Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Ο μέσος έλληνας νοικοκυραίος

«Αντε και γ… μέσε έλληνα ανθρωπάκο»


Ο μέσος έλληνας νοικοκυραίος είναι ένα συνονθύλευμα αντιφάσεων, το αποτέλεσμα των οποίων λέγεται υποκρισία. Θα πάει, για παράδειγμα, στην εκκλησία για να ανάψει ένα κεράκι και να φιλήσει την εικόνα τού Ιησού που προέτρεπε να αγαπάμε αλλήλους. Και μόλις βγει από το ναό και βρεθεί στο δρόμο του ένας μετανάστης για να του ζητήσει βοήθεια θα απαιτήσει από τον "βρομιάρη" να επιστρέψει πάραυτα στην πατρίδα του. Ομοίως, αν ρωτήσεις τον "παροιμιώδη" μέσο έλληνα ανθρωπάκο, "που κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτο", αν δέχεται να κοπεί κι άλλο ο μισθός του ή η σύνταξη των γονέων του θα σου πει κατευθείαν "όχι". Κι όμως, σε άλλη ερώτηση είναι ικανός να σου αποκριθεί πως θέλει ευρώ πάση θυσία...των άλλων βεβαίως βεβαίως. Αυτός ο τύπος ραγιά είναι ο καλύτερος σύμμαχος της Ανγκ. Μέρκελ...
Γι' αυτό και χρησιμοποιείται καταχρηστικώς το σύνθημα "μένουμε Ευρώπη" από εκείνους που συγκεντρώθηκαν χθες στην πλατεία Συντάγματος. Ούτε η κυβέρνηση της Αριστεράς παρακινεί να φύγουμε από το σπίτι μας. Αυτό που λέει, ωστόσο, είναι πως όταν ο πατέρας σου συνεχίζει να ασελγεί πάνω σου είναι αυτοκτονικό να εξακολουθείς να μοιράζεσαι την ίδια στέγη μαζί του και να μην την εγκαταλείπεις. Η Αριστερά, η οποία απευθύνεται στους ευρωπαϊκούς λαούς, είναι πολύ πιο φιλευρωπαϊκή από τους κεντροαριστεροδεξιούς, οι οποίοι ταυτίζουν την ευρωπαϊκή ιδέα με τον ριγκανισμό και τη Σχολή του Σικάγου, πόλη που δεν ανήκει καν στη Γηραιά Ηπειρο...
Δεν παύω να εκτιμώ πως θα καταλήξουμε σε συμφωνία, και μάλιστα καλή για τον ελληνικό λαό, ακόμα και για εκείνους που κουνούν ευρωπαϊκές σημαίες καλώντας τον αγά τους να τους σφάξει. Την Ευρώπη κυβερνούν πολύ συντηρητικά ανθρωπάκια για να λάβουν ένα τόσο μεγάλο ρίσκο όπως η ελληνική χρεοκοπία ή το Grexit. Ακόμα, όμως, κι αν την 30ή Ιουνίου, εφόσον οι απειλές τού ΔΝΤ και του ESM δεν αποδειχθούν για μια ακόμα φορά φούσκες, συμβεί κάποιο Graccident ποιός πιστεύει ότι θα αφεθεί η Ελλάδα να χρεοκοπήσει άτακτα; Ποιός θεωρεί πως αν πιάσει φωτιά το σπίτι τού γείτονά του, το δικό του θα μείνει ανέπαφο;...
