Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Κάγκελα, κάγκελα παντού

Ολοένα τα σπίτια μετατρέπονται σε φρούρια-φυλακές.
Οπου και να στρέψεις σήμερα το βλέμμα σου στην πόλη, αντικρίζεις κάγκελα.
Πάνω σε παράθυρα, σε πόρτες, σε κάθε άνοιγμα, μικρό ή μεγάλο.
Σιδεριές κάθε είδους και μορφής πακτώνονται πάνω στους τοίχους, σε μάντρες, σε μεσοτοιχίες, σε ταράτσες.
Μεταλλικά ρολά, ίδια μ’ αυτά των καταστημάτων, κατεβαίνουν τη νύχτα έξω από παντζούρια και ασφαλίζουν με χοντρές κλειδαριές.
Το σπίτι θωρακίζεται με βαριές πόρτες που ασφαλίζουν με αμπάρες που χώνονται βαθιά μέσα σε στέρεες μεταλλικές κάσες.
Το περικυκλώνουν μάντρες ψηλές, αδιάβατες, με λόγχες που κοιτούν τον ουρανό, για να αποτρέψουν κάθε πιθανή σκέψη σε κάποιον να πλησιάσει και να τις δρασκελίσει.
Ακόμη και μπαλκόνια κλείνονται από πάνω μέχρι κάτω με μεταλλικά πλέγματα που μοιάζουν από μακριά με υπερμεγέθη κοτέτσια.
Κάμερες ελέγχουν κάθε κίνηση και ειδοποιούν με τσιριχτές σειρήνες όλη τη γειτονιά που ακούγοντάς τες κλειδαμπαρώνεται ακόμη περισσότερο.
Ακόμη και πουλί πετάμενο ελέγχεται. Ποιο είναι, πού πετάει, προς ποια κατεύθυνση, σε τι ύψος και γιατί. Δυνατοί προβολείς κάνουν τη νύχτα μέρα.
Οχι, εδώ δεν επιτρέπονται οι σκιές! Οι σκιές είναι πιθανοί κίνδυνοι.
Σταδιακά το σπίτι μετατρέπεται σε μικρό φρούριο. Γίνεται σιδερόφρακτο!
Μπορεί να μοιάζει με κακάσχημη απόρθητη φυλακή και τα δωμάτια να ’χουν μεταλλαχθεί σε αποκρουστικά κελιά φυλακισμένων, όμως αυτό δεν ενοχλεί κανέναν. Προέχει η ασφάλεια!
Ετσι, αντί να προσκαλεί τον επισκέπτη, εμποδίζει και αποτρέπει, απαγορεύοντάς του να διαβεί το κατώφλι του.
Από φιλικό έχει γίνει εχθρικό. Αναρωτιέσαι αν τελικά όλα αυτά τα σίδερα εμποδίζουν κάποιον να μπει ή αυτόν που κατοικεί μέσα να βγει και να δραπετεύσει.
Ετσι η πόλη μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν και αποτελείται από μικρά ξεχωριστά, περίκλειστα και ασύνδετα καγκελόφραχτα φρούρια.
Στέκουν το ένα δίπλα στο άλλο και στρέφουν όλα την πλάτη προς τον δρόμο και τον δημόσιο χώρο της πόλης, αλλά και στα γειτονικά τους.
Η εσωστρέφεια σε όλο της το μεγαλείο. Δεν υπάρχει έξω, παρά μόνο μέσα. Ενα μέσα σκοτεινό, αποπνικτικό, μελαγχολικό.
Η ανασφάλεια και ο τρόμος έχουν κατακυριεύσει την πόλη.
Ο φόβος να χάσει κάποιος και αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα που του έχουν απομείνει, τον κάνει να κλείνεται ολοένα και περισσότερο στο μικρό του διαμέρισμα.
Να χώνεται πιο βαθιά στον καναπέ του, για να αισθάνεται πιο ασφαλής και το μόνο ανοιχτό παράθυρο προς τον κόσμο είναι εν τέλει η οθόνη της τηλεόρασης.
Ολα τα άλλα ούτως ή άλλως είναι θεόκλειστα, σκοτεινά και καλά ασφαλισμένα.
Και βέβαια, αυτό το φωτεινό, πολύχρωμο, γυάλινο παράθυρο των ψευδαισθήσεων προσθέτει μέρα τη μέρα περισσότερο φόβο, περισσότερη ανασφάλεια, προπαγανδίζοντας καθημερινά, με αμείωτη ένταση τον ατελείωτο τρόμο.
Εναν τρόμο παγκόσμιο. Τον τρόμο που παραλύει, ναρκώνει και οδηγεί στην άνευ όρων παραίτηση από κάθε τι και κυρίως από όλα εκείνα που έχουν να κάνουν με τον δημόσιο χώρο της πόλης.
Τον χώρο που φαντάζει πλέον εχθρικός και δεν ομοιάζει σε τίποτα με εκείνον της Αρχαίας Αγοράς, της Δημοκρατίας, της συναναστροφής, των κοινών δράσεων και αποφάσεων, της αλληλεγγύης.
Οι δρόμοι, οι πλατείες, τα πάρκα είναι χώροι ανοίκειοι για τον σημερινό κάτοικο των πόλεων. Χώροι ανασφαλείς, γεμάτοι σκιές.
Ο σύγχρονος κάτοικος της πόλης μετατρέπεται σιγά σιγά σ’ ένα φοβισμένο, μουδιασμένο, άβουλο πλάσμα. Και άρα ακίνδυνο!
Δεν πρόκειται να αντιδράσει, να διεκδικήσει, να συμμετάσχει. Απλώς μόλις τελειώσει το 8ωρο, αν έχει ακόμη εργασία, τρέχει έντρομο να κρυφτεί μέσα στο θωρακισμένο ασφαλές κουτί του.
Το δικό του κελί, τη δική του προσωπική φυλακή. Να κοιτάει με τρομαγμένο βλέμμα πίσω από τα πυκνά κάγκελα που το ίδιο τοποθέτησε στο παράθυρο.
Και αυτός ο φόβος, ο τόσο καλά μεθοδευμένος και κατευθυνόμενος, βγάζει όπως είναι επόμενο στην επιφάνεια όλα εκείνα τα ζωώδη ένστικτα αυτοσυντήρησης του ανθρώπου.
Γίνεται επιθετικός μέσα στην παράλογη ανασφάλεια που του έχει επιβληθεί.
Ερμαιο φυσικά όλων εκείνων που επενδύουν στον φόβο και στο μίσος.
Security! Η λέξη-κλειδί της σύγχρονης πόλης.
Πάνω εκεί καταρρέουν ολόκληρες ιδεολογίες, δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα στο παρελθόν, θεσπίζονται συνεχώς νέα απάνθρωπα μέτρα, στο όνομα πάντοτε της ασφάλειας και φυσικά της τάξης.
Πάνω εκεί κλείνεται, ολοένα και περισσότερο, καθένας στο καβούκι του.
Οχι, δεν φτάσαμε ακόμη στον πάτο του βαρελιού. Υπάρχει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Γι’ αυτό καθίστε καλά, φρόνιμα.
Πάντοτε υπάρχει χειρότερο απ’ αυτό που βιώνετε.
Παλιά, τα τείχη της πόλης την περικύκλωναν- για να την προστατεύσουν από τον εξωτερικό εχθρό.
Σήμερα ο εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών. Δίπλα μας!
Κοιτάζουμε γύρω μας συνεχώς καχύποπτα, δεν εμπιστευόμαστε κανέναν ευρισκόμενοι διαρκώς σε μια κατάσταση άμυνας και άγχους.
Ο ένας φοβάται τον άλλο. Ο άλλος, ο ξένος, ο διαφορετικός, ναι, αυτός πρέπει να’ ναι σίγουρα ο εχθρός. Αυτός πρέπει το δίχως άλλο να ευθύνεται για τα δεινά μας.
Κι ολοένα τα σπίτια μετατρέπονται σε φρούρια-φυλακές.
Στην πόλη μαζί με τα κάγκελα, τους φράχτες, τις κάμερες που δεν ξέρεις ποια παρακολουθεί ποιον (αφού ο Μεγάλος Αδελφός είναι πάντοτε αόρατος), απλώνεται μια βαριά και επικίνδυνη σκοτεινιά.
Ο φόβος διαλύει, καταλύει και κλέβει ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει.
Την ελευθερία του ατόμου. Την ελευθερία να χαίρεται την ομορφιά της ζωής, το φως, τη συμμετοχή στο καθημερινό γίγνεσθαι της πόλης.
Από ενεργό και υπεύθυνο πολίτη τον μετατρέπει σε υπόδουλο υπηρέτη της αφόρητης μοναξιάς του.
Παρατηρώντας την πόλη, είναι σαν να αφουγκράζεσαι τους χτύπους της καρδιάς των ανθρώπων της. Τι ακούς;
*Στίχος από το γνωστό τραγούδι του Τζίμη Πανούση.
**Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Ο ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1936 - 1939 (ΜΕΡΟΣ Α')



Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Μέχρι την έναρξη της Β‘ Δημοκρατίας, τον Απρίλιο του 1931, η Ισπανική κοινωνία εν πολλοίς δεν είχε θιγεί άμεσα από τις δυσκολίες και τις ανακατατάξεις τις οποίες βίωνε η πλειονότητα των Ευρωπαϊκών χωρών από το 1914. Η Ισπανία δεν είχε συμμετάσχει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως εκ τούτου δεν δέχτηκε τον ισχυρότατο αντίκτυπο αυτού του πολέμου, με την πτώση των Αυτοκρατοριών και των υποτελών τους, την αποστρατεία εκατομμυρίων πρώην μαχητών και την καταχρέωση των κρατών για την αποπληρωμή των τεράστιων ποσών που αφιερώθηκαν στην πολεμική προσπάθεια...


Την Ισπανική μοναρχία δεν την ανέτρεψε κανένας πόλεμος παρά η ανικανότητά της να διασφαλίσει στους Ισπανούς τη μετάβαση από ένα καθεστώς ολιγαρχικό και απολυταρχικό σε ένα καθεστώς μεταρρυθμιστικό και δημοκρατικό. Στα τέλη του 1931 η Ισπανία ήταν μια δημοκρατία κοινοβουλευτική και συνταγματική. Στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας δρομολογήθηκε η οργάνωση του στρατού, ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, ενώ αναλήφθηκαν ριζικές και ουσιαστικές πρωτοβουλίες για τον αναδασμό της γης, την ανακατανομή των μισθών των εργαζομένων, την προαγωγή της προστασίας των εργαζομένων και της δημόσιας παιδείας.
Ποτέ στην ιστορία της η Ισπανία δεν γνώρισε μια τέτοια περίοδο τόσο έντονων και ραγδαίων αλλαγών αλλά και αντιπαραθέσεων, τόσο μεγάλων δημοκρατικών αλμάτων και τέτοιων κοινωνικών κατακτήσεων. Ωστόσο, το νομοθετικό έργο της δημοκρατίας ανέδειξε συγχρόνως ορισμένες από τις εντάσεις που είχαν ανακύψει τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από την εκβιομηχάνιση, την αστική ανάπτυξη και τις ταξικές συγκρούσεις. Προκλήθηκε έτσι ένα μεγάλο ρήγμα ανάμεσα σε ανταγωνιστικούς πολιτισμικούς πόλους, ανάμεσα σε πιστούς καθολικούς και συνειδητοποιημένους αντικληρικαλιστές, σε εργοδότες και εργαζόμενους, στην Εκκλησία και στο Κράτος, στην τάξη και στην επανάσταση.

Ως συνέπεια των ανταγωνισμών αυτών η Δημοκρατία, προκειμένου να εδραιωθεί, έπρεπε να ξεπεράσει μεγάλες δυσκολίες και να υπερκεράσει ισχυρές προκλήσεις από την κορυφή αλλά και από τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Πέρασαν δύο χρόνια σχετικής σταθερότητας, άλλα δύο χρόνια πολιτικής αστάθειας, και ακολούθησαν εντέλει κάποιοι μήνες αναταραχής που κατέληξαν στην ανατροπή. Οι πρώτες ισχυρές προκλήσεις, που είχαν και πιο άμεσο χαρακτήρα γιατί συνήθως κατέληγαν σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις της δημόσιας τάξης, προήλθαν από τη βάση: ήταν οι μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, και κατόπιν εξεγέρσεις, των αναρχικών και των σοσιαλιστών. 
Όμως το θανάσιμο πλήγμα, η ανατροπή της δημοκρατίας με τη βία των όπλων, προήλθε αναμφίβολα από την κορυφή και εκ των ένδον, από τον πυρήνα των ενόπλων δυνάμεων της δημοκρατίας και από τις ισχυρές ομάδες των υπερασπιστών της τάξης που ποτέ δεν ανέχτηκαν τη δημοκρατία. Ο διχασμός του στρατού και των δυνάμεων ασφαλείας εμπόδισε τον θρίαμβο του στρατιωτικού κινήματος τον Ιούλιο του 1936, δεν του επέτρεψε να επιτύχει των πρωταρχικό του στόχο: τη γρήγορη κατάληψη της εξουσίας. 
Υπονομεύοντας όμως αποφασιστικά την ικανότητα της δημοκρατικής κυβέρνησης να επιβάλλει την τάξη, αυτό το πραξικόπημα πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές του και στους πολέμιούς του. Ήταν καλοκαίρι του 1936, και έτσι άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος. Στον πόλεμο αυτό η αντιπαράθεση κλιμακωνόταν σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Κατ’ αρχάς, επρόκειτο για μια στρατιωτική σύγκρουση, που πυροδοτήθηκε όταν το πραξικόπημα ακύρωσε τις πολιτικές λύσεις και στη θέση τους προέταξε τη βία των όπλων. 
Ήταν επίσης ένας πόλεμος ταξικός ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις περί κοινωνικής ευρυθμίας, ένας πόλεμος θρησκευτικός ανάμεσα στον καθολικισμό και στον αντικληρικαλισμό, ένας πόλεμος γύρω από την ιδέα της πατρίδας και του έθνους, και ένας πόλεμος ιδεών, αντιλήψεων που την εποχή εκείνη συγκρούονταν στη διεθνή σκηνή. Ήταν ένας πόλεμος που δεν θα μπορούσε να τον περιγράψει κανείς απλώς ως μία σύγκρουση ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον φασισμό ή ανάμεσα στον φασισμό και στη δημοκρατία. 
Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο συνοψίζονταν παγκόσμιες συγκρούσεις ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και εργαζόμενους, ανάμεσα στην Εκκλησία και στο Κράτος, ανάμεσα στον σκοταδισμό και στον εκσυγχρονισμό, σε ένα διεθνές περιβάλλον αποσταθεροποίησης, εξαιτίας της κρίσης των δημοκρατιών και της ανόδου του κομμουνισμού και του φασισμού. Σε πρωταρχικό στόχο εξελίχθηκε η καταστροφή του αντιπάλου. Την πολιτική της εξόντωσης που είχαν εγκαινιάσει οι στασιαστές στρατιωτικοί την υιοθέτησαν με πάθος διάφορες συντηρητικές ομάδες, γαιοκτήμονες, συντηρητικοί μεσοαστοί, ιδιοκτήτες, «νοικοκυραίοι», που αποποιήθηκαν οριστικά τη δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων τους μέσω της έννομης τάξης. 
Και όπου το στρατιωτικό πραξικόπημα απέτυχε, ήχησε η ώρα της πολυπόθητης επανάστασης και του τελικού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τους ισχυρούς, τους πλούσιους και τους εκμεταλλευτές. Χωρίς κανόνες και χωρίς κυβέρνηση, χωρίς μηχανισμούς επιβολής του νόμου και συμμόρφωσης στον νόμο, η εκδίκηση και τα ταξικά μίση ξεχύθηκαν σαν μια καταστρεπτική δύναμη προκειμένου να αφανίσουν την παλαιά τάξη. Ο Ισπανικός εμφύλιος πέρασε στην Ιστορία, και έμεινε στη μνήμη, για την άρνηση του ανθρώπινου προσώπου του αντιπάλου, για την τρομακτική βία που πυροδότησε. 
Με σύμβολα τα «sacas», τα «paseos» και τις μαζικές εκτελέσεις, ο εμφύλιος έδωσε την ευκαιρία στις αντιμαχόμενες ομάδες να επιδιώξουν την εξόντωση των εχθρών τους, πραγματικών και τυχαίων. Σε αυτή την επιχείρηση εκκαθάρισης οι στασιαστές στρατιωτικοί εξαρχής υπολόγιζαν επιπλέον και στις ανεκτίμητες ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας. Από την άλλη πλευρά, ο κλήρος και τα σύμβολα της θρησκείας αποτέλεσαν τον πρώτο στόχο της λαϊκής οργής, αυτών που συμμετείχαν στον αγώνα για να ηττηθεί το στρατιωτικό κίνημα και αυτών που πρωταγωνίστησαν στη «λαϊκή τρομοκρατία» που ξέσπασε το καλοκαίρι του 1936. 
Έτσι ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο αντικληρικαλισμός ενεπλάκησαν άμεσα στη σύγκρουση που βρισκόταν σε εξέλιξη στην Ισπανία και αφορούσε θεμελιώδη ζητήματα τα οποία σχετίζονταν με την οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους. Η διεθνής κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1930 δεν ευνοούσε την ειρήνη και αυτό επηρέασε αποφασιστικά τη διάρκεια, την εξέλιξη και την έκβαση του Ισπανικού εμφυλίου, σύγκρουσης που στην αφετηρία της είχε καθαρά εσωτερικό χαρακτήρα. Η διεθνής στήριξη στους αντιμαχόμενους είχε ζωτική σημασία για τη διεξαγωγή και τη συνέχιση του πολέμου κατά τους πρώτους μήνες. 

Με την εξέλιξη που είχε ο πόλεμος, η πολιτική της μη επέμβασης, ο άνισος συσχετισμός των δυνάμεων πυρός μεταξύ των δύο στρατοπέδων, η συμμετοχή της Ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας και η αποστασιοποίηση, στην καλύτερη των περιπτώσεων, των δυτικών δημοκρατιών, αποτέλεσαν, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές διαιρέσεις του δημοκρατικού στρατοπέδου και την ενότητα των Φρανκιστών, παράγοντες αποφασιστικής σημασίας που έγειραν τελικά την πλάστιγγα υπέρ της πλευράς των στασιαστών στρατιωτικών.

Η δεκαετία του 1930 ξεκίνησε για την Ισπανία με μια δημοκρατία και τελείωσε με τη δεξιά, αυταρχική δικτατορία που επέβαλαν οι νικητές του πολέμου με ηγέτη τον στρατηγό Φράνκο. Τρία χρόνια πολέμου ήταν αρκετά για να σαρωθεί η Ισπανική κοινωνία από ένα άνευ προηγουμένου κύμα βίας και απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής. 
Όσο και αν επικαλείται κανείς τη βία που προηγήθηκε του εμφυλίου προσπαθώντας να δικαιολογήσει την έκρηξή του, είναι σαφές ότι στην ιστορία του Ισπανικού 20ού αιώνα το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1939 αποτελεί ένα σημείο αναφοράς που διακρίνει το πριν και το μετά. Επιπλέον, δύο τουλάχιστον δεκαετίες ύστερα από το τέλος του εμφυλίου, την 1η Απριλίου 1939, δεν αναλήφθηκε καμία θετική προσπάθεια ανασυγκρότησης, όπως συνέβη στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης μετά το 1945. Ως κυρίαρχα τέθηκαν τα ζητήματα της τάξης, της πατρίδας και της θρησκείας παραγκωνίζοντας τα ζητήματα της δημοκρατίας και της επανάστασης. 
Σ' αυτό η περίπτωση της Ισπανίας δεν διαφέρει πολύ από τις περιπτώσεις άλλων χωρών διότι τα ιστορικά δεδομένα μαρτυρούν αναμφισβήτητα την οπισθοχώρηση της δημοκρατίας και την επιτάχυνση της πορείας προς τη δικτατορία. Έπειτα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον θρίαμβο της επανάστασης στη Ρωσία, κανένας εμφύλιος πόλεμος δεν θα μπορούσε να είναι αποκλειστικά «εσωτερικός». Όταν άρχισε ο Ισπανικός εμφύλιος, οι δημοκρατικές δυνάμεις προσπαθούσαν πάση θυσία να «ηρεμήσουν» τα φασιστικά καθεστώτα, κυρίως τη Ναζιστική Γερμανία, αντί να συγκρουστούν με όποιον πράγματι απειλούσε την ισορροπία δυνάμεων. 
Έτσι η Δημοκρατία βρέθηκε αντιμέτωπη με το τεράστιο πρόβλημα να πρέπει να συγκρουστεί με στασιαστές στρατιωτικούς που εξαρχής επωφελήθηκαν από την τόσο ευνοϊκή γι’ αυτούς διεθνή κατάσταση. Οι δικτατορίες που ελέγχονταν από προσωποπαγείς και μονοκομματικές αυταρχικές κυβερνήσεις επικρατούσαν την περίοδο εκείνη των δημοκρατικών καθεστώτων σε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και, αν εξαιρέσουμε την περίπτωση της Ρωσίας, όλες αυτές οι δικτατορίες τράφηκαν από τις ιδέες περί τάξεως και ισχύος της Άκρας Δεξιάς. 
Έναν χρόνο μετά τη λήξη του εμφυλίου, έξι από τις πιο ισχυρές δημοκρατίες της ηπείρου καταλήφθηκαν από τους Ναζί. Κατά συνέπεια, η Ισπανία δεν ήταν μια εξαίρεση, ούτε η μοναδική χώρα όπου οι ιδέες περί τάξεως και ο ακραίος εθνικισμός επιβλήθηκαν στις ιδέες της δημοκρατίας και της επανάστασης. Τα στρατόπεδα που αντιπαρατέθηκαν στην Ισπανία είχαν τόσο βαθιές ιδεολογικές διαφορές, σε ό,τι αφορά την οργάνωση του κράτους και της κοινωνίας, και ήταν τόσο αποφασισμένα να προωθήσουν τους στόχους για τους οποίους πήραν τα όπλα, ώστε δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια συμφωνίας.

Ούτε και το διεθνές περιβάλλον, επίσης, ευνοούσε τις διαπραγματεύσεις. Έτσι, ο πόλεμος τελείωσε με την καταλυτική νίκη του ενός στρατοπέδου επί του άλλου, νίκη που από εκείνη τη στιγμή συνδέθηκε με κάθε είδους θηριωδίες και προσβολές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτή η βία που αποσκοπούσε στην εξόντωση ελάχιστη σχέση είχε με την καταπίεση και τη λογοκρισία την οποία άσκησε το μοναρχικό καθεστώς του Αλφόνσου ΙΓ΄ ή η δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα τη δεκαετία του 1920.

Οι δικτατορίες που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1930, στη Γερμανία, στην Αυστρία ή στην Ισπανία, ήρθαν αντιμέτωπες με μαζικά κινήματα αντίδρασης, που για να τα ποδηγετήσουν χρειάστηκε να εφαρμόσουν νέες μεθόδους τρομοκράτησης. Δεν αρκούσε πια η απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων, η λογοκρισία ή η καταπάτηση ατομικών δικαιωμάτων. Η νίκη του Φράνκο υπήρξε συνάμα νίκη του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Και η ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας αποτέλεσε η ίδια ήττα κάθε δημοκρατίας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ - ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα απoτέλεσε για την Ισπανία, όπως και για μεγάλο μέρος της Ευρώπης, μια περίοδο γεμάτη από επαναστάσεις, πραξικοπήματα και έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που επηρέασε με πολλούς και διαφόρους τρόπους την παγκόσμια κοινή γνώμη. Ο Ισπανικός Εμφύλιος πόλεμος ήταν, κατά πολλούς, το προοίμιο της ένοπλης αντιπαράθεσης των μεγάλων ιδεολογιών του 20ου αιώνα, του κομμουνισμού, του φασισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που κορυφώθηκε λίγο αργότερα με το ξέσπασμα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Ξεκινώντας στα 1936 ο πόλεμος αυτός απώλεσε σταδιακά τα εθνικά χαρακτηριστικά του και διεθνοποιήθηκε. Στα εδάφη της Ιβηρικής το φασιστικό μπλοκ (Γερμανία και Ιταλία) συγκρούστηκε με το κομμουνιστικό μπλοκ ( Ε.Σ.Σ.Δ.) δια αντιπροσώπων. Βρέθηκαν να πολεμούν άνθρωποι από όλο τον κόσμο είτε ενάντια στους φασίστες, είτε ενάντια στους κομμουνιστές - αναρχικούς. Ο πόλεμος αυτός αξιοποιήθηκε από τα αντίπαλα μπλοκ, ώστε να δοκιμαστούν νέα όπλα και στρατηγικές καθώς και να αναζητηθούν τυχόν νέες πολιτικές συμμαχίες.


Ήδη από το 1923 μέχρι και το 1930 την Ισπανία κυβερνούσε απολυταρχικά ο στρατηγός Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα. Μετά τον θάνατο του ο βασιλιάς της Ισπανίας Αλφόνσος ΙΓ΄ κήρυξε την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και έτσι στις τοπικές εκλογές του Απριλίου του 1931 οι δημοκρατικές δυνάμεις επικράτησαν, η Ισπανία ανακηρύχτηκε αβασίλευτη δημοκρατία και ο βασιλιάς έφυγε από την χώρα. Η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε αντιμετώπισε ανυπέρβλητες δυσκολίες εξαιτίας κυρίως της φύσης της Ισπανικής κοινωνίας. 
Η Ισπανία έπρεπε ταχύτατα να μπει σε μια διαδικασία εκσυγχρονισμού όλων των τομέων της κοινωνίας της που χαρακτηριζόταν, ειδικά στον αγροτικό τομέα, από αναχρονιστικούς, σχεδόν φεουδαρχικούς θεσμούς, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις έπρεπε να φέρουν σε πέρας την όλη διαδικασία μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, που προκαλούσε ρίγη τρόμου στους συντηρητικούς κύκλους των στρατιωτικών, των ιερωμένων και των μεγαλοκτηματιών. Κυρίαρχη από αιώνες η παρουσία της εκκλησίας στην Ισπανία ήλεγχε εξ ολοκλήρου την παιδεία του Ισπανικού λαού και παρείχε αμέριστη υποστήριξη στους μεγαλοκτηματίες και στις στρατιωτικές ελίτ έχοντας ουσιαστικά αλυσοδέσει πνευματικά τον λαό στο άρμα του καθολικού εθνικισμού. 
Έτσι η νέα κυβέρνηση προέβη στον χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, παραχώρησε θρησκευτική ελευθερία, εθνικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία και διέλυσε το τάγμα των Ιησουϊτών. Παράλληλα ιδρύθηκαν χιλιάδες νέα μη εκκλησιαστικά σχολεία και ξεκίνησε μια εντατική και αξιέπαινη προσπάθεια να διαφωτιστούν οι εργατικές και αγροτικές μάζες. Μπροστάρης στον αγώνα αυτό ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ο οποίος ως οργανωτής της «Μπαράκα», του πανεπιστημιακού θεατρικού θιάσου, όργωνε την επαρχία δίνοντας παραστάσεις για τον απλό λαό. 
Η δολοφονία του τον Ιούλιο του 1936 αποτέλεσε το ορόσημο για την συμμετοχή πολλών άλλων διανοούμενων στον εμφύλιο που πλησίαζε. Επίσης έπρεπε να αντιμετωπιστεί και το ζήτημα των αυτονομιστικών τάσεων περιοχών όπως η Καταλονία, που έγινε αυτόνομη τον Σεπτέμβρη του 1932, καθώς και των Βάσκων της βόρειας Ισπανίας. Σε πολλές μάλιστα περιοχές που οι υπήρχαν χιλιάδες ακτήμονες κολίγοι, όπως στην επαρχία της Εξτρεμαδούρα, οι εξαθλιωμένοι αγρότες προχώρησαν σε αναδιανομή της γης ενώ, σε πολλές βιομηχανικές πόλεις, όπως η Βαρκελώνη, οι αναρχικοί οργάνωναν την αυτοδιοίκηση των εργοστασίων. 
Η κατάσταση αυτή όπως ήταν φυσικό συσπείρωσε τους δεξιούς, που βρήκαν στο πρόσωπό του Χοσέ Μαρί Γιλ Ρόμπλες τον ηγέτη της Καθολικής Δεξιάς (CEDA). Το νέο καθεστώς στα μάτια των μετριοπαθών δεξιών που είχαν πίστη στο τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» ήταν υπερβολικά ανατρεπτικό. Άλλωστε η δημοκρατία στην Ισπανία, όπως και σε άλλες χώρες, δεν είχε μεγάλη παράδοση καθώς στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα οι πολιτικές δυνάμεις αναρριχούνταν στην εξουσία μέσω πραξικοπημάτων και όχι με εκλογές. 
Η κοινωνική αναταραχή κορυφώνεται με την εκλογική νίκη της δεξιάς στις εκλογές του 1933, ενώ τον Οκτώβριο του 1934 η κυβέρνηση αυτή πνίγει στο αίμα το απεργιακό κίνημα της Αστουρίας. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ επιτρέπει την ένωση των κομμάτων της αριστεράς σε ένα ενιαίο Λαϊκό Μέτωπο το οποίο και κερδίζει τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936. Στην επικράτηση του Λαϊκού Μετώπου οι σχηματισμοί της Ισπανικής Δεξιάς είδαν το προοίμιο της Σοβιετοποίησης της Ισπανίας.

Η αντίδραση των δεξιών κομμάτων δεν άργησε να εκδηλωθεί. Στρατεύματα που στάθμευαν στο Ισπανικό Μαρόκο μεταφέρθηκαν με Ιταλικά και Γερμανικά μεταγωγικά αεροπλάνα και πλοία στην Ισπανία και τέθηκαν κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο. Ο στρατός αυτός των εθνικιστών αφού προήλασε κατά μήκος των Πορτογαλικών συνόρων ετοιμάστηκε τον Οκτώβριο του 1936 να επιτεθεί στην Μαδρίτη. Έχοντας υπό τις διαταγές του τον σκληροτράχηλο «Μαροκινό» κλάδο του Ισπανικού στρατεύματος με 47.000 άνδρες, τους «Africanistas», ξεκίνησε να πατάξει τους απάτριδες κομμουνιστές… 
Το «alzamiento» (κίνημα) του στρατηγού Φράνκο δεν φαίνεται να είχε κάποια συγκεκριμένη ιδεολογική πλατφόρμα πέρα από το μίσος προς κάθε τι αριστερόστροφο. Απουσίαζε κάθε ίχνος πολιτικοποίησης, ενώ εξυμνούταν η τεχνολογική πρόοδος και η στρατιωτική ιεραρχία. Βασικός στόχος των στασιαστών ήταν η ανατροπή της κυβέρνησης που είχε προκύψει από τις εκλογές του 1936 καθώς και ο τερματισμός της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Στους κόλπους των Φρανκιστών εντάχθηκαν όλοι οι δυσαρεστημένοι με την τροπή των πολιτικών πραγμάτων υπέρ της δημοκρατίας. 
Η Φάλαγγα (FET, Παραδοσιαρχική Ισπανική Φάλαγγα) που είχε ιδρυθεί από τον Χοσέ Αντόνιο, γιο του πρώην δικτάτορα Πρίμο Δε Ριβέρα, είχε ως σκοπό «αν ξεσπάσει σοσιαλιστική επανάσταση, η Φάλαγγα πλαισιωμένη από την πολιτοφυλακή, θα καταλάβει κάποια χωριά και ίσως μια επαρχία και θα κηρύξει Εθνική επανάσταση». Πάντως κατά την στρατιωτική ανταρσία ο ρόλος της ήταν να φέρνει σε πέρας τη «βρώμικη» δουλειά, την «limpieza», εκκαθαρίζοντας τα μετόπισθεν από τους εχθρούς του «εθνικού κινήματος». 
Στο πλευρό του Φράνκο συντάχτηκαν και οι βασιλόφρονες Καρλιστές με την φοβερή πολιτοφυλακή τους, τους «requetes», καθώς και οι επίσης βασιλόφρονες, αλλά αντίπαλοι των Καρλιστών, οι Αλφονσιστές. Υποστήριξη, τουλάχιστον κατά τα δυο πρώτα έτη του εμφυλίου, στον Φράνκο παρείχε και το ενωμένο κόμμα της Ισπανικής Συνομοσπονδίας Αυτόνομης Δεξιάς (CEDA). Τον Νοέμβριο του 1936 ο Φράνκο θα κατευθυνθεί προς την πρωτεύουσα Μαδρίτη με σκοπό να την καταλάβει. 

