέρει πίσω κι αυτές τις μέρες μόνο εσένα σκέφτηκα.. Θ’αφήσω το τζάκι σβηστό απόψε για να σε διευκολύνω, το πιατάκι με τον κουραμπιέ και το μελομακάρονο κι ένα ποτηράκι τσικουδιά για να σου ζεστάνει τα σωθικά..

Κι αν πρέπει να θυσιάσω κάτι απόψε ας είναι η πεποίθησή μου ότι δεν υπάρχεις.. αυτό ανταλλάσσω για μια μερίδα πίστης και μια δόση ελπίδας.

Αν αρνηθείς, όμως, να ξέρεις..θα διαδώσω σε όλους ότι είσαι ακόμα μια από τις πολλές μου Ουτοπίες..

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Χωριάτικα Χριστούγεννα

Χωριάτικα Χριστούγεννα


Αφηγείται η κυρά-Λένη…

Παιδιά μου να ξέρετε ότι όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο ο νους του γυρίζει στα παλιά σαν τ’ αλαργινό πουλάκι που ψάχνει ξανά για την πρώτη του φωλιά. Εκείνα τα Χριστούγεννα που έχουν χαραχτεί πολύ βαθιά στη δική μου μνήμη ήταν αυτά που έζησα σαν παιδί, και λίγο πιο μετά σα νέα, τα πρώτα χρόνια μετά το 1950. Το '50 με τον «επαναπατρισμό» γυρίσαμε ξανά στα χωριά μας. Από το '47 μας είχε διώξει κακήν κακώς ο στρατός γιατί πολλά χωριά της Ευρυτανίας ήτανε ανταρτοχώρια και το κράτος δεν ήθελε να βρίσκουν οι αντάρτες μας αποκούμπι και ψωμί από τους χωρικούς. Σκορπίσαμε, τότε, στους πέντε ανέμους, άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στ’ Αγρίνιο, άλλοι μέσα στο Καρπενήσι και όπου βάζει ο νους. Όταν επιστρέψαμε -όχι όλοι- κοιτάγαμε να ξαναστήσουμε νοικοκυριό απ’ το τίποτα! Εμείς ήμασταν ορφανά, αφού ο πατέρας μας χάθηκε άδικα στα δίσεκτα εκείνα χρόνια και η μάνα μας η ηρωίδα άνοιξε τις φτερούγες της σαν περιστέρα και μας προστάτεψε και μας ανάστησε τίμια. Ξέρω, ξέρω, θέλετε να μάθετε κι’ άλλα για τότε, όμως τούτα θα σας τα πω άλλη φορά, σας το υπόσχομαι. Σήμερα θα σας μιλήσω για τα Χριστούγεννα και πως τα ζούσαμε εκείνα τα χρόνια.
Από το φθινόπωρο τα προσμέναμε πως και πως και περισσότερο εμείς τα παιδιά. Πώς να μην τα περιμένουμε, αφού τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή της ξεγνοιασιάς και μικροί μεγάλοι ξέραμε ότι τις μέρες εκείνες θα παίρναμε χαρά που τόσο την είχαμε ανάγκη εκείνα τα δύσκολα τα χρόνια. Θυμάμαι, λοιπόν, που το φθινόπωρο βγάζαμε, από κάτι ψευτοααμπελάκια στις πατωσιές και από κάτι κληματαριές, το μούστο που τον βάζαμε μέσα σε ξύλινα βαρελάκια. Η μητέρα μας έβγαζε λίγο κρασάκι και έφτιαχνε και μουστοκούλουρα. Οι άντρες του χωριού βγάζανε το τσίπουρο κι εκεί να δείτε γλέντι και τραγούδι και ας είχαμε μαύρη φτώχεια. Πιο πολύ όμως θυμάμαι τα φθινοπωρινά νυχτέρια με τα «ξεφλουδίσματα»! Αραδιάζαμε σωρό τα καλαμπόκια σε ένα δωμάτιο, εκεί μέσα στα φτωχόσπιτά μας, μαζεύονταν και οι γειτόνοι τα βράδια και καθόμασταν όλοι μαζί ολόγυρα και τα ξεφλουδίζαμε ως αργά. Πολλές φορές πιάναμε και το τραγούδι, φτιάχναμε και κανένα γλυκό, χαλβά ας πούμε, μερικοί βράζανε μέχρι και τραχανά! Οι άντρες σιάχνανε τα τσιγάρα τους στο φύλλο του καλαμποκιού, αυτό το μέσα-μέσα που ήτανε λεπτούλι και ψιλό. Έτσι τα κάνανε τότε τα τσιγάρα τα στριφτά, με λίγο καπνό που βάζανε στην άκρη στο χωραφάκι τους. Τα «ξεφλουδίσματα» κρατούσανε πέρα ως το Νοέμβρη. Είχαμε και τη σπορά, για να βγάζουμε και λίγο σιτάρι στα ορεινά μέρη μας!