Κι αν επιβληθούν "capital controls" στις τράπεζες και θα μπορούμε να βγάζουμε μόνο 200 ευρώ την ημέρα, θα γκρεμιστεί κανένας φούρνος; Ή είναι ευφυέστερη τακτική να κρύβουμε τα λεφτά μας κάτω από στρώματα ή σε ξένες τράπεζες; Είναι σαν να καλούμε την παγκόσμια ομοσπονδία διαρρηκτών να κάνει "συνέδριο" στη χώρα μας ή κάνουμε σαν να μην καταλαβαίνουμε πως στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό αρκεί το "φτάρνισμα" της Ελλαδίτσας για να κρυολογήσουν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Σε ένα ενδεχόμενο Graccident, επομένως, δεν αποκλείω επίσκεψη στην Αθήνα ακόμα και του Μπ. Ομπάμα προκειμένου να βρεθεί μια λύση. Είναι πολύ πιθανό, δηλαδή, η πραγματική διαπραγμάτευση να ξεκινήσει μετά από το πιστωτικό γεγονός...
Λένε πως ο Αλέξης Τσίπρας είναι εκβιαστής επειδή υπενθυμίζει τις παγκόσμιες αρνητικές συνέπειες από ένα Grexit. Προφανώς όσοι το ισχυρίζονται αν ζούσαν την περίοδο της κατοχής θα υποστήριζαν πως οι γερμανοί είναι φίλοι μας κι όχι εχθροί μας, όπως άλλωστε και τώρα. Προσοχή, η γερμανική κυβέρνηση είναι αντίπαλός μας κι όχι ο γερμανικός λαός, ο οποίος έχει καταναλώσει κι αυτός με τη σειρά του άφθονη προπαγάνδα την τελευταία πενταετία. Μην ξεχνάμε πως ο αριθμός των νεόπτωχων στην πλούσια Γερμανία ολένα κι αυξάνεται γιατί κι εκεί τα υπερκέρδη τής χώρας από την ελληνική "διάσωση" μονο δίκαια δεν διανεμήθηκαν. Για να κερδίσεις έναν πόλεμο αρκετές φορές οφείλεις να χρησιμοποιήσεις πολύ σκληρότερα μέσα από την αστική ευγένεια και την πολιτική ορθότητα...
Οταν ο ταξικός εχθρός σε απειλεί ακόμα και με έξοδο από την Ε.Ε. η στοιχειώδης αξιοπρέπεια, αυτή που δεν επιδείχθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, απαιτεί να του απαντήσεις "άντε και γαμήσου" κι ας μην είναι "πρέπον" μεταξύ ενηλίκων, που θα έλεγε και η Κρ. Λαγκάρντ. Ναι, θέλω την Ελλάδα στην ευρωζώνη και στην Ενωμένη Ευρώπη, αλλά όχι με κάθε κόστος, όπως είναι ένα τρίτο μνημόνιο το οποίο απλώς θα μας κρατήσει διασωληνωμένους χωρίς να μας δίνεται η ευκαιρία τής ανάστασης. Και χαίρομαι αφάνταστα που αυτή είναι και η στάση τής ελληνικής κυβέρνησης, η οποία είναι πολύ πιο προχωρημένη από την ηττοπαθή της πλειονότητας τού λαού που αντιπροσωπεύει. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ούτε ρεζίλης των Παπανδρέου ούτε Παπαδήμιος ούτε σαμαροβενιζέλος. Εχει ήδη αποφασίσει τον ιστορικό του ρόλο κι αυτόν οφείλει να ερμηνεύσει μέχρι νικηφόρου τέλους...
http://www.koutipandoras.gr/article/143779/ante-kai-g-mese-ellina-anthropako