Ο στρατηγός Εμίλιο Μόλα, εκ των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, προελαύνοντας με τέσσερις φάλαγγες προς την πρωτεύουσα, στήριζε πολλά στην «πέμπτη» φάλαγγα που αποτελούταν από φιλοχουντικούς που δρούσαν μέσα στην πρωτεύουσα. Έκτοτε οι «πεμπτοφαλαγγίτες» έγιναν συνώνυμο των προδοτών που δρουν μέσα στις τάξεις εκείνων που αμύνονται εναντίον εξωτερικών εχθρών. Απέναντι τους το Λαϊκό Μέτωπο του Λάργκο Καμπαλέρα, του «Ισπανού Λένιν» όπως αποκαλούνταν, που μόλις είχε αναλάβει καθήκοντα προέδρου, αντέταξε πετυχημένη άμυνα και παρά το ότι η πόλη πολιορκήθηκε για τέσσερις μήνες δεν έπεσε. 
Εδώ ακούστηκε και το περίφημο «No pasaran» από τους υπερασπιστές της δημοκρατικής Μαδρίτης. Ο συνασπισμός των δημοκρατών αποτελούταν από όλες τις αποχρώσεις της αριστεράς, από μετριοπαθείς μεταρρυθμιστές μέχρι αναρχικούς. Το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE) ήταν αυτό που είχε πρωτοστατήσει στην απομάκρυνση του βασιλιά το 1931 και είχε συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθεια εκδημοκρατικοποίησης της χώρας. Στο πλευρό του είχε το συνδικαλιστικό όργανο των σοσιαλιστών την Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (UGT). 
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας (PCE) για καιρό αποτελούσε μια μικρή πολιτική οντότητα στην Ισπανική πολιτική σκηνή. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασε ο εμφύλιος και αργότερα ενεπλάκη στην σύγκρουση η Ε.Σ.Σ.Δ. ο ρόλος του αναβαθμίστηκε, με αποτέλεσμα ο ηγέτης του Χουάν Νεγρίν να γίνει πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου το 1937. Επίσης σημαντική ήταν και η συμβολή των Τροτσκιστών του Ενωτικού Μαρξιστικού Εργατικού Κόμματος (POUM). Στον αντιφασιστικό αγώνα του Μετώπου τάχθηκαν και οι αναρχικοί της Ισπανίας, που έβλεπαν στον εμφύλιο και μια απόπειρα επαναστατικής κοινωνικής μεταρρύθμισης. 
Στελέχωσαν τις πολιτοφυλακές και αγωνίστηκαν με ιδιαίτερο πάθος κατά των μοναρχοφασιστών του Φράνκο. Η Ομοσπονδία Αναρχικών Ιβηρικής (FAI) καθώς και το συνδικαλιστικό τους όργανό, η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT), ήταν κυρίαρχες σε αστικά και βιομηχανικά κέντρα, όπως η Βαρκελώνη. Από στρατιωτική άποψη ο στρατός των δημοκρατών ήταν λιγότερο εξοικειωμένος με τον πόλεμο, αφού η πλειοψηφία των στρατιωτών ήταν απλοί δημοκρατικοί πολίτες που βρέθηκαν με ένα όπλο στο χέρι να υπερασπίζονται το πολίτευμα τους. Από τις πλέον αξιόμαχες μονάδες του δημοκρατικού στρατού ήταν οι «Διεθνείς Ταξιαρχίες». 
Αυτές αποτελούνταν από ξένους εθελοντές που επιθυμούσαν να πολεμήσουν τον φασισμό, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι βετεράνοι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πρότυπο της οργάνωσης τους ήταν εκείνο του Κόκκινου Στρατού της Ε.Σ.Σ.Δ. με τον στρατιωτικό διοικητή και τον πολιτικό κομισάριο να παίρνουν από κοινού τις αποφάσεις. Όσοι στελέχωσαν τις ταξιαρχίες αυτές όμως δεν ήταν κατ΄ ανάγκη κομμουνιστές, αλλά όλους τους ένωνε το αντιφασιστικό μίσος. Στις μάχες ρίχτηκαν το Ιταλικό τάγμα «Γαριβάλδης», το Γερμανικό «Έντγκαρ Αντρέ», το Γαλλοβελγικό «Παρισινή Κομμούνα», το Γαλλικό «Μασσαλιώτιδα», το Γιουγκοσλαβικό «Δημητρώφ» καθώς και το Αμερικάνικο «Λίνκολν».

Και οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές αναζήτησαν, εξ αρχής, την στήριξη ξένων χωρών. Η Αγγλία από την πρώτη στιγμή τήρησε μια κοντόφθαλμη στάση ίσων αποστάσεων απέναντι στους φασίστες και τους δημοκρατικούς, ακολουθούμενη από τη Γαλλία. Δεν ίσχυσε όμως το ίδιο για τους ιδεολογικούς συμμάχους των αντιμαχόμενων πλευρών. Η φασιστική Ιταλία ήταν αυτή που επένδυσε περισσότερο στην εμπλοκή αυτή, αφού φιλοδοξούσε να καταστήσει την Μεσόγειο προνομιακό της χώρο και επιπρόσθετα διέθετε το ισχυρότερο ναυτικό. 
Από την άλλη μεριά οι Γερμανοί, υπολογίζοντας την επερχόμενη εισβολή τους στη Γαλλία, θεώρησαν ότι ο Ισπανικός εμφύλιος θα την αποδυνάμωνε καθώς θα έπρεπε να διατηρεί αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις στα Ισπανογαλλικά σύνορα. Ουσιαστικά εξ αιτίας του Ισπανικού εμφυλίου και της Γερμανοϊταλικής συνεργασίας γεννήθηκε ο Άξονας Βερολίνου - Ρώμης. Ήταν η πρώτη επίσημη συνεργασία των δυο φασιστικών πολεμικών μηχανών. Έτσι στα χέρια των φασιστών του Φράνκο κατέφτασαν από την Ιταλία 70.000 στρατιώτες, 800 αεροπλάνα και 7.500 οχήματα, ενώ ο Χίτλερ έστειλε την επίλεκτη μονάδα της Luftwaffe «Κόνδωρ». 
Αποτελούμενη από 10.000 άνδρες και αρκετά τελευταίας τεχνολογίας αεροσκάφη, όπως τα βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Ju-87 Stuka. Η Ε.Σ.Σ.Δ. από τη μεριά της παρενέβαινε στην Ισπανική πολιτική σκηνή μέσω του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η απόφαση για εμπλοκή δεν προέκυπτε από κάποια επιθυμία του συντρόφου Στάλιν για διεθνοποίηση της επανάστασης, αλλά μάλλον για να προβληθεί η νέα εξωτερική πολιτική του, που επικεντρωνόταν στην απευθείας παρέμβαση με την προσφορά πολεμικού εξοπλισμού και την παράλληλη αύξηση της επιρροής του Κρεμλίνου στην Ισπανική Δημοκρατία. 
Οι Σοβιετικοί απέστειλαν στους δημοκρατικούς πολιτικούς κομισάριους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όπως ο Παλμίρο Τολιάτι, αρκετά πολεμοφόδια και στρατιωτικό υλικό, το οποίο όμως πολλές φορές σταματούσε στα Ισπανογαλλικά σύνορα, λόγω της μη ανάμειξης της Γαλλίας. Παρόλα αυτά στους δημοκράτες έφτασαν αρκετές χιλιάδες τυφέκια, άρματα μάχης και αεροπλάνα. Αποτυγχάνοντας να καταλάβει την Μαδρίτη ο Φράνκο επέδραμε προς βορά. Στόχος ήταν η πρωτεύουσα Μπιλμπάο που είχε οχυρωθεί πίσω από την «σιδηρά ζώνη», μια οχυρωματική γραμμή πέριξ της πόλεως. 
Θέλοντας να τιμωρήσει τους ανυπόταχτους Βάσκους βομβαρδίζει τον Απρίλιο του 1937 την πόλη σύμβολο της Βασκικής αυτονομίας, την Γκερνίκα, με την συμβολή της Γερμανικής μονάδας της Luftwaffe «Κόνδωρ». Οι Βάσκοι χωρίς αεροπορική υποστήριξη υπερφαλαγγίστηκαν και στο τέλος ο Φράνκο ανακάλεσε όλα τα προηγούμενα διατάγματα που εγγυούνταν την αυτονομία της περιοχής τους. Την ίδια στιγμή στους κόλπους των δημοκρατικών δυνάμεων της Καταλονίας ξεσπούσε εμφύλια διαμάχη γύρω από το αν έπρεπε να γίνει επανάσταση για να κερδηθεί ο πόλεμος ή αν έπρεπε να κερδηθεί ο πόλεμος για να γίνει η επανάσταση. 

Με την πρώτη άποψη τάχθηκαν εξ αρχής οι αναρχικοί και οι κομμουνιστές του POUM. Με την δεύτερη τάχθηκαν οι υπόλοιποι υποστηριχτές της δημοκρατίας. Εν τέλει με τη δύναμη των όπλων επιβλήθηκαν στα αναρχικά και Τροτσκιστικά στοιχεία. Τα νέα δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα για την «Reconquista», την ανάκτηση, του Φράνκο. Οι προσπάθειες για αντεπίθεση από την πλευρά των δημοκρατικών αντίθετα δεν στέφθηκαν με επιτυχία, και μάλιστα στην μάχη της Μπρουνέτε τον Ιούλιο του 1937, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Μαδρίτη, υπέστησαν απώλειες της τάξεως των 20.000 ανδρών. 
Την ίδια μοίρα είχε και η απόπειρα των δημοκρατικών να καταλάβουν την Σαραγόσα, τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Το 1938 δεν έφερε καμιά νέα εξέλιξη για το δημοκρατικό στρατόπεδο το οποίο σε όλα τα μέτωπα οπισθοχωρούσε μπροστά στις συνδυασμένες επιθέσεις Φρανκιστών, Ιταλών και Γερμανών. Στις μάχες τηςΤερουέλ τον Φεβρουάριο του 1938 και του ποταμού Έβρου τον Ιούλιο του ίδιου έτους οι δημοκρατικοί υπέστησαν για μια ακόμη φορά βαριές ήττες. Ο επόμενος χρόνος ήταν μια αργή διαδικασία αποσύνθεσης των δημοκρατικών και προέλασης των εθνικιστών του Φράνκο. 
Η Βαρκελώνη πέφτει τον Ιανουάριο του 1939 με τους δημοκρατικούς για μια ακόμη φορά να διχάζονται σχετικά με το αν έπρεπε να συνεχιστεί ο αγώνας ή αν θα έπρεπε να συνθηκολογήσουν με τον Φράνκο. Οι προσπάθειες τους για διαπραγμάτευση πέφτουν στο κενό καθώς το μόνο που δεχόταν ο Φράνκο ήταν άνευ όρων παράδοση. Έτσι στις 26 Μαρτίου οι εθνικιστές ξεκινούν την τελική επίθεση στην Μαδρίτη την οποία και καταλαμβάνουν την 1 Απριλίου του 1939, με τον Φράνκο να κηρύσσει το τέλος του πολέμου από ραδιοφώνου.

Ο Ισπανικός εμφύλιος είχε ως αιτία και αφορμή τα εσωτερικά προβλήματα της χώρας. Προέκυψε από την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων της Ισπανίας να εκσυγχρονίσουν τις κοινωνικές δομές, που προσομοίαζαν σε πολλές περιοχές της χώρας με αυτές του σκοταδιστικού μεσαίωνα. Η εκκλησία είχε καταστεί προνομιακός εταίρος των εξουσιαστικών ελίτ, που επιδείνωναν ακόμη περισσότερο την θέση των εξαθλιωμένων αγροτών και εργατών. Οι τελευταίοι μάλιστα στερούνταν της στοιχειώδους κρατικής μέριμνας, αφού ούτε μισθολογικοί νόμοι υπήρχαν, ούτε κατοχυρωμένο δικαίωμα στο συνδικαλισμό και την απεργία. 
Οι εργατικές και αγροτικές μάζες στέναζαν κάτω από ένα αυταρχικό και καταπιεστικό καθεστώς, και υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνευτούν οι ακρότητες και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν από αυτούς. Η συσσωρευμένη καταπίεση αιώνων εκτονώθηκε, σε αθώους πολλές φορές, φορείς της πρωθύστερης κατάστασης, όπως ιερείς και πολιτικούς αντιπάλους. Το πρόγραμμα αλλαγών που μπήκε σε εφαρμογή από τους δημοκρατικούς ήταν απαραίτητο, αλλά δεν είχε την συναίνεση όλων των δυνάμεων του δημοκρατικού στρατοπέδου. Για τους αναρχικούς στόχος ήταν μια ριζική αλλαγή των πραγμάτων, μια ρηξικέλευθη κοινωνική μεταβολή με στόχο μια αναρχική ουτοπία. 
Για τους εκ Κρεμλίνου κατευθυνόμενους κομμουνιστές βάραινε σημαντικά η «γραμμή» του συντρόφου Στάλιν, ο οποίος προωθούσε την δική του ατζέντα. Από την πλευρά τους οι Εθνικιστές από νωρίς συσπειρώθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Φράνκο σε μια προσπάθεια τους να αποτρέψουν την «Σοβιετοποίηση» της Ισπανίας. Αυτό που ουσιαστικά έγειρε τη ζυγαριά υπέρ τους ήταν η έγκαιρη και σε μεγάλους αριθμούς στρατιωτική βοήθεια των συγγενικών καθεστώτων της Γερμανίας, της Ιταλίας καθώς και της Πορτογαλίας που παρέσχε πολλά κεφάλαια για την χρηματοδότηση του εθνικιστικού στρατού. 
Σύγχρονα όπλα πήραν το βάπτισμα του πυρός στον Ισπανικό εμφύλιο με σκοπό να εξεταστεί η χρήση τους για τον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Μουσολίνι με έκδηλη χαρά διαπίστωνε πως «οι Ιταλοί ήταν ικανοί να προκαλέσουν τρόμο με την επιθετικότητα τους και όχι μόνο ευχαρίστηση με την ικανότητα τους να παίζουν μαντολίνο». Από την μεριά τους οι Γερμανοί του Χίτλερ είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα νέα βομβαρδιστικά τους.

Το νέο καθεστώς από την στιγμή της εδραίωσης του απεκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο του, ξεκινώντας πολιτικές εκκαθαρίσεις εναντίον των ιδεολογικών του αντιπάλων. Οι «εκκαθαρισθέντες» υπολογίζονται από 30.000 μέχρι 150.000. Το «Φρανκικό» καθεστώς απεδείχθη από τα πλέον μακροχρόνια στην Ευρώπη αφού άντεξε ως τα 1975. Ο Φράνκο κατάφερε να εδραιώσει ένα αυστηρά προσωποπαγές καθεστώς με σαφή φασιστικά χαρακτηριστικά. Δεν εντάχτηκε ποτέ σε καμία από τις τότε πολιτικές παρατάξεις της δεξιάς, αλλά αξιοποιούσε από την κάθε μια τα στοιχεία που του χρειάζονταν. 

Από τους φαλαγγίτες αντέγραψε την οργάνωση, τα σύμβολα και τις τελετές ενώ από την ευρύτερη δεξιά οικειοποιήθηκε τις θρησκευτικές και πατριωτικές ιδέες. Ουσιαστικά ο Φράνκο κυβερνούσε απολυταρχικά έχοντας ως πυλώνα της εξουσίας του τον στρατό. Παράλληλα επανέφερε την εκκλησία στην προηγούμενη θέση που κατείχε στην Ισπανική κοινωνία, αναθέτοντας της εκ νέου την εκπαίδευση και την ηθική διάπλαση της νεολαίας. Στην εξωτερική πολιτική του φρόντισε να κρατάει ίσες αποστάσεις με τις δυτικές δυνάμεις. 

Η Αγγλία ουσιαστικά ποτέ δεν σταμάτησε να προμηθεύει τις δυνάμεις του Φράνκο με καύσιμα, ενώ η Γαλλία σταμάτησε πολλούς τόνους πολεμικού υλικού που κατευθυνόταν στη ζώνη των δημοκρατικών στα σύνορα της με την Ισπανία. Ακόμη και η Αμερική ποτέ δεν διέκοψε τις εμπορικές σχέσεις με τους εθνικιστές. Οι Γερμανοί τέλος είδαν γρήγορα να αποπληρώνεται η βοήθεια που είχαν προσφέρει στον Φράνκο με την ανάθεση σε Γερμανικά συμφέροντα αρκετών ορυχείων σιδήρου, ζωτικής σημασίας για την οικοδόμηση της πολεμικής μηχανής του Γ΄ Ράιχ.


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΙΣΠΑΝΙΩΝ

Τον Φεβρουάριο του 1936 η πόλωση που ταλάνιζε την Ισπανία αντικατοπτρίστηκε στους δύο μεγάλους πολιτικούς συνασπισμούς που αναμετρήθηκαν στις εκλογές. Θα έλεγε κανείς ότι το περίφημο στερεότυπο των «δύο Ισπανιών», η εμφάνιση του οποίου αναγόταν στα χρόνια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (1808 - 1813), είχε πάρει πολιτικό περιεχόμενο. Οι δύο μεγάλες πολιτικές κουλτούρες της χώρας, από τη μία ο Ρεπουμπλικανισμός και συγγενικά του ρεύματα όπως ο Μαρξισμός, από την άλλη ο Καθολικισμός, είχαν βρεθεί αντιμέτωπες στις κρισιμότερες εκλογές της Ισπανικής Ιστορίας.
Η οριακή επικράτηση του Λαϊκού Μετώπου, συμμαχίας φιλελεύθερων Αριστερών, σοσιαλιστών και κομμουνιστών, επί της ενοποιημένης Δεξιάς δεν επέφερε την πολυπόθητη ομαλότητα. Κατά το επόμενο πεντάμηνο τα περιστατικά βίας πολλαπλασιάστηκαν, οι κοινωνικές διαιρέσεις βάθυναν, οι εξτρεμιστικές δυνάμεις ενισχύθηκαν και οι διαλλακτικές φωνές σίγησαν. Οι «δύο Ισπανίες» είχαν λάβει θέση μάχης. Χρειαζόταν μία σπίθα για να ανάψει η πυρκαγιά. Μέσα στο κλίμα αναταραχής, κύκλος ανώτερων στρατιωτικών εξύφανε μια συνωμοσία για την ανατροπή της Β΄ Δημοκρατίας. 
Σχεδίαζαν ένα κλασικό στρατιωτικό πραξικόπημα, χωρίς την εμπλοκή πολιτικών φορέων ή ξένων δυνάμεων, με σκοπό να εγκαθιδρύσουν μια παρενθετική δικτατορία υπό τον εξόριστο στρατηγό Χοσέ Σανχούρχο (1872 - 1936), βετεράνο πραξικοπηματία ο οποίος, αφού εξουδετέρωνε τους αντιφρονούντες, θα παλινόρθωνε τη βασιλεία. Δευτερεύον πρόσωπο μεταξύ των συνωμοτών ήταν ο νεαρός στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο (1892 - 1975), γνωστός για τις υπερσυντηρητικές του πεποιθήσεις και τις περγαμηνές του στους αποικιακούς πολέμους και τις κατασταλτικές επιχειρήσεις εις βάρος του «εσωτερικού εχθρού». 
Μια αλληλουχία πολιτικών δολοφονιών τον Ιούλιο του 1936 ανάγκασε τους επίορκους αξιωματικούς να κινηθούν ταχύτερα από ό,τι είχαν προγραμματίσει. Το πραξικόπημα  Πράγματι, στις 17 Ιουλίου εξεγέρθηκαν με επιτυχία τα αποικιακά στρατεύματα στο Μαρόκο. Το επόμενο διήμερο η στάση γενικεύθηκε στην Ιβηρική. Οι στρατιωτικοί προοικονομούσαν μια εύκολη νίκη, όμως το σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Κάποιες τοπικές φρουρές κινήθηκαν διστακτικά, ενώ αλλού επικράτησαν οι πιστές στη Β’ Δημοκρατία στρατιωτικές δυνάμεις. 
Σε ορισμένους στρατώνες και στους περισσότερους ναυστάθμους οι κληρωτοί εξουδετέρωσαν τους αξιωματικούς τους και συγκρότησαν επαναστατικές διοικήσεις. Αλλά εκείνο που έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της δημοκρατικής κυβέρνησης στις μεγάλες πόλεις, όπως στην περίπτωση της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης, ήταν η ετοιμότητα των τοπικών αρχών και των συνδικάτων να οπλίσουν τις λαϊκές μάζες. Όπου δεν προνόησαν να το πράξουν υπερίσχυσαν οι αντίπαλοί τους.

Ο ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1936 - 1939

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το καλοκαίρι του 1936 η Ισπανία σχίστηκε στα δυο. Δεκαετίες ολόκληρες ιδεολογικών, κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων ξεχύθηκαν ορμητικά και σύρθηκαν σε έναν ανελέητο εμφύλιο πόλεμο. Και τα δύο στρατόπεδα ήταν αποφασισμένα να συντρίψουν και να εξαφανίσουν μια για πάντα τον εχθρό από το πρόσωπο της χώρας. Στον Ισπανικό πόλεμο έχει αποδοθεί πληθώρα χαρακτηρισμών, ερμηνειών και διαστάσεων: βίαιη σύγκρουση όλων των πολιτικών ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, πρελούδιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντιφασιστικός αγώνας, κίνημα για την υπεράσπιση των παραδόσεων, των θεσμών και των αξιών του έθνους απέναντι στον κομμουνισμό.
Πάλη για τη δημοκρατία, κοινωνική επανάσταση, «Φασίστες» εναντίον «Κόκκινων». Δύο συνθήματα δονούν την Ισπανική γη: «Viva España» από το ένα χαράκωμα, «Viva Republica» από το άλλο. Μα, πριν ακόμα προλάβουν να συγκρουστούν, μια τρίτη κραυγή χαράζει τον αγέρα κάνοντας τους δυο αντιπάλους να σαστίσουν, «Viva la Revolución» Θα επιχειρήσουμε παρακάτω, μια συνοπτική σκιαγράφηση της ιστορικής αυτής περιόδου που συντάραξε την Ισπανία καθιστώντας την, για τρία περίπου χρόνια, επίκεντρο της διεθνούς γεωπολιτικής σκηνής.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Αιτία του Ισπανικού εμφυλίου ήταν μια στρατιωτική εξέγερση εναντίον των δημοκρατικών θεσμών. Η χώρα δεν κατελήφθη από κάποιο φασιστικό κόμμα, όπως συνέβη σε πολλές περιπτώσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, αλλά δέχτηκε την επίθεση ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος. Το γεγονός αυτό εντάσσεται πλήρως στην Ισπανική παράδοση των πραξικοπημάτων και των παρεμβάσεων του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας. Από το 1814 μέχρι και το 1936, οι απόπειρες πραξικοπήματος ανέρχονται σε 52. 
Ακόμη και του κινήματος του 1936 που προκάλεσε τον εμφύλιο, είχε προηγηθεί, το 1932, ένα αποτυχημένο φιλομοναρχικό πραξικόπημα από τον στρατηγό Σανχούρχο, ενώ και η ίδια η Δεύτερη Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε μετά από την πτώση της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας του στρατηγού Πρίμο δε Ριβέρα.


Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία

Η παραίτηση του Πρίμο δε Ριβέρα το 1930 έφερε και τον βασιλιά Αλφόνσο ΙΓ’ σε πολύ δύσκολη θέση. Η θέση αυτή επιδεινώθηκε έπειτα από τη νίκη των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τη χώρα (χωρίς να παραιτηθεί). Στη Μαδρίτη ανακηρύχθηκε, για δεύτερη φορά στην ισπανική ιστορία, η Δημοκρατία. Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία μπορεί να διακριθεί σε τέσσερις φάσεις:

  • Την περίοδο της προσωρινής κυβέρνησης του Θαμόρα.
  • Την περίοδο των Δημοκρατικών της Αριστεράς και των Σοσιαλιστών που διακυβέρνησαν τη χώρα, με πρωθυπουργό τον Μανουέλ Αθάνια, από τον Οκτώβρη του 1931 μέχρι τον Νοέμβριο του 1933 όταν και ηττήθηκαν στις εκλογές.
  • Την περίοδο της συντηρητικής κυβέρνησης των Ριζοσπαστών Δημοκρατών και της Ρωμαιοκαθολικής Δεξιάς από το 1933 έως και τον Φεβρουάριο του 1936, τη λεγόμενη ''Μαύρη Διετία'', με κύρια σημεία την απόσυρση όλων των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων της προηγούμενης κυβέρνησης και την άγρια καταστολή του εργατικού και επαναστατικού κινήματος, και
  • Την περίοδο της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου και της εντεινόμενης βίας και διχασμού μεταξύ των αντιπάλων δυνάμεων που οδήγησε στο στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου του 1936.

Κύριο πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Δημοκρατία ήταν το αγροτικό ζήτημα στο οποίο βασιζόταν όλη η οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της Ισπανίας, καθώς ουσιαστικά εξακολουθούσε να είναι μια αγροτική χώρα. Στις κεντρικές και νότιες περιοχές της χώρας, απέραντες εκτάσεις γης βρίσκονταν στα χέρια λίγων μεγαλογαιοκτημόνων, ενώ μεγάλες μάζες αγροτικού πληθυσμού ζούσαν μέσα στην εξαθλίωση. Τα μέτρα, όμως, που πήρε η κυβέρνηση Αθάνια απέτυχαν να ικανοποιήσουν ένα μεγάλο, γηγενές, αγροτικό κίνημα που διψούσε για δικαιοσύνη.

Εργατικό Κίνημα και Κοινωνικοί Ανταγωνισμοί

Στην Ισπανία, το αναρχικό κίνημα ήταν εκείνο που συνιστούσε ανέκαθεν την καθαρόαιμη επαναστατική πτέρυγα των εργατικών κινημάτων της χώρας έχοντας αποτελέσει στόχο ανελέητης καταστολής από το καθεστώς του Πρίμο δε Ριβέρα, μια καταστολή που συνεχίστηκε και στα χρόνια της Δημοκρατίας. Αποκορύφωμά της ήταν η περίπτωση της εξέγερσης στο χωριό Κάσας Βιέχας στην Ανδαλουσία το 1933, όταν 25 αναρχικοί χωρικοί σκοτώθηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις που είχε στείλει η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. 
Το μεγαλύτερο τμήμα της δύναμης του αναρχικού κινήματος εντοπιζόταν στη βιομηχανική περιοχή της Καταλωνίας και στις επαρχίες της Αραγωνίας και της Ανδαλουσίας. Το μαζικό εργατικό συνδικάτο της CNT με την ιδεολογική και μαχητική του εμπροσθοφυλακή, την FAI, προωθούσε αδιάκοπα απεργίες με επαναστατικό χαρακτήρα και ένοπλες εξεγέρσεις σε ευρεία ή τοπική κλίμακα. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις χωριών που είχαν επαναστατήσει διακηρύσσοντας τον ελευθεριακό κομμουνισμό, πριν καταπνιγούν άμεσα από τις κρατικές δυνάμεις. 
Το εργατικό και αγροτικό κίνημα είχε και ένα πιο μετριοπαθές και ρεφορμιστικό ρεύμα, εκφραζόμενο από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE), το οποίο πλαισιωνόταν από ένα ισχυρό συνδικάτο, τη UGT (Γενική Ένωση Εργαζομένων), με πιο έντονη παρουσία στις επαρχίες της Καστίλης και του βορρά. Σταδιακά, απέκτησε πιο ριζοσπαστικές θέσεις παρασυρόμενο τόσο από την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και την απειλή ενός αντιδημοκρατικού πραξικοπήματος όσο και από τον ανταγωνισμό με τις αμιγώς επαναστατικές θέσεις της CNT και των αναρχικών εναντίον του κράτους και της ιδιοκτησίας που έβρισκαν όλο και μεγαλύτερη απήχηση. 
Τα οικονομικά αίτια δεν ήταν τα μόνα που ευθύνονταν για τον εμφύλιο διχασμό. Οι κοινωνικές συγκρούσεις οξύνθηκαν και εξαιτίας του χάσματος απόψεων σχετικά με το ρόλο της Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όσο έντονη όψη και ευρεία εξάπλωση και αν είχε ο αντικληρικαλισμός στον Ισπανικό λαό λόγω, κυρίως, της διαπλοκής και των σχέσεων της Εκκλησίας με την άρχουσα τάξη και την καταπιεστική εξουσία, άλλο τόσο εξαπλωμένο ήταν και το θρησκευτικό αίσθημα σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού φτάνοντας σε σημείο οι γαιοκτήμονες να βρίσκουν υποστήριξη από πολλούς θρησκευόμενους που θεωρούσαν ότι απειλούνται από την «ιερόσυλη» πολιτική της Δημοκρατίας.
Ο Abel Paz (1999) σκιαγραφεί τη σύνθεση του συντηρητικού ''στρατοπέδου'' στην Ισπανική κοινωνία με τα εξής λόγια: «Στην Ισπανία τον βασικό πυρήνα της αστικής τάξης αποτελούσαν οι μεσαίες τάξεις και σημαντικά στρώματα των μικροαστών, τόσο των πόλεων όσο και της επαρχίας. Και αυτοί στην πραγματικότητα σχημάτιζαν ένα μπλοκ μαζί με την αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, τους στρατιωτικούς, τον κλήρο και τις πρόσφατα δημιουργημένες φασιστικές ομάδες. Αυτό το μπλοκ που ήταν αρκετά ετερογενές, ήταν ενωμένο από το φόβο μιας επερχόμενης επανάστασης. 
Σχηματίζεται έτσι ένα κοινό μέτωπο για να σώσει την ατομική ιδιοκτησία, την αστική τάξη, την οικογένεια, τη χώρα, τη θρησκεία. Με μια λέξη, όλες τις αξίες που οι προνομιούχοι θεωρούσαν αιώνιες». Τέλος, για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των εμφυλιακών διχασμών πρέπει να σημειωθεί και η ύπαρξη έντονων περιφερειακών, εθνικιστικών και αποσχιστικών τάσεων και κινημάτων, με κυριότερα αυτά στην Καταλωνία, στη Χώρα των Βάσκων και τη Γαλικία. Στην Ισπανία, πέρα από την κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης, υπήρχαν και δύο ημιαυτόνομες τοπικές κυβερνήσεις, της Καταλωνίας και της Χώρας των Βάσκων.


Η Επανάσταση του 1934

Το γεγονός που αναμφίβολα στιγμάτισε την περίοδο της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, πριν την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου, ήταν η εξέγερση του 1934 κατά τη διάρκεια της συντηρητικής κυβέρνησης Λερού. Η συγκεκριμένη εξέγερση ήταν έργο, κατά βάση, του Σοσιαλιστικού Κόμματος και εκδηλώθηκε ως αντίδραση στην ανάληψη υπουργικών θέσεων από το ακροδεξιό Καθολικό κόμμα CEDA του Γιλ Ρόμπλες, που δεν έκρυβε τις φιλοφασιστικές του τάσεις. Η επανάσταση συντρίφθηκε παντού εκτός από την επαρχία των Αστουριών.

Στις Αστούριες, η συμμαχία σοσιαλιστών, αναρχικών και κομμουνιστών κατάφερε να εδραιώσει την επανάσταση στη περιοχή των ορυχείων και τις μεγάλες πόλεις. Αρκετοί στρατώνες της Γκουάρντια Σιβίλ (αστυνομικό σώμα που δρούσε κυρίως στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα μισητό στο λαό) έπεσαν στα χέρια των εργατών, πολλά εργοστάσια καταλήφθηκαν, ενώ δημιουργήθηκε και μια Περιφερειακή Επαναστατική Επιτροπή στο Οβιέδο. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μεταφέρει μονάδες της Λεγεώνας των Ξένων και μαροκινά στρατεύματα από την Αφρική για να καταπνίξει τους επαναστάτες. Διοικητής των επιχειρήσεων ήταν ο στρατηγός Φράνκο.

Δύο βδομάδες μετά την εκδήλωσή της, η επανάσταση είχε τελικά συντριβεί και τη σκυτάλη πήρε η άγρια καταστολή. Επίσημα, υπήρχαν 1335 νεκροί και 2951 τραυματίες, ενώ άλλες αναφορές κάνουν λόγο για 10.000 θύματα, νεκρούς και τραυματίες. Ικανοποιημένη η κυβέρνηση, ανακοίνωσε ότι η ειρήνη και η τάξη αποκαταστάθηκαν πάλι στις Αστούριες. Ωστόσο, ο ηγέτης της Δεξιάς, Κάλβο Σοτέλο, παρατήρησε στο κοινοβούλιο ότι η Κομμούνα των Αστουριών ήταν μόνο η πρώτη πράξη της επανάστασης, που θα μπορούσε να σαρώσει τα πάντα και απαίτησε να ενταθεί η καταστολή. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της Ισπανίας το 1935 θα φτάσουν τους 30.000.

Οι Εκλογές του 1936

Τη στιγμή των επόμενων εκλογών, στις 16 Φεβρουαρίου του 1936, η πολιτική ζωή της χώρας είχε πολωθεί σε τεράστιο βαθμό και ο διχασμός αυτός δε θα αργούσε να οξυνθεί ακόμα περισσότερο. Μπρος στις εκλογές, όλα τα αριστερά και προοδευτικά δημοκρατικά κόμματα ενώθηκαν κάτω από τη σημαία του Λαϊκού Μετώπου συμφωνώντας σε ένα κοινό πρόγραμμα και με την υπόσχεση αμνηστίας για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Αντιστοίχως, και οι δεξιές, συντηρητικές και μοναρχικές δυνάμεις συγκρότησαν το Εθνικό Μέτωπο. 
Η στάση της CNT απέναντι στην εκλογική διαδικασία (σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκλογές που με όλες τους τις δυνάμεις οι αναρχικοί είχαν μποϋκοτάρει υποστηρίζοντας την εκλογική αποχή) ήταν αυτή τη φορά αρκετά ήπια ευνοώντας, έτσι, την επικράτηση του Λαϊκού Μετώπου. Ο λόγος που η CNT άλλαξε τη στάση της δεν είναι άλλος από την απελευθέρωση των κρατουμένων, μεγάλο ποσοστό των οποίων ανήκε στις τάξεις της. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι η χώρα ήταν μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο μπλοκ, που διέθεταν σχεδόν ίσο αριθμό ψηφοφόρων.