Σαράντα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ξεκίναγε και η νηστεία. Εδώ που τα λέμε αναγκαστική πιο πολύ ήτανε, μπας κι είχαμε τότε κρέατα κάθε μέρα; Που και που τρώγαμε κρέας. Κάθε οικογένεια μεγάλωνε, τότε, κι ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα. Το ταΐζαμε καλαμπόκι, τριφύλλι, διάφορα χορτάρια του βουνού, όλο υγιεινές τροφές. Μια φορά με ρώτησαν κάποιοι νέοι σαν εσάς, αν του δίναμε και αποφάγια. Και τους είπα: «που να βρεθούν βρε παιδιά μου για να δώσουμε και στο γουρουνάκι, πείνα υπήρχε τότε, όχι περίσσευμα»!!! (γέλια).
Την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής κάποιοι έμπειροι χωριανοί ετοίμαζαν το γουρουνάκι και το άφηναν λίγο να σιτέψει. Μετά φτιάχνανε από τα έντερα τα λουκάνικα με λίγο πράσo μέσα, αλατάκι, πιπεράκι, και τα κρεμάγανε στο κατώι. Εμείς πηγαίναμε στη βρύση και πλέναμε καλά-καλά το κρέας με το καθαρό τρεχούμενο νερό. Το κόβαμε σε λωρίδες, το αλατίζαμε με χοντρό αλάτι, το παστώναμε δηλαδή, μέσα σε ξύλινα δοχεία, τις καρδάρες, για να διατηρείται. Όταν θέλαμε να μαγειρέψουμε, βγάζαμε μια λωρίδα, την ξαλατίζαμε και τη μαγειρεύαμε. Το λίπος το βάζαμε μέσα σε ένα καζάνι σε φωτιά δυνατή και το ανακατεύαμε καλά-καλά με ξύλινες κουτάλες. Αυτό έλιωνε και κατόπιν το αδειάζαμε σε κάποιο καθαρό δοχείο και το χρησιμοποιούσαμε για βούτυρο. «Γλίνα» το λέγαμε. Μερικά μικρά κομματάκια κρέας που απέμεναν μαζί με λίπος, αυτά ήτανε οι «τσιγαρίδες». Ωραίες γινότανε, λουκούμι, μακάρι να είχαμε καμία τώρα δα που μιλάμε! Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο εκείνα τα δύσκολα χρόνια, όλα τα αξιοποιούσε ο κόσμος. Αφού να φανταστείτε την κύστη του ζώου, την «κατρίτσα» που λέγαμε, την παίρναμε για «δώρο» εμείς τα παιδιά, τη φουσκώναμε και παίζαμε μπάλα. Τέτοιες μπάλες είχαμε τότε και κάτι άλλες φτιαγμένες από τυλιχτά κουρέλια. Για τα κοριτσάκια σκαρώνανε κάποιες πάνινες κούκλες, από κουρελάκια κι’ αυτές!
Θυμάμαι και το Χριστουγεννιάτικο τοπίο στην Ευρυτανία. Τι να σας πω παιδιά μου! Όσοι μεγαλώνετε στις πόλεις τέτοια ομορφιά δεν έχουν δει τα μάτια σας. Τότε, εκείνα τα χρόνια, έκανε και χιόνια πολλά, μπόια ολόκληρα. Να πέφτουν αργά- αργά οι άσπρες πεταλουδίτσες και να ντύνουν τον τόπο όλο. Έβλεπες τα έλατα, χιλιάδες δέντρα, στολισμένα στα ολόλευκα, τις βελανιδιές να καμαρώνουν σα νυφούλες μέσα στα άσπρα πέπλα τους και τα ψηλά βουνά ολόγυρα βαρυφορτωμένα από το χιονιά. Και η παγωμένη αστροφεγγιά να σου γαληνεύει την ψυχή. Σαν παραμύθι, ήτανε! Και τα τζάκια μας να καπνίζουν και να σκορπάνε τη μοσχοβολιά από το καμένο ξύλο. «Ο καλός ο νοικοκύρης το χειμώνα χαίρεται», έτσι λέγαμε οι παλιοί.
Παίρναμε και κάποιο ελατάκι από το πυκνό δάσος του χωριού και φτιάχναμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Μη φανταστείτε λαμπιόνια και πολύχρωμες μπάλες και φανταχτερά στολίδια. Δεν είχαμε τότε τέτοια, ούτε ρεύμα δεν υπήρχε στα χωριά της Ευρυτανίας. Στήναμε στον οντά το ελατάκι και το γεμίζαμε τούφες-τούφες βαμβάκι. Αυτό ήταν, αλλά η ομορφιά του δεν συγκρίνονταν με τίποτε!
Την παραμονή βγαίναμε τα παιδιά για τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Ξεκινάγαμε παρεούλες- παρεούλες από την κορφή του χωριού μέχρι κάτω, στα τελευταία σπίτια. «Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη θεία γέννηση να μπω στ’ αρχοντικό σας…». Και στο τέλος «σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει»! Όλοι μας καλοδέχονταν και τα χεράκια μας γέμιζαν κουραμπιέδες, καρύδια, ρόδια, μήλα και καμιά δεκαρούλα.
Το προηγούμενο βράδυ των Χριστουγέννων ετοιμάζαμε όλοι μαζί και τα φαγητά μας. Φτιάχναμε και το «Χριστόψωμο» που ήτανε μια ζυμωτή κουλούρα με ένα ολόκληρο καρύδι στη μέση. Επάνω κάναμε σχεδιάκια χρησιμοποιώντας τις «κουπίτσες» από το βελανίδι. Κάποιες άλλες φορές, η μητέρα μας το ομόρφαινε πατώντας το με μια ξύλινη σφραγίδα που την έχω ακόμη για ενθύμιο.
Τη μέρα των Χριστουγέννων, στις 5 το πρωί, ανηφορίζαμε για την εκκλησία με τα φαναράκια, αυτά με το λαδάκι και το φυτίλι, στα χέρια. Σαν πυγολαμπίδες έφεγγαν μέσα στα χιόνια τούτα τα φαναράκια. Η μεγάλη λειτουργία των Χριστουγέννων ήταν σημαντικό γεγονός, γιατί είχαμε και την ευκαιρία να ανταμώσουμε όλοι οι χωριανοί ακόμη κι από τους πιο μακρινούς μαχαλάδες, για να πούμε τα νέα μας και να χαρούμε με αυτή την επικοινωνία.
Ύστερα κατεβαίναμε στα σπίτια μας, για το γιορτινό τραπέζι! Με τις πίτες, τις πρασόπιτες, τις τυρόπιτες και το χοιρινό με το καρμπολάχανο ή τις πατατούλες, με το κρασάκι μας και την καλή παρέα μας. Οι νοικοκυραίοι καψάλιζαν και ένα κλαδάκι από πουρνάρι στο τζάκι λέγοντας κάποια ευχή, το ίδιο έκαναν και οι μουσαφιραίοι, για το καλό! Πολύ όμορφα ήτανε εκείνη τη μέρα! Τα απογεύματα πηγαίναμε επισκέψεις στους Χρηστάδες και τις Χριστίνες. Εκεί γίνονταν τα καλύτερα ανταμώματα με ευχές, τραγούδια και πολύ κέφι.
Χαρά μεγάλη ήτανε τα Χριστούγεννα με οικογενειακή ατμόσφαιρα, αλλά να ξέρετε ότι  πάντα στις χαρές υπάρχει και μια μελαγχολία. Για όσους δεν ήτανε κοντά μας, αυτούς που είχαν χαθεί στον πόλεμο που ήτανε πρόσφατος ή λίγο αργότερα με τους ξενιτεμένους που μας λείπανε πολύ. Κι εμένα τα αδέρφια μου τα αγαπημένα, τράβηξαν στην άλλη άκρη της γης, στην ξενιτιά, για να βοηθήσουν την οικογένειά μας. Αχ, και να ξέρατε πως περιμέναμε στις γιορτές εκείνη την καρτούλα με τις ευχές από τους δικούς μας στα ξένα, και που πάντα υπήρχαν μέσα και κάποια δολάρια για τη μάνα και τα αδέρφια. Χαρά που κάναμε!
Πηγαίναμε τότε, μόλις λαβαίναμε το γράμμα, τις μέρες των Χριστουγέννων, στα μαγαζιά στο Καρπενήσι και πιο πολύ εμείς τα κορίτσια για να αγοράσουμε κανένα φορεματάκι, παπουτσάκια, κάτι τέλος πάντων, να δείξουμε κι εμείς «τα κάλλη μας» στην εκκλησία, να μας δει κάποιος νεαρός να σκιρτήσει η καρδούλα του. Έτσι είναι οι νέοι πάντα, παιδιά μου, όση φτώχεια και να υπάρχει η αισιοδοξία τους συντροφεύει. Και έτσι να είστε κι εσείς, να μην φοβάστε τίποτε, να πολεμάτε για τη ζωή και να κοιτάτε πάντα μπροστά, να μη σας λυγάνε οι δυσκολίες.
Μεγάλο γούστο είχε με τους καλικάντζαρους. Εμείς τα παιδάκια τους μεγαλοποιούσαμε στη φαντασία μας και οι γεροντότεροι φρόντιζαν ακόμη πιο πολύ γι’ αυτό! Επειδή ήμασταν μες στη ζαβολιά μας λέγαν να καθόμαστε ήσυχα γιατί θα κατεβούν τα «καλικαντζούρια» απ’ το τζάκι και θα ‘χουμε… κακά ξεμπερδέματα. Θυμάμαι μια φορά που ήμασταν πιο μικρά και είχαμε αναστατώσει τον τόπο. Τότε η μητέρα κατάβρεξε κρυφά το τζάκι κι ύστερα μας το 'δειχνε λέγοντάς μας ότι ήρθαν οι καλικάντζαροι… προς νερού τους κι έσβησαν τη φωτιά! Για πότε χωθήκαμε στα κρεβατάκια μας και κουκουλωθήκαμε, που να σας τα λέω!
Όλη η βδομάδα μέχρι την Πρωτοχρονιά κύλαγε με ετοιμασίες για την αλλαγή του χρόνου. Οι μεγάλοι φρόντιζαν τα ζώα με τροφές, πιο πολύ με τριφύλλια από τα δεμάτια που είχαν μαζεμένα από το καλοκαίρι για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Το χειμώνα, εδώ που τα λέμε, δεν είχαμε και πολλές αγροτικές δουλειές. Κάναμε και τα ωραία νυχτέρια μας μέσα στα σπίτια, αφού συνήθως είχε κρύο και χιόνια.
Ώσπου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά βγαίναμε πάλι για τα κάλαντα, τα πρωτοχρονιάτικα αυτή τη φορά: «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή  καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος. Αρχή που βγήκε ο Χριστός, Άγιος και Πνευματικός, στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει. Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται, από την Καισαρεία, συ 'σαι αρχόντισσα κυρία…»
Νωρίς το βραδάκι της παραμονής, πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και εκεί ρίχναμε ένα κερματάκι, ή σπόρους, κάνοντας ευχές. Λέγαμε: «όπως τρέχει το νεράκι σου βρύση μου να τρέχει η υγεία, η χαρά και η τύχη».
Το βράδυ οι άντρες διασκέδαζαν με κανένα χαρτάκι για το καλό, οι γυναίκες έφτιαχναν γλυκά και εμείς τα παιδιά, παίζαμε με την ψυχή μας. Το τζάκι ήτανε γεμάτο με ξύλα, τα μεζεδάκια σιγοψήνονταν στη θράκα, το τσίπουρο και το κρασάκι συνοδιά και όλοι μαζί λέγανε ιστορίες και τραγουδούσαν για να μπει χαρούμενα ο νέος χρόνος. Στις 12 τα μεσάνυχτα πατάγαμε κι ένα ρόδι για το γούρι. Ήταν έθιμο!
Το πρωί της πρωτομηνιάς πρώτα πηγαίναμε στην εκκλησία, όπου αλλάζαμε ευχές και τα κεράσματα: κανένα λουκούμι ή κάνα τσιπουράκι. Μετά γυρνούσαμε στα σπίτια μας για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όπου είχαμε πάλι χαρές και γλέντια. Κόβαμε και τη «βασιλόπιτα». Δεν είχαμε βέβαια τις σημερινές πολυτελείς βασιλόπιτες, αλλά τη δική μας την «αγιοβασιλιάτικη»! Τότε κάναμε την πίτα τη ζυμαρόπιτα, με καλαμποκάλευρο, βούτυρο, αυγά, πράσο και τυράκι. Βάζαμε μέσα για «τυχερά», ένα αχυράκι για να πάει καλά το νέο χρόνο η σοδειά, ένα φυλλαράκι πουρνάρι για να ‘χουν προκοπή τα ζώα και μια δεκαρούλα για την οικονομία του σπιτιού! Καλότυχος εκείνος που θα το ’βρισκε! Το βραδάκι πηγαίναμε για τις ευχές στους Βασίληδες και τις Βασιλικές. Οι άντρες χωριστά πρώτοι και αργότερα ακολουθούσαν οι γυναίκες μόλις τέλειωναν τις δουλειές του σπιτιού! Καρυδόπιτες, μπακλαβάδες, βραστά κάστανα πάνω στο τραπέζι, τσίπουρο και κρασί ήτανε τα κεράσματα για τις ονομαστικές εορτές.
Των Φώτων πάλι, ήτανε γιορτή μεγάλη. Την παραμονή των Θεοφανίων λέγαμε ξανά τα κάλαντα! Αυτό είναι ένα παλιό έθιμο που δεν το ξέρουν σήμερα τα παιδιά της πόλης. Τότε «τα λέγαμε» όμως με κάθε επισημότητα: «Σήμερα είναι τα Φώτα και ο Φωτισμός και χαρά μεγάλη και ο Αγιασμός.. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η Παναγία η Δέσποινα, με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα. Και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί: Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε, δύνασαι βαφτίσεις Θεού Παιδί, δύναμαι και θέλω και προσκυνώ και τον Κύριό μου παρακαλώ….» και παίρναμε πάλι το κατιτίς μας εμείς τα παιδιά.
Στις 12 το βράδυ είχαμε ένα έθιμο ότι «ανοίγουν οι ουρανοί» και οι ευχές μας θα γίνουν πραγματικότητα. Δεν κοιμόμασταν, περιμέναμε με λαχτάρα αυτή τη στιγμή. Βγαίναμε έξω να βλέπουμε τα αστέρια τ’ ουρανού και κάναμε την ευχή ή γράφαμε σε χαρτάκια ευχούλες και τα κρεμάγαμε από μια κλωστούλα στα κλαράκια στις αυλές μας, ώσπου να ξημερώσει. Ακόμη και σήμερα κρατάει αυτό το παλιό μας έθιμο.
Ανήμερα των Θεοφανίων οι νοικοκυρές άδειαζαν το παλιό νερό από τη βαρέλα και τη γέμιζαν με καινούργιο, της μέρας! Ο παπάς του χωριού στη λειτουργία άγιαζε με ένα κλωνί ξερό βασιλικό τον κόσμο. Ύστερα πέρναγε και ράντιζε τα σπίτια, τα μαντριά, τα ζωντανά και τα χωραφάκια.
                                      
Βέβαια των Φώτων είχαμε  πάλι γιορτές, τους Φώτηδες, τις Φανίτσες και τους Φάνηδες κι έτσι κάναμε το γύρο σε όλους τους εορταζούμενους, για τα χρόνια πολλά. Του Αϊ Γιαννιού τα ίδια, αλλά έλα που άνοιγαν και τα σχολεία μας κι έτσι τέλειωναν και οι γιορτές της ξεγνοιασιάς!
  
