Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ο μαγικός καθρέφτης του Facebook


http://ta4mx.blogspot.gr/2011/02/facebook.html
FACEBOOK: Ένα ακόρεστο δίκτυο: Μονίμως εποπτευόμενη από αλγόριθμους, σύμφωνα με όρους χρήσης που κανείς δεν διαβάζει, η γαλάζια σελίδα του Facebook προσφέρει στα μέλη του ένα βολικό κουκούλι για να συζητούν χωρίς να βομβαρδίζονται από ανεπιθύμητα μηνύματα


     Πριν από μερικές ημέρες, το Facebook μού ζήτησε να αλλάξω όνομα. Όχι επειδή το ψευδώνυμό μου ήταν χυδαίο, ενθάρρυνε το φυλετικό μίσος, σφετεριζόταν το όνομα του πανίσχυρου Μαρκ Ζούκερμπεργκ (αφεντικό, ιδρυτής και βασικός μέτοχος του ιστότοπου) ή ήταν παρεμφερές με κάποιο εμπορικό σήμα. Αλλά διότι είχα επινοήσει ένα επώνυμο που αποτελούνταν από χαρακτήρες Μπράιγ. Οι τεχνικοί του καλιφορνέζικου ιστότοπου ξαφνικά αποφάσισαν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν πλέον ορθό τυπογραφικώς.

ΛΕΖΑΝΤΑ: Επιτρέποντας στον καθένα να αναδεικνύει τον εαυτό του ως «προσωπική μάρκα», το Facebook είναι ο μαγικός καθρέφτης της εγωπαθούς και διαφημιστικής εποχής μας



      Κατά την εγγραφή, το Facebook είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξή μου μετά την επικύρωση ενός μυστικού κωδικού που εστάλη στο τηλέφωνό μου. Επίσης, είχε επιμείνει να του δώσω το συνθηματικό του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου, προκειμένου να ανακτήσει την ατζέντα των διευθύνσεών μου και έτσι να διευκολυνθεί στον εντοπισμό των επαφών μου -των «φίλων» μου, σύμφωνα με τη σχετική ορολογία.
     Μονίμως εποπτευόμενη από αλγόριθμους, σύμφωνα με όρους χρήσης που κανείς δεν διαβάζει, η γαλάζια σελίδα του Facebook προσφέρει στα μέλη του ένα βολικό κουκούλι για να συζητούν χωρίς να βομβαρδίζονται από ανεπιθύμητα μηνύματα. Οι διαφημίσεις είναι σχετικά διακριτικές και έτσι μπορούμε άνετα να βλέπουμε τις φωτογραφίες των φίλων μας, να διασκεδάζουμε ή να αγανακτούμε με τις ίδιες ειδήσεις, να παίζουμε τα ίδια παιχνίδια, να παρακολουθούμε τα πιο ασήμαντα ή τα πιο χαρούμενα γεγονότα της ζωής τους. Τα μηνύματα που ανταλλάσσονται καλύπτουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης σκέψης, από το στοιχειώδες «κάνω μπάνιο» έως τις αιχμηρές παρατηρήσεις πάνω στη σύγχρονη τέχνη και τις αναγγελίες γεννήσεων.
       Στο Facebook οι αλληλεπιδράσεις είναι πάντοτε θετικές: μπορείς, κάνοντας κλικ στο κατάλληλο πλήκτρο, να δηλώσεις ότι «σου αρέσει» κάτι, αλλά όχι ότι το απεχθάνεσαι• όταν κερδίζεις έναν καινούριο φίλο ειδοποιείσαι -όχι όταν κάποιος σε εγκαταλείπει. Διάφοροι έλεγχοι προστατεύουν τον χρήστη: ένας ταξιδιώτης που συνδέεται από ένα ασυνήθιστο μέρος υποβάλλεται σε ένα (παιχνιδιάρικο) ερωτηματολόγιο, βασισμένο σε φωτογραφίες, προκειμένου να αποδείξει την ταυτότητά του. Ευαίσθητες σελίδες -όπως εκείνη του γκρουπ υποστήριξης στον στρατιώτη Μπράντλεϊ Μάνινγκ, ο οποίος κατηγορείται ότι διοχέτευσε απόρρητες πληροφορίες για τον πόλεμο του Ιράκ στον ιστότοπο του WikiLeaks- ενίοτε καταργούνται χωρίς εξηγήσεις, για να αποκατασταθούν μερικές ημέρες αργότερα... Για να περιορίσουν ορισμένες καταχρήσεις της υπηρεσίας, τα μέλη καλούνται να καταγγείλουν με ένα κλικ τα ενοχλητικά μηνύματα και κατόπιν ο ιστότοπος καταργεί τον λογαριασμό των ενόχων: ένα «παράθυρο» το οποίο εκμεταλλεύονται πάσης φύσεως ακτιβιστές, οργανώνοντας με αυτή τη μέθοδο την αποσύνδεση των πολιτικών αντιπάλων τους. Το Facebook μερικές φορές ενδίδει επίσης στον πειρασμό της λογοκρισίας και παρεμποδίζει τους συνδέσμους προς ιστότοπους ανταλλαγής αρχείων ή προς καλλιτεχνικές και πολιτικές εκφράσεις -όπως το Seppukoo.com, που επιτρέπει στους χρήστες του Διαδικτύου... να σβήσουν τα δεδομένα τους από το Facebook.
      Αυτό το σοφό μείγμα ιδιωτικής ζωής και ηδονοβλεψίας, αυτό το μειλίχιο καθεστώς μετριοπαθούς παραβίασης και επιτηρούμενης ελευθερίας συνιστά την κερδοφόρο συνταγή του κ. Ζούκερμπεργκ. Χάρη σε αυτήν έκανε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης, συγκεντρώνοντας πεντακόσια εκατομμύρια εγγεγραμμένους χρήστες, εκ των οποίων το 50% συνδέεται κάθε μέρα, για συνολικά επτακόσια δισεκατομμύρια λεπτά τον μήνα -ενώ διακόσια εκατομμύρια άτομα συμβουλεύονται το «κοινωνικό δίκτυο» μέσω κινητού τηλεφώνου. Έχοντας ξεκινήσει από το τίποτα -ή σχεδόν τίποτα, αφού το κύρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ δεν έπαιξε αμελητέο ρόλο στην εκρηκτική εκκίνησή του, τον Φεβρουάριο του 2004- το Facebook είναι πλέον, με μόλις χίλιους επτακόσιους υπαλλήλους, ο πιο σημαντικός ιντερνετικός τόπος του πλανήτη.
        Αυτοβούλως παρεχόμενα από τους χρήστες του Διαδικτύου, τα προσωπικά δεδομένα εξάπτουν την απληστία. Δίνουν την ευκαιρία στους ειδικούς του μάρκετινγκ να έχουν στα χέρια τους ένα στοχευμένο κοινό -κατά φύλο, ηλικία, ημερομηνία γέννησης, γλώσσα, χώρα, πόλη, εκπαίδευση, περιοχές ενδιαφέροντος κ.λπ.- προσδιορισμένο πολύ ακριβέστερα απ' ό,τι στις παραδοσιακές σφυγμομετρήσεις των ΜΜΕ. Και με ένα ακροατήριο που προσεγγίζει εκείνο της τηλεόρασης. Στις 22 του περασμένου Νοεμβρίου, η φίρμα πολυτελείας Louis Vuitton απευθύνθηκε με αυτόν τον τρόπο, χωρίς ενδιάμεσο, σε 1.664.789 χρήστες του Διαδικτύου. Τόσα ήταν τα άτομα που, κάνοντας κλικ σε ένα πλήκτρο «μου αρέσει», παρότρυναν τους φίλους τους να κάνουν το ίδιο. Το περιεχόμενο που προτείνει η σελίδα αυτού του κατασκευαστή δερμάτινων ειδών κυμαίνεται από επιδείξεις μόδας έως το ημερολόγιο ταξιδιού του τραγουδιστή Μπόνο «στην καρδιά της Αφρικής».


ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
Ανάμεσα στις δημοφιλείς σελίδες, εκείνες εταιρειών όπως των Starbucks, της Coca-Cola ή των μπισκότων Oreo προσελκύουν ένα κοινό από δέκα έως είκοσι πέντε εκατομμύρια άτομα. Ομως οι μεγάλες μάρκες δεν είναι οι μόνες που εκμεταλλεύονται αυτή τη φλέβα χρυσού. Στη δική τους κλίμακα, ο τοπικός τεχνίτης, ο ταπεινός συγγραφέας και η μικρή επιχείρηση επωφελούνται από το ίδιο σύστημα προκειμένου να αναδειχθούν. Η «Monde Diplomatique» δεν ξεφεύγει από αυτό: η σελίδα της στο Facebook, που άνοιξε στα τέλη του 2009 με πρωτοβουλία μιας αναγνώστριας, ήδη συγκεντρώνει 45.861 μέλη.
       Επιτρέποντας στον καθένα να αναδεικνύει τον εαυτό του ως «προσωπική μάρκα», το Facebook είναι ο μαγικός καθρέφτης της εγωπαθούς και διαφημιστικής εποχής μας. Η εμπειρία του Facebook προσφέρει στον χρήστη την αίσθηση μιας διαρκούς παράστασης μπροστά σε ένα κοινό εκατόν τριάντα ανθρώπων (ο μέσος αριθμός φίλων), που χειροκροτούν κάθε χειρονομία και κάθε ευφυολόγημα. Όσο περισσότερο η ψηφιακή προβολή της ύπαρξής μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα της προσωπικότητάς μας -ή των πόθων μας- τόσο πιο πολύ αφηνόμαστε να μεθάμε από την αντανάκλασή της. Αυτό το συναίσθημα οδηγεί τον καθένα να τροφοδοτεί διαρκώς τη σελίδα του, μερικές φορές με τρόπο ψυχαναγκαστικό, δημοσιοποιώντας τις προτιμήσεις του, τη διεύθυνσή του, τη θέση του σε πραγματικό χρόνο, χάρη σε ποικίλες τεχνικές γεωεντοπισμού, ή το χρονικό των ερωτικών του μικροκαβγάδων.
      Το Facebook όμως δεν λογαριάζει να σταματήσει εκεί: από κλειστός ιστότοπος, εφεξής επιθυμεί να εξαπλωθεί στο σύνολο του παγκόσμιου ιστού. Εισηγμένο τον Απρίλιο του 2010, το πλήκτρο «μου αρέσει» είναι μια χρήσιμη λειτουργία, φαινομενικά ανώδυνη, που κάθε διαχειριστής δικτύου μπορεί να ενσωματώσει στις ιστοσελίδες του για να διευκολύνει τον «ντόρο» γύρω από αυτές• χάρη σε αυτό το δαιμόνιο σύστημα, ήδη εγκατεστημένο σε ένα εκατομμύριο ιστότοπους, η εταιρεία καυχιέται ότι μπορεί να ιχνηλατήσει ονομαστικά τις επισκέψεις στον ιστό εκατόν πενήντα εκατομμυρίων ατόμων κάθε μήνα, εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στη σκιαγράφηση του προφίλ τους. Εξάλλου, προκειμένου να εξυπηρετήσει (και να προσδιορίσει) ακόμη καλύτερα τον χρήστη του Διαδικτύου, το Facebook μόλις παρουσίασε ένα σύστημα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που συγχωνεύει ηλεκτρονικά μηνύματα, SMS και υπηρεσίες άμεσων μηνυμάτων -σε μετωπικό ανταγωνισμό με το Google, την άλλη γιγαντιαία πύλη ελέγχου του δικτύου.
      Το Facebook διαβεβαιώνει ότι μόνο οι φίλοι μας έχουν πρόσβαση σε αυτόν τον όγκο κειμένων και φωτογραφιών που ξεχύνεται διαρκώς προς τις βάσεις δεδομένων του. Έπειτα από έρευνα της «Wall Street Journal», που αποκάλυψε πως μερικοί από τους μεγαλύτερους διαχειριστές παιχνιδιών στο Facebook παρακρατούσαν τα προσωπικά στοιχεία αναγνώρισης των παικτών και των φίλων τους, η εταιρεία διακήρυξε, τον Νοέμβριο του 2010, τη «μηδενική ανοχή» της απέναντι στους εμπόρους δεδομένων και διαβεβαίωσε πως «ποτέ δεν πούλησε ούτε και πρόκειται ποτέ να πουλήσει πληροφορίες για τους χρήστες».


ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΙΧΝΗ
Το 1993, ένα σκίτσο που δημοσιεύθηκε στους «Times» της Νέας Υόρκης εξηγούσε πως «στο Ιντερνετ, κανείς δεν ξέρει αν είσαι σκύλος». Το 2010, η ανωνυμία βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάργησης. «Με δεκατέσσερις φωτογραφίες σας, έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε την ταυτότητά σας», υπενθύμιζε ο πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Google, Ερίκ Σμιθ, στο συνέδριο Techotomy, στις 14 Αυγούστου 2010. «Νομίζετε πως δεν υπάρχουν δεκατέσσερις φωτογραφίες σας στον ιστό; Υπάρχουν οι φωτογραφίες του Facebook». Μια κατάσταση, στην πραγματικότητα όχι μόνο αμετάκλητη, αλλά και απαραίτητη στα μάτια του: «Σε έναν κόσμο γεμάτο ασύμμετρες απειλές, η πραγματική ανωνυμία είναι πολύ επικίνδυνη. (...) Χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο σύστημα εξακρίβωσης της ταυτότητας -και το καλύτερο παράδειγμα μιας τέτοιας υπηρεσίας σήμερα είναι το Facebook. (...) Οι κυβερνήσεις στο τέλος θα φτάσουν να το απαιτούν από τους ανθρώπους». Αν ακόμη παραμένει υπαρκτή η δυνατότητα να ξεγελάσεις το σύστημα, στο μέλλον κάτι τέτοιο θα είναι όλο και πιο δύσκολο. Οι αρχιτέκτονες του δικτυακού κόσμου και οι πολιτικοί ηγέτες έχουν την πρόθεση να «εκπολιτίσουν» ένα ελεύθερο Διαδίκτυο, το οποίο αντιλαμβάνονται ως ζώνη μη-δικαιωμάτων. Αν καταφέρουν να το καθυποτάξουν, η παραχώρηση των πραγματικών μας στοιχείων θα είναι το τίμημα που θα πληρώνουμε για να συμμετάσχουμε με πλήρη δικαιώματα. Ο παγκόσμιος ιστός μέχρι στιγμής χρησίμευε ως εικόνα που συμβόλιζε ένα αποκεντρωμένο σύστημα διασυνδεδεμένων μεταξύ τους υπολογιστικών δικτύων. Κανείς δεν φανταζόταν πως στο κέντρο του θα ερχόταν να εγκατασταθεί μια ακούραστη αράχνη με σκοπό να κατασκοπεύει όλους τους χρήστες.

[ΠΗΓΗ: PHILIPPE RIVIERE, Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Η σκέψη λεν πως τρέχει πιο γρήγορα απ’ το φως… μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

...αν είναι να βρεις την αγάπη σου καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια (αναδημοσίευση)


το βρήκαμε στις Ιστορίες λέξεων
Η σκέψη λεν πως τρέχει πιο γρήγορα απ’ το φως… 
μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

Όταν συναντιόμαστε με τους ανθρώπους που επιλέγουμε στις αναζητήσεις μας, εκείνο που αρχικά μας ελκύει και μας γοητεύει, είναι εκείνο που κρυφά ποθούμε από τον εαυτό μας, αλλά διστάζουμε να προχωρήσουμε στην πραγμάτωσή του μόνοι μας, γιατί δεν έχουμε μια σφαιρική εικόνα για τον εαυτό μας. Εναποθέτουμε λοιπόν σε εκείνους την προσδοκία μας, πως μέσα από εκείνους, χάρη στην συμβολή τους στην ζωή μας, θα έρθει η πολυπόθητη λύτρωση που θα μας χαρίσει τον εαυτό μας ολάκερο. Αγκιστρωνόμαστε από την ελπίδα μας, την οποία την μεταθέτουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει και αγωνιζόμαστε ώστε να τελεσφορήσει η σχέση, η οποία φαντασιώνουμε πως θα μας φέρει τα μαγικά δώρα, ώστε να πειστούμε πως αξίζουμε την χαρά, την ευτυχία, την ολοκλήρωση.

Οι προσδοκίες μας από τις σχέσεις μας με τους άλλους
Επειδή δεν πιστεύουμε αρκετά στον εαυτό μας ή επειδή έχουμε παραμείνει παιδιά, όπου καρτερικά περιμένουμε τη μαμά ή τον μπαμπά να επιβεβαιώσουν τις ικανότητές μας, να μας επιτρέψουν το δικαίωμα στο όνειρο, να σμιλέψουν την αξία μας, περιμένουμε τον «από μηχανής Θεό» να μας φέρει μια έτοιμη λύση, την οποία υπηρετούμε ως δούλοι των προσώπων στα οποία παρατηρούμε την αντανάκλασή μας. Συνδεόμαστε εξαρτητικά μαζί τους προσμένοντας από εκείνους την σωτηρία, ενώ στην πραγματικότητα αναβάλουμε την υλοποίηση των ονείρων μας, γιατί όλη μας η ενασχόληση στρέφεται στην εξυπηρέτηση εκείνων οι οποίοι φανταζόμαστε πως θα μας φέρουν το όνειρο στο χρυσοφόρο άρμα και δεν εστιάζεται στην ανοικοδόμηση της εικόνας μας, ώστε η θέαση της να μας πείσει πως μπορούμε να τα καταφέρουμε και να προχωρήσουμε στο μονοπάτι της ζωής μας ως νικητές και όχι ως ακόλουθοι.

Αυτό συχνά το αποκαλούμε αγάπη, έρωτα, φιλία, ενώ η αλήθεια είναι πιο πολύπλοκη και για αυτό ό,τι διαδραματίζεται ανάμεσα μας, μας προκαλεί σύγχυση και δεν μας απελευθερώνει.

Οι σχέσεις αγάπης αφορούν δυο ανθρώπους, οι οποίοι ενώ αρχικά ελκύονται ο ένας από τον άλλον, κυρίως λόγω των προσδοκιών που τρέφει ο ένας για τον άλλον, σταδιακά επέρχονται ζυμώσεις στη σχέση τους, όπου εκείνο που υπερισχύει είναι το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον, που εκδηλώνεται με την μορφή συχνών αλληλεπιδράσεων που προκαλούν τρυφερότητα και καθησυχαστικά συναισθήματα. Ακόμα και όταν υπάρχουν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, στο τέλος εκείνο που επικρατεί είναι η νηνεμία και η γαλήνια αίσθηση της σιγουριάς και της ασφάλειας που εδραιώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ μας.