Ωστόσο, ο εκλογικός νόμος έδωσε στο Λαϊκό Μέτωπο και στην κυβέρνηση του Αθάνια, που σχηματίστηκε, την εξουσία με μεγάλη διαφορά εδρών στο κοινοβούλιο. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε από τη δίψα των νικητών για εκδίκηση και από το φόβο των ηττημένων ότι θα ξεσπάσει επανάσταση. Αμέσως μετά τα εκλογικά αποτελέσματα, ενώ τα πλήθη απελευθέρωναν φυλακισμένους, πολλοί στρατιωτικοί ασκούσαν πιέσεις στον πρόεδρο της Δημοκρατίας να δεχθεί ευνοϊκά την εκδήλωση ενός πραξικοπήματος.

Ο Σοβιετικός ιστορικός Μεϊντανίκ περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στην Ισπανία μετά την επικράτηση του Λαϊκού Μετώπου: Η κατάληψη της γης και οι απεργίες άρχισαν από τις 15 του Μάρτη και τις προκάλεσαν οι πείνα, η ανεργία και οι φασιστικές προκλήσεις. Το κίνημα μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, παραλύοντας τα μαγαζιά, τα εργοστάσια και τα ορυχεία. Στη διάρκεια του Ιούνη και του Ιούλη του 1936 αναφέρθηκε ένας μέσος όρος από δέκα ως είκοσι απεργίες καθημερινά, στις οποίες οι εργάτες σε ένα ποσοστό 95% θριάμβευσαν. 

Μεγάλες μάζες εργατών ξεχύνονταν στους δρόμους των κυριότερων πόλεων απαιτώντας έναν ολοκληρωτικό θρίαμβο της επανάστασης. Η δύναμη των εργατικών συνδικάτων CNT και UGT το καλοκαίρι του 1936 ανερχόταν περίπου στα 1.500.000 μέλη για την κάθε μία οργάνωση ξεχωριστά, σε ένα συνολικό πληθυσμό εικοσιπέντε εκατομμυρίων Ισπανών. Οι δεξιές, συντηρητικές δυνάμεις νιώθοντας ήδη τα πλήγματα που δέχονταν τα συμφέροντά τους και υπό το φόβο να δεχτούν και άλλα, ξεκίνησαν προετοιμασίες για μια αντεπανάσταση. 

Οι στρατιωτικοί άρχισαν να συνωμοτούν. Ο στρατός, διχασμένος, δεν υπάκουε πια στον Υπουργό Πολέμου, αλλά στους στρατηγούς του. Οι φήμες για πραξικόπημα άρχισαν να αυξάνονται. Το φασιστικό κόμμα Φάλαγγα πραγματοποίησε μια σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός νόμου και ο αρχηγός του, Χοσέ Αντόνιο, γιος του δικτάτορα Πρίμο δε Ριβέρα, να φυλακιστεί στις αρχές Ιουλίου. Μετά την έναρξη του εμφυλίου θα εκτελεστεί από τους Δημοκρατικούς. 

Ο φιλο-αριστερός λοχαγός Καστίγιο των Φρουρών Εφόδου (σώμα που δημιουργήθηκε ειδικά για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας) της Μαδρίτης δολοφονείται από Φαλαγγίτες. Ως αντίποινα ακολουθεί η δολοφονία του ίδιου του Σοτέλο, αρχηγού της δεξιάς αντιπολίτευσης ενάντια στο Λαϊκό Μέτωπο, στις 13 Ιουλίου. Σύμφωνα με στατιστικές, από τις 18 Φεβρουαρίου μέχρι τις 15 Ιουνίου 1936, κάηκαν 160 εκκλησίες, προκλήθηκαν 269 θάνατοι, 1287 τραυματισμοί, 113 γενικές απεργίες, 228 μερικές απεργίες και 145 εκρήξεις βομβών. Με τον ερχομό του καλοκαιριού του 1936, πέντε μόλις μήνες από τις εκλογές, η χώρα βαδίζει με σίγουρα βήματα προς τον εμφύλιο πόλεμο.


ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Η Ισπανία 200 Χρόνια πριν τον Εμφύλιο

Οι αντιμαχόμενες Ισπανικές παρατάξεις που έδρασαν στον Ισπανικό Εμφύλιο προέρχονταν από γεγονότα καθόλου επίκαιρα με αυτόν, είχαν σχηματιστεί από μια 200ετή κατάσταση που συσχετίζονταν με την κεντρική διοίκηση που έδρευε στην Μαδρίτη και τις περιφερειακές διοικήσεις των επαρχιών της, τροφοδοτούμενη ακατάπαυστα από το άνοιγμα της ''ψαλίδας'' πλουσίων - φτωχών από ένα αγροτικό πρόβλημα που ιστορικά δημιούργησε η περίοδος των Κονκισταντόρες. Λίγοι πολιτικοί αγωνίστηκαν να το λύσουν, οι περισσότεροι ζητούσαν απλά να το ξεγελάσουν, άλλοι μόνο να το καταπνίξουν. 
Όταν ήρθε η ώρα της δημοκρατίας ο κόσμος ζητούσε ''πολλά και τώρα'' χωρίς να έχει την υπομονή να περιμένει να διορθωθούν τα λάθη 200 ετών. Και ίσως κάποτε να τα κατάφερνε εάν η συγκυρία δεν διάλεγε την Ισπανία σαν πεδίο ''προετοιμασίας'' των δυνάμεων που τελικά θα βάδιζαν στον 2ο Π.Π. Ήταν άτυχη η Ισπανία. Το αγροτικό πρόβλημα άρχισε να γίνεται αισθητό περί τις αρχές του 19ου αιώνα. Οι κατακτήσεις των Ισπανών στην Νότια Αμερική και σε όλο τον κόσμο με την αίσθηση της ''φυγής προς το Ελντοράντο'' ξενήτεψαν πολλούς στην αναζήτηση πλούτου. Κάπου το 30% των κατοίκων εγκατέλειψε για πάντα την γη του. 
Η ζωή ήταν κυρίως αγροτική και μόνο ένα μέρος της δομημένη γύρω από τις εκκλησιαστικές ενορίες με ένα σύστημα ισόβιας κοινοκτημοσύνης με τη τοπική εκκλησιαστική αρχή σαν ''διαιτητή'' στην μοιρασιά. Αλλά μετά την εγκατάλειψη του 1/3 της δημιουργήθηκαν κενά και χέρσα χωράφια που δεν είχαν ιδιοκτήτη, η οικονομία στράφηκε κυρίως προς τη θάλασσα και το αγροτικό θέμα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά όταν μετά από κάπου 200 χρόνια ''Ελντοράντο'' η Ισπανία άρχισε να χάνει τις αποικίες της κι ο κόσμος να επαναπατρίζεται. 
Τότε μια μαζική ανάγκη αναδιανομής της γης δημιουργήθηκε συνδυασμένη με την αύξηση του πληθυσμού η οποία όμως κατάληξε σε μια χαοτική κρίση ιδιοκτησίας. Μέσα σ' όλα τα άλλα προστέθηκε και η κλιματική ιδιομορφία του εδάφους: στον βορρά τα κτήματα είναι μικρά κι ορεινά αλλά ποτίζονται συχνά από βροχές ενώ στον νότο είναι ξερά κι αδύνατο να δώσουν καρπό χωρίς ένα μεγάλο τεχνητό σύστημα άρδευσης που φυσικά τότε δεν υπήρχε. 
Το χάος αυτό χρειάζονταν ισχυρή κι οργανωμένη κεντρική διοίκηση, αλλά δυστυχώς διοικητικά η χώρα είναι ένωση διαμερισμάτων διαφορετικής οικονομίας και νοοτροπίας ενώ ένα μακρόπνοο πρόγραμμα απαιτούσε πολυτάλαντη κυβέρνηση που όμως διόριζε ο βασιλεύς με κριτήρια αποκλειστικά προσωπικά.

Οι ''Καρλιστές''

Η πρώτη ένοπλη αναμέτρηση έρχεται το 1834 κι είχε σαν αφορμή μία μάχη για την διαδοχή στον θρόνο αλλά έδωσε ευκαιρία στις προβληματικές κοινωνικές ομάδες να αναδειχτούν. Η αφορμή είναι η αξίωση του Ντόν Κάρλος, θείου της βασίλισσας Ισαβέλλας ΙΙ, να την διαδεχτεί στον θρόνο σαν άρρην απόγονος με βάσει νόμο που είχε υιοθετηθεί άτυπα από την εποχή του Καρλομάγνου. Αλλά η εν λόγω βασίλισσα είναι για μεν τον λαό η εκπροσώπηση της αδιάφορης κεντρικής διοίκησης ενώ για την εκκλησία το κακό παράδειγμα της ασωτίας, καθώς είναι γνωστή η ''πολυτάραχη'' σεξουαλική διαγωγή της. 
Λαός και εκκλησία συμμαχούν σε ένα αγώνα ''κάθαρσης'' ενώ ο ντον Κάρλος υπόσχεται περιφερειακή ελευθερία σε όλους. Αλλά ο λαός δεν έχει οργανωμένο στρατό κι επιδίδεται μόνο σε ενέδρες, η Ισαβέλλα καταδιώκει την Εκκλησία που την κατηγορεί βασιζόμενη στον πιστό της στρατό και το κίνημα σταματάει μετά από 7 χρόνια ταραχών με ξεχωριστές συνθήκες για κάθε διαμέρισμα : Ο βορράς, η Ναβάρα, αρκετά φιλοβασιλική παραδοσιακά δηλώνει υποταγή στο στέμμα εφόσον δοθεί αμνηστία και ''βελτιωθεί'' η συμπεριφορά της κεντρικής διοίκησης. 
Η Καταλονία στα βορειοανατολικά με έδρα το μεγάλο λιμάνι της Βαρκελώνης συμβιβάζεται με κάποιες λιμενικές φοροαπαλλαγές, η Καστίλη στο κέντρο υποτάσσεται στο ισχυρότερο στέμμα και η εκκλησία χάνει το δικαίωμα διατήρησης των κοινοκτηματικών στρεμμάτων. Στον νότο ο Λεβάντες και η Ανδαλουσία παραμένουν οι πιο δύσμοιροι πτωχοί ακτήμονες, η φτώχεια και η πείνα εγκαθίστανται εκεί μόνιμα. Στα βορειοανατολικά οι βάσκοι επιμένουν σε μια ανεξαρτησία που δεν έρχεται καθώς κι αυτοί δεν μπορούν να συνεχίσουν τον πόλεμο. 
Θα ακολουθήσει και 2ος γύρος αυτού τοu Καρλικού κινήματος από τον ανιψιό του ντον Κάρλος το 1872 -1876 που όμως θα προσθέσει περισσότερη φρίκη και εξαιρετική αγριάδα σε θύματα και βασανιστήρια. Αυτό που μένει στο τέλος είναι μόνο η μεγάλη διαφορά πλούσιων και φτωχών και η δυσαρέσκεια των περιφερειών που ζητούν απόσπαση από την κεντρική διοίκηση. Οι χωρικοί δεν βρίσκουν καμιά προστασία πια από την υποταγμένη εκκλησία που της αφαιρέθηκε η διοίκηση των εδαφών κοινοκτημοσύνης που τα αγοράζουν τώρα πλούσιοι δημιουργώντας τεράστια τσιφλίκια υπό την ανοχή και υποστήριξη της βασίλισσας. 
Μοιραία αναπτύσσονται κι αποσχιστικά κινήματα με πλέον ισχυρό εκείνο της Καταλανίας που αυτοθεωρείται σαν η πλουσιότερη περιοχή που όμως φορολογείται δυσανάλογα από το στέμμα προσθέτοντας και την ''πολιτιστική'' της διαφορά ότι επί καιρό είχε πολλές σχέσεις με την Γαλλία παρά με την Καστίλη. Η σημερινή νοτιοανατολική ακτή της Γαλλίας και η Βαρκελώνη απετέλεσαν για κάπου 300 στο παρελθόν το πρώην Καταλανικό κράτος και σήμερα αναγνωρίζεται και από τις 2 χώρες σαν ιδιαίτερη επαρχία τους με την ίδια σημαία (κόκκινο - κίτρινες οριζόντιες λουρίδες) που αναρτάται μαζί με τις εθνικές, Γαλλική και Ισπανική αντίστοιχα, στα δημόσια κτίρια και στις δυο πλευρές των συνόρων.


Ο 19ος αιώνας τελειώνει με μια ακόμα επιδείνωση : Το 1898 η Ισπανία χάνει 3 από τις πιο σημαντικές της μακρινές αποικίες τις Φιλιππίνες , την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο, από τους Αμερικανούς. Η αίγλη τηv χώρας διαλύεται, η ''Μεγάλη Ισπανία των 5 θαλασσών'' δεν υπάρχει πια και η δυσφορία γίνεται αβάσταχτη όταν αποκαλύπτεται ότι οι στρατιωτικές φρουρές είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους και πιο πολλοί πέθαναν από αρρώστιες και έλλειψη εφοδίων παρά εχθρικές σφαίρες. 
Οι στρατιωτικοί πνέουν μένεα εναντίον της κυβέρνησης και η εκκλησία που ήταν άλλοτε αντίπαλος τους στο Καρλικό κίνημα βρίσκει τώρα πολύτιμο σύμμαχο στο αίτημα για μια ''χρηστή και ηθική'' κεντρική εξουσία. Ανεπίσημα έκτοτε αυτοί οι δύο αποτελούν ένα ''κόμμα'' με ιδανικό βέβαια την ''αποκατάσταση'' του ισπανικού τραυματισμένου μεγαλείου. Ας προσεχθεί όμως εδώ ότι οι μεγαλογαιοκτήμονες και η βασιλεία όχι μόνο δεν αποτελούν τμήμα τους αλλά αντίθετα είναι εχθροί τους.

Σοσιαλιστές - Μαρξιστές - Αναρχικοί

Από την άλλη μεριά έχουμε τους αιώνιους απελπισμένους, τους φτωχούς αγρότες, για τους οποίους τίποτα ελπιδοφόρο δεν φαίνεται στον ορίζοντα ενώ πολιτικά μηνύματα έρχονται από την άλλη άκρη με φορείς τους Μάρξ και Μπακούνιν. Ο Μαρξισμός έχει φτιαχτεί περισσότερο στα μέτρα του Ευρωπαϊκού προλεταριάτου των βιομηχανικών μεγαλουπόλεων αλλά οι ιδέες του αναρχικού Μπακούνιν, προερχόμενες από την ρώσικη αγροτιά, έρχονται γάντι στον Ισπανικό αγροτόκοσμο, ανεξαρτησία από την κεντρική εξουσία, αυτοδιοίκηση και απόλυτη ελευθερία στην περιφέρεια. 
Το 1870 το ''Αναρχικό'' κίνημα βρίσκει χιλιάδες οπαδούς στην Ισπανία και θα αποτελέσει ιστορικά το πιο δυνατό ποτέ Αναρχικό κίνημα στον κόσμο. Ωστόσο η γειτονία με την Ευρώπη έχει και τις δικές της επιρροές: Στη Γαλλία σχηματίζονται οργανωμένα σοσιαλιστικά κινήματα επειδή εκεί υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν επί χρόνια τα πολιτικά κοινωνικά ζητήματα. Το 1879 δημιουργείται μια μεταφύτευση ιδεών ξεκινώντας από στενό κύκλο δημοσιογράφων, το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα αλλά το 1888 φτάνουμε στις 2 πρώτες μεγάλες συνδικαλιστικές κινήσεις το CNT (Confederacion National de Trabajo) και την UGT (Unión General de Trabajadores) που υπάρχουν ως σήμερα. 
Όπως είναι φυσικό η εργατική τάξη είναι εναντίον της κεντρικής διοίκησης αλλά εχθρεύεται και την εκκλησία η οποία παραδιδόμενη μετά το Καρλικό κίνημα δεν αποτελεί πλέον φορέα προστασίας του αγρότη ενώ φοβάται γενικά τους στρατιωτικούς με τους οποίους είχε ανταλλάξει πυρά στο παρελθόν. Έτσι δημιουργείται ένας άλλος πόλος πίεσης που εξελίσσεται σε ένα άλλο 2o στρατόπεδο με 3o εννοείται το παλάτι και τους μεγαλογαιοκτήμονες. Και τα 3 αυτά στρατόπεδα αλληλοεχθρεύονται και υποβλέπουν το ένα το άλλο. 
 
Η Περίοδος της Τραγικής Κυοφορίας

Το 1909 η μόνη αποικία που μένει στην Ισπανία είναι το Μαρόκο και εκεί οι ντόπιοι ιθαγενείς οπλαρχηγοί ξεκινούν αντάρτικο που καταλήγει πάλι σε αναπάντεχες τραγωδίες καθώς διαπιστώνεται παντελής αποδιοργάνωση του στρατού για ακόμα μια φορά. Οι στρατιωτικοί ζητούν άμεση στρατιωτική κινητοποίηση και νέες έκτακτες κατατάξεις στο στράτευμα ενώ ο λαός αντιδρά θεωρώντας ότι αυτό γίνεται μάλλον για να επιβληθεί στρατιωτικός νόμος διαρκείας. Ξεσπούν αιματηρές ταραχές και επέρχεται βαθύ χάσμα στις σχέσεις λαού και στρατού.

Ειδικά εναντίον των στρατηγών που υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν άλλο την εθνική ταπείνωση και κακίζουν το στέμμα και τον πολύ νεαρό βασιλιά Αλφόνσο. Είναι αλήθεια ότι η μητέρα του, το 1902 ζήτησε βοήθεια από τους πολιτικούς κύκλους για μια έξοδο από την κρίση και συγκέντρωσε γύρω της πολιτικούς σε μια κυβέρνηση που ήταν ένα κάποιο προοίμιο δημοκρατίας. Αλλά ο νεαρός βασιλιάς αρέσκεται στο να δείχνει στους υπουργούς αυτούς ποιος έχει το''πάνω χέρι'' και στην διάρκεια της βασιλείας του θα αλλάξει 33 φορές πρωθυπουργό. 

Αποτέλεσμα είναι ότι οι πολιτικοί αναπτύσσουν ισχυρές αντιβασιλικές τάσεις και το 1920 όταν ο βασιλιάς προτείνει ο ίδιος μία ισχυρή επέμβαση γοήτρου στο Μαρόκο, που τελικά κι αυτή αποτυγχάνει, διώχνει επιτιμητικά τον Υπ. Αμύνης Αλκαλά Θαμόρα. Αλλά το 1920 οικονομικά η Ισπανία περνάει κρίση. Στον 1ο Π.Π δεν παίρνει μέρος, αντίθετα γίνεται εργοστάσιο παραγωγής όπλων για τους συμμάχους με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί οικονομικά στο επίπεδο της βιοτεχνίας και βιομηχανίας περνώντας μια χρυσή εποχή που σταμάτησε όμως το 1919. 

Έκτοτε η Ευρώπη ξεκινάει μία σοβαρή βιομηχανική ανάπτυξη που τώρα συναγωνίζεται την μικρότερης δύναμης Ισπανία και πολλές δουλειές χάνονται. Το 1923 το οικονομικό αδιέξοδο οδηγεί τον Αλφόνσο στην επιλογή δικτατορίας υπό τον στρατηγό Μιγκουέλ Πρίμο ντε Ριβέρα. Ο άνθρωπος αυτός αρχικά κάνει έξυπνες κινήσεις. Ξεκινά ένα τεράστιο αρδευτικό έργο στον Νότο που μετατρέπει την περιοχή γύρω απ την Βαλένθια σε οπωροκηπευτικό εργοστάσιο και κάνει αναδιανομή της πρώην άχρηστης και νυν αρδευόμενης γης δίδοντας σε ακτήμονες χωρίς να παίρνει απ τους γαιοκτήμονες. 

Καλεί τον αρχηγό του συνδικαλιστικού κινήματος και πρόεδρο του UGT, Λάργκο Καμπαλλέρο, σε διαπραγματεύσεις και αναπτύσσει πολλές σχέσεις με το εξωτερικό για επενδύσεις. Μία ομάδα στρατηγών τον περιβάλλουν με εμπιστοσύνη, μέσα απ τους οποίους ξεχωρίζουμε τον παλαίμαχο Χοσέ Σανχούρχο γιο Καρλιστή αρχηγού,τον διοικητή ασφαλείας Εμίλιο Μόλα που είναι φίλοι του. Μόνο ένας αξιωματικός εναντιώνεται και στον Ριβέρα αλλά και στον βασιλιά, ο ταξίαρχος ιππικού Γκονζάλο Κέϊπο ντεΛιάνο, ο οποίος θα αντιμετωπίσει διώξεις και τέλος οδηγείται στην αποστράτευση. 

Φυσικά ο Ριβέρα δεν είναι ανεκτικός σε κομμουνιστικά συνθήματα και ακολουθεί το πνεύμα των δικτατόρων της εποχής όπως ο Μουσολίνι που συμβίβασαν την λαϊκή ελευθερία αντισταθμίζοντάς την με πρόσκαιρα οικονομικά επιτεύγματα ,που ακολούθησαν όμως και δημοκρατικές κυβερνήσεις σαν λύση σε καιρό κρίσης. Η εποχή αυτή σταματά μαζί με το Αμερικάνικο Κραχ της Νέας Υόρκης σε μια οικονομική απόγνωση. Ο βασιλιάς αποφασίζει να παραιτήσει τον Ριβέρα και να ζητήσει την λύση σε άλλον στρατηγό το 1930, πιέζεται από τους πολιτικούς για εκλογές, αρνείται, γυρεύει υποστήριξη ολόγυρα αλλά δεν βρίσκει από κανέναν ανοχή. 


Μέσα σε κρίση το 1931 προτείνει νέα δικτατορία στον Σανχούρχο αλλά αυτός αποδοκιμάζει την ''αποκαθήλωση'' του φίλου του Ριβέρα κι αρνείται, οπότε στο αδιέξοδο προτείνονται δημοτικές εκλογές. Παρά τον τοπικό χαρακτήρα των εκλογών η μορφή που παίρνουν είναι εκείνη του δημοψηφίσματος για τη βασιλεία και ανοιχτά παρατάσσονται μαζί της οι μεγαλογαιοκτήμονες και μερικοί ανώτατοι αξιωματικοί ειδικά του ναυτικού, αλλά κανένας άλλος. Στις 12 Απριλίου 1931 οι εκλογές αποβαίνουν σε βάρος του βασιλιά που αποφασίζει στις 14 να εγκαταλείψει την χώρα.

Τότε εμφανίζεται μία ομάδα διανοουμένων και πολιτικών έτοιμοι να αναλάβουν την μετάβαση της χώρας στην κοινοβουλευτική δημοκρατική πορεία με πρωταγωνιστές τον πρώην υπουργό Θαμόρα, τον σοσιαλιστή πρώην βουλευτή Ινταλέθιο Πριέτο και τον όχι διάσημο λογοτέχνη Μανουέλ Αθάνια που όμως δρα εξαιρετικά έντονα στο πολιτικό παρασκήνιο. Ο Αλκαλά Θαμόρα, αναλαμβάνει την προεδρεία στα πρότυπα του Γαλλικού πολιτικού συντάγματος, ο Αθάνια πρωθυπουργός κι ο Πριέτο υπουργός Οικονομικών.

Ο Κέϊπο ντε Λιάνο επαναφέρεται με το βαθμό του στρατηγού και διορίζεται υπασπιστής του Θαμόρα με τον οποίο έχει συγγενέψει εν τω μεταξύ. Την κυβέρνηση καλείται να ενισχύσει στο Υπ Εργασίας ο αρχισυνδικαλιστής του UGT Λάργκο Καμπαλλέρο και ο Καταλανός συνδικαλιστής Λουίς Κομπανύς. Οι αναρχικοί κι ειδικά όσοι υπάγονται στο CNT καλούνται κι αυτοί αλλά δεν καταλαβαίνουν τι πάει να πει να συμμετέχουν αναρχικοί στην αρχή και αρνούνται να πάρουν μέρος.

Τα 2 Πρώτα Χρόνια της Ισπανικής Δημοκρατίας (1931 - 1933)

Ήδη σε 10 μέρες ο Αθάνια προτείνει σειρά νόμων υπέρ των εργατών και συνδικάτων που ικανοποιούν την μάζα των πόλεων αν και τίποτα σοβαρό υπέρ της ανακατανομής των αγρών δεν ακούγεται. Ο ίδιος όμως προσωπικά έχει πάθος εναντίον της εκκλησίας και σύντομα βάλλει εναντίον της με νόμους που προκαλούν σύγχυση χωρίς να οδηγούν πουθενά. 
Απαιτεί η εκκλησία να πάψει να ασχολείται με περιθαλπτικό και νοσοσοκομειακό έργο, να πάψουν οι ιερείς να διδάσκουν σε σχολεία, να πάψουν να φέρουν το ιερατικό σχήμα εκτός ναών, να φύγει το σύμβολο του σταυρού από τις σχολικές τάξεις, να καταργηθεί η σχολική προσευχή και να δημευθεί η περιουσία της. Ωστόσο το κράτος δεν είναι σε θέση να φτιάξει τόσα πολλά σχολεία ώστε να αντικαταστήσει τα κάπου 35% του συνόλου που λειτουργεί με ιερείς διδασκάλους ενώ πάνω από τα μισά υπάρχοντα νοσοκομεία είναι ιδρύματα που έφτιαξε η εκκλησία εδώ και καιρό. Δεν υπάρχει χρόνος και χρήματα όλα αυτά να γίνουν μέσα σε ένα χρόνο. 
Όσο για την περιουσία της εκκλησίας η υπόθεση είναι μπλεγμένη καθώς πολλά στοιχεία της προέρχονται από δωρεές, ενώ άλλα ανήκουν εν μέρει στην εκκλησία κι εν μέρει σε κοινότητες και άλλα ιδρύματα είναι μη κερδοσκοπικά. Η υπόθεση τελικά δεν οδηγεί σε τίποτα αξιόλογο, αλλά ο Αθάνια επιμένει, έχεi ένα παλαιό προσωπικό πάθος ενάντια στην εκκλησία. Οι αναρχικοί που δεν βλέπουν όμως ανακατανομή της γης νοιώθουν απογοητευμένοι. Ακολουθούν αντιδράσεις και τριβές με τον Ισπανό Καρδινάλιο που τελικά εκδιώκεται από την χώρα και δημιουργούνται λαϊκά επεισόδια κατά και υπέρ της εκκλησίας που ταράζουν το αρχικό γαλήνιο δημοκρατικό τοπίο.

Οι στρατιωτικοί κατά το πλείστον διατηρούν μία ασυνήθη ηρεμία σε μια χώρα που ''παραδοσιακά'' οι κυβερνήσεις αλλάζουν με στρατιωτικές δικτατορίες. Και τότε ο Αθάνια αποφασίζει να χτυπήσει και τον στρατό. Με την κρυφή παρακίνηση κατώτερων αξιωματικών ψηφίζει ένα νόμο πρόωρης συνταξιοδότησης με σκοπό να απαλλαγεί από πιθανούς φιλοδικτατορικούς κινηματίες και δη την ομάδα του Σανχούρχο. Ο νόμος προβλέπει πλήρεις αποδοχές μετά από εθελοντική αποστράτευση. 
Αλλά ο νόμος δελεάζει 5000 τυχαίους που τρέχουν για το οικονομικό του ενδιαφέρον ενώ ο Σανχούρχο δηλώνει ότι το θεωρεί τιμή του να παραμένει στο στρατό και δεν σκοπεύει να αποστρατευθεί. Στην αμηχανία του ο Αθάνια εκτοξεύει ''αδόκιμη'' απειλή, οι συντάξεις θα ανακληθούν εάν διαπιστωθεί ότι κάποιοι τηρούν αντιδημοκρατική στάση. Το μόνο που καταφέρνει είναι να προκαλέσει θύελλα δυσαρεσκειών χωρίς κανένα νόημα αφού τελικά καμία σύνταξη δεν ανακαλείται Ωστόσο για να δείξει πυγμή κλείνει την Στρατιωτική Σχολή Πολέμου της Σαραγόσσα που τη θεωρεί φυτώριο δικτατόρων. 
Ο διοικητής της ονομάζεται Φρανσίσκο Φράνκο, έχει διακριθεί στην οργάνωση της Ισπανικής Λεγεώνας των Ξένων, κι είναι ο νεώτερος ποτέ στρατηγός της στο αξίωμα αυτό, αλλά που χωρίς κανένα σχόλιο εγκαταλείπει την θέση του. Ακολουθούν κάποια οικονομικά προβλήματα με ατυχείς χειρισμούς που ευνοούν μερικά συνδικάτα εναντίον άλλων και στην ανακατωσούρα που ακολουθεί δημιουργείται ατμόσφαιρα οικονομικής ρευστότητας. Κάποιοι μεγαλογαιοκτήμονες αποφασίζουν να φυγαδεύσουν χρήματα στο εξωτερικό, το ισοζύγιο της χώρας επιβαρύνεται. Αρκετοί πολιτικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι άλλα περιμένει ο λαός και άλλα γίνονται. 
Μέσα σε όλα κάποιοι ''γραφικοί'' πολιτικοί τύποι αποφασίζουν ότι ήρθε η στιγμή της ανεξαρτητοποιήσεως της περιφέρειας και προτείνουν να διασπασθεί η χώρα σε αυτόνομες περιοχές. Ο Αθάνια δέχεται να το συζητήσει πιθανόν από απελπισία διότι καταλαβαίνει ότι το τιμόνι του φεύγει από τα χέρια αλλά αυτό πανικοβάλει τους στρατηγούς που βλέπουν ότι στην τόσο δοκιμασμένη Ισπανία που έχασε όλες τις αποικίες της τώρα απειλείται και με οριστική διάλυση. Οι Σανχούρχο, Μόλα και Λιάνο γίνονται δέκτες διαμαρτυριών από στρατιωτικούς.


Στη συνέχεια ο Αθάνια θέλοντας να απειλήσει και πάλι με μια χειρονομία μεταθέτει δυσμενώς τον Σανχούρχο από το Επιτελείο στην Διοίκηση της Τελωνο-Χωροφυλακής. Ο Σανχούρχο το δέχεται αλλά με διαμαρτυρίες αυτή τη φορά και στέλνει επιστολή δυσαρέσκειας για τους χειρισμούς αν κι όχι για το πολιτειακό θέμα. Η διαδρομή αυτή του Αθάνια κάνει τον Θαμόρα να χάσει την εμπιστοσύνη του στον πρωθυπουργό, ο οποίος δεν είχε καμία πρότερη πολιτική εμπειρία και χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά σαν ενδιάμεσος συνεκτικός κρίκος των παλαιών πολιτικών και των νέων που αναδεικνύονται από την συνδικαλιστική ζωή για να σχηματιστεί η κυβέρνηση. 
Σκέφτεται να τον αλλάξει, αλλά συμπτωματικά τότε οι στρατιωτικοί αποφασίζουν να δράσουν. Ο Εμιλιάνο Μόλα είναι ο αρχηγός σχεδίου πραξικοπήματος και συγκεντρώνει γύρω του μία ομάδα υποψηφίων δικτατόρων όπως ο γνωστός Κέϊπο ντε Λιάνο κι ο διοικητής της Λεγεώνας Χόρχε Βαρέλα. Ο τελευταίος επιμένει να συμπεριλάβουν και τον Φρανσίσκο Φράνκο στην ομάδα, τον παλιό του διοικητή που θεωρεί προσωπικότητα στο στράτευμα. Ο Φράνκο όμως δηλώνει ότι το κίνημα είναι πλημμελώς προετοιμασμένo, θα αποτύχει και αποσύρεται. 

Ο Μόλα επιμένει και στις 10 Αυγούστου 1932 ορίζει τον Σανχούρχο σαν επίσημο αρχηγό που προβαίνει σε διάγγελμα μεν αλλά πολύ συγκεχυμένο: δηλώνει ότι δεν είναι εναντίον της δημοκρατίας αλλά το κάνει για λόγους τάξης. Οι μικροί αξιωματικοί πιστοί στην κυβέρνηση πιάνουν τα κρίσιμα πόστα και το κίνημα σβήνει με την εξόντωση ενός τάγματος που κλείστηκε σε ένα στρατώνα και δεν παραδίδεται. Οι περισσότεροι κινηματίες είδαν νωρίς το αδιέξοδο και σχεδόν έμειναν αδρανείς. Έτσι ο Αθάνια εξέρχεται μέγας νικητής. Αν και η πολιτική του είναι στο ναδίρ, η αποτυχία της δικτατορίας του δίνει την απόλυτη ισχύ και το χρίσμα του δυναμικού ηγέτη. 

Νοιώθοντας σίγουρος πια αρκείται στο να εξορίσει τον Σανχούρχο στη διπλανή Πορτογαλία και να μεταθέσει τον Μόλα στην Ναβάρα στο κέντρο των Καρλιστών που ουσιαστικά είναι οπαδοί του. Ταυτόχρονα προτείνει στη Βουλή ένα κάποιο σχέδιο διανομής γαιών αλλά εννοεί την γη που έχει μείνει χέρσα πράγμα που και πάλι δημιουργεί σύγχυση διότι το τόσο οξύ αγροτικό πρόβλημα δεν λύνεται με τόσο περιορισμένα μέτρα. Αν το 1932 είναι το ''έτος Αθάνια'', το 1933 η πολιτική ατμόσφαιρα έρχεται σε μία άλλη φάση.

