Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Τσε Γκεβάρα: Για την ηθική στον πολιτικό αγώνα

Τσε Γκεβάρα: Για την ηθική στον πολιτικό αγώνα






Της Janette Habel*.

Η συντομία της πολιτικής του ζωής (δεκατρία χρόνια από τη νίκη της CIA ενάντια στον Αρμπέντζ στη Γουατεμάλα ώς το θάνατό του στη Βολιβία, οχτώ χρόνια στην Κούβα, από τα οποία έξι μετά τη νίκη) και η απότομη επιτάχυνση της ιστορίας, στην οποία συμμετείχε, καθιστούν ακόμα πιο σύνθετη την ερμηνεία ορισμένων κειμένων του. Η σκέψη του Τσε ήταν συνεχώς σε εξέλιξη. Παρόλο που ο ίδιος αρνιόταν ότι ήταν θεωρητικός και παρόλο που δεν είχε συμμετάσχει σε πολιτικό κόμμα πριν τη στράτευσή του στην Κούβα, όλοι οι μάρτυρες συγκλίνουν: τόσο στη Σιέρα Μαέστρα όσο και κατά την άνοδο στην εξουσία, ήταν ένας από τους κύριους -αν όχι ο κύριος- εμπνευστής της ριζοσπαστικής πορείας της επανάστασης. Αλλά η πολιτική του συνείδηση θα εξελισσόταν βαθιά μέσα σε μερικά χρόνια. Από τη θετική αναφορά του στις χώρες του «παραπετάσματος», στη Σιέρα Μαέστρα (σε γράμμα του προς τον υπεύθυνο του Κινήματος της 26ης Ιουλίου, Ρενέ Ράμος Λατούρ, γράμμα που ο ίδιος χαρακτήρισε σαν «ηλίθιο» αργότερα) ώς την αμείλικτη κριτική της ΕΣΣΔ και των χωρών της κεντρικής Ευρώπης στα 1964-65, έξι χρόνια μόλις πέρασαν. Τον Οκτώβριο του 1960, πάει στη Μόσχα. Το νησί είναι πνιγμένο από το αμερικάνικο εμπάργκο στα εμπορεύματα, που κηρύχτηκε στις 13 Οκτωβρίου. Από το σοβιετικό μπλοκ καταφέρνει να εξασφαλίσει πιστώσεις και την αγορά ενός μεγάλου μέρους της κουβανέζικης ζάχαρης έναντι πετρελαίου (η Κίνα θα αγοράσει το υπόλοιπο). Όντας παρών στην επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης, καταχειροκροτείται από το πλήθος.

Σίγουρος ότι μια αμερικάνικη επίθεση ετοιμάζεται (η επιδρομή στον Κόλπο των Χοίρων θα γίνει 4 μήνες αργότερα), επιστρέφει πεπεισμένος ότι «η ΕΣΣΔ και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες είναι διατεθειμένες να μπουν σε πόλεμο για να υπερασπίσουν την κυριαρχία μας» (1). Τον Οκτώβρη του 1962, η κρίση των πυραύλων θα διαψεύσει πικρά τις αυταπάτες του. Και ο αντάρτης, που έχει γίνει υπουργός, θα γνωρίσει από κοντά τις σοβιετικές εμπορικές πρακτικές της διπλωματίας μεγάλης δύναμης της Μόσχας, ακριβώς κατά την κρίση των πυραύλων. Ανακαλύπτει τη θλιβερή αλήθεια του αυταρχικού γραφειοκρατικού σοσιαλισμού και τα προνόμια των κατόχων της εξουσίας του. Στις διαλέξεις του σαν Υπουργός Βιομηχανίας, καταγγέλλει αυτό που δεν το ονομάζουν ακόμα «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η σκέψη του περιέχει τότε έναν ανθρωπισμό που έχει σφυρηλατηθεί στη διάρκεια του γύρου του στη Λατινική Αμερική. Αργεντίνος, γνωρίζει τις πελατειακές και λαúκιστικές πρακτικές του περονισμού. Αργότερα θα ανακαλύψει τα προνόμια των «διευθυντών» και των υπεύθυνων του Κόμματος. «Ο νέος άνθρωπος» που θέλει να προωθήσει (και που τον παρουσιάζουν γελοιογραφικά σαν ολοκληρωτισμό), η παραδειγματική συμπεριφορά που έχει ο ίδιος σαν ηγέτης, η εθελοντική εργασία που προωθεί, βρίσκονται στον αντίποδα των σταλινικών πρακτικών. Ο ίδιος εμπνέεται από μια ηθική αντίληψη για την εξουσία που αποδεικνύεται να είναι ταυτόχρονα και πολιτική αναγκαιότητα. Όταν αναγγέλλει στους εργάτες της ζάχαρης το 1961 ότι οι ελλείψεις θα επιδεινωθούν (το κρέας και το γάλα δίνονται πλέον με δελτίο) αναλαμβάνει μια δέσμευση που θα ξεσηκώσει τον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων: «Στο νέο στάδιο της επαναστατικής πάλης κανείς δεν θα παίρνει περισσότερα από τους άλλους, δεν θα υπάρχουν ούτε προνομιούχοι υπάλληλοι ούτε λατιφουντίστες. Οι μόνοι προνομιούχοι στην Κούβα θα είναι τα παιδιά». Ο πληθυσμός υποφέρει ήδη από πολλές στερήσεις. Η αντίσταση στην αμερικάνικη επιδρομή συνεπάγεται μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση, που είναι αδύνατη χωρίς την ένταξη στο επαναστατικό σχέδιο. Η νίκη στον Κόλπο των Χοίρων, πρώτη αυτοκρατορική ήττα στη λατινική Αμερική δεν εξηγείται αλλιώς.

Μακρυά από τη διαφθορά και το νεποτισμό που χαρακτηρίζουν τους λατινοαμερικάνους καουντίγιος (=ηγέτες), ο Τσε προβάλει την εικόνα ενός λιτού ηγέτη, απαιτητικού με τον εαυτό του όπως και με τους άλλους. Τα ανέκδοτα είναι ατέλειωτα: καταργεί τις πρόσθετες μερίδες της οικογενείας του στα τρόφιμα, εξηγεί δημόσια γιατί πρέπει να μείνει προσωρινά -καθότι άρρωστος- σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα που ο μισθός του δεν του επιτρέπει να το πληρώνει. Ο Τσε γρήγορα συνειδητοποιεί την ανάγκη να παλαίψει ενάντια στα προνόμια. Το επαναστατικό σχέδιο έπρεπε κατά τη γνώμη του να οδηγήσει στην ανάδυση ενός ηγέτη που να μην αγγίζεται από οποιαδήποτε διαφθορά, που να συμφωνούν τα λόγια με τις πράξεις του. Η προσωπική του λιτότητα ήταν παροιμιώδης. Διεξήγε μια ασταμάτητη πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση της νέας διοίκησης, προσπαθώντας να επιβάλει έναν τρόπο άσκησης της εξουσίας ριζικά κανούργιο. Απέτυχε και «ο Αργεντίνος», όπως τον ανέφεραν με περιφρόνηση ορισμένοι υπάλληλοι, θα κάνει πολλούς εχθρούς. Μερικές φορές δόθηκε στην ανυποχωρητικό- τητά του μια ψυχαναλυτική ερμηνεία. Αυτή απλώς δεν κατανοεί γιατί στην Κούβα η νέα εξουσία έπρεπε να ενσαρκώσει μια ριζική ρήξη με τη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Επειδή η «φύση» επανέρχεται γρήγορα καλπάζοντας: το μαρτυρούν οι αντάρτες εκείνοι της 26ης Ιούλη, που μετά τη στρατηγική νίκη της Σάντα Κλάρα, με τον Μπατίστα να έχει ηττηθεί, καταλαμβάνουν τις κάντιλακ των αστυνομικών της διχτατορίας για να πάνε στη Αβάνα. Αμέσως τιμωρούνται από τον Τσε. Λένε σήμερα ότι οι τιμωρίες αυτές, ή και οι πολύ σοβαρές ποινές του, αποτελούσαν έναν ειδικό σταλινισμό, ένα τροπικό γκούλαγκ. έτσι, όλα ανακατεύονται: η πειθαρχία που επιβάλλεται στο αντάρτικο ενάντια σε μια διχτατορία που στηρίζεται από την Ουώσιγκτον, οι εκτελέσεις των βασανιστών του Μπατίστα στο στρατόπεδο της Καμπάνια, μετά την κατάληψη της εξουσίας, υποτιθέμενα προεόρτια της κατασταλτικής εξέλιξης του καθεστώτος. Ξεχνούν τον Τσε που περίθαλπε τους πληγωμένους κρατούμενους και που τους απελευθέρωνε κατόπιν, όπως και τη λιτή του αλλά και απεριόριστη γενναιοδωρία.
 
Μια ανολοκλήρωτη σκέψη.

Η ανάγνωση των τελευταίων κειμένων του Τσε στη μεγάλη δημόσια οικονομική συζήτηση που τον αντέταξε στους οπαδούς των σοβιετικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του 1960 - πρώτη έκδοση της περεστρόικα-, του δοκιμίου του για «Το σοσιαλισμό και τον άνθρωπο στην Κούβα» και των τελευταίων του λόγων, ιδιαίτερα εκείνου στο Αλγέρι το 1965, δείχνουν με σαφήνεια μια κριτική και προφητική διορατικότητα για τα προβλήματα της μεταβατικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. Στο βιβλίο που άρχισε λίγο πριν πεθάνει και που παρέμεινε ανολοκλήρωτο, έγραφε: «Πολλές αναταράîεις περιμένουν την ανθρωπότητα πριν απελευθερωθεί οριστικά, αλλά -είμαστε πεπεισμένοι- αυτή δεν θα μπορέσει να γίνει χωρίς μια ριζική αλλαγή στρατηγικής από τις κύριες σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η αλλαγή αυτή θα είναι άραγε το προϊόν της αναπόφευκτης πίεσης του ιμπεριαλισμού ή μήπως της εξέλιξης των μαζών σε αυτές τις χώρες ή ακόμα και ενός μείγματος παραγόντων; Η ιστορία θα μας το πει. Εμείς προσφέρουμε από την πλευρά μας ένα μικρό κόκκο άμμου με το φόβο μήπως η όλη επιχείρηση îεπεράσει τις δυνάμεις μας» (2).

Γρήγορα συνειδητοποίησε τις δυσκολίες που κινδύνευε να γνωρίσει η Κούβα, δεδομένης της εξάρτησής της από το σοβιετικό «μεγάλο αδελφό». Ήδη από την κατάληψη της εξουσίας είχε καταλάβει την ανάγκη ρήξης με τη μονοκαλλιέργεια της ζάχαρης, για να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας και να επιχειρηθεί μια πιο αυτόνομη οικονομική ανάπτυξη. Το βάρος που έθεσε στον εκβιομηχανισμό απαντούσε σε αυτή την βασική ανησυχία. Αλλά πολύ γρήγορα ο σιδερένιος νόμος της παγκόσμιας αγοράς έγινε αισθητός: η μείωση της παραγωγής ζαχαροκάλαμων -κύριο εξαγωγικό προúόν- δεν επέτρεπε να εξασφαλιστούν οι εισαγωγές που ήταν απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας χωρίς ενεργειακούς πόρους και της οποίας τα εισοδήματα προέρχονταν κυρίως από αυτή τη μονοκαλλιέργεια που είχε επιβάλει η αποικιοκρατία το 19ο αιώνα. Έπρεπε να υπάρξει διόρθωση. «Θελήσαμε να επιταχύνουμε τον εκβιομηχανισμό. Ήταν ανοησία. Θελήσαμε να αντικαταστήσουμε όλες τις εισαγωγές και να κατασκευάσουμε τα τελικά προϊόντα χωρίς να δούμε τις τεράστιες επιπλοκές που υποθέτει η εισαγωγή ενδιάμεσων προϊόντων», θα πει ο Τσε στον Εντουάρντο Γκαλεάνο (3).

Το εμπόριο με την ΕΣΣΔ, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις πετρελαίου μετά την πλήρη ρήξη με τις ΗΠΑ, θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη σταθερότητα των συναλλαγών, καθώς και μια πραγματική εμπορική ισότητα μεταξύ μιας μικρής οικονομικά κυριαρχούμενης χώρας και μιας δύναμης που αναφερόταν στο σοσιαλισμό, που διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο και που είχε μόλις ξεκινήσει την κατάκτηση του διαστήματος. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός στον Τσε - αντίθετα από άλλους κουβανούς ηγέτες- για να καταλάβει τους κινδύνους και το εύθραυστο των σχέσεων αυτών.
 
Μετάβαση και υπανάπτυξη.