Στις σχέσεις που επικρατεί η προσδοκία, ενώ αρχικά οι συναισθηματικές αντιδράσεις συνοδεύονται από μια θύελλα συναισθημάτων που τα διακρίνει η υπερβολή, σταδιακά επέρχεται η εξασθένιση των θετικών συναισθημάτων και η απομυθοποίηση συνοδεύεται από πάταγο, όπου τα πάντα εξαφανίζονται λες και ήταν ατμός που διαλύθηκε. Και αυτό γιατί κάθε φορά που η προσδοκία υπερισχύει, το πρόσωπο που την αισθάνεται νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να μεταθέσει στο άλλο πρόσωπο την επιθυμία του για την κάλυψη των ελλείψεων του, οπότε εξαρτάται από αυτό, και η σύνδεση δεν γίνεται σύνθεση όπου υπερισχύει η αμοιβαιότητα, αλλά μεταλλάσσεται σε γάντζωμα, όπου εκείνο που επικρατεί είναι η εμμονή, το πάθος που το μεγιστοποιεί η προσμονή της λύτρωσης. Στην σκέψη λοιπόν πως μπορεί να το χάσει, οι ανασφάλειες του θεριεύουν, αισθάνεται μετέωρος και οι αντιδράσεις του γίνονται παρορμητικά απαιτητικές, προκειμένου να κρατηθεί από την σχέση, όχι γιατί αγαπάει, αλλά γιατί θεωρεί το άλλο πρόσωπο ως σανίδα σωτηρίας του, όπου χωρίς αυτήν φαντάζεται πως θα επέλθει ο αφανισμός του. Στις σχέσεις προσδοκίας κάθε αυτόνομη κίνηση του άλλου ή κάθε έκφραση αγάπης που εκφράζεται σε άλλα πρόσωπα προκαλεί αναταραχή στον ψυχισμό στην σκέψη της απώλειας όχι της αγάπης αλλά του υποστυλώματος, οπότε η επερχόμενη κατεδάφιση προκαλεί δυσφορία, θυελλώδη συναισθήματα και παρορμητικές αντιδράσεις. Όσο λοιπόν γίνεται αντιληπτό, ότι κανείς δεν μπορεί να γιατρέψει τις πληγές του ή να του αποκαταστήσει τον ερειπωμένο του κόσμο, θυμώνει και απευθύνεται ληστρικά οπουδήποτε, προκειμένου να διατηρήσει αλώβητη την ψευδαίσθηση, πως κάποια στιγμή θα επέλθει η ολοκλήρωση όχι με δική του προσπάθεια, αλλά μέσω κάποιου άλλου. 

Στις σχέσεις αγάπης αυτό που αγαπάμε στο άλλο πρόσωπο, είναι όλες εκείνες οι ιδιαίτερες εκδηλώσεις που ενισχύουν την αγάπη ανάμεσά μας, όπως η έγνοια του ενός για τον άλλον, ο θαυμασμός για κάθε αυτόνομη έκφραση που κάνει τον εαυτό του καθενός μας να αναδεικνύεται και η χαρά του που μας ευφραίνει, γιατί το καθετί το μοιραζόμαστε μεταξύ μας. Η σκέψη του και μόνο μας καθησυχάζει και μας προκαλεί ένα αίσθημα γαλήνης και απελευθέρωσης, ενώ η δημιουργικότητά μας γίνεται όλο και πιο ακμαία και πιο παραγωγική στη σκέψη ενός αμοιβαίου «μαζί». Για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε σχέσεις αγάπης, χρειάζεται να έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα πως παρότι δεν είμαστε τέλειοι, παρόλο που το παρελθόν μας δεν ήταν ρόδινο, παραμένουμε άρτιοι και δεν αποζητάμε στο άλλο πρόσωπο να μας συμπληρώσει με τεχνητό τρόπο, αλλά να μας αγαπήσει και να το αγαπήσουμε. Το αίτημα που απευθύνουμε είναι αίτημα αγάπης και όχι χρησιμοποίησης του άλλου προσώπου, για να αποκτήσουμε ένα δικό μας προσωπείο.

Είναι πολύ εύκολο μια σχέση προσδοκίας να μας ξεγελάσει και να την παρερμηνεύσουμε ως σχέση αγάπης νανουρίζοντας το όνειρό μας, το οποίο σταδιακά μπορεί να αποδειχτεί εφιάλτης.

Όσο όμως παρατηρούμε τα συναισθήματά μας, όσο είμαστε σε επαφή με αυτά και με τον σεβασμό προς τον εαυτό μας, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να τοποθετούμε στο συρτάρι της μνήμης οτιδήποτε δεν μπορεί να διαρκέσει, παίρνοντας τις αποφάσεις μας και να αφοσιωθούμε με ενδιαφέρον σε εκείνους, όπου η στοργή, το ενδιαφέρον, η τρυφερότητα, η έμπρακτη αφοσίωση, η αμοιβαία εξέλιξη, η συναισθηματική αλληλεπίδραση, πυκνώνουν τον ψυχισμό μας και κάνουν την αγάπη ανθεκτική και πηγαία.