Οι αναρχικοί περιμένουν ακόμα ουσιαστικό αναδασμό γης που δεν έρχεται, τo CNT προβαίνει σε απεργίες και η εκκλησία κατεβαίνει με πολιτική κάλυψη υπό το κόμμα CEDA (Confederation de Derechas Autonomas = Ομοσπονδία Αυτόνομων Δικαιωμάτων) ενώ εμφανίζεται ένα μικρό ''γραφικό'' κόμμα η Φάλαγγα που μιμείται τον Μουσολίνι υπό την αρχηγεία του υιού Ριβέρα, Αντόνιο. Στις απεργίες χύνεται αίμα και καίγονται κι εκκλησίες, ο υπουργός Εσωτερικών προτείνει επέμβαση της χωροφυλακής ο Αθάνια ρωτάται τι θα γίνει με τους στασιαστές και τελικά από μία αόριστη φράση του που η ερμηνεία της αφήνεται στον τοπικό διοικητή χωροφυλακής ακολουθεί αιματοχυσία. 

Έτσι στην κυβέρνηση επέρχονται οι πρώτες διαιρέσεις και με αφορμή μία τοπική δημοτική εκλογή όπου το κόμμα του Αθάνια χάνει, ο Θαμόρα τον απαλλάσσει των καθηκόντων του και κηρύσσει εκλογές. Στην προεκλογική περίοδο αρχίζει μία άνευ προηγουμένου σύγκρουση που φτάνει σε σκληρά λόγια και σε υπονοούμενα ένοπλης σύρραξης. Όλοι απειλούν όλους. Οι αναρχικοί βρίζουν τους σοσιαλιστές ''νεο-μπουρζουάδες'', Καταλανοί και Βάσκοι ζητούν απόσχιση εδώ και τώρα.

Οι στρατιωτικοί μαζί με την εκκλησία υπό το σχήμα τηv CEDA και του αρχηγού της Κάλβο Σοτέλο απειλούν ότι θα προτιμούσαν να υποστούν μία κομμουνιστική Ισπανία αλλά επ ουδενί λόγω μια διαλυμένη, ο Φαλαγγίτης Ριβέρα επιμένει ότι δέχεται τον φασισμό σαν λύση τάξης έναντι της πλήρους αναρχίας. Υπάρχουν φήμες ότι ομάδες εξοπλίζονται. Τελικά στις εκλογές κερδίζει ένας συνασπισμός ''αντι-Αθάνια'' όπου η CEDA είναι το πρώτο κόμμα. Ο Θαμόρα δεν εμπιστεύεται την πρωθυπουργία στον αρχηγό της CEDA Ζίλ Ρομπλές και διαλέγει αντί αυτού τον παλαίμαχο Αλεσάντρο Λερού.

Αλλά ο Ρομπλές παίρνει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, κατηγορούμενος ότι στόχος του είναι η εγκατάσταση δικτατορίας, ενώ εκείνος επιμένει ότι το κάνει για να σταματήσει η δράση των ανεξέλεγκτων αναρχικών ομάδων που ως σήμερα έχουν σκοτώσει κάπου 200 άτομα. Ο Καμπαλλέρo στην αντιπολίτευση τώρα πετάει λόγια με ζοφερό μήνυμα, αν και μόνο για εντυπώσεις: ''Ο Σοσιαλισμός δεν τελείωσε, θα συνεχίσει με όποια μέτρα χρειαστεί'', λόγια που εκλαμβάνονται σαν πρόσκληση σε κίνημα εναντίον της κυβέρνησης και του χαρίζουν την επευφημία ''ο Ισπανός Λένιν''. 

Και αυτό δεν αργεί να έρθει αν κι όχι από τον Καμπαλλέρο αλλά απo τους Αναρχικούς οι οποίοι εν τω μεταξύ σχηματίζουν μιλίτσιες υπό την σημαία των FAI (Federation Anarchista Iberica = Ομοσπονδία Αναρχικών της Ιμπέρια). Στήνονται οδοφράγματα, γίνονται μικρομάχες αλλά στρατός κι αστυνομία κρατούν την κατάσταση, εκτός απ τις Αστούριας όπου οι μιναδόροι εργάτες νικούν στο πεζοδρόμιο. Η κυβέρνηση αποφασίζει στρατιωτική επέμβαση και ανακαλείται ο Φρανσίσκo Φράνκο να την εξουδετερώσει. Τα γεγονότα είναι αιματηρά και το άστρο του νεαρού στρατηγού ανατέλλει συνδυασμένο με την φήμη της τάξης και αποφασιστικότητας.


Μαζί του ακούγονται και τα ονόματα 3 καλών επιτελών του, των Χοσέ Ιγκλέσιας, του γνωστού μας Χόρχε Βαρέλα και του Σ/χη Χουάν Γιαχουέ. Τα ονόματα αυτά θα ακουστούν και πέρα από τα Ισπανικά σύνορα κι αυτό έχει σημασία. Είναι η εποχή που ο Χίτλερ απειλεί την Ευρώπη με πολιτικές απαιτήσεις, ο Μουσολίνι βάζει πλώρη για κατακτήσεις στη Μεσόγειο και οι Άγγλοι ζητούν επίμονα να κρατήσουν τις ισορροπίες προς κάθε μεριά. Η νέα κυβέρνηση ανακαλεί πολλά απ τα διατάγματα Αθάνια και η κατάσταση φτάνει στο Γενάρη του 1936 όπου όμως κάποιο σκάνδαλο ξεσπά με πρωταγωνιστή τον Ζίλ Ρομπλές και την διαχείριση των οικονομικών της CEDA.

Ο Θαμόρα, πάντα Πρόεδρος Δημοκρατίας, ζητά την απομάκρυνσή του και τελικά ρίχνει την κυβέρνηση για να καταφύγει στην λαϊκή ετυμηγορία. Κηρύσσονται εκλογές όπου ο Αθάνια επανακάμπτει σαν αρχηγός συνεργασίας 4 κομμάτων του Σοσιαλιστικού, Κομμουνιστικού, Αναρχικών και Δημοκρατικού Ριζοσπαστικού υπό το σχήμα του Λαϊκού Μετώπου, ομώνυμο σχήμα της Γαλλικής κυβέρνησης που κέρδισε πρόσφατα τις εκλογές υπό τον Λέον Μπλούμ. Τις εκλογές κερδίζει το Λαϊκό Μέτωπο χάρις στο πλειοψηφικό σύστημα που υπάρχει.

Το Μέτωπο παίρνει 48%, ο Κάλβο Σοτέλο ηγέτης των κομμάτων εναντίον του Μετώπου το 46%, οι Βάσκοι που κατεβαίνουν με δικό τους κόμμα το 6% και η Φάλαγγα καταποντίζεται. Οι αποχή είναι σχετικά μεγάλη, 27%. Ο Αθάνια παίρνει το 55% των εδρών στη Βουλή. Στην νέα κυβέρνηση όλοι μισούν πια τον Θαμόρα που είχε ρίξει και τις δυο παρατάξεις στο παρελθόν και τα δύο μεγάλα κόμματα τον διώχνουν απo πρόεδρο βασισμένοι σε κάποιο ''τεχνικό'' συνταγματικό θέμα. Νέος Πρόεδρος είναι πια ο Αθάνια και Πρωθυπουργός ο πιστός του Κασάρες Κιρόχα και όχι ο αναμενόμενος διακεκριμένος σοσιαλιστής Πριέτο. 

 Αλλά τα αποσχιστικά κινήματα νοιώθουν ότι δικαιώθηκαν κι ο Λουίς Κομπανύς στην Καταλονία ιδρύει δική του κυβέρνηση αν και μετέχει και σε εκείνη της Μαδρίτης, καλώντας τους Ισπανούς: ''Κάντε την επανάσταση τώρα αν θέλετε να κερδίστε την κοινωνική επανάσταση αύριο''. Από εκεί και κάτω ακολουθεί μία σειρά απανωτών διασπάσεων, στην Αραγώνα, Ανδαλουσία, Μπιλμπάο που φτάνει μέχρι και σε έκδοση άλλων κρατικών νομισμάτων ενώ μερικοί αρνούνται ακόμα και κάθε κρατικό έντυπο που έρχεται από την κυβέρνηση στην Μαδρίτη. 

Η κυβέρνηση είχε χάσει τον έλεγχο, θέλει ίσως αλλά δεν αντιδρά και αρκείται μόνο να απολύσει από τις φυλακές τους κρατουμένους απ τον αγώνα των οδοφραγμάτων. Τότε ακριβώς συλλαμβάνεται ο Φαλαγγίτης Αντόνιο ντε Ριβέρα σε μια έρευνα να κατασχεθούν όπλα και στο σπίτι του βρίσκονται όντως μερικά. Φυλακίζεται και περιμένει ένα άδοξο τέλος καθώς έχει χάσει και τις πρόσφατες εκλογές. Αλλά όπλα υπάρχουν παντού και η πολιτική σκηνή γεμίζει από δολοφονίες. Το μπαρούτι υπάρχει, απομένει το φιτίλι της τελικής έκρηξης. 

Στον στρατό σχηματίζεται η UMRA (Union Militar Republicana Antifacista = Στρατιωτική Δημοκρατική Ένωση Αντιφασιστών) με αρχηγό τον λοχαγό Χοσέ Καστίγιο. Εν στολή φαλαγγίτες του στήνουν ενέδρα και τον σκοτώνουν. Για αντεκδίκηση ακολουθεί η πολιτική δολοφονία του αρχηγού της αντιπολίτευσης Κάλβο Σοτέλο από αστυνόμους εν στολή (μάλλον μεταμφιεσμένα μέλη της UMRA) και μάλιστα με ένταλμα σύλληψης υπογεγραμμένο από εισαγγελέα που μάλλον όμως αγνοούσε το γεγονός. 
Οι δολοφόνοι δεν βρίσκονται ποτέ, η κυβέρνηση πέφτει σε αδιέξοδο. Ο Φράνκο στέλνει ένα προσεκτικό γράμμα στην κυβέρνηση υποδεικνύοντας τους εθνικούς κινδύνους από την ανεξαρτητοποίηση Βάσκων, Καταλανών. Η κυβέρνηση μέσα στον μπελά που έχει εκνευρίζεται και ''ξαποστέλνει'' ένα στρατηγό που ανακατεύεται εκεί που δεν πρέπει και τον μεταθέτουν μακρυά, διοικητή στην φρουρά στις Κανάριες νήσους. Είναι και πάλι η ώρα του Εμίλιο Μόλα.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ 

Ο Μόλα τώρα πια δεν έχει δισταγμούς. Καλεί και πάλι την ομάδα των πρώην πραξικοπηματιών αλλά επαυξημένη και οργανωμένη. Παρίστανται οι ανώτατοι αξιωματικοί Βαρέλα , Γκαλάρζα, Γιαχουέ, Σαλικουέτ, Γκοντέτ και Καμπανέλλας, με τον Σανχούρχο σαν επίσημη κεφαλή που εννοείται θα επανέλθει από την εξορία. Η ομάδα αποκτά ένα απροσδόκητο μέλος, τον Κιέϊπο ντε Λιάνο που αν και χαρακτηρισθείς αρχικά ''δημοκρατικός'' πνέει μένεα εναντίον του Αθάνια και της ''κομπίνας'' με την οποία έδιωξε τον Θαμόρα.
Ο Φράνκο πάλι δεν είναι στην ομάδα αυτή αλλά επιμένουν οι στενοί του φίλοι Βαρέλα, Γιαχουέ να μην τον ξεχάσουν. Ο Μόλα δεν τον θέλει αλλά ξέρει ότι έχει επιρροή στην Λεγεώνα και λογαριάζει στο τι μπορεί να προσφέρει από τις αποικίες σαν βοήθεια στην Μαδρίτη. Ο Φράνκο όταν καλείται στέλνει μήνυμα συμπαράταξης και ο Μόλα αποφασίζει δράση στις 20 Ιουλίου 1936. Σε 5 σημεία το κίνημα χτυπάει αλλά και πάλι οι κινήσεις είναι αβέβαιες.

Στην Μαδρίτη μέσω της UMRA μοιράζονται όπλα στους δρόμους και μπλοκάρονται οι στρατώνες, στη Μαγιόρκα ο Γκοντέτ συλλαμβάνεται, στη Ναβάρα ο Μόλα πιάνει τα πόστα του στη Ναβάρα αλλά είναι περικυκλωμένος χωρίς πολλά εφόδια, στον νότο υπάρχουν μόνο μικροεπεισόδια και σε λίγα σημεία επικρατούν μεμονωμένες φρουρές. Το κίνημα ουσιαστικά απέτυχε και πάλι με τον Μόλα κυκλωμένο και με μόνο τον Φράνκο να κρατάει τις Καναρίους και την Λεγεώνα που τον περιμένει στο Μαρόκο. Εν τω μεταξύ ο Σανχούρχο κατά την πτήση του από την Πορτογαλία σκοτώνεται σε αεροπορικό ατύχημα και το κίνημα θεωρητικά μένει ακέφαλο. 

Στη συνέχεια εκτελούνται o Γκοντέτ και ένας φρούραρχος στη Σαραγόσα που παραδόθηκαν στους κυβερνητικούς αλλά χωρίς δίκη, απλά με την απόφαση των αποσπασμάτων που τους συνέλαβαν και χωρίς να ρωτήσουν την κυβέρνηση. Η Μαδρίτη είναι εντελώς ανέτοιμη για μια σοβαρή πολεμική αναμέτρηση. Το κίνημα βρήκε αντιμέτωπους κυρίως τοπικές μιλίτσιες και αξιωματικούς που έδρασαν με δική τους πρωτοβουλία, ο δε λαός απροειδοποίητος ξεκίνησε καλοκαιριάτικα για διακοπές. 
Ο Κιρόχα ζητά από τους κινηματίες να παραδοθούν, αυτοί αρνούνται καθώς έμαθαν για τις εκτελέσεις των συναδέλφων τους , κι αυτός παραιτείται και στη θέση του ο Αθάνια βάζει τον Χοσέ Χιράλ που αποφασίζει να εξοπλίσει τον λαό και να κηρύξει γενική κινητοποίηση αλλά και που στέλνει γράμμα απόγνωσης στην σοσιαλιστική Γαλλική κυβέρνηση για μοντέρνα όπλα κυρίως αεροπλάνα ενώ στο μόνο που ευελπιστεί είναι η θαλάσσια λωρίδα που χωρίζει την Ισπανία από το Μαρόκο την οποία ο Φράνκο χωρίς ναυτικό δεν μπορεί να διαβεί. 
Ο στόλος ελλιμενίζεται κυρίως στην Φερεόλ, στην Γκαλίθια στον Ατλαντικό, πατρίδα του Φράνκο και έρχεται διαταγή απ τη Μαδρίτη να κατευθυνθεί στα στενά του Γιβραλτάρ και να αποκόψει το πέρασμα, αλλά οι ανώτατοι αξιωματικοί του ναυτικού, παραδοσιακοί φιλοβασιλικοί σκοπεύουν να βοηθήσουν τον Φράνκο. Τα μηνύματα λαμβάνονται όμως απo τους ασυρματιστές των πλοίων οι οποίοι ειδοποιούν τα κατώτερα μέλη του πληρώματος που ξεσηκώνονται σε ανταρσία και λίγοι αξιωματικοί θα μείνουν ζωντανοί.

Στην συνέχεια ωστόσο στο κάθε καράβι δημιουργούνται ''επαναστατικές επιτροπές'' με σκοπό να αποφασίσουν από μόνοι τους για το ''τί μέλει γενέσθαι''. Η κυβέρνηση διαπιστώνει όμως ότι έτσι δεν ελέγχει άμεσα τον στόλο ενώ η Φερρεόλ τελικά συντάσσεται με τον Φράνκο και αριθμός πλοίων εντάσσεται στο αντικυβερνητικό στρατόπεδο. Όσο για την αεροπορία, η Ισπανία διαθέτει μια ασυνάρτητη ποικιλία διαφόρων τύπων κατασκευής 1925 - 1930 που κοροϊδευτικά την αποκαλούν ''Τσίρκο Κρόνε'' (όνομα διάσημου τσίρκου που υπάρχει ως σήμερα), έτσι δεν μπορούν να απειλήσουν σοβαρά ούτε πεζικό, ούτε πλοία.

Η Ισπανική κυβέρνηση τότε καταλαβαίνει ότι μόνο πολιτικοί παράγοντες εκτός των συνόρων της θα μπορούσαν να κρίνουν τις επερχόμενες εξελίξεις. Αλλά κι ο Φράνκο το ίδιο έχει καταλάβει, ή μάλλον του το έδωσαν γρήγορα να το καταλάβει οι άμεσοι άνθρωποι του περιβάλλοντός του. Θα είναι αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες που του λοιπού θα αποφασίσουν προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα αυτού τοu Εμφυλίου Πολέμου .

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Εκείνος που θέλει να αναμειχθεί περισσότερο από κάθε άλλον στην Ισπανία είναι ο Μουσολίνι. Είναι ήδη 14 χρόνια στην αρχή και η οικονομική ευμάρεια που υποσχέθηκε χρειάζεται πόρους που η Ιταλία δεν έχει. Η λύση είναι κλασική, θα τους αναζητήσει απ τους γείτονες στη σφαίρα της Μεσογείου, στα πετρέλαια της Λιβύης, την Β. Αφρική και την Αιθιοπία αντιμετωπίζοντας την Αγγλία και Γαλλία. Ειδικά η Μαγιόρκα αποτελεί ιδανική αεροναυτική βάση που ελέγχουν και τους δύο στην Μεσόγειο. 
Γαλλία και Αγγλία εκείνη τη στιγμή διπλωματικά παρουσιάζουν το χειρότερό τους πρόσωπο : ταραγμένοι από την οικονομική κρίση ,με έντονα τα σημάδια κοινωνικών ανακατατάξεων και με νωπές τις πολύνεκρες μνήμες του 1ου Π.Π, δεν θέλουν με τίποτα να ονοματίσουν την λέξη πόλεμος και προτιμούν να υποχωρήσουν. Ο Μουσολίνι , σωστά ως απεδείχθη, σκέπτεται ότι η επίδειξη στρατιωτικής δύναμης θα τους κάνει ολοένα και πιο υποχωρητικούς και του φαίνεται εξαιρετική η ευκαιρία να σημειώσει νίκες εναντίον λαϊκών μαχητών αφού ο ίδιος σκοπεύει να στείλει τακτικό επαγγελματικό στρατό.

Όταν οι Φρανκικοί εκπρόσωποι του χτυπούν την πόρτα, υπόσχεται τα πάντα και δεν δέχεται καν συζήτηση για χρήματα. Οι Γερμανοί αρχικά έχουν αλλού στραμμένη την προσοχή τους, όπως πάντα ανατολικά, αλλά όταν δέχονται την επίσκεψη των Φρανκικών εκπροσώπων δεν την απορρίπτουν, μπορούν κι αυτοί να μιμηθούν τους Ιταλούς, εξ άλλου κάθε παρουσία τους στην Ισπανία θα έχει κέρδη ενάντια και της Αγγλίας, ειδικά το Γιβραλτάρ και το πέρασμα στην Αφρική, αλλά και της Γαλλίας η οποία έτσι θα περικυκλωθεί από παντού από Γερμανικές δυνάμεις.

Οι Άγγλοι βλέπουν τις κινήσεις Γερμανοιταλών αλλά έχουν ένα εντελώς άλλο σκεπτικό για την Ισπανία. Η Ισπανία στρατηγικά μπορεί να απειλήσει την ναυσιπλοΐα τους στη Μεσόγειο αλλά μία σοσιαλιστικο-κομμουνιστική Ισπανία θα κάνει κάτι χειρότερο: θα επεκταθεί πιθανότατα και στην Πορτογαλία και θα τους απειλήσει στον Ατλαντικό, όπως δηλώνει σχετικό ''μυστικό'' διπλωματικό της ανακοινωθέν. Αλλά όχι μόνο αυτό: Στην Ισπανία και ειδικά απ τα Βασκικά μεταλλεία παίρνουν ένα σεβαστό μέρος από ατσάλι κι είναι το πιο γειτονικό τους. 
Το άλλο είναι η Σουηδία κι αυτό όμως μέσω του μακρινού Νορβηγικού λιμανιού Νάρβικ χώρια που οι Σουηδοί πουλάνε ήδη ένα μέρος και στον Χίτλερ. Πέρα από αυτό στην Ισπανία διαθέτουν κεφάλαια: ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών είναι όλος Αγγλικός, τα ναυπηγεία χρησιμοποιούν Αγγλικό εξοπλισμό και σχέδια, υπάρχει συμπαραγωγή ελαφρού οπλισμού και μηχανών αεροπλάνων και ακόμα η Ισπανία προσφέρει τα πιο φτηνά γεωργικά προϊόντα που εισάγει η Αγγλία από την Ευρώπη. Η κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου είναι σαφής απειλή για όλα αυτά από κάθε άποψη ενώ ακόμα κάποια κεφάλαια φιλοφρανκικά φυλάσσονται σε Αγγλικές τράπεζες.


Μεταξύ των δύο μερών οι Άγγλοι ξέρουν ποια δεν τους κάνει. Στο πρόσωπο του Άγγλου πρωθυπουργού Στάνλεϋ Μπάλντγουϊν, η ιστορία θα δει μια μέρα όχι μόνο τον δήμιο της Δημοκρατικής Ισπανίας αλλά πιθανότατα και τον πρωταίτιο του 2ου Π.Π. Η πολιτική του ευνόησε σκανδαλωδώς την Γερμανία τον καιρό της Χιτλερικής ανόδου. Τα βαθύτερα αίτια ήταν δύο:

α) Η Αγγλία πουλούσε βιομηχανικό υλικό, μέχρι και μηχανές αεροπλάνων στον Χίτλερ και νοιάζονταν αυτό να συνεχίσει για οικονομικούς λόγους και

β) Η αιώνια Αγγλική πολιτική που έχει τις ρίζες της στην Ναπολεόντεια εποχή, ήθελε την Ευρώπη διηρημένη: ο Χίτλερ που απειλούσε την Γαλλία ήταν, κατά τη γνώμη του, ένας σύμμαχος των καταστάσεων. Ακόμα κι όταν αντιχιτλερικοί πλησίασαν την Αγγλία για να προειδοποιήσουν για τις διαθέσεις του Χίτλερ, ο Μπάλντγουϊν τους έδιωξε. 
Συμπτωματικά ήταν το πείσμα του γηραιού Τσόρτσιλ που ήθελε να χτυπήσει τον Μπάλντγουϊν που αποκάλυψε ότι ο Άγγλος πρωθυπουργός κρατούσε κρυφά απ την Βουλή και τον Αγγλικό λαό τις αναφορές των μυστικών υπηρεσιών που έδειχναν πολύ καθαρά ότι ο Χίτλερ εξοπλίζονταν επικίνδυνα και κατά παράβαση των συνθηκών που είχαν υπογραφεί. Ο Τσάμπερλεν που τον διαδέχτηκε ήταν δέσμιος αυτής της γραμμής κι αναγκάστηκε να φτάσει στο σημείο του εξευτελισμού, να τον ξεγελάσει ο Χίτλερ, στην καλή θέληση του οποίου είχε στηριχτεί όλη εκείνη η ολέθρια πολιτική. 
Στο θέμα της Ισπανίας ο Μπάλντγουϊν πίστευε ότι άξιζε να κάνει τα ''στραβά μάτια'' γιατί ο Χίτλερ δούλευε κατ' αυτόν το ''αντικομουνιστικό'' χαρτί της πολιτικής του και επίτηδες πίεζε την ΚτΕ να αγνοήσει την συμμετοχή των Χιτλερικών στο πλευρό του Φράνκο. Γι αυτόν η Δημοκρατική Ισπανία ήταν μια πληγή που έπρεπε να κλείσει. Ακόμα εξεβίαζε την Γαλλία να μην επέμβει υπέρ της Δημοκρατίας επισείοντας την απειλή του Χίτλερ και την απόφαση της Αγγλίας να μην την βοηθήσει σε μία Γαλλο-Γερμανική σύρραξη αν αυτή προέκυπτε σαν αποτέλεσμα βοήθειας προς την Ισπανία.

Ο Μπάλντουϊν έθεσε τα θεμέλια της Χιτλερικής ανόδου. Ο 2ος Π.Π δεν έγινε απλά και μόνο επειδή ένας ''τρελός'' Χίτλερ το αποφάσισε μια μέρα. Οι Γάλλοι έχουν άλλο πρόβλημα: Κάθε βοήθεια μέσω ξηράς στην Ισπανία θα περάσει απ το έδαφός τους και θα τους εμπλέξει πολιτικά και διπλωματικά. Ο Λέον Μπλούμ αντιμετωπίζει ήδη εσωτερικές αντιδράσεις ενώ η κομμουνιστική του πτέρυγα τον πιέζει για να προχωρήσει σε ''κοινωνική επανάσταση'' και η αντιπολίτευση τον απειλεί ότι η εμπλοκή στην Ισπανία θα μετατρέψει την μισή Ευρώπη σε κομμουνιστική φωλιά δίνοντας επιχειρήματα στον Χίτλερ για επέμβαση. 
Οι Άγγλοι διπλωματικοί του παρουσιάζουν στοιχεία για μια ναυτιλιακή εταιρεία (France - Navigation) και μια τράπεζα (BCEN: Banque Commerciale de l’Europe du Nord) που είναι βιτρίνα Ρωσικής χρηματοδότησης φιλοκομμουνιστικών ομάδων με έδρα το Παρίσι μέσω της οποίας ετοιμάζατε ευρύ σχέδιο ενίσχυσης των κυβερνητικών Ισπανών άσχετα από την θέληση της Γαλλικής κυβέρνησης. Ο Άντονυ Ήντεν, υπουργός εξωτερικών εκλιπαρεί τον Λέον Μπλούμ να ''αποφύγει οποιαδήποτε ανοησία με την Ισπανία''. 
Ο Λέον Μπλούμ ξέρει ότι θεωρείται ο πλέον ιδεολογικός συγγενής της Ισπανικής κυβέρνησης, αλλά δεν ρισκάρει. Αρχικά απαντά με αποστολή κάποιων απαρχαιωμένων όπλων, επιτρέπει την μυστική στρατολόγηση μισθοφόρων πιλότων στην Γαλλία και αμέσως μετά προτείνει την αρχή της ''Μη επέμβασης'' και κλείνει στις 8 Αυγούστου τα σύνορά του στον Νότο αποκλείοντας ολοσχερώς την Ισπανία από την Ευρώπη κατά ξηρά. Θα ομολογήσει ότι ''η Ισπανία ιδεολογικά παραμένει ένα αγκάθι στην καρδιά του'' αλλά η πρόθεσή του να κρατηθεί μακρυά από αυτή την διαμάχη είναι σαφέστατη.

Οι Αμερικανοί έχοντας περάσει την μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ''Μέκκας του Καπιταλισμού'' με το Κράχ του 29 αντιμετώπισαν με δέος μια κοινωνική έκρηξη μεταξύ 1930 - 1935 σαν απάντηση στην κατάρρευση του ''Αμερικανικού ονείρου''. Δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα ισχυρό σοσιαλιστικό ακόμα και αναρχικό κίνημα στις ΗΠΑ, δεν τους συμφέρει λοιπόν πολιτικά να δημιουργήσουν ένα πολιτικό σχίσμα που θα διέλυε πιθανόν την οικονομική τους ανάκαμψη. Δηλώνουν ότι θα παραμείνουν αυστηρά ουδέτεροι αλλά η επέκταση του κομμουνισμού τους είναι απεχθής. 
Έτσι ''κλείνουν τα μάτια'' όταν οι Τεξανοί πετρελαιοπαραγωγοί δηλώνουν πρόθυμοι να πουλήσουν πετρέλαιο στον Φράνκο, ένα υλικό που χαρακτηρίζεται ''μη πολεμικό'' επειδή εννοείται θα χρησιμοποιηθεί μόνο σαν φωτιστικό καύσιμο. Φυσικά ο Φράνκο το προορίζει για αυτοκίνητα και τανκς που περιμένει να του αποστείλει σύντομα ο Μουσολίνι.

Οι Ρώσοι βλέποντας τις κινήσεις των άλλων δυνάμεων αναθεωρούν την αρχικά αδιάφορη στάση τους. Ο Στάλιν περνάει κρίση: Βλέπει να οργανώνεται μια αντίδραση εναντίον του που ξεκινάει από τον στρατό, έχει ανάγκη από εκτόνωση και μία μετατόπιση προς τα εξωτερικά θέματα είναι πάντα η καλλίτερη συνταγή για ένα περισπασμό από τα εσωτερικά. Εξ άλλου, κι αυτό δεν είναι το λιγότερο σημαντικό, οι Ευρωπαίοι κομμουνιστές βλέπουν με φοβερή αγανάκτηση παντού τους Χίτλερ - Μουσολίνι να κερδίζουν στο πολιτικό πεδίο και να τους κατατρέχουν. 
Αν η Ρωσία θέλει πράγματι να είναι η ιδεολογική τους ηγέτιδα πρέπει να πάρει θέση, ειδεμή, αυτό το ανοιχτό ερώτημα φοβίζει τον Στάλιν ότι θα οδηγήσει σε αμφισβήτησή του αρχικά στο εξωτερικό κι έπειτα βέβαια και στο εσωτερικό. Αντίθετα αν εμπλακεί θα έχει την ευκαιρία να επιβάλει εκείνος τις εξελίξεις στον κομμουνιστικό κόσμο. Κι αποφασίζει να βοηθήσει την κυβερνητική Ισπανία. Και θα είναι ουσιαστικά ο μόνος.


Θεωρητικά ο πόλεμος μοιάζει ιδεολογικός έτσι που τοποθετήθηκαν τα διάφορα στρατόπεδα, αλλά η ιστορική αλήθεια είναι πάντοτε πιο απλή και γι αυτό και πιο πικρή: ο καθένας αναμετρούσε τα προσωπικά του οικονομικά και πολιτικά κέρδη άσχετα απ την τύχη των ίδιων των Ισπανών. Έτσι ο Εμφύλιος Ισπανικός Πόλεμος, που είχε τις ρίζες του βαθιά στο Καρλιστικό κίνημα, θα συνεχιστεί τώρα αλλά με γνώμονα την παρούσα πολιτική στάση των ''ξένων'' δυνάμεων που συνωστίζονται προ των πυλών του 2ου Π.Π. Η Ισπανική τραγωδία αρχίζει.

ΤΑ ΑΝΤΙΠΑΛΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ

Έπειτα από την αποτυχία, σε μεγάλο βαθμό, του πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 1936 και την έναρξη της εμφύλιας σύρραξης, τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα συνθέτονται, εν συντομία, ως εξής:

Δημοκρατικό Στρατόπεδο

Α. Δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου

Τα σημαντικότερα από τα δεκαέξι, συνολικά, πολιτικά κόμματα που συνθέτουν την κυβέρνηση συνεργασίας του Λαϊκού Μετώπου είναι: το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς (IR) του Μανουέλ Αθάνια, το κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης (UR) του Μαρτίνεθ Μπάριο, το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) με κύριους ηγέτες τους Λάργκο Καμπαλέρο, Ινταλέθιο Πριέτο και Χουλιάν Μπεστέιρο.

Το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (POUM - ένα ανεξάρτητο Μαρξιστικό κόμμα με Τροτσκιστικές τάσεις), το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας (PCE) με ηγέτες τον Χοσέ Ντίαθ και την Ντολόρες Ιμπαρούρι (ευρέως γνωστή ως La Pasionaria) και το Αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα Καταλωνίας (ERC) του Λουίς Κομπανύς.

Β. Άλλες δυνάμεις

Η αναρχοσυνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT) με Γενικό Γραμματέα τον Χοάν Πεϊρό και η Ομοσπονδία Αναρχικών Ιβηρικής (FAI). Δύο από τους σημαντικότερους αγωνιστές της CNT - FAI ήταν οι Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Γκαρθία Ολιβέρ. Τέλος, η τοπική κυβέρνηση των Βάσκων που, παρά τον συντηρητικό και βαθιά Καθολικό της χαρακτήρα, συμπαρατάχτηκε στο πλευρό της Δημοκρατίας. Η συμμαχία αυτή έγινε εφικτή λόγω, κυρίως, της υπόσχεσης για αυτονομία στη Χώρα των Βάσκων.

Εθνικιστικό Στρατόπεδο

Από την άλλη πλευρά, κινητήρια δύναμη του Εθνικιστικού στρατοπέδου αποτελούσε το στράτευμα και η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία με κυρίαρχες μορφές τους στρατηγούς: Μόλα, Καμπανέλας, Κέιπο δε Λιάνο, Βαρέλα και Φράνκο. Αρχικά, ως αρχηγός από τους κινηματίες είχε επιλεγεί ο στρατηγός Σανχούρχο, ο οποίος βρισκόταν στην Πορτογαλία όπου είχε παλιότερα διαφύγει. Πέθανε, όμως, στις αρχές του πραξικοπήματος όταν το αεροπλάνο που τον μετέφερε πίσω στην Ισπανία συνετρίβη.

Στο πλευρό των στασιαστών συντάχτηκε, επίσης, τα σύνολο των δεξιών και συντηρητικών κομμάτων, η Καθολική Εκκλησία και ο κλήρος, και τέλος, διάφορες θρησκευτικές, ακροδεξιές και παραστρατιωτικές οργανώσεις με σημαντικότερες τη φασιστική Φάλαγγα και τους άκρως συντηρητικούς, φιλομοναρχικούς Καρλιστές.

