Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Ο Έλληνας εργαζόμενος μετατρέπεται σε...Κινέζο, του Δημήτρη Καζάκη

Κατάργηση κάθε έννοιας κατοχύρωσης του εργαζόμενου στις εργασιακές του σχέσεις, ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα, μείωση υπερωριακών αποδοχών, όχι όμως και των υπερωριών, που απελευθερώνονται μαζί με το ωράριο εργασίας, νέες ανατροπές στο ασφαλιστικό, αυξήσεις τιμολογίων ΔΕΗ και εισιτηρίων συγκοινωνιών, απελευθέρωση «κλειστών επαγγελμάτων» και αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, πλήρης διάλυση του ΟΣΕ με απολύσεις, περιορισμό αποδοχών και παρεχόμενων υπηρεσιών, ολοκληρωτική κατάργηση της υγείας ως δημόσιου αγαθού, διάλυση των ΟΤΑ, είναι μερικές μόνο από τις επιταγές του επικαιροποιημένου μνημονίου.

Του Δημήτρη Καζάκη, από το Ποντίκι της 28/08/2010

Ταυτόχρονα σχεδιάζεται νέα επιδρομή στο λαϊκό εισόδημα με την αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ από το 11% στο 23% σε βασικά είδη πλατιάς κατανάλωσης, τα οποία βαρύνουν τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος γύρω στο 60%. Μόνο από αυτή την κίνηση τα πιο φτωχά νοικοκυριά πρόκειται να χάσουν τουλάχιστον 7% της τρέχουσας αγοραστικής τους δύναμης.

Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά,
με βάση την επίδραση που είχε μέχρι τώρα η εφαρμογή του μνημονίου στη ραγδαία επιδείνωση της ύφεσης, υπολογίζεται ότι θα επιταχύνουν τη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας, ειδικά στο επίπεδο της κατανάλωσης και στους τομείς της παραγωγής, τουλάχιστον κατά 3% με 4% έως το τέλος του έτους, δεν φαίνεται να απασχολεί ούτε την κυβέρνηση ούτε την τρόικα. Και γιατί να τους απασχολεί; Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα του μνημονίου δεν είναι η «ανάταξη της ελληνικής οικονομίας», όπως συχνά λέγεται, αλλά η προστασία των ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ.
Αυτός είναι ο λόγος που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ζήτησαν επίμονα την επικαιροποίηση του μνημονίου με ταχύτερα βήματα περικοπών και λιτότητας. Στόχος τους είναι ο ακόμη ταχύτερος περιορισμός του δημόσιου ελλείμματος της Ελλάδας, ώστε να δοθεί η ψευδαίσθηση ότι η ευρωζώνη «ανακάμπτει» από τη «δημοσιονομική κρίση» και επομένως να ενισχυθεί στις αγορές συναλλάγματος η αξία του ευρώ.

Τώρα, αν στην προσπάθεια αυτή η ελληνική οικονομία
και μαζί μια σειρά άλλες χώρες της ευρωζώνης με ανάλογα προβλήματα οδηγηθούν στην καταστροφή και τη διάλυση, δεν πειράζει, αρκεί οι τράπεζες και το ευρώ να είναι καλά.
Όσο για την ανάπτυξη, αυτή έχει πλέον ανοικτά ταυτιστεί με τις απελευθερώσεις, τις απορρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα των πάντων. Για κάποιον τερατώδη και διεστραμμένο λόγο, που θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, θεωρείται ότι το να καταργηθεί κάθε έννοια ουσιαστικού ελέγχου στην οικονομία, να απελευθερωθεί η αγορά και η αυθαιρεσία να μετατραπεί σε ασυδοσία, να βγει στο σφυρί ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα και να μετατραπεί ο Έλληνας εργαζόμενος σε Κινέζο από άποψη μεροκάματου, εργασιακών συνθηκών και σχέσεων, θα προσελκύσει ξένα κεφάλαια και επενδύσεις ώστε να υπάρξει ανάπτυξη στην Ελλάδα.
Το «μοντελάκι» αυτό υπήρξε πολύ της μόδας, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, σε Λατινική Αμερική, Αφρική, ΑσίαΚεντρική Ευρώπη. Εκεί δηλαδή όπου οι χρεοκοπίες και οι καταρρεύσεις ολόκληρων χωρών αποτέλεσαν μέχρι σήμερα τον κανόνα. Αυτό που απέδειξε είναι ότι ταιριάζει γάντι μόνο σε «τριτοκοσμικές» οικονομίες, όπου η απόλυτη διαφθορά και η ασυδοσία των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών κύκλων βασιλεύει πάνω σε μια κυριολεκτικά διαλυμένη κοινωνία της απέραντης φτώχειας και εξαθλίωσης. και
Στο σημείο αυτό έχει σημασία να τονίσουμε ότι την πρωτοβουλία για την επικαιροποίηση του μνημονίου την είχε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ. Το ΔΝΤ, αντίθετα, δίνει μικρότερη έμφαση στην ταχύτητα επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και περισσότερη στις αποκαλούμενες «διαρθρωτικές αλλαγές», δηλαδή στο ξεπούλημα της χώρας και το άνοιγμα των αγορών. Μάλιστα οι αναλυτές του διαμηνύουν σ’ όλους τους τόνους ότι μια όλο και πιο αυστηρή «δημοσιονομική προσαρμογή», που ζητούν επίμονα η Ε.Ε. και η ΕΚΤ, μπορεί να φέρει ξαφνικά την κυβέρνηση αντιμέτωπη με ένα οργισμένο πλήθος. Και τότε τι γίνεται;
Αμερικανική ειρωνεία!
Είναι καιρός λοιπόν να τελειώνουμε με τις αυταπάτες περί «καλής» Ε.Ε. και «κακού» ΔΝΤ. Τον Ιανουάριο του 2009 ο πρόεδρος της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί συγκέντρωσε στη Στρατιωτική Σχολή του Παρισιού τους πιο επιφανείς ηγέτες της πολιτικής και των επιχειρήσεων στην Ευρώπη για να τους μιλήσει για τον «χρηματιστικό καπιταλισμό» που ευθύνεται για την παγκόσμια κρίση:

«Ο χρηματιστικός καπιταλισμός είναι ένα σύστημα
που δίνει προτεραιότητα στον κερδοσκόπο έναντι του επιχειρηματία, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, στο κυκλοφορούν κεφάλαιο έναντι του κεφαλαίου ως επένδυση, στο βραχυπρόθεσμο έναντι του μακροπρόθεσμου, στους δείκτες του πλούτου έναντι του αληθινού πλούτου, με τους δείκτες να μετρούν περισσότερο από τον ίδιο τον πλούτο.
Ο καθαρός χρηματιστικός καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ανευθυνότητας και θα χρησιμοποιήσω μια ισχυρή φράση: είναι ένα σύστημα όπου η ανήθικη λογική της αγοράς δικαιολογεί τα πάντα. Είναι ένα σύστημα όπου το χρήμα πάει στο χρήμα, όπου η εργασία βλάπτεται, όπου η παραγωγή βλάπτεται, όπου η επιχειρηματικότητα βλάπτεται».
Ο Σαρκοζί τότε μιλούσε μπροστά σ’ ένα ακροατήριο όπου βρίσκονταν η Γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ, ο Βρετανός πρώην πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου κ.ο.κ. Όλοι τότε συμμερίζονταν την καταδίκη αυτού του «χρηματιστικού καπιταλισμού», τον οποίο οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες ταύτιζαν με το αγγλοσαξονικό ή αμερικανικό «μοντέλο» των ασύδοτων αγορών για να το αντιπαραθέσουν στο «ευρωπαϊκό μοντέλο» της κοινωνικής ευαισθησίας και ανοχής. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Ενάμιση χρόνο αργότερα η Ε.Ε., και κυρίως η ευρωζώνη,
έχει μεταβληθεί σε λίκνο των πιο άγριων πολιτικών του «χρηματιστικού καπιταλισμού». Μάλιστα, είναι τέτοια η προσήλωσή της, τέτοια η εμμονή των οργάνων και των ηγετών της στον «καθαρό χρηματιστικό καπιταλισμό», όπως τον περιέγραφε τότε ο Σαρκοζί, ώστε κάνει ακόμη και τους πιο ακραίους οπαδούς των «ανοιχτών αγορών» στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού να ωχριούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο «Economist» (17.8) έγραφε ειρωνικά:

«Οι Αμερικανοί σχολιαστές φαίνεται να διασκεδάζουν πολύ
με το να παρακολουθούν τους Ευρωπαίους να “διαλύουν” τα δικά τους συστήματα κοινωνικής ευημερίας, την ίδια στιγμή που η Αμερική υιοθετεί ένα καθολικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης ευρωπαϊκού τύπου. Δεν ήταν παρά ένας χρόνος πριν που οι ηγέτες της Ευρώπης τα έριχναν στην αμερικανική λογική της ελεύθερης αγοράς και δήλωναν ότι ο αχαλίνωτος καπιταλισμός είναι τελειωμένος»!

Πραγματισμός και φανατισμός

Σήμερα η Ε.Ε. και κυρίως η ευρωζώνη είναι ο παράδεισος του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού που εφαρμόζεται με τον πιο στυγνό και αδυσώπητο τρόπο εναντίον των εργαζομένων, των λαών και των χωρών της Ένωσης. Με πρώτη την Ελλάδα. Κι αυτό δεν οφείλεται στην όποια «μεταστροφή» των ηγετών και των κυβερνήσεων της Ε.Ε., ούτε στον κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό, αλλά στο γεγονός ότι ολόκληρο το οικοδόμημα έχει ταυτιστεί σε απίστευτο βαθμό με τις πιο παρασιτικές και κερδοσκοπικές μορφές κεφαλαίου, που σήμερα εκφράζονται πρώτα και κύρια από τα τερατώδη τραπεζικά συγκροτήματα.

Γι’ αυτό και οι ευρωκρατούντες εμφανίζονται σήμερα
πολύ πιο ακραίοι και αδίστακτοι σε σύγκριση ακόμη και με το ΔΝΤ, το οποίο γνωρίζει εκ μακράς πείρας ότι:
«Η εμπειρία πολλών προσαρμογών έχει δείξει πως η πολιτική επιτυχία της προσαρμογής βασίζεται σε μια σειρά συμβιβασμών και στον πραγματισμό... Καθώς η οικονομική κατάσταση εξελίσσεται, με την κοινή γνώμη και την πολιτική κατάσταση να αλλάζει από τη μια εβδομάδα στην άλλη, η πιο αποτελεσματική στρατηγική είναι εκείνη του πραγματισμού: η αυστηρή εφαρμογή ενός προγράμματος σημείο προς σημείο είναι πολιτικά επικίνδυνη. Ενώ οι στόχοι της προσαρμογής θα πρέπει να επιδιώκονται με κάθε θυσία, η επιλογή των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν πρέπει να παραμένει ανοιχτή σε όλες τις περιπτώσεις».
Αυτό συνιστούσε μια μελέτη του ΟΟΣΑ το 1996 σχετικά με την «πολιτική εφικτότητα» των Προγραμμάτων Διαρθρωτικής Προσαρμογής, που εφάρμοζαν κατά κόρον το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα στις χώρες του «Τρίτου Κόσμου» από τη δεκαετία του 1980. Είναι ακριβώς η ίδια πολιτική που εφαρμόζεται και σήμερα στην Ελλάδα σαν... διέξοδος από την κρίση.
Αυτό είναι που ανησυχεί σοβαρά και τους «βετεράνους» αυτών των προγραμμάτων εξ Ουάσιγκτον. Ένας από αυτούς, ο Ίρβιν Στέλζερ, που αρθρογραφεί τακτικά στην «Wall Street Journal», έγραφε στις 9.8, ανήσυχος για την επιμονή της τρόικας και ιδίως της Ε.Ε. στην αυστηρή εφαρμογή του μνημονίου:
«Το μέγεθος του έργου είναι αποθαρρυντικό. Η λιτότητα θα στερήσει γύρω στο 10% από το ΑΕΠ, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις θέσεις εργασίας. Και παρ’ όλα αυτά θα αφήσει την Ελλάδα με μη διαχειρίσιμα επίπεδα χρέους και πληρωμής τόκων. Ευτυχώς για την Ελλάδα, στη διαπραγμάτευση ανάμεσα στους διασωθέντες και τους διασώστες έχει το πάνω χέρι. Το κόστος μιας πτώχευσης για την Ελλάδα είναι σχετικά ασήμαντο σε σύγκριση με το κόστος για τους πιστωτές της, κυρίως τις ευρωπαϊκές τράπεζες, που είναι απρόθυμες για μεγάλες διαγραφές ομολόγων. Ενώ το πολιτικό κόστος για τους ευρωκράτες, επειδή στάθηκαν ανίκανοι να προλάβουν την πτώχευση ενός από τα πιο μικρά μέλη τους, είναι απαράδεκτο.
Για να μην αναφέρουμε τις συνέπειες στη δυνατότητα των άλλων χωρών του Club Med να συνεχίσουν με την ίδιαμπορεί να αποφασίσει, αν αναγκαστεί, να υποχωρήσει μπροστά σε ένα αγριεμένο πλήθος και να αναιρέσει τις υποσχέσεις της για λιτότητα, περνώντας το κόστος της παλαιότερης ανηθικότητάς της στον Γερμανό και τους άλλους φορολογούμενους της ευρωζώνης ή στους πιστωτές της. Πάνω από το 95% του ελληνικού χρέους έχει εκδοθεί στην Ελλάδα και υπόκειται στους νόμους περί ασυλίας λόγω κυριαρχίας, οι οποίοι περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές στους δύστυχους πιστωτές που μπαίνουν στην ουρά για το κούρεμά τους». πρόοδο να προσφεύγουν στις διεθνείς αγορές χρέους. Έτσι η ελληνική κυβέρνηση
Ο φόβος της πτώχευσης