Πολύ γρήγορα οι αμφιβολίες του επικεντρώθηκαν στην εσωτερική πολιτική. Οι προτάσεις για εμπορευματικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που πρότειναν οι σοβιετικοί οικονομολόγοι (ιδιαίτερα οι Λίμπερμαν και Τραπέζνικοφ) έγιναν αντικείμενο πολλών συζητήσεων, την ίδια στιγμή που το νησί αντιμετώπιζε ήδη την ανάγκη επανορισμού της στρατηγικής της ανάπτυξης. Η μεγάλη οικονομική συζήτηση του 1963 με 1965 στο εσωτερικό του Υπουργείου Βιομηχανίας, και μετά μέσα στην κουβανέζικη ηγεσία, ήταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και μετά ειδικότερα για τις συνθήκες της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, μέσα σε ένα νησί που υπόκειται στους εξαναγκασμούς της μονοκαλλιέργειας ζάχαρης, με την άμεση πίεση της διεθνούς αγοράς και που η ανάπτυξή του εμποδιζόταν από το εμπάργκο που του είχε επιβάλει η πρώτη παγκοσμίως οικονομική δύναμη. Η αντίθεση αφορούσε το ρόλο του νόμου της αξίας στην περίοδο της μετάβασης, το βαθμό συγκεντροποίησης των επιχειρήσεων, το ρόλο των υλικών και ηθικών κινήτρων. Αυτοί που υπογράμμιζαν τη σημασία του νόμου της αξίας απέδιδαν ένα κύριο βάρος στους μηχανισμούς της αγοράς μέσα στην σχεδιασμένη οικονομία, καθώς και στην ανάγκη να αποδοθεί πλατιά χρηματοδοτική αυτονομία στις επιχειρήσεις, τονίζοντας το ρόλο των χρηματικών κινήτρων για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας.

Ο Τσε και οι οπαδοί του έθεταν καταρχήν το βάρος στην ανάγκη μιας συγκεντροποιημένης διαχείρισης, μέσα στο πλαίσιο των ανισοτήτων της κουβανέζικης ανάπτυξης: αναπτυγμένο τηλεπικοινωνιακό και συγκοινωνιακό δίκτυο, αλλά δραματική έλλειψη στελεχών και ανάγκη δραστικού ελέγχου των πόρων, δεδομένου του εμπάργκο, του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης και κυρίως της έλλειψης συναλλάγματος. Εκτιμούσε ότι η χρηματοδοτική αυτονομία των επιχειρήσεων κινδύνευε να θέσει σε αμφισβήτηση τις προτεραιότητες που αποφασίζονταν σε εθνικό επίπεδο, προς όφελος τομεακών επιλογών, και να αυξήσει την αυτονομία των διευθυντών στο χώρο των επενδύσεων και των μισθών, καθώς και να οδηγήσει σε μια ανισομερρή και ανισόρροπη ανάπτυξη. Φοβόταν τις επιπτώσεις μιας οργάνωσης της εργασίας που θα στηριζόταν αποκλειστικά στα χρηματικά κίνητρα και στις κοινωνικές διαφοροποιήσεις που απορρέουν αναγκαστικά από αυτά. Προφητικά, έγραφε: «Επανερχόμαστε στη θεωρία της αγοράς… όλη η οργάνωση της αγοράς βασίζεται στο υλικό κίνητρο… και είναι οι διευθυντές που κάθε φορά κερδίζουν περισσότερα. Πρέπει να δούμε το τελευταίο σχέδιο της Ανατολικής Γερμανίας, τη σημασία που αποκτάει εκεί η διαχείριση του διευθυντή ή, καλύτερα, η αμοιβή της διαχείρισης του διευθυντή» (4). Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα είδαμε τις συνέπειες, όταν εξεγέρθηκαν οι λαúκές μάζες της Ανατολικής Γερμανίας, κουρασμένες από τον οικονομικό μαρασμό, από την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών και από τα προνόμια των διεφθαρμένων ηγετών.

Εμπνεόμενος από την οξυμένη του αντιγραφειοκρατική ευαισθησία και καθοδηγούμενος από πολιτικές και κοινωνικές θεωρήσεις, ο Τσε τάχθηκε ενάντια στην προτεραιότητα των νομισματο-εμπορευματικών σχέσεων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ποτέ την αυταπάτη της απότομης κατάργησής τους. Απέχοντας πολύ από την καρικατούρα στην οποία έχουν μεταβάλει τις θέσεις του, επέμενε στην ανάγκη ηθικών κινήτρων, που τα έβλεπε σαν συλλογικά κίνητρα στην εργασία, πράγμα που συνοδευόταν από μια μισθωτική πολιτική στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των ειδικεύσεων, με πιο σημαντικό «την ορθή επιλογή του εργαλείου κινητοποίησης των μαæών» χωρίς το οποίο ο σοσιαλισμός ήταν κατά τη γνώμη του καταδικασμένος σε αποτυχία. Η ισότητα των δικαιωμάτων και η κοινωνικοποίηση -ασφαλώς υπερβολική- της οικονομίας ήταν αποφασιστικά στοιχεία για τη λαúκή αντίσταση: απέναντι στην εξωτερική επίθεση, ένας άλλος κόσμος φαινόταν να οικοδομείται και άξιζε τον κόπο να αγωνιστεί κανείς για αυτόν. Αλλά, διεκδικώντας το δικαίωμα λάθους, διευκρίνιζε πως, εάν οι αντιλήψεις του «αποδεικνύονταν επικίνδυνο φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα έπρεπε να εισαχθούν τα συμπεράσματα και να επιλεγούν οι πιο δοκιμασμένοι δρόμοι μετάβασης (transitados)» (5).

Η ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης και της εκπαίδευσης θα έπρεπε να συμβάλει στη σφυρηλάτηση μιας κομμουνιστικής στάσης απέναντι στην εργασία (νά γιατί έδειχνε το παράδειγμα όχι από μαζοχισμό αλλά από αναγκαιότητα), «η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου και η ανάπτυîη της τεχνικής» θα έπρεπε να κάνουν τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό να αποφύγει το ξεστράτισμα. Οι σχέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και ανθρώπου ήταν στο κέντρο των θεμάτων που τον απασχολούσαν, ο άνθρωπος σαν ουσιαστικός παράγοντας της επανάστασης, «ενεργός σε αυτό το περίεργο και συναρπαστικό δράμα που είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Η εκπαίδευση και η συνείδηση θα ήταν στο επίκεντρο αυτής της πιο δίκαιης κοινωνίας. «Σε αυτή την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μπορούμε να δούμε τη γέννηση του νέου ανθρώπου. Η εικόνα του δεν είναι ακόμα τελείως îεκάθαρη, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι όσο η εîέλιîη αυτή είναι παράλληλη προς την ανάπτυξη νέων οικονομικών δομών… Είναι ο άνθρωπος του 21ου αιώνα που πρέπει να δημιουργήσουμε, έστω και αν ακόμα αυτό δεν είναι παρά μια υποκειμενική και μη συστηματική φιλοδοξία» (6). Έτσι, πέρα από τις παραμορφώσεις, οι αφετηρίες του Τσε ήταν ανθρωπιστικές και επαναστατικές. Αλλά είναι αλήθεια ότι έδινε υπερβολικά έμφαση στην οικονομική κριτική, στο βάρος των εμπορευματικών σχέσεων και ανεπαρκώς στον αστυνομικό και κατασταλτικό χαρακτήρα του σοβιετικού πολιτικού συστήματος.

Αναμφισβήτητα εδώ βρίσκεται μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες της σκέψης του. Ένας από τους βιογράφους του, ο Ρομπέρτο Μασάρι (7), υπογραμμίζει (όπως και ο Κ.Σ.Κάρολ) τις αδυναμίες της σκέψης του Τσε, πράγμα που το μαρτυρούν ώς το 1963 πολλοί από τους λόγους ή τα γραπτά του. Η αδυναμία αυτή πάει μαζί και με μια ορισμένη αφέλεια, αξιοσημείωτη στις κρίσεις του απέναντι στα στελέχη του παλιού PSP. Μόνο το 1966, σχολιάζοντας το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, εμβαθύνει τη θεωρητική του σκέψη. Τότε γράφει: «Το τρομερό ιστορικό έγκλημα του Στάλιν» ήταν «ότι περιφρόνησε την κομμουνιστική εκπαίδευση και επέβαλε την απεριόριστη λατρεία της αυθεντίας» (8). Ενάντια στο δογματισμό «Μια εξέγερση ενάντια στις ολιγαρχίες και ενάντια στα επαναστατικά δόγματα». Έτσι γιόρτασε στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την επέτειο του κινήματος της 26ης Ιούλη. Επέκρινε με οξύτητα «το σχολαστικισμό που επιβράδυνε την ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας και εμπόδισε συστηματικά τη μελέτη της περιόδου αυτής της οποίας δεν έχουμε αναλύσει τα οικονομικά θεμέλια» (Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος).

Η σύλληψή του για την πρωτοπορία, που καθοδηγείται από παραδειγματικούς ηγέτες, μαρτυράει μια κριτική αλλά ανολοκλήρωτη σκέψη για το ρόλο και τη θέση του κόμματος στις σχέσεις του με τις μαζικές οργανώσεις. Ειρωνευόταν: «Το Κόμμα ήδη αποφάσισε για εσένα και εσύ δεν έχεις παρά να το χωνέψεις» (9). Και διακήρυξε: «Δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μισθωτούς που να ακολουθούν την επίσημη σκέψη ούτε “υπότροφους” που ζουν με την προστασία του κρατικού προûπολογισμού ασκώντας μια ελευθερία σε εισαγωγικά». Αλλά δεν ανέλυε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις του μοναδικού κόμματος/κόμματος-κράτους: η εμπειρία του από τα έξι χρόνια επί κεφαλής του κουβανέζικου κράτους ήταν πολύ σύντομη. Είχε σημαδευτεί από τον πόλεμο, την τεράστια σύγκρουση με την Ουώσιγκτον και από την ιδιομορφία της κουβανέζικης εμπειρίας. Στη Σιέρα Μαέστρα αντιτάχθηκε στην αστική πτέρυγα του κινήματος της 26ης του Ιούλη, που ταυτίστηκε με ένα δεξιό ρεύμα. Η ύπαρξη, ώς το 1965, τριών ξέχωρων πολιτικών ρευμάτων (το Κ-26-Ι, το PSP και το Διευθυντήριο) αποδείχτηκε εμπόδιο για την ενότητα της Επανάστασης. Το μοναδικό Κόμμα συστάθηκε μόνο το 1975, τόσο δύσκολη ήταν η συγχώνευση. Στο πολεμικό κλίμα των πρώτων χρόνων της επανάστασης, το ουσιαστικό ήταν η αντίσταση. Ο πλουραλισμός αφέθηκε για αργότερα. Αυτό δεν τον εμπόδισε να θέσει στην πράξη μια πολιτική σύλληψη βαθιά διαφορετική από αυτήν που εγκατέστησε η νέα εξουσία. Κατά την πρώτη Εθνική Σύσκεψη Παραγωγής το 1961, η διαφάνεια βασιλεύει: τα λάθη και οι υπεύθυνοί τους αναφέρονται δημοσίως. «Μόλις με υποδεχτήκατε με ζεστά χειροκροτήματα, αλλά δεν ξέρω αν είναι σαν καταναλωτή ή σαν συνένοχο. Νομίæω ότι είναι μάλλον σαν συνένοχο», δικηρύσσει μπροστά σε 3.500 στελέχη της κυβέρνησης. Ήταν ο μόνος -και με πόσες επικρίσεις για αυτό!- που οργάνωσε, στην επιθεώρηση του υπουργείου βιομηχανίας, μια δημόσια και αντιφατική συζήτηση για το οικονομικό σύστημα της χώρας. Το υπουργείο ήταν εξάλλου καταφύγιο για αυτούς που απομακρύνονταν από τις θέσεις τους: έτσι ενέταξε τον τέως υπουργό επικοινωνιών, Ολτούσκι, που απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1960. Το ανέκδοτο είναι ακόμα πιο σημαντικό επειδή ο Τσε είχε διεξάγει μια έντονη πολεμική ενάντια στον Ολτούσκι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Μέλος της αριστεράς πτέρυγας του Κ-26-Ι, ο Ολτούσκι κρίθηκε υπερβολικά αντισοβιετικός, τη στιγμή που γινόταν η προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Ο Τσε με τον ίδιο τρόπο αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις ενός συνδικαλιστή ηγέτη που απαιτούσε να απολυθεί ένας τραπεζουπάλληλος που κατηγορήθηκε ότι ήταν φιλο-μπατίστας: υπερασπίζοντας την εντιμότητα του τελευταίου ο Τσε κατάγγειλε το ξεκίνημα ενός κυνηγιού μαγισσών (10).