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

ατομικισμός και ιδιώτευση

Ο Ζαν Κλωντ Μισεά για τον ατομικισμό, την ιδιώτευση και την πρόοδο


Απόσπασμα από το βιβλίο «η κουλτούρα του εγωισμού» (σ.75-84), Εναλλακτικές Εκδόσεις.
Στην πράξη, μόνο μετά τον 20ο αιώνα (όταν η φιλελεύθερη λογική – ωθούμενη πάντα από την ανάγκη να ανακαλύψει νέες «αγορές» – θα οδηγήσει σταδιακά στη δημιουργία μιας «καταναλωτικής κοινωνίας», βασισμένης στον δανεισμό, στην προγραμματισμένη απαξίωση των προϊόντων και την προπαγάνδα της διαφήμισης), το καπιταλιστικό σύστημα – οριστικά απελευθερωμένο πια από όλους τους αρχικούς ιστορικούς συμβιβασμούς του με τις δυνάμεις του Παλαιού Καθεστώτος – θα αρχίσει πραγματικά να ενσαρκώνεται σε έναν ιδιαίτερο και απολύτως «σύγχρονο» τρόπο ζωής. Τρόπο ζωής κινητικό και «χωρίς ταμπού», του οποίου η mainstream κουλτούρα και η θρησκεία της τεχνολογικής προόδους συνιστούν, σήμερα, το απαραίτητο πνευματικό συμπλήρωμα. Τότε – και μόνο τότε – το πρόταγμα μιας αέναης συσσώρευσης του κεφαλαίου (ή, αν προτιμά κανείς τον πιο «ουδέτερο» όρο που έχουν υιοθετήσει οι σύγχρονοι ιδεολόγοι, μιας απεριόριστης «ανάπτυξης») θα μπορέσει να απελευθερώσει σταδιακά όλο το καταστροφικό δυναμικό του, τόσο στο ψυχολογικό και ηθικό πεδίο όσο και στο οικολογικό. Γινόμενο επιτέλους για τον εαυτό του αυτό που ήταν καθεαυτό στην αρχή -που θα εγκαινιαστεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και στη δεκαετία του ’50, στη γηραιά Ευρώπη -, το αναπτυγμένο καπιταλιστικό σύστημα πρόσφερε έτσι την πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση των προβλέψεων που, από την αρχή των Σισμόντι, Φουριέ και Πιερ Λερού, είχαν τροφοδοτήσει διαισθητικά τη σοσιαλιστική κριτική του προηγούμενου αιώνα.
Μένει να ασχοληθούμε με ένα τελευταίο ερώτημα. Το γεγονός ότι καταγγέλλουμε – στον απόηχο αυτής της αναντικατάστατης σοσιαλιστικής παράδοσης – την ιστορική διαδικασία της πλήρους ιδιωτικοποίησης όλων των κοινών αξιών, στην οποία οδηγεί ουσιαστικά η φιλελεύθερη δυναμική (καταδεικνύοντας, π.χ. – με τον Καστοριάδη – ότι αυτή η υπερβατική δύναμη οδηγεί στη διάλυση κάθε αίσθησης ιστορικής συνέχειας, κάθε έννοιας δημόσιου χώρου [1] και κάθε αναφοράς σε μια πραγματικά κοινή χρονικότητα ή – με τον Λας – ότι συρρικνώνει σταδιακά τον σύγχρονο άνθρωπο σε έναν «εαυτό ελάχιστο» και ναρκισσιστικό, του οποίου το εσωτερικό κενό τον υποχρεώνει να εξαντλείται ψυχολογικά στην προσπάθεια της καθημερινής επιβίωσης), μας υποχρεώνει άραγε αναγκαστικά να θεωρήσουμε χαμένο αυτό το ιδεώδες της ατομικής αυτονομίας (την ιδέα ότι ο καθένας θα είναι πάντα ο καλύτερος κριτής για το πώς θα πρέπει να διεκπεραιώσει τις δικές του υποθέσεις), ιδεώδες που αποτελούσε αναμφίβολα την πιο ελκυστική φιλοσοφική συμβολή του φιλελεύθερου δόγματος; Και ως εκ τούτου, ένα «ρεαλιστικό» πνεύμα θα πρέπει να συμπεράνει, άραγε, μαζί με τον Louis Rougier[2], πως η φαινομενικά θεμιτή επιθυμία, «να επιτευχθεί μια πιο δίκαιη, πιο ηθική και πιο ευημερούσα κοινωνία, όπου η εγωιστική επιδίωξη του ατομικού κέρδους θα έχει αντικατασταθεί από την αλτρουιστική ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών των μαζών», δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει άλλη μορφή ιστορικής υλοποίησης παρά μόνο εκείνη μιας καταπιεστικής κοινωνίας, κλεισμένης μέσα στον εαυτό της και η οποία δεν θα έχει άλλη φιλοδοξία από το να προσφέρει σε όλα τα αναλώσιμα μέλη της «μια γαβάθα, ένα στρατώνα και μια στολή»;