κείμενο της Αγγελικής Μπολουδάκη

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Λιτή αφθονία


Του Τάσου Τσακίρογλου, Εφημερίδα των Συντακτών
 Οπωσδήποτε οι φιλόσοφοι θα χαρακτήριζαν τον τίτλο του άρθρου ως «αντίφαση εν τοις όροις» και οι φιλόλογοι «σχήμα οξύμωρο», όμως ο όρος αυτός, που έχει εισηγηθεί και παγιώσει ο θεωρητικός της αποανάπτυξης, Σερζ Λατούς, δεν είναι άλλο από το «μέτρον άριστον», ρητό που αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Με καταγωγή που «αρδεύεται» από τις αναλύσεις του Κορνήλιου Καστοριάδη για την άμεση δημοκρατία και του Αντρέ Γκορζ για την ανάγκη μιας κοινωνικής οργάνωσης στον αντίποδα της σημερινής καταναλωτικής και προσκολλημένης στον παραγωγισμό κοινωνίας, ο Λατούς προτείνει την επεξεργασία ενός σχεδίου βασισμένου στη «χαρούμενη μέθη της επιλεγμένης λιτής ζωής» (Ιβάν Ιλιτς). Η έμφαση δίνεται στο «επιλεγμένη», προκειμένου να γίνει η διάκριση ανάμεσα στην εκούσια έξοδο από την κοινωνία της αλλοτρίωσης και της κατανάλωσης, με την «αποανάπτυξη» που, ελέω κρίσης, επιβάλλεται στην κοινωνία με βίαιο τρόπο. «Η πρώτη μπορεί να συγκριθεί με μια κούρα λιτοδίαιτης διατροφής, την οποία υιοθετεί μια κοινωνία για να αυξήσει την ευεξία της, όταν η υπερκατανάλωση αρχίζει να την απειλεί με παχυσαρκία», γράφει ο ίδιος. Φυσικά εδώ η «παχυσαρκία» έχει διττή σημασία, καθώς δεν ταυτίζεται μόνο με τη φυσική μας κατάσταση και την κακοποίηση του σώματος, αλλά και με την ανάγκη να διατηρούμε το πνεύμα μας ακμαίο και ενεργό, μακριά από τη χαύνωση και τη νωθρότητα στις οποίες μας καταδικάζει ένας τρόπος ζωής που δημεύει όλες μας τις πρωτοβουλίες στο όνομα της αντιπροσωπευτικότητας και της ανάθεσης.

Για τον λόγο αυτό ο Λατούς δίνει μεγάλη σημασία σ’ αυτό που ονομάζει «αποαποικιοποίηση του φαντασιακού», εννοώντας ότι πρέπει με μια συνειδητή και δύσκολη προσπάθεια να «απομαγευτούμε» από τη γοητεία που ασκούν επάνω μας όλα όσα ορίζουν τη σημερινή νοσηρή κατάσταση: καταναλωτισμός, λατρεία της οικονομικής μεγέθυνσης, ανταγωνισμός, ατομικισμός και αρπακτικότητα. Ουσιαστικά, δηλαδή, να αντισταθούμε σθεναρά στους «επαγγελματίες παραγωγούς αναγκών». Στην πραγματικότητα η πορεία προς την αποανάπτυξη είναι μια δύσκολη άσκηση μείωσης των αναγκών μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, δρόμος σε αντίθετη κατεύθυνση από τον σημερινό, με τον αέναο πολλαπλασιασμό τους μέσω της διαφήμισης, της μόδας και των πνευματικών συρμών κάθε είδους.
Ο Γάλλος φιλόσοφος προειδοποιεί και για τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τα κάθε είδους αριστερά κινήματα, που διεκδικούν να αναλάβουν τις τύχες της κοινωνίας. «Την εξουσία δεν την παίρνεις εσύ, αυτή σε παίρνει», είπε στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη, τονίζοντας αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: «Ο Τσίπρας δεν θα πρέπει να σταματήσει τους αγώνες όταν πάρει την εξουσία, όπως κάνει σήμερα. Θα πρέπει να συνεχίσει κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο». Αυτό σημαίνει ότι μόνο η διαρκής κινητοποίηση και εγρήγορση των πολιτών μπορεί να διασφαλίσει τη δυναμική της όποιας αριστερής κυβέρνησης, αλλά και τον έλεγχό της, προκειμένου να μην επανακάμψουν η γραφειοκρατία, η έλλειψη λογοδοσίας και η πολιτική διαφθορά. Εν κατακλείδι, η αποανάπτυξη αποτελεί μια συνολική εναλλακτική που αφορά τη φύση (τον πλανήτη), την κοινωνία και τον άνθρωπο, από τον οποίο ρητά απαιτεί συμμετοχή, σκέψη και πρωτοβουλία.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Δημιουργικές αντιστάσεις και αντεξουσία Μια συζήτηση μεταξύ Ασύμμετρης Απειλής και του συγγραφέα Ο.Βαρκαρόλη του βιβλίου

Αλληλέγγυα οικονομία, δημιουργικές αντιστάσεις, άμεση δημοκρατία – Για μια προεικονιστική realpolitik