Σε ένα ενδεικτικό κείμενο (un pecado de la revolucion) ο Τσε θυμίζει τα λάθη που έκαναν κατά τη γνώμη του απέναντι στο Δεύτερο μέτωπο του Εσκαμπρέ που παραμερίστηκε στη διάρκεια της πορείας προς την Αβάνα, λάθη που εκτιμάει ότι ήταν η αιτία της αποχώρησης πολλών στελεχών. Οι αυτοκριτικές αυτές σκέψεις για τις ενωτικές σχέσεις πριν την κατάληψη της εξουσίας είναι οι μόνες που έχουν δημοσιευτεί ώς τώρα. Περισσότερο από κάθε άλλον ηγέτη του τρίτου κόσμου της εποχής, είχε συνείδηση των ελαττωμάτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλεργικός απέναντι στην κωδικοποιημένη γλώσσα των απαράτσικ, δεν δίσταζε να κατακρίνει δημόσια και σκληρά: στο δημόσιο λόγο του στο Αλγέρι το 1965 (τελευταίος του επίσημος λόγος σαν κουβανός επίσημος) κατάγγειλε μπροστά στην αφρο-ασιατική σύναξη την «σιωπηρή συνενοχή» της σοβιετικής ηγεσίας στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και στη διατήρηση της άνισης ανταλλαγής. Επίσης, επειδή είχε προαισθανθεί τις τεράστιες δυσκολίες στις οποίες θα προσέκρουε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα μόνο νησί, καθώς και την ανάγκη άλλων επαναστατικών νικών, για αυτό και λάνσαρε στο μήνυμά του στην Τριηπειρωτική το διάσημο σύνθημα «Να δημιουργήσουμε δύο, τρία Βιετνάμ»…, και για το οποίο επίσης έχει δοθεί μια γελοιογραφική εικόνα.

Αηδιασμένος από «τον πόλεμο βρισιών και τρικλοποδιών που δίνουν οι δύο μεγάλες δυνάμεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου», φλεγόταν «από την αγωνία αυτής της παράλογης στιγμής της ανθρωπότητας» απέναντι «στη βιετναμέζικη μοναξιά». Με διορατικότητα, ο Τσε προχωρούσε πολύ πιο μπροστά από την ισοτρική εξέλιξη προβλέποντας τους κινδύνους απομονωμένων εξεγέρσεων σε μια παγκόσμια σύνθεση τραγικά κυριαρχούμενη την εποχή του ψυχρού πολέμου από τον ιμπεριαλισμό και το σταλινισμό, ο θάνατος του δεύτερου όντας ήδη γραμμένος στην τροχιά του. Ήδη από το 1962, ένα χρόνο μετά την επίσημη διακήρυξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κουβανέζικης επανάστασης και δύο χρόνια μετά τη δημιουργία προνομιακών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, η κρίση των πυραύλων συγκλόνισε την εμπιστοσύνη του στη σταθερότητα της συμμαχίας και στη βιωσιμότητα της βοήθειας. Είχε αναλάβει να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική στήριξη της Μόσχας απέναντι στις όλο και πιο συγκεκριμένες απειλές αμερικανικής επέμβασης, μετά την αποτυχία της επιδρομής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961. Η πρόταση να εγκατασταθούν πυρηνικοί πύραυλοι στην Κούβα -που η πρωτοβουλία της ανήκει στη Μόσχα- είχε σαν στόχο να αποθαρρύνει το Πεντάγωνο από την αρχή μια τέτοιας επίθεσης. Αλλά άλλαζε στην πράξη την ατομική ισορροπία. Η εγγύτητα με το αμερικάνικο έδαφος επιδείνωνε την πυρηνική απειλή καθιστώντας, σε περίπτωση σύγκρουσης, μια σοβιετική επίθεση πολύ πιο γρήγορη και μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της αμερικάνικης αντίδρασης. Ο Κένεντυ απαίτησε την απόσυρση των πυραύλων, απειλώντας με θερμοπυρηνική σύγκρουση: ο κόσμος ήταν στο χείλος του πολέμου. Η σοβιετική κυβέρνηση δέχτηκε να αποσύρει τα επιθετικά όπλα. Αλλά η απόσυρση των πυραύλων και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Χρουστσόφ και Κένεντυ έγιναν με τη γραφειοκρατική παράδοση της σοβιετικής διπλωματίας χωρίς να ζητήσουν κάν τη γνώμη των Κουβανών, σε πλήρη περιφρόνηση της κουβανέζικης κυριαρχίας. Η έκπληξη και η οργή των Κουβανών ήταν πλήρεις και η κρίση του Οκτώβρη («αυτές οι φωτεινές και θλιβερές μέρες» που αναφέρει στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του) έβαλε αναμφίβολα την πρώτη σφήνα στις σοβιετο-κουβανικές σχέσεις.

Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ -ιδιαίτερα η φειδωλή υποστήριξη προς το βιετναμέζικο λαό- θα ενίσχυε την όλο και πιο κριτική του αντίληψη απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.
 
Το μυστήριο της αναχώρησης.

Πώς να κατανοηθεί η αναχώρησή του από την Κούβα; Με την πεποίθησή του ότι ήταν αδύνατη η ανάπτυξη μόνο στο νησί; Με την επιθυμία του να ξαναβρεθεί στα πεδία των μαχών; Με τη θέλησή του να σπάσει την κουβανέζικη εξάρτηση από την ΕΣΣΔ και μάλιστα σε συμφωνία με τον Φιντέλ; Αυτός ο καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ του διαχειριστή πολιτικού και του εξεγερμένου μαχητή ήταν ίσως το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού. Αλλά ο καταμερισμός εργασίας αυτός δεν επαρκεί για να περιγράψει τις αστοχίες των διενέξεων πριν από την αναχώρησή του και δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη σειρά των επόμενων γεγονότων. Έχει άραγε συνείδηση ότι έχει όλο και λιγότερο θέση στο πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύεται; Οι απαιτήσεις του εξοργίζουν τους υπαλλήλους και τα ηγετικά στελέχη, ο τρόπος ζωής του είναι μια πρόκληση για την αναδυόμενη νομενκλατούρα, της οποίας την αναρμοδιότητα επικρίνει. Η έλλειψη στελεχών είναι καταστροφική για την οικονομική διαχείριση, αλλά ο ίδιος κατηγορεί και τον εαυτό του για τα λάθη που έγιναν: «Είμαστε ένοχοι και πρέπει να το πούμε ειλικρινά. Η εργατική τάξη θέλει να μας καταδικάσει για όλα αυτά; Ας μας καταδικάσει, ας μας αντικαταστήσει, ας μας τουφεκίσει, ας κάνει ό,τι θέλει. Εδώ είναι το πρόβλημα»11. Τα βάζει με τους συνδικαλιστές που η πλειοψηφία τους δεν έχει καμία μαζική βάση και που πιστεύουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και κανένα καθήκον. Υποστηρίζει: «Τη στιγμή αυτήν τα συνδικάτα θα μπορούσαν να μην υπάρχουν και να μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους στις επιτροπές δικαιοσύνης της εργασίας. Μόνο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν θα συμφωνούσε, γιατί θα έπρεπε να επιστρέøουν στην παραγωγή… Οι κύριοι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι εδώ και 18 χρόνια είναι συνδικαλιστές ηγέτες». Επίσης καταγγέλλει πολύ νωρίς τη διαστροφή του ρόλου των Επιτροπών άμυνας της επανάστασης (CDR) που τις κατηγορεί ότι είναι φωλιά οππορτουνιστών. Θυμίζει στα μέλη της Ασφάλειας ότι «αντεπαναστάτης είναι κάποιος που παλεύει ενάντια στην επανάσταση, αλλά αυτός που χρησιμοποιεί την επιρροή του για να πετύχει ένα σπίτι και έπειτα για να πάρει δύο αυτοκίνητα, αυτός που παραβιάæει τα δελτία, που κατέχει ό,τι ο λαός δεν έχει, επίσης είναι αντεπαναστάτης»12.

Η πρόσφατη βιογραφία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ απεικονίζει καλά την αυξανόμενη ένταση που δημιουργεί η απόκλιση ανάμεσα στην ένδεια οικονομικών και ανθρώπινων πόρων και στον επείγοντα χαρακτήρα της ανάπτυξης σε μια χώρα που της επιτίθενται. «Βρισκόμαστε σε μια δύσκολη στιγμή: δεν έχουμε την πολυτέλεια να τιμωρήσουμε τα λάθη, ίσως να μπορέσουμε να το κάνουμε σε ένα χρόνο. Ποιός θα απολύσει τον Υπουργό βιομηχανίας (13) που υπέγραøε ένα πλάνο τον περασμένο Νοέμβριο προβλέποντας παραγωγή 10 εκατομμυρίων παπουτσιών και μερικές ακόμα τέτοιες ηλιθιότητες;» (14). Μοιάζει να καταναλώνεται σε μια κουραστική πάλη και πολλαπλασιάζει τις κριτικές και αυτοκριτικές απέναντι σε μια λειτουργία που απαιτεί «μια υπεροπτική εκτέλεση, μη συζητημένες υποχρεώσεις. Στο τέλος παύεις να θεωρείς τους ανθρώπους σαν ανθρώπους και τους βλέπεις απλώς σαν στρατιώτες, σαν αριθμούς σε έναν πόλεμο που πρέπει να κερδηθεί. Η ένταση είναι τέτοια που δεν βλέπεις παρά το στόχο… και ξεχνάς σιγά σιγά την καθημερινή πραγματικότητα… Πρέπει να κάνουμε κάτι για να είναι αυτό το Υπουργείο κάπως πιο ανθρώπινο» (15). Ο Τσε μάχεται σε όλους τους τομείς: την ίδια ώρα που προωθεί τη βιομηχανική αναδιοργάνωση διεξάγει και πολεμικές σε θεωρητικό επίπεδο ψάχνοντας έναν άλλο σοσιαλισμό όλο και πιο πεπεισμένος για τη σοβιετική αποτυχία. Αλλά η οικονομική συζήτηση -στην οποία αυτό που διακυβεύεται είναι η στρατηγική της ανάπτυξης του νησιού- τελειώνει για τον Τσε με μια ήττα.

Φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι. Ο πολύ κριτικός του λόγος απέναντι στη Μόσχα, που εκφωνεί στο Αλγέρι, είναι πολύ κακόδεκτος: πολλές μαρτυρίες το επιβεβαιώνουν (16), και δεν θα δημοσιευτεί ολόκληρος στον κουβανέζικο τύπο. Ο ένας ακόλουθος της σοβιετικής πρεσβείας που σήμερα βρίσκεται σε εξορία (και θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του) υποστηρίζει πως η σοβιετική κυβέρνηση έκανε γνωστό ότι θεωρούσε το λόγο αυτόν απαράδεκτο από μέρους ενός Κουβανού ηγέτη. Αφού τον υποδέχτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στο αεροδρόμιο και μίλησε μαζί του για σχεδόν δύο ημέρες, ο Τσε δεν θα ξαναεμφανιστεί πλέον ποτέ δημόσια. Ένα μήνα αργότερα, φεύγει παράνομα για το Κονγκό. Το ότι η Αφρική θεωρήθηκε από την Αβάνα σαν σημαντικό στοιχείο στη σύγκρουση μεταξύ τρίτου κόσμου και ιμπεριαλισμού σε αυτή τη δεκαετία του εξήντα δεν είναι αμφισβητήσιμο. Αλλά μπορούμε να αμφιβάλουμε πως η συμμετοχή του Τσε ήταν και στο πρώτο σχέδιο: πέρα από τα διπλωματικά προβλήματα, η παρουσία του δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει δυσκολίες στους Αφρικάνους ηγέτες (εκ των οποίων ο Λωράν Ντεζιρέ Καμπιλά) που δεν παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν. Όσο τολμηρή και να ήταν η κουβανέζικη εξωτερική πολιτική την εποχή εκείνη -και ήταν εξαιρετικά τολμηρή- δεν φαίνεται ότι η παρουσία του κύριου κουβανού ηγέτη μετά τον Φ.Κάστρο είχε προβλεφθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο, ο Τσε αναφέρει τον Φεβρουάριο του 1965 μπροστά στον Νάσερ την ενδεχόμενη συμμετοχή του στον κονγολέζικο αγώνα και κατόπιν υποχωρεί μπροστά στα επιχειρήματα του Αιγύπτιου ηγέτη.