Χάρηκα, παιδιά μου, που με κάνατε να θυμηθώ εκείνα τα χρόνια στο αγαπημένο μου χωριό. Οι νέοι πρέπει να ξέρουν για τις ρίζες των προγόνων τους και για τα παλιά τα έθιμα. Με συγκινήσατε που ψάχνετε να τα μάθετε και να τα μεταδώσετε για να μην χαθούν. Για το τέλος, θέλω να σας πω ότι τότε ήμασταν όλοι σχεδόν το ίδιο, τι είχες εσύ θα μου ‘δινες, τι είχα εγώ θα σου ‘δινα, όλοι παλεύαμε για τα ίδια πράγματα, πώς να τα φέρουμε βόλτα μέσα σε τόσες δυσκολίες. Ανταμώναμε τα βράδια, δεν υπήρχανε τότε τηλεοράσεις για να κάθεται ο καθένας μόνος του ξεκομμένος να κοιτάζει στο γυαλί!  Έρχονταν οι γειτόνοι, πηγαίναμε κι εμείς σ’ αυτούς, κουβεντιάζαμε, πίναμε το κρασάκι μας και τραγουδάγαμε όλοι μαζί παρέα παλιά τραγούδια. Τέτοια πράγματα, όμορφα κι απλά. Είχαμε όμως πολύ μεγάλη αλληλεγγύη και αυτό είναι που μας βάστηξε! Γι’ αυτό παιδιά μου να θυμάστε ότι όταν κρατάτε το χέρι του συγχωριανού, του γείτονα, του φίλου, παίρνετε κουράγιο και δύναμη, για να αγωνιστείτε αντάμα για τη ζωή! Εύχομαι η Ελπίδα να σας συντροφεύει.

Χρόνια πολλά, καλή χρονιά σε όλους σας και πολλά χαιρετίσματα στους ξενιτεμένους μας που ποτέ δεν τους λησμονάμε.  

Για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

Ποιος, ποιον και πώς;

Ποιος, ποιον και πώς;

Παναγιώτης Μαυροειδής
Κανείς δεν αμφισβητεί πλέον πως βρισκόμαστε στη δίνη μιας  καπιταλιστικής κρίσης με βάθος, ποιότητα και διάρκεια που υπερβαίνουν τα όρια ενός συνηθισμένου καθοδικού κύκλου.
Κι οι πιο ανυποψίαστοι συνειδητοποιούν-συχνά με τρόμο-κάτι ακόμη: Η κοινωνική σύγκρουση,  στο φόντο αυτής της κρίσης και των προσπαθειών εξόδου από αυτήν, θα είναι αντίστοιχης ποιότητας και βάθους και για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, θα είναι εξαιρετικά βίαιη.
Να αγωνιστούμε λοιπόν. Αντίσταση, ανατροπή αυτής της πορείας. Δεν έχει κάνει και λίγα η κοινωνία. Σε παλιότερες εποχές θα είχαν πέσει όχι μία αλλά δέκα κυβερνήσεις. Υπάρχει όμως ένα πραγματικό τείχος απέναντι στο λαό.
Η συσπείρωση του αστικού κόσμου, με πολιτική έκφραση τη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, ορθώνεται  απέναντι μας ολοκάθαρα. Η αντικατάσταση του Παπανδρέου έστειλε διπλό μήνυμα: Το ΠΑΣΟΚ μόνο του δεν μπορούσε απέναντι στη λαϊκή οργή. Από την άλλη όμως, αυτή η σπουδή για τόσο γρήγορη επιστράτευση  και έκθεση των εφεδρειών,  αποτελεί ταυτόχρονα και  μέτρο της σφοδρότητας της επίθεσης που ετοιμάζεται. Θα ‘’μοιραστεί παιχνίδι’’ τώρα. Έτσι βλέπουμε το ΠΑΣΟΚ να θέτει το ζήτημα της νέας μείωσης των επικουρικών, τον Σαμαρά να ζητά εδώ και τώρα μείωση εργοδοτικών εισφορών και το ΛΑΟΣ να απαιτεί εκλογές του αγίου …ποτέ και ολιγαρχική κυβέρνηση.