tumblr_ndgbzkpGBQ1sqcq8do1_1280
Για μια προεικονιστική realpolitik
: Δημιουργικές αντιστάσεις και αντεξουσία
Δημοσιεύτηκε στο φύλλο #25 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις
Α.Α.: Ο όρος Αλληλέγγυα Οικονομία ακούγεται ως σχήμα οξύμωρο και ξενίζει πολλούς από εμάς. Μπορούν οι δομές της αλληλέγγυας οικονομίας να αποτελέσουν το πρόπλασμα για μια αταξική κοινωνία ή μήπως είναι νομοτελειακά καταδικασμένες να αφομοιωθούν και να απολέσουν τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά τους, μέσα στον ωκεανό της καπιταλιστικής οικονομίας, της λογικής του κέρδους, του ελεύθερου ανταγωνισμού και του (αντι)κοινωνικού δαρβινισμού;
Ο.Β.: Πράγματι, το πεδίο της οικονομίας φάνταζε και ακόμα φαντάζει για τους περισσότερους που συμμετέχουν στο κίνημα ως αποκλειστική περιοχή του εχθρού. Ένα πεδίο στο οποίο όχι μόνο δεν είναι ωφέλιμο να παρέμβουμε (για την αναίρεσή του), αλλά το οποίο πρέπει να ξεπεράσουμε ή να υπερβούμε με βάση, μια μάλλον εξτρεμιστική παρά ριζοσπαστική, κριτική του υπάρχοντος που στην προέκτασή της φτάνει να (ανα)ζητά αφελώς ακόμα και την κατάργηση της κοινωνίας. Λες και το ξεπέρασμα της εμπορευματικής μορφής της πατάτας προϋποθέτει την κατάργηση της πατάτας[1] και η κατάργηση της μισθωτής εργασίας την κατάργηση της εργασίας γενικά[2]!
Για πολύ καιρό κρατήσαμε τα μάτια μας κλειστά μπροστά στις ποικιλόμορφες μη-καπιταλιστικές οικονομικές πραγματικότητες που λειτουργούν εντός του καπιταλισμού και το κάναμε σε τέτοιο βαθμό που ο προταγματικός λόγος μας έμενε σε μια γενικόλογη αοριστολογία. Η αιτία; Είτε γιατί εγκλωβιστήκαμε σε ένα βολονταριστικό άλμα στην απόπειρα για συνολικοποίηση της πρακτικής κριτικής μας, είτε γιατί παγιδευτήκαμε σε μια παγιωμένη/δογματική θέαση της ουτοπίας, που αντί να εμψυχώνει μια δραστηριότητα και να την καθοδηγεί με βάση μια ριζοσπαστική κριτική του παρόντος, μας ακρωτηρίαζε την εκτίμηση απέναντι σε κάθε δράση που δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το δέον της.
Ο όρος αλληλέγγυα οικονομία χρησιμοποιήθηκε για να καταδείξει ότι μπορούμε να αναπτύξουμε στο σήμερα «οικονομικά» εγχειρήματα, ανταγωνιστικά στον καπιταλισμό και την αυτονόμηση της οικονομικής ζωής, με ορίζοντα τις αυτόνομες μετακαπιταλιστικές κοινότητες «όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου, και όχι ύστατος σκοπός»[3]. Επίσης, η διαδικασία του πειραματισμού σε μια προεικονιστική realpolitik μας επιτρέπει να αναπτύξουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περίγραμμα των θεσμών και της λειτουργίας τους στο πλαίσιο μιας ελευθεριακής κοινωνίας και άρα να διαμορφώσουμε τους όρους για το πέρασμα από την μαχητική αντιπολίτευση στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας του κυρίαρχου υποδείγματος.
Ωστόσο, τα εγχειρήματα αλληλέγγυας οικονομίας που επιδιώκουν να πειραματιστούν στη δημιουργία θεσμών μιας πιο επιθυμητής κοινωνίας, το κάνουν μέσα στο κέλυφος της παλιάς και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για ειδυλλιακές παραστάσεις της «άλλης»κοινωνίας, αλλά για παραδείγματα αγώνα που θέλουν να συμβάλλουν στην επίτευξή της. Τα όρια και οι αντιφάσεις που συναντούν προϋποθέτουν ριζικές αλλαγές ταυτόχρονα στην πολιτική και στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας. Εγχειρήματα τα οποία οφείλουμε να τα βλέπουμε ως ανοιχτά στοιχήματα –που έχουν αξία από μόνα τους– σε αγώνες που η τελική τους (κοινωνική) κρίση θα γίνει στο μέλλον. Εάν δηλαδή αποτέλεσαν τις πρώτες σταγόνες μιας ελευθεριακής καταιγίδας ή απλές σταγόνες στον ωκεανό της καπιταλιστικής οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος της απονοηματοδότησης των εγχειρημάτων αλληλέγγυας οικονομίας από το «σύστημα», ειδικά στην παρούσα συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Και σίγουρα όχι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο η πολιτική συμμετοχή κάποιου στο κίνημα να αποτελεί μέρος μιας lifestyle-υποκουλτούρας. Πιο σημαντικός είναι ο κίνδυνος να βρουν τα όρια τους εξαιτίας λαθών/παραλείψεων/αστοχιών των ίδιων των συμμετεχόντων σε αυτά[4] ή να καταδικαστούν –από την κοινωνική αδράνεια– στο να αποτελέσουν «εξωτικές» εξαιρέσεις παρά να κατασταλούν από τον εχθρό.
Α.Α.: Η λογική των δημιουργικών αντιστάσεων είναι να λειτουργήσουν ως ορμητήρια απελευθέρωσης και όχι ως νησίδες ελευθερίας. Ωστόσο υπάρχει και η ετερογονία σκοπών, η απόσταση ανάμεσα στη θέληση και στο αποτέλεσμα των πράξεών μας. Με τα λόγια του Σαίξπηρ: «η βούληση είναι άπειρη, η εκτέλεσή της όμως υπακούει σε όρια. Η επιθυμία είναι απεριόριστη, η πραγμάτωσή της όμως υπόκειται σε περιορισμούς». Πώς μπορούν οι θεσμοί Αντεξουσίας να αποφύγουν τις σειρήνες του βολέματος σε μια αυτοαναφορική λογική νησίδας ελευθερίας; Έχουν αναπτυχθεί οι δικλίδες ασφαλείας ώστε να αποφευχθεί στην πράξη η ενσωμάτωση της Δημιουργικής Αντίστασης στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις;