Πώς να εξηγηθούν οι δισταγμοί και οι ανατροπές αυτές που τόσο λίγο συμβαδίζουν με την προσωπικότητά του; Μερικούς μήνες παρουσίας τού αρκούν για να συλλάβει το εξωπραγματικό της επιχείρησης, δεδομένων των αδυναμιών των αφρικανικών απελευθερωτικών κινημάτων. Αποφασίζει να οργανώσει την υποχώρηση. Μια στάση που πάει ενάντια στις «αυτοκτονικές» του παρορμήσεις. Αντιτίθεται στην πρόσθετη αποστολή Κουβανών που προτείνει ο Φ.Κάστρο (17). Ρεαλιστής και πραγματιστής, κρίνει την αποχώρηση αναπόφευκτη. Το ημερολόγιό του της Αφρικής (με τίτλο Πέρασμα του επαναστατικού πολέμου: το Κογκό (18)) δεν θα δημοσιευτεί παρά μόνο τμηματικά, τριάντα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τον Φιντέλ είναι άγνωστη. Έμεινε πολλούς μήνες στην Πράγα «μέρος σίγουρο όπου πρέπει να αποφασίσει τί θέλει να κάνει»19. Η παρουσία του είναι παράνομη, γιατί δεν εμπιστεύεται πολύ τις τσέχικες μυστικές υπηρεσίες. Δεν ξέρουμε τίποτα για τους λόγους αυτής της μακράς παραμονής ούτε για τις ανταλλαγές αλληλογραφίας με τον Φιντέλ. Επιστρέφει διακριτικά στην Κούβα και εκπαιδεύεται μερικούς μήνες παράνομα.

Πώς ετοιμάζεται η αναχώρηση στη Βολιβία στα τέλη του 1966; Πώς να εξηγηθεί ο ρόλος που αποδίδεται στο ΚΚ Βολιβίας, παρά τις σχέσεις που ήδη είναι σχέσεις διένεξης; Η συνάντηση του Τσε στην Κούβα το 1964 με τον ηγέτη μιας διάσπασης του ΚΚΒ που ευνοούσε την ένοπλη πάλη είχε ήδη προκαλέσει την οργή του γενικού γραμματέα Μάριο Μόνχε. Ο τελευταίος θα επιβάλει όρους αποκλεισμού απέναντι στις άλλες δυνάμεις της βολιβιανής αριστεράς πριν να εγκαταλείψει το αντάρτικο (20). Πώς να εξηγηθούν οι ατέλειες, «η έλλειøη διαφάνειας και το διφορούμενο στοιχείο του σχεδίου», σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, όταν ξέρουμε την αυστηρότητα και την απαιτητική λεπτομέρεια του Τσε στις προετοιμασίες; Ο Φρανσουά Μασπερό θα ανακαλύψει αργότερα ότι είναι το κύριο στήριγμα του εξωτερικού δικτύου, ο Ρεζίς Ντεμπρέ ταξιδεύει για να εντοπίσει και να μελετήσει τα μέρη: βαριά ευθύνη για έναν γάλλο φοιτητή που και η επιλογή του είχε αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με τον Τάιμπο ΙΙ, που αναφέρει μια έκθεση της CIA, η τελευταία πληροφορήθηκε ήδη από τα τέλη του 1966 τις ετοιμασίες του αντάρτικου (21). Η ακολουθία των γεγονότων, η πρώιμη ανακάλυψη του εκπαιδευτικού στρατοπέδου που επέβαλε απρόβλεπτες συγκρούσεις, αρκούν άραγε για να διαφωτίσουν τη δραματική σειρά της εξέλιξης του αντάρτικου, καθώς και τη μοιραία του κατάληξη; Στο ερώτημα αυτό κανείς δεν μπορεί σήμερα να απαντήσει.

Παραμορφωμένος, μουμιοποιημένος, ο Τσε επιβιώνει. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα ερείπια των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Νικητής και ηττημένος. Από πού έρχεται η δύναμη του μηνύματος; Άνθρωπος με πεποιθήσεις, πολεμικός αρχηγός και ατυχής ποιητής, εξεγερμένος και στρατευμένος, υπουργός και μετά αντάρτης. Ενσαρκώνει την περιφρόνηση της εξουσίας, αποκαθιστά την πολιτική. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει γκεβαρικό μοντέλο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά η αναζήτηση ενός άλλου τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, στην υπηρεσία «de los de abajo» (των από κάτω) και όχι «de los de arriba» (των από πάνω) όπως το λένε σήμερα στη Λατινική Αμερική. Φορέας μιας ηθικής αντίληψης για την εξουσία, πολιτικός ηγέτης νέου τύπου που έθετε σε συμφωνία τις πράξεις με τα λόγια του, άγριος επικριτής των παραστρατημένων σοσιαλισμών, η επικαιρότητά του οφείλεται σε αυτό το μείγμα ανθρωπισμού και ακεραιότητας.
 
Πηγή: Inprecor, Ιούλης 1997. Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό “Σπάρτακος”.
http://red-traverso.blogspot.gr/2014/03/blog-post_21.html
* Η Janette Habel (Pienky) είναι καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Λατινοαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Paris III και μέλος του πολιτικού γραφείου της γαλλικής τροτσκιστικής οργάνωσης “Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα” (Ligue communiste révolutionnaire).

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Οι ειδήσεις βλάπτουν σοβαρά την υγεία




Άρθρο του Rolf Dobelli, συγγραφέα του βιβλίου «The Art of Thinking Clearly» («Η τέχνη της καθαρής σκέψης»)   dobelli.com


Οι ειδήσεις κάνουν κακό στην υγεία. Οδηγούν σε φόβο και επιθετικότητα, μειώνουν τη δημιουργικότητα και  την ικανότητα σας να σκεφτόμαστε. Η λύση; Σταματήστε να τις καταναλώνετε. 


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κάποιοι τυχεροί ανάμεσά μας κατανόησαν τους κινδύνους που φέρνει στη ζωή μας η υπεραφθονία των τροφίμων (παχυσαρκία, διαβήτης) και ξεκίνησαν ν' αλλάζουν τη διατροφή τους.  Αλλά οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει ότι οι ειδήσεις ​​είναι για τον εγκέφαλο, ότι η ζάχαρη για το σώμα. Οι ειδήσεις είναι εύκολο να χωνευτούν. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας τροφοδοτούν με μικρές μπουκιές από ασήμαντα θέματα, μεζέδες που δεν αφορούν πραγματικά τη ζωή μας και δεν απαιτούν σκέψη. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αισθανόμαστε σχεδόν καθόλου κορεσμό. Σε αντίθεση με τα βιβλία και τα μακροσκελή άρθρα (που απαιτούν σκέψη), μπορούμε να καταναλώνουμε απεριόριστες ποσότητες ευκολοχώνευτων ειδήσεων. Σήμερα, έχουμε φτάσει στο ίδιο σημείο που βρισκόμασταν πριν 20 χρόνια όσο αφορά με τις πληροφορίες σχετικά με τα τρόφιμα. Αρχίζουμε πια να αναγνωρίζουμε πόσο τοξικές μπορεί να είναι οι  ειδήσεις.




Οι ειδήσεις παραπλανούν
Σκεφτείτε το ακόλουθο συμβάν (δανεισμένο από τον Nassim Taleb). Μια γέφυρα καταρρέει ενώ διέρχεται ένα αυτοκίνητο. Σε τι θα εστιάσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Στο αυτοκίνητο. Στον οδηγό. Από πού ερχόταν. Πού πήγαινε. Πώς βίωσε την κατάρρευση (εάν επέζησε). Αλλά όλα αυτά είναι ασήμαντα. Ποιο είναι το σημαντικό; Η κατασκευαστική αναξιοπιστία της γέφυρας. Αυτός ήταν ο υποκρυπτόμενος κίνδυνος στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενδεχομένως υφίσταται και σε άλλες γέφυρες. Όμως, το αυτοκίνητο δημιουργεί πιο εύκολα εντυπώσεις, είναι συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο, και είναι μια είδηση πιο εύκολη να αναπαραχθεί.
Οι ειδήσεις μας οδηγούν στο να ζούμε με μια εντελώς λανθασμένη αντίληψη κινδύνου στο μυαλό μας. Έτσι, η τρομοκρατία είναι υπερτιμημένη. Το χρόνιο στρες υποτιμημένο. Η κατάρρευση της Lehman Brothers υπερτιμημένη. Η δημοσιονομική επιπολαιότητα υποτιμημένη. Οι αστροναύτες υπερτιμημένοι. Οι νοσοκόμες υποτιμημένες.

 Το να εκτίθεσαι στον Τύπο είναι παραλογισμός. Βλέποντας στην τηλεόραση ένα αεροπορικό δυστύχημα μεταβάλλεται η αντίληψη σας ως προς αυτόν τον κίνδυνο, ανεξάρτητα από την πραγματική πιθανότητα που υπάρχει να συμβεί. Κάνετε λάθος αν νομίζετε ότι μπορείτε αυτό να το αντισταθμίσετε με την προσωπική σας περισυλλογή. Οι τραπεζίτες και οι οικονομολόγοι - οι οποίοι έχουν ισχυρά κίνητρα για να αντισταθμίζουν τους κινδύνους που μεταδίδονται από τις ειδήσεις - έδειξαν ότι δεν μπορούν. Η μόνη λύση: σταματήστε την κατανάλωση ειδήσεων.


Οι ειδήσεις είναι ασήμαντες
Από τις περίπου 10.000 ειδήσεις που έχετε διαβάσει τους τελευταίους 12 μήνες, μπορείτε να αναφέρετε μια που σας βοήθησε να πάρετε μια καλύτερη απόφαση για ένα σοβαρό θέμα που αφορά τη ζωή σας, την καριέρα σας ή την επιχείρησή σας; Ουσιαστικά, η «κατανάλωση» ειδήσεων δεν είναι σημαντική για τη ζωή σας. Αλλά οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τι είναι σημαντικό, ενώ ευκολότερα αναγνωρίζουν τι είναι είδηση. Το σημαντικό εναντίον της είδησης είναι η βασική διαμάχη στην σύγχρονη εποχή. Οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί θέλουν να πιστεύετε ότι οι ειδήσεις σας προσφέρουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Πολλοί όντως το πιστεύουν. Ανησυχούν όταν χάνουν τη ροή των ειδήσεων. Στην πραγματικότητα, η κατανάλωση ειδήσεων αποτελεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Όσο λιγότερο καταναλώνετε ειδήσεις, τόσο μεγαλύτερο το πλεονέκτημα σας.


Οι ειδήσεις δεν έχουν ερμηνευτική αξία
Οι ειδήσεις είναι φυσαλίδες που αναδύονται στην επιφάνεια από έναν βαθύτερο κόσμο. Θα σας βοηθήσει η συσσώρευση γεγονότων να αντιληφθείτε τον κόσμο; Δυστυχώς, όχι. Η σχέση λειτουργεί αντίστροφα. Τα σημαντικά ζητήματα δεν αποτελούν ειδήσεις. Όσο περισσότερα δήθεν γεγονότα προσλαμβάνετε μέσω των ειδήσεων τόσο λιγότερο διακρίνετε την μεγάλη εικόνα. Εάν η πολύ πληροφόρηση οδηγούσε σε μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία, οι δημοσιογράφοι θα βρισκόντουσαν στην κορυφή της πυραμίδας των πλουσίων. Όμως δεν συμβαίνει.


Οι ειδήσεις είναι τοξικές για τον οργανισμό
Ενεργοποιούν συνεχώς το μεταιχμιακό σύστημα. Οι ιστορίες πανικού προκαλούν την απελευθέρωση γλυκοκορτικοειδών (κορτιζόλη). Αυτό απορυθμίζει το ανοσοποιητικό σύστημα και αναστέλλει την απελευθέρωση των αυξητικών ορμονών. Με άλλα λόγια, το σώμα σας βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιου στρες. Υψηλή επίπεδα των γλυκοκορτικοειδών προκαλούν διαταραχή της πέψης, έλλειψη ανάπτυξης (κυττάρων,  μαλλιών, οστών), νευρικότητα και ευαισθησία στις λοιμώξεις. Άλλες πιθανές παρενέργειες περιλαμβάνουν το φόβο, την επιθετικότητα, απώλεια περιφερειακής όρασης και απευαισθητοποίηση.


Οι ειδήσεις αυξάνουν τα γνωστικά λάθη
Οι ειδήσεις τροφοδοτούν το μέγιστο από τα γνωστικά λάθη : προκατειλημμένη επιβεβαίωση. Όπως είπε ο Warren Buffett: «Ο άνθρωπος είναι πολύ καλός στο να ερμηνεύει όλες τις νέες πληροφορίες, έτσι ώστε να παραμένουν άθικτα τα συμπεράσματα που είχε εκ των προτέρων εξάγει».  Οι ειδήσεις επιτείνουν αυτό το ελάττωμα. Γινόμαστε επιρρεπείς σε υπερβολική αυτοπεποίθηση, αναλαμβάνουμε ανόητα ρίσκα και υποτιμούμε πραγματικές ευκαιρίες.  Οι ειδήσεις επιδεινώνουν επίσης άλλο ένα γνωστικό λάθος. Ο εγκέφαλος μας διψά για ιστορίες που «βγάζουν νόημα» – ακόμη και αν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κάθε δημοσιογράφος που γράφει «Η αγορά κινήθηκε λόγω του X» ή «Η εταιρεία χρεοκόπησε λόγω του Ψ» είναι ηλίθιος. Έχω απηυδήσει με αυτό το φθηνό τρόπο «ερμηνείας» του κόσμου.