Ωστόσο, αυτός ο, εκ πρώτης όψεως εύλογος, τρόπος να αντιπαραθέτει κανείς τις ηθικά καταναγκαστικές απαιτήσεις κάθε συλλογικής ζωής (συγκεκριμένα εκείνων που προκύπτουν από την παλιά επιταγή της αλληλεγγύης) με το σύγχρονο ιδεώδες μιας απόλυτα «ελεύθερης» ζωής (υποδειγματική μορφή της οποίας – όπως εύστοχα είχε δει ο Λας – αποτελεί, σε αυτές τις συνθήκες, ο Σαντ) βασίζεται σε μια καθαρά χρησιμοθηρική αντίληψη της κοινωνίας, για την οποία το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι είναι ιδιαίτερα απλοϊκή και αφελής• πρόκειται γι’ αυτήν ακριβώς την αντίληψη, σημείωνε ο Μαρξ, της οποίας οι «ροβινσωνιάδες» βυθίζουν τις ρίζες τους στις «κοινότοπες μυθοπλασίες του 18ου αιώνα» («του ατομικού και απομονωμένου κυνηγού και ψαρά, με τους οποίους ξεκινούν οι Σμιθ και Ρικάρντο»). Αυτό το είδος θεωρησιακής ανθρωπολογίας (η οποία εξακολουθεί να στηρίζει τις περισσότερες ιδεολογικές κατασκευές της επίσημης οικονομίας) παραβλέπει απροκάλυπτα το γεγονός ότι ο άνθρωπος – όπως τόνιζε ο Μαρξ, αναφερόμενος ρητά στον Αριστοτέλη – «δεν είναι απλά ένα κοινωνικό ζώο, αλλά ένα ζώο που δεν μπορεί να απομονωθεί παρά μόνο μέσα στην κοινωνία»[3].
Φαίνεται συνεπώς τουλάχιστον τυχοδιωκτικό να υποστηρίζει κανείς ότι αυτό το ευγενές ιδεώδες της ατομικής ελευθερίας (ιδεώδες στο οποίο οι Λας και Καστοριάδης – χρειάζεται υπενθύμιση’- ήταν βαθιά προσηλωμένοι) δεν μπορεί να βρει τις συγκεκριμένες συνθήκες πραγματοποίησης του παρά μόνο αφού εξαλειφθεί προκαταβολικά κάθε ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, ακόμη και κάθε αναφορά στην ιδέα ενός «κοινού κόσμου» (λες και το άλλο πολιτικό καθήκον κάθε επαναστατικού κινήματος πραγματικής χειραφέτησης δεν ήταν πάντα – σύμφωνα με τα λόγια του Καμύ, στον λόγο του στη Σουηδία – να «εμποδίσει την αποσύνθεση του κόσμου»).
Έτσι, το πραγματικό πρόβλημα – από τη στιγμή που υπάρχει το σοσιαλιστικό πρόταγμα – δεν έπαψε ποτέ να τίθεται με τους ίδιους όρους. Στον βαθμό που η χειραφέτηση των εργαζόμενων τάξεων εμφανίζεται άρρηκτα δεμένη με εκείνη του συνόλου της ανθρωπότητας (πρόκειται – θα γράψει μάλιστα ο Ένγκελς το 1892 – «για την απελευθέρωση όλης της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των καπιταλιστών»), το πρόταγμα αυτό δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό στόχο να καταστήσει αδύνατη τη σύγχρονη εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο υπό τις νέες βιομηχανικές συνθήκες. Προϋποθέτει ταυτόχρονα τη σταδιακή υπέρβαση όλων των μορφών κυριαρχίας και αποπνικτικού ψυχολογικού ελέγχου (όπως, για παράδειγμα, η καταπίεση των γυναικών, το δίκαιο του πρωτότοκου ή η δίωξη των ομοφυλόφιλων), μορφών που σχετίζονται συνήθως με τη ζωή της παραδοσιακής κοινότητας και οι οποίες αποτελούν, σήμερα, ηθικά απαράδεκτα εμπόδια στο ιδεώδες της προσωπικής ολοκλήρωσης που θα πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε σύγχρονη αξιοπρεπή κοινωνία.
Όλη η δυσκολία, λοιπόν, έγκειται στο να βρεθούν τα πολιτικά μέσα για να ευοδωθεί ένα τέτοιο εξισωτικό και επελευθερωτικό πρόγραμμα χωρίς όμως να οδηγηθούμε – όπως κάνει ο οδοστρωτήρας της καπιταλιστικής αγοράς – στην καταστροφή των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων του ίδιου του κοινοτικού φαινομένου. Και πρώτα-πρώτα, όπως μας έχει διδάξει ο Μαρδέλ Μως, εκείνη την οικουμενική τριπλή υποχρέωση της «προσφοράς, αποδοχής και ανταπόδοσης»[4] – που έρχεται από τη μακρινή προϊστορία -, η οποία αποτέλεσε πάντοτε το