Το πρόβλημα που ανησυχεί αναλυτές σαν τον Στέλζερ
και τις αγορές, που έχουν εκτοξεύσει τα spreads των ελληνικών ομολόγων στα ουράνια με το 10ετές να έχει φτάσει (23.8) στις 896 μονάδες βάσης, παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της τρόικας, είναι ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν είναι διαχειρίσιμο και δεν πρόκειται να γίνει διαχειρίσιμο με την εφαρμογή του μνημονίου ακόμη κι αν επιτευχθούν όλοι οι στόχοι του.
«Οι αγορές υποψιάζονται ότι η Ελλάδα θα αναγκαστεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της αργά ή γρήγορα και οι κάτοχοι ομολόγων θα είναι οι χαμένοι. Δεν πιστεύουν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ με τις παρούσες συνθήκες είναι οικονομικά βιώσιμη. Η χώρα δεν διαθέτει την ελευθερία που χρειάζεται για να βγει από την κρίση», δήλωσε ο Στέφεν Λιούις της Monument Securities (Telegraph, 19.8).
Με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τη συμπεριφορά των αγορών και η High Frequency Economics (Bloomberg, 19.8), ενώ ο Καρλ Ουάινμπεργκ της Valhalla δήλωσε τα εξής:
«Η καταιγίδα είναι εστιασμένη στα ομόλογα που λήγουν το 2014, τον πρώτο χρόνο που η Ελλάδα θα διακόψει τη γραμμή ζωής με το χρήμα του ΔΝΤ και της Ε.Ε. Ώσπου να τελειώσουν με τη διόρθωση της Ελλάδας το 2013, το χρέος της θα έχει αυξηθεί στα 340 δισ. ευρώ. Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι η Ελλάδα θα είναι σε καλύτερη θέση να εξυπηρετήσει και να καλύψει τα 340 δισ. ευρώ σε σταθερού εισοδήματος χρεόγραφα απ’ ό,τι όταν είχε να διαχειριστεί 270 δισ. ευρώ».
Αυτός είναι ο βασικός λόγος που τα τριετή και τετραετή ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου έχουν επιτόκια που έχουν εκτιναχθεί κοντά στο 12%, έναντι του 10ετούς που έφτασε αισίως το 10,75%.
Τι ακριβώς φοβούνται οι αγορές; Ότι η Ελλάδα θα αναγκαστεί, είτε κάτω από την πίεση ενός αγριεμένου πλήθους, είτε λόγω αδυναμίας διαχείρισης του χρέους της, να επικαλεστεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της και να προβεί σε μονομερή αναδιάρθρωση του χρέους της. Και μπορεί μια αναδιάρθρωση του χρέους να σημαίνει επίσημη πτώχευσηκανείς δεν γνωρίζει ποιος από τους κατόχους των κρατικών ομολόγων θα βγει χαμένος και ποιος θα βγει κερδισμένος. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις πτωχεύσεις. της χώρας, αλλά σε μια τέτοια περίπτωση
Ο... εφιάλτης της εθνικής κυριαρχίας
Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι από τον 19ο αιώνα έως σήμερα δεν υπάρχει μεγαλύτερος πονοκέφαλος, μεγαλύτερος εφιάλτης για τον κάτοχο κρατικών ομολόγων χρέους από την εθνική κυριαρχία της χώρας την οποία έχει δανείσει. Κι αυτό διότι, όπως μας εξηγεί μια σχετικά πρόσφατη μελέτη:
«Οι κρατικοί οφειλέτες προστατεύονται παραδοσιακά από την αρχή της (απόλυτης) ασυλίας λόγω εθνικής κυριαρχίας, η οποία δηλώνει ότι τα κράτη δεν μπορούν να μηνυθούν σε ξένα δικαστήρια δίχως τη συγκατάθεσή τους. Η αρχή πηγάζει από την ισότητα των κυρίαρχων εθνών στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου... Ωστόσο είναι σημαντικό ότι η ασυλία μπορεί να απεμποληθεί: ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί να συνάψει συμβατική σχέση με την οποία εθελοντικά να υπαχθεί στην αρμοδιότητα ενός ξένου δικαστηρίου στην περίπτωση μιας διένεξης» (Journal of Economic Literature, v. 47, Σεπτέμβριος 2009, σελ. 3).

Αν λοιπόν δεν έχει παραιτηθεί οικειοθελώς ένα κράτος
από την άσκηση της κυριαρχίας του και προχωρήσει σε πτώχευση ή άρνηση εξυπηρέτησης του χρέους του, οι δανειστές του είναι πολύ δύσκολο να καταφύγουν σε δικαστήρια άλλων χωρών ώστε να πάρουν μέτρα εναντίον του που αφορούν δεσμεύσεις ή δημεύσεις περιουσιακών του στοιχείων είτε στο εξωτερικό είτε, πολύ περισσότερο, στο εσωτερικό της χώρας.

Αν και η αρχή αυτή της (απόλυτης) ασυλίας λόγω εθνικής κυριαρχίας
δεν αποτελεί πανάκεια για μια χώρα στην αντιμετώπιση των δανειστών της, συνιστά την πιο βασική γραμμή άμυνάς της: χωρίς αυτήν χάνει κάθε δυνατότητα διαπραγμάτευσης προς το συμφέρον της.
Ο αγώνας των αγορών και των κατόχων κρατικών ομολόγων ήταν ανέκαθεν να μην επιτρέψουν σε μια χώρα να επικαλεστεί την ασυλία της λόγω εθνικής κυριαρχίας και να προχωρήσει σε μονομερή διαγραφή μέρους ή όλου του χρέους της. Ιδίως όταν έκρινε ότι το χρέος αυτό είναι «απεχθές» και η εξυπηρέτησή του υπονομεύει εκ των πραγμάτων την εθνική κυριαρχία της. Αυτό το κατορθώνουν με δυο κυρίως τρόπους:
● Με την επιβολή επίσημου χρεοστασίου υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης, που σήμερα ονομάζεται με τακτ «συντεταγμένη πτώχευση».
● Με την επιβολή δανειακών συμβάσεων όπου το κράτος - οφειλέτης απεμπολεί μονομερώς την ασυλία που του παρέχει η εθνική του κυριαρχία έναντι των δανειστών του. Όπως π.χ. έγινε με τη δανειακή σύμβαση που συνόδευε το μνημόνιο και αποδέχτηκε παράνομα και αντισυνταγματικά η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου.
Η Ελλάδα μπορεί να είναι μέλος της ευρωζώνης και με τις συνθήκες που έχει υπογράψει να έχει παραχωρήσει μέροςνόμισμα και τις πολιτικές που απορρέουν από αυτό, όμως δεν δεσμευόταν νομικά από αυτές στο πώς θα χειριστεί τα ομόλογα που είχε εκδώσει ως κράτος. Θα μπορούσε κάλλιστα να επικαλεστεί την ασυλία της εθνικής κυριαρχίας και να καλέσει σε διαπραγμάτευση τους κατόχους των ομολόγων της. της εθνικής της κυριαρχίας στην Ε.Ε.,
Βέβαια κάτι τέτοιο θα την έφερνε απευθείας σε μετωπική σύγκρουση με την Ε.Ε. και την ΕΚΤ, αλλά νομικά είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Αυτό φοβήθηκαν και οι ευρωκρατούντες γι’ αυτό και έστησαν τον «μηχανισμό στήριξης», επέβαλαν το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση. Όπως εύστοχα παρατήρησαν πρόσφατα και δυο γνωστοί μελετητές της Ε.Ε., ο Τσαρλς Μπλάνκαρτ και ο Έρικ Φάσεν (Schweizer Monatshefte, B. 978, 7.2010), «η Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη φερεγγυότητά της εκτός της νομισματικής ένωσης. Αυτό δεν το ήθελε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους έρχεται σε σύγκρουση με την εξουσία της και αυτή έπρεπε να διαφυλαχθεί με κάθε θυσία».
Έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση, όπου η χώρα ολόκληρη έχει δημευθεί και ο λαός της βρίσκεται κυριολεκτικά στο έλεος της τρόικας.

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

σύντροφοι»

Αναδημοσίευση από την Αυγή
(09/08/2009)

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Να πώς οι λέξεις εκδικούνται το νόημα. Από τη νεανική μου θητεία σε έναν από τους κομματικούς χώρους της αριστεράς, την πρώτη μεταπολιτευτική δεκαετία και λίγο μετά, συγκρατώ το ειδικό βάρος της λέξης «σύντροφοι». Τη χρησιμοποιούσαμε στην καθημερινότητά μας πολύ πιο συχνά απ’ όσο σήμερα ο μέσος νεοέλληνας χρησιμοποιεί το «μαλάκας» για να μιλήσει τρυφερά, σκληρά, αδιάφορα ή απλώς με κάποια χοντροκομμένη οικειότητα στους γύρω του. Αλλά η προσφώνηση «σύντροφε» δεν είχε την πολυποίκιλη απάθεια του «μαλάκα». Είχε μια φόρτιση, περιείχε έναν ισχυρό συμβολισμό που αφενός υπονοούσε την σκληρή περιπέτεια της αριστεράς στην Ελλάδα (οι «σύντροφοι» είχαν κάνει μαζί φυλακή, εξορία, είχαν υποστεί διώξεις ή είχαν χωρίσει δραματικά από άλλους «συντρόφους»). Και αφετέρου ήταν μια προβολή στο παρόν του γοητευτικού οράματος που μας έφερνε στην πολιτική περιπέτεια. Υπονοούσε την ουτοπία της κοινοκτημοσύνης – κι εδώ βοηθούσε η ετυμολογική ακρίβεια της ελληνικής λέξης: οι «σύντροφοι» συν-τρέφονται, μοιράζονται με δίκαιο τρόπο τ’ αγαθά που τους ανήκουν από κοινού ή δεν ανήκουν σε κανένα.
Με τον καιρό η λέξη υπέστη τη φθορά που υποστήκαμε όλοι μας: μεγαλώσαμε, σκορπίσαμε στο ταξικό σύμπαν, καθείς κατέλαβε τον κοινωνικό προορισμό που είχε ή επεδίωξε. Η κουλτούρα της λέξης «σύντροφος» έκανε ένα παράξενο «σουξέ», πέτυχε μιαν απήχηση αντιστρόφως ανάλογη από τις πολιτικές επιδόσεις της αριστεράς. Μπήκε στην κομματική, πολιτική και επαγγελματική αργκό πολλών χώρων, αναρριχήθηκε στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας- βοηθούσης και της μακράς ΠΑΣΟΚικής διακυβέρνησης. Κι έτσι σήμερα σχεδόν όλοι είμαστε «σύντροφοι»…
«Σύντροφο» αποκαλεί ο δεξιός υπουργός τον κολλητό του φαιοπράσινο δημοσιογράφο, «σύντροφοι» αποκαλούνται οι κατά συνθήκην ανταγωνιστές πολιτικοί των κομμάτων εξουσίας, «σύντροφο» αποκαλεί ο εργοδότης τον υπάλληλο όταν θέλει να του αποσπάσει τον υπερβάλλοντα ζήλο του ή απλώς να του ανακοινώσει την απόλυση. «Σύντροφοι» είναι και οι μικρομεσαίοι προμηθευτές του δημοσίου όταν κανονίζουν τις μικρές «Γιάλτες» στη διανομή έργων και προμηθειών. Να μην το υπερβάλλω κιόλας, δεν λέω ότι αλληλοαποκαλούνται «σύντροφοι» και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου ή της διοίκησης του ΣΕΒ στις συνεδριάσεις τους, αλλά θα έχετε αντιληφθεί κι εσείς αυτή την ευρύτητα στη χρήση της λέξης που περιλαμβάνει πια έναν σαρκασμό, έναν ευφημισμό γι’ αυτό που συμβόλιζε κάποτε: οι «σύντροφοι» συν-τρέφονται πάλι, αλλά εις βάρος των άλλων.
Δεν είναι ανεύθυνη η αριστερά γι’ αυτή τη στρέβλωση. Άλλωστε, η λέξη απλώς ακολούθησε τους χρήστες της, όλους όσοι εξαργύρωσαν την «επαναστατική» τους εκπαίδευση με μιαν επαγγελματική, επιχειρηματική ή πολιτική δεξιότητα. Αλλά, αυτός ο ευφημισμός στη χρήση της λέξης, έχει μια προϊστορία στην ίδια την αριστερά που πολλοί από μας τους σημερινούς μεσήλικες της μεταπολίτευσης απωθούσαμε πάνω στον νεανικό ενθουσιασμό: «σύντροφοι» ήσαν κι οι ναύτες της Κροστάνδης πριν πέσουν από τα πυρά των Μπολσεβίκων, «σύντροφοι» κι όσοι στήθηκαν στο εδώλιο και μετά στο εκτελεστικό απόσπασμα ως προδότες της επανάστασης ή πράκτορες του εχθρού της σοσιαλιστικής πατρίδας, «σύντροφοι» κι όσοι στέλνονταν προ συμμόρφωση στην εξορία, σύντροφοι όσοι διαγράφονταν, «σύντροφοι» και οι πρωταγωνιστές ομάδων και ρευμάτων πριν οδηγήσουν τις αντιθέσεις τους στη διάσπαση. Μετά την απομάκρυνσιν εκ του κομματικού ταμείου, οι «σύντροφοι» γίνονταν απλώς κύριοι. Ή μαλάκες… Εν ολίγοις, και για να είμαστε ειλικρινείς, η λέξη «σύντροφοι» είχε ενσωματώσει τη διάσταση του αποκλεισμού των άλλων πολύ πριν λεηλατηθεί από τον «ταξικό εχθρό». Ήταν ένα είδος σαβουάρ βιβρ των διαγραφών και των προγραφών...
. Η λέξη «σύντροφοι» επαναλαμβάνεται με ανησυχητική συχνότητα. Η ιδιοτέλεια του αλληλοαποκλεισμού δεν κρύβεται. «Ευχαριστούμε τον σύντροφο τάδε για τις υπηρεσίες του, στο καλό και να μας γράφει». Ή, «ο σύντροφος δείνα τότε είπε το εξής, το οποίο τον καθιστά αποδιοπομπαίο». «Δεν είναι ζήτημα προσώπων οι αντιθέσεις μας, αλλά καλό είναι οι σύντροφοι τάδε και δείνα να μας αδειάζουν τη γωνιά». Όλοι αλληλοαποκαλούνται «σύντροφοι» και ταυτόχρονα δείχνουν την έξοδο. Εμπρός και δεξιά. Ή αριστερά, κατά περίπτωση…
Δύσκολη, τελικά, η συνύπαρξη. Στα λίγα χρόνια του πειράματος ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι οι άνθρωποι και οι ομάδες που τον συγκρότησαν δεν εκπαιδεύτηκαν στην κουλτούρα της σύνθεσης. Η παράδοση του αποκλεισμού αποδείχτηκε βαθύτερη. Δεν είναι βέβαια η ενότητα ούτε αυτοσκοπός ούτε αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Και δεν αφορά απλώς τη στέγαση αδέσποτων οραμάτων και ρευμάτων, αλλά τη φιλοξενία αναγκών της κοινωνίας. Πρωτίστως του κόσμου της εργασίας, της νεολαίας, της ανήσυχης διανόησης. Οι «σύντροφοι» έμελλε να συναντηθούν στο πιο ενδιαφέρον πολιτικό εγχείρημα της τελευταίας εικοσαετίας, όχι για να καλύψουν τα υπαρξιακά τους κενά και να αθροίσουν τις μηδαμινότητές τους, αλλά για να παραγάγουν μια νέα αριστερή πολιτική. Η ενότητα είναι ένας συμβιβασμός υπέρ της κοινωνίας και όχι υπόθεση κομματικής επιβίωσης.
Αν χαθεί η ευκαιρία αυτή, δεν είναι βέβαιο ότι θα δοθεί άλλη σύντομα. Οι «σύντροφοι» θα αποστρατευτούν και η «συντροφία» θα απειληθεί με κοινοβουλευτική περιθωριοποίηση ή εξαφάνιση. Αυτοδικαίως το ΚΚΕ θα καταλάβει τα τελευταία εκατοστά του κενού. Αν και πιθανότατα το μεγαλύτερο μέρος του θα καταληφθεί εκ δεξιών. Απώλεια για την κοινωνία, αν και μην περιμένετε να πενθήσουν πολλοί γι’ αυτήν.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί; Αν ένα μικρό μέρος της ενέργειας που αναλώνουν οι «σύντροφοι» για τη νομή της μικροεξουσίας στην «συντροφία» διοχετευόταν στην παραγωγή πολιτικής, ίσως η κοινωνία έριχνε μια λοξή ματιά κατά δω. Ο κυριότερος αντίπαλος της αριστεράς είναι η πεποίθηση που εδραιώνεται στους πολίτες- όχι σαν επιδημία γρίπης, μα σαν καρκίνος- ότι δεν υπάρχει πολιτική πέρα από τον καπιταλισμό και τον δικομματισμό. Κι οι «σύντροφοι» δεν έχουν τίποτα πειστικό ν’ αντιτείνουν. Ή μήπως έχουν;

Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ αποσπασμα

Καταρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα.

Πρώτον, επειδή η αριστερά δεν είναι σε γυάλα, αποκλεισμένη από την κοινωνία, εντός της βρίσκονται και έντιμοι και ανέντιμοι άνθρωποι.
Δεύτερον, η αριστερά έχει ασκήσει και ασκεί εξουσία, και έχει διαχειριστεί δημόσιο χρήμα, που είναι δυνατόν να αποτελέσει πηγή διαφθοράς και ανεντιμότητας. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στην κυβέρνηση Τζανετάκη και την Οικουμενική, είκοσι χρόνια πριν, αλλά και στη δημοτική, στη νομαρχιακή, στην ιατρική και σε κάθε άλλη μικροεξουσία, της οποίας προΐστανται μέλη ή στελέχη της αριστεράς.
Τρίτον, ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί της αριστεράς είχαν και έχουν ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν στην καπιταλιστική αγορά, συνάπτουν οικονομικές σχέσεις και με το δημόσιο τομέα και αξιοποιούν επιχειρηματικά δημόσιο χρήμα προς ίδιο κομματικό συμφέρον. Και όλα αυτά συνιστούν μια πραγματικότητα που δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε ηθική διάβρωση και διαπλοκή αλλά αποτελούν αναγκαίους όρους γι αυτήν.

Απέναντι στην ενδεχόμενη ηθική διάβρωση θα πρέπει επίσης να είναι ξεκάθαρο ότι οι έντιμοι πολίτες οφείλουν να εγκαλούν δημόσια και να ελέγχουν τους ανέντιμους. Και αυτό αποτελεί χρέος τους ως πολιτών και όχι ως αριστερών. Επίσης, κάθε πολιτικός σχηματισμός της αριστεράς πρέπει να διεξάγει ένα διαρκή δημόσιο αγώνα στο εσωτερικό του ενάντια σε ενδεχόμενη ανεντιμότητα των μελών και των στελεχών του.

Ο αγώνας ενάντια στην ηθική διάβρωση είναι η βιτρίνα της αριστεράς είναι η συνεχής επιβεβαίωση της θέσης ότι η αριστερά δεν εντάσσεται στο καταρρέον πολιτικό σκηνικό, ότι δεν είναι ίδια με τους άλλους.

Βαλάντης Στεργίου
Νίκος Καρακώστας                                                                                                               http://noilacrisinonlapaghiamo-gr.blogspot.com/2009/07/blog-post_384.html

Άντε και έστριψα αριστερά. Πού παρκάρω; Απορίες μιας ανήσυχης φύσης.

Μεγαλώνοντας αναρωτήθηκα συχνά για την πολιτική μου τοποθέτηση. Γνώμη είχα.Και λόγο.

Κι ένα αίσθημα δικαιοσύνης και αντικειμενικότητας. Βρήκα κάποια ταύτιση και κοινά σημεία με κάποιους χώρους όμως πάντα κάτι με έκανε να παραμένω ανένταχτος. Σίγουρα είχα στρίψει αριστερά, όπως κάθε νοήμων άνθρωπος θα έπρεπε, μα ειλικρινά, τι σχέση είχα με τα παπαγαλάκια της ΚΝΕ που αντί για μυαλό είχαν σελίδες από το Κεφάλαιο, τοποθετημένες με καθολική λοβοτομή στα διαμερίσματα του εγκεφάλου τους; Πήγαινες να κάνεις μια συζήτηση και κατέληγες να σε αποκαλούν αιρετικό επειδή δεν δεχόσουν άκριτα τις θέσεις του κόμματος.

Αργότερα, ο κατακερματισμός της Αριστεράς θα μπορούσε να είναι και ανέκδοτο. Είχες να διαλέξεις ανάμεσα σε αρκετά παρακλάδια,τα οποία όμως στη δική μου κρίση, πιο πολύ ενδιαφέρονταν να αποδείξουν ποιος είνα πιο αριστερός από τον άλλο, κι όχι να βρεθεί λύση..

Κατέληξα στον ευρύτερο χώρο των αναρχικών/αντιεξουσιαστών. Όμως η θεωρία από την πράξη απέχει αρκετά, και όταν η πράξη περιλαμβάνει βία εγώ τρομάζω. Δεν μπορώ μέσα μου να δικαιολογήσω τη βία. Η μεγαλύτερη ήττα για έναν άνθρωπο είναι να αναγκαστεί να γίνει ίδιος με αυτά που πολεμάει.

Σε επίπεδο θεωρητικό πάντα θα με γοητεύει ο χώρος, πάντα θα βρίσκω τις αρχές της αυτοδιαχείρησης ανθρώπινες και ουσιαστικές. Όμως στο αστικό περιβάλλον που μεγαλώνω, αγοράζοντας τροφή από τα σουπερμαρκετ και τσιγάρα από το περίπτερο, αυτά ηχούν σαν θεωρίες ανεφάρμοστες κι εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να βάλω σε όλα φωτιά, για να γεννηθεί η κοινωνία από το μηδέν,όύτε και τα βουνά θέλω να πάρω να στήσω φάρμες αυτοδιαχειριζόμενες.

Και μετά από όλα αυτά έρχομαι στο σήμερα και απορώ.

Είναι δυνατόν σήμερα που ο κόσμος έχει βρεθεί ένα σκαλί πριν την εξαθλίωση, η Αριστερά να παραμένει κλεισμένη μέσα στο κουτάκι της εσωστρέφειας; Είναι δυνατόν σήμερα που οι μάσκες πέφτουν η μία μετά την άλλη, πιο γρήγορα κι από τα φθινοπωρινά φύλλα, η Αριστερά να μην υφίσταται ως αντιπρόταση; Είναι δυνατόν η πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα της ανθρωπιάς, της αξιοπρέπειας, του δικαιώματος στη ζωή κι όχι στην επιβίωση να χάσκει στα αζήτητα; Αν αύριο είχαμε εκλογές, πάλι κάποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα θα έβγαινε. και είναι δυνατόν αυτό να προβληματίζει τόσο έντονα εμένα κι όχι την ίδια την Αριστερά;

Και όμως είναι…και μάλλον για πολλούς λόγους. Πρώτον γιατί εδώ και χρόνια δεν υπάρχει ηγέτης παθιασμένος, φλογερός, να πάει μπροστάρης, να συνεπάρει, να εμπνεύσει. Ηγέτης, όχι αρχηγός ή ακόμα χειρότερα γραμματέας. Γιατί οι αρχηγοί διατάζουν και δεν γουστάρουμε, και οι γραμματείς είναι για να κρατάνε τα πρακτικά και να τηρούν τους κανόνες. Δεν κάνουν για οράματα, γιατί δεν έχουν οι ίδιοι.

Θα μου πεις, όπως πολύ σύχνα λένε και οι ίδιοι, η Αριστερά δεν είναι κόμμα εξουσίας. Και με αυτό το σλόγκαν επαναπαύονται δικαιολογώντας την παντελή έλλειψη διάθεσης για εκσυγχονισμό και ανανέωση. Τι εννοούν δηλαδή; Ότι αυτά που πρεσβεύουν είναι για τη μειοψηφεία; για ένα λούμπεν προλεταριάτο; Το μαγαζάκι έχει περιορισμένες δυνατότητες; Άπαξ και αυξηθεί η προσέλευση που θα τους βάλουμε; Το κόμμα του λαού, δεν μπορεί να έχει το χαμηλότερο ποσοστό. Δεν γίνεται. Ή όλοι έγιναν κεφάλαιο και μίκρυνε ο λαός, ή το κόμμα του λαού δεν εκφράζει το λαό…

Και στο ενδιάμεσο, στο διπλανό πιο trendy ελαφροαριστερό παράρτημα, ο νέος τραγουδιστής μαλώνει με το παλιό όνομα για τη θέση στη μαρκίζα. Με τόση λακ και ατσαλάκωτα μακό παιδιά, το πολύ πολύ να ρίξετε καμια γκόμενα ανυποψίαστη. Τον καπιταλισμό πάλι, δε νομίζω.

Το πιο τσιτάτο αριστερό απόφθεγμα ήταν ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Πολύ φοβάμαι ότι πλέον και η Αριστερά κατεληξε το όπιο της Αριστεράς..

Κείμενο της Antipoihsi -

αναδημοσίευση από το Γκράνμα

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

- ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ: σαν σύντομο ανέκδοτο

αναδημοσίευση από την Αυγή
Επειδή η ενότητα της αριστεράς έχει γίνει τον τελευταίο καιρό από πιπίλα και κόλπο έναντι των αριστερών και της κοινωνίας, μέχρι και ανέκδοτο για ορισμένους, επιθυμώ να μοιραστώ κάποιους προβληματισμούς μου, σκόρπιες σκέψεις, σε σχέση με το ζήτημα.