Η ΞΕΝΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Όταν μετά το τέλος του πολέμου, τον Μάιο του 1939, ο στρατηγός Φράνκο οργάνωσε στρατιωτική παρέλαση για να γιορτάσει τη νίκη του, αυτή άνοιξε με ένα τάγμα Μελανοχιτώνων από το Ιταλικό Εκστρατευτικό σώμα και ολοκληρώθηκε με Γερμανούς πιλότους από τη λεγεώνα Κόνδωρ. Η συμβολική αυτή τοποθέτηση των συγκεκριμένων μονάδων στην παρέλαση ήταν αφενός ένα δείγμα ευγνωμοσύνης του Φράνκο για τη βοήθεια που έλαβε και αφετέρου μια ένδειξη της αναγνώρισης του γεγονότος ότι αν οι δύο φασιστικές δυνάμεις δεν επενέβαιναν, όχι μόνο δε θα νικούσαν οι στασιαστές, αλλά ούτε καν θα είχε γίνει εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία. 
Πραγματικά, από το ξεκίνημά του η επέμβασή τους υπήρξε καθοριστική. Μετά την άμεση επέμβαση του Μουσολίνι και του Χίτλερ στην Ισπανία, οποιαδήποτε ενέργεια θα γινόταν πλέον από τα δυτικά κράτη για χειροπιαστή βοήθεια στη Δημοκρατική Ισπανία θα σήμαινε ανταγωνισμό με τις φασιστικές δυνάμεις και θα απειλούσε να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή ισορροπία - μια ήδη εύθραυστη ισορροπία μετά τον επανεξοπλισμό της Ρηνανίας από τη Γερμανία και την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία. Από τη στάση που τελικά κράτησαν η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ επωφελήθηκαν, κυρίως, οι Εθνικιστές. 

Οι επιχειρηματικοί κύκλοι των χωρών αυτών ανησυχούσαν για την τύχη των κεφαλαίων τους που είχαν επενδυθεί στην Ισπανία. Υπήρχε έντονος φόβος πως, παρά τις όποιες κυβερνητικές εγγυήσεις για το αντίθετο, η ανάπτυξη της επανάστασης που λάμβανε χώρα στην ύπαιθρο και τις Ισπανικές πόλεις θα ζημίωνε τα οικονομικά τους συμφέροντα. Ο διττός αυτός φόβος, της φασιστικής επεκτατικότητας από τη μια και του ''κομμουνιστικού κινδύνου'' από την άλλη οδήγησαν τις κυβερνήσεις των δυτικών χωρών να υιοθετήσουν πολιτική ουδετερότητας και να προτείνουν το Σύμφωνο μη επέμβασης. 
Ένα τέτοιο σύμφωνο ήταν επιζήμιο για τη Δημοκρατία, πρώτον γιατί η εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας είχε τεθεί στο ίδιο επίπεδο με μια δύναμη που δεν είχε κανένα δικαίωμα στη διεθνή αναγνώριση και δεύτερον επειδή το σύμφωνο τέθηκε σε εφαρμογή, αφού πρώτα ο αντίπαλος είχε λάβει αποφασιστική ξένη βοήθεια – είχε ολοκληρωθεί η μεταφορά της Στρατιάς της Αφρικής διαμέσου των στενών του Γιβραλτάρ με την υποστήριξη γερμανοϊταλικής αεροπορίας και ναυτικού και σημαντικά φορτία όπλων είχαν ήδη αποσταλεί στην Ισπανία.  
Τέλος, όσον αφορά στην ΕΣΣΔ, η νέα γραμμή που είχε υιοθετήσει, της ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία και μοναδική χώρα, απαιτούσε την αναζήτηση της ειρήνης και τη σύναψη συμμαχιών που θα τη βοηθούσαν σε μια πιθανή επίθεση από τη Ναζιστική Γερμανία. Μια ανάμειξη στην Ισπανία θα αποτελούσε κίνδυνο για την πολιτική ανάπτυξης δεσμών με τις δυτικές δυνάμεις, μέρος της οποίας αποτελούσε και η συγκρότηση Λαϊκών Μετώπων που προωθούσε η Κομμουνιστική Διεθνής. 

Μετά όμως την απροκάλυπτη επέμβαση Ιταλίας και Γερμανίας, δεν άργησε να εκδηλωθεί η προτίμηση του Στάλιν για ικανοποίηση της ανάγκης να παρασχεθεί βοήθεια στην Ισπανική Δημοκρατία. Η Ισπανική Δημοκρατία πολεμούσε όχι μόνο τον Φράνκο και τις στρατιές του αλλά, όλο και περισσότερο, και τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Περιφρονημένος από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ο Δημοκρατικός πρωθυπουργός Χιράλ στράφηκε στη Μόσχα. 
Παρόλο που το Κρεμλίνο δεν ήθελε οι εξελίξεις στην Ισπανία να υπονομεύσουν τα προσεκτικά σχέδια που είχε καταστρώσει για μια συμμαχία με τη Γαλλία, μέχρι τα μέσα Αυγούστου, η παροχή βοήθειας στους στασιαστές από τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι απειλούσε με μια ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή. Εάν έπεφτε η Ισπανική Δημοκρατία, θα μεταβαλλόταν η Ευρωπαϊκή ισορροπία ισχύος, αφήνοντας τη Γαλλία με τρία εχθρικά φασιστικά κράτη στα σύνορά της. Μόνο πια στο τέλος Σεπτεμβρίου, που η Δημοκρατία συμφώνησε να στείλει τα αποθέματα χρυσού στη Ρωσία.

Αποφασίστηκε να σταλούν σύγχρονα αεροσκάφη και άρματα μάχης, τα οποία έπρεπε να πληρωθούν σε διογκωμένες τιμές. Ενώ η Δημοκρατία πάσχιζε να βρει ξένη βοήθεια και οι ανοργάνωτοι πολιτοφύλακές της οπισθοχωρούσαν στην πρωτεύουσα, οι στασιαστές έκαναν πιο αυστηρή τη δομή διοίκησής τους. Στις 21 Σεπτεμβρίου, οι στρατηγοί που ηγούντο της επανάστασης επέλεξαν τον Φράνκο ως αρχιστράτηγο και επειδή διοικούσε τη Στρατιά της Αφρικής, αλλά και διότι ήδη είχε καλή επικοινωνία με τον Φύρερ και τον Ντούτσε. Στις 28 Σεπτεμβρίου, ο Φράνκο εγκαταστάθηκε ως Αρχηγός του Εθνικιστικού Κράτους.

Από εκεί και μετά, κυβερνούσε με σφιχτό διοικητικό συγκεντρωτισμό. Αντιθέτως, η Δημοκρατία παρακωλυόταν από έντονη διχόνοια μεταξύ Κομμουνιστών, Δημοκρατικών της μεσαίας τάξης, μετριοπαθών Σοσιαλιστών, Αναρχικών, Τροτσκιστών και αριστερών Σοσιαλιστών που ως προτεραιότητα έθεταν την κοινωνική επανάσταση. Η καθυστέρηση του Φράνκο επέτρεψε στην άμυνα της Μαδρίτης να ενισχυθεί από την άφιξη στις αρχές Νοεμβρίου αεροσκαφών και αρμάτων μάχης από τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τις φάλαγγες εθελοντών, γνωστές ως οι Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Για Ιταλούς, Γερμανούς και Αυστριακούς πρόσφυγες από τον φασισμό και τον Ναζισμό, η Ισπανία ήταν η πρώτη αληθινή ευκαιρία να προβάλουν αντίσταση και στο τέλος να επιστρέψουν στις εστίες τους. Η πολιορκία της Μαδρίτης είδε ηρωικές προσπάθειες από ολόκληρο τον πληθυσμό. Στις 6 Νοεμβρίου, περιμένοντας την πρωτεύουσα να πέσει γρήγορα, η κυβέρνηση είχε καταφύγει στη Βαλένθια. Η πόλη είχε αφεθεί στα χέρια του στρατηγού Χοσέ Μιάχα. Υποστηριζόμενος από την κυριαρχούμενη από τους Κομμουνιστές Στρατιωτική Επιτροπή Άμυνας (Junta de Defensa).

Ο Μιάχα ανασύνταξε τον πληθυσμό, ενώ ο ευφυέστατος Αρχηγός Επιτελείου συνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο οργάνωνε τις δυνάμεις της πόλης. Η αντίσταση στις Αφρικανικές φάλαγγες του Φράνκο ήταν επιτυχής. Η πολιορκούμενη πρωτεύουσα θα κρατούσε για δυόμισι ακόμα χρόνια. Απασχολημένη με διχογνωμία στο εσωτερικό της, και χωρίς ακόμη έναν συμβατικό στρατό, η Δημοκρατία ήταν ανίκανη να κεφαλαιοποιήσει τη νίκη της στη Μαδρίτη. Η αντίδραση του Φράνκο ήταν μια σειρά προσπαθειών να περικυκλώσει την πρωτεύουσα. 

Στις μάχες της Μποαντίγια (Δεκέμβριος 1936), του Χαράμα (Φεβρουάριος 1937) και της Γκουανταλαχάρα (Μάρτιος 1937) οι δυνάμεις του αποκρούστηκαν, αλλά με τεράστιο κόστος για τη Δημοκρατία. Η επικέντρωση στην άμυνα της Μαδρίτης σήμαινε την εγκατάλειψη άλλων μετώπων. Η Μάλαγα στον Νότο έπεσε σε άρτι αφιχθέντα ιταλικά στρατεύματα στις αρχές Φεβρουαρίου. Ακόμα και μετά την ήττα τους στη μάχη της Γκουανταλαχάρα, στην οποία είχε αναμειχθεί ένα μεγάλο απόσπασμα ιταλικών στρατευμάτων.

Οι Εθνικιστές ακόμα είχαν την πρωτοβουλία, καθώς κάθε αναποδιά για τον Φράνκο σήμαινε ότι οι δικτάτορες του Άξονα αύξαναν την υποστήριξή τους. Αυτό έγινε φανερό κατά την εκστρατεία των Εθνικιστών στη βόρειο Ισπανία την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1937. Τον Μάρτιο, ο Μόλα οδήγησε 40.000 στρατιώτες σε μία επίθεση κατά της Χώρας των Βάσκων υποστηριζόμενος από τη Γερμανική Λεγεώνα Κόνδωρ, η οποία ειδικευόταν στους βομβαρδισμούς. 
Σε μια πρόβα για το Blitzkrieg της Πολωνίας και της Γαλλίας, η Γκερνίκα αφανίστηκε στις 26 Απριλίου 1937 με σκοπό να σπάσει το ηθικό των Βάσκων και να υπονομεύσει την υπεράσπιση της πρωτεύουσας Μπιλμπάο, που έπεσε στις 19 Ιουνίου. Στη συνέχεια, ο εθνικιστικός στρατός, εφοδιασμένος πλουσιοπάροχα με Ιταλικά στρατεύματα και εξοπλισμό, κατέλαβε το Σανταντέρ στις 26 Αυγούστου.
Η Βοήθεια προς τους Εθνικιστές

Α. Ιταλία:

Η φασιστική Ιταλία παρείχε από την πρώτη στιγμή σημαντικότατη ενίσχυση στους στασιαστές στρατιωτικούς. Το 1937 τα Ιταλικά στρατεύματα επί Ισπανίας έφτασαν τους 50.000 μελανοχίτωνες, ενώ πιθανότατα ο συνολικός αριθμός των Ιταλών που πολέμησαν στην Ισπανία ανέρχεται στους 75.000. Η συνολική Ιταλική βοήθεια έφτασε τα $400.000.000 (τιμές 1939) και αναλυτικά περιλάμβανε: 763 αεροσκάφη, 157 άρματα, 1426 όλμους, 1672 τόνους αεροπορικών βομβών, 1801 πυροβόλα, 6791 φορτηγά, 240.747 τουφέκια κ.λπ.

Β. Γερμανία:

Η επέμβαση της Ναζιστικής Γερμανίας ξεκίνησε τον ίδιο κιόλας μήνα του στρατιωτικού πραξικοπήματος με την αποφασιστική βοήθεια που προσέφερε η Γερμανική αεροπορία στη μεταφορά των μαροκινών στρατευμάτων του Φράνκο στην Ιβηρική χερσόνησο. Το Νοέμβριο του 1936 συγκροτεί τη λεγεώνα Κόνδωρ (6000 άνδρες), η οποία περιλαμβάνει άρματα μάχης, αντιαρματικά όπλα και, κυρίως, αεροπορικές μονάδες. Υπολογίζεται ότι συνολικά 16.000 Γερμανοί υπηρέτησαν στην Ισπανία. Η συνολική Γερμανική βοήθεια στους Εθνικιστές ανήλθε περίπου στα $215.000.000 (τιμές 1939) κατανεμημένη ως εξής: 15,5% σε μισθούς και υπόλοιπες δαπάνες, 21,9% σε αποστολή προμηθειών και 62,6% για τη λεγεώνα Κόνδωρ.


Γ. Πορτογαλία:

Το δικτατορικό καθεστώς του Σαλαζάρ έστειλε στον Φράνκο μια λεγεώνα αποτελούμενη από 20.000 περίπου εθελοντές, γνωστοί ως Viriatos. Επιπλέον, η Πορτογαλία έπαιξε σημαντικό ρόλο στον ανεφοδιασμό των Εθνικιστών, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο καιρό όταν το σύνολο των Μεσογειακών παραλίων ελεγχόταν από τους Δημοκρατικούς.

Η Βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς

Α. Σοβιετική Ένωση:

Τον Οκτώβριο του 1936 η Σοβιετική κυβέρνηση δηλώνει επίσημα πως δεν είναι δυνατόν να θεωρεί τον εαυτό της δεσμευμένο με τη συμφωνία για ουδετερότητα περισσότερο από κάθε άλλο μέλος της συμφωνίας αυτής και ξεκινά ενεργά πλέον την ενίσχυση του Λαϊκού Μετώπου, αποτελώντας έως και τη λήξη του πολέμου τη μοναδική διαθέσιμη αγορά οπλισμού και πηγή ανεφοδιασμού για τους Δημοκρατικούς. Η συνολική αξία της σοβιετικής βοήθειας υπολογίζεται σε $405.000.000 (τιμές 1939) από τα οποία τα $315.000.000 δόθηκαν από το απόθεμα χρυσού της Τράπεζας της Ισπανίας, που είχε μεταφερθεί στην ΕΣΣΔ από το φθινόπωρο του 1936. 
Οι αλλεπάλληλες παραγγελίες για πολεμικό υλικό οδήγησαν στο να εξανεμιστεί το μεγαλύτερο μέρος των αποθεματικών χρυσού της χώρας, που εκείνη την εποχή ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη ποσότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Η σημαντικότερη, ίσως, μορφή της Σοβιετικής βοήθειας ήταν η συγκρότηση των Διεθνών Ταξιαρχιών. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτήθηκαν ύστερα από πρωτοβουλία της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) από αντιφασίστες πολλών χωρών που ήθελαν να πολεμήσουν στο πλευρό της Δημοκρατικής κυβέρνησης δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο έμπρακτα την αλληλεγγύη τους στον Ισπανικό λαό.

Η οργάνωσή τους σε μονάδες ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1936 στη Γαλλία, με την υποστήριξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της ΕΣΣΔ. Το σύνολο των εθελοντών εκτιμάται προσεγγιστικά στους 35.000 μαχητές από 53 χώρες. Στην Ισπανία, τέλος, υπολογίζεται πως έδρασαν δύο με τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί στρατιωτικοί σύμβουλοι και στελέχη.

Β. Μεξικό:

Η Μεξικανική κυβέρνηση απέστειλε υλικό και πολεμοφόδια αξίας $2.000.000, τα οποία περιλάμβαναν 20.000 τουφέκια και 20.000.000 φυσίγγια.

Ουδέτερες Μεγάλες Δυνάμεις

Α. Γαλλία:

Η αρχική στάση της Γαλλικής κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου (αντίστοιχου πολιτικού σχηματισμού με το κυβερνών Λαϊκό Μέτωπο της Ισπανίας) μπορεί να χαρακτηριστεί από μια αμφιταλάντευση σχετικά με την έκκληση της Ισπανικής κυβέρνησης για στρατιωτική βοήθεια και από μια έντονα διστακτική υποστήριξη προς τους Δημοκρατικούς. Η μικρή βοήθεια που τελικά παρείχε στην Ισπανική κυβέρνηση κατά τις πρώτες μέρες της σύγκρουσης αποτελούταν από έναν αριθμό μεταξύ 50 και 200 αεροσκαφών και κάποιες αποστολές οπλισμού. 
Παρά όμως και τις μεγάλες πιέσεις πολιτικών κομμάτων και εργατικών οργανώσεων, καθώς και της γαλλικής κοινής γνώμης, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Leon Blum πείστηκε τελικά να ακολουθήσει πολιτική ουδετερότητας μην επιθυμώντας να χάσει την εύνοια των συντηρητικότερων δυνάμεων της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση της Γαλλίας παρότι δήλωνε τη συμπάθειά της στον Ισπανικό λαό περνούσε σταδιακά στην εφαρμογή αποκλεισμού της Ισπανίας. 
Στην πολιτική αυτήν την έσπρωχνε και η Αγγλία δηλώνοντας επιπλέον πως αν η Γαλλία βοηθήσει την Ισπανική Δημοκρατία και για το λόγο αυτό παρασυρθεί σε σύγκρουση με τη Γερμανία και την Ιταλία, η Αγγλία δε θα την υποστηρίξει. Σε διάστημα μόλις μερικών εβδομάδων έπειτα από την εκδήλωση του πραξικοπήματος η Γαλλία απαγόρευσε τις αποστολές όπλων (στην αρχή τις κρατικές και στη συνέχεια και τις ιδιωτικές). Αρχές Αυγούστου του 1936 από κοινού με την Αγγλία πρότειναν στα ευρωπαϊκά κράτη την πολιτική της μη επέμβασης.

Β. Αγγλία:

Η Αγγλία ήταν ο βασικός εμπνευστής και ένθερμος υποστηριχτής του σχεδίου της μη ανάμειξης στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Με πρωτοβουλία της Αγγλίας και της Γαλλίας υπογράφτηκε τον Αύγουστο του 1936, από όλες τις μεγάλες δυνάμεις εκτός των ΗΠΑ, το Σύμφωνο ''μη επέμβασης'', ενώ λίγο αργότερα εξαιτίας της παραβίασής του συστάθηκε και μια διεθνής επιτροπή επιφορτισμένη με την υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας. Το σύμφωνο δε θα αργήσει να αποδειχτεί μια φάρσα. Η βοήθεια από τις φασιστικές χώρες προς τους Εθνικιστές όχι μόνο δε θα σταματήσει αλλά αντίθετα θα αυξηθεί τους επόμενους μήνες.
Τον Απρίλιο του 1938 υπογράφεται Βρετανο-Ιταλικό σύμφωνο, δια του οποίου η Αγγλία έδωσε τη συγκατάθεσή της στην παρουσία ιταλικών στρατευμάτων στην Ισπανία, με τον όρο ότι ο Μουσολίνι θα τα απέσυρε από την Ιβηρική χερσόνησο όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. Ο Τζορτζ Όργουελ (1979) εκφράζει την εξής άποψη για την κυβέρνηση της χώρας του: «Το 1936 ήταν ολοφάνερο πως αν η Βρετανία βοηθούσε την Ισπανική κυβέρνηση έστω μόνο με όπλα μερικών εκατομμυρίων λιρών, ο Φράνκο θα κατέρρεε. Και όμως, με τον πιο ποταπό, δειλό, υποκριτικό τρόπο η Βρετανική άρχουσα τάξη έκανε ότι μπορούσε για να δώσει την Ισπανία στον Φράνκο και τους Ναζί».

Γ. ΗΠΑ:

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής παρόλο που ήταν η μοναδική από τις μεγάλες δυνάμεις που δεν υπέγραψε το σύμφωνο για τη μη επέμβαση στην Ισπανία, ακολούθησε επίσημα μια ουδέτερη στάση καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου απαγορεύοντας εξαγωγές όπλων στην Ισπανική κυβέρνηση. Παρά, όμως, τη φαινομενικά αυτή ουδέτερη στάση, πολλές μεγάλες Αμερικανικές εταιρίες υποστήριξαν με τις ενέργειές τους είτε άμεσα είτε έμμεσα την Εθνικιστική πλευρά και την επικράτηση του πραξικοπήματος. 
Για παράδειγμα, η πετρελαϊκή Vacuum Oil Company στη διεθνή ζώνη της Ταγγέρης αρνήθηκε να εφοδιάσει Δημοκρατικά πλοία, ενώ μία ακόμα πετρελαϊκή εταιρία η Texas Oil Company αναδρομολόγησε πετρελαιοφόρα, που προορίζονταν για την Ισπανική κυβέρνηση, προς το λιμάνι της Τενερίφης στα Κανάρια Νησιά, που ελέγχονταν από τους στασιαστές. Επίσης, οι αυτοκινητοβιομηχανίες Ford, Studebaker και General Motors παρείχαν χιλιάδες οχήματα στους Εθνικιστές. 

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, José Maria Doussinague, δήλωσε: «Χωρίς το Αμερικανικό πετρέλαιο, τα Αμερικανικά φορτηγά και την Αμερικανική πίστωση, θα ήταν αδύνατο να κερδίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο».

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ

Ανώτερη εκδήλωση της διεθνούς αλληλεγγύης προς την Ισπανική Δημοκρατία ήταν η οργάνωση Διεθνών Ταξιαρχιών. Το χαρακτηριστικό των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν ο συνδυασμός του ηρωισμού με την αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία. Η Κομμουνιστική Διεθνής με τη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, αποφάσισε το Σεπτέμβρη του 1936 τη δημιουργία των Διεθνών Ταξιαρχιών και οργάνωσε τη στρατολόγηση των εθελοντών. Οι εθελοντές αυτοί δημιούργησαν έναν διεθνή στρατό, μοναδικό στην ιστορία λόγω του αριθμού του και του εθελοντικού του χαρακτήρα, ο οποίος πολέμησε σαν δύναμη κρούσης στην πλειοψηφία των μαχών του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου.
Σε αυτόν τον στρατό έλαβαν μέρος εθελοντές από πάνω από 50 χώρες και συνεισέφεραν στην άμυνα της Δεύτερης Δημοκρατίας, όχι μόνο από στρατιωτικής άποψης αλλά, επίσης, και σαν παράδειγμα διεθνούς αλληλεγγύης. Η συμβολή των Διεθνών ήταν αποφασιστικής σημασίας καθ’ όλες τις βασικές φάσεις του πολέμου, ειδικά στην υπεράσπιση της Μαδρίτης όπου πήραν και το βάφτισμα του πυρός. Οι προσπάθειές τους αποδείχτηκαν τόσο σημαντικές όχι τόσο λόγω στρατιωτικής εμπειρίας (πολλοί μαχητές δεν την είχαν), αλλά εξαιτίας της αποφασιστικότητας και των σθεναρών ιδεολογικών τους αντιλήψεων. 
Το πρότυπο της οργάνωσής τους ήταν εκείνο του Κόκκινου Στρατού της ΕΣΣΔ με τον στρατιωτικό διοικητή και τον πολιτικό κομισάριο να συναποφασίζουν. Οι δυνάμεις των ξένων εθελοντών αποτέλεσαν πέντε σχηματισμούς του μετώπου (11η – 15η ταξιαρχία) με 3-4 τάγματα ο καθένας και από τα βασικά κριτήρια για τη συγκρότηση των μονάδων ήταν η γλωσσική και εθνική ενότητα των εθελοντών. Μερικά από τα γνωστότερα διεθνή τάγματα ήταν το Γαλλικό Κομμούνα Παρισιού, το Γερμανικό Έντγκαρ Αντρέ, το Ιταλικό τάγμα Γαριβάλδη, το Αμερικανικό Λίνκολν, το Βαλκανικό Δημητρώφ, το Πολωνικό Ντομπρόφσκυ. 
Με το παράδειγμα πειθαρχίας τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του ισπανικού τακτικού Λαϊκού Στρατού. Ο Σοβιετικός δημοσιογράφος Μ. Κολτσόφ, που ήταν παρών στην κρίσιμη Μάχη της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 1936, περιγράφει τις εξαντλητικές μάχες που έδιναν συνεχώς οι Διεθνείς Ταξιαρχίες 11η και 12η : 
«Και οι δύο ταξιαρχίες μάχονταν αδιάκοπα πάνω από μήνα από τη στιγμή που έφτασαν στη Μαδρίτη. Οι πολεμιστές τους δεν κοιμήθηκαν ούτε μια νύχτα κάτω από στέγη. Έχασαν το 40% σχεδόν από τη δύναμή τους. Όσοι γλύτωσαν ήταν σκεπασμένοι με φλούδα από λάσπη, τα δάχτυλά τους ήταν γεμάτα κάλους από τα κινητά ουραία. Τα παπούτσια τους χωρίς σόλες, οι στολές τους κουρέλια, τα πρόσωπά τους τραβηγμένα και σουβλερά, τα χείλη τους σκασμένα και ξερά από τη φωτιά των μαχών». 

Αριθμός - Προέλευση και Κοινωνική Σύνθεση

Είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός των εθελοντών που έφτασε στην Ισπανία. Η Φρανκική πλευρά υποστήριζε έναν αριθμό πολύ υψηλό, από 100 μέχρι και 160 χιλιάδες, με σκοπό να μεγιστοποιήσει το βαθμό της ξένης επέμβασης προς όφελος της Δημοκρατικής κυβέρνησης. Πολύ μικρότερος είναι ο αριθμός που μας δίνουν οι περισσότερες μελέτες, κυμαινόμενος ανάμεσα σε 35.000 και 60.000. Ο Andreu Castells κάνει λόγο για 59.380 εθελοντές. Τον αριθμό αυτό αρκετοί ιστορικοί, όπως ο Hugh Thomas, θεωρούν υπερβολικό κατεβάζοντάς τον στους 35.000. 
Σχετικά με την πολιτική τους ταυτότητα, υπάρχει μια ισχυρή παρουσία κομμουνιστών με το ποσοστό τους να κυμαίνεται από 50 έως και 80 τοις εκατό ανάλογα με τη χώρα. Οι υπόλοιποι ήταν προοδευτικοί, αντιφασίστες, σοσιαλιστές, δημοκράτες κ.λπ. Όσον αφορά στο κοινωνικό τους υπόβαθρο, στην πλειοψηφία τους ήταν εργάτες και προερχόμενοι από λαϊκά στρώματα σε ποσοστό 80%. Υπήρχε, επίσης, και ένας σημαντικός αριθμός από διανοούμενους, συγγραφείς, γιατρούς και φοιτητές. Η πλειοψηφία των εθελοντών είχε ηλικία κάτω των τριάντα ετών και πάνω από το 60% ήταν ανύπαντροι. 
Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ο πολυφυλετικός χαρακτήρας των Διεθνών Ταξιαρχιών με την παρουσία 7.000 περίπου Εβραίων, 200 νέγρων και ενός απροσδιόριστου αριθμού Κινέζων και Αράβων. Εκτιμάται, επίσης, ότι άλλοι τρεις με πέντε χιλιάδες ξένοι εθελοντές (κυρίως αναρχικοί) πολέμησαν στην Ισπανία, εκτός των μονάδων των Διεθνών Ταξιαρχιών, ενταγμένοι στις πολιτοφυλακές της CNT και του POUM, ενώ άλλοι 10.000 περίπου συνεισέφεραν σε μη στρατιωτικές δραστηριότητες (γιατροί, νοσοκόμοι, τεχνικοί κ.λπ.).

Η Αποχώρηση των Εθελοντών

Η αρνητική εξέλιξη του πολέμου για τους Δημοκρατικούς και η σταδιακή μείωση της Σοβιετικής υποστήριξης (λαμβάνοντας υπόψιν την αύξηση της διεθνούς έντασης, είχε αποφασίσει από τον Αύγουστο του 1938 να αποσύρει τους συμβούλους της από την Ισπανία και να μειώσει τις στρατιωτικές της δεσμεύσεις) οδήγησαν τον πρωθυπουργό Χουάν Νεγκρίν (υπό την πίεση και των Βρετανών) να ανακοινώσει στη Γενεύη στην ετήσια συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών (21 / 9 / 1938) τη μονομερή απόσυρση των ξένων μαχητών από την Ισπανία. 
Η κίνηση αυτή έγινε με την ελπίδα να εξωθήσει τον εχθρό να μιμηθεί αυτή τη στάση για το μεγάλο αριθμό Ιταλικών και Γερμανικών στρατευμάτων που επιχειρούσαν στη χώρα. Ωστόσο, οι προσδοκίες της Δημοκρατικής κυβέρνησης έμειναν ανεκπλήρωτες. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αποσύρθηκαν από το μέτωπο και εγκατέλειψαν την Ισπανία ύστερα από μια επιβλητική αποχαιρετιστήρια παρέλαση στη Βαρκελώνη στις 15 Νοεμβρίου του 1938. Ο αριθμός των νεκρών Διεθνών εθελοντών υπολογίζεται περίπου σε 10.000.

Έλληνες Εθελοντές στην Ισπανία

Ο αριθμός των Ελλήνων εθελοντών μαχητών δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη χώρα μας δεν έδιναν τη δυνατότητα για μια σχετική καταγραφή. Λίγες μόλις μέρες μετά το πραξικόπημα στην Ισπανία επιβλήθηκε στην Ελλάδα το δικτατορικό «καθεστώς της 4ης Αυγούστου» του Ιωάννη Μεταξά με αποτέλεσμα όλες οι ενέργειες αλληλεγγύης στη Δημοκρατική Ισπανία να συντελούνται κάτω από συνθήκες διωγμού και παρανομίας. Ακόμα πιο θολή είναι η εικόνα για τους Έλληνες του εξωτερικού που μετέβησαν στην Ισπανία από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες και τη βόρεια Αμερική. 

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με εκτιμήσεις και μαρτυρίες εθελοντών, ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων και Κυπρίων που πολέμησαν στο πλευρό των Δημοκρατικών υπολογίζεται στους 300 - 400 μαχητές. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήταν εργάτες, ενώ σχεδόν οι μισοί, ναυτεργάτες. Πολιτικά οι περισσότεροι εθελοντές ανήκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) ή σε κομμουνιστικά κόμματα των χωρών στις οποίες ζούσαν. Έλληνες έλαβαν μέρος σε όλες σχεδόν τις μεγάλες μάχες του ισπανικού εμφυλίου ενταγμένοι σε διάφορα διεθνή τάγματα και ταξιαρχίες. Κατά καιρούς, έγινε εφικτή η συγκρότηση και αμιγώς Ελληνικού λόχου με τις ονομασίες «Νίκος Ζαχαριάδης» και «Ρήγας Φεραίος».

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η Εξέλιξης της Σύγκρουσης σε Μορφή Χρονολογίου:

Ιούλιος 1936

17 Ιουλίου 1936 | Εκδηλώνεται στρατιωτικό πραξικόπημα στις πόλεις του Μαρόκου. Οι στασιαστές, σε σύντομο χρονικό διάστημα, κυριαρχούν σε ολόκληρο το Ισπανικό προτεκτοράτο

18 - 19 Ιουλίου 1936 | Το πραξικόπημα εξαπλώνεται σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι φρουρές όλων των μεγάλων πόλεων στασιάζουν με την υποστήριξη, στις περισσότερες περιπτώσεις, της αστυνομίας και ακροδεξιών οργανώσεων. Συναντούν, όμως, την σθεναρή αντίσταση των Ισπανών εργατών, οι οποίοι με την καθοδήγηση συνδικαλιστικών και κομματικών οργανώσεων εξεγείρονται και μάχονται στους δρόμους το στρατό. Ο πρωθυπουργός Καθάρες Κιρόγκα παραιτείται.

19 Ιουλίου 1936 | Τον Κιρόγκα αντικαθιστά ο Χοσέ Χιράλ, που ικανοποιεί τελικά το αίτημα για εξοπλισμό των λαϊκών πολιτοφυλακών, ενώ ζητά, επίσης, τη βοήθεια της Γαλλίας. Το πραξικόπημα πετυχαίνει στη Σεβίλη, την Παμπλόνα, τη Σαραγόσα, το Μπούργκος, τη Γαλικία, αλλά αποτυγχάνει στις σημαντικές πόλεις: Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Βαλένθια, Μάλαγα, Μπιλμπάο. Ναυτικό και αεροπορία, σχεδόν στο σύνολό τους, μένουν στο πλευρό της κυβέρνησης.

Τέλη Ιουλίου 1936 | Το πραξικόπημα, παρότι κατάφερε να επικρατήσει σε αρκετές περιοχές, στα γενικότερα αποτελέσματά του σχεδόν απέτυχε, κυρίως λόγω της αποφασιστικής αντίστασης των λαϊκών μαζών. Τα συνδικάτα της CNT και της UGT, καθώς και αριστερά πολιτικά κόμματα του Λαϊκού Μετώπου, οργανώνουν μονάδες λαϊκών πολιτοφυλακών που επιτίθενται σε θέσεις ελεγχόμενες από τους στασιαστές με μικρά όμως αποτελέσματα. 
Μερικές από τις πιο φημισμένες τέτοιες μονάδες είναι οι αναρχικές Φάλαγγα Ντουρούτι και Σιδηρά Φάλαγγα και το 5ο Σύνταγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι στασιαστές στρατηγοί αρνούνται κάθε διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση και σχηματίζουν στρατιωτική κυβέρνηση, την Χούντα Εθνικής Άμυνας υπό την ηγεσία του στρατηγού Καμπανέλας.