πρωταρχικό υπόστρωμα των ανθρωπίνων σχέσεων (και συνεπώς το υποχρεωτικό θεμέλιο κάθε πιθανής κοινότητας), υποχρέωση που, όντας παρούσα σε κάθε γνωστό πολιτισμό (με εξαίρεση τον ανυπόφορο σύγχρονο καπιταλιστικό πολιτισμό), αντιπροσωπεύει μια κατ’ ανάγκην και συνεπώς, ως εκ τούτου, μια ανεκτιμητη συμβολή στην ιστορία της ανθρωπότητας[5]. Φυσικά, δεν πρόκειται, εδώ, να αρνηθούμε ούτε για μια στιγμή πως, στη συγκεκριμένη αντιμετώπιση αυτού του θεμελιώδους πολιτικού προβλήματος, το σοσιαλιστικό κίνημα – μετά από ένα πολλά υποσχόμενο ξεκίνημα – σημείωσε τελικά μια μεγάλη ιστορική καθυστέρηση. Καθυστέρηση για την οποία πρωτίστως ευθύνονται η θρησκεία της προόδου με κάθε τίμημα (νευραλγικό κέντρο, από τον 19ο αιώνα, όλης της ρητορείας που στηριζόταν αποκλειστικά στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού) καθώς και η μεγάλη ιστορική παρένθεση του σταλινικού «κομμουνισμού».
[1] Όπως η ύπαρξη μιας πραγματικής κοινότητας, σε κάθε μία περίπτωση, δεν προϋποθέτει, ως τέτοια, την εξάλειψη κάθε ιδιωτικής και ατομικής ζωής, έτσι και η ύπαρξη ενός φιλελεύθερου κόσμου που οδεύει στη σταδιακή εξατομίκευση δεν συνεπάγεται επίσης ότι ο καθένας είναι καταδικασμένος να ζει σαν ερημίτης, σε μόνιμη μοναξιά (ήδη ο Χομπς έλεγε πως ο εγωισμός και το συμφέρον αρκούν για να κατευθύνουν τα άτομα που είναι επικεντρωμένα στον εαυτό τους να «αποζητούν διαρκώς τη συντροφιά των άλλων»). Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι, αντίθετα, ποτέ, στην ιστορία της ανθρωπότητα, η κοινωνία δεν υπήρξε τόσο μιμητική ούτε τόσο διασυνδεδεμένη όσο αυτή η σύγχρονη φιλελεύθερη κοινωνία που εξυμνεί, με κριτήριο την οθόνη, τη θαυμάσια ανεξαρτησία των ατόμων στην οποία έχει συμβάλει. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική αντίφαση λύνεται αμέσως εάν λάβουμε υπ’ όψη το γεγονός ότι αυτή η νέα «κοινωνικότητα» – που τόσο γοητεύει τους κρατικούς κοινωνιολόγους (αρκεί να αναλογιστούμε με τις αναρίθμητες πανεπιστημιακές αρλουμπολογίες που γράφονται για τις επαναστατικές αρετές του Twitter, του Facebook και άλλων «κοινωνικών δικτύων») -, τις περισσότερες φορές δεν αποτελεί παρά ένα αξιολύπητο υποκατάστατο των πραγματικών ανθρώπινων σχέσεων και της γνήσιας φιλίας («δεν μπορούμε να έχουμε πολλούς φίλους», παρατηρούσε ήδη ο Αριστοτέλης). Όπως έγραφε ο Γκυ Ντεμπόρ, στην καπιταλιστική κοινωνία, που έχει φτάσει στο θεαματικό-εμπορευματικό στάδιο, «εκείνο που συνδέει τους θεατές δεν είναι παρά μια μη αναστρέψιμη σχέση με το ίδιο το κέντρο που συντηρεί την απομόνωσή τους. Το θέαμα συνδέει το αποχωρισμένο αλλά το συνδέει ως αποχωρισμένο» (Η κοινωνία του Θεάματος, Θέση 29). Για να κατανοήσουμε αυτή τη διατύπωση, αρκεί να παρατηρήσουμε από κοντά ένα «γλέντι» οργανωμένο μέσω Facebook.
[2] Εναρκτήρια ομιλία στη Συνδιάσκεψη Λίπμαν (26 Αυγούστου 1938)
[3] Καρλ Μαρξ, Εισαγωγή στην κριτική της πολιτικής οικονομία (1857).
[4] Υπενθυμίζουμε ότι οι λέξεις «commun» [«κοινός»], «communaute» [«κοινότητα»] ή κομμουνισμός προέρχονται από τη λατινική ρίζα mumus, που,μεταξύ άλλων, υποδήλωνε τις υποχρεώσεις (ή τα «βάρη») που προκύπτουν παραδοσιακά από τη λογική του δώρου της τιμής και που αποτελούν, ως εκ τούτου, τον πραγματικό πολιτισμικό και ανθρωπολογικό στυλοβάτη όλων των διαπροσωπικών σχέσεων, των σχέσεων «πρόσωπο με πρόσωπο». Εάν τίποτα δεν απαγορεύει – προφανώς – σε μια διευρυμένη κοινότητα να αναπτύσσει, μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και ηθικά όρια, έναν