Οι ειδήσεις αναστέλλουν τη σκέψη

Η σκέψη απαιτεί συγκέντρωση.  Η συγκέντρωση απαιτεί χρόνο χωρίς διακοπές. Οι σύντομες ειδήσεις είναι ειδικά σχεδιασμένες για να διακόπτουν. Σαν τους ιούς, παραπλανούν τον οργανισμό για να τον βλάψουν. Οι ειδήσεις μας κάνουν ρηχούς, επιπόλαιους στοχαστές.


Αλλά το χειρότερο, επηρεάζουν σοβαρά τη μνήμη. Υπάρχουν δύο τύποι μνήμης. Η «χωρητικότητα» της μακροπρόθεσμης μνήμης είναι σχεδόν άπειρη, αλλά η λειτουργική μνήμη είναι περιορισμένη και εξαντλείται όταν αποθηκεύει ποσότητες ευτελών δεδομένων. Η διαδρομή από τη βραχυπρόθεσμη στη μακροπρόθεσμη μνήμη λειτουργεί ως σημείο φραγής στον εγκέφαλο, όμως ο,τιδήποτε θέλετε να κατανοήσετε οφείλει να περάσει από εκεί.  Εάν η δίοδος μπλοκαριστεί, δεν περνά τίποτα. Και επειδή οι ειδήσεις διασπούν τη συγκέντρωση, αποδυναμώνεται η κατανόηση. Οι ειδήσεις online έχουν ακόμα χειρότερη επίδραση. Μελέτη του 2001 στον Καναδά έδειξε πως η κατανόηση υποχωρεί όσο ο αριθμός των υπερσυνδέσμων (links) σε ένα έγγραφο αυξάνεται. Γιατί; Γιατί κάθε φορά που εμφανίζεται ένας υπερσύνδεσμος ο εγκέφαλος θα πρέπει να  αποφασίσει αν θα θα τον επιλέξει, κάτι που αποσπά την προσοχή.


Οι ειδήσεις λειτουργούν σαν ναρκωτικό
Καθώς οι ιστορίες ξετυλίγονται θέλουμε να μάθουμε πώς συνεχίζονται. Με εκατοντάδες αφηγήσεις στο μυαλό μας, αυτή η λαχτάρα γίνεται όλο και πιο συναρπαστική και τελικά δύσκολο να αγνοηθεί. Παλιά οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι πυκνές συνδέσεις που σχηματίζουν κάπου 100 δισεκατομμύρια νευρώνες στον εγκέφαλο μας παγιώνονται όταν ενηλικιωνόμαστε. Αυτό δεν ισχύει. Τα νευρικά κύτταρα διαρκώς «σπάνε» παλιές συνδέσεις και σχηματίζουν καινούριες. Όσο περισσότερες  ειδήσεις καταναλώνουμε, τόσο περισσότερο ασκούμε τα νευρωνικά κυκλώματα που διατίθενται για πρόχειρα διαβάσματα και πολλαπλά καθήκοντα, ατροφώντας εκείνα που χρησιμοποιούνται για εμβριθή ανάγνωση και επικεντρωμένη σκέψη. Οι περισσότεροι καταναλωτές ειδήσεων – ακόμη και αν υπήρξαν μανιώδεις αναγνώστες βιβλίων – έχουν απολέσει την ικανότητα να αφομοιώσουν μακροσκελή άρθρα ή βιβλία. Μετά από τέσσερις, πέντε σελίδες κουράζονται, η συγκέντρωσή τους εξαφανίζεται, γίνονται ανήσυχοι. Δεν οφείλεται στο ότι γέρασαν ή στο ότι το  πρόγραμμά τους επιβαρύνθηκε. Είναι επειδή η φυσική δομή του εγκεφάλου τους άλλαξε.


Οι ειδήσεις είναι σπατάλη χρόνου
Αν διαβάζετε εφημερίδα για δεκαπέντε λεπτά κάθε πρωί, μετά ενημερώνεστε για δεκαπέντε επιπλέον λεπτά  ενώ γευματίζετε και δεκαπέντε λεπτά πριν κοιμηθείτε, προσθέστε πέντε λεπτά εδώ και εκεί ενώ εργάζεστε, συνυπολογίζεστε τον χρόνο περισπασμού και συγκέντρωσης ξανά, θα διαπιστώστε ότι χάνετε τουλάχιστον μισή ημέρα κάθε εβδομάδα. Οι πληροφορίες δεν είναι πλέον σπάνιο αγαθό. Αλλά η προσοχή είναι. Συνήθως αποφεύγετε επιπολαιότητες με τα χρήματα, τη φήμη ή την υγεία σας.  Γιατί το κάνετε με το μυαλό σας;


Οι ειδήσεις μάς κάνουν αδρανείς
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν πράγματα που δεν μπορούμε να επηρεάσουμε. Η καθημερινή επανάληψη ειδήσεων για πράγματα που δεν μπορούμε να επηρεάσουμε, μας κάνει παθητικούς. Μας συνθλίβει μέχρι που υιοθετούμε μια απαισιόδοξη κοσμοθεώρηση, απευαισθητοποιημένη, σαρκαστική και μοιρολατρική. Ο επιστημονικός όρος είναι «επίκτητη ανημπόρια». Είναι λίγο υπερβολικό, αλλά δεν θα με εξέπληττε εάν η κατανάλωση ειδήσεων, τουλάχιστον εν μέρει, συμβάλλει στην ευρέως σήμερα διαδεδομένη κατάθλιψη.


Οι ειδήσεις σκοτώνουν τη δημιουργικότητα.
Τέλος, πράγματα που ήδη γνωρίζουμε περιορίζουν τη δημιουργικότητά μας. Είναι ένας λόγος που μαθηματικοί, λογοτέχνες, συνθέτες και επιχειρηματίες συνήθως παράγουν τα πλέον δημιουργικά τους έργα σε νεαρή ηλικία. Δεν γνωρίζω ούτε έναν πραγματικά δημιουργικό νου που να είναι εθισμένος στην κατανάλωση ειδήσεων – ούτε έναν συγγραφέα, συνθέτη, μαθηματικό, γιατρό, επιστήμονα, μουσικό, σχεδιαστή, αρχιτέκτονα ή ζωγράφο.  Από την άλλη, γνωρίζω ένα σωρό άκρως μη δημιουργικά μυαλά που καταναλώνουν ειδήσεις όπως τα ναρκωτικά. Όσοι ψάχνουν για καινούριες λύσεις αγνοούν την ειδησεογραφία. Όσοι την παρακολουθούν, καταλήγουν ξανά στις παλιές.

 Η κοινωνία χρειάζεται τη δημοσιογραφία – αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι πάντοτε σημαντική. Χρειαζόμαστε ρεπορτάζ που ελέγχουν τους θεσμούς και αποκαλύπτουν την αλήθεια. Αλλά τα σημαντικά ευρήματα δεν πρέπει να αναδεικνύονται με τη μορφή ειδήσεων. Ουσία εμπεριέχουν τα μακροσκελή άρθρα σε περιοδικά και τα εμπεριστατωμένα βιβλία.




Έχοντας περάσει τέσσερα χρόνια χωρίς να παρακολουθώ ειδήσεις, μπορώ να δω και να αναφέρω τα αποτελέσματα αυτής της ελευθερίας: λιγότερη αποδιοργάνωση, λιγότερο άγχος, βαθύτερη σκέψη, περισσότερο χρόνο, περισσότερες γνώσεις. Δεν είναι εύκολο, αλλά αξίζει τον κόπο.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Λιούις Μάμφορντ – Αυταρχικές και δημοκρατικές τεχνικές ∗