Αύγουστος 1936

Αρχές Αυγούστου 1936 | Αυτό που αλλάζει τα δεδομένα της σύγκρουσης είναι η μεταφορά της Στρατιάς της Αφρικής (περίπου 47.000 άντρες) διαμέσου των στενών του Γιβραλτάρ από το Ισπανικό Μαρόκο στην Ιβηρική χερσόνησο. Η επιχείρηση αυτή έγινε εφικτή μόνο μετά τη σημαντική βοήθεια της Γερμανικής και Ιταλικής αεροπορίας και ναυτικού, καθώς μέχρι τότε ο Δημοκρατικός στόλος είχε τον έλεγχο των στενών. 
Η Μαροκινή στρατιά, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Φράνκο, ενώνεται με τα στρατεύματα του στρατηγού Κέιπο δε Λιάνο στη ζώνη της Σεβίλης και ξεκινά την προέλασή της προς το βορρά κατά μήκος των Πορτογαλικών συνόρων. Η προώθηση των στρατευμάτων του στρατηγού Εμίλιο Μόλα στο βορρά προς την πρωτεύουσα σταματά στη Σομοσιέρα όπου παραμένουν καθηλωμένα.

14 Αυγούστου 1936 | Οι Εθνικιστές μετά από σκληρή μάχη καταλαμβάνουν την Μπαδαχόθ στην Εξτρεμαδούρα. Τέσσερις μέρες νωρίτερα έχει προηγηθεί και η κατάληψη της Μέριδα .

Αύγουστος 1936 | Ύστερα από πρωτοβουλία της Αγγλίας και της Γαλλίας υπογράφεται από τις μεγάλες δυνάμεις το Σύμφωνο μη επέμβασης, αφού όμως έχει φτάσει στην Ισπανία αποστολές οπλισμού από τις φασιστικές χώρες. Το σύμφωνο θα αποδειχτεί μια φάρσα. Η βοήθεια από Ιταλία και Γερμανία προς τους Εθνικιστές θα αυξηθεί τους επόμενους μήνες.

Σεπτέμβριος 1936

4 / 9 | Τον Χιράλ στην πρωθυπουργία διαδέχεται ο σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος του PSOE Λάργκο Καμπαλέρο, ο αποκαλούμενος ''Ισπανός Λένιν''. Κύριες πτυχές της πολιτικής του θα είναι η ανασυγκρότηση του στρατού, η στρατιωτικοποίηση των λαϊκών πολιτοφυλακών και η ανασύσταση της κεντρικής εξουσίας και των κρατικών αρχών, η ισχύς των οποίων είχε απονευρωθεί από το πλήθος των αυτόνομων, επαναστατικών οργάνων, που δημιουργούνται σε ολόκληρη τη Δημοκρατική Ισπανία.

8 / 9 | Επιτυγχάνεται στην Εξτρεμαδούρα η ένωση των δύο ζωνών ελέγχου των Εθνικιστών.

13 / 9 | Ο στρατηγός Μόλα καταλαμβάνει το Σαν Σεμπαστιάν εμποδίζοντας έτσι τον ανεφοδιασμό της βόρειας Δημοκρατικής ζώνης από τη Γαλλία. Στην Ανδαλουσία ο Κέιπο δε Λιάνο προελαύνει μεταξύ Σεβίλης και Γρανάδας.

27/9 | Το Τολέδο με το περίφημο Αλκάθαρ, που πολιορκούσαν για 71 μέρες οι Δημοκρατικοί, πέφτει στα χέρια των Εθνικιστών.

30 / 9 | Στο Μπούργκος, η Χούντα εκδίδει διάταγμα με το οποίο ο στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο διορίζεται αρχηγός του κράτους και αρχιστράτηγος.


Οκτώβριος 1936

Εθνικιστικές δυνάμεις από τη Γαλικία εισβάλουν στις δυτικές Αστούριες και σπεύδουν προς ενίσχυση του Οβιέδο που πολιορκείται από τον Ιούλιο. Οι πολιτοφύλακες αναγκάζονται να λύσουν την πολιορκία και να εγκαταλείψουν την πόλη. Μετά τον Οκτώβριο, οι ραγδαίες προελάσεις τερματίζονται και αρχίζουν να δημιουργούνται παντού πραγματικά μέτωπα διχοτομώντας τη δυτική Εθνικιστική Ισπανία από την ανατολική Δημοκρατική.

4 / 10 | Το πρώτο σοβιετικό πλοίο με πολεμοφόδια για τους Δημοκρατικούς αγκυροβολεί στο λιμάνι της Καρθαγένης. Τον Οκτώβρη φτάνουν στο Αλικάντε οι πρώτοι ξένοι εθελοντές των Διεθνών Ταξιαρχιών, που οργανώνονται από την Κομμουνιστική Διεθνή, με πλοίο από τη Μασσαλία της Γαλλίας. Ο συνολικός αριθμός τους, μέχρι το τέλος του πολέμου, θα φτάσει τις 35.000.

25 / 10 | Το μεγαλύτερο τμήμα των αποθεματικών χρυσού της Ισπανίας μεταφέρεται με τέσσερα πλοία στη Σοβιετική Ένωση. Ως το τέλος του πολέμου, το σύνολο σχεδόν θα εξανεμιστεί εξαιτίας των αλλεπάλληλων παραγγελιών για πολεμικό υλικό. Τμήμα του θα επιστραφεί μετά τη λήξη του εμφυλίου στον Φράνκο.

Νοέμβριος 1936

Συγκροτείται και καταφθάνει προς ενίσχυση του Φράνκο η γερμανική Λεγεώνα Κόνδωρ με δύναμη 6000 άντρες, αποτελούμενη από αεροπορικές, κυρίως, μονάδες. Ένα ακόμη ενδεικτικό της υπέρογκης βοήθειας που έλαβαν οι Εθνικιστές από τις φασιστικές χώρες είναι ο αριθμός των Ιταλών στρατιωτών που μάχονται στην Ισπανία, ο οποίος θα φτάσει το 1937 τις 50.000.

4 / 11 | Η CNT εισχωρεί στην κυβέρνηση Καμπαλέρο με τέσσερις αναρχικούς υπουργούς.

7 / 11 | Ξενικά η μεγάλη επίθεση των Εθνικιστών στην πρωτεύουσα, που θα διαρκέσει συνολικά έως το καλοκαίρι του 1937. Αποφασίζεται η μεταφορά της κυβέρνησης στη Βαλένθια, μακριά από το μέτωπο. Η άμυνα της Μαδρίτης παραδίδεται σε ένα στρατιωτικό συμβούλιο υπό τον στρατηγό Μιάχα. Κατά τη φυγή υπουργών προκαλείται ένταση με αναρχικούς πολιτοφύλακες που δεν επέτρεπαν σε κανέναν να εγκαταλείψει τη Μαδρίτη.

18 / 11 | Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αναγνωρίζουν επίσημα την κυβέρνηση του Φράνκο.

Οι Μάχες για τη Μαδρίτη

Η Μάχη της Μαδρίτης (7 - 23/11/1936)

Τα στρατεύματα του Φράνκο ξεκινούν την επιχείρηση κατάληψης της πρωτεύουσας. Η Μαδρίτη βομβαρδίζεται από τη γερμανική αεροπορία. Σφοδρές μάχες εξελίσσονται στα δυτικά προάστια, τους δρόμους και τα κτήρια της πόλης. Στις 19 / 11 πληγώνεται θανάσιμα ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, ηγετική προσωπικότητα των Ισπανών αναρχικών. Η υπεράσπιση της Μαδρίτης θα εκλάβει διαστάσεις θρύλου με κυρίαρχα συνθήματα όπως ''H Μαδρίτη θα γίνει ο τάφος του φασισμού'' και το πασίγνωστο ''No Pasaran!'' (δε θα περάσουν). 
Πολύ σημαντική εκτός από την αυταπάρνηση των πολιτοφυλάκων είναι και η συμβολή των μαχητών των Διεθνών Ταξιαρχιών λόγω της αποφασιστικότητας, της πειθαρχίας και των σθεναρών ιδεολογικών τους αντιλήψεων. Οι Εθνικιστικές δυνάμεις τελικά αποκρούονται στην Πανεπιστημιούπολη και εκδιώκονται από την πόλη, η πολιορκία της οποίας θα διαρκέσει μέχρι και το 1939.

Η Μάχη του Χαράμα (6 - 27/2/1937)

Ο Φράνκο επιχειρεί να κυκλώσει και να αποκόψει τη Μαδρίτη. Στρατεύματα διασχίζουν τον ποταμό Χαράμα νοτιοανατολικά της πόλης, όπου και συγκρούονται με τις Δημοκρατικές δυνάμεις. Τελικά οι Εθνικιστές θα καθηλωθούν και το μέτωπο θα σταθεροποιηθεί. Ακόμα μία προσπάθεια εναντίον της Μαδρίτης θα αποτύχει.

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα (8 - 23/3/1937)

Νέα προσπάθεια κύκλωσης της Μαδρίτης. Η επίθεση εξαπολύεται στην περιοχή της Γουαδαλαχάρα, στα βορειοανατολικά, εξ' ολοκλήρου σχεδόν από Ιταλικά στρατεύματα. Η μάχη σημαδεύεται από τη συντριβή που υφίστανται οι Ιταλικές δυνάμεις.


Η Μάχη του Μπρουνέτε (6 - 25/7/1937)

Οι Δημοκρατική διεξαγάγουν τη μεγαλύτερη μέχρι στιγμής επιθετική τους επιχείρηση λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Μαδρίτης με στόχο να ελαφρύνουν την πίεση τόσο στη ίδια την πρωτεύουσα όσο και στο μέτωπο του βορρά αποσπώντας εχθρικά στρατεύματα. Ο τακτικός Λαϊκός Στρατός, που έχει αντικαταστήσει, πλέον, πλήρως τις πολιτοφυλακές, καταλαμβάνει το Μπρουνέτε, αλλά θα αναγκαστεί τελικά να οπισθοχωρήσει μετά από τη νίκη των Εθνικιστών, οι οποίοι και θα ανακαταλάβουν την περιοχή.

Η μάχη του Μπρουνέτε άφησε συνολικά περίπου 40.000 νεκρούς και τραυματίες. Μετά και τη μάχη του Μπρουνέτε, οι μεγάλες μάχες γύρω από τη Μαδρίτη, καθώς και οι προσπάθειες άμεσης κυρίευσής της από τους Εθνικιστές τερματίζονται. Η Μαδρίτη έχει, προς το παρόν, απωθήσει τον κίνδυνο.

Φεβρουάριος 1937

Ενώ μαίνονται οι μάχες γύρω από τη Μαδρίτη, Εθνικιστικά και Ιταλικά στρατεύματα επιτίθενται στη Μάλαγα, την οποία και καταλαμβάνουν στις 8 του μήνα. Με τη Μάλαγα ο Φράνκο έχει, πλέον, στην κατοχή του ένα σημαντικό λιμάνι στη Μεσόγειο για ανεφοδιασμό. Τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει η μεγάλη επίθεση των Εθνικιστών στη Δημοκρατική ζώνη του βορρά.

Μάιος 1937

3 - 7/5 | Διαδραματίζονται ένοπλες συμπλοκές στους δρόμους της Βαρκελώνης μεταξύ της Καταλανικής αστυνομίας, κομμουνιστών του PSUC (Ενωτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλωνίας) και Καταλανών αυτονομιστών από τη μία, και αναρχικών και μελών του POUM από την άλλη. Τα γεγονότα έρχονται σαν αποτέλεσμα της τεταμένης, συγκρουσιακής κατάστασης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του Λαϊκού Μετώπου και του Δημοκρατικού στρατοπέδου γενικότερα, που ήταν αναπόφευκτο να εκραγεί. Τις μέρες αυτές του Μάη σκοτώθηκαν αρκετοί στις συμπλοκές και άλλοι εκατέρωθεν δολοφονήθηκαν.

15 / 5 | Ο Καμπαλέρο παραιτείται και ακολουθεί και η αποχώρηση και της CNT από την κυβέρνηση. Πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Χουάν Νεγκρίν (στέλεχος και αυτός του PSOE). Το επόμενο διάστημα το POUM θα κηρυχθεί παράνομο και ο ηγέτης του, Αντρές Νιν, θα βρεθεί δολοφονημένος. Έπειτα από τα γεγονότα αυτά και τη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε, η επιρροή του -γιγαντωμένου σε σχέση με την πολύ μικρή του δύναμη στις αρχές του πολέμου- Κομμουνιστικού Κόμματος αυξάνεται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό.

Το Μέτωπο του Βορρά

Απρίλιος 1937

Η σύγκρουση για τις επαρχίες του βορρά που ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς θα διαρκέσει από τον Μάρτιο έως και τον Οκτώβριο του 1937 και θα είναι μία από τις σκληρότερες του εμφυλίου πολέμου. Είναι, επίσης, πολύ σημαντική για τον έλεγχο της βιομηχανικής ζώνης Αστουριών και Χώρας των Βάσκων.

26 / 4 | Η Γκουέρνικα, ιερή πόλη των Βάσκων, βομβαρδίζεται από Γερμανικά και Ιταλικά βομβαρδιστικά προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό. 

28 / 4 | Οι Εθνικιστές μπαίνουν στην Γκουέρνικα.

Ιούνιος 1937

3 / 6 | Ο στρατηγός Μόλα πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα.

19 / 6 | Πέφτει η πόλη του Μπιλμπάο (πρωτεύουσα των Βάσκων) και ακολουθεί η κατάρρευση ολόκληρου του βόρειου μετώπου.

Αύγουστος 1937

26 / 8 | Οι Εθνικιστές καταλαμβάνουν το Σανταντέρ.

Η Μάχη του Μπελτσίτε (24/8/1937 – 7/9/1937)

Δύο μέρες προτού μπουν οι Εθνικιστές στο Σανταντέρ, ο Δημοκρατικός στρατός εξαπολύει επίθεση στο μέτωπο της Αραγωνίας εναντίον της κωμόπολης Μπελτσίτε. Κύριος στόχος της επιχείρησης (πέρα από τη Σαραγόσα, τον διακαή πόθο από την έναρξη του πολέμου) είναι η ανακούφιση των δυνάμεων του βορρά, όπου οι Εθνικιστές προελαύνουν. Οι Δημοκρατικοί θα καταλάβουν τελικά το Μπελτσίτε σε ερείπια στις 6 Σεπτεμβρίου, χωρίς να αποκομίσουν, όμως, σημαντικά οφέλη από την όλη επιχείρηση.  
Τον ίδιο Αύγουστο, Δημοκρατικά στρατεύματα υπό τη διοίκηση του κομμουνιστή Ενρίκε Λίστερ, επιτίθενται στις αγροτικές κολεκτίβες της Δημοκρατικής ζώνης της Αραγωνίας. Οι περισσότερες κολεκτίβες καταστρέφονται, ενώ διαλύεται και η αυτόνομη διοικητική τους αρχή, το Συμβούλιο της Αραγωνίας.

Οκτώβριος 1937

21 / 10 | Καταλαμβάνεται και η Χιχόν στις Αστούριες.
31 / 10 | Η Δημοκρατική κυβέρνηση μεταφέρεται στη Βαρκελώνη.

Η Μάχη του Τερουέλ (15/12/1937 – 22/2/1938)

Τον Δεκέμβριο οι Δημοκρατικοί περνούν και σε νέα επιθετική επιχείρηση στην Αραγωνία εναντίον της πόλης του Τερουέλ. Είναι μία από τις πιο αποφασιστικές και αιματηρές μάχες του πολέμου και θα διαρκέσει πάνω από δύο μήνες. Τα στρατεύματα των Δημοκρατικών καταφέρνουν να καταλάβουν την πόλη, αλλά έπειτα από νέα επίθεση των Εθνικιστών, αναγκάζονται να υποχωρήσουν και να υποστούν μια καταστροφική ήττα. Εκτιμάται ότι πάνω από 100.000 άνθρωποι χάθηκαν στη μάχη του Τερουέλ και από τις δυο πλευρές.


Η Επίθεση στην Αραγωνία (9/3/1937 - 19/4/1937)

Αρχές Μαρτίου του 1938, λίγες μέρες μετά τη νίκη τους στο Τερουέλ, οι Εθνικιστές ξεκινούν την επίθεση στην Αραγωνία. Στόχος του Φράνκο είναι η Μεσόγειος Θάλασσα. Η υπεροχή του σε αεροπορία και εξοπλισμό είναι συντριπτική. Σε σύντομο διάστημα το μέτωπο καταρρέει για τους Δημοκρατικούς και οι Εθνικιστές αφού προελάσουν μέχρι την Καταλωνία, αλλάζουν πορεία προς τα παράλια. Στις 15 Απριλίου έχουν φτάσει στη θάλασσα διχοτομώντας τη Δημοκρατική Ισπανία.

Ιούνιος 1938

Η Πορτογαλία του δικτάτορα Σαλαζάρ και το Βατικανό αναγνωρίζουν την Εθνικιστική κυβέρνηση του Φράνκο.

Η Μάχη του Έβρου (25/7/1938 – 16/11/1938)

Στις 27 Ιουλίου ο Λαϊκός Στρατός εξαπολύει την τελευταία του μεγάλη επίθεση (σχεδιασμένη από τον στρατηγό Βιθέντε Ρόχο) σε μια προσπάθεια να ανακτήσει επαφή με τη ζώνη του Κέντρου. Τα Δημοκρατικά στρατεύματα διασχίζουν τον ποταμό Έβρο στη νοτιοδυτική Καταλονία και νοτιοανατολική Αραγωνία, αλλά στη συνέχεια καθηλώνονται από τις αντίπαλες δυνάμεις. Η πιο μακρόχρονη μάχη του εμφυλίου θα κρατήσει πάνω από τρεις μήνες (έως και τα μέσα Νοεμβρίου) και θα λήξει με νίκη των Εθνικιστών και την υποχώρηση των Δημοκρατικών στις αρχικές του θέσεις. Οι απώλειες για τους τελευταίους θα είναι τεράστιες με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους.

Νοέμβριος 1938

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αποχωρούν από την Ισπανία ως ένδειξη της θέλησης της κυβέρνησης Νεγκρίν για ειρηνικό συμβιβασμό με τους αντιπάλους και με την ελπίδα ότι θα αποσύρουν και οι ξένοι υποστηρικτές του Φράνκο τα στρατεύματά τους από τη χώρα.

Η Επίθεση στην Καταλωνία (23/12/1938 – 9/2/1939)

Οι Εθνικιστές ξεκινούν την επίθεση στην Καταλωνία, την οποία και θα καταλάβουν αντιμετωπίζοντας ασθενή αντίσταση από τον υπό ηθική και στρατιωτική κατάρρευση αντίπαλο. Στις 26 Ιανουαρίου μπαίνουν στη Βαρκελώνη.

Φεβρουάριος 1939

Οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας αναγνωρίζουν την κυβέρνηση του Φράνκο.

Μάρτιος 1939

5 / 3 | Ο διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, συνταγματάρχης Κασάδο, με την υποστήριξη του στρατηγού Μιάχα και του αναρχικού διοικητή Σιπριάνο Μέρα, στασιάζει εναντίον της κυβέρνησης Νεγκρίν, ο οποίος επέστρεψε από τη Γαλλία που είχε καταφύγει με τον Πρόεδρο Αθάνια μετά τη πτώση της Καταλωνίας, και των κομμουνιστών που υπερασπίζονται την πολιτική «αντίστασης μέχρις εσχάτων». Σχηματίζεται στρατιωτική Χούντα, το Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας με στόχο τη συνθηκολόγηση ελπίζοντας σε ευνοϊκότερους όρους μετά την αποπομπή των κομμουνιστών από τις θέσεις κλειδιά. 
Από τις 7 έως τις 12 Μαρτίου ακολουθούν σκληρές μάχες στη Μαδρίτη με τους κομμουνιστές. Παρά την επικράτηση των στασιαστών, ο Φράνκο αρνείται κάθε συνθηκολόγηση και απαιτεί παράδοση άνευ όρων.

27 / 3 | Τελική επίθεση των Εθνικιστών στη Μαδρίτη.

28 / 3 | Τα στρατεύματά τους μπαίνουν στην πόλη έπειτα από λίγες μόλις ώρες. Μέχρι και το τέλος του μήνα καταλαμβάνονται όλα τα Δημοκρατικά εδάφη.

Απρίλιος 1939

Ο στρατηγός Φράνκο εκδίδει το τελευταίο πολεμικό του ανακοινωθέν: «Σήμερα, με την ήττα και εξουδετέρωση του στρατού των Κόκκινων, τα στρατεύματα των Εθνικιστών πέτυχαν τον τελικό, στρατιωτικό, αντικειμενικό σκοπό τους. Ο πόλεμος τελείωσε».

Θύματα του Πολέμου 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από 500.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου εκ των οποίων τουλάχιστον 100.000 έπεσαν θύματα εκτελέσεων και εκκαθαρίσεων και στις δύο αντίπαλες ζώνες. Το πλήθος των προσφύγων στο εξωτερικό εκτιμάται προσεγγιστικά στις 400.000. Η βία και οι φρικαλεότητες ήταν αναπόσπαστο μέρος του πολέμου. Στην Εθνικιστική πλευρά, μέλη αριστερών και δημοκρατικών κομμάτων, συνδικαλιστές, κρατικοί λειτουργοί και δάσκαλοι με προοδευτικές τάσεις εκτελέστηκαν κατά χιλιάδες. 
Από την άλλη, όμοιας αντιμετώπισης έλαχαν μέλη δεξιών κομμάτων και καθολικών οργανώσεων, μεγαλοαστοί και γαιοκτήμονες, ενώ πραγματικός διωγμός εξαπολύθηκε εναντίον των κληρικών. Οι θανατικές καταδίκες κατά τα επόμενα χρόνια του Φρανκικού καθεστώτος υπολογίζονται μεταξύ 28.000 έως και το εφιαλτικό νούμερο των 150.000 εκτελεσθέντων. Λίγους μήνες μετά το τέλος του εμφυλίου θα ξεκινήσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Ισπανία του Φράνκο θα παραμείνει ουδέτερη καθ’ όλη τη διάρκειά του και με αυτόν τον τρόπο, το καθεστώς θα επιτύχει τη χρόνια διαιώνισή του. Η διαδικασία ανασύστασης του δημοκρατικού πολιτεύματος θα ξεκινήσει μόλις το 1975, με το θάνατο του Καουντίγιο Φράνκο.

ΔΥΟ ΖΩΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα της 17ης Ιουλίου, η Ισπανία είχε χωριστεί σε δύο ζώνες πολεμικών επιχειρήσεων. Οι στασιαστές ήλεγχαν το 1/3 της χώρας σε ένα βόρειο μπλοκ της Γαλικίας, της Λεόν, της Παλαιάς Καστίλης, της Αραγώνας και μέρους της Εξτρεμαδούρα και ένα ανδαλουσιανό τρίγωνο που οριζόταν από την Ουέλβα, τη Σεβίλλη και την Κόρδοβα. Είχαν τους μεγάλους σιτοβολώνες, αλλά ο έλεγχος των κρατικών αποθεμάτων χρυσού και ρευστού, και ουσιαστικά ολόκληρη η βιομηχανία της Ισπανίας, παρέμενε στα χέρια των Δημοκρατικών. 
Θα υπήρχαν, ωστόσο, δύο μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες στο τέλος θα έκριναν τη σύρραξη - η Στρατιά της Αφρικής και η βοήθεια από τις φασιστικές δυνάμεις. Στην αρχή, το πιο ισχυρό χαρτί των στασιαστών, ο θηριώδης αποικιακός στρατός υπό τον Φράνκο, είχε αποκλειστεί στο Μαρόκο από πολεμικά πλοία των Δημοκρατικών. Ο Φράνκο όμως κατόρθωσε να πείσει τους τοπικούς αντιπροσώπους της Ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας ότι έπρεπε να τον υποστηρίξουν. 

Μέχρι το τέλος Ιουλίου, μεταγωγικά αεροσκάφη Junkers 52 και Savoia-Marchetti 81 επιχειρούσαν την πρώτη μεγάλη στρατιωτική αερογέφυρα στην ιστορία. Η αιμοδιψής Λεγεώνα των Ξένων και οι Ιθαγενείς. Τακτικοί μεταφέρθηκαν πάνω από τα Στενά του Γιβραλτάρ στη Σεβίλλη, μετατρέποντας ένα πραξικόπημα που πήγαινε στραβά σε έναν μακρύ και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Οι Εθνικιστές στασιαστές γρήγορα ανέλαβαν δύο εκστρατείες, οι οποίες βελτίωσαν δραστικά την κατάστασή τους.

Ο Μόλα επιτέθηκε στη Βασκική επαρχία της Κιπούθκοα, αποκόπτοντάς την από τη Γαλλία. Εν τω μεταξύ, η Στρατιά της Αφρικής του Φράνκο προέλαυνε με ταχύτητα βόρεια προς τη Μαδρίτη, διαπράττοντας στο πέρασμά της φρικιαστικές σφαγές, συμπεριλαμβανομένου του μακελειού στο Μπανταχόθ όπου εκτελέστηκαν 2.000 κρατούμενοι. Μέχρι τις 10 Αυγούστου, είχαν ενώσει τα δύο μισά της Εθνικιστικής Ισπανίας.

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 

Ο ΦΡΑΝΚΟ ΑΠΟΒΙΒΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ 

Το επόμενο βήμα του Φράνκο από τις Καναρίους είναι η πολύ γνώριμή του και υπάκουη Λεγεώνα των Ξένων του Μαρόκου της οποίας υπήρξε διοικητής στο παρελθόν. Η μεταφορά του από τις Κανάριες Νήσους στο Μαρόκο γίνεται με Αγγλικό αεροπλάνο που οδηγεί ένα άτομο με το όνομα ''Κάπταιν Μπέμπ Πόλλαρντ'', που οι υπάρχουσες πηγές φέρουν σαν ιδιώτη αεροπόρο που ενοικίασε ο Φρανκικός πράκτορας στο Λονδίνο, Λουίς Μπολέν, και προσγειώνεται στην αεροπορική βάση Τετουάν του Μαρόκου στις 07:00. Άλλες πηγές σημειώνουν ότι αυτό δεν έγινε εν αγνοία των Αγγλικών Μυστικών Υπηρεσιών.
Εκεί τα αεροπλάνα βρίσκονται σαμποταρισμένα ακίνητα στα υπόστεγα από φόβο ακριβώς να πέσουν στα χέρια των κινηματιών. Υπεύθυνος είναι ένας ταγματάρχης με καθόλου άγνωστο όνομα Ρικάρντο Μπαχαμόντε, εξάδελφος από τη μητέρα του Φράνκο που επίσης φέρει το όνομα Μπαχαμόντε (οι Ισπανοί διατηρούν και το μητρικό επίθετο). Το γεγονός ότι μαζί έπαιζαν από παιδιά δεν τον γλιτώνει όμως από το εκτελεστικό απόσπασμα. Σε μια προσπάθεια να ελέγξει το πέρασμα μεταξύ Μαρόκου Ισπανίας ο Φράνκο ζητά πλοία και αεροπλάνα από Χίτλερ, Μουσολίνι αλλά και από την Αγγλία. Ο Χίτλερ προσφέρει 2 JU52 που τότε χρησιμοποιούντο και σαν βομβαρδιστικά. 

Ο Μουσολίνι προσφέρει για την ώρα 3 αεροπλάνα βομβαρδιστικά - μεταγωγικά SM 81,οι Άγγλοι απαντούν διακριτικά ότι δεν θέλουν να εκτεθούν και αρνούνται ενώ οι Γάλλοι αφήνουν περιέργως τα SM 81 να περάσουν απ το αεροδρόμιό τους στην Αλγερία χωρίς να φέρουν αντίρρηση. Τα JU 52 ακόμα τότε και χωρίς αντίπαλη διωκτική αεροπορία μπορούσαν να κουβαλήσουν βόμβες των 500 κιλών με τις οποίες βυθίζουν άνετα το παλιό κυβερνητικό καταδρομικό Χάϊμε I, που περιπολεί στην περιοχή, αλλά παραμένει το θέμα της μεταφοράς στην ενδοχώρα αφού μεταγωγικά πλοία δεν υπάρχουν. 
Ο Κιέϊπο ντε Λιάνο δίνει την λύση με μια αιφνιδιαστική ενέργεια.. Μεταβαίνει στη Σεβίλλη, και με μία δύναμη μόνο 200 στρατιωτών, κι ο ίδιος μόνος με 2 ακόμα αξιωματικούς και ισάριθμα … εξάσφαιρα, εφορμούν σε μια αναποφάσιστη φρουρά που καλείται να αποφασίσει εδώ και τώρα κι αιφνιδιάζεται, ενώ επισκέπτεται τον ντόπιο διοικητή κι αρχίζουν μία ''φιλική'' συζήτηση. Ο Ντε Λιάνο προσπαθεί με την ευφράδειά του να τον πείσει πως το συμφέρον του είναι με το κίνημα αλλά ο συζητητής του φαίνεται διστακτικός τονίζοντας ότι τον ενδιαφέρει κυρίως να διατηρήσει την πειθαρχεία και την ενότητα στις μονάδες του. 
Αλλά το επόμενο βήμα είναι ο πραγματικός του στόχος, το αεροδρόμιο της Ταβλάδα, την πιο οργανωμένη αεροπορική βάση στη νότια Ισπανία. Τότε σαν ''από μηχανής θεός'' καταφθάνει από τη Μαδρίτη με ένα ελαφρό εκπαιδευτικό De Havilland Leopard Moth ένας λοχαγός, ονόματι Αντόνιο Ρεζάχ, απειλώντας θεούς και δαίμονες ότι θα γαζώσει αλύπητα κάθε μονάδα που θα τολμούσε να αποσκιρτήσει απ την κυβέρνηση. Δεδομένου ότι το Moth είναι ένα άοπλο αεροπλανάκι ο Ρεζάχ σύντομα μαζεύει πολλά σκωπτικά σχολεία . 
Τότε τρέχει και καταλαμβάνει 2 παρκαρισμένα DC-2 (αρχική έκδοση του γνωστού Dacota DC3) τα φορτώνει όπως, όπως με κάτι πρόχειρες βόμβες και πετάει απέναντι στο Μαρόκο, στο Τετουάν και διατάζει τους σμηνίες να τις πετούν με τα χέρια από την πόρτα του αεροπλάνου πάνω στους στρατώνες και τα υπόστεγα. Με την αστεία αυτή μέθοδο βομβαρδισμού σημειώνονται κάποια κατά λάθος ίσως θύματα αλλά εξασφαλίζεται η οργή του βεζίρη των Μαροκινών ο οποίος σύντομα πείθεται ότι η Ισπανική κυβέρνηση είναι εχθρός του και συμπαρατάσσει τα τοπικά του στρατεύματα με τον Φράνκο.

Ενώ την επόμενη ημέρα αποβιβάζει μία φρουρά από 170 Μαροκινούς στο λιμάνι του Καντίζ απέναντι στην Ισπανία. Ο Ρεζάχ, προσγειώνει τα DC-2 και εκδίδει διαταγές για τις οποίες δεν ήταν εξουσιοδοτημένος . Αντικαθιστά τον υπάρχοντα διοικητή και ορίζει στην θέση του ένα παλιό του γνώριμο πρόσωπο εμπιστοσύνης και παίρνοντας το Moth εξαφανίζεται προς Μαδρίτη. Όταν ο Ρεζάχ έχει ήδη φύγει ο νυν διοικητής πρόθυμα συμπαρατάσσεται με το στρατιωτικό κίνημα. Ο Ρεζάχ δεν ήξερε ότι ο έμπιστός του ήταν αντίπαλος, ηγετικό μέλος της τοπικής ''φάλαγγας''. 
Ο ντε Λιάνο τρέχει στα υπόστεγα να ελέγξει τις δυνατότητες των υπαρχόντων αεροπλάνων όπου μαζί με αυτά τα DC-2 υπάρχουν στα υπόστεγα, κι άλλα 3 τρικινητήρια Fokker της εποχής απομιμήσεις των αμερικανικών Ford Trimotor. Έτσι διαθέτει 5 μεταγωγικά με το οποία μεταφέρει σε μια βδομάδα αρχικά κάπου 1700 άνδρες. Ο Φράνκο ζητάει απ την Γερμανία περισσότερα αεροπλάνα αλλά δείχνει ενδιαφέρον μόνο για βομβαρδιστικά μεταφοράς βομβών 1000 κιλών. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι χαμογελούν.


Σε μάχες υπαίθρου ενάντια σε πεζικό σε ανοικτό χώρο οι βόμβες των 1000 κιλών δεν έχουν νόημα, αντίθετα τα βομβαρδιστικά θα είναι άχρηστα χωρίς συνοδεία και τα αεροδρόμια ανυπεράσπιστα χωρίς αντιαεροπορικά. Τελικά αποστέλλονται εσπευσμένα ακόμα 9 JU 52 και 6 διπλάνα καταδιωκτικά He-51 μαζί με 20 αντιαεροπορικά Flak-30 των 20 χιλ με 100 άτομα συνολικό πλήρωμα. Η δύναμη αυτή ως τις 11 Οκτωβρίου θα πραγματοποιήσει την πρώτη στον κόσμο αερογέφυρα μεταφέροντας κάπου 13900 άνδρες και 274 τόνους υλικού.

Η πρωτοφανής ενέργεια αυτή δημιούργησε μια ανέλπιστη κατάσταση για τον Φράνκο ο οποίος βρέθηκε σχεδόν από τη μια μεριά στην άλλη να διαθέτει όχι μόνο μια υπερσύγχρονη αερομεταφορική μονάδα αλλά και μια σημαντική δύναμη μέσα στην ενδοχώρα μαζί με τις καλλίτερες προοπτικές από την αναμενόμενη άφθονη περαιτέρω ενίσχυση σε υλικό έμψυχο και άψυχο από τους ''καλούς'' του συμμάχους. Η Κυβέρνηση πανικοβάλλεται σε τρομερό βαθμό κι όσο απίστευτο κι αν φαίνεται κανένα στράτευμα δεν βαδίζει εναντίον της Σεβίλης, μόνο κάτι τοπικές μιλίτσιες εξοπλισμένες απλά με τουφέκια βρίσκονται μεταξύ Φράνκο και Μαδρίτης. 