εμπορευματικό τομέα και νομικούς θεσμούς (δηλαδή αυτά των ατόμων που συνιστούν αυτό που ο Αλαίν Καγιέ [Alain Caille] ονομάζει «δευτερεύουσα κοινωνικότητα»), ωστόσο, είναι σαφές ότι τέτοιες δομές – που στηρίζονται αποκλειστικά στη λογική του πάρε-δώσε και του καλώς εννοούμενου συμφέροντος – δεν μπορούν να αποτελέσουν (όπως θα επιθυμούσε το φιλελεύθερο δόγμα) το πρωταρχικό θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού, έτσι όπως εκδηλώνεται προνομιακά στην καθημερινή ζωή. Ούτε, κατά συνέπεια, και το μείζον φιλοσοφικό θεμέλιο μιας αξιοπρεπούς κοινωνίας. Μια «κοινότητα» που θα αποτελούνταν αποκλειστικά από άπληστους επιχειρηματίες και τυπολάτρες δικηγόρους (ή μια «κοινότητα» της οποίας τα μέλη θα εφάρμοζαν, σε όλες τις καθημερινές τους σχέσεις, τη συγκεκριμένη «ηθική» αυτών των δύο ανθρώπινων τύπων) θα ήταν απλώς αβίωτη. Και όμως, το φιλελεύθερο σύστημα τείνει λογικά προς μια τέτοια κατεύθυνση.
[5] Εδώ δεν τίθεται ζήτημα να αντιπαραθέσουμε, με μηχανιστικό και αφηρημένο τρόπο, έναν παραδοσιακό κόσμο που θεωρείται ακίνητος και ομοιογενής (για παράδειγμα, ο ινδικός κόσμος, ο ισλαμικός πολιτισμός ή οι κουλτούρες των ιθαγενών της Λατινικής Αμερικής) με τη διαδικασία εκσυγχρονισμού που προωθεί η φιλελεύθερη Δύση. Εάν υπάρχουν πράγματι ανθρωπολογικές σταθερές – για παράδειγμα η έννοια της τιμής και η λογική του δώρου -, οι διάφορες κουλτούρες που δίνουν ιστορικά μορφή σε αυτές τις σταθερές ενσαρκώνονται μέσα σε «παραδόσεις» που δεν παύουν ποτέ να εξελίσσονται και να μεταλλάσσονται. Εξυπακούεται ότι η συγκεκριμένη φύση και ο ακριβής ρυθμός αυτών των συμβολικών αλλαγών, εξαρτώνται, αφ’ ενός, από την εσωτερική δομή που διαθέτουν αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες και, αφ’ ετέρου, από τις ιστορικές συνθήκες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες (για παράδειγμα, τη συνάντηση μιας κοινότητας ιθαγενών με τον αποικιακό κατακτητή, τον ιεραπόστολο, τον τουρίστα ή την ξένη πολυεθνική). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτές οι πολλαπλές συμβολικές αναδιοργανώσεις δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις προγραμματισμένες αλλαγές που ρυθμίζουν – σε μια όλο και πιο σύντομη χρονική κλίματα – τη συνεχή διαδοχή των ποικίλων συρμών που συνδέονται με την πολιτιστική βιομηχανία του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι τόσο να αντιμεταθέσουμε την πάντοτε θανάσιμη ακινησία στην πάντοτε σωτήρια αλλαγή (σύμφωνα με τη συνήθη ρητορική της αριστεράς), αλλά να μάθουμε να διακρίνουμε τις αλλαγές που μπορούν να πραγματοποιηθούν με έναν ανθρώπινο ρυθμό (εδώ είναι κεντρικό το ζήτημα του κοινωνικού χρόνου και της σύγχρονης επιτάχυνσης του) από εκείνες που επιβάλλονται αποκλειστικά από την ομογενοποιητική λογική της παγκόσμιας αγοράς, του αφηρημένου δικαίου και της αλλοτριωτικής κουλτούρας που την εκφράζει. Σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι διάφορες πολιτισμικές παραδόσεις μπορούν έτσι να επιτύχουν (ή, αντίθετα, να αποτύχουν) να ενσωματωνόσουν, σύμφωνα με το δικό τους πνεύμα, την καινοτομία, την ξένη προσφορά, ακόμα και τις πραγματικές «ηθικές επαναστάσεις» (Kwame Appiah), μπορούμε να συμβουλευτούμε το θεμελιώδες έργο, που δημοσιεύτηκε το 1983, υπό τη διεύθυνση των Έρικ Χομπσμπάουμ και Τέρενς Ρέιντζερ, Η επινόηση της παράδοσης [Eric Hobsbaum, Terence Ranger (επιμ.) L’invention de la tradition, El. Amsterdam, 2012].
http://www.respublica.gr/2015/05/column/michea/