Ενότητα της αριστεράς σημαίνει την παραδοχή της ήττας της αριστεράς να οικοδομήσει αυτό που διακήρυξε - δηλαδή, μια κοινωνία κοινωνικής και οικονομικής ισότητας, δημοκρατίας και αλληλεγγύης - ως το κοινό στοιχείο όλων των ρευμάτων και όλων των αποχρώσεων αυτής είτε κατέλαβαν την πολιτική εξουσία, είτε απέτυχαν να το υλοποιήσουν.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει συνειδητοποίηση ότι η αποτυχία έχει βαθιές ρίζες τόσο σε θεωρητικές απόψεις όσο και σε νοοτροπίες που καλλιεργήθηκαν για χρόνια, και δεν είναι αποτέλεσμα ούτε της κακής συγκυρίας στην οποία επιχειρήθηκαν οι κοινωνικές αλλαγές, ούτε κάποιων κακών ηγετών που πρωτοστάτησαν και εξέτρεψαν τα κινήματα από τους αρχικούς τους στόχους, ούτε κάποιας εσφαλμένης ανάγνωσης των μαρξιστικών ευαγγελίων.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει συνειδητοποίηση της αποξένωσης της αριστεράς, των οραμάτων της, των αναλύσεων της και των όποιων πολιτικών της σχεδίων από τον ρου της κοινωνίας. Συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι οι λαοί παγκοσμίως «γυρνούν την πλάτη» στην αριστερά.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει παραδοχή της πολλαπλότητας στην έκφραση και στη δράση της σύγχρονης αριστεράς. Παραδοχή της ύπαρξης διαφορετικών ρευμάτων, που έχουν διαφορετικές απόψεις και προτάσεις, κάνουν διαφορετικές υποθέσεις, πειραματίζονται και ταυτόχρονα αναγνωρίζουν τη μερικότητα και την ισοτιμία τους.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει δημόσιος πολιτικός και θεωρητικός διάλογος, κριτική, αυτοκριτική, αποτίμηση, για όσα έχουν λεχθεί, έχουν γραφεί έχει πράξει η αριστερά, ή σε όσα έχει αποτύχει. Δημόσιος πολιτικός και θεωρητικός διάλογος για όλα όσα θέλει να πράξει η αριστερά και για την καθημερινή στάση και συμπεριφορά των ανθρώπων της μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει να προσδιορίζεις μέσα στην πολλαπλότητα των αριστερών, χωρίς εκβιασμούς και ψηφοφορίες, νέους κοινούς τόπους, κοινές απόψεις και προτάσεις, κοινές υποθέσεις, κοινούς πειραματισμούς, κοινά συμπεράσματα που να αφορούν την κοινωνία και να αντιστοιχούν σε κοινωνικά ρεύματα και όχι σε περιθωριακές ενδοαριστερές αντεγκλήσεις.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει μαζί με την κοινωνία, σημαίνει την προσπάθεια της αριστεράς να συνδεθεί ξανά με κομμάτια της κοινωνίας, με υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις που συγκροτούνται στη βάση συγκρούσεων και αντιθέσεων στο σύγχρονο καπιταλισμό. Σημαίνει την προσπάθεια της αριστεράς να εκπροσωπεί κάτι στην κοινωνία πέραν από μια παρακμασμένη πολιτική ταυτότητα.


Ενότητα της αριστεράς σημαίνει παραδοχή ότι η νέα αριστερά, τα καινούργια οράματα, τα καινούργια πολιτικά σχέδια, οι νέοι αριστεροί δεν θα προέλθουν από παρθενογένεση. Το παλιό θα συνυπάρχει για μεγάλες ακόμα περιόδους με το όποιο καινούργιο. Θα υπάρχουν πισωγυρίσματα και κάθε μέρα αυτό που προβάλλει ως νέο θα αντιμάχεται τα απλήρωτα δάνεια και τις συνήθειες από το παρελθόν. Η πρόκληση είναι το παρελθόν να μετατραπεί σε θετικό περιεχόμενο του νέου βιβλίου της αριστεράς με τίτλο «τι δεν πρέπει να κάνουμε».



Βαλάντης Στεργίου

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Τάκης Λαζαρίδης

 Τι μένει από την Αριστερά. Θα σας πω τη γνώμη μου ευθέως. Από την Αριστερά που γνωρίσαμε, την παραδοσιακή και επίσημη, δεν μένει τίποτα. Μένουν μόνο οι τραγικές θυσίες της. Και αυτές σαν βάρος στη συνείδησή μας.

Επειδή, όμως, ο κόσμος είναι γεμάτος αδικίες, ανισότητες, καταπιέσεις, αίμα και καταστροφές, το αριστερό αίτημα θα είναι πάντα ζωντανό και ενεργό. Ίσως γι’ αυτό το λόγο η ηττημένη και στη χειρότερη στιγμή της, εγκλωβισμένη στον αποπνικτικό κρατισμό «Αριστερά» είναι ιδεολογικά κυρίαρχη, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Τάκης Λαζαρίδης. Την άλλη Αριστερά μένει να την ανακαλύψουμε..."

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Για ένα βαζάκι μαρμελάδα... του ΑΝΔΡΕΑ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ

Ο ισχυρότερο όπλο του καπιταλισμού για να συντρίψει τον υπαρκτό (ή ανύπαρκτο) σοσιαλισμό ήταν ο καταναλωτισμός.

Εκείνο το άτιμο το μπλουτζίν... Τα ελαστικά καλσόν... Με τα οποία ο δυτικός τουρίστας μπορούσε να αγοράσει ερωτική συντροφιά. Να εξαγοράσει συνειδήσεις.


Η ΑΦΘΟΝΙΑ των αγαθών στα σουπερμάρκετ και τα πολυκαταστήματα, η δυνατότητα που σου πρόσφερε να μπεις και ν' αγοράσεις• αυτό ήταν και είναι το ισχυρότερο όπλο του καπιταλισμού. Η ελπίδα πως αν σπουδάσεις, εκπαιδευτείς, ρισκάρεις, θα 'χεις ευκαιρίες• θα 'ναι ανοιχτοί για σένα οι ορίζοντες. Ότι σ' αυτό το ελεύθερο ανταγωνιστικό περιβάλλον μπορεί να μην καταφέρεις ποτέ να γίνεις πολύ πλούσιος, ωστόσο είχες την (ψευδ)αίσθηση πως ένα μερίδιο σού αναλογεί απ' την ανάπτυξη και απ' τον πλούτο που θα παραχθεί.

ΕΝΩ στην ανατολική Ευρώπη στεκόσουν στην ουρά για να πάρεις με το δελτίο ένα κομμάτι ψωμί, στη δυτική έμπαινες στο σουπερμάρκετ και μπορούσες ν' αγοράσεις «του πουλιού το γάλα». Νίκησε ο καπιταλισμός γιατί έφτιαξε πιο δυναμική οικονομία, προόδευσε στην εκπαίδευση και στην τεχνολογία. Και κυρίως νίκησε γιατί έχτισε την καταναλωτική κοινωνία. Και την ονόμασε: «ελευθερία»...

ΟΙ άνθρωποι αποδέχονταν τις ανισότητες και τις αδικίες όσο το οικονομικό σύστημα τους εξασφάλιζε καλύτερα σπίτια, καινούργια αυτοκίνητα, ταξίδια, σχολεία για τα παιδιά... Αυτή ήταν η βασική ιδέα: ότι απ' τον ελεύθερο ανταγωνισμό όλοι, λίγο ή πολύ, θα έβγαιναν ωφελημένοι.

Η ανάπτυξη δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας, ενίσχυσε τα εισοδήματα και τις προσδοκίες των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και ο φτηνός τραπεζικός δανεισμός μεγάλωσε την αγοραστική τους δύναμη. Καινούργιο σπίτι, εξοχικό, αλλαγή αυτοκινήτου, σόπινγκ θέραπι... Μέχρι που ήρθε η ύφεση και η χρηματοπιστωτική κρίση και ο ένας χρωστάει στον άλλον κι αν πέσει κάποιος παρασύρει και πέφτουν μαζί του κι άλλοι...

Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ νίκησε γιατί υποσχέθηκε καλύτερη ζωή και ευημερία. Τις τελευταίες δεκαετίες τα κατάφερε φτιάχνοντας μια σαλταρισμένη καταναλωτική μεσαία τάξη με νέες τεχνητές όλο και αυξανόμενες ανάγκες.


ΤΩΡΑ ο καπιταλισμός έρχεται αντιμέτωπος μ' αυτούς που σαλτάρισε, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν έχει άλλο τρόπο επιβίωσης από το να μπει σε τροχιά ανάπτυξης και να ξαναπάρει μπροστά η καταναλωτική του μηχανή. Με δάνειο φτηνό, να πουλάς το παλιό και ν' αγοράζεις το καινούργιο μοντέλο, αυτοκινήτου, οτιδήποτε. Οταν σε πιάνει άγχος, ανία και πλήξη, να 'χεις λεφτά, κάρτες, να πας για σόπινγκ θέραπι. Ν' αγοράζεις κι άλλα μπλουζάκια για να μη φοράς τα περσινά που έφυγαν απ'τη μόδα...

ΑΝ οι νοικοκυρές του σουπερμάρκετ στέκονται μπροστά στα βαζάκια με τις μαρμελάδες, κοιτάζουν με λαχτάρα και δεν αγοράζουν, ο καπιταλισμός θα 'χει πρόβλημα. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα συμβεί, πάντως ο Πρετεντέρης δεν θα 'ναι σε θέση να το αναλύσει...


ΥΓ. Κι όπως είπε ο Βραζιλιάνος ογκολόγος και συγγραφέας Drauzio Varella: «Στις μέρες μας δαπανώνται πέντε φορές περισσότερα χρήματα για την ανδρική ανικανότητα και την προσθετική στήθους στις γυναίκες σε σχέση με αυτά που δαπανώνται για τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ. Ως εκ τούτου σε λίγα χρόνια θα 'χουμε ηλικιωμένους με τέλεια στύση και ηλικιωμένες με μεγάλα βυζιά που κανείς όμως δεν θα θυμάται σε τι χρησιμεύουν»...

ECSTATIC POETRY: Σχέσεις

ECSTATIC POETRY: Σχέσεις

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Πάμπλο»: ένας γνήσιος επαναστάτης απο TVXS.gr

Ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν τον Μιχάλη Ράπτη είναι και το θέμα της θρησκείας. Διαβάστε τι έγραφε σε ένα από τα κείμενά του για τη θρησκεία, το 1995:
Στην αρχή μιας νέας ιστορικής εποχής, ύστερα από την κατάρρευση του Ανατολικού χώρου, και την εκ βάθρων αναδόμηση του Κόσμου από τις νέες δυνάμεις που απέκτησε με την συλλογική της γνώση η Ανθρωπότητα στον τομέα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, βρισκόμαστε μπροστά στην έξαρση εθνικών, θρησκευτικών ολοκληρωτικού χαρακτήρα φανατισμών.
Επισημαίνουν μία γενικότερη στροφή προς διευρυνόμενη βαρβαρότητα.
Οι θρησκευτικοί φανατισμοί με προεξέχοντα αυτή την στιγμή τον λεγόμενο «Ισλαμικό φονταμενταλισμό», παρουσιάστηκαν πολλές φορές στην ιστορία όλων των Θρησκειών, σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, που απόρρεαν από μαζική εξαθλίωση και απελπισία ευρέων λαϊκών στρωμάτων.
Κάθε παροξυσμός εθνικός ή θρησκευτικός, είναι εκδήλωση βαθύτερης
κοινωνικής κρίσης, χωρίς άμεση διέξοδο.
Η «διέξοδος» επιχειρείται δια του παροξυσμού τέτοιων αρνητικών
φαινομένων.
Στο επίπεδο των θρησκευτικών παροξυσμών, πρέπει να γίνεται η βασική
διάκριση ανάμεσα σε Θρησκεία και Εκκλησία, η Θρησκεία η οποιαδήποτε Θρησκεία, ως έκφραση ιδεολογική, η Εκκλησία ως έκφραση χρησιμοποίησης της θρησκευτικής ιδεολογίας από το εκάστοτε κοινωνικό καθεστώς και κατεστημένο.
Η αναφορά στη θρησκεία ως «Όπιο του Λαού», ανάγεται σε δυο διαφορετικές έννοιες.
Αν η θρησκεία, θεωρηθεί ως μια υπαρξιακή εγγενής τάση του εξελισσόμενου ανθρώπινου όντος, τότε η αναφορά στον όρο «όπιο» έχει την έννοια μέσου καταπραύνευσης της υπαρξιακής ανησυχίας, που ελλοχεύει στον κάθε άνθρωπο.
Αν η Θρησκεία χρησιμοποιείται από το εκάστοτε κοινωνικό καθεστώς και το πολιτικό του κατεστημένο, τότε η αναφορά στον όρο «όπιο», μπορεί να εκληφθεί με την έννοια εσκεμμένης παραπλάνησης, που χρησιμοποιείται για την διατήρηση της «κοινωνικής ειρήνης».
Των Εκκλησιών, προηγούνται οι Θρησκείες, και των Θρησκειών, η
θρησκευτική έφεση του Ατόμου.
Το εξελισσόμενο ανθρώπινο ον, σε μια πρώτη φάση, τρομαγμένο από το
φυσικό του περιβάλλον, αναζητεί, αποδίδει σε εχθρικά «πνεύματα» και
«δαιμόνια» τα δεινά να αντιμετωπίζει και αδυνατεί σε ορθολογικές εξηγήσεις.