Δεν πρόκειται ούτε να μείνουν, αλλά ούτε να πέσουν με συνηθισμένο τρόπο. Χρειάζεται άλλου τύπου αγώνας και οπωσδήποτε μια μεγάλη ένωση δυνάμεων του λαού, ένα αποφασισμένο μέτωπο.
Όλοι μιλάνε για ένα κάποιο μέτωπο. Ποιο να διαλέξουμε και με τι κριτήρια; αντιμνημονιακό, εθνικό-πατριωτικό, αριστερό, αντικαπιταλιστικό; Μήπως λίγο από όλα; Τι είναι τώρα όλη αυτή η παρέλαση; Απλά η επιβεβαίωση της γνωστής σαρακοτυραννίας του να θεωρεί κάθε πολιτική δύναμη ή προσωπικότητα της αριστεράς πως είναι το κέντρο του κόσμου και η πηγή της αλήθειας;
Ας το σκαλίσουμε λίγο ακόμη, πριν αρχίσουμε τα εύκολα αναθέματα.
Μπροστά σε μια κοινωνική και πολιτική διαπάλη που απειλεί να καταβυθίσει ολόκληρη την κοινωνία, οφείλουμε με σαφήνεια να αναζητήσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα
Ποιος;
Ποιον;
Πώς;
Φαίνεται κοινότυπο; Αν όμως σε κάποιους αριστερούς ή κομμουνιστές πάει ο νους στο γνωστό ‘’ποιος/ποιoν’’ που είναι το κλασσικό ερώτημα μιας επαναστατικής κατάστασης, διευκρινίζουμε πως δεν έχουμε την εκτίμηση ότι είμαστε σε τέτοια περίοδο. Τουλάχιστον με τον κλασσικό τρόπο. Θα διαβούμε ένα σημαντικό διάστημα όπου οι νίκες αλλά και οι ήττες θα έχουν προσωρινό και όχι οριστικό χαρακτήρα.
Αναφερόμαστε στη μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε στην προσπάθεια για την ανάταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και με στόχο την ανατροπή του επιχειρούμενου κοινωνικού κανιβαλισμού.
Θα ξεκινήσουμε σκόπιμα από το δεύτερο ερώτημα.
Ποιον λοιπόν, έχουμε απέναντι μας;
Μήπως το πρόβλημα αλήθεια ήταν ένας ανόητος οσφυοκάμπτης  Γιωργάκης Παπανδρέου, πρωθυπουργός κατώτερος των περιστάσεων; Σε συνδυασμό ενδεχομένως με το συρφετό και  άλλων ανεπαρκών, διεφθαρμένων και καλοταϊσμένων από τα λογής λογής σκάνδαλα  πολιτικών; 
Υπάρχει αρκετή αλήθεια σε αυτές τις σκέψεις. Έντρομος όμως ο κόσμος συνειδητοποιεί πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Κλονίζεται η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, κινδυνεύει το ευρώ, ταράσσεται ολόκληρος ο καπιταλιστικός κόσμος, σε μια στιγμή που δεν υπάρχει αντίπαλο κρατικό ‘’σοσιαλιστικό στρατόπεδο’’, ούτε κατά φαντασία και όνομα.
Αλλά και για αυτό πάλι, τι φταίει;
Μήπως ο κίνδυνος  για το ευρώ πηγάζει από με μια τρελή και αλόγιστη Μέρκελ; Μήπως να ενοχοποιήσουμε το λαίμαργο εκείνο τμήμα του κεφαλαίου που δεν είχε τη σωφροσύνη  να αρκεστεί σε ένα λογικό κέρδος, αλλά  ήθελε τα πάντα,  που διοχέτευσε  σε στοιχήματα τύπου παραγώγων και cds ποσά, εικονικά η μη, που σήμερα φτάνουν 12 φορές πάνω από το παγκόσμιο ΑΕΠ ; Και ποιες είναι τελικά αυτές οι αόρατες και ανώνυμες ‘’αγορές’’, που εμφανίζουν συνεχώς ‘’νευρικότητα’’;
Πολλές από αυτές τις  επισημάνσεις είναι σωστές. Αλλά υπάρχει άραγε κεφάλαιο… «εγκρατές»; Το ματοκύλισμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου οφειλόταν στην τρέλα του Χίτλερ ή στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και την επιλογή για εξαφάνιση της μπολσεβίκικης απειλής; Γιατί δεν βρίσκονται ‘’λογικές’’ και ‘’σώφρονες’’ δυνάμεις του κεφαλαίου να παρέμβουν, αντί να αποτυχαίνει το ένα μετά το άλλο τα σχέδια σωτηρίας της ευρωζώνης;
Δεν θέλουμε να περιπαίξουμε τις παραπάνω απόψεις, ούτε να τις προσπεράσουμε αβασάνιστα. Δεν υποτιμούμε ούτε άλλες πιο απλοϊκές, αλλά δυστυχώς εύληπτες σε λαϊκό κόσμο αντιλήψεις πως μπορεί να φταίνε οι ‘’εβραίοι’’  ή και οι ‘’μασόνοι’’.  Όλα αυτά τα συναντούμε καθημερινά δίπλα μας και πρέπει να διαλεχθούμε και με αυτόν τον προβληματισμό.
Σε καμία μάχη, δεν διαλέγεις αντίπαλο υποκειμενικά και μάλιστα από κάποιο μενού. Ο αντίπαλος είναι συγκεκριμένος και στέκει απέναντι σου. Ή τον βλέπεις και τον αναγνωρίζεις, αν το μπορείς και το θέλεις  ή πολύ απλά χάνεις τη μάχη. Ακόμη και αν παλέψεις ηρωικά. Είναι στοιχειώδες, για  μια στρατηγική άμυνας, επίθεσης , ανατροπής του και νίκης, να εκτιμήσεις σωστά την φύση του, τα όπλα του, τον στόχο του, την τακτική του.
Εμείς  λέμε ότι απέναντι μας έχουμε τον καπιταλισμό σε μια στιγμή βαθύτατης και ιστορικών διαστάσεων κρίσης. Στην προσπάθεια του να την φορτώσει δια πυρός και σιδήρου στον κόσμο της εργασίας. Να τον γδάρει ακόμη περισσότερο. Αλλά όχι μόνο αυτό πλέον. Ζητούμενο είναι και η πλήρης καταστροφή με προσδοκία  την ανάταξη και «επαναλειτουργία»  του καπιταλιστικού κύκλου μέσα από μια γιγαντιαία κοινωνική επιχείρηση ‘’σοκ και  δέος’’, τύπου Βαγδάτης. Ακόμη και οι αστοί οικονομολόγοι  μιλούν πλέον καθαρά για αυτό. Καμία μοιρολατρία δε χρειάζεται. Δεν μπορούν να το καταφέρουν. Η κοινωνία δεν κάμπτεται. Οι λαοί αντιστέκονται στην εποχή των τεράτων. Χωρίς εμάς δεν είναι τίποτα. Εμείς χωρίς αυτούς είμαστε τα πάντα.
Διακρίνουμε επίσης, ειδικότερα και αμεσότερα, την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιφερειακή μορφή της καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Να σχεδιάζει και να επιβάλλει την πολιτική των μνημονίων διαρκείας στην Ελλάδα και αλλού.  Αλλά και να προετοιμάζεται ταχύτατα για τη νέα ‘’οικονομική διακυβέρνηση’’. Την μεταφορά όλων των κρίσιμων οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων, από το εθνικό πεδίο και τους επηρεασμούς που μπορεί να υπάρχουν εκεί από τους λαούς και τον αγώνα τους, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που ελέγχεται απόλυτα από το κεφάλαιο και το Γαλλο-Γερμανικό άξονα. Μίλησε κανείς για δημοκρατία ή λαϊκή κυριαρχία;
Βλέπουμε την ελληνική αστική τάξη, να δικαιώνει αυτό που λένε οι ομοτράπεζοι της στην ΕΕ: ‘’πάμπλουτοι έλληνες-πάμφτωχη Ελλάδα’’. Γίνεται αυτό;  Μια χαρά! Να πλουτίζουν οι επιχειρηματίες και να φτωχαίνουν οι εργαζόμενοι, η χώρα στην οποία ζουν, σε πολλές περιπτώσεις  και οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Άλλωστε είναι γνωστό πως τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει ένας σύγχρονος  επιχειρηματίας είναι να μην ταυτίζεται με ένα τόπο, ένα κλάδο, αλλά ούτε και με την επιχείρηση του.
Αναγνωρίζουμε απέναντι, τις διαδοχικές κυβερνήσεις των αστικών κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, που διαχρονικά και σε διάφορες παραλλαγές, με χρησιμοποίηση και ‘’προθύμων’’ τύπου ΛΑΟΣ, έχουν υπηρετήσει με πειθαρχία και την ΕΕ και το κεφάλαιο. Δε χαριζόμαστε στις μεγάλες ευθύνες της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Πιστεύουμε όμως πως η θεωρία ‘’όλοι ίδιοι είναι’’, έρχεται να συγκαλύψει τα συμβόλαια θανάτου σε βάρος των κοινωνικών αναγκών που εκτελούν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ μαζί με τα ακροδεξιά μαντρόσκυλα του συστήματος.
Διακρίνουμε ένα βαρύ πλέγμα πολιτικής εξουσίας να επικάθεται πάνω στην πλάτη των εργαζομένων. Ένα κράτος-υπηρέτη του επιχειρηματικού κέρδους, ένα σάπιο πολιτικό σύστημα καρικατούρα δημοκρατίας, τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, τις λογής λογής πνευματικές αστυνομίες, από την εκκλησία ως τους ενσωματωμένους διανοούμενους και πανεπιστημιακούς.
Βλέπουμε άραγε λάθος; Μήπως είμαστε άραγε υπερβολικοί ή άδικοι σε αυτές τις εκτιμήσεις;
Εξ αιτίας  αυτής της αναγνώρισης του αντιπάλου, λέμε ότι ο αγώνας των εργαζομένων, του λαού, σε αυτή τη  φάση, θα πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τελικά, να έχει συγκεκριμένη στόχευση. Τι σημαίνει αυτό;
Αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό και το φόρτωμα της κρίσης του στους εργαζόμενους και την κοινωνία.
Ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την δικτατορία των γιγάντιων πολυεθνικών και πολυκλαδικών ομίλων.
Ενάντια   στην  επιβολή της θέλησης των ηγεμονικών ιμπεριαλιστικών κρατών- με την ξεδιάντροπη συνενοχή των ντόπιων ομοϊδεατών τους- για βίαιη ένταση της καταπίεσης κι εκμετάλλευσης λαών, με κατάπνιξη των δικαιωμάτων τους για κυριαρχία και αυτοδιάθεση.
Ενάντια στην ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή κεφαλαιοκρατία, που προσδοκά διατήρηση ή/και αύξηση του πλούτου της πάνω στην κοινωνική καταβύθιση του κόσμου της εργασίας.
Να γιατί θεωρούμε ότι οι  λογικές αντι-μνημονιακών ή εθνικο-πατριωτικών ή αντι-πολιτικών μετώπων, ενώ έχουν κάτι σωστό και ιδιαίτερο κατά περίπτωση   να επισημάνουν, αποτελούν μια λαθεμένη στην γενίκευση της προσέγγιση.
Ποιος είναι ο δικός  μας ''στρατός'';
Ας μας συγχωρηθεί λίγο ο …μιλιταρισμός, για να συνεχίσουμε στο ίδιο μοτίβο. Καμία μάχη δεν κερδήθηκε χωρίς γνώση και σωστή εκτίμηση των ‘’ημετέρων δυνάμεων’’. Ποιοι είμαστε; Ποια είναι τα επίλεκτα τμήματα μας; Πόσοι μπορούν να παραταχθούν στη μάχη, αλλά και πώς; Και πάνω από όλα πού θα βάλλει η συγκέντρωση πυρός; Ποια τα δυνατά μας σημεία και ποια του αντιπάλου;