Εκ των υστέρων ανακαλύπτεται ότι ο Αθάνια είχε πληροφορηθεί για το κίνημα στις προσπάθειες του ντε Λιάνο να προσηλυτίσει αξιωματικούς οι οποίοι το μετέφεραν στον πρωθυπουργό αλλά εκείνος αρνήθηκε να τις συζητήσει. Πίστευε πάντα ότι μετά το πραξικόπημα ''Οπερέτα'' του Σανχούρχο δεν θα τολμούσε κανείς να αποπειραθεί κάτι παρόμοιο. Ο Αθάνια στο άκουσμα των γεγονότων πέφτει από τα σύννεφα και πνίγεται σε απόγνωση. 

Αποφασίζει να αλλάξει πρωθυπουργό προς το μετριότερο και τοποθετεί τον φίλο του Καθάρες Κιρόχα ο οποίος καταλαβαίνει ότι δεν ελέγχει τίποτα καθώς μαθαίνει για ανεξέλεγκτες εκτελέσεις από τυχαία κομματικά αποσπάσματα εναντίον ''εχθρών'' της Κυβέρνησης και παραιτείται. Ο Αθάνια τοποθετεί τον Μαρτίνεζ Μπάριο που μάλιστα είχε διατελέσει και στην κυβέρνηση Λερρού σαν πιο ''δεξιό'' που κάνει μια προσπάθεια ειρήνευσης και προτείνει στον Μόλα την αρχηγεία του Επιτελείου του Ισπανικού στρατού και παύση του κινήματος.

Μια ανεξέλεγκτη τρομοκρατία στις κυβερνητικές περιοχές όπου κάπου 20.000 άτομα εκτελούνται ως πραγματικοί είτε υποθετικοί ''εχθροί του λαού''. Οι Κυβερνητικοί στρατιωτικοί αντέδρασαν έντονα σε αυτό αλλά ο Χιράλ εκείνη την στιγμή δεν ήξερε ποιος αξιωματικός είναι μαζί του και θεώρησε, πιθανόν σωστά, πως μόνο το οπλισμένο πλήθος μπορούσε να αποτρέψει νέες αποσκιρτήσεις. 
Δυστυχώς το φαινόμενο που ακολουθεί είναι αναπόφευκτο, τα όπλα διασπαθίζονται σε διάφορες κατευθύνσεις και τα ορίζουν μιλίτσιες, κόμματα και τυχαίοι στον δρόμο οι οποίοι ξεσπούν σε πολίτες που θεωρούνται εχθροί του λαού κι άλλοτε απλά προσωπικοί τους εχθροί ξεκινώντας μια περίοδο τρομοκρατίας. Ο Χιράλ πάντως είναι αποφασισμένος για πόλεμο και το δηλώνει σε ένα Αθάνια ο οποίος του λοιπού διακατέχεται από μόνιμη μελαγχολία και αφήνει τους άλλους να οδηγήσουν την κατάσταση, που ο ίδιος πρακτικά εγκαταλείπει. Αλλά η Κυβέρνηση δεν έχει το πρόβλημα στα άτομα όσο κυρίως στο υλικό.
Πρέπει να εξοπλιστούν νέες μονάδες να αντικαταστήσουν εκείνες που αποσκίρτησαν και χρειάζεται οπλισμός όλων των ειδών και μεγεθών και κυρίως αεροπλάνα, η αεραπόβαση του Φράνκο και ο αιφνιδιασμός της, συν τις στρατηγικές θεωρίες της περιόδου 1925 - 1935 όλα συνηγορούν στο ότι το αεροπλάνο είναι το νέο κύριο στρατηγικό όπλο της εποχής. Ο Χιράλ στέλνει εσπευσμένο μήνυμα στη Γαλλία, ''Αιφνιδιαστήκαμε από αναπάντεχο κίνημα, ζητάμε όπλα, κυρίως αεροπλάνα, επειγόντως''.

Ο Φράνκο Βαδίζει προς τη Μαδρίτη

Εκείνος αποφασίζει άμεση κίνηση προς βορρά ακολουθώντας την δυτική πλευρά των φιλικών Πορτογαλικών συνόρων ενώ πιο εύκολα έτσι θα συναντήσει την περιοχή που κρατάει ο Μόλα ο οποίος είναι στριμωγμένος και δεν μπορεί αβοήθητος να κάνει επίθεση στη Μαδρίτη. Ο Φράνκο στη Σεβίλη κάνει ανακοίνωση ότι το κίνημα αντιστρατεύεται την διάλυση της Ισπανίας που επιχειρείται με την αποδοχή ανεξαρτησίας Βάσκων - Καταλανών, την περιφρόνηση του στρατού και την συνεχή καταδίωξη της Εκκλησίας περιστοιχιζόμενος από τον Λιάνο και τον ντόπιο Καρδινάλιο. 
Η Εκκλησία, τουλάχιστον με το πρόσωπο των περισσοτέρων τοπικών καρδιναλίων, πλην των Βάσκων, του λοιπού παρατάσσεται με τον Φράνκο υπό την σημαία μίας ''σταυροφορίας'', οι ιερωμένοι αυτοί θα είναι οι μοναδικοί εκκλησιαστικοί που θα υιοθετήσουν επίσημα και δημόσια τον φασιστικό χαιρετισμό. Στην Μαδρίτη η στρατιωτική βοήθεια που δικαίως αναμενόταν απ τη σοσιαλιστική Γαλλία όχι μόνο δεν έρχεται αλλά επίσημα ο Λέον Μπλούμ ήδη στις 8 Αυγούστου αποκλείει πλήρως τα σύνορα προτείνοντας στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) την αρχή της ''Μη Επέμβασης''. 
Η αντίσταση της κυβέρνησης καταντάει μια δύσκολη υπόθεση καθώς αποκόπτεται από ξηράς με όλη την Ευρώπη. Ο Μουσολίνι οργανώνει ήδη αποστολή κανονικού τακτικού στρατού και αεροπορίας υπό την μορφή εθελοντικών τμημάτων τα CTV (Corpo Truppo Volontarie) αναμένοντας μία επιβλητική παρέλαση στη Μαδρίτη. Μεταξύ 27 Αυγούστου και 3 Σεπτεμβρίου 1936, η προσπάθεια απόβασης των κυβερνητικών στην Μαγιόρκα αποτυγχάνει μπροστά στην πίεση των βομβαρδιστικών SM81 και οι Ιταλοί αποκτούν επιτέλους την πολυπόθητη αεροναυτική αυτή βάση για να την χρησιμοποιήσουν κατά της Βαρκελώνης, και στο μέλλον, ελπίζουν, για τον έλεγχο όλης της Δυτικής Μεσογείου. 

Ο θρασύς Μελανοχίτων αντιπρόσωπος του Μουσολίνι, Κόντε Ρόσσι αποβιβάζεται στο νησί δίνοντας σε όλους να καταλάβουν ότι είναι η ουσιαστική εξουσία, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι οι Ισπανοί θα έπρεπε επιπλέον να του προμηθεύουν καθημερινά γυναίκες για την νυκτερινή του διασκέδαση. Η Ρωσία προωθεί στρατιωτική βοήθεια με εθελοντές μεν αλλά απ τον τακτικό στρατό ενώ κινητοποιούνται και οι διεθνείς κομμουνιστικές οργανώσεις και προσφέρουν άτομα για το μέτωπο και την οργάνωση που θα αποτελέσουν τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. 
Λίγα από αυτούς όμως είναι γνώστες όπλων, καμία φορά είναι άνεργοι εργάτες ή διωκόμενοι πολιτικά που κρύβονται σε άλλα κράτη, είτε και ιδιώτες που καταφθάνουν από μόνοι τους γιατί μερικοί δεν αντέχουν συναισθηματικά την ευκολία με την οποία οι Χίτλερ - Μουσολίνι έχουν καταφέρει στην 10ετία 1925 - 1935 να περάσουν όλες τους τις απαιτήσεις, προφανώς με την ανοχή αν όχι και ενθάρρυνση των ''μεγάλων δημοκρατιών'' της Δύσης. Η Ρωσία θέτει όρο να πληρωθεί το πολεμικό υλικό με χρήματα και δη με αποστολή του χρυσού από την τράπεζα του κράτους με την δικαιολογία ότι πιθανόν με την πτώση της Μαδρίτης να πέσει όλο στα χέρια του Φράνκο. 
Η Μαδρίτη εξοργίζεται, αλλά στις 28 Αυγούστου 1936 αποστέλλονται 500 τόνοι χρυσού με πλοίο απ τη Καρθαγένα στην Οδησσό, την ώρα μάλιστα που τα πρώτα JU 52 και SM 79 εμφανίζονται στον ουρανό της πρωτεύουσας πετώντας φυλλάδια γεμάτα απειλές για ισοπέδωση αν ο λαός αντισταθεί. Η Ισπανία έχει ανάγκη τα όπλα και άρα κάθε παραχώρηση στην Ρωσία θεωρείται αποδεκτή. Η κυβέρνηση στέλνει κρυφό μήνυμα στον Μπλούμ να βοηθήσει ειδικά με το όπλο που φαίνεται ότι θα κρίνει τον πόλεμο αεροπλάνα . 
Ο Υπ Αεροπορίας της Γαλλίας, ονόματι Κώτ, κινείται μυστικά , αλλά το αποτέλεσμα είναι πτωχό, οι Γάλλοι βιομήχανοι αρνούνται να στείλουν νέα αεροπλάνα που θεωρούνται ''απόρρητα'' και η υπόθεση περνάει στα χέρια του Αντρέ Μαλρώ – μετέπειτα υπουργού του Ντε Γκώλ. Ο Μαλρώ, γόνος πλούσιας οικογενείας που κινείται στον χώρο των αριστερο-διανοουμένων, παίζει ένα περίεργο ρόλο ενδιαμέσου και οργανώνει αποστολή μισθοφόρων Γάλλων αεροπόρων με μερικά παλιά αεροπλάνα. 
Οι Γάλλοι πληρώνονται με υπερκοστολογημένες τιμές, η κυβέρνηση είναι απογοητευμένη αλλά για λόγους σκοπιμότητας ανακοινώνει ότι η Γαλλία παρατάσσεται ιδεολογικά και υλικά στην κυβερνητική Ισπανία ονομάζοντας τον Μαλρώ αρχηγό της Ξένης Εθελοντικής Αεροπορίας αφήνοντας τον τύπο να γράψει για τον ''γενναίο πιλότο'' που θα αντιμετωπίσει τους Γερμανο-ιταλούς. Τελικά όμως ο Μαλρώ δεν έχει καν δίπλωμα πιλότου, δεν πέταξε ποτέ, αλλά οι εφημερίδες παρόλα αυτά διηγούνται αεροπορικά κατορθώματά του με φωτογραφίες δίπλα σε παρκαρισμένα, αλλά ποτέ εν πτήσει, αεροπλάνα . 
Και τι απομένει με όλα αυτά, 4 Breguet, 14 παλιά ταχυδρομικά αεροπλάνα, 10 Potez-25 παλαιά βομβαρδιστικά μετριότατων επιδόσεων, και 10 Dewoitine 500, ασθενή κακότεχνα μονοπλάνα με σταθερό σύστημα προσγείωσης , ενώ στην Φρανκική μεριά καταφθάνει η τελευταία λέξη της Γερμανο-ιταλικής αεροπορικής τεχνολογίας. Στη συνέχεια ο Αθάνια προχωρεί υπό πιέσεις στην αλλαγή πρωθυπουργού ο οποίος εννοείται θα συγκεντρώσει την μεγαλύτερη αποδοχή όλων των παρατάξεων εν καιρώ πολέμου.

Του υποδεικνύουν τον Λάργκο Καμπαλλέρο παλαιό Αρχισυνδικαλιστή ο οποίος κρίνεται πλέον ''επαναστατικός'' και αποδεκτός από τις κομματικές παρατάξεις. Η πρόταση επιβάλλεται με την υπόδειξη των Ρώσων που ζητούν να έχουν πολιτική ελευθερία κινήσεων. Ο Καμπαλλέρο στις 4 Σεπτεμβρίου 1936 δέχεται, τοποθετεί μάλιστα 4 κομμουνιστές υπουργούς στην κυβέρνηση και υπουργό οικονομικών τον σοσιαλιστή Χουάν Νεγκρίν με σκοπό να οργανώσει τον πόλεμο όμως πάλι καμία στρατιωτική δύναμη δεν αποστέλλεται κατά του Φράνκο, πράγμα που άλλοι αποδίδουν σε δυσπιστία προς τον στρατό και άλλοι στην έλλειψη οργάνωσης. 
Όμως υπάρχουν στρατιωτικοί και αστυνομικοί -τα 60% της συνολικής δύναμης- που μένουν πιστοί στην κυβέρνηση αλλά τα αναρχικά τάγματα των CNT (Confederation National de Trabahadores) και η μιλίτσια των FAI (Falanga Anarchista Iberica) δεν μπορούν να συνηθίσουν την ιδέα ότι θα συμπολεμούν με ανθρώπους που φέρουν στολή. Το πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση είναι το χειρότερο απ' όλα, οι διάφορες μιλίτσιες κινούνται αυτόνομα, κρύβουν όπλα για να τα έχει η μία και όχι η άλλη ενώ η κάθε μια προχωρεί σε εκτελέσεις ατόμων ''κατά το δoκούν'' που η πελαγωμένη κυβέρνηση δεν ελέγχει.

Εν τω μεταξύ η ΚτΕ (Κοινωνία των Εθνών) παίζει τον χειρότερο ποτέ ρόλο της. Ο Καμπαλλέρο καταφεύγει σε αυτήν δηλώνοντας ότι η χώρα του είναι θύμα στρατιωτικής επέμβασης, αλλά η γραμματεία απαντά ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία και τελικά σε μία υποκριτική έξαρση αποδέχονται όλοι την πρόταση Μπλούμ για την ''Μη Επέμβαση'' μαζί με μία προσθήκη, να υπάρχει στρατιωτική επίβλεψή της στην οποία προθυμοποιούνται να συμμετέχουν οι Άγγλοι - Γάλλοι και οι Μουσολίνι - Χίτλερ. 
Ο σκοπός είναι εμφανής, Ιταλικά και Γερμανικά πλοία θα επιβλέπουν τις ακτές για να μην πλησιάζουν πλοία άλλων δυνάμεων ενώ παράλληλα θα προστατεύουν τα δικά τους κατά την μεταφορά υλικού στον Φράνκο. Οι Άγγλοι αποκλείουν τον Βασκικό κόλπο από τον οποίο όμως μόνο οι κυβερνητικοί θα μπορούσαν να λάβουν βοήθεια. Ελέγχουν βέβαια και το πέρασμα του Γιβραλτάρ αλλά δεν σταματούν τα πλοία που το διασχίζουν για να ενισχύσουν φυσικά τον Φράνκο, προσπαθώντας να μην δίνουν στόχο σε διπλωματικές εμπλοκές. 

 Η Κοινωνία των Εθνών έχει αποφασίσει να σκοτώσει την κυβερνητική Ισπανία κι εκείνη με την σειρά της ν' αυτοκτονήσει αργότερα. Ιταλοί - Γερμανοί αρχίζουν αγώνα δρόμου για το ποιος θα αναδειχτεί ο καλλίτερος φίλος του Φράνκο με στόχο την παρουσία δίπλα του στο μπαλκόνι της νίκης και με νωπά τα άρθρα του πολεμικών ανταποκριτών που σημειώνουν το μέγεθος της στρατιωτικής τους δύναμης. Ειδικά ο Μουσολίνι προσφέρει απλόχερα , ''Ας μην μιλάμε για χρέη, Θα τα βρούμε μετά την νίκη'', δηλώνει ο Τσιάνο στους Φρανκικούς εκπροσώπους. 
Ο Χίτλερ αποστέλλει μονάδες αυτεξούσιες σε οργάνωση και υλικό πράγμα που απαλλάσσει τον Φράνκο από την επιμελητεία και ανεφοδιασμό τους. Το πυροβολικό είναι εντυπωσιακό, τα μηχανοκίνητα και τα τανκς αρκετά αλλά εκείνο που εντυπωσιάζει την εποχή 1935 - 1940 είναι το αεροπλάνο. ''Όποιος έχει τον αέρα έχει τα πάντα'' είναι το δόγμα που επικρατεί στα χείλη πολλών στρατηγικών αναλυτών. Ο Φράνκο λαμβάνει επίλεκτες αεροπορικές μονάδες μαζί με τα αεροπλάνα και τους πιλότους, άσχετα που επίτηδες φέρουν ψεύτικες ταυτότητες με ονόματα, Πάμπλο, Χουάν , Χόρχε κ.λπ. 
Τα Ιταλικά καταδιωκτικά CR-32 έχουν προ 2ετίας κερδίσει σε πανευρωπαϊκές αεροβατικές επιδείξεις ενώ τα νεοκατασκευαζόμενα Μέσσερσμιτ Bf-109 είναι η τελευταία λέξη καταδιωκτικού, αν και οι μονάδες που αποστέλλονται αρχικά διαθέτουν τα στάνταρτ αλλά καθόλου ευκαταφρόνητα διπλάνα He-51 και Henschel 123. Οι Ρώσοι σχεδιαστές πιέζονται να ανακαταλάβουν το χαμένο έδαφος αν και αγοράζουν ακόμα μηχανές από τις ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα κάτω από δύσκολες συνθήκες είναι καταπληκτικά.

Οι τύποι Πολυκαρπώφ I-15, και I-16 που ετοιμάζονται είναι ευέλικτοι και ικανοί να τα βγάλουν πέρα σχεδόν με όλους αν κι όχι με τα Μέσσερσμιτ. Το βασικό πλεονέκτημά τους λέγεται έκπληξη, αφού οι Γερμανο-ιταλοί θεωρούν τον Ισπανικό ουρανό απόλυτα δικό τους. Η Κυβέρνηση αναγκάζεται ωστόσο να βγεί στην διεθνή μαύρη αγορά όπλων ακόμα και για τον τυπικό οπλισμό, οι περισσότεροι λαϊκοί αγωνιστές διαθέτουν ένα παλιό τουφέκι και μια κουβέρτα ρολό περασμένη απάνω τους σαν στάνταρτ εξάρτιση. Λείπουν σφαίρες, πολυβόλα, κανόνια. 
Η περιπέτεια που θα ακολουθήσει μόλις στις μέρες μας αρχίζει να γράφεται σε επίσημα ιστορικά βιβλία -υπάρχει μάλιστα και Ελληνική εμπλοκή μεταξύ πολλών άλλων- αποπνέοντας από παντού απατεωνιά και χορό ενδιαμέσων που τελικά τρώει όλο τον χρυσό της Ισπανίας προσφέροντάς της ετερόκλητο και παμπάλαιο υλικό που μερικές φορές μάλιστα μπλοκάρεται σε ορισμένα λιμάνια από επέμβαση παρατηρητών της ΚτΕ ή των διαφόρων κυβερνήσεων, ειδικά της Γαλλικής

Η Άμυνα της Μαδρίτης

Τον Σεπτέμβρη κι ενώ η κυβέρνηση προετοιμάζεται για άμυνα στην πρωτεύουσα ο Μόλα προωθεί εύκολα τον στρατό του μέχρι τα Γαλλικά σύνορα κοντά στο Σαν Σεμπαστιάν αποκόβοντας εντελώς τους Βάσκους από ξηράς. Η Μαδρίτη για να τους εμψυχώσει αναγνωρίζει την ανεξαρτησία τους και επισημοποιείται το ανεξάρτητο Βασκικό κράτος ονόματι Euscadi με πρόεδρο τον Αντόνιο Αγκίρε στις 7 Σεπτεμβρίου 1936. Ο Μόλα ορκίζεται να τους εκδικηθεί. Όλο τον υπόλοιπο μήνα οι παρατάξεις οργανώνουν την βοήθεια που τους έρχεται. 
Την 1η Οκτωβρίου 1936 στο Μπούργκος οι κινηματίες αποφασίζουν να αναθέσουν την επίσημη αρχηγία στον Φράνκο, εν όψει μιας επικείμενης κατάληψης της Μαδρίτης κι εφόσον ο θεωρητικός αρχηγός Σανχούρχο δεν ζει. Ο Φράνκο χρησιμοποιεί τον τίτλο αρχηγού κράτους και όχι ομάδας στρατηγών υπό την σιωπηρή οργή των Μόλα και Καμπανέλλας. Η Επιλογή του Φράνκο έρχεται ''απ' έξω'', Μουσολίνι - Χίτλερ αλλά και άλλοι τον θεωρούν πλέον αξιόπιστο και δυναμικό.

Τελικά η Ρωσική βοήθεια αρχίζει να καταφθάνει στην κυβερνητική Ισπανία στις 12 Οκτωβρίου 1936. Οι Ρώσοι απαιτούν οργάνωση και συντονισμό κινήσεων, κατάργηση των μεμονωμένων ομάδων από μιλίτσιες, υπαγωγή σε ενιαίο στρατό και εκπόνηση στρατηγικού σχεδίου. Η οργάνωση των Ρώσων έρχεται σε φανερή αντίθεση με την χαλαρή κατάσταση στο κυβερνητικό στρατόπεδο αλλά κι ενάντια στην αντίληψη των αναρχικών για ανεξαρτησία δράσεως. Οι κάτοικοι στη Μαδρίτης, αρχικά φοβισμένοι από την εύκολη προέλαση του Φράνκο και τις απειλές τον αεροπλάνων παίρνουν θάρρος από την εμφάνιση των Ρώσων. 
Υπάρχει ένα είδος λαϊκού ξεσηκωμού ενώ παράλληλα ενθουσιασμό προκαλούν οι εμφανιζόμενοι ξένοι εθελοντές οργανωμένοι σε σώματα, τις αποκαλούν ''Διεθνείς Ταξιαρχίες'' που παρά την απειρία τους και την έλλειψη επιμελητείας με την οποία τους δέχονται οι Ισπανοί, συμβολίζουν τον έξω κόσμο που τους συμπαρίσταται. Υπάρχουν και λίγοι Έλληνες ανάμεσά τους – χονδρικά 300 σε ένα τελικό σύνολο κάπου 35.000 από κάπου 25 έθνη.

Στις 29 Οκτωβρίου 1936 οι Ρώσοι έχουν ήδη συναρμολογήσει 2 σμήνη αεροπλάνων και κάπου 50 τανκς τύπου T-26, πολυβόλα και χειροβομβίδες προωθούνται σε ικανοποιητικό βαθμό και κατασκευάζονται οχυρώματα. Όμως ο Καμπαλλέρο αποφασίζει να απομακρύνει προσωρινά την κυβέρνηση απ τη Μαδρίτη και την μεταφέρει στη Βαλένθια αφήνοντας την άμυνα στον μέτριο στρατηγό Χοσέ Μιάχα . Μεταξύ 8 και 23 Νοέμβρη 1936 εκδηλώνεται η επίθεση του Φράνκο υπό την αρχηγεία των Μόλα και Βαρέλα. 

Ο Φράνκο θέλει μια γρήγορη επίθεση χωρίς στρατηγική μελέτη πιεζόμενος απ το χρόνο, αλλά ο πιο ''μελετημένος'' Μόλα αντιδρά στην υπερανάπτυξη των γραμμών τους η οποία σε κάποια σημεία, ειδικά στον νότο, καταντά πολύ ασθενής. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο οι Ρώσοι που βλέπουν ακριβώς το ίδιο πιέζουν για μια υπερκέραση του ΝΑ τμήματος και μετέπειτα κύκλωση προς τα δυτικά αλλά ο Καμπαλλέρο ανθίσταται λέγοντας ότι τον νοιάζει η ΒΔ μεριά που οδηγεί στους αποκλεισμένους Βάσκους. Τελικά η μάχη αρχίζει χωρίς στρατηγικό σχέδιο. 
Οι Φρανκικοί φτάνουν κάπου 10 χιλ απ το κέντρο στα νότια με σκοπό να περάσουν τις γέφυρες του ποταμού Μαντζανάρες ενώ το κύριο σώμα τους χτυπά τα δυτικά προάστια στην πανεπιστημιούπολη. Οι Μαυριτανοί του Φράνκο συνηθισμένοι στον πόλεμο της ερήμου δεν τα βγάζουν πέρα με οδοφράγματα όπου ο κάθε άπειρος αλλά αποφασισμένος πολεμιστής μπορεί να κάνει θαύματα. Καταλαμβάνονται βέβαια τα ¾ των κτιρίων της πανεπιστημιούπολης με μάχη σώμα με σώμα αλλά εκεί τελματώνεται η κατάσταση.

Στα νότια όπου η ανάπτυξη είναι αραιή τα Ρωσικά τανκς T-26 είναι η μεγάλη έκπληξη. Το πεζικό του Φράνκο δεν είναι έτοιμο γι αυτά και διασπάται αλλά καθώς δεν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο μετά από τις επιτυχίες τους τα τανκς δεν έχουν παρά να επιστρέψουν πίσω. Η Γερμανική αεροπορία καλείται να διαλύσει τις αμυντικές κυβερνητικές γραμμές, αλλά τότε τα Ρωσικά καταδιωκτικά I-15 βγαίνουν στον αέρα για πρώτη φορά υπό τον έξαλλο ενθουσιασμό των υπερασπιστών. Καθώς κανένα βομβαρδιστικό δεν τα βγάζει πέρα μόνο με καταδιωκτικά γρήγορα η αεροπορική επίθεση καταλήγει σε αποτυχία. 
Ο Φράνκο περνάει κρίση αξιοπιστίας και μίας και δεν μπορεί να πάρει την πρωτεύουσα και τη διεθνή αναγνώριση καλεί Μουσολίνι - Χίτλερ να τον αναγνωρίσουν διπλωματικά, πράγμα που γίνεται στις 18 Νοέμβρη. Η μάχη της Μαδρίτης αφήνει εποχή σαν μια νίκη των λαϊκών αγωνιστών ενάντια στην στρατιωτική δικτατορία, γεμίζουν τον κόσμο με αισιοδοξία , το σύνθημα : Non Pasarán (Δεν θα περάσουν) γίνεται θρύλος αλλά στο πολιτικό παρασκήνιο οι παραταξιακές αντιθέσεις είναι μεγάλες κι αυτό έχει πάντα αντίκτυπο στην κυβερνητική στρατιωτική μηχανή.

Στις 25 Σεπτεμβρίου η κυβερνητική αεροπορία εκτελεί βομβαρδισμό εντυπώσεων στο Μπούργκος με το σμήνος Εσπάνια που εφορμάει απ το σημερινό αεροδρόμιο της Μαδρίτης, Μπαράχας. Τα αδύναμα Potez-25 είναι εκεί για να ''εκδηλώσουν'' απλά την παρουσία τους και να ‘''κδικηθούν'' τον βομβαρδισμό της Μαδρίτης. Ένα από αυτά καταρρίπτεται μέσα στις Φρανκικές γραμμές με τον υποσμηναγό Μελλάδο ο οποίος επιζεί αλλά στο βάθος βλέπει τις φιγούρες στρατιωτών να πλησιάζουν. 
Θυμάται πως την περασμένη βδομάδα σε μια παρόμοια περίπτωση η Φρανκική αεροπορία πέταξε σαν ''αναμνηστικό δώρο'' το κατατεμαχισμένο κορμί ενός Άγγλου εθελοντή αεροπόρου μέσα στην βάση τους. Δεν αργεί να πάρει την μοναδική απόφαση που ταιριάζει στην μοίρα που τον περιμένει, στηρίζει το περίστροφό του στον κρόταφο και πυροβολεί. Οι στρατιώτες πλησιάζουν και μια κραυγή γεμάτη παραπονεμένο βγαίνει απ τα χίλια τους.ήταν κυβερνητικοί φαντάροι που όρμησαν στις εχθρικές γραμμές μόνο και μόνο για να τον σώσουν.

Η Μάχη της Μαδρίτης (1936)

Έχοντας προωθήσει τις θέσεις τους, οι εθνικιστές άρχισαν στα τέλη Οκτωβρίου 1936 να συγκεντρώνουν δυνάμεις με σκοπό να επιτεθούν κατά της Ισπανικής πρωτεύουσας, της Μαδρίτης. Η στιγμή ήταν από κάθε άποψη κατάλληλη για την επίθεση. Η εθνικιστική Στρατιά της Αφρικής είχε σαρώσει τα τμήματα πολιτοφυλάκων της δημοκρατίας από τη Σεβίλη ως τα πρόθυρα της πρωτεύουσας, η πτώση της οποίας θα εξασφάλιζε στον Φράνκο, αν όχι το τέλος του πολέμου, τουλάχιστον μια μεγάλης ψυχολογικής σημασίας επιτυχία και ίσως την αναγνώριση του καθεστώτος του από τις ξένες δυνάμεις.

Η Μαδρίτη πράγματι εκείνη την εποχή έμοιαζε με ώριμο φρούτο, έτοιμο να πέσει στα χέρια των εθνικιστών, σχεδόν χωρίς μάχη. Η φρουρά της πόλης αποτελείτο αποκλειστικά σχεδόν από πολιτοφύλακες, τραγικά οπλισμένους, στελεχωμένους και εκπαιδευμένους. Δεν είχαν κατασκευαστεί οχυρωματικά έργα γύρω και μέσα στην πόλη, δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά πυροβόλα και υπήρχαν ελάχιστα παλαιά Γαλλικά αεροσκάφη για να υποστηρίξουν από αέρος τη φρουρά. Δικαίως υπεραισιοδοξία επικρατούσε στο εθνικιστικό στρατόπεδο. Ακόμα και πάντα φειδωλός Φράνκο ήταν τώρα βέβαιος για την επιτυχία.
Είχε μάλιστα διατάξει τη συγκέντρωση φορτηγών αυτοκινήτων πίσω από τα στρατεύματα του, φορτωμένων με τρόφιμα για τον πληθυσμό της Μαδρίτης. Τη γνώμη των εθνικιστών συμμεριζόταν και όλοι οι ξένοι δημοσιογράφοι που βρίσκονταν στην πόλη, αλλά και αυτή η ίδια η δημοκρατική κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Λάργκο Καμπαλέρο εξακολουθούσε να δυσπιστεί έναντι των υπολοίπων πολιτικών σχηματισμών και κυρίως έναντι των κομμουνιστών και των αναρχικών. Πέραν τούτου πάντως δεν έπραξε και πολλά για να ενισχύσει την άμυνα της Μαδρίτης.

Το μοναδικό μέτρο που έλαβε τότε η κυβέρνηση αφορούσε τη συγκρότηση «μικτών» ταξιαρχιών – η κάθε μια θα διέθετε ένα τακτικό τάγμα και τρία τάγματα πολιτοφυλάκων. Παρόλα αυτά όμως η κυβέρνηση δεν ήταν αποφασισμένη να πολεμήσει. Φοβούμενος ενέργειες της «5ης Φάλαγγας» ο Καμπαλέρο αποφάσισε την αποχώρηση της κυβέρνησης από την Μαδρίτη. Την απόφαση αυτή ακολούθησε πανικός. Υπουργοί, αξιωματούχοι και διάφοροι παρατρεχάμενοι άρχισαν κακήν κακώς να αποχωρούν. Μαζί τους αποφασίστηκε να αποχωρήσουν και 8.000 εθνικιστές κρατούμενοι, οι οποίοι όμως σφαγιάστηκαν όλοι καθ’ οδό. 

Μόνο οι κομμουνιστές αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν την πόλη, στην οποία άλλωστε είχαν φτάσει τα πρώτα Σοβιετικά όπλα και οι πρώτοι στρατιωτικοί σύμβουλοι. Στις 29 Οκτωβρίου τα Ρωσικά άρματα μάχης έκαναν την επίσημη εμφάνιση τους στο πεδίο της μάχης. Καθοδηγούμενα από τον Σοβιετικό συνταγματάρχη, τότε, Παυλόφ και με Σοβιετικά πληρώματα τα άρματα εκτόξευσαν αντεπίθεση κατά των εθνικιστικών δυνάμεων που επιχειρούσαν να αποκλείσουν από τα νότια την Μαδρίτη. Οι Σοβιετικοί ενεπλάκησαν σε μάχη με τμήματα Μαροκινών ιππέων του εθνικιστικού στρατού, τα οποία και δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν. 
Οι Μαροκινοί υποχώρησαν εντός κατοικημένης περιοχής όπου τα άρματα δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν. Υποτίθεται ότι την επίθεση των αρμάτων θα υποστήριζαν τμήματα του κομμουνιστικού «5ου Συντάγματος» πεζικού (σχηματισμός κομμουνιστών πολιτοφυλάκων). Λόγω κακού συντονισμού όμως τα άρματα και το πεζικό δεν κατόρθωσαν να συνεργαστούν και έτσι η επίθεση απέτυχε. Ωστόσο υπήρχε και ένα θετικό στην όλη ιστορία. Οι εθνικιστές πίστεψαν ότι η άμυνα της Μαδρίτης ήταν περισσότερο ισχυρή από ότι ήταν στην πραγματικότητα και επικέντρωσαν τις προσπάθειες τους στον δυτικό τομέα της πόλης. 
Εντός της πόλης, μετά την αναχώρηση της κυβέρνησης για την Βαλένθια, την κατ’ όνομα διεύθυνση της άμυνας ανέλαβαν οι στρατηγοί Μιάχα και Πόθας. Ουσιαστικά όμως όλα πέρασαν υπό τον έλεγχο των Σοβιετικών. Αυτοί και οι Ισπανοί κομμουνιστές και αναρχικοί κατόρθωσαν να συνεγείρουν τον πληθυσμό της πόλης. Όλοι οι άνδρες, ακόμα και οι γυναίκες, επιστρατεύτηκαν. Άρχισαν να κατασκευάζονται οδοφράγματα και να δημιουργούνται πρόχειρα οχυρώματα. Αυτό που συνέβαινε ήταν πρωτοφανές. Τουλάχιστον 300.000 άνθρωποι, άοπλοι οι περισσότεροι, ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για τη Μαδρίτη.