Σε μια ανώτερη φάση εξέλιξής του, δημιουργεί τους ανθρωπόμορφους θεούς «Καλούς» και «Κακούς».
Σε μια ακόμα πιο εξελιγμένη φάση τους φτάνει στη μονοθεϊστική πιο
εξαϋλωμένη αντίληψη.
Η όλη πορεία του ανθρώπινου όντος, όσο με την ορθολογική του σκέψη
κατανοεί περισσότερο, «δαμάζει» την Φύση, τον εαυτό του, την κοινωνία του, προχωρεί προς τις Θρησκείες και τις Εκκλησίες, κοινωνικά χρησιμοποιημένες, χωρίς να πάψει να κατοικείται από μια ακατανίκητη θρησκευτική έφεση, τείνουσα να πηγάζει κυρίως από το ανικανοποίητο μυστήριο που ανακαλύπτει ορθολογικά αναπτυσσόμενος, γύρω από τα «υπαρξιακά» του: την αρχή του, το τέλος, το νόημα της ζωής του.
Ο ασίγαστος αυτός προβληματισμός του, είναι στο βάθος της
«θρησκευτικότητάς» του, την οποία κάθε κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς, πρέπει να σέβεται και να της επιτρέπει την πιο ελεύθερη εκδήλωση, ως βασικής ατομικής ανάγκης και δικαιώματος.
Ο θρησκευτικός προβληματισμός δρα σαν καταπραϋντικό της εγγενούς
υπαρξιακής ανησυχίας, του «μυστηρίου» που περιβάλλει την εφήμερη ζωή μας ένα απέραντο Σύμπαν.
Δρα επομένως υπό αυτή την έννοια σαν «όπιο».
Υπ’ αυτή την έννοια δεν πρέπει να θεωρηθεί η εγγενής θρησκευτική έφεση του Ατόμου καταδιώξιμη και η Θρησκεία σαν καταδιώξιμο «ναρκωτικό», όπως ορισμένοι εξέλαβον την ρήση και του Μαρξ*: «Η Θρησκεία όπιο του Λαού».
Είναι βέβαιο ότι όσο η Κοινωνία διατηρείται, συνολικά κρινόμενη,
«προϊστορική» και «βάρβαρη» η θρησκευτική έφεση θα δυναμώνει, και
περισσότεροι άνθρωποι θα καταφεύγουν στην Θρησκεία, ακόμα υπό την
Εκκλησιαστική της περιβολή, ως καταπραϋντικό των βαθύτερων υπαρξιακών τους ανησυχιών.
Κανονικά όταν η θρησκευτική έφεση επικεντρώνεται στο «υπαρξιακό
μυστήριο», θα έπρεπε να οδηγεί σε μια μεγαλύτερη Αγάπη και Αλληλεγγύη των Ανθρώπων υποκείμενων στην ίδια «αδυσώπητη» όσο και «ανεξήγητη» «Ανάγκη», «Μοίρα», στην οποία και οι ίδιοι οι Αρχαίοι Θεοί υπέκειντο. Η παρεκτροπή σε θρησκευτικούς φανατισμούς είναι ακραία νοσηρή παρεκτροπή προς κάτι το εντελώς αντίθετο από την ουσία της «θρησκευτικότητας» ως εγγενούς έφεσης του εξελισσόμενου Ανθρώπινου όντος.
Κάτω από ένα έναστρο ουρανό το Άτομο βουβό έχει τη τάση να
αφουγκράζεται στη βαθειά Κοσμική σιγή, να προσπαθεί να διεισδύσει στο υπαρξιακό του μυστήριο.
Είναι τότε υπό την καταπραϋντική μαγεία της τέτοιας «θρησκευτικής»
περισυλλογής του. Και η οποία βέβαια βρίσκεται στα αντίθετα άκρα
θρησκευτικών φανατισμών που τους προκαλεί η κοινωνική του δυστυχία και αγανάκτηση και στον παρασυρμό των οποίων χάνεται οποιαδήποτε ανάταση του Ατόμου προς το «Ιερό Μυστήριο της ύπαρξής του», «Μυστήριο» που δεν έχει ανάγκη να λειτουργεί στα τεμένη των Εκκλησιών, αλλά στην αυτοσυγκέντρωση και αυτοπερίσκεψη του Ατόμου τις στιγμές που βρίσκεται αποδυόμενο από τις μικρότητες και ανοησίες της πεζής καθημερινότητάς του αντιμέτωπο με αυτό που θεωρεί το «υπαρξιακό του Μυστήριο».
Φεβρουάριος 1995
*Αλλά ο Μαρξ δίδει σ’ αυτή τη ρήση μια ίσως μονόπλευρη ψυχο-κοινωνική εξήγηση, παραλείποντας την προερχόμενη από την υπαρξιακή ανησυχία και προβληματισμό του Ανθρώπου.
Ο Μαρξ, επιμένει στην άποψη ότι η Θρησκεία είναι και διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής κοινωνικής απαθλίωσης του ανθρώπου, και επομένως ο Μαρξ δεν καταδικάζει ούτε την Θρησκεία, ούτε τον θρησκευόμενο άνθρωπο.
Η Θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του ανθρώπινου όντος, σ’ έναν κόσμο
χωρίς καρδιά, αλλά και το βάλσαμό του, όχι μόνο απέναντι στην κοινωνική του δυστυχία και αλλοτρίωση, αλλά και απέναντι στα ανεξήγητα υπαρξιακά του προβλήματα.

Ειδήσεις με στίγμα

Δύο ειδήσεις, την ίδια ημέρα.
Ικανές από μόνες τους να δώσουν την ιδεολογική κατεύθυνση και φιλοσοφία μιας ολόκληρης κυβέρνησης. Η πρώτη είδηση αναφέρει πως θα μειωθούν δραστικά φέτος οι προσλήψεις εκπαιδευτικών που θα κάλυπταν τα τεράστια κενά στα σχολεία. Τα σχολεία ανοίγουν σε λίγες ημέρες με 20.000 κενές θέσεις δασκάλων και καθηγητών. Ακόμη και όταν πραγματοποιηθούν οι μειωμένες προσλήψεις εκτάκτων, τα κενά θα παραμένουν σε 10.000-12.000 θέσεις. Η ίδια η υπουργός Παιδείας άλλωστε δήλωσε για το γεγονός ότι θα πρόκειται για τη δυσκολότερη χρονιά από τη μεταπολίτευση, καθώς θα έχουμε τους μισούς διορισμούς εκπαιδευτικών και παράλληλα μεγάλο αριθμό συνταξιοδοτήσεων (εκπαιδευτικοί που προσπαθούν να προλάβουν την εφαρμογή του αντι-ασφαλιστικού). Η δεύτερη είδηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ερχεται από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και αναφέρει ότι προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πρόσληψη 500 ειδικών φρουρών. Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο υπουργείο έκανε και αυτό εκπτώσεις στον αριθμό των αρχικά προγραμματισθεισών προσλήψεων ειδικών φρουρών. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε πως η κυβέρνηση συνολικά εκτιμά πως είναι προτιμότερο να παραμείνουν τεράστια κενά στα σχολεία και να υποβαθμιστεί ακόμη περισσότερο η παρεχόμενη παιδεία, παρά να μην προσληφθούν ειδικοί φρουροί, σε μια χώρα μάλιστα όπου εκατοντάδες αστυνομικοί έχουν διατεθεί σε επωνύμους κάθε είδους για να τους προστατεύουν! Τα συμπεράσματα ανήκουν στον καθένα...

«Να ελπίζουμε το καλύτερο, αλλά να δεχόμαστε το χειρότερο»! Β ικτωρα Νετα

Τον Φεβρουάριο του 1963 ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζ. Ρόμπερτ Μόσκιν στο πλαίσιο μιας μεγάλης έρευνας (που αναδημοσίευσε στην Ελλάδα η εφημερίδα «Ελευθερία») ζήτησε από είκοσι κορυφαίους ιστορικούς να διατυπώσουν προβλέψεις για την πορεία του κόσμου.
Οι ιστορικοί Εσμοντ Ράιτ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, Α.Π. Ρόουζ, καθηγητής στην Οξφόρδη, Σάμουελ Ελιοτ Μόρισον, Γουίλ Ντιούραντ και ο Γερμανός θεολόγος και φιλόσοφος Ραϊνχόλντ Νίεμπουρ προέβλεψαν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του μέλλοντος για την ανθρωπότητα θα είναι η κομμουνιστική Κίνα. Ο καθηγητής Μόρισον υποστήριξε ότι: «Ενας λόγος για τον οποίο ελπίζω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον πόλεμο με τη Ρωσία είναι ότι ο πραγματικός κίνδυνος είναι η Ερυθρά Κίνα. Θα ασκήσει μεγάλη πίεση για να επεκταθεί στη Σιβηρία ή στην Αυστραλία. Νομίζω ότι αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος του μέλλοντος». Και ο ιστορικός Γουίλ Ντιούραντ πρόσθεσε: «Αν καταπιαστούμε να καταστρέψουμε τη Ρωσία και εκείνη εμάς, ο Μάο Τσε Τουνγκ θα κέρδιζε τα πάντα. Οι Κινέζοι θα κληρονομούσαν τη Γη. Δεν είναι κακή ιδέα. Κάποτε είχαν λαμπρό πολιτισμό και θα μπορούσαν να τον ξανααποκτήσουν».
Η πρόβλεψη για την κυριαρχία της Κίνας στον κόσμο, όχι όμως με πολέμους και καταστροφές, αλλά με οικονομικά άλματα, επαληθεύεται έπειτα από περίπου μισό αιώνα. Ηδη το δεύτερο τρίμηνο του 2010 ξεπέρασε την Ιαπωνία και κατέλαβε τη δεύτερη θέση της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Προβλέπεται, μάλιστα, από οικονομικούς αναλυτές ότι η Κίνα ώς το 2027 θα εκτοπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πρώτη θέση της ισχυρότερης οικονομίας στον πλανήτη. Σε πολλά, αν όχι σε όλα, οι κορυφαίοι ιστορικοί της δεκαετίας του '60 έπεσαν έξω. Ολοι, ωστόσο, συμφωνούσαν ότι δεν είναι εύκολο να λύνονται τα προβλήματα της ανθρωπότητας και υπογράμμιζαν: «Πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε δίχως λύσεις. Πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε τη μια κρίση μετά την άλλη, ελπίζοντας για το καλύτερο, αλλά δεχόμενοι το χειρότερο».
Φτάσαμε, λοιπόν, στο χειρότερο, που δεν είναι η οικονομική κρίση, αλλά ο άμεσος κίνδυνος καταστροφής, αφανισμού του πλανήτη από την αλόγιστη εκμετάλλευση του πλούτου του και τον βιασμό της φύσης από την εγκληματική ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι μεγάλες κλιματικές αλλαγές είναι η εκδήλωση αντίδρασης, είναι η εκδίκηση της φύσης. Τιμωρεί τους βιαστές της με ξηρασίες, με πλημμύρες που σαρώνουν πόλεις και χωριά, προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και την εξαθλίωση εκατομμυρίων κατοίκων όχι μόνο υποβαθμισμένων, αλλά και αναπτυγμένων περιοχών.
Η σωτηρία του πλανήτη και της ζωής πάνω σ' αυτόν είναι τώρα πανανθρώπινη υπόθεση, που σημαίνει ότι χρειάζεται παγκόσμια συνεννόηση για να παραμεριστεί η απληστία του κεφαλαίου, να περιοριστούν τα αδηφάγα οικονομικά συμφέροντα και επιτέλους να σεβαστούν οι κυβερνήτες τον χάρτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που μένει ένα ευχολόγιο. Οι υπερδυνάμεις καταρρέουν από την αλαζονική τους συμπεριφορά, υποτιμούν την πραγματικότητα και επιμένουν στην αυτοκρατορική νοοτροπία. Παίζοντας τον προφήτη του μέλλοντος ο Χένρι Κίσινγκερ, στο βιβλίο του «Αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη; Για μια διπλωματία του 21ου αιώνα», γράφει στο κεφάλαιο «Συμπεράσματα» ότι: «Μερικοί Αμερικανοί θριαμβολογώντας για την ισχύ της χώρας τους, προτείνουν να υπάρξει η ρητή διαβεβαίωση ότι υφίσταται μια αγαθοποιός αμερικανική ηγεμονία. Αυτή, όμως, η φιλοδοξία θα υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να επωμισθούν ένα καθήκον το οποίο καμιά κοινωνία δεν κατάφερε ποτέ να διαχειριστεί με επιτυχία επ' άπειρον. Οσο ανιδιοτελείς και αν θεωρεί η Αμερική τους στόχους της, η κατηγορηματική επιμονή στην πρωτοκαθεδρία της θα ενώσει βαθμιαία όλο τον πλανήτη εναντίον της και θα την υποχρεώσει να επιβάλει τις απόψεις της, με συνέπεια να απομονωθεί και να εξαντληθούν οι πόροι της».
Ο Χένρι Κίσινγκερ κυκλοφόρησε το βιβλίο του το 2001. Την ίδια περίοδο και άλλοι Αμερικανοί «προφήτες» κυκλοφόρησαν παρόμοια βιβλία. Ο Σμπίγκνιου Μπρεζίνσκι το «Η Μεγάλη Σκακιέρα» (1998), ο Πολ Κένεντι το βιβλίο «Προετοιμασία για τον 21ο αιώνα» (1993). Οι εξελίξεις, όμως, με την οικονομική κρίση, που ξέσπασε στις ΗΠΑ και μεταδόθηκε στην Ευρώπη, όπως και με τη ραγδαία άνοδο της Κίνας στις πρώτες θέσεις των οικονομικών υπερδυνάμεων, ανέτρεψαν πολύ γρήγορα τις προβλέψεις για να επιβεβαιωθεί ότι «ουδείς μετά Χριστόν προφήτης». Ο κόσμος, όμως, δεν μπορεί να πορεύεται με προφητείες, ούτε και να ζει «τη μία κρίση μετά την άλλη», όταν θα πρέπει, επιτέλους, να γίνει σεβαστεί η ανθρώπινη αξία και να περιοριστούν η δυστυχία και η εξαθλίωση με δίκαιη διανομή του πλούτου του πλανήτη.
Το 1963, εκτός από τους απαισιόδοξους «προφήτες», που προέβλεπαν ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ανθρωπότητα την κομμουνιστική Κίνα, υπήρχαν και οι αισιόδοξοι, όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας Μίχαλ Λουνκ, που υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι το 2000 ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης. Εγραφε σε σειρά άρθρων του ότι το 2000 οι άνθρωποι θα εργάζονται 30 έως 36 ώρες την εβδομάδα και η πληρωμένη άδεια δεν θα διαρκεί λιγότερο από έναν μήνα και στις περισσότερες περιπτώσεις θα έφτανε τις 6 εβδομάδες. Προέβλεπε ακόμη ότι χάρη στον ελεύθερο χρόνο και την ικανοποιητική αμοιβή των εργαζομένων «ο τουρισμός, τόσο ο τοπικός όσο και εκείνος του εξωτερικού, θα έχει τοποθετηθεί στην πρώτη θέση όλων των δραστηριοτήτων».
Ο Πολωνός καθηγητής Μίχαλ Λουνκ έβλεπε τις εξελίξεις από τη θέση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Αλλα, όμως, ετοίμαζε ο καπιταλισμός, ο οποίος κατάφερε να καρπούται τη μερίδα του λέοντος από την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, που ήταν μια πανανθρώπινη κατάκτηση, χρηματοδοτημένη από τους λαούς με μεγάλες οικονομικές θυσίες. Κατάφερε ο καπιταλισμός να αποδεχτούν ακόμη και σοσιαλιστικές κυβερνήσεις το δόγμα ότι η λύση στην κρίση του είναι «περισσότερη εργασία με μικρότερη αμοιβή». Που σημαίνει περισσότερα κέρδη των ολίγων του πλούτου και περισσότερη εξαθλίωση των πολλών.
Οι ιστορικοί «προφήτες» του 1963 δικαιώνονται σε μια μόνο πρόβλεψή τους: «Πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε τη μια κρίση μετά την άλλη, ελπίζοντας για το καλύτερο, αλλά δεχόμενοι το χειρότερο». Αν το αποδεχτούμε, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας!