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως είμαστε απλά  οι Έλληνες.  Ενάντια στους Γερμανούς και τους Γάλλους που μας διασύρουν και μας ποδοπατάνε. Είναι πολύ σημαντική πλευρά η βεβήλωση της εθνικής αξιοπρέπειας  όπως τη νοιώθει ένα πολύ μεγάλο του λαϊκού κόσμου, αλλά δεν είναι αυτή η ταυτότητα που μπορεί να συγκροτήσει στρατηγική νίκης. Νίκη  με το Δούρειο Ίππο μέσα σου, δεν υπήρξε ποτέ. Έλληνες είναι και ο Παπανδρέου και ο Σαμαράς και ο Παπαδήμος και όλοι αυτοί οι υπηρέτες της ΕΕ, των τοκογλύφων, των τραπεζιτών, του κεφαλαίου, του κέρδους. Έλληνες είναι και ο Δασκαλόπουλος και όλη η παρέα του ΣΕΒ, των εφοπλιστών, των μεγαλοξενοδόχων, γενικά ο αστικός κόσμος, που τρίβει τα χέρια του με την εξάρθρωση των εργασιακών σχέσεων μέσω των μνημονίων και τρέμει μήπως φύγουμε από το ευρώ.
Θα μπορούσε κάποιος να διορθώσει διευκρινίζοντας ότι πρέπει να αφαιρέσουμε σαφώς τους προδότες και δοσίλογους και να μείνουμε οι πραγματικοί πατριώτες. Σημαντικότατη διάσταση αυτή. Έχει παράδοση αυτός ο τόπος και από δοσιλογισμό  και από λαϊκή εθνική αντίσταση. Χρειάζονται να ανασυρθούν οι καλύτερες από αυτές τις παραδόσεις. Κάθε άλλο όμως παρά μας φτάνει αυτό. Σε μια γειτονιά, κάποιοι μαχητές κατά των μνημονίων, κυκλοφόρησαν μια αφίσα με σύνθημα  ‘’ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ’’. Ούτε για Γερμανούς, ούτε για Πακιστανούς, η λογική συνέχεια της κουβέντας.  Αν η απάντηση στον αστικό κοσμοπολιτισμό και στον ιμπεριαλιστικό εθνικισμό είναι αυτού του τύπου, έχουμε χάσει πριν δώσουμε την μάχη. Ποιος θα μπορούσε άραγε να κατηγορήσει τον Χίτλερ για οσφυοκάμπτη; Μήπως δεν αγαπούσαν την πατρίδα τους οι Γερμανοί στρατιώτες, άνεργοι  και εργάτες, που απάντησαν στην εθνική ταπείνωση του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και στην καπιταλιστική κρίση, συμπαρατασσόμενοι με το ναζισμό; Όμως έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να ματοκυλίσουν τη χώρα τους και όλους τους λαούς της Ευρώπης. Η απάντηση στον  ‘’πατριωτισμό’’ του χρήματος δεν είναι ο πατριωτισμός του ‘’αίματος’’.
Μήπως το κουράζουμε πολύ, ενώ θα αρκούσε να πούμε πως απλά είμαστε οι πολλοί; Είναι σημαντικό να υπάρχει αυτή η ηθική υπεροχή. Πράγματι, είμαστε η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, αν όχι το 99% που λένε οι καταληψίες της wall street,  απέναντι σε μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που επιβάλλεται και εξουσιάζει  με την οικονομική βία και το μονοπώλιο της  ένοπλης στρατιωτικής βίας. Καμία όμως μάχη δεν κερδήθηκε ποτέ απλά με μεγάλους αριθμούς και μπουλούκια. Πολύ περισσότερο η κοινωνική διαπάλη και επανάσταση, απαιτεί πολιτικές απαντήσεις, οργάνωση, θεωρία, σχέδιο, τακτική και στρατηγική.
Η μετατροπή της διάχυτης κοινωνικής δυσαρέσκειας σε δρών πολιτικό υποκείμενο ανατροπής, απαιτεί μια διαφορετική αυτο-συνείδηση.
Φορέας αυτού του μετασχηματισμού, με προοδευτικό πρόσημο, μπορεί να είναι  μια  ευρύτατη κοινωνική συμμαχία με ηγεμονία του κόσμου της εργασίας. Των παραγωγών του κοινωνικού πλούτου και πολιτισμού, όσων δουλεύουν για να ζήσουν.
Να συζητήσουμε  και τις δύο πλευρές αυτής της προσέγγισης.
Γιατί  ‘’ευρύτατη κοινωνική  συμμαχία’’;
Είμαστε σε στιγμή τεράστιας κοινωνικής τομής στο φόντο της αντεργατικής επίθεσης. Τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου καταβυθίζονται. Ο μη ενεργός οικονομικός πληθυσμός στην Ελλάδα, παραδοσιακά πολύ μεγάλος, γίνεται πλέον πλειοψηφία και σε περίοδο καταλήστευσης των μισθωτών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δεν μπορεί να ζήσει. Οι συνταξιούχοι, όχι μόνο δεν μπορούν να ‘’τσοντάρουν’’ πλέον παιδιά και εγγόνια, αλλά χρειάζονται αυτή στήριξη που δε μπορεί να προσφέρει κανείς. Οι άνεργοι πληθαίνουν εφιαλτικά. Οι επιστήμονες μοιράζουν πίτσες ή παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Η κοινωνία καίγεται…. Διαμορφώνεται  μια ταυτότητα ενιαίου λαού που δέχεται καταιγιστική επίθεση. Οι δυνατότητες συμμαχιών του κεφαλαίου ψαλιδίζονται. Είναι επείγουσα ανάγκη να δούμε πως θα συγκροτηθεί μια συμμαχία αγώνα για επιβίωση.
Γιατί ‘’ηγεμονία του κόσμου της εργασίας’’;
Δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής εμμονής, όπως βιάζονται όσοι αρέσκονται σε ευκολίες.
Πρώτα πρώτα,  η εργατική τάξη, ενεργή οικονομικά ή άνεργη, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, έχει αντικειμενικό συμφέρον, αλλά και τη δύναμη  να ανατρέψει την επιδρομή του κεφαλαίου. Να επιβάλει μια πορεία κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας, αλληλεγγύης και δημοκρατίας.
Δεν πρέπει να σταθούμε μόνο σε αυτό. Εκτός από το στενά νοούμενο ‘’συμφέρον’’, ο κόσμος της εργασίας είναι φορέας απελευθερωτικών αξιών για όλη την κοινωνία που είναι ικανές να κατανικήσουν τον εγωισμό και τον ανταγωνισμό που καλλιεργεί ο αστικός κόσμος. Πλατιά στρώματα μικρομεσαίων καταστρέφονται σήμερα και είναι επείγουσα μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία. Πάντα ωστόσο θα έχει μια ποιοτική διαφορά αυτός που έχει μάθει να ζει μόνο από τη δική του δουλειά, με τα χέρια ή το μυαλό και όχι από τη δουλειά άλλων.
Τέλος, η εργαζόμενη πλειοψηφία, έχει την  πείρα της οργάνωσης, της πολιτικής πάλης, ακόμη και της πολιτικής νίκης πάνω στον κόσμο του κεφαλαίου. Η κριτική και πολεμική στην κοινοβουλευτική αριστερά και στον υποταγμένο, στην εργοδοσία, την κυβέρνηση και την ΕΕ, συνδικαλισμό, δεν αναιρεί το ιστορικό κεκτημένο του εργατικού κινήματος, που πρέπει φυσικά να ξανακατακτήσει την εμπειρία απ’ όλες τις σελίδες της ιστορίας του και να ανασυντεθεί με τη γνώση, τις ανάγκες και τα κριτήρια του σήμερα.
Μα είναι δυνατόν να μη βλέπουμε όλοι ακριβώς αυτό που έχουμε απέναντι μας;
 Φυσικά και είναι, διότι ‘’δεν κοιτάμε όλοι με τα ίδια μάτια’’.
Είναι διαφορετικές οι καθημερινές εμπειρίες και τα συμφέροντα της ευρύτατης κοινωνικής πλειοψηφίας που θίγεται από τα αντιλαϊκά μέτρα, από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας που τα επιβάλλει ή/και ωφελείται εκ των πραγμάτων από αυτά.
Οι εργαζόμενοι δεν ονειρεύονται ‘’ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας’’ γενικά. Το εθνικό τους συναίσθημα εκφράζεται και συνδέεται με το δημοκρατικό δικαίωμα της επιβολής του λαϊκού δίκιου και όλο και πιο πολύ με το  ταξικό συμφέρον της νίκης πάνω στο κεφάλαιο. Συνδέεται με την απομυθοποίηση της  ΕΕ των δήθεν «χρυσών κουταλιών» και του έντονου προβληματισμού αν έχει νόημα πια να είμαστε μέσα σ’ αυτήν.  Συνδέεται με αναζητήσεις για  δημοκρατικές και αμοιβαίου οφέλους σχέσεις με τους γειτονικούς λαούς και χώρες, χωρίς απατηλές κούρσες εξοπλισμών που μας γονατίζουν  και εντάξεις στο ΝΑΤΟ  αλλά και με ερωτήματα για πανόμοια συνεργασία  με άλλες χώρες που σηκώνουν μύτη σε ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αντίθετα, ο ‘’επιχειρηματικός κόσμος’’, αντιλαμβάνεται την εθνική υπόσταση ως εργαλείο διαπραγμάτευσης  μιας καλύτερης θέσης σε σχέση με τους ανταγωνιστές του. Ως πεδίο θυσιών του λαού, για την διαιώνιση της δικής του κυριαρχίας, έστω και με υποδεέστερη θέση στην ουρά της ΕΕ.
Οι φτωχοί, οι άνεργοι δεν ζητούν απλά ‘’επιστροφή των ΔΕΚΟ στο κράτος’’, αλλά απαιτούν φιλολαϊκή, δημόσια, πραγματικά  κοινωνική πολιτική. Τμήματα της αστικής τάξης ονειρεύονται την νεκρανάσταση  του (γνωστού χθεσινού) δημόσιου τομέα-υπηρέτη των εργολαβικών συμφερόντων της, χωρίς την απευθείας κυρίευση του από τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα επιθυμούσαν ένα δημόσιο τομέα, στήριγμα των κοινωνικών πολιτικών και του πολίτη. Το παλιό αστικό κομματικό πολιτικό σύστημα, θέλει να μπορεί να συνεχίσει να τους καταδικάζει σε  δούλους του ρουσφετιού και αιμοδότες του κρατικού συνδικαλισμού της συμφοράς.
Οι νέοι που μένουν άνεργοι, που ενοχοποιούνται για ‘’βίαιη’’ συμπεριφορά, που αν δουλεύουν είναι χωρίς ασφάλιση και με μισό μαύρο μισθό, δεν ελκύονται από καμία ‘’αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης’’. Απαιτούν πραγματική δημοκρατία παντού. Στη δουλειά, στη γειτονιά, στο σχολείο, σε όλη την κοινωνική και πολιτική σφαίρα. Αντίθετα,  δυνάμεις της ‘’λαϊκής’’ δεξιάς και της ακροδεξιάς, τμήματα της αστικής τάξης που απειλούνται,  ακόμη και όταν  εξεγείρονται υποκριτικά ενάντια στην ‘’επιβολή των ξένων’’ και μιλούν για τη ‘’σωτηρία της χώρας’’, θέλουν το λαό δεμένο. Θεωρούν τα συνδικάτα και τις απεργίες αιτίες της κρίσης και ευαγγελίζονται ‘’τάξη, εργασία και ησυχία παντού’’.
 