Ο.Β.: Με τον όρο Δημιουργικές Αντιστάσεις δεν αναφερόμαστε γενικώς και αορίστως σε ευφάνταστους τρόπους διαμαρτυρίας ή αποκλειστικά σε εγχειρήματα αλληλέγγυας οικονομίας. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα σε έναν ιδιαίτερο τύπο κοινωνικοπολιτικής δράσης που από τη μία ενδιαφέρεται για μιαν ορθή κατανόηση της δομής του υπό εξέταση ζητήματος/προβλήματος και της τρέχουσας συγκυρίας και από την άλλη δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τους ανθρώπους ώστε να επιλέξουν μια πιο αυτόνομη ζωή. Είναι τα ενδιάμεσα όχι-αιτήματα/προγράμματα, αλλά έμπρακτα παραδείγματα που προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα του καθημερινού αγώνα με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό σύμφωνα με το μότο: «Χτίζοντας, θα γκρεμίσουμε».
Δημιουργική αντίσταση μπορεί να είναι τόσο μια κολεκτίβα εργασίας όσο και ένα σωματείο βάσης, αλλά κανείς και τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη εποικοδομητική-κινηματικά λειτουργία τους. Εναπόκειται κάθε φορά στα μέλη τους και τον κοινωνικό περίγυρό τους το πόσο ψηλά θα σηκώσουν τον πήχη και θα ξεφύγουν από παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τη μετασχηματιστική δυναμική των εγχειρημάτων, όπως αυτοαναφορικότητα, αριστερισμός, ακτιβισμός, αναχωρητισμός, μαξιμαλισμός, ελιτισμός, μικροαστισμός, εθνικισμός, εργατισμός, δημοκρατισμός, συντεχνιασμός, αποσπασματικότητα, σεχταρισμός και πάει λέγοντας.
Αν η μετασχηματιστική δυναμική χαθεί, τότε πολύ απλά δε μιλάμε για δημιουργική αντίσταση. Υπάρχουν, ωστόσο, μια σειρά από χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν ως ανιχνευτές γόνιμης λειτουργίας, όπως: συνάφεια μέσων-σκοπών, ασυμμετρία στην αντιπαράθεση με την καθεστηκυία τάξη, συνεχής επαγρύπνηση, κριτικός αναστοχασμός, προσοχή στις λεπτομέρειες, συνεύρεση και συμπόρευση με αντίστοιχα εγχειρήματα στην προσπάθεια για την αλλαγή παραδείγματος.
Τέλος, δε θα πρέπει να πέφτουμε σε μια μηχανιστική-ντετερμινιστική παγίδα αέναης επανάληψης της ιστορίας του στυλ «Απέτυχε κάτι μια φορά; Θα αποτυγχάνει πάντα» και να μη ξεχνάμε ότι και μέσα από τις αποτυχίες των ποικίλων εγχειρημάτων των αγωνιζομένων ανθρώπων μπορούμε να αντλήσουμε ένα σωρό χρήσιμα συμπεράσματα-στοιχεία για τις επόμενες μας απόπειρες.
Α.Α.: Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το πρόταγμα της Άμεσης Δημοκρατίας. Αρκετές φορές ο εξουσιαστικός «κομμουνισμός» (που επιμένει να προσκυνά το φάντασμα του συγκεντρωτισμού και του κεντρικού σχεδιασμού) απαξιώνει το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα. Κομμάτια, όμως, της συστημικής Αριστεράς, μέχρι και εθνικιστές ακόμα, επικαλούνται με οπορτουνιστικό τρόπο την Άμεση Δημοκρατία. Πώς μπορούμε να εντάξουμε την Άμεση Δημοκρατία στο ελευθεριακό πρόταγμα; Εν τέλει, έχει νόημα η ύπαρξη ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτικού εποικοδομήματος εντός μιας εκμεταλλευτικής/ταξικής κοινωνίας (όπως π.χ. στην αρχαία Αθήνα);
Ο.Β.: Το πρόσφατο ενδιαφέρον για την Άμεση Δημοκρατία θα μπορούσαμε να πούμε ότι προέκυψε κυρίως ως μερική κριτική του αυταρχισμού (του κράτους) ή της πάσης φύσεως γραφειοκρατίας (συνδικάτα, κόμματα) που λειτουργεί αποκομμένη από τη βάση και λιγότερο ως ζήτημα αντεξουσίας[5]. Υπό μια τέτοια-μερική οπτική γωνία μη-αντιπροσώπευσης, μπορεί να γίνει κατανοητή και η επίκλησή του από πλευράς αριστεράς για μια κυβέρνηση που ακούει το λαό ή από φασιστικές οργανώσεις που θέλουν να φύγουν οι αλήτες, προδότες, πολιτικοί.
Αν όμως δεν επιθυμούμε να αρκεστούμε σε μια δημοκρατία του κεφαλαίου (που ορθά απαξιώνεται από την κλασσική αριστερά), αλλά προσεγγίζουμε την άμεση δημοκρατία υπό μια ελευθεριακή σκοπιά (δηλαδή μιας σκοπιά που στρέφεται ενάντια τόσο στην κυριαρχία όσο και στην εκμετάλλευση), τότε πρέπει να κάνουμε σαφές ότι μιλάμε για οριζοντιότητα. Οριζοντιότητα τόσο σε πολιτικό (ποιος/πώς αποφασίζει) όσο και λειτουργικό-οικονομικό επίπεδο.
Η άμεση δημοκρατία τότε, ως διακριτή μορφή δημοκρατίας, δεν μπορεί να σταθεί χωρίς αλλαγές στην οικονομική λειτουργία της κοινωνίας, δηλαδή χωρίς να συνοδεύεται από την κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής και την γενικευμένη αυτοδιαχείριση. Δεν περιλαμβάνει απλά και την οικονομική δημοκρατία, αλλά την προϋποθέτει. Δεν πρέπει να επεκταθεί ο δημοκρατικός πολιτικός έλεγχος στην οικονομία, αλλά η δημοκρατία να είναι αδιαχώριστα οικονομική και πολιτική. Δεν πρόκειται για μια στενά πολιτειακή δομή που μένει να εγκαθιδρυθεί, αλλά μια στάση απέναντι στα κοινά και την κοινότητα την οποία μπορούμε να την υιοθετούμε και αξίζει να την προωθούμε στο εδώ και τώρα.
Α.Α.: Συνήθως ο κομμουνισμός ταυτίζεται με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής της υλικής ζωής. Αρκεί όμως αυτό; Για παράδειγμα, η άμεση δημοκρατία μπορεί να θεωρηθεί ως κομμουνισμός στην πηγή λήψης αποφάσεων. Η εξουσία διαλύεται μέσω της εξισωτικής διάχυσής της. Η εξουσία που ανήκει σε όλους, δεν ανήκει σε κανέναν. Αντιστρέφοντας το προηγούμενο ερώτημα: έχει νόημα η ύπαρξη μια κομμουνιστικής παραγωγικής βάσης χωρίς την ύπαρξη ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτικού εποικοδομήματος;