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

αριστερα

Ο όρος Αριστερά στην πολιτική, αναφέρεται κυρίως σε αντιλήψεις και θέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν «κοινωνικές». Στην πράξη είναι δυνατόν να αφορά διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή, ενώ συντίθεται από διάφορους πολιτικούς χώρους (από ακροαριστερούς ως κεντροαριστερούς, καλύπτοντας όλο το ενδιάμεσο φάσμα) που μπορεί να έχουν ακόμη και αντικρουόμενες απόψεις για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική οργάνωση.
Στη σημερινή εποχή η κοινή συνισταμένη των αριστερών πολιτικών απόψεων είναι η έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ισότητα, στην αλληλεγγύη, στην προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των βασικών αγαθών (π.χ. παιδεία, υγεία), στην περιβαλλοντική προστασία και στην εναντίωση απέναντι σε μία σειρά ανισωτικών αντιλήψεων, όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και η θρησκοληψία. Στην Αριστερά εντάσσονται συνήθως οι κομμουνιστικοί, οι αναρχοσοσιαλιστικοί, οι σοσιαλδημοκρατικοί και οι οικολογικοί πολιτικοί σχηματισμοί, ωστόσο υπάρχουν και ανεξάρτητοι φορείς που δεν αυτοπροσδιορίζονται με κάποιον από αυτούς τους όρους.
Σε κεντρική διαφορά μεταξύ όλων των τάσεων της Αριστεράς και της Δεξιάς έχει αναδειχθεί μετά τη δεκαετία του '70 ο βαθμός ελευθερίας της αγοράς: η Δεξιά προωθεί την ελαχιστοποίηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και τη μέγιστη ελευθερία της αγοράς και των ιδιωτικών κεφαλαίων με στόχο την αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η Αριστερά αντιπαραθέτει την ενίσχυση της κρατικής πρόνοιας προς ώφελος των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, τη διατήρηση ρυθμιστικών ελέγχων επί των αγορών και την προοδευτική φορολόγιση αναλογικά με το εισόδημα (ώστε οι πλουσιότεροι να επωμίζονται μεγαλύτερο φορολογικό βάρος). Πολλές αριστερές οργανώσεις (ελευθεριακές και μαρξιστικές) αποζητούν μακροπρόθεσμα την κατάργηση του καπιταλισμού και την εργατική αυτοδιεύθυνση στα μέσα παραγωγής.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ελευθεριακός σοσιαλισμός

Ελευθεριακός σοσιαλισμός


Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο ελευθεριακός σοσιαλισμός περιλαμβάνει μία ομάδα πολιτικών θεωριών που στοχεύουν σε μία αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία χωρίς κράτος, όπου οι άνθρωποι συνεργάζονται ελεύθερα ως ίσοι (αυτός είναι περίπου ο ορισμός που δίνει στην ιδεατή αταξική, κομμουνιστική κοινωνία ο Φρίντριχ Έγκελς[1]). Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί δίνοντας τον άμεσο έλεγχο των μέσων παραγωγής (π.χ. εργοστάσια, γαίες, μεγάλες επιχειρήσεις) και την ευθύνη των πολιτικών αποφάσεων στην εργατική τάξη ή, ευρύτερα, στην κοινωνία, η οποία θα τα διαχειρίζεται μέσα από αμεσοδημοκρατικές διεργασίες σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων. Πολλοί ελευθεριακοί σοσιαλιστές έχουν προτείνει την εθελοντική συνομοσπονδιοποίηση αυτών των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων σε περιφερειακό, ή και παγκόσμιο επίπεδο.
Ο πολιτικός χώρος του ελευθεριακού σοσιαλισμού θεμελιώνεται πάνω στις αξίες της αλληλεγγύης και της ελευθερίας. Στο πλαίσιό του δεν υπάρχει καμία κοινωνική, πολιτική ή οικονομική ιεραρχία, αλλά όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και συμμετέχουν ισότιμα στις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες. Ο ελευθεριακός σοσιαλισμός επομένως για την πραγμάτωσή του απαιτεί πολιτικά υποκείμενα με πίστη στις αξίες της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, απαλλαγμένα από την ανάγκη του να εξουσιάζονται απο κάποιον. Συνήθως απορρίπτει ρητά τόσο την ολιγαρχία όσο και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
Ιστορικά στον ελευθεριακό σοσιαλισμό συγκαταλέγονται τα κινήματα κοινωνικού αναρχισμού (π.χ. αναρχοκομμουνισμός) και ποικίλες τάσεις ελευθεριακού μαρξισμού (π.χ. ο συμβουλιακός κομμουνισμός, ο νεομαρξισμός, οι καταστασιακοί κλπ). Τα κινήματα και οι τάσεις αυτές αντιπαρατίθενται τόσο με τον «κρατικιστικό σοσιαλισμό» (κυρίως τον λενινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία), όσο και με τον φιλελευθερισμό[2][3]. Ο διαχωρισμός τους από τον κρατικιστικό σοσιαλισμό ανάγεται στη διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς, όταν οι αναρχικοί διαφώνησαν με το αίτημα των μαρξιστών για μία μεταβατική, μετεπαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου η οποία σταδιακά θα αυτοδιαλυθεί και θα οδηγήσει έτσι στην ακρατική κομμουνιστική κοινωνία[4].
Σήμερα, ο όρος ελευθεριακός χώρος ή αντιεξουσιαστικός χώρος χρησιμοποιείται ευρύτερα για να περιγράψει όχι μόνο τους επιγόνους του ιστορικού ελευθεριακού σοσιαλισμού, αλλά και για παρεμφερή πολιτικά κινήματα που απορρίπτουν ή επιχειρούν να υπερβούν τον κλασικό σοσιαλισμό από αντικαπιταλιστική και αντικρατική σκοπιά (π.χ. ο αναρχοατομικισμός, ο μετααριστερός αναρχισμός, το αυτόνομο κίνημα, η κοινωνική οικολογία κλπ). Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ο όρος ελευθεριακός ή δεξιός ελευθεριακός («libertarianism» ή «right libertarianism») χρησιμοποιείται εναλλακτικά και για να περιγράψει τον αναρχοκαπιταλισμό

Ο σταλινισμός στο DNA μας; του Κ. Ζαγάρα

Κοινή διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική και αδιαφορούν γι’ αυτή. Θα εθελοτυφλούσε κάποιος αν περίμενε τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου για να δει τα ποσοστά αποχής από τις κάλπες που ενδεχομένως θα σημειωθούν και θα είναι μεγάλα, ώστε να αποδείξει πως ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου απομακρύνθηκε και δεν συμμετέχει σε διαδικασίες που μέχρι τώρα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έπαιρνε μέρος.Του Κ. Ζαγάρα από την εφημερίδα "Αυγή".
Βέβαια όταν λέμε ότι οι μάζες αδιαφορούν για την πολιτική κινδυνεύουμε να περιπλέξουμε διαφορετικά φαινόμενα. Από τη μια πλευρά, έχουμε να κάνουμε με διαδικασίες και θεσμούς πολιτικού αποκλεισμού (π.χ. νέους, μετανάστες, γυναίκες κ.λπ.) και από την άλλη μεριά με διαδικασίες απομάκρυνσης ανθρώπων που συμμετείχαν ενεργά στο παρελθόν και τώρα αδιαφορούν γι’ αυτή. Στην τελευταία περίπτωση θα λέγαμε ότι δεν "έκαναν πέρα" γενικά και αόριστα οι πολίτες κάθε φύσεως, αριστεροί και δεξιοί. Εκείνοι που παίρνουν αποστάσεις «ασφαλείας» είναι κυρίως αυτοί που άσκησαν πολιτική τις προηγούμενες δεκαετίες και δεν είναι άλλοι, παρά οι αριστεροί. Η μετατόπιση των αριστερών σε πρακτικές και συμπεριφορές που προσιδιάζουν στη δεξιά δεν μπορεί να συμπυκνωθεί απλώς στην αιτιολογία ότι η ευτέλεια της ασκούμενης από τα κόμματα πολιτικής έκανε τον κόσμο να αηδιάσει μαζί της. Θα ήταν μέγιστο σφάλμα να σταθεί κανείς σε μια μονάχα αιτία για να ερμηνεύσει την απομάκρυνση των αριστερών από την πολιτική. Αντίθετα οι λόγοι που εξηγούν τη μη συμμετοχή τους, είναι σύνθετοι και πολύπλοκοι.
Δίπλα όμως στις ερμηνείες και τις αναλύσεις κοινωνιολόγων, επιστημολόγων και αναλυτών, επαρκείς ή ανεπαρκείς, για την απομάκρυνση των αριστερών από την πολιτική, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε αρκετές ακόμη. Ένα στοιχείο όμως που πρέπει ανάμεσα στα άλλα να παρατηρήσουμε είναι η στείρα και απωθητική πρακτική που διαπερνά στο σύνολό της την αριστερά στη χώρα μας, μια πρακτική που οφείλουμε να εγκαταλείψουμε. Μία καθημερινή συμπεριφορά μακιγιαρισμένη πολλές φορές, με το επικάλυμμα της δημοκρατίας και της ελεύθερης άποψης, αλλά βαθύτατα αντιδημοκρατική και ανελεύθερη. Αυτό που κάποτε ονομαζόταν «σταλινισμός», είτε φανερά είτε βουβά, συνεχίζει να αποτελεί συστατικό στοιχείο της αριστεράς, τόσο αυτής που έχει ως σημαία της τον σταλινισμό, όσο και της αριστεράς που τον έχει αποκηρύξει.
Στον πρόλογο των «Αντιδογματικών» του ο Τ. Μπενάς, ιστορικό στέλεχος της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς, γράφει πως «το δόγμα συνεχίζει να επιζεί και να ενεδρεύει, όχι μόνο στα παρασκήνια αλλά κυρίως στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής και της πληγωμένης μας καθημερινότητας». Είναι άραγε έτσι;
Το να μιλάει κάποιος για δογματισμό ή σταλινισμό σήμερα, φαντάζει σαν να πατάει επί πτωμάτων, σαν να προσπαθεί να λύσει τις διαφορές του με τα στοιχειά της ιστορίας. Αν μάλιστα αυτός είναι μεταξύ των 20 και των 30 ετών, φαίνεται να αναζητεί σκιάχτρα και σκελετούς στα σκονισμένα χρονοντούλαπα, ξεκομμένος από τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Κάποτε ο όρος «σταλινικός» αποτελούσε φόρο τιμής για τους κομμουνιστές του τόπου μας κι όχι μόνο. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς και περιουσία του Περισσού, που αναπολεί, κλεισμένος στα αδιαπέραστα τείχη του, τις ένδοξες στιγμές της κομμουνιστικής ιστορίας. Αντίθετα για μας, της «αντίπερα όχθης» αριστερούς, η έννοια αποτελεί «ύβρις», φαινόμενο μιας άλλης εποχής που στον βαθμό που υπάρχει είναι συνταγμένη κυρίως με το ΚΚΕ. Συνεπώς μπορεί ο καθένας μας με ασφάλεια να δηλώνει "αντισταλινικός" ή "αντιδογματικός" αλλά παράλληλα να συντηρεί συνήθειες ακραία δογματικές που είτε έχει αποκτήσει από την κομματική του διαδρομή είτε ως νεώτερος κληρονόμησε.
Δεν λείπουν όμως και οι περιπτώσεις εκείνες που οδηγούν στο αντίθετο άκρο. Τέτοιες είναι οι συμπεριφορές που θέλουν το αριστερό πρόταγμα να εξαντλείται σε έναν στείρο και ρηχό κινηματισμό, σε μια λατρεία «των δικαιωμάτων» σε έναν ελευθεριακό φετιχισμό, σε έναν αδιέξοδο μεταμοντερνισμό. Τέτοιες επίσης είναι και οι λογικές που επιδιώκουν να πράττουμε καθετί αντίθετο από το σταλινικό «αρχέτυπο», έχοντας την εντύπωση ότι έτσι ξεμπερδεύουμε μαζί του. Αποτέλεσμα αυτού είναι να φτάνουμε στο σημείο να αφαιρούμε από τη σκέψη μας την πάλη των τάξεων με την αιτιολογία ότι θυμίζει τον κοντόφθαλμο και αρτηριοσκληρωτικό σταλινισμό. Με την αντίληψη αυτή, η θεωρητική και πρακτική κληρονομιά του μαρξιστικού κινήματος πετιέται στον κάδο των αχρήστων, καθώς με τη χρήση του ο σταλινισμός της φόρτωσε διάφορα «κουσούρια».
Συνεπώς, δίπλα σε σωρεία αναλύσεων και κριτικών για το σταλινικό φαινόμενο, συχνά μας διαφεύγει μια άλλη πτυχή του, εξίσου σημαντική. Μία πτυχή που συνεχίζει αθόρυβα να διαιωνίζεται και να γίνεται πια αναπόσπαστο στοιχείο του DNA μας. Ένας σταλινισμός που ανθεί σε πρακτικές, συλλογικές και ατομικές, πολιτικές και οργανωτικές, ηθικολογικές και εθνολογικές. Ένας σταλινισμός που επιβιώνει στα “μικρά”, που μετατρέπει το λόγο σε ρητορεία, τη σκέψη σε ενοχή, την κομματική ζωή σε ρουτίνα, τη δράση σε αδράνεια και την πολιτικοποίηση σε απολιτικότητα, τη σύμπτωση απόψεων σε φραξιονισμό, τον φραξιονισμό σε παράσημο, τη συλλογικότητα σε ατομισμό, την κριτική σε αντικομματικότητα, τη δημοκρατία σε μονοληθικότητα. Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας άλλοι απογοητευμένοι σπρώχνονται στη ζεστασιά του καναπέ τους, κάποιοι επιλέγουν να παραμένουν μέλη υπό τον φόβο του κομματικά άστεγου και του κομματικού τους πατριωτισμού, άλλοι, υπερασπιστές της γραμμής, δίνουν μάχες κατά των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών και άλλοι συνεχίζουν να παλεύουν για την αλλαγή των συσχετισμών.
Αίτημα βασικό λοιπόν των καιρών, για την αριστερά και όχι μόνο, η πολιτικοποίηση της πολιτικής και η αποενεχοποίησή της. Η αποτίναξη του δογματισμού, δικού τους και δικού μας.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Ο Λένιν κατεβαίνει στην Κόλαση