Από την άλλη πλευρά ο Φράνκο θα εξαπέλυε κατά της Μαδρίτης το άνθος του στρατού του. Περίπου 20.000 Μαροκινοί και Λεγεωνάριοι της Ισπανικής Λεγεώνας των Ξένων επρόκειτο να επιτεθούν. Στις 8 Νοεμβρίου η μάχη άρχισε. Το εθνικιστικό πυροβολικό άρχισε να βάλει και τα πρώτα εθνικιστικά βομβαρδιστικά φάνηκαν στον ορίζοντα. Αυτή τη φορά όμως θα είχαν αντιπάλους. Περισσότερα από 70 Σοβιετικά καταδιωκτικά υπεράσπιζαν την πόλη. Οι εθνικιστές εξαπέλυσαν τέσσερις φάλαγγες εφόδου κατά της πόλης. 
Όταν οι ξένοι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον επικεφαλής της επιχείρησης στρατηγό Μόλα ποια φάλαγγα θα καταλάβει την πόλη αυτός τους απάντησε «η 5η», υπονοώντας τους εθνικιστές που βρίσκονταν εγκλωβισμένοι εντός της πόλης και δημιουργώντας έτσι τον όρο 5η φάλαγγα. Από την αρχή όμως η επίθεση των εθνικιστών αντιμετωπίστηκε με θάρρος και αποφασιστικότητα. Οχυρωμένοι εντός των κτιριακών συγκροτημάτων οι δημοκρατικοί προέβαλαν σκληρή αντίσταση. Από την άλλη τα άρματα των εθνικιστών λίγα μπορούσαν να πράξουν εντός κατοικημένης περιοχής.

Μοιραία η σύγκρουση πήρε τη μορφή σκληρών, άγριων και χωρίς έλεος οδομαχιών, στην οποία οι εθνικιστές δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσουν, γιατί απλούστατα ήσαν πολύ λίγοι. Την ίδια ώρα οι δημοκρατικοί άρχισαν να ενισχύονται. Τη δεύτερη μέρα της μάχης εμφανίστηκε στη Μαδρίτη η πρώτη ΧΙ Διεθνής Ταξιαρχία, δυνάμεως 1.900 ανδρών, υπό τον Ούγγρο Κλέμπερ (Λαζάρους Σταντ). Η ταξιαρχία διέθετε τρία τάγματα, το Γερμανικό Τάγμα «Έντγκαρ Άντρε», το Γαλλικό «Κομμούνα του Παρισιού» και το Πολωνικό «Νταμπρόφσκι». Διέθετε επίσης και ένα Βρετανικό λόχο πολυβόλων. 
Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου η ταξιαρχία ρίχθηκε στη μάχη κοντά στην πανεπιστημιούπολη της Μαδρίτης, στο πλέον ευαίσθητο σημείο του μετώπου. Οι Γερμανοί ιδιαιτέρως ταξιαρχίτες πολέμησαν με φανατισμό, όπως και οι Μαροκινοί αντίπαλοι τους. Όλη την ημέρα διεξήχθησαν άγριες οδομαχίες, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Με τον τρόπο αυτό η μάχη συνεχίστηκε ως τις 12 Νοεμβρίου όταν έφτασαν στη Μαδρίτη και νέες δυνάμεις των δημοκρατικών. 
Επρόκειτο για τη ΧΙΙ Διεθνή Ταξιαρχία, δυνάμεως επίσης τριών ταγμάτων -Γερμανικό τάγμα «Τέλμαν», Γαλλικό τάγμα «Αντρέ Μαρτύ» και Ιταλικό τάγμα «Γκαριμπάλντι»- υπό τον επίσης Ούγγρο Λούκατς (Μάτα Ζάλκα). Στην ταξιαρχία αυτή υπηρετούσε και ο ανεψιός του Ουίστον Τσόρτσιλ. Στην πόλη όμως αφίχθη και μια ταξιαρχία αναρχικών πολιτοφυλάκων, υπό τον αναρχικό ηγέτη Μποναβεντούρα Ντουρούτι, δυνάμεως 3.000 ανδρών. Οι αναρχικοί τάχθηκαν στην πανεπιστημιούπολη με εντολή να επιτεθούν την επομένη, όμως την κρίσιμη στιγμή αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα χαρακώματα τους. 
Όταν δε, δέχτηκαν την επίθεση 800 Μαροκινών και Λεγεωνάριων τράπηκαν σε φυγή. Για πρώτη φορά οι εθνικιστές είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν ρήγμα στην αντίπαλη άμυνα. Δεν υπήρχαν όμως εφεδρείες για να το εκμεταλλευτούν. Ο Μιάχα έριξε τη ΧΙΙ Διεθνή Ταξιαρχία εκεί και η συνέχεια του μετώπου αποκαταστάθηκε. Στις 20 Νοεμβρίου σκοτώθηκε ο Ντουρούτι, από σφαίρα κομμουνιστή έλεγαν οι αναρχικοί, από σφαίρα αναρχικού υποστήριζαν οι κομμουνιστές. Στην πραγματικότητα ο Ντουρούτι σκοτώθηκε από τυχαία εκπυρσοκρότηση του πιστολιού ενός συντρόφου του, την ώρα που και οι δύο έμπαιναν σε ένα αυτοκίνητο.

Το όπλο μπλέχτηκε στον μοχλό της πόρτας, εκπυρσοκρότησε, και η σφαίρα βρήκε τον Ντουρούτι στο στήθος. Τελικά η προπαγάνδα επέβαλε την διάδοση της ιστορίας περί του θανάτου του από έναν εθνικιστή ελεύθερο σκοπευτή. Σταδιακά η μάχη της Μαδρίτης έσβησε, παρά τις ενισχύσεις βασιλοφρόνων που έριξε ο Φράνκο στη μάχη. Σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου οι εθνικιστές δεν θα αποτολμούσαν νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Περιορίστηκαν απλώς να την πολιορκούν και να την βομβαρδίζουν. Ο Φράνκο άλλωστε είχε δηλώσει ότι προτιμούσε να καταστρέψει τη Μαδρίτη παρά να την αφήσει στα χέρια των κομμουνιστών.


Η μάχη της Μαδρίτης είχε λήξει και είχε στοιχίσει ακριβά και στα δύο στρατόπεδα. Για τους δημοκρατικούς αποτέλεσε μεγάλη νίκη και το σύμβολο αντίστασης κατά του «φασισμού». Για τον Φράνκο αντίθετα αποτέλεσε την επιβεβαίωση των φόβων του ότι ο εμφύλιος πόλεμος επρόκειτο να έχει μεγάλη διάρκεια. Μετά τη Μαδρίτη ο Φράνκο μετέβαλε εντελώς τη στρατηγική του και αποφάσισε να κινείτε με πολύ αργά και προσεκτικά βήματα, στερώντας από τους δημοκρατικούς ακόμα και τα ψυχολογικά ερείσματα έστω και μιας ψεύτικης επιτυχίας.

Τραγωδία στη Μάλαγα

Παρόλη την θρυλική αφύπνιση στην Μαδρίτη, η στρατιωτική υποδομή στην χώρα χωλαίνει πάντα. Αρχές Φεβρουάριου οι Ιταλοί παρατάσσουν ήδη σημαντική δύναμη στην Ισπανία και επιμένουν να αποδείξουν την ύπαρξή τους με ένα εύκολο ''πείραμα''. Ο Φράνκο νοιάζεται μόνο για την Μαδρίτη αλλά υποκύπτει στην Ιταλική πρόταση να καταληφθεί η Μάλαγα, πόλη χωρίς κανένα στρατηγικό ενδιαφέρον αλλά όντως εύκολος στόχος : ο Σ/χης Βιλλάλμπα που την διοικεί δεν έχει οδηγίες για τίποτα και το χειρότερο ούτε ένα κανόνι να στήσει στα υψώματα που τον περιβάλουν ολόγυρα.
Οι Ιταλοί και ο Κιέϊπο ντε Λιάνο παρατάσσουν 5.000 των CTV, 10.000 Μαροκινούς, 5000 φαλαγγίτες, 20 κανόνια και λίγα αεροπλάνα χωρίς αντίπαλο. Στις 8 Φεβρουαρίου οι κυνηγημένοι κάτοικοι διαφεύγουν έντρομοι να αποφύγουν τα αντίποινα και πάνω στην παραλιακή οδό τους θερίζουν τα κανόνια του Γερμανικού θωρηκτού "Deutschland" που βρίσκεται στα νερά σαν περιπολικό της επιτροπής ''Μη Επέμβασης''. Μέχρι σήμερα ξεθάβονται κόκαλα απ τα θύματα εκείνα σε ανασκαφές. 
Επιπλέον μετά την είσοδο των Φρανκικών ακολουθούν 5000 εκτελέσεις πολιτών με φρικιαστικές λεπτομέρειες τόσο που οι Ιταλοί μηνύουν στον Φράνκο πως φοβούνται ότι τέτοιες θηριωδίες θα επηρεάσουν το δικό τους πολιτικό γόητρο. Φυσικά η ΚτΕ λάμπει πάντα δια της απουσίας της. Οι Ρώσοι στη Μαδρίτη αρχίζουν να ''πνέουν μένεα'' εναντίον της αναποτελεσματικότητας Καμπαλλέρο οπότε αρχίζει περίοδος έντονης τριβής μεταξύ τους . 
 
Η Μάχη της Χάραμα

Παράλληλα στο μέτωπο της Μαδρίτης μεταξύ 23 Ιανουαρίου και 5 Φεβρουαρίου ο Φράνκο επιδίδεται σε μια νέα επίθεση, να κλείσει τον δρόμο Μαδρίτης - Βαλένθια και να αποκόψει την Μαδρίτη από την κυβέρνηση. Η κοιλάδα είναι επίπεδη και την διασχίζει το ομώνυμο ποτάμι στο οποίο όμως δεν υπάρχουν οχυρωματικά έργα και οι κυβερνητικοί αιφνιδιάζονται. Επί 5 μέρες οι Φρανκικοί κυριαρχούν καθώς οι δυνάμεις της κυβέρνησης καταφθάνουν πρόχειρα και διαλύονται από ένα πυκνότατο πυροβολικό έως ότου εμφανίζονται και πάλι οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, οι 14 και 15. 
Η 14 αποτελείται από Βαλκάνιους (Βούλγαροι, Γιουγκοσλάβοι και λίγοι Έλληνες) και την οδηγεί ο Γιόσιπ Μπρόζοβιτς – Τίτο ενώ η 15 διαθέτει κυρίως Βρετανούς. Τους υποδέχεται ένα φονικό πυροβολικό την ώρα που ανεβαίνουν τον λόφο που αργότερα ονομάστηκε ''ο λόφος της Αυτοκτονίας''. Από 600 σε λίγο μένουν 150. Διατάσσεται το Αμερικανικό Τάγμα Α.Λίνκολν να τους βοηθήσει υπό την αρχηγεία του πρώην καθηγητή Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Μπώμπ Μέριμμαν, υποστηριζόμενος από 12 Ρωσικά T-26. 
Το πυρ συνεχίζει να θερίζει και οι κάπου 350 Αμερικανοί ελαττώνονται σε 60, ο Μέριμμαν τραυματίζεται βαριά και τη θέση του παίρνει ο νέγρος συνδικαλιστής Ολιβερ Λώ – πρώτος ποτέ νέγρος διοικητής λευκών σε πόλεμο. Το αίμα όλων αυτών κοντεύει να πάει χαμένο όταν εμφανίζονται 25 νέα Ρώσικα καταδιωκτικά I-16 με πυροβόλα των 20 χιλ πού περνούν ξυστά απ το έδαφος και γαζώνουν τους Φρανκινούς. Εν τω μεταξύ οι Ισπανοί πολεμιστές συνηθίζουν επιτέλους στις τακτικές του πολέμου και σκάβουν μικρές τρύπες στο χώμα αρκετές για να τους καλύψουν και ανθίστανται. 
Οι Ιταλοί αποστέλλουν βομβαρδιστικά με σκοπό να χτυπήσουν το κρυμμένο πεζικό ''από πάνω'' συνοδευόμενα από λίγα Ιταλικά Fiat CR-32 αλλά ένα νέο κύμα από 40 καταδιωκτικά I-15 αποδεικνύονται καλλίτερα, τα Ιταλικά καταρρίπτονται, τα βομβαρδιστικά μόνα τους αναγκάζονται σε υποχώρηση και οι κυβερνητικοί διαθέτουν για πρώτη φορά την αεροπορική υπεροχή με αποτέλεσμα η επίθεση να ανακοπεί. Η Φρανκική αεροπορία στην Χάραμα αφέθηκε μόνη της να αντιμετωπίσει την κατάσταση. 
Οι Ιταλοί φοβόντουσαν τις πιθανές διπλωματικές επιπλοκές από την σύλληψη καταρριφθέντων πιλότων τους και απέφυγαν να στείλουν τα βομβαρδιστικά τους ενώ διέταξαν τα καταδιωκτικά να επιστρέψουν πάνω στην συνοριακή γραμμή. Οι Φρανκικοί πιλότοι σηκώθηκαν με τα αργά JU 52 αντιμετωπίζοντας πυκνά σμήνη καταδιωκτικών ολόγυρα. Το 1o σμήνος οδηγούσε ο ικανότατος μαχητής αν και πρώην σμηνίας Γκαρθία Λακάλλε. Από το βιβλίο του ''Αλήθειες και Μύθοι'' διαβάζουμε : 

''Οι σχηματισμοί των JU 52 ορμούσαν σε κάθετη παράταξη μέσα από τους σχηματισμούς μας αλλά όταν κατάλαβαν πως τα δικά τους καταδιωκτικά τους δεν τα προστάτευαν πια ξαναπήραν αρχικά πορεία πίσω. Νομίζαμε πως τους διώξαμε αλλά ξαφνικά άρχισαν να επιστρέφουν. Ήταν καταδικασμένα. Πρέπει να ήταν Ισπανοί σίγουρα τους κατάλαβα απ το θάρρος και τους θαύμασα''.

Πράγματι ο ηγέτης της ομάδας των JU 52 είναι ο σμηναγός Χοσέ Καλντερόν Γκαζτέλου (Jose Calderon Gaztelu) που καταρρίπτεται τελικά και μετά θάνατον του απονέμεται το μετάλλιο του Σάν Σαλβαντόρ μετά δαφνών. Εξοργισμένοι οι Ισπανοί πιλότοι καταδιωκτικών με πρωτοβουλία των τριών πιο διακεκριμένων από αυτούς Γκαρθία Μοράτο (Garcia Morato), Χούλιο Σαλβαντόρ (Julio Salvador) και Σαλβαντόρ Κάστρο (Salvador Castro) απογειώνονται με 3 CR-32 και τρέχουν να βοηθήσουν αδιαφορώντας για την διαταγή που εδόθη στο σμήνος στο οποίο φυσικά υπάγονται. 

Ντροπιασμένοι οι υπόλοιποι Ιταλοί διώκτες αρχίζουν να τους μιμούνται σιγά,σιγά και μετά όλοι μαζί εφορμούν ενάντια στα κυβερνητικά καταδιωκτικά. Η προφανής αεροπορική υπεροχή στην Χάραμα διακόπτεται τελικά από αυτήν την αναπάντεχη πράξη ηρωισμού με εξαιρετικά σοβαρά αποτελέσματα για την έκβαση της μάχης. Οι Φρανκικοί επανεπιτίθενται στις 12 Φεβρουαρίου 1937 αλλά αυτή τη φορά από άλλο σημείο και διαλύουν κυριολεκτικά ένα Πολωνικό και Αγγλικό τάγμα που φυλάνε το σημείο εκείνο.

Αλλά δεν μπορούν να προωθηθούν άλλο από το οργανωμένο πια πυκνό πυρ των οχυρωμένων και τα βλήματα κυβερνητικών όλμων που πρωτοεμφανίζονται έστω και καθυστερημένα. Η κατάκτηση λίγων χιλιομέτρων γης δεν έχει βέβαια κανένα τελικό όφελος στην Φρανκική προσπάθεια, αλλά οι κυβερνητικοί μετράνε πολλά θύματα αν και κερδίζουν τουλάχιστο σε πολεμική ''εμπειρία''.

Γκουανταλαχάρα – Ιταλική Αποτυχία

Η Μαδρίτη παραμένει φυσικά πάντα το μεγάλο έπαθλο για τον Φράνκο κι αυτή τη φορά επιχειρεί υπερκύκλωσή της με μία αιχμή από τα βορειοανατολικά. Η επίθεση αναλύεται λεπτομερώς και συντονίζεται κυρίως από τους Ιταλούς στρατηγούς Ροάτα και Μαντσίνι σε μία συνδυασμένη δράση πεζικού, αρμάτων και αεροπορίας που είναι πρωτοφανής σε τακτική για τα πολεμικά δεδομένα της εποχής και θυμίζει τα στοιχεία του μετέπειτα Γερμανικού ''αστραπιαίου πολέμου'', 250 τανκς, 180 πυροβόλα και 70 αεροπλάνα με μηχανοκίνητο στρατό που φθάνει τις 60.000. 
Το σχέδιο γίνεται μεν γνωστό στη Μαδρίτη από τα χαρτιά που βρέθηκαν σε ένα σκοτωμένο Ιταλό αξιωματικό, αλλά ο Μιάχα δεν είναι άνθρωπος στο ύψος των καταστάσεων και αργεί να αναπτυχθεί. Στις 8 Μαρτίου 1937 οι Ιταλοί καταλαμβάνουν άνετα τα υψώματα που περιβάλουν την Μαδρίτη και κατεβαίνουν με ενθουσιασμό την κοιλάδα προς την Γκουανταλαχάρα, μία πύλη που οδηγεί στην πρωτεύουσα. Η αισιοδοξία είναι τέτοια που οι Ιταλοί δεν νοιάζονται που διασπούν τις γραμμές επικοινωνιών τους ενώ ξαφνικά ένα πολύ ψυχρό μέτωπο κουβαλάει χιόνι με το οποίο γεμίζει η κοιλάδα. 
Ο καιρός κάνει τα υπόλοιπα. Τα τανκς κολλάνε άσχημα στη λάσπη, τα αεροπλάνα δεν έχουν ορατότητα και πολύ σύντομα η επίθεση μπλοκάρει ανεπανόρθωτα. Μεμονωμένα Ιταλικά σώματα των CTV περικυκλώνονται από Ιταλούς (ταξιαρχία Γκαριμπάλντι) και Γερμανούς (ταξιαρχία Τέλμαν) των Διεθνών Ταξιαρχιών οι οποίοι συναισθηματικά διακρίνονται για το σθένος με το οποίο πολεμάνε τους Μουσολίνι, Χίτλερ που τους εξόριζαν επί χρόνια. Οι Ιταλοί των CTV μένουν με ανοικτό στόμα, τους υποσχέθηκαν ότι θα αντιμετωπίσουν ξυπόλυτους χωριάτες. 
Πολλοί καταλαβαίνουν ότι η αρχική τους προθυμία να πολεμήσουν ένα εύκολο πόλεμο με κάποια καλύτερη αμοιβή και άφθονη δόξα δεν ήταν η πιο σωστή στάση. Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση πάνω στο πεσμένο ηθικό των αντιπάλων τους καθώς κοροϊδευτικά τους καλούν να πιουν ένα ζεστό καφεδάκι παραδινόμενοι. 300 όντως πετάνε τα όπλα τους. Ο Ροάτα διατάσσει νέα στρατεύματα να τους αντικαταστήσουν αλλά το πέρασμα των διαταγών μέσα από διαλυμένες επικοινωνίες ερμηνεύεται σαν υποχώρηση κι οι Ιταλοί τελικά εγκαταλείπουν τις γραμμές τους. 
Ο Ροάτα αντεπιτίθεται παρόλα αυτά χωρίς άρματα και αεροπλάνα πιεζόμενος απ τον Μουσολίνι για την αρνητική παρουσία του στρατού αλλά τότε οι γενναίοι πιλότοι των κυβερνητικών ορμάνε αν και με πολύ δυσκολία μέσα στα παμπάλαια ταχυδρομικά αεροπλάνα Bregeut-14 και ρίχνοντας χειροβομβίδες με τα χέρια τρέπουν σε φυγή τις ορδές των CTV. Στις 18 Μαρτίου ο καιρός βελτιώνεται αλλά τότε 70 Ρωσικά τανκς T-26 και λίγα BT-5 (''παππούδες'' των μετέπειτα θρυλικών T-34) σφυροκοπούν το πεζικό προτού ανασυνταχθεί ενώ τακτικά Ισπανικά σώματα υπό την αρχηγεία του αξιωματικού - κομισάριου Ενρίκε Λίστερ αντεπιτίθενται κι ανακαταλαμβάνουν το έδαφος. 
Οι ''Γαριβαλδινοί'' κοροϊδεύουν τους συμπατριώτες τους παραφράζοντας το CTV σε ''Cuando Tu Vas'' σαν να λένε ''Πότε τα παρατάς να πας σπίτι σου;''.  Η αποτυχία του Φράνκο στην Γκουανταλαχάρα αναμεταδίδεται με ένθερμα λόγια από τον Αμερικάνο πολεμικό ανταποκριτή Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ και οι εντυπώσεις είναι για πρώτη φορά σημαντικές. Ένας στρατός ηλικίας 4 μηνών αποτελούμενος κυρίως από εθελοντές νικά την αφρόκρεμα της Ιταλικής πολεμικής μηχανής. Στην διπλωματική σκηνή, οι Ιταλοί αιχμάλωτοι και το κατασχεθέν υλικό παρουσιάζονται στην ΚτΕ σαν στοιχεία. 
Αλλά οι Άγγλοι εκπρόσωποι ειδικά κάνουν τα αδύνατα, δυνατά για να πείσουν ότι μονομερή δεδομένα απ τους εμπόλεμους δεν πρέπει να ληφθούν υπ όψει. Ο Χίτλερ που καταλαβαίνει το ρίσκο γοήτρου που διακινδυνεύει, διαλαλεί επίσημα ότι θα αυξήσει τη βοήθεια προς τον Φράνκο, η αναχώρηση εφοδίων από το Αμβούργο καλύπτεται από τον τύπο και το ραδιόφωνο, ο Μουσολίνι επίσημα δηλώνει ότι κανείς Ιταλός δεν θα φύγει από την Ισπανία πριν την ολοκληρωτική νίκη, αλλά η ΚτΕ δεν μαθαίνει τίποτα. 
Ο Άντον Ήντεν διαμαρτύρεται στον πρωθυπουργό του Μπάλντουϊν για την ανοχή αυτή προς τους Ιταλο-Γερμανούς και προτείνει επιτέλους τα Αγγλικά καράβια της ''Μή Επέμβασης'' να σταματούν όλα τα πλοία δηλαδή κι αυτά που όλοι γνωρίζουν πως εφοδιάζουν τον Φράνκο, αλλά εκείνος τον αγνοεί αντικαθιστώντας τον με τον Λόρδο Χάλιφαξ ο οποίος αντίθετα δηλώνει ότι : ''αναγνωρίζει την συμβολή του Χίτλερ στην καταπολέμηση του κομμουνισμού''.
 

Οι Μάχες στις Βασκικές Περιοχές

Στον βορρά ο πόλεμος αποκτά μεγάλες διαστάσεις μετά τον Μάρτη 1937 όταν ο Φράνκο αλλάζει μέτωπο με σκοπό να επιδείξει στρατηγική πρόοδο και να αντισταθμίσει την αποτυχία στην Γκουανταλαχάρα. Οι Βάσκοι έχοντας πια δική τους κυβέρνηση έχουν αποκαταστήσει την οργάνωση και την σύμπνοια στο εσωτερικό τους. Φυσικά ο Φράνκο δεν ανέχεται ούτε καν την ιδέα αυτού του κράτους ενώ ο Καρλιστής Μόλα ορκίζεται πολυαίμακτη εκδίκηση. Οι Βάσκοι πιστεύουν πως μπορούν να αντέξουν και θέλουν να επιμένουν ότι οι Άγγλοι, που έχουν ανάγκη το ατσάλι τους, θα τους βοηθήσουν. 
Η αλήθεια είναι πως η Γκουανταλαχάρα κάπως ανατάραξε τα διπλωματικά νερά και στον Βασκικό Κόλπο που περιπολούν τα Εγγλέζικα πλοία συμβαίνουν μερικά ασυνήθιστα πράγματα. Οι Βάσκοι εξοπλίζουν μερικές φορτηγίδες και κάνουν ναρκοθετήσεις, ένα Φρανκικό καταδρομικό (Amirante Cervera) ορμάει να τις βυθίσει αλλά τότε εμφανίζεται ένα αγγλικό αντιτορπιλικό και το Φρανκικό πλοίο υποχωρεί. Για ένα διάστημα πλοία καταφθάνουν στο Μπιλμπάο και αποβιβάζουν 5000 τουφέκια και 25 θωρακισμένα αυτοκίνητα ενώ αργότερα καταφθάνουν πλοία με τρόφιμα κι εφόδια, δίνοντας την εντύπωση ότι ο κλοιός έχει χαλαρώσει. 
Στην ξηρά εκτελούνται οχυρωματικά έργα και παρατάσσονται συνολικά 40.000 στρατός ενωμένος χωρίς ενδοκομματικές διαφορές που συνενώνει πολιτοφύλακες και μιλίτσιες. Η αισιοδοξία των Βάσκων είναι υψηλή. Ωστόσο οι Βάσκοι δεν έχουν αεροπλάνα και η Γερμανική αεροπορία στην Ισπανία υπό την πρόσφατη επωνυμία ''Λεγεών Κόνδωρ'' με απαίτηση του αρχηγού της Χιούγκο Σπέρλε εφοδιάζεται με νέας τεχνολογίας βομβαρδιστικά He-111B και Στούκας Ju-87B και C. 
Τα οχυρωματικά έργα φέρουν την πομπώδη επωνυμία ''σιδηρούς δακτύλιος'' αλλά είναι απλοί λάκκοι από μπετόν, δεν έχουν διάταξη σε βάθος και δεν είναι καν δακτύλιος, υπάρχει ακάλυπτη πλευρά την οποία επισημαίνει ο Μόλα. Οι επιθέσεις των Ju-87B είναι αρκετές για να διαλύσουν το πεζικό που κρατάει τα οχυρά και η αντίσταση μοιραία υποχωρεί. Εναγωνίως οι Βάσκοι ζητούν αεροπλάνα από την κυβέρνηση που όμως η ακτίνα δράσης απ την Μαδρίτη δεν επιτρέπει να φτάσουν. Ο αρχηγός της κυβερνητικής αεροπορίας, Χιδάλγο ντε Θισνέρος, τολμά να παίξει ένα διπλωματικό χαρτί. 
Διατάσσει ένα σμήνος να πετάξει στην Τουλούζη στη Γαλλία, να ανεφοδιαστεί επί τόπου και μετά να κάνει την υπόλοιπη διαδρομή προς Μπιλμπάο. Στις 8 Μαΐου 1937 τα αεροπλάνα προσγειώνονται όντως στο Γαλλικό αεροδρόμιο όπου τους δέχονται από αδιάφορα έως φιλικά και ο ανεφοδιασμός προχωράει, όταν λες κι από ''θαύμα'', η ΚτΕ επεμβαίνει. Ένας Γάλλος λοχαγός συνοδευόμενος από ένα Ολλανδό συνταγματάρχη παρατηρητή ''Μη Επέμβασης'' εμφανίζονται εξοργισμένοι διατάσσοντας την άμεση αποχώρηση των αεροπλάνων πίσω στην Βαρκελώνη ειδεμή θα επιβληθεί κατάσχεση. 
Τα πληρώματα δικαιολογούνται ότι αυτό δεν γίνεται τόσο άμεσα όσο τους το απαιτούν, αλλά οι παρατηρητές είναι αποφασισμένοι που τους πείθουν να φύγουν όπως, όπως. Τελικά μία 10άδα I-16 με έξτρα δεξαμενές και αποφασισμένους πιλότους ζητούν να τολμήσουν το επιχείρημα από τη Μαδρίτη και αφού σημαδεύουν κάποια πεδία αναγκαστικής προσγείωσης μακριά από τα Φρανκικά στρατεύματα φτάνουν με τις τελευταίες τους σταγόνες σε Βασκικό έδαφος. Ωστόσο η σύγκριση των δυνάμεων με την Κόνδωρ είναι τόσο άνιση που τα 10 αυτά αρκούντο μόνο για μια μέρα αερομαχιών, αλλά καταφέρνουν και επιζούν ως τις 6 Ιουνίου 1937. 
Ένα θαύμα που όμως δεν αλλάζει την πραγματικότητα, οι Βάσκοι δεν θα αντέξουν. Οι Άγγλοι θα δεχτούν μόνο να φυγαδεύσουν λίγα γυναικόπαιδα πριν την πτώση, τα οχυρώματα διαρρηγνύονται στις 12 Ιουνίου 1937, ακολουθούν συνεχείς φρικιαστικές εκτελέσεις ακόμα και κατά την λιτανεία της Παναγίας στις 15 Αυγούστου παρουσία ιερέων. Ο Ιταλός στρατηγός Μαντσίνι που παρίσταται αδυνατεί να προσφέρει προστασία στους αιχμαλώτους και αποστέλλει επιστολή αγανάκτησης στον Μουσολίνι.

Το πρώτο μέλημα του Φράνκο είναι να ξαναρχίσει γρήγορα η παραγωγή ατσαλιού και το καταφέρνει μόλις μέσα σε 1 μήνα. Ο ντε Λιάνο στην Ανδαλουσία έχει πετύχει επίσης την ανάκαμψη της γεωργικής παραγωγής στα προπολεμικά επίπεδα και με τιμές εξαγωγής ακόμα μικρότερες λόγω υποτίμησης του νομίσματος από τον πόλεμο και τα δύο αυτά προϊόντα ενδιέφεραν πολύ την Αγγλία.

Ο Βομβαρδισμός της Γκερνίκα (Γκουέρνικα)

Μια πόλη που άφησε ιστορικό όνομα αλλά που για τον πόλεμο στον βορρά δεν παίζει κανένα ρόλο, είναι μακριά απ το Μπιλμπάο, ανοχύρωτη και χωρίς πολεμικό ενδιαφέρον. Στις 26 Απρίλη 1937, το μεσημέρι την ώρα της αγοράς τα σμήνη της ''Κόνδωρ'' κυρίως He-111B την εξαφανίζουν απ το πρόσωπο της γης σκοτώνοντας 1685 και τραυματίζοντας 900 απ τους 7000 κατοίκους. Τον στόχο διάλεξε μάλλον ο Μόλα, η πόλη είναι η αρχαία πρωτεύουσα των Βάσκων αλλά οι Γερμανοί δοκιμάζουν την νέα τεχνική η οποία αποδεικνύεται από τον συνδυασμό εκρηκτικών κι εμπρηστικών βομβών και την συνεχή χρήση των αμυντικών πολυβόλων των αεροπλάνων εναντίον του πλήθους. 

Καιρό αργότερα σχολιάστηκε λεπτομερώς η επιχείρηση αυτή και μερικοί προσπάθησαν να δικαιολογήσουν ότι η Λουφτβάφε διέθετε πραγματικό στρατιωτικό στόχο. Τελικά αποδείχτηκε ότι την διαταγή είχε δώσει το Φρανκικό επιτελείο και την γνώριζε καιρό προτού γίνει, δεν ήταν πρωτοβουλία των Γερμανών, οι οποίοι όμως την εξετέλεσαν κι μελέτησαν τα αποτελέσματά της με σκοπό να βελτιώσουν τις μεθόδους τους . Οι Γερμανοί συνέλαβαν την αεροπορία κυρίως σαν όπλο υποστήριξης του πεζικού στο μέτωπο αλλά αρκετοί της Βέρμαχτ δεν είχαν πειστεί για την αποτελεσματικότητά της, χρειαζόταν λοιπόν ένα τεστ. 
Οι πολεμικοί ανταποκριτές μένουν έκθαμβοι. Το απόλυτο όπλο ανακαλύφθηκε και οι Γερμανοί το έχουν. Την θεωρία του ''area bombing'' που είχαν θεωρητικά αναπτύξει οι Άγγλοι αλλά χωρίς ποτέ να την πραγματοποιήσουν κάνει την πρεμιέρα της, την ώρα μάλιστα που υποβόσκει ένας παγκόσμιος πόλεμος. Μερικοί στρατιωτικοί ριγούν. Παρόλα αυτά για μια ακόμη φορά τα συμπεράσματα είναι επιπόλαια. Η παντελής έλλειψη αντίπαλων καταδιωκτικών δεν σχολιάζεται. Θα χρειαστεί η ώρα της Μάχης της Αγγλίας για να γίνει αυτό αντιληπτό. greekworldhistory.blogspot.gr
ΧΑΡΤΕΣ








ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