Πώς μπορούμε να νικήσουμε;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, οριοθετείται σε μεγάλο βαθμό από τις απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα.
Δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν. Ακόμα κι οι κατακτήσεις που απέσπασε το εργατικό και λαϊκό κίνημα σε προηγούμενες φάσεις του καπιταλισμού (όπως το κράτος πρόνοιας), θα πρέπει να επανακατοχυρωθούν με νέους όρους και σε σύγκρουση μαζί του. Αυτές οι καταχτήσεις θα είναι προϊόν οξυμένης συνολικής πολιτικής σύγκρουσης. Θα ανακύψουν, προσωρινά και  για επιμέρους ζητήματα,  ως παράγωγο του κοινωνικού αγώνα για τον αμετάθετο στόχο ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Ακόμη και με πρωτοβουλία του αντίπαλου,  για ν’ αποφύγει τα χειρότερα.  Αλλά, θα στερεωθούν, μόνο με τους εργαζόμενους στο τιμόνι, με εργατική εξουσία και δημοκρατία.
Με ποια όπλα όμως;
Ο αντίπαλος έχει  το κράτος, την κυβέρνηση, την ΕΕ, τα αστικά κόμματα, την ακροδεξιά, τα ΜΜΕ.
Χρησιμοποιεί την οικονομική βία, το φόβο της απόλυσης και της πείνας. Την ιδεολογική χειραγώγηση με τα ΜΜΕ. Την ανοιχτή πολιτική καταστολή, ακόμη και την απειλή του πολέμου. Ο αντίπαλος κυριαρχεί οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά στην παραγωγή, στη διοίκηση, στην αναπαραγωγή. Επισείει την τιμωρία των δανειστών, το δίκαιο της ΕΕ, την ισχύ του ΝΑΤΟ.
Εμάς ποια είναι τα όπλα μας κι οι συμμαχίες μας; Ποιοι είναι οι στόχοι μας;
Μια ‘’πατριωτική κυβέρνηση’’ ανθρώπων με εθνική συνείδηση, όπως αφελώς ή με περισσή πονηριά ψιθυρίζουν ορισμένοι, εμποδίζοντας τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας;
Μια νέα ‘’αρχιτεκτονική στην Ευρωπαϊκή Ένωση’’, ευρωομόλογο και άλλα τινά; Είναι η πιο ανέφικτη και ανεδαφική προσέγγιση.
Μήπως μια ‘’αριστερή προοδευτική κυβέρνηση’’; Μπορούν άραγε τα εκλογικά ποσοστά της αριστεράς -και μάλιστα τα εικονικά/δημοσκοπικά, μπροστά κιόλας σε εκλογές που ΔΕΝ γίνονται!- να νικήσουν ένα αντίπαλο με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, μέσα από ένα εύκολο εκλογικό περίπατο; Μήπως  μας πιάσουν πάλι με τις πυτζάμες; Μήπως πρέπει να θυμηθούμε τα κυβερνητικά κάζο της αριστεράς στην Ιταλία και  την Γαλλία ή να κοιτάξουμε στην Κύπρο;
Νομίζουμε ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως δεν έχουμε πραγματικά δημοκρατία. Ακόμη και αυτή η κολοβή αστική δημοκρατία κουτσουρεύεται ακόμη περισσότερο. Η  λαϊκή κρίση, η δήθεν ελεύθερη επιλογή, φιλτράρονται μέσα από τα σκληρά κόσκινα της οικονομικής βίας, της ιδεολογικής χειραγώγησης και του ψέματος, του τρόμου του χειρότερου. Και αν κατ’ εξαίρεση ξεφύγουν από τον έλεγχο, καραδοκεί  ο στρατός και το ΝΑΤΟ.
Σε αυτή την εποχή είμαστε. Της υπεραντιδραστικής στροφής σε ένα απόλυτο, ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Δεν πετάμε τίποτα. Υπερασπίζουμε και το τελευταίο χιλιοστό της ανάπηρης αστικής δημοκρατίας. Αλλά έχουμε και επίγνωση, πως ο αντίπαλος δεν πιάνεται στον ύπνο. Έχει πείρα και δύναμη. Έχει και εσωτερική ενότητα απέναντι στον λαό.
Ποια είναι λοιπόν η δική μας γνώμη;
Χωρίς όργανα επιβολής της λαϊκής θέλησης και εργατικού κοινωνικού ελέγχου, χωρίς την ανώτερη δυνατή συγκρότηση της δημοκρατίας του λαού και του πολιτικά απειλητικού  κινήματός του,  δεν μπορεί να συμβεί καμία σημαντική πολιτική και κοινωνική μεταβολή, πολύ περισσότερο αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης που είναι το ζητούμενο. Μας το διδάσκει η ιστορική πείρα, αλλά βοά και η σύγχρονη πραγματικότητα.
Είναι βαρύ το έργο αυτής της ανατροπής. Είναι δύσκολο να επιβάλλεις μια νίκη ενάντια στον σύγχρονο καπιταλισμό και τις υπερεθνικές συγκροτήσεις  όπως η ΕΕ. Πολύ  πιο δύσκολο δε, είναι να βαδίσει η κοινωνία  έξω και πέρα από την ΕΕ και τον καπιταλισμό που θα παραμένει φυσικά ως το διεθνές σύστημα.
Τι μορφή θα έχουν αυτά τα όργανα; Συνελεύσεις χώρων δουλειάς ή στις πλατείες; Ενώσεις ανέργων; Εργατικά συμβούλια; Πολιτικές κινήσεις με έμβρυα τα κινήματα ανυπακοής; Νέοι συντονισμοί συνδικάτων βάσης; Η αλήθεια είναι ότι η αγωνιζόμενη κοινωνία ψάχνει και αναδεικνύει μορφές. Καμία από μόνη της δεν είναι ικανοποιητική. Βρίσκονται ακόμη όλα στα σπάργανα. Το ερώτημα ωστόσο μιας νέας οργάνωσης του κόσμου, με πραγματική δημοκρατία και στόχο την ανατροπή, έχει τεθεί.
Όλοι αυτοί  οι δρόμοι, τα ρυάκια, κάπου πρέπει να συντείνουν. Με πολιτικούς όρους και πολιτική στόχευση. Μια τετραπλή συμπόρευση πρέπει να δώσει το υπόβαθρο και την υλική δύναμη σε ένα νικηφόρο αγωνιστικό μέτωπο  για την αντικαπιταλιστική ανατροπή με καρδιά ένα ταξικά ανασυγκροτημένο πολιτικό εργατικό κίνημα. Σ’ ένα λαϊκό ποτάμι  με σημαντικό ανέβασμα,  της δραστηριότητας των μαζών, πού σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ' όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο κι από την ίδια την πολιτική  των «κορυφών του συστήματος», σε αυτοτελή ιστορική δράση».
Ενότητα της εργατικής τάξης, κόντρα στις διαιρέσεις δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, εργαζομένων και ανέργων, ελλήνων και μεταναστών, με παλιές ή νέες εργασιακές σχέσεις.
Κοινωνική συμμαχία, όλων των πληττόμενων στρωμάτων από την κρίση (εργάτες, βιοτέχνες, αγρότες, μεσαία στρώματα, οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός). Βάση μπορεί να είναι  ένα εργατικό  αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που θα συγκροτεί σε νέα βάση την παραγωγική δομή και  την δημόσια κοινωνική πολιτική, που θα στηρίζονται στις κοινωνικές ανάγκες και όχι στο καπιταλιστικό κέρδος ή την εξυπηρέτηση των τοκογλύφων. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η άρνηση πληρωμής του χρέους, η εθνικοποίηση τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, η ανακατανομή του κοινουνικού πλούτου με μέτρα ανόδου του άμεσου και έμμεσου μισθού των εργαζομένων, είναι οι σημαντικοι κόμβοι που ενώνουν αυτή την κοινωνική συμμαχία, την πλειοψηφία του λαού.
Αγωνιστική συμπόρευση όλων των μαχόμενων δυνάμεων. Μόνο με σκληρό αγώνα θα πέσει ο αντίπαλος. Και ο αγώνας χρειάζεται ενότητα.
Κοινή δράση της αριστεράς. Οι προγραμματικές συμβολές όλων των τάσεων  της αριστεράς, μαζί και οι πολιτικές διαφορές, μπορούν να αποκτήσουν άλλη ποιότητα και γόνιμο χαρακτήρα, αν δοκιμαστούν στη μεγάλη προσπάθεια ανάταξης του λαϊκού κινήματος. Εκεί θα καταξιωθεί, θα αναγεννηθεί και θα αλλάξει η αριστερά. Οι ηττοπαθείς μονόδρομοι, η ιδεολογική ακινησία, το εμπόριο ενότητας  και η μιζέρια της κάλπης και της κοινοβουλευτικής αυταπάτης, δεν αποτελούν απαντήσεις. Θα κριθούν αυστηρά στο πεδίο της κοινής δράσης. Της συμβολής ή της απουσίας.
«Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου, τον πόλεμο τον χάνει»
Το ερώτημα της λαϊκής νίκης και ανατροπής είναι κατά τη γνώμη μας ανοιχτό. Η ηττοπάθεια δεν είναι καλός σύμβουλος. Η κρίση θα βαθύνει. Ο κόσμος υποφέρει. Η αριστερά έχει μεγάλες δυνάμεις και δυνατότητες. Μπορεί και πρέπει να συμβάλλει στο καθοριστικό ζήτημα. Στο πως δηλαδή, οι εργαζόμενοι, όλα τα καταπιεζόμενα στρώματα  θα γίνουν ικανά  να αναλάβουν εξεγερτική  μαζική δράση. Δραστηριότητα  αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) το παλιό σάπιο πολιτικό σύστημα και τις κυβερνήσεις του,  πού ποτέ, ακόμα και σε εποχή κρίσεων, δεν «πέφτει», αν δεν το «ρίξουν».
 Ένας λαός που ηττάται δεν δίνει δύναμη στην αριστερά. Η σωτηρία των εργαζομένων, ολόκληρου του λαού και της κοινωνίας είναι ο στόχος και η ελπίδα αναγέννησης της αριστεράς ως δύναμης ανατρεπτικής και επαναστατικής.
Αυτός είναι ο δρόμος, η εικόνα, η  κουλτούρα, η ταυτότητα, που θα δώσουν τη δυνατότητα της αριστεράς να δώσει και τις κοινοβουλευτικές μάχες, χωρίς να μοιάζει με τον τρελό στο πανηγύρι του χωριού ή τον ζητιάνο της πλατείας.
‘’Γιατί τα σκαλίζετε τόσο πολύ;  Έτσι δεν θα ενωθούμε ποτέ’’. Μου είπε ένας φίλος σε μια συγκέντρωση.
Ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Σε μια κοινωνική σύγκρουση σαν την τωρινή, οι μάχες του παρόντος, δεν πρόκειται να κερδηθούν με ευκολίες. Η ιστορία της ταξικής πάλης δεν ξεκίνησε τώρα.
Απαιτείται, μια βαθιά ματιά πίσω, στην αρνητική και θετική εμπειρία του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Και ένα  τολμηρό, προβλεπτικό, διορατικό κοίταγμα μπροστά στις δυνατότητες της εποχής  για ένα νέο απελευθερωτικό κομμουνιστικό πρόταγμα.   