Αφού έφερε εις πέρας τη Ρωσική Επανάσταση, κατάργησε τις ταξικές διακρίσεις και αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον κομμουνισμό, ο Λένιν τελικά πεθαίνει. Επειδή είναι άθεος και είχε καταδιώξει τους θρησκευόμενους, καταδικάζεται να πάει στην Κόλαση.
Φθάνοντας εκεί διαπιστώνει ότι η κατάσταση είναι χειρότερη κι από τη Γη: οι καταδικασμένοι υποβάλλονται σε απίστευτα βασανιστήρια, τα τρόφιμα δεν επαρκούν για όλους, οι δαίμονες δεν είναι οργανωμένοι, ο Σατανάς συμπεριφέρεται ως απολυταρχικός μονάρχης-χωρίς να δείχνει τον παραμικρό σεβασμό για τους αλλήλους του ή για τις ψυχές που υποφέρουν το αιώνιο μαρτύριο.
Αγανακτισμένος ο Λένιν παίρνει την κατάσταση στα χέρια του: διοργανώνει πορείες και συλλαλητήρια, δημιουργεί συνδικάτα με δυσαρεστημένους δαίμονες, υποκινεί εξεγέρσεις. Σύντομα η Κόλαση είναι άνω-κάτω: κανείς δεν σέβεται πια το κύρος του Σατανά, οι δαίμονες απαιτούν αύξηση μισθού, οι αίθουσες βασανιστηρίων αδειάζουν, οι αρμόδιοι να συντηρούν τα καμίνια απεργούν.
Ο Σατανάς δεν ξέρει πια τι να κάνει: πώς να κυβερνήσει άλλο το βασίλειό του αν ο επαναστάτης αυτός ανατρέπει όλους τους νόμους; Επιδιώκει μια συνάντηση μαζί του, ο Λένιν όμως, με το πρόσχημα ότι δεν συνομιλεί με καταπιεστές, του διαμηνύει με μια λαϊκή επιτροπή ότι δεν αναγνωρίζει την εξουσία του Ανώτατου άρχοντα.
Απελπισμένος ο Σατανάς πηγαίνει στον Παράδεισο για να μιλήσει με τον άγιο Πέτρο.
-Θυμάστε εκείνον τον τύπο που έκανε τη Ρωσική Επανάσταση; λέει ο Σατανάς.
-Θυμόμαστε πολύ καλά, απαντά ο άγιος Πέτρος. Κομμουνιστής. Μισούσε τη θρησκεία.
-Καλός άνθρωπος, επιμένει ο Σατανάς. Παρ’ όλες τις αμαρτίες του, δεν του αξίζει η Κόλαση― στο κάτω κάτω, προσπάθησε να πολεμήσει για έναν πιο δίκαιο κόσμο. Σύμφωνα με τη γνώμη μου, θα έπρεπε να βρίσκεται στον Παράδεισο.
Ο άγιος Πέτρος μένει για λίγο σκεπτικός.
- Νομίζω ότι έχεις δίκαιο, λέει τελικά. Όλοι έχουμε τις αμαρτίες μας, εγώ ο ίδιος απαρνήθηκα τον Χριστό τρεις φορές. Στείλε μου τον εδώ.
Τρελός από τη χαρά του ο Σατανάς γυρίζει σπίτι και στέλνει τον Λένιν κατευθείαν στον Παράδεισο. Στη συνέχεια, με ανένδοτο και κάπως βίαιο τρόπο κλείνει τα συνδικάτα των δαιμόνων, διαλύει τις επιτροπές δυσαρεστημένων ψυχών, απαγορεύει τις συνελεύσεις και τα συλλαλητήρια καταδικασμένων.
Η Κόλαση ξαναγίνεται το γνωστό μέρος των βασανιστηρίων που πάντα τρόμαζε τον άνθρωπο.
Περιχαρής ο Σατανάς φαντάζεται τι θα γίνεται στο μεταξύ στον Παράδεισο. «Όπου να είναι, ο γιος Πέτρος θα μας χτυπήσει την πόρτα ικετεύοντας να μας επιστρέψει τον Λένιν», κρυφογελά.
«Εκείνος ο κομμουνιστής θα έχει μετατρέψει τον Παράδεισο σε ανυπόφορο μέρος».
Περνά ο πρώτος μήνας, ένας ολόκληρος χρόνος, κανένα νέο απ τον Παράδεισο. Με ασυγκράτητη περιέργεια ο Σατανάς αποφασίζει να πάει προ τα εκεί για να δει τι συμβαίνει. Στην πόρτα του Παραδείσου συναντά τον άγιο Πέτρο.
-Λοιπόν, πώς πάνε τα πράγματα εδώ; ρωτά.
-Πολύ καλά! απαντά ο άγιος Πέτρος.
-Μα, είναι στ αλήθεια όλα καλά;
-Φυσικά! Γιατί όχι;
«Αυτός ο μάγκας κάνει πως δεν καταλαβαίνει», σκέφτεται ο Σατανάς. «Πάει να μου φορτώσει πίσω τον Λένιν».
-Άκου, άγιε Πέτρο, εκείνος ο κομμουνιστής που σου έστειλα συμπεριφέρεται καλά;
-Πολύ καλά!
-Καμιά αναρχία;
-Ίσα ίσα. Οι άγγελοι είναι πιο ελεύθεροι από ποτέ, οι ψυχές κάνουν ό, τι θέλουν, οι γιοί μπορούν και μπαινοβγαίνουν χωρίς χρονικούς περιορισμούς.
-Και ο Θεός δεν διαμαρτύρεται γι’ αυτήν την υπερβολική ελευθερία;
Ο Aγιος Πέτρος κοιτά λυπημένα τον κακόμοιρο δαίμονα που έχει μπροστά του.
-Ο Θεός; Σύντροφε, δεν υπάρχει Θεός.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Εγώ η Ούλρικε Μάϊνχοφ καταγγέλω ενα κειμενο απο το παρελθον αλλα τοσο επικαιρο

Εγώ η Ούλρικε Μάϊνχοφ καταγγέλω


ΟΝΟΜΑ: Ουλρίκε
ΕΠΩΝΥΜΟ: Μάϊνχοφ
ΓΕΝΟΥΣ: Θηλυκού
ΗΛΙΚΙΑ: Σαρανταενός χρονών
...Ναι! Είμαι παντρεμένη.
Έκανα δύο παιδιά με καισαρική.
Ναι είμαστε χωρισμένοι με τον άντρα μου.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: Δημοσιογράφος
ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ: Γερμανίδα