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

γαμω την ατυχια μας σε αυτον τον κοσμο


Περικλής Κοροβέσης  

Το ευρώ δεν κάνει την Ευρώπη

Αν κάποιος βρει δουλειά σαν μηχανοδηγός στο μετρό, θα πρέπει να ακολουθήσει επακριβώς τις οδηγίες και οι πιθανότητες για αυτοσχεδιασμούς είναι μηδενικές. Οποιες και αν είναι οι πολιτικές ή φιλοσοφικές του αντιλήψεις, δεν μπορούν να επηρεάσουν τη δουλειά του. Είτε είναι αναρχικός είτε φασίστας θα οδηγήσει το τρένο με τον ίδιο τρόπο, αν δεν θέλει να χάσει τη δουλειά του.
Τα δρομολόγια είναι προκαθορισμένα και η μόνη ελευθερία που έχει είναι να ακολουθεί με ευλαβική πίστη τις οδηγίες. Αλλιώτικα απολύεται. Τηρουμένων των αναλογιών, κάπως έτσι είναι και οι «κανονικές» κυβερνήσεις που έχουν αποδεχτεί το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτό καθιερώθηκε από τη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον».
Το βάθος αυτής της συμφωνίας ήταν η κατάργηση της κοινωνίας των πολιτών και κατ’ επέκταση της πολιτικής, που έπρεπε να βρει έναν νέο ρόλο. Η πραγματική εξουσία έγινε αόρατη.
Αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες των λαών, δεν είναι πλέον οι κυβερνήσεις αλλά το διεθνοποιημένο κεφάλαιο μέσα από πανίσχυρους οργανισμούς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Ακόμα είναι οι κολοσσιαίες συμβάσεις, που επεξεργάζονται, εν κρυπτώ και παραβύστω, μέτρα που θα καθορίσουν τις τύχες και της Ευρώπης και του Ειρηνικού. Το δίκαιο της εταιρείας υπερισχύει του εθνικού Δικαίου. Τι χρεία έχουμε πλέον μαρτύρων για να δούμε ποιος πραγματικά κυβερνάει;
Τι ρόλο παίζουν πια οι κυβερνήσεις; Να εξαφανίσουν κάθε λαϊκό κεκτημένο και να μετατρέψουν τους πολίτες σε μια άβουλη μάζα που να κλαίγεται με τη φτώχεια της και την ανεργία της και να παρηγοριέται με ό,τι πιο ασήμαντο έχει να της δείξει η TV.
Τελικά ποιος είναι αυτός ο κυβερνητικός «τσελεμεντές» που είναι υποχρεωτικός για κάθε κυβέρνηση; Ας τον παραθέσουμε επιγραμματικά για να βοηθήσουμε τους νέους πολιτικούς, που είναι ευρωπαϊστές χωρίς να μιλούν καμιά ευρωπαϊκή γλώσσα και γνωρίζουν την Ευρώπη μόνο μέσα από οργανωμένα ταξίδια (και από εδώ κατάλαβαν τη σημασία του ευρώ). Το πρώτο πράγμα είναι η ελαχιστοποίηση του κράτους και η κατάργηση κάθε κοινωνικής πρόνοιας.
Και αυτό σημαίνει δεκάδες χιλιάδες απολύσεις. Το δεύτερο είναι η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και του διεθνούς εμπορίου, που δρουν ανεξέλεγκτα. Είναι αυτό που λέει ο λαός «μπείτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε».
Μετά έρχεται η δημόσια κοινή περιουσία που πρέπει να δοθεί σχεδόν τσάμπα στους ιδιώτες. Και εδώ μπαίνει ένα ερώτημα. Π.χ. τα λιμάνια, το ηλεκτρικό, το νερό, τα αεροδρόμια, κάποια νησιά, περιοχές-φιλέτα είναι του κράτους ή του λαού; Ολα αυτά δεν προορίζονταν για το κοινό καλό;