mumford

Μετάφραση: Α. Φασούλας (από το τεύχος 5 του περιοδικού Πρόταγμα, Δεκέμβριος 2012)
Η «∆ημοκρατία» είναι μία λέξη της οποίας το νόημα μοιάζει πλέον ομιχλώδες και περίπλοκο, λόγω της υπερβολικής της χρήσης, συχνά με έναν συγκαταβατικά περιφρονητικό τρόπο. Όποιες και να είναι οι διαφορές μας στη συνέχεια, θα μπορούσαμε άραγε να συμφωνήσουμε πως η αρχή στην οποία βασίζεται η δημοκρατία είναι το να τίθεται οτιδήποτε είναι κοινό σε όλους τους ανθρώπους, πάνω από αυτό που ανήκει σε μια οργάνωση, ένα ίδρυμα ή μια ομάδα; Αυτό δεν αμφισβητεί τα δικαιώματα όσων διαθέτουν κάποιο φυσικό προτέρημα, μία ειδικευμένη γνώση, κάποια τεχνική ικανότητα ή ακόμα, τα δικαιώματα των θεσμικών οργανισμών: όλοι μπορούν, υπό δημοκρατικό έλεγχο, να παίξουν έναν χρήσιμο ρόλο στην ανθρώπινη οικονομία. Όμως η δημοκρατία συνίσταται στην απόδοση της εξουσίας περισσότερο στο σύνολο, παρά στα μέρη· και μόνο τα ζωντανά ανθρώπινα όντα είναι καθαυτά συνόλου, μια αυθεντική έκφραση του είτε δρουν μεμονωμένα, είτε αλληλοβοηθούμενα.
Απ’ αυτήν τη βασική αρχή απορρέει ένα πλήθος σχετικών ιδεών και πρακτικών, οι οποίες εμφανίζονται στην ιστορία εδώ και πολύ καιρό, αν και όχι σε όλες τις κοινωνίες ή, τουλάχιστον, όχι στον ίδιο βαθμό. Μπορούμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων: την κοινοτική αυτοκυβέρνηση, την ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ ίσων, την ανεμπόδιστη πρόσβαση στην κοινή γνώση, την προστασία από τον αυθαίρετο εξωτερικό έλεγχο και ένα αίσθημα προσωπικής, ηθικής υπευθυνότητας, όταν μια συμπεριφορά επηρεάζει το σύνολο της κοινότητας. Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί είναι κατά τι αυτόνομοι, στον βαθμό που ακολουθούν τον ιδιαίτερο, κάθε φορά, τρόπο ζωής τους· στον άνθρωπο, όμως, αυτή η αυτονομία είναι η πιο απαραίτητη συνθήκη της ανάπτυξής του. Από τη στιγμή που είμαστε άρρωστοι ή ανάπηροι, έχουμε απολέσει ένα μέρος της αυτονομίας μας: όμως το ν’ απαρνούμασταν καθημερινά και για κάθε λόγο την αυτονομία αυτή, θα μεταμόρφωνε την ίδια τη ζωή μας σε χρόνια ασθένεια. Η καλύτερη δυνατή ζωή –και εδώ έχω πλήρη συναίσθηση πως ανοίγω μια μεγάλη κουβέντα- είναι μία ζωή που απαιτεί περισσότερη αυτό-οργάνωση, αυτό-έκφραση και αυτό-εκπλήρωση. Υπό αυτή την έννοια, η προσωπικότητα – άλλοτε ειδοποιό χαρακτηριστικό μόνο των βασιλέων- ανήκει, για τη δημοκρατική θεωρία, σε όλους τους ανθρώπους. Η ζωή, στην αφθονία και την πληρότητά της, δεν μεταβιβάζεται. ∆ιαμορφώνοντας αυτόν τον προσωρινό ορισμό, ελπίζω να μην ξέχασα κάτι σημαντικό, στο όνομα της επιδιωκόμενης ομοφωνίας. Η δημοκρατία –χρησιμοποιώ την λέξη με το πρωταρχικό της νόημα- εκδηλώνεται αναγκαστικά κυρίως στις μικρές κοινότητες ή τις μικρές ομάδες, των οποίων τα μέλη έχουν συχνές προσωπικές επαφές, αλληλεπιδρούν ελεύθερα και γνωρίζονται προσωπικά. Από την στιγμή που ο αριθμός των ατόμων είναι μεγάλος θα πρέπει να συμπληρώσουμε με διάφορους τρόπους την δημοκρατική συσχέτισή τους, δίνοντάς της μια μορφή περισσότερο αφηρημένη και απρόσωπη. Όμως, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει πως είναι πολύ πιο εύκολο να εξαλείψει κανείς τη δημοκρατία δημιουργώντας θεσμούς που παραχωρούν την εξουσία σ’ όσους βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, παρά να συμπεριλάβει δημοκρατικές πρακτικές σ’ ένα καλά οργανωμένο σύστημα, ελεγχόμενο από ένα κέντρο, και το οποίο αγγίζει τον υψηλότερο βαθμό μηχανικής αποτελεσματικότητας, όταν αυτοί που δουλεύουν γι’ αυτό δεν έχουν ούτε προσωπική θέληση, ούτε προσωπικές επιδιώξεις.
Η ένταση ανάμεσα στον συνεταιρισμό σε μικρή κλίμακα και στην οργάνωση μεγάλης κλίμακας, ανάμεσα στην προσωπική αυτονομία και τον θεσμικό έλεγχο, ανάμεσα στον έλεγχο από απόσταση και την αποκεντρωμένη τοπική παρέμβαση, μας έχει οδηγήσει σε μια κρίσιμης κατάστασης. Εάν μπορούσε κανείς να κρίνει με διαύγεια, θα είχε ίσως καταλάβει εδώ και καιρό, πως αυτή η σύγκρουση βρίσκεται βαθιά ριζωμένη και στην ίδια την τεχνική. Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να περιγράψω την τεχνική με την ίδια ελπίδα να κερδίσω την συμφωνία σας, όπως για τον ορισμό που έδωσα για την δημοκρατία, παρά τις όποιες επιφυλάξεις και αμφιβολίες σας! Θα πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να παραδεχτώ πως ακόμα και ο τίτλος αυτού του άρθρου είναι αμφιλεγόμενος· και είναι αδύνατον να προχωρήσω την ανάλυσή μου χωρίς ν’ ανατρέξω σε ερμηνείες οι οποίες δεν είναι ακόμα ευρέως διαδεδομένες, και ακόμα, ούτε βεβαίως έχουν συζητηθεί ή σχολιαστεί με αυστηρότητα. Για να το θέσω ωμά, η γενική μου θέση είναι η εξής: από τα τέλη της Νεολιθικής Εποχής στη Μέση Ανατολή, μέχρι και τις μέρες μας, δύο είδη τεχνολογίας συνυπήρξαν περιοδικά πλάι-πλάι: η μια αυταρχική και η άλλη δημοκρατική· η πρώτη εκπορευόμενη από το κέντρο του συστήματος, εξαιρετικά ισχυρή αλλά ασταθής εκ φύσεως, η δεύτερη ελεγχόμενη από τον άνθρωπο, σχετικά αδύναμη, αλλά ευφυής και αέναη. Εάν έχω δίκιο -εκτός κι αν αλλάξουμε συμπεριφορά ριζικά- έρχεται η μέρα όπου η δημοκρατική τεχνική θα εξαφανιστεί ή θα αντικατασταθεί ολοκληρωτικά. Έτσι, όλη η εναπομείνασα αυτονομία μας θα αφανιστεί ή θα της επιτρέπεται να υπάρχει μόνο ως κυβερνητική φάρσα, όπως περίπου οι εθνικές εκλογές για την ανάδειξη ήδη επιλεγμένων ηγετών στις χώρες με ολοκληρωτικά καθεστώτα.
Τα δεδομένα στα οποία βασίζεται αυτή η άποψη, είναι γνωστά· πιστεύω όμως πως έχουμε παραμελήσει την σημασία τους. Αυτό που θα ονόμαζα δημοκρατική τεχνική είναι η μέθοδος παραγωγής σε περιορισμένη κλίμακα, βασιζόμενη κυρίως στην ανθρώπινη επιτηδειότητα και την ενέργεια των ζώων, πάντοτε όμως όντας υπό την ενεργητική διεύθυνση του τεχνίτη ή του γεωργού, ακόμα κι όταν αυτοί χρησιμοποιούν μηχανές. Στα πλαίσια, λοιπόν, της δημοκρατικής τεχνικής, τα ιδιαίτερα ταλέντα κάθε ομάδας φιλτράρονται από τις τέχνες και τις κοινωνικές τελετές που η ομάδα αυτή επιλέγει, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούνται με ήπιο τρόπο τα δώρα της φύσης. Η τεχνική αυτή έχει μεν περιορισμένες φιλοδοξίες, αλλά -ακριβώς χάρις στην ευρεία της διάδοση και τις χαμηλές της απαιτήσεις προσαρμόζεται και ανακάμπτει πολύ εύκολα. Αυτή είναι η δημοκρατική τεχνική που στήριξε και στηρίζει σταθερά όλους τους πολιτισμούς της ιστορίας μέχρι την εποχή μας. Και είναι αυτή που αντιστάθμιζε επανειλημμένα την συνεχή τάση τις αυταρχικής τεχνικής να ασκεί με λανθασμένο τρόπο τις εξουσίες της. Ακόμη και στους λαούς που ήταν αναγκασμένοι να αποδίδουν τιμές στα πιο επιθετικά αυταρχικά καθεστώτα, μέσα στο εργαστήρι και στο αγρόκτημα μπορούμε ακόμα να διακρίνουμε μια κάποια αυτονομία, οξυδέρκεια και δημιουργικότητα. Το βασιλικό ρόπαλο, το μαστίγιο του δουλεμπόρου, οι γραφειοκρατικές ορδές δεν άφησαν το παραμικρό σημάδι στα υφαντά της ∆αμασκού ή στην αθηναϊκή αγγειοπλαστική του 5 ου αιώνα.
Ενώ αυτή η δημοκρατική τεχνική έχει ρίζες τόσο βαθειά μέσα στον χρόνο όσο και τα πρώτα εργαλεία, η αυταρχική τεχνική είναι πολύ νεότερη: εμφανίζεται κατά την τέταρτη χιλιετία π.Χ. περίπου, μέσα σ’ ένα νέο πλαίσιο τεχνικών εφευρέσεων, επιστημονικών παρατηρήσεων και συγκεντρωτικού πολιτικού ελέγχου, που παρήγαγε αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής που αποκαλούμε σήμερα πολιτισμό, χωρίς παρόλα αυτά να του πλέκουμε κανενός είδους εγκώμιο. Υπό τον νεοφανή θεσμό της βασιλείας, όλες οι μέχρι πρότινος σκόρπιες και μεταβαλλόμενες δραστηριότητες, που ήταν προσαρμοσμένες στ’ ανθρώπινα μέτρα, ενώθηκαν σε μία μνημειακή κλίμακα, μέσω μιας νέας οργάνωσης των μαζών με χαρακτήρα θεολογικό και τεχνικό ταυτόχρονα. Στο πρόσωπο του απόλυτου μονάρχη, του οποίου ο λόγος είχε ισχύ νόμου, οι κοσμικές δυνάμεις κατέβαιναν στη Γή, κινητοποιούσαν και συνένωναν τις προσπάθειες χιλιάδων ανθρώπων, ως τότε υπερβολικά αυτόνομων και ανεξάρτητων για να συντονίσουν ηθελημένα τις πράξεις τους για σκοπούς που ξεπερνούσαν τον ορίζοντα του χωριού.
Αυτή η νέα αυταρχική τεχνική δεν εμποδίστηκε ούτε από τα έθιμα του χωριού, ούτε από το ανθρώπινο συναίσθημα: οι ηράκλειοι άθλοι της μηχανικής οργάνωσης που πραγματοποίησε βασίζονταν σ’ έναν αδυσώπητο φυσικό εξαναγκασμό, στην καταναγκαστική εργασία και τη δουλεία, οι οποίες γέννησαν μηχανές ικανές να παράγουν ιπποδύναμη χιλιάδων αλόγων, πολλούς αιώνες πριν την εφεύρεση της σέλας και των ινίων για τα άλογα ή του τροχού. Αυτή η συγκεντρωτική τεχνική βασίστηκε σε εφευρέσεις και επιστημονικές ανακαλύψεις ανώτερου επιπέδου: η γραφή με όλες τις αναφορές και τα αρχεία, τα μαθηματικά και η αστρονομία, τα αρδευτικά έργα· και κυρίως η κατασκευή περίπλοκων ανθρώπινων μηχανών, αποτελούμενων από αλληλεξαρτούμενα κομμάτια, αντικαταστάσιμα, τυποποιημένα και ειδικευμένα: οι στρατιές των εργατών, ο στρατός, η γραφειοκρατία. Οι στρατιές των εργατών και ο στρατός θα ύψωναν τα ανθρώπινα επιτεύγματα σε ύψη αδιανόητα ως τότε: κατασκευές μεγάλης κλίμακας όσον αφορά τις πρώτες- μαζικές καταστροφές όσον αφορά τον δεύτερο. Στις περιοχές όπου πρωτοεμφανίστηκε, η ολοκληρωτική αυτή τεχνική ήταν ανεκτή, ίσως ακόμα και ευκταία, παρά την διαρκή της τάση προς την καταστροφή, διότι οργάνωνε την πρώτη οικονομία ρυθμισμένης αφθονίας: ειδικά οι απέραντες καλλιέργειες παραγωγής τροφής οι οποίες δεν εξασφάλιζαν μόνο τη θρέψη ενός πολυπληθούς αστικού πληθυσμού, αλλά ελευθέρωνε και μια σημαντική επαγγελματική μειοψηφία που μπορούσε πια ν’ αναλάβει στρατιωτικές, γραφειοκρατικές, επιστημονικές ή καθαρά θρησκευτικές δραστηριότητες. Όμως αδυναμίες που δεν έχουν ακόμη και σήμερα ξεπεραστεί, μείωναν την αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος.