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορικές διαδρομές της Αριστεράς στο «σύντομο 20ό αιώνα»





 Είναι γνωστό ότι η αριστερά οφείλει το όνομά της στις θέσεις που καταλάμβανε η ριζοσπαστική πτέρυγα στα έδρανα της Συντακτικής συνέλευσης κατά τη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης του 1789. Βέβαια, η έννοια της αριστεράς σχηματοποιήθηκε πολύ περισσότερο μετά την επικράτηση του καπιταλισμού, όταν συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και έκτοτε είναι συνυφασμένη με την πολιτική έκφραση του κινήματος που παλεύει για να δοθεί στη δημοκρατία κοινωνικό περιεχόμενο Από την «άνοιξη των λαών» του 1848 μέχρι το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923, τα κινήματα της Αντίστασης στο φασισμό και την παγκόσμια ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η αριστερά έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στη διαδρομή αυτή, ωστόσο, η αριστερά δεν ήταν ενιαία. Για να γίνει κατανοητό το γιατί, είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κρίσιμα ιστορικά σταυροδρόμια και τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές που επέλεξαν τα διαφορετικά της κομμάτια: αυτό θα είναι και το αντικείμενο αυτής της – αναγκαστικά σύντομης – εξιστόρησης. Άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα διακύβευμα που κρίνεται διαρκώς στο παρόν. Την αντίληψη της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης για την Ιστορία απέδωσε ο Μαρξ με την περίφημη φράση του ότι «για την αστική τάξη υπήρχε ιστορία, αλλά δεν υπάρχει πια». Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσεται τόσο η φιλολογία που ακολούθησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ σχετικά με το «τέλος της Ιστορίας», όσο και τα διαρκή κροκοδείλια δάκρυα για την ανυπαρξία νοήματος στη διάκριση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά


Η άνοδος και η πτώση της επαναστατικής Αριστεράς

            Όσον αφορά την επαναστατική αριστερά, οι πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της γράφτηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου  αιώνα. Πρόκειται για τα χρόνια στα οποία συνδυάστηκε οργανικά η μαρξιστική θεωρία με την επαναστατική πολιτική πρακτική. Ο Λένιν έγραφε κείμενα όπως την «Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» ή το «Κράτος και Επανάσταση», την ίδια περίοδο κατά την οποία διεύθυνε τις εφημερίδες «Ίσκρα» και «Πράβντα» και ηγούταν του μπολσεβίκικου κόμματος που έμελλε να είναι το πρώτο που οδήγησε την εργατική τάξη σε μία επιτυχημένη «έφοδο στον ουρανό». Ο Λέων Τρότσκι διατύπωσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης με το «Αποτελέσματα και προοπτικές», αλλά αναδείχθηκε και ως ο πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία το 1905 και αργότερα αρχηγός του Κόκκινου στρατού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση» και τη «Συσσώρευση του κεφαλαίου», αλλά υπήρξε και ιδρυτικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής επανάστασης του 1918. Ακόμα και ο Γκράμσι, πολύ πριν τη λογοκριμένη μαγεία των «Τετραδίων της Φυλακής», είχε γράψει τα «Εργοστασιακά συμβούλια» και τις «Θέσεις της Λυών», ενώ διεύθυνε και την «Όρντινε Νουόβο» μέσα στη φλόγα της ιταλικής «κόκκινης διετίας» του 1919-1920. Οι θεωρητικοί του μαρξισμού θεωρούνταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και αναγκαίο να είναι και πολιτικοί ηγέτες της αριστεράς.

Αυτή η επαναστατική γενιά πρωτοστάτησε και στο σχίσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το 1914, η Δεύτερη Διεθνής ξέχασε τις φλογερές αντιπολεμικές διακηρύξεις της και οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανά την Ευρώπη συστρατεύτηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους και συμμετείχαν ενεργητικά στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ο πολιτικός και αργότερα οργανωτικός διαχωρισμός της επαναστατικής αριστεράς, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, δεν ήταν καρπός ενός εγκεφαλικού σχεδιασμού των ηγεσιών της. Αντίθετα, αποτελούσε προϊόν της σύγκρουσης της επαναστατικής πτέρυγας της αριστεράς εκείνη την περίοδο με το «σοσιαλπατριωτισμό» της Δεύτερης Διεθνούς από τη σκοπιά μίας στρατηγικής ενεργά και επίμονα διεθνιστικής και επαναστατικής. Αυτή η στρατηγική, η οποία επέμενε στην επικαιρότητα της επανάστασης και όχι στην παραπομπή της στις καλένδες του μέλλοντος, δικαιώθηκε από το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923: οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, ανατροπή του Κάιζερ και των Αψβούργων στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, «κόκκινη διετία» στην Ιταλία και ούτω καθεξής.

            Το κρίσιμο στοίχημα της περιόδου παίχτηκε στη Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες του SPD κατάφεραν, επωφελούμενοι από τα λάθη απειρίας του νεοσύστατου KPD, να διατηρήσουν την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα και να εμποδίσουν την αντικαπιταλιστική δυναμική του Η ήττα της γερμανικής επανάστασης του 1918-1923 διαδραμάτισε με τη σειρά της καθοριστικό ρόλο στην απομόνωση της ρωσικής επανάστασης και έθρεψε, μ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτηση του σταλινισμού και τη θεωρητικοποίηση της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ο σταλινισμός υπήρξε η ανατροπή του λενινισμού, τόσο ως προς την αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, όσο και ως προς το καθεστώς που εγκαθίδρυσε στην ίδια τη Ρωσία. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, κατέστη εφικτό μέσα από την καταστροφή των δεσμών του ΚΚ Ρωσίας με την εργατική τάξη της χώρας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και με τη συνειδητή επίθεση του Στάλιν στην εργατική τάξη μέσα από τις «σταχανοβίτικες» εκστρατείες για εργασιακή πειθαρχία και βέβαια μέσα από την ωμή καταστολή πρώτα της αριστερής και έπειτα κάθε αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Αναφορικά με το κράτος, η γραφειοκρατία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη τάξη θέτοντας ως στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» ώστε να «φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση σε πέντε – δέκα χρόνια», ενώ η εργατική τάξη αποστερήθηκε από κάθε έλεγχο στα μέσα παραγωγής.

Η Αριστερά στη σκιά του σταλινισμού

Η επικράτηση αυτού του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν άφησε ανεπηρέαστη την κομμουνιστική αριστερά των υπόλοιπων χωρών. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αφού εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από τις αντιπολιτευόμενες φωνές, προσανατολίστηκαν στην υπεράσπιση της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και, αμέσως μετά την καταστροφική γραμμή της «Τρίτης Περιόδου», στη συγκρότηση «Λαϊκών μετώπων» αναζητώντας συμμάχους ενάντια στο φασισμό σε μερίδες της αστικής τάξης. Αυτά τα μέτωπα οδήγησαν σε ήττες τόσο την ισπανική επανάσταση του 1936, όσο και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και την εξέγερση του Μάη στην Ελλάδα την ίδια χρονιά.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο όταν τεράστια κινήματα αντιφασιστικής αντίστασης ακολούθησαν την ίδια συμβιβαστική πολιτική με αποτέλεσμα είτε τη συντριβή, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε το συμβιβασμό, στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Στην πρώτη περίπτωση, η ηγεσία ενός τεράστιου κινήματος αντίστασης, που είχε καταφέρει να ακυρώσει με γενική απεργία την επιστράτευση που διέταξαν οι Ναζί το Μάρτιο του 1943, παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Αντίστοιχα, στις δεύτερες περιπτώσεις, τα Κομμουνιστικά κόμματα εκδιώχθηκαν το Μάρτιο του 1947 από τις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» στις οποίες συμμετείχαν και απομονώθηκαν πολιτικά ως υποστηρικτές του «παραπετάσματος». Οι πόθοι των ευρωπαϊκών λαών που έδωσαν με σθένος και τεράστιες θυσίες τη μάχη ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό δεν δικαιώθηκαν. Οι ελπίδες για ισότητα και εμβάθυνση της δημοκρατίας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και, γενικότερα για μια «δικαιότερη κοινωνική τάξη πραγμάτων» θυσιάστηκαν στο βωμό του μεταρρυθμιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, η ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής των αντιστασιακών κινημάτων ήταν μοιραία συνέπεια της συνειδητής ενσωμάτωσης της αριστεράς στη μεταπολεμική νομιμότητα

Από μια άλλη πλευρά, ο συνδυασμός της επικράτησης του φασισμού και του σταλινισμού τη δεκαετία του ’30 είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των δυνητικών φορέων της επαναστατικής μαρξιστικής παράδοσης από τη μαζική πολιτική πρακτική της εργατικής τάξης στη Δύση. Η απομόνωση και ο θάνατος του Γκράμσι και του Τρότσκι στην Ιταλία και το Μεξικό, καθώς και η απομόνωση και η εξορία του Λούκατς και του Κορς στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ σηματοδότησαν το τραγικό τέλος μιας περιόδου κατά την οποία ο μαρξισμός ήταν οργανικά συνδεδεμένος με το κίνημα των μαζών. Στο εξής, ο «δυτικός μαρξισμός» θα συσπειρώνει επαγγελματίες φιλοσόφους και όχι πια «επαγγελματίες επαναστάτες» και τα κείμενά του θα γράφονται σ’ ένα ιδιαίτερο ιδιόλεκτο που θα επιτείνει την απόστασή του από την εργατική τάξη της οποίας το μέλλον υποτίθεται ότι υπηρετούσε και οργάνωνε. Αυτή η βαθιά αλλαγή αποτυπώνεται τόσο στα έργα των στοχαστών της σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και σε αυτά του Αλτουσέρ, του Κολέττι και του Ντέλα Βόλπε. Έτσι, για τέσσερις περίπου δεκαετίες, η μαρξιστική σκέψη προχώρησε διαμέσου μιας μακράς παρακαμπτήριας οδού, μακριά από κάθε επαναστατική πολιτική πρακτική