Με ποιανού χρήματα έγιναν; Μήπως είναι μια περιουσία αυτού του λαού που την καταληστεύει το κράτος, με το αζημίωτο βέβαια, αν σκεφτούμε τη συνομοταξία των ποικίλων «τσοχατζόπουλων»; Ακολουθεί η απορρύθμιση της εργασίας. Μπαίνεις στην αγορά όπως σε γέννησε η μάνα σου. Στην ουσία αυτό σημαίνει πως πιάνεις δουλειά σαν σκλάβος.
Το αφεντικό σε πληρώνει όσα θέλει, όποτε θέλει, χωρίς ωράριο και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για την εργασία σου. Και εδώ καλούνται και οι επενδυτές. Αν το ωρομίσθιο στην Ελλάδα γίνει φτηνότερο από αυτό στο Μπανγκλαντές, θα μας προτιμήσουν γιατί θα γλιτώσουν το κόστος της μεταφοράς.
Οποια κυβέρνηση ξεφύγει από αυτούς τους κανόνες την τρώει η αράχνη μαρμάγκα. Τα αόρατα και ορατά κέντρα εξουσίας δεν διαπραγματεύονται με αυτήν αλλά προσπαθούν να την ανατρέψουν. Και σε αυτόν τον θανάσιμο εναγκαλισμό έπεσε η κυβέρνηση Τσίπρα και έχασε πέντε πολύτιμους μήνες, κυβερνώντας με το πρόγραμμα Σαμαρά-Βενιζέλου. Στην καθημερινή ζωή του κόσμου τίποτα δεν άλλαξε.
Πολλοί περίμεναν πως μια κυβέρνηση της Αριστεράς το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να ψήφιζε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, που θα τη δέσμευε για μια τετραετία. Θα ακολουθούσε η κατάργηση των μνημονίων και θα έπαυε να εξυπηρετεί το χρέος, μέχρι να μάθουμε ποιο είναι το πραγματικό και ποιο το πλαστό.
Θα πάγωνε όλες τις συμβάσεις των μνημονιακών κυβερνήσεων, μέχρι να δούμε ποιες έγιναν με διαφάνεια και προς το συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου. Και μετά να πηγαίναμε στις Βρυξέλλες. Σαν κύριοι, όχι σαν κλητήρες. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν είναι ακόμα γνωστά τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων.
Αλλά η πεποίθησή μου είναι πως οι «εταίροι» μας με τις εδώ «εταίρες» τους θέλουν ανατροπή της κυβέρνησης. Και, στην καλύτερη περίπτωση, τον πλήρη εξευτελισμό της και την απόλυτη υποταγή της. Και οι μηχανισμοί για να ανατρέψουν εκλεγμένες «αιρετικές» κυβερνήσεις υπάρχουν και έχουν όνομα.
Είναι η ΝΕD, το καινούργιο όνομα της πολιτικής CIA, που ανατρέπει κυβερνήσεις με λαϊκές κινητοποιήσεις και εξαγοράζοντας ΜΜΕ, δημοσιογράφους, πολιτικούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, συνδικάτα κ.λπ. -είδαμε τη δράση της τόσο στην Ανατολική Ευρώπη όσο και στη Λατινική Αμερική.εφημεριδα των συντακτων

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Θεός

Βολτέρος ή Μπακούνιν?





Ο Βολτέρος, αστός στοχαστής του 18ου αιώνα, 

ισχυριζόταν: 

«Ακόμη κι αν δεν υπήρχε Θεός θα έπρεπε να τον 
επινοήσουμε».




Ο Μπακούνιν, επαναστάτης αναρχικός στοχαστής του

19ου αιώνα, δήλωνε: 


«Ακόμη κι αν υπάρχει Θεός θα πρέπει να τον
καταργήσουμε».


Άντε βρες άκρη…http://wwwaristofanis.blogspot.gr/2015/06/blog-post_83.html