Αρχικά, η δημοκρατική οικονομία του χωριού θα αντισταθεί στην ενσωμάτωσή της στο νέο αυταρχικό σύστημα. Γι αυτόν τον λόγο, ακόμα και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφού κατόρθωσε να κάμψει τις αντιστάσεις και να αρχίσει να συλλέγει φόρους, έκρινε σκόπιμο να παραχωρήσει μια μεγάλη τοπική αυτονομία σε θέματα θρησκείας και διακυβέρνησης. Επιπροσθέτως, όσο η γεωργία απορροφούσε την εργασία του 90% περίπου του πληθυσμού, η μαζική τεχνική εφαρμοζόταν κυρίως στα πολυπληθή αστικά κέντρα. Λόγω του ότι η αυταρχική τεχνική διαμορφώθηκε αρχικά σε μια εποχή όπου τα μέταλλα ήταν σπάνια, ενώ η ανθρώπινη πρώτη ύλη –προερχόμενη από τους αιχμάλωτους πολέμου- ήταν εύκολα μετατρέψιμη σε λογιών-λογιών μηχανές, οι ηγέτες που την διεύθυναν ποτέ δεν έκαναν τον κόπο να εφεύρουν μηχανικά ή ανόργανα υποκατάστατά της. Όμως η εν λόγω τεχνική υπέφερε κι από άλλες αδυναμίες, ακόμα σοβαρότερες. Το σύστημα αυτό δεν διέθετε καμία εσωτερική συνοχή: αρκούσε μία διακοπή των επικοινωνιών -ένας χαμένος κρίκος στην αλυσίδα των εντολών- και οι μεγάλες ανθρώπινες μηχανές κατέρρεαν. Τέλος, οι μύθοι που στήριζαν το σύστημα στο σύνολό του –και ιδιαίτερα ο θεμελιώδης μύθος της βασιλείας- ήταν παράλογοι λόγω της καχυποψίας και του παρανοϊκού μίσους τους, των παρανοϊκών αξιώσεών τους για άνευ όρων υποταγή και απόλυτη εξουσία. Παρ όλες δηλαδή τις εντυπωσιακές κατασκευές της, η αυταρχική τεχνική εξέφραζε μια βαθιά εχθρότητα προς την ζωή.
Στο σημείο αυτό της σύντομης ιστορικής μου παρένθεσης, πιστεύω πως βλέπετε καθαρά που θέλω να καταλήξω: η αυταρχική τεχνική επανεμφανίζεται σήμερα με μια μορφή επιδέξια τελειοποιημένη και εξαιρετικά μεγεθυμένη. Μέχρι τώρα, εμπιστευόμενοι τις αισιόδοξες αρχές διανοητών του 19 ου αιώνα όπως ο Ωγκύστ Κοντ (Auguste Compte) και ο Χέρμπερτ Σπένσερ (Herbert Spencer), αντιμετωπίσαμε την ανάπτυξη της πειραματικής επιστήμης και τις μηχανικές εφευρέσεις ως το καλύτερο εχέγγυο μιας ειρηνικής βιομηχανικής κοινωνίας, παραγωγικής και πάνω απ’ όλα δημοκρατικής. Πολλοί ήταν αυτοί που για να καθησυχάσουν τους εαυτούς τους, επέλεξαν να πιστέψουν πως υπήρχε ακόμα και αιτιατική σχέση μεταξύ της εξέγερσης ενάντια στην αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας του 17 ου αιώνα, και της βιομηχανικής επανάστασης που την συνόδευσε. Όμως, φαίνεται πως αυτό που έγινε αντιληπτό ως μια νέα μορφή ελευθερίας, ήταν στην πραγματικότητα μια πολύ πιο εξελιγμένη εκδοχή της παλιάς δουλείας: διότι η ανάδυση της πολιτικής δημοκρατίας κατά τους τελευταίους αυτούς αιώνες, εξουδετερώνεται όλο και περισσότερο από την παλινόρθωση της συγκεντρωποιημένης αυταρχικής τεχνικής -της τεχνικής που είχε κατά τ’ άλλα υποχωρήσει σε πολλά μέρη του κόσμου.
Ας μην κοροϊδεύουμε άλλο τους εαυτούς μας. Την ίδια στιγμή που τα δυτικά έθνη ανέτρεπαν τα παλαιά απολυταρχικά καθεστώτα, τα οποία διοικούνταν από έναν βασιλιά με θεϊκή φύση, στον τομέα της τεχνικής αποκαθιστούσαν το ίδιο σύστημα, με μια μορφή πολύ πιο αποτελεσματική, επανεισάγοντας δρακόντειους καταναγκασμούς στρατιωτικής φύσης τόσο στην οργάνωση των εργοστασίων, όσο και στην νέα οργάνωση του στρατού, βάσει της οποίας οι στρατιώτες χωρίζονται πλέον σε συντάγματα, φορούν στολή και λαμβάνουν αυστηρή εκπαίδευση. Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, που αποτελούν μεταβατικά στάδια, θα μπορούσαμε να αμφιβάλλουμε για την τελική κατεύθυνση αυτού του συστήματος, διότι παρατηρούμε πως δυνατές δημοκρατικές αντιστάσεις λάμβαναν χώρα εδώ κι εκεί· με την ενοποίηση όμως της επιστημονικής ιδεολογίας, απελευθερωμένης από τα όρια που έθεταν η θεολογία και οι ουμανιστικές αντιλήψεις, η αυταρχική τεχνική είχε πια στην φαρέτρα της ένα όργανο που της δίνει τον απόλυτο έλεγχο της φυσικής και κοσμικής ενέργειας. Οι εφευρέτες της ατομικής βόμβας, των διαστημικών πυραύλων και των υπολογιστών είναι οι δικοί μας κατασκευαστές πυραμίδων: με τον ψυχισμό τους φουσκωμένο από τον ίδιο μύθο της απεριόριστης δύναμης, καυχιούνται για την παντοδυναμία ή ακόμα και για την παντογνωσία που υποτίθεται ότι τους εγγυάται η επιστήμη, ορμώμενοι από εμμονές και παρορμήσεις εξίσου παράλογες μ’ εκείνες των απολυταρχικών καθεστώτων που προηγήθηκαν και συγκεκριμένα απ’ την αρχή που υπαγορεύει πως το ίδιο το σύστημα πρέπει να επεκταθεί,
όποιο κι αν είναι το τελικό τίμημα για τη ζωή.
Αυτή η αυταρχική τεχνική, μέσω της εκμηχανοποίησης, της αυτοματοποίησης και της κυβερνητικής [cybernetic] οργάνωσης κατάφερε τελικά να υπερβεί τη σοβαρότερη αδυναμία της: την αρχική της εξάρτηση από αντιστεκόμενους ή ενεργά απείθαρχους σερβομηχανισμούς, οι οποίοι, όντας ακόμα αρκετά ανθρώπινοι, διαπνέονται από σκοπούς που δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τους αντίστοιχους του συστήματος. Όπως ακριβώς η πρωταρχική εκδοχή της αυταρχικής τεχνικής, η καινούργια αυτή τεχνολογία είναι εκπληκτικά δυναμική και παραγωγική: η ισχύς της, σε όλες της τις μορφές, τείνει να αυξάνεται χωρίς όριο, σε τέτοιες ποσότητες που αψηφά την δυνατότητα αφομοίωσης και εμποδίζει οποιονδήποτε έλεγχο, είτε μιλάμε για την παραγωγικότητα της επιστημονικής γνώσης, είτε για την αντίστοιχη των αλυσίδων παραγωγής των εργοστασίων.
Η αύξηση της ενέργειας, της ταχύτητας και της αυτοματοποίησης στον ύψιστο βαθμό, έξω από κάθε έγνοια για τις ποικίλες και ευαίσθητες συνθήκες που επιτρέπουν την ύπαρξη της οργανικής ζωής, έγινε σκοπός καθαυτός. Και αν κρίνουμε από τους εθνικούς προϋπολογισμούς, όπως και στις πρώτες μορφές αυταρχικών τεχνικών, όλη η προσπάθεια αφορά τα ολοκληρωτικά όργανα καταστροφής που επινοούνται για λόγους εντελώς παράλογους, των οποίων βασικό αποτέλεσμα θα ήταν ο ακρωτηριασμός ή ο αφανισμός της ανθρώπινης φυλής. Ακόμα και ο Ασσουρμπανιπάλ ή ο Τζένγκις Χαν πραγματοποιούσαν τα αιματηρά τους εγχειρήματα μέσα στα πλαίσια των ανθρώπινων ορίων.
Στο νέο αυτό σύστημα, το κέντρο εξουσίας δεν είναι πια μια διακεκριμένη προσωπικότητα, ένας παντοδύναμος βασιλιάς: ακόμα και στις ολοκληρωτικές δικτατορίες, το κέντρο βρίσκεται τώρα πια στο ίδιο το εσωτερικό του συστήματος, αόρατο μα πανταχού παρόν· όλο το ανθρώπινο δυναμικό που το συναποτελεί, συμπεριλαμβανομένης της τεχνικής και διευθυντικής ελίτ και του επιστημονικού ιερατείου –οι μόνες ομάδες που έχουν πρόσβαση στην απόκρυφη γνώση που θα επιτρέψει τον ολοκληρωτικό έλεγχο- είναι κι αυτές παγιδευμένες στην τελειότητα της οργάνωσης που δημιούργησαν. Όπως οι φαραώ της εποχής των πυραμίδων, αυτοί οι υπηρέτες του συστήματος ταυτίζουν το γενικό καλό με το προσωπικό τους ευ-ζην· όπως για τον θεό-βασιλιά έτσι και για αυτούς, η υπεράσπιση του συστήματος είναι μια πράξη αυτό-λατρείας· και πάλι όπως ο βασιλιάς, νιώθουν μια ασίγαστη και άλογη επιθυμία επέκτασης των μέσων ελέγχου που διαθέτουν και εξάπλωσης των ορίωντης εξουσίας τους. Σε αυτήν την συλλογικότητα που έχει για επίκεντρό της το σύστημα, σ’ αυτό το Πεντάγωνο της ισχύος, καμία φανερή παρουσία δεν δίνει εντολές: αυτές οι νέες θεότητες δεν είναι σαν τον Θεό του Ιώβ, δε μπορούμε ούτε να τους αντισταθούμε αλλά ούτε και να τις αντιμετωπίσουμε. Με την πρόφαση ότι θα ελαφρύνει την εργασία, ο απώτερος σκοπός αυτής της τεχνικής είναι να εξορίσει την ζωή ή καλύτερα να μεταφέρει τις ιδιότητές της στη μηχανή και στη μηχανική συλλογικότητα, ενώ παράλληλα αποδέχεται μόνο το μέρος αυτό της οργανικής ζωής το οποίο δέχεται τον έλεγχο και την χειραγώγηση.
Ελπίζω να μην παρεξηγήσετε αυτήν την ανάλυση. Ο κίνδυνος για την δημοκρατία δεν προέρχεται από τις επιστημονικές ανακαλύψεις ή απ’ τις ηλεκτρονικές εφευρέσεις. Οι ανθρώπινες ορμές που επικρατούν στην αυταρχική τεχνική των ημερών μας, προέρχονται από μια εποχή που δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα ούτε ο τροχός. Ο κίνδυνος, αντίθετα, προέρχεται από το γεγονός πως, από τότε που ο Φράνσις Μπέικον και ο Γαλιλαίος καθόρισαν τους νέους καινούργιους στόχους και μεθόδους για την τεχνική, οι μεγάλοι φυσικοί μετασχηματισμοί πραγματοποιήθηκαν από ένα σύστημα που αφανίζει χωρίς περιορισμούς την ανθρώπινη προσωπικότητα στο σύνολό της, δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της την ιστορική εξέλιξη, υπερτιμά τον ρόλο της αφηρημένης διάνοιας και μετατρέπει την κυριαρχία επί της φύσης –η οποία είναι, τελικά, κυριαρχία επί του ανθρώπου-, σε κύριο σκοπό της ύπαρξής μας. Το σύστημα αυτό έχει διαποτίσει την δυτική κοινωνία με τρόπο τόσο ύπουλο, που η ανάλυση της αλλαγής κατεύθυνσής και των σχεδίων του που επιχειρώ, μπορεί να φαίνεται περισσότερο αμφίβολη –και πιο συνταρακτική για την ακρίβεια- απ’ τα ίδια τα γεγονότα.
Πώς να εξηγήσουμε την ευκολία με την οποία η εποχή μας έχει παραδοθεί τόσο εύκολα στους ελεγκτές, στους χειραγωγούς, στους διαιωνιστές μιας αυταρχικής τεχνικής; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ταυτόχρονα παράδοξη και ειρωνική. Η σημερινή τεχνική διαφέρει από αυτή των αγίνωτων και ανοιχτά βίαιων συστημάτων του παρελθόντος, λόγω μιας μικρής και εξαιρετικά ευνοϊκής λεπτομέρειας: δέχτηκε την βασική δημοκρατική αρχή χάρη στην οποία κάθε μέλος της κοινωνίας υποτίθεται ότι απολαμβάνει τα αγαθά της. Μέσω της σταδιακής πραγματοποίησης αυτής της δημοκρατικής υπόσχεσης, το σύστημά μας κατόρθωσε να εγκολπωθεί ολοκληρωτικά την κοινωνία, απειλώντας έτσι να εκμηδενίσει κάθε εναπομείναν ψήγμα δημοκρατίας.
Η συναλλαγή που μας προτείνεται μοιάζει σαν ένα γενναιόδωρο λάδωμα. Με βάση τους όρους του δημοκρατικού-αυταρχικού κοινωνικού συμβολαίου, κάθε μέλος της κοινωνίας μπορεί να διεκδικήσει όλα τα υλικά αγαθά, όλα τα πνευματικά και συναισθηματικά ερεθίσματα που επιθυμεί, σε ποσότητες που ίσα-ίσα θα έφθαναν, στον παρελθόν, ακόμα και για μια περιορισμένη ολιγαρχία: διατροφή, στέγαση, γρήγορες μεταφορές, στιγμιαία επικοινωνία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, διασκεδάσεις και εκπαίδευση. Υπό έναν όρο όμως: όχι μόνο να μην απαιτούμε τίποτα που αυτά που το σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει, αλλά επίσης να δεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται, κατασκευασμένο και μετασχηματισμένο τεχνητά κατά το δέον, ομογενοποιημένο και τυποποιημένο, στις ακριβείς ποσότητες που επιβάλλει το σύστημα κι όχι ο άνθρωπος. Εάν επιλέξουμε το σύστημα, καμία άλλη επιλογή δεν είναι δυνατή. Με μια λέξη, αν εξαρχής απαρνηθούμε τη ζωή μας, η αυταρχική τεχνική θα μας ανταποδώσει ό,τι μπορεί να μετρηθεί μηχανικά, να πολλαπλασιαστεί ποσοτικά, να χειραγωγηθεί και ν’ αυξηθεί μαζικά.