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η σύγχυση που προκλήθηκε, τόσο σε υποστηρικτές, όσο και σε πολέμιους της αριστεράς με βάση την εμπειρία της σταλινικής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση στο  σύνολο της αριστεράς της άποψης ότι η αποστολή του εργατικού κράτους έγκειται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι η διαμόρφωση της σταλινικής Ρωσίας ως κράτους που επωμίζεται την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης, δηλαδή την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και η καλλιέργεια των χαρακτηριστικών που ήταν αναγκαία ώστε να επιτευχθούν αυξημένοι ρυθμοί συσσώρευσης, ήταν καρπός της απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης, άνθησε στην αριστερά η αντίληψη που έκανε λόγο για την  ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, η οποία έχει χάσει τη δυνατότητα να παίξει οποιονδήποτε επαναστατικό ρόλο, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλισμό Με ιδιαίτερο τρόπο, διαφορετικά μεταξύ τους ρεύματα συνέκλιναν στην κοινή αντίληψη ότι η εργατική τάξη αδυνατούσε να αποφύγει τον κλοιό της «κίνησης του κεφαλαίου», της «βιομηχανίας της κουλτούρας», ή ακόμα και των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους»       

1968: το λιώσιμο των πάγων

Η ορμητική επανεμφάνιση της εργατικής τάξης στο προσκήνιο με το Μάη του ’68 και το «καυτό φθινόπωρο» της Ιταλίας, αλλά και η ριζοσπαστικοποίηση που συνόδευσε την πτώση των δικτατοριών στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία έδωσε το έναυσμα για έντονες πολιτικές διεργασίες και ανασυνθέσεις στο εσωτερικό της αριστεράς. Η ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70 σηματοδότησε την εμφάνιση δύο νέων ρευμάτων μέσα στην αριστερά, πέρα από το σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία.

Το πρώτο ήταν το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, το οποίο διαμορφώθηκε με άξονα την αυτονόμησή του από τη «σοσιαλιστική πατρίδα». Η στρατηγική του διαμορφώθηκε σε ρήξη με τη λενινιστική αντίληψη της βίαιης ανατροπής του αστικού κράτους και προσανατολίστηκε στις δομικές αλλαγές στο εσωτερικό του και στο συνδυασμό κοινοβουλευτικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών Ως πρόσφορο μέσο υλοποίησης αυτής της προοπτικής θεωρήθηκε η ανάδειξη μίας αριστερής κυβέρνησης, η οποία θα αναδεικνυόταν μέσα από την εκμετάλλευση των αντιθέσεων στο εσωτερικό του κράτους. Όμως, η ευρωκομμουνιστική στρατηγική στην πράξη έδειξε γρήγορα τα όριά της. Στην Ιταλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα προχώρησε στον περίφημο «ιστορικό συμβιβασμό» με τη χριστιανοδημοκρατία και έφτασε στο σημείο να επιχειρηματολογεί υπέρ μίας πολιτικής «αριστερής λιτότητας» και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Στην Ισπανία και τη Μ. Βρετανία τα αντίστοιχα κόμματα μετατράπηκαν σε συμπληρωματικές δυνάμεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Στην Ελλάδα, το ΚΚΕεσ. θεώρησε ως αξιοποίηση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της δικτατορίας τη συμμετοχή στη «φιλελευθεροποίηση» της κυβέρνησης Μαρκεζίνη και γι’ αυτό αντιτάχθηκε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Το δεύτερο σημαντικό ρεύμα που ανέδειξε ο Μάης του ’68 ήταν η επαναστατική αριστερά, η οποία, με διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις και αναφορές από τον Μάο και τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τον Τρότσκι και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπήκε ορμητικά στο προσκήνιο ύστερα από τέσσερις δεκαετίες περιθωριοποίησης. Η αμφισβήτηση της πολιτικής «ειρηνικής συνύπαρξης» του Χρουτσώφ και της ρεφορμιστικής μετριοπάθειας των επίσημων Κομμουνιστικών Κομμάτων οδήγησε στη μαζικοποίηση επαναστατικών οργανώσεων σε μία σειρά από χώρες με πρώτες τη Γαλλία και την Ιταλία. Όμως, η μαζική στροφή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στην προοπτική του «κοινοβουλευτικού δρόμου» για το σοσιαλισμό, την οποία πρέσβευαν τα νέα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των Μιτεράν, Σοάρες, Γκονζάλες και Παπανδρέου, εξασθένισε την επαναστατική αριστερά. Μπορεί οι οργανώσεις της τελευταίας να μην συμμετείχαν σε συγκυβερνήσεις με τους σοσιαλιστές, όπως έκαναν (Γαλλία) ή επιδίωκαν (Ισπανία, Ελλάδα) τα Κομμουνιστικά κόμματα, όμως η επικράτηση των κοινοβουλευτικών αυταπατών σε συνδυασμό με την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού και τις ήττες του εργατικού κινήματος από το Ρήγκαν και τη Θάτσερ είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το οξυγόνο που χρειαζόταν για να αναπτυχθεί. Ωστόσο, η επαναστατική αριστερά κατάφερε να επιβιώσει απέναντι σ’ αυτή τη διπλή πίεση και να είναι σε θέση να δώσει με καλύτερους όρους τις κρίσιμες μάχες του 21ου αιώνα.

Στη σημερινή εποχή, η αριστερά καλείται να δώσει απαντήσεις σ’ ένα τοπίο το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού από τη δεκαετία του ’30 από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει ορατή συστημική διέξοδος. Πρόκειται για μία μακρόσυρτη κρίση, η οποία ξεκίνησε από το 1973 και οφείλεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών, η οποία μέχρι τότε αποφεύγονταν μέσω της «οικονομίας των εξοπλισμών» στο πλαίσιο του Ψυχρού πολέμου Από τότε, παρά τις περιοδικές ασθενείς ανακάμψεις στην κερδοφορία του κεφαλαίου, το πρόβλημα δεν λύθηκε και η σημερινή καπιταλιστική κρίση αποκαλύπτει όλες τις αδυναμίες των κερδοσκοπικών «ανακάμψεων» των προηγούμενων φάσεων, πράγμα πο εκδηλώνεται στην Ελλάδα με τη μορφή της κρίσης χρέους. Η οικονομική κρίση, όμως, συμπληρώνεται και από την πολιτική κρίση. Η «αραβική άνοιξη» της περασμένης χρονιάς σάρωσε τα λιγότερο νομιμοποιημένα καθεστώτα, όπως αυτό του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο ανοίγοντας μία επαναστατική διαδικασία που διαρκώς βαθαίνει[ Ήδη η πολιτική κρίση αγκαλιάζει και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Ελλάδα και την Ιταλία. Ταυτόχρονα, έχει αρχίσει να εκδηλώνεται και η ιδεολογική κρίση του συστήματος. Οι θεσμοί νομιμοποίησης του πάσχουν, γεγονός το οποίο φαίνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων. Τα παραδοσιακά αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αδυνατούν να παίξουν το ρόλο τους και να περιορίσουν την κοινωνική δυναμική στα κανάλια της κοινοβουλευτικής έκφρασης μέσω των εκλογών

Σ’ ένα τέτοιο τοπίο λοιπόν, η κρίση της αριστεράς αναδεικνύεται ανάγλυφα. Πρόκειται για κρίση ηγεσίας του εργατικού κινήματος, το οποίο, ενώ έχει αρχίσει να αναμετριέται με τις συνέπειες της κρίσης και να αναπτύσσει τη δυναμική του, εξακολουθεί να ηγεμονεύεται από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της «μεταπολεμικής σταθερότητας». Οι παραδοσιακές στρατηγικές, που εξακολουθούν να κυριαρχούν στις ηγεσίες του εργατικού κινήματος, έχουν «ξεχάσει» τον καπιταλισμό, ακόμα και στις συνθήκες της μεγαλύτερης κρίσης του, και επιμένουν στον προσανατολισμό σε «αντινεοφιλελεύθερα» ή «αντιμονοπωλιακά-αντιιμπεριαλιστικά» μέτωπα, που διατηρούν με νέο περίβλημα, τόσο την προβληματική της «θεωρίας των σταδίων», όσο και την επίκληση στον πατριωτισμό στο όνομα της ευρύτερης απεύθυνσης σε «πλατιά», πανεθνικά ακροατήρια.

Μέσα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και ανάδυσης νέων ριζοσπαστικών κινημάτων, η ελπίδα βρίσκεται στην ανάδυση μιας νέας, αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία θα συνιστά τον πολιτικό χώρο συνάντησης των επαναστατικών ιδεών με τις νέες διαμορφούμενες εργατικές πρωτοπορίες και δεν θα διστάζει να βάλει στο στόχαστρο το σύστημα στο σύνολό του. Πρόκειται για το ρεύμα που, παρά τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του, διεκδικεί να συνεχίσει το νήμα της 11ης θέσης του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ ότι «Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα μόνο ερμήνευσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Αυτή η αριστερά, που δεν σχεδιάζει εκλογικές συνεργασίες για κυβερνήσεις της αριστεράς και διαχείριση του αστικού κράτους, αλλά ενισχύει την αυτενέργεια της εργατικής τάξης και προωθεί τον εργατικό έλεγχο σήμερα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία αύριο, μπορεί να δώσει απάντηση στην βαθιά συστημική κρίση που μαστίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα.
*Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτορας Νομικής στο ΑΠΘ. Είναι μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΕΚ. Το παρόν κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της ομιλίας του στην εκδήλωση με θέμα «η κρίση της αριστεράς» που οργάνωσε στις 23 Νοεμβρίου 2011 ο «Πλατύπους»