Είμαι τέσσερα χρόνια στη φυλακή, σ’ ένα μοντέρνο κάτεργο, ενός σύγχρονου κράτους. Το έγκλημα;
Συγκρούστηκα με την άρχουσα τάξη και τους νόμους της που τους έχει προστάτες της, για να μπορεί να εκμεταλλεύεται και να κάνει κουμάντο σε όλα, στα πάντα. Ακόμα και στο ίδιο το μυαλό μας, στις σκέψεις μας, τα λόγια μας, τα συναισθήματα μας, τη δουλειά μας, τον τρόπο που μας αρέσει να αγαπάμε ή να κάνουμε έρωτα, ολόκληρη τη ζωή μας.
Γι’ αυτό με κλείσατε εδώ μέσα αφεντικά του κράτους δικαίου. Φυσικά όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους σας, εκτός απ’ αυτούς που δεν συμφωνούν με τα ιερά σας και τα όσια. Εσείς είστε που υποβιβάσατε τη γυναίκα. Ό,τι λοιπόν μου στερήσατε τόσα χρόνια σα γυναίκα, μου το προσφέρεται τώρα: ΙΣΗ ΠΟΙΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ. Τι ειρωνεία! Σας ευχαριστώ! Με ανταμείψατε με το νόμισμα της πιο σκληρής φυλάκισης.
Απομόνωση και κρύο μέσα σε μια φυλακή νεκροταφείο. Στην ποινή δηλαδή της εξόντωσης των αισθήσεων μου. Πόσο ευγενική έκφραση θα ήταν να’ λεγα ότι με θάψατε ζωντανή σ’ ένα τάφο.
Λευκό το κελί, οι τοίχοι, λευκά τα κουφώματα, η πόρτα περασμένη με σμάλτο, για να μην πω και το αποχωρητήριο, ο φωτισμός με νέον –λευκός κι αυτός- κι αναμμένες λάμπες μέρα-νύχτα. Πότε επιτελούς είναι μέρα και πότε νύχτα; Πως θα το μάθω; Απ’ τη χαραμάδα του παραθύρου περνάει πάντα το ίδιο λευκό φως, ψεύτικο κι αυτό, σαν το παράθυρο που είναι ψεύτικο κι αυτό, ίδια ψεύτικος κι ο δόλιος ο χρόνος που μ’ έχετε φυλακισμένη εδώ σ’ ένα λευκό ατελείωτο.
ΣΙΩΠΗ! Παντού σιωπή.
Απ’ έξω ούτε φωνή, ούτε ήχος, ούτε θόρυβος. Στο διάδρομο δεν ακούγονται βήματα, ούτε πόρτες που ανοιγοκλείνουν. ΤΙΠΟΤΑ. Όλα σιωπηλά και κατάλευκα. Μια μεγάλη σιωπή και στο μυαλό μου, λευκή κι αυτή σαν το ταβάνι. Κι η φωνή μου λευκή αν δοκιμάσω να φωνάξω.
Λευκό το σάλιο καθώς στεγνώνει στα χείλη μου.
Λευκή η σιωπή στ’ άδεια μου μάτια στο στομάχι, στην πρησμένη από την πείνα κοιλιά μου.
Πιασμένη σα γιαπωνέζικο ψάρι, δίχως πτερύγια, μες τη σιωπή του ενυδρείου.
Έντονη επιθυμία για εμετό.
Βλέπω το μυαλό σε αργή κινηματογραφική κίνηση, να βγαίνει από το κρανίο μου, να αλητεύει εδώ κι εκεί και να κυλάει στο πάτωμα και να γίνεται ένα με το αιώνιο λευκό του κελιού μου.
Νιώθω το κορμί μου σα σκόνη, όπως το απορυπαντινό για το πλυντήριο. Σκύβω και το μαζεύω.
Προσπαθώ να το συναρμολογήσω.
ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ! Πρέπει να αντέξω Να αντισταθώ.
Δεν θα μπορέσετε να με τρελάνετε. Πρέπει να σκεφτώ, να σκεφτώ!
Να λοιπόν που σκέφτομαι!
Σκέφτομαι εσάς που μ’ έχετε κλεισμένη σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Από το κρύσταλλο του ενυδρείου που με κλείσατε και με κοιτάζετε με ενδιαφέρον. Μείνατε άφωνοι!
Τρέμετε από φόβο μήπως και μπορέσω κι αντισταθώ. Τρέμετε στη σκέψη μήπως οι άλλοι συντροφοί μου έρθουν και γκρεμίσουν αυτό το λευκό θάνατο που επινοήσατε.
Πόσο γελοίο, αλήθεια, να στερήσετε από μένα τα χρώματα! Κι έξω να βάφετε το μουχλιασμένο και γκρίζο κόσμο σας με τα πιο φανταχτερά χρώματα, για να μην μπορεί να δει κανείς τη σαπίλα που κρύβει. Και να υποχρεώνετε τον κόσμο να καταναλώνει μόνο και μόνο για το χρώμα.
Χρωματίστε με ωραίο κόκκινο το σιρόπι από τα βατόμουρα, και τι πειράζει αν αυτό φέρνει καρκίνο!
Το απεριτίφ σας να είναι πορτοκαλί.
Τα παιδιά σας πρέπει να τρώνε πολύ το πράσινο και το αστραφτερό κίτρινο.
Το βούτυρο κι η μαρμελάδα πάντα με χρωματιστά δηλητήρια.
Ακόμα και τις γυναίκες σας τις βάψατε σαν καραγκιόζηδες.
Εξαίσιο κόκκινο για τα μάγουλα, ανοιχτό γαλάζιο και βιολετί για τις βλεφαρίδες, ρουζ για τα χείλια κι όσο για τα νύχια ό,τι χρώμα θα έβαζε ο νους σου για να είναι σαν καρναβάλι. Χρυσαφί, ασημί, πράσινο, πορτοκαλί μέχρι και σκούρο μπλε χρησιμοποιήσατε.
Και τιμωρήσατε εμένα με τη σκληράδα του ανέκφραστου λευκού, γιατί το μυαλό μου δεν έχει ανάγκη από τον κατακλυσμό των διαφημίσεων για να σκεφτεί. Αφού τα δικά του χρώματα ξεγυμνώνουν όλη σας την αθλιότητα.

Και με κλείσατε σ’ αυτό το ενυδρείο γιατί:
Ε λοιπόν όχι! Δεν συμφωνώ με τον τρόπο που ζείτε, ούτε ζήλεψα που δεν είμαι σαν καμιά από τις γυναίκες σας –θλιβερό καρναβάλι. Όχι!
Δεν θα ήθελα να είμαι μια τρυφερή ύπαρξη, με τα νάζια της και τα χαζοχαμόγελά της. Που θα στόλιζε το τραπέζι σας σε κάποιο ρεστοράν πολυτελείας το σαββατόβραδο, σαν συμπλήρωμα αναπόσπαστο σε αυτή τη φτιαχτή ατμόσφαιρα με το εξωτικό μενού και την τόσο ηλίθια και απαραίτητη διακριτική μουσική. Όχι!
Δεν θα μου άρεσε να είμαι υποχρεωμένη να παριστάνω την ελκυστική και θλιμμένη, και συγχρόνως τη χαρούμενη και όλο εκπλήξεις, μετά την άμυαλη παιδούλα, κι ύστερα τη μητέρα και πουτάνα, ενώ συγχρόνως να ντρέπομαι ή να ευχαριστιέμαι με κάθε βρωμόλογο που θα ξεστομίζετε.

Α! Να λοιπόν!
Ένας ελαφρός θόρυβος. Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει ο δεσμοφύλακας, με κοιτάζει, δεν με βλέπει, είναι σαν μην υπάρχω. Σα να έγινα διαφανής. Δε λέει ούτε λέξη. Βγαίνει. Ξανακλείνει. Ξανά σιωπή.
Κανένας δεν πρόκειται να ακούσει την κραυγή μου ούτε κανένα παράπονο μου. Όλα θα γίνουν σιωπηλά, με τακτ, για να μην χαλάσει ο μακάριος ύπνος των μακάριων κατοίκων αυτού του οργανωμένου κράτους.
Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι. Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει. Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου. Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη. Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: τούρκοι, ισπανοί, έλληνες, άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση. Όλες αυτές θα μάθουν γιατί με κρατάτε εδώ μέσα και γιατί το κράτος σας θέλει να με δολοφονήσει σα μάγισσα του μεσαίωνα. Για σας την εξουσία υπάρχουν ακόμη και σήμερα μάγισσες που πρέπει να καθηλώνονται μπροστά στους αργαλειούς, στις μηχανές, στις πρέσες, τις γραμμές παραγωγής, μέσα στο θόρυβο και τις διαταγές. Και γκάπα γκουπ πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, κινητήρας, καζάνια, φωνές και θόρυβος. Θόρυβος, φτάνει πια με τη σιωπή, πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, καζάνια, αέριο και θόρυβο. Το αέριο, βγαίνει αέριο, εμετός, αηδία. Η αλυσίδα της παραγωγής έχει το δικό της ρυθμό. Δεν υπάρχει πια χρόνος, μόνο ρυθμός. Ρυθμός.
Σταματήστε τις μηχανές. Ησυχία. Τι υπέροχο πράγμα η σιωπή. Ευχαριστώ δεσμοφύλακες που μου χαρίσατε αυτή την απίθανη και σπάνια απόλαυση της σιωπής. Το απόλυτο. Τι απόλαυση για όλες μου τις αισθήσεις! Σα να μοιάζει να βρίσκομαι στον παράδεισο. Δεσμοφύλακες, δικαστικοί, κομματάρχες σας αγνοώ όλους. Δεν θα μπορέσετε να με βγάλετε από εδώ μέσα τρελή εκτός κι αν με σκοτώσετε. Μα το μυαλό μου θα είναι καθαρό, θα είμαι απόλυτα υγιής κι όλοι θα ξέρουν με σιγουριά ότι εσείς είστε οι δολοφόνοι, μια κυβέρνηση ένα κράτος δολοφόνων.
Σας σκέφτομαι ήδη να προσπαθείτε να κρύψετε το πτώμα μου. Να απαγορεύεται την είσοδο στους δικηγόρους μου. Όχι την Ουρλίκε Μαϊνχοφ δεν μπορείτε να τη δείτε. Ναι! Ναι! Κρεμάστηκε. Όχι, όχι! Δεν θα είστε παρών στην αυτοψία. Κανένας. Μόνο οι ειδικοί του κράτους. Που έχουν ήδη έτοιμο το πόρισμα: η Μαϊνχοφ κρεμάστηκε. Όχι δεν υπάρχουν ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό της. Ούτε κυανωτικό χρώμα. Ναι υπάρχουν μελανιές από κακώσεις σε όλο της το σώμα.
Ανοίξτε χώρο! Φύγετε! Μη βλέπετε! Απαγορεύεται η λήψη φωτογραφιών! Απαγορεύεται κάθε άλλη ιατροδικαστική έκθεση! Απαγορεύεται να εξεταστεί το σώμα μου! Απαγορεύεται!

Ναι απαγορεύονται τα πάντα. Όμως ποτέ δεν θα μπορέσετε να απαγορεύσετε να γελάσουν ειρωνικά μπρος στις ηλίθιες φάτσες σας, για τη μεγάλη βλακεία σας. Την αιώνια βλακεία που δέρνει κάθε δολοφόνο.

Βαρύς σαν το βουνό είναι ο θάνατος. Εκατομμύρια χέρια γυναικών σηκώνουν αυτό το βουνό και τώρα θα δώσουν μια να το γκρεμίσουν μονάχες τους.
Με ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο.

Φράνκα Ράμε


Πρόκειται για ένα θεατρικό μονόλογο που έγραψαν μαζί ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε. Είναι οι ίδιοι που, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, με το έργο τους «ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», μετά από παραστάσεις τις οποίες παρακολούθησαν ένα εκατομμύριο ιταλοί, συνεισέφεραν στην επανεξέταση της υπόθεσης του θανάτου ενός αναρχικού –εργάτη σιδηροδρόμων- κατά την διάρκεια ανάκρισης του από τους καραμπινιέρους. Η υπόθεση αυτή είχε κλείσει από τη μεριά της αστυνομίας και των διωκτικών αρχών με το αιτιολογικό της αυτοκτονίας. Η επανεξέταση της υπόθεσης ενοχοποίησε την αστυνομία, καθώς αποδείχτηκε η δολοφονική εκπαραθύρωση του αναρχικού...όπως ακριβώς περιγράφονταν και στην θεατρική παράσταση.
Αυτή είναι και μια απάντηση στο ερώτημα του κοινωνικά διαχωρισμένου ρόλου του καλλιτέχνη.
Το κείμενο για την δολοφονία της Ούλρικε Μάϊνχοφ παρουσιάζει μιαν θεματική αντιστοιχία με τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» αλλά μόνο μέχρι εκεί. Ο μονόλογος αυτός θέλει να μπει πολύ περισσότερο στο μυαλό της αντάρτισσας και να το γεφυρώσει με τις καθημερινές σκέψεις χιλιάδων «υπηκόων», παρά να ασχοληθεί με τα γελοία αστυνομικά προσχήματα. Δεν είναι μια προσπάθεια να υποκατασταθεί δραματοποιημένος ο λόγος της επαναστάτριας από κάποιους διανοούμενους παντοφλοφόρους. Είναι μια προσπάθεια έμπρακτης αλληλεγγύης σε έναν χώρο όπου το πρόσωπο είναι Ένα και σαν τέτοιο εκθέτει την πιο επαναστατική κοινωνική πρόσληψη αυτής της υπόθεσης.
Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέξαμε αυτό το κείμενο για να «ντύσουμε» με μουσική –σήμερα και με εικόνες- σε μια προσπάθεια να πυροδοτήσουμε όλες του τις επίκαιρες δυνατότητες.
Ο Ντάριο Φο σχετικά πρόσφατα βραβεύτηκε με Νόμπελ για το σύνολο της δουλειάς του στο θέατρο. Δυστυχώς, γι’ αυτόν -αλλά όχι και για το σύνολο της δουλειάς του- αποδέχτηκε την βράβευση. Μπορεί βέβαια με τα χρήματα του βραβείου να χρηματοδότησε διάφορα κοινωνικά εγχειρήματα –πειραματικές ομάδες και κοινωνικά κέντρα– αλλά η κίνηση αυτή δεν παύει, πέρα και από τις όποιες προθέσεις για παγκόσμια αποδοχή της ελευθεριακής κουλτούρας, να νομιμοποιεί ένα κατεξοχήν εξουσιαστικό διευθυντήριο που έχει αναλάβει σχεδόν εργολαβικά τις πνευματικές κατευθύνσεις του αστικού πολιτισμού. Η Ενσωμάτωση, όταν θέλει, απλώνει τόσο πολύ την πραγματικότητα της που μπορεί να χωρέσει μέσα της ακόμη κι έναν «αντάρτη», έναν δοκιμασμένο στο δρόμο και στους αγώνες δημιουργό, αρκεί να οσμιστεί έστω και λίγο την ενδοτικότητα του. Η κυριαρχία σήμερα προχωράει πολύ περισσότερο από τις καλές προθέσεις εμπνευσμένων ανθρωπιστών, αντλώντας από την επιβράβευσή τους την δικαιολόγηση των εγκλημάτων της.
Από τη μια είναι οι ελπίδες που μοιράζονται αφειδώς από τους μηχανισμούς της κοινωνικής χειραγώγησης κι από την άλλη η απόγνωση που φωλιάζει στην έξοδο από το τούνελ των ιδεολογιών, που δημιουργούν μια διελκυστίνδα για τον εγκλωβισμό του απελευθερωτικού αγώνα. Σημασία έχει, με πλήρη επίγνωση των δυνατοτήτων του συστήματος, να μην περιορίζουμε καμία δική μας δυνατότητα στον αγώνα για την κατάκτηση της ελευθερίας.
Από τις απλές καθημερινές χειρονομίες -αμφισβητώντας το αυτονόητο της ύπαρξης τους- μέχρι και την ακύρωση κάθε πολιτικής και κοινωνικής διαμεσολάβησης.
Από την πιο στιγμιαία απαλλοτρίωση του χωροχρόνου μας μέχρι την οριστική και τελεσίδικη κατάργηση του κράτους και των αφεντικών.


Ωχρά Σπειροχαίτη