«∆εν είναι μια δίκαιη ανταλλαγή;» θα ρωτήσουν αυτοί που μιλάν στο όνομα του συστήματος. «∆εν είναι πραγματικά αγαθά τα αγαθά που υπόσχεται η αυταρχική τεχνική; Την αφθονία δεν ονειρεύεται η ανθρωπότητα εδώ και τόσον πολύ καιρό, την οποία όλες οι κυρίαρχες τάξεις επιχείρησαν να κρατήσουν για τον εαυτό τους, καταφεύγοντας σε κάθε είδους ωμότητα και αδικία;». ∆εν θα ήθελα σε καμία περίπτωση ν’ αρνηθώ πως αυτή η τεχνική δημιούργησε πολλά αξιοθαύμαστα προϊόντα, ούτε να μειώσω την αξία τους κι αυτό γιατί μια αυτορυθμιζόμενη οικονομία θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει σωστά. Αυτό που θέλω απλά να προτείνω είναι πως ήρθε η ώρα να υπολογίσουμε το ανθρώπινο κόστος και τις κακουχίες, για να μην μιλήσουμε καν για τους κινδύνους στους οποίους μας εκθέτει η άνευ όρων συναίνεσή μας στο ίδιο το σύστημα. Ακόμα και το πολύ άμεσο τίμημα είναι υψηλό, καθώς απέχουμε τόσο πολύ από το να έχουμε τον πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο του συστήματος, που αυτό θα μπορούσε να μας δηλητηριάσει μαζικά ή να μας αφανίσει στην προσπάθειά του να μας ταΐσει ή να διασφαλίσει την εθνική μας ασφάλεια, προτού προλάβουμε να απολαύσουμε όλα αυτά τα αγαθά. Είναι άραγε συμφέρον από ανθρώπινη άποψη να αρνηθούμε την πιθανότητα να περάσουμε, ας πούμε, μερικά χρόνια στο Γουώλντεν Ποντ[2], για το προνόμιο να περάσουμε μια ολόκληρη ζωή στο Γουώλντεν[2]; Όταν η αυταρχική μας τεχνική παγιώσει την εξουσία της χάρη στους νέους τρόπους μαζικού ελέγχου, τις συστοιχίες ηρεμιστικών και αφροδισιακών σκευασμάτων, πώς θα μπορέσει να επιβιώσει η δημοκρατία; Πρόκειται για μια χαζή ερώτηση: ούτε η ίδια η ζωή δεν θα μπορέσει να αντισταθεί, πλην όσων μας πουλάει η συλλογική μηχανή. Η πλανητική εξάπλωση μιας αποστειρωμένης επιστημονικής ιντελιγκέντσιας δεν θα θυμίζει την χαρούμενη κατάληξη ενός θεϊκού σχεδίου, όπως φαντάστηκε με αθωότητα ο Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν[4]. Στην πραγματικότητα, θα είναι η τελειωτική καταδίκη κάθε περαιτέρω προόδου για την ανθρωπότητα.
Γι ακόμα μια φορά, ελπίζω να μην παρεξηγούμαι. ∆εν προβλέπω κάποιο αναπόφευκτο μέλλον. Απλώς προειδοποιώ για το τι μπορεί ενδεχομένως να συμβεί. Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποφύγουμε μια τέτοια κατάληξη; Περιγράφοντας την αυταρχική τεχνική που επιχειρεί να μας κυριεύσει, δεν ξέχασα το μεγάλο μάθημα της ιστορίας: «Προετοιμαστείτε για το απροσδόκητο!». Ούτε αγνοώ τα τεράστια αποθέματα ζωής και δημιουργικότητας που αυτή η περισσότερο ανθρώπινη δημοκρατική συνεχίζει να μας προσφέρει. Ελπίζω να πείσω αυτούς που προσπαθούν να διασώσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, πως οι προσπάθειές τους θα πρέπει να συμπεριλάβουν και την τεχνολογία.
Πρόκειται και σε αυτή την περίπτωση για το αίτημα της επανατοποθέτησης του ανθρώπου στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Πρέπει να εναντιωθούμε σε αυτό το αυταρχικό σύστημα που προσφέρει σε μια υποανάπτυκτη ιδεολογία και στην τεχνική, την εξουσία που κανονικά ανήκει στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Επαναλαμβάνω: η ζωή δεν μεταβιβάζεται. Παραδόξως και κατ’ έναν συμβολικό και υπέροχα ταιριαστό τρόπο, ο πρώτος που μας ήρθε στο μυαλό να παραθέσουμε για να υποστηρίξουμε την άποψη αυτή είναι ένας πρόθυμος εκπρόσωπος αυτής της νέας αυταρχικής τεχνικής -πράγμα που τον κάνει σχεδόν ένα αρχέτυπο θύματος! Πρόκειται για τον αστροναύτη Τζων Γκλεν, του οποίου η ζωή κινδύνευσε λόγω μιας δυσλειτουργίας του αυτόματου ελέγχου που έπρεπε να ενεργοποιηθεί από απόσταση. Αφού κατάφερε να σώσει τη ζωή του χάρη στην δική του παρέμβαση, πετάχτηκε από την διαστημική κάψουλα φωνάζοντας: «Στο εξής τις εντολές πρέπει να τις δίνει ο άνθρωπος!».
Αυτό βέβαια είναι ευκολότερο να το λες παρά να το κάνεις. Αν δεν θέλουμε όμως να αναγκαστούμε να πάρουμε ακόμη πιο δρακόντεια μέτρα, όπως αυτά που προτείνει ο Σάμιουελ Μπάτλερ στο Erewhon[5] , καλά θα κάνουμε να επεξεργαστούμε μια λύση πιο δημιουργική: την αναδόμηση, δηλαδή, της επιστήμης και της τεχνικής μας, με τρόπο ώστε να επανεισάγουμε σε κάθε επίπεδο της διαδικασίας, τις πλευρές εκείνες της ανθρώπινης προσωπικότητας που έχουν απορριφθεί από την αυταρχική τεχνική. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάσουμε χωρίς τύψεις την ποσότητα, προκειμένου να αποκαταστήσουμε την δυνατότητα μιας ποιοτικής επιλογής· πρέπει να μεταφέρουμε στην ανθρώπινη προσωπικότητα και την αυτόνομη ομάδα την εξουσία που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα χέρια της συλλογικής μηχανής· πρέπει να δώσουμε βάρος στην οικολογική ποικιλία και περιπλοκότητα αντί να εντείνουμε την υπερβολική ομοιομορφία και την τυποποίηση· και κυρίως, θα πρέπει να περιορίσουμε αυτήν την τάση διόγκωσης του συστήματος, ώστε να το συγκρατήσουμε αυστηρά μέσα στα ανθρώπινα όρια και έτσι να ελευθερώσουμε τον άνθρωπο ώστε να μπορεί να ακολουθήσει άλλους σκοπούς. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας δεν θα πρέπει ν’ αφορά τι είναι καλό για την επιστήμη και ακόμα λιγότερο για την Τζένεραλ Μότορς, την Γιούνιον Κάρμπιντ, την ΙΒΜ ή το Πεντάγωνο, αλλά τι είναι καλό για τον άνθρωπο: όχι τον άνθρωπο ως μαζικό όν, υποτελές στην μηχανή και ελεγχόμενο από το σύστημα, αλλά τον άνθρωπο ως πρόσωπο, ελεύθερο να κινηθεί σ’ όλους του τομείς της ζωής.
Οι δημοκρατικές διαδικασίες μπορούν να αντικαταστήσουν μεγάλη μερίδα της τεχνικής, εάν υπερνικήσουμε τις βρεφικές ορμές και τους αυτοματισμούς που απειλούν τώρα να εκμηδενίσουν οτιδήποτε θετικό καταφέραμε να κερδίσουμε. Ακόμα κι ο ελεύθερος χρόνος που η μηχανή κατέστησε δυνατό στις αναπτυγμένες χώρες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελός μας, όχι όμως για να υποταχτούμε σε άλλες μηχανές οι οποίες μας προσφέρουν μια «εκμηχανισμένη» χαλάρωση αλλά για να δοκιμάσουμε δραστηριότητες μη προσοδοφόρες και τεχνικά αδύνατες για το σύστημα της μαζικής παραγωγής: δραστηριότητες που απαιτούν ένα ταλέντο, μια γνώση, ένα ιδιαίτερο αισθητικό κριτήριο.
Το κίνημα που ενθάρρυνε τις οικιακές εργασίες («φτιάξ’ το μόνος σου!») υποχώρησε πρόωρα, γιατί προσπαθούσε να πουλήσει ακόμη περισσότερες μηχανές· ωστόσο το σύνθημά του είναι προς την σωστή κατεύθυνση – αρκεί βέβαια να έχουμε ακόμα έναν εαυτό για να μπορεί να κάνει κάτι «μόνος του». ∆εν θα μπορέσουμε να σταματήσουμε την υπερπαραγωγή αυτοκινήτων που κατακλύζουν και καταστρέφουν τις πόλεις μας, παρά ξανασχεδιάζοντας αυτές τις πόλεις κατά τρόπο ώστε να προσφέρονται σε μια πιο αποτελεσματική ανθρώπινη δραστηριότητα: το περπάτημα.
Παρατηρούμε με χαρά ότι ακόμα και στην περίπτωση της γέννας και του τοκετού, η έμφαση στρέφεται, από την υπερπαρεμβατική, αυταρχική –και συχνά θανάσιμη- διαδικασία, που έχει για επίκεντρο τη νοσοκομειακή ρουτίνα, προς την κατεύθυνση μιας πιο ανθρώπινης διαδικασίας που θα ξαναδώσει την πρωτοβουλία στην μητέρα και στους φυσικούς ρυθμούς του σώματος.Η αναγέννηση και ο εμπλουτισμός της δημοκρατικής τεχνικής είναι πασιφανώς ένα θέμα πολύ σημαντικό για να συνοψιστεί σε μια ή δύο καταληκτικές προτάσεις. Όμως, ελπίζω να έδειξα καθαρά πως τα αυθεντικά πλεονεκτήματα που μας προσφέρει η τεχνική που είναι βασισμένη στην επιστήμη, δεν μπορούν να διατηρηθούν παρά εάν περικόψουμε το σύστημα μέχρις εκείνο το σημείο όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επιλογή, να επεμβαίνει, να σχεδιάζει για στόχους εντελώς διαφορετικούς απ’ αυτούς του συστήματος. Στις σημερινές συνθήκες, εάν η δημοκρατία δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την εφεύρουμε προκειμένου να διατηρήσουμε και ν’ αρχίσουμε ξανά να τελειοποιούμε τον χαρακτήρα και την διάνοια του ανθρώπου.
[1] Lewis Mumford, “Authoritarian and Democratic Technics”. Λόγος που δόθηκε στη Νέα Υόρκη στις 21/1/1963 και αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Technology and Culture (τ. 5, τχ. 1, χειμώνας 1964). Ο Μάμφορντ (1895-1990) υπήρξε θεωρητικός της πόλης και της τεχνολογίας, ανθρωπολόγος, κριτικός αρχιτεκτονικής και ιστορικός. Είναι ένας από τους βασικούς κριτικούς (μαζί, π.χ., με τον γάλλο Ζακ Ελύλ [Jacques Ellul]) της σύγχρονης τεχνολογίας και των συνεπειών της στην κοινωνική ζωή. Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετά έργα του (όλα από τις εκδ. Νησίδες), μεταξύ των οποίων τα Τέχνη και τεχνική (1997), Η ιστορία των ουτοπιών (1998), Ο μύθος της μηχανής (τ. Α’ και τ. Β’ 2005) κ.λπ.ίδια τη ζωή μας σε χρόνια ασθένεια. Η καλύτερη δυνατή ζωή –και εδώ έχω πλήρη συναίσθηση πως ανοίγω μια μεγάλη κουβέντα- είναι μία ζωή που απαιτεί περισσότερη αυτό- οργάνωση, αυτό-έκφραση και αυτό-εκπλήρωση. Υπό αυτή την έννοια, η προσωπικότητα – άλλοτε ειδοποιό χαρακτηριστικό μόνο των βασιλέων- ανήκει, για τη δημοκρατική θεωρία, σε όλους τους ανθρώπους. Η ζωή, στην αφθονία και την πληρότητά της, δεν μεταβιβάζεται.
[2] Σ.τ.μ.: Η μικρή λίμνη του Walden βρίσκεται στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης και είναι το μέρος όπου ο Ντέιβιντ Θορώ έφτιαξε την καλύβα όπου έζησε για δύο χρόνια και έγραψε το έργο Walden ή η ζωή στο δάσος ([1854] ελλ. εκδ. Κέδρος, 2007 και ∆ιεθνής Βιβλιοθήκη, 1999), στο οποίο παρουσιάζει τον ολιγαρκή και πρωτο-οικολογικό τρόπο με τον οποίο έζησε κοντά στη φύση ως μοντέλο προς μίμηση από τους συνανθρώπους του, στα πλαίσια μιας κριτικής στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
[3] Σ.τ.μ.: Walden Two (1948): μοντέρνα ουτοπία γραμμένη από τον συμπεριφοριστή ψυχολόγο, B. F. Skinner το 1948, η οποία προκάλεσε αρκετές συζητήσεις. Περιγράφει μια κοινωνία όπου τα ανθρώπινα προβλήματα ρυθμίζονται μέσω του συμπεριφορισμού (της ψυχολογικής, δηλαδή, προσέγγισης που εξαρτά μονόπλευρα τη συμπεριφορά του ατόμου από τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος) και υποστηρίζει μια αυστηρά ντετερμινιστική αντίληψη του ανθρώπινου όντος, όπου δε χωρά καμία ελευθερία βούλησης.
[4] Σ.τ.μ.: Pierre Teilhard de Chardin (1881-1955): γάλλος Ιησουίτης θεολόγος και φιλόσοφος ο οποίος πίστευε ότι το σύμπαν βαδίζει προς το «σημείο Ωμέγα», ακολουθώντας μια εξελικτικιστική πορεία προς ολοένα και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και αυτοσυνείδηση.
[5] Σ.τ.μ.: Το Erewhon or Over the Range (1872) του S. Butler είναι μια αναποδογυρισμένη σάτιρα (ο τίτλος είναι αναγραμματισμός της ανεστραμμένης λέξης nowhere [=πουθενά]) της αγγλικής κοινωνίας του 19 ου αιώνα. Ο Μπάτλερ φαντάζεται πως μέσα σε αυτή την κοινωνία όλες οι τεχνικές εφευρέσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία, κηρύχτηκαν παράνομες μετά από μια επανάσταση ενάντια στην αυξανόμενη ηγεμονία της μηχανήςhttp://eagainst.com/articles/mumford/.