Ο.Β.: Αν η δημοκρατία με τάξεις είναι μια σοσιαλιστική φάρσα, έτσι και ο κομμουνισμός χωρίς πολιτική οργάνωση είναι μια φαντασιοπληξία. Με το επίθετο κομμουνιστική δεν περιγράφουμε μια κοινωνία όπου επικρατεί απόλυτη κοινωνική γαλήνη και τα πάντα γίνονται αυθορμήτως αρμονικά, αλλά μιλάμε για μια οργανωμένη κοινωνία με συντεταγμένους τρόπους λειτουργίας που επιδιώκει να καταπολεμά την κυριαρχία σε όλες τις τις εκφάνσεις μέσα από την καλλιέργεια εκείνων των συνθηκών-προϋποθέσεων-θεσμών που υποβοηθούν την ελευθεριακή της λειτουργία. Ή με άλλα λόγια, «η ελευθερία δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια απλή απουσία της εξουσίας, αλλά ως μια συγκεκριμένη οργάνωση των σχέσεων εξουσίας, ώστε να επιτευχθούν συγκεκριμένοι σκοποί»[6]. Αναφερόμαστε συνεπώς σε ένα πολύπλοκο έργο με μεγάλη διάρκεια όπου ηκοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η εξισωτική οργάνωση δεν αποτελούν παρά μόνο βασικές του πράξεις.
Α.Α.: Η λεγόμενη στρατηγική της Εξόδου συνήθως αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό ως ένα απλό εμπόδιο που αρκεί να το ξεπεράσουμε μέσα από τη δημιουργία αντιθεσμών για να το καταστήσουμε άχρηστο (λογική που παραδόξως ομοιάζει με τον στιρνερισμό!). Για παράδειγμα, ο Τζέιμς Χέροντ υποστηρίζει πως ο καπιταλισμός μπορεί να καταστραφεί χωρίς μια πολεμική κίνηση, αλλά με το «ξεγύμνωμά του»: «οι καπιταλιστικές δομές […] δεν κατακτώνται· απορρίπτονται». Η λογική αυτή τείνει να αγνοεί την αφομοιωτική ή κατασταλτική δυναμική που αναπτύσσει το κεφάλαιο και το κράτος του. Εν τέλει, μπορεί να κατακτηθεί ο στόχος της αταξικής κοινωνίας δίχως να καταφύγουν οι καταπιεσμένοι στην υλική βία; Μπορεί να αναπτυχθεί μια θεωρία και πρακτική της δημιουργικής αντίστασης, δίχως μια αντίστοιχη ανάπτυξη μιας θεωρίας και πρακτικής της επαναστατικής βίας;
Ο.Β.: Η στρατηγική της εξόδου, της απεμπλοκής από τις σχέσεις κυριαρχίας, βασίζεται στην αναγνώριση ότι όσο ολοκληρωτικό και αν είναι ένα σύστημα ποτέ δεν μπορεί να πετύχει τη φιλοδοξία του –πάντα θα υπάρχουν τρύπες, περιθώρια και ρωγμές ελευθερίας πλάι στην (αναγκαστική ως ένα βαθμό) αναπαραγωγή της καταπίεσης και την εθελοδουλία.
Χωρίς να πέφτει στην παγίδα του στημένου κάδρου της υιοθέτησης ή μη της χρήσης βίας[7], δεν υιοθετεί την απλοϊκή άποψη ότι η κοινωνία είναι εκ φύσεως καλή, αλλά τη διαφθείρει το κράτος και το κεφάλαιο που εφόσον εκδιωχθούν δια της βίας/επανάστασης ο κόσμος θα αυτορρυθμιστεί με γαλήνη, αρμονία και προδέρμ. Δεν ταυτίζει δηλαδή την επανάσταση με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα ή μια σειρά μαχών που η νικηφόρα διεξαγωγή τους αρκεί για να εξοβελιστεί οριστικά στο παρελθόν η καταπίεση. Η επανάσταση δεν είναι απλώς/απλός πόλεμος και στον κοινωνικό πόλεμο δεν είναι μόνο τα όπλα που μετράνε. Πρώτα θα πρέπει να καλλιεργηθεί η ταξική συνείδηση, οι μεγάλες «μάζες» να θέλουν μια άλλη κοινωνία και να βλέπουν συγκεκριμένα πράγματα (καταπίεση, εκμετάλλευση, ιδιώτευση) σαν εμπόδια στο να το επιτύχουν. Πρέπει να ξεκινήσουμε πρώτα από τους ανθρώπους σε πρώτο πρόσωπο, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις αφηγήσεις τους.
Δεδομένης λοιπόν της παρούσας πολιτικής ηγεμονίας του εχθρού στις μάζες και της υπεροπλίας του στο στρατιωτικό σκέλος, πρέπει να βρούμε τον τρόπο με τον οποίο θα του επιτεθούμε χωρίς να πέσουν πολλές «πιστολιές»[8]. Πρέπει να επιλέξουμε εκείνα τα πεδία αντιπαράθεσης και εκείνα τα σημεία όπου θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου. Και αυτά μπορούν να αναζητηθούν κυρίως στη μεγάλη μας δυνητικά δύναμη να μπορούμε χωρίς το κεφάλαιο, ενώ αυτό δεν μπορεί χωρίς εμάς. Μια τέτοια αναζήτηση, σε καμία περίπτωση δε συνιστά αγνόηση της δύναμης του κυρίαρχου λόγω κοντοφθαλμίας, αλλά τακτική μανούβρα που προκύπτει από την αξιολόγηση των δύο στρατοπέδων και του ευρύτερου περιβάλλοντος.
Μέσω μιας τέτοιας ανάγνωσης για το (δυσχερές) περιβάλλον/συσχετισμό πρέπει να κατανοηθεί η μετατόπιση του πρωταρχικού ενδιαφέροντος από το μάκρο-επίπεδο της Κατάληψης της (Αντι)εξουσίας[9] (το σημαιάκι στο οχυρό του εχθρού) στο έδαφος των εμπειριών της καθημερινής ζωής· τη «μάχη» για το κέρδισμα τηςκαρδιάς και του νου όσων περισσότερων συνειδητών συμπορευτών, την κατάκτηση της ικανότητας να ζούμε χωρίς να δουλεύουμε με όρους μισθωτής εργασίας ή αγοράζοντας προϊόντα που παρήχθησαν με αυτόν τον τρόπο μέσω της συνεργατικής παραγωγής αγαθών. Ωστόσο, με βάση τη ρητή στόχευση σχετικά με το ξεπέρασμα του καπιταλισμού και του κράτους του, η αναγκαιότητα κατάληψης των μέσων παραγωγής και η υπεράσπιση των «απελευθερωμένων χώρων» δεν μπορεί παρά να παραμένει μια βασική  αράμετρος που υπερβαίνει τις παρούσες δυνατότητές του μη-βίαιου, σημειωτικού (ανταρτο)πόλεμου θέσεων[10] και των απέλπιδων τεροριστικών επιθέσεων. Αν επομένως αποπειραθούμε να μιλήσουμε για επαναστατική βία –και όχι ένα θεαματικό υποκατάστατό της–σίγουρα μιλάμε για ενεργή εμπλοκή εκατομμυρίων ανθρώπων στη δράση και την υποστήριξή της. Μιλάμε για μια βία αναρχικής ηθικής α λα Μαλατέστα[11], που ναι μεν εμπεριέχει μια μηδενιστική λύσσα, λειτουργεί όμως εργαλειακά και όχι αυτάρεσκα κατόπιν εύστοχης εκτίμησης της στιγμής α λα Λένιν με μια Τροτσκιστική στρατιωτική μακρο-οπτική[12] με εσωτερικές όμως διαδικασίες τύπου Ταξιαρχίας Ντουρρούτι που οι φορείς της, α λα Ζαπατίστας[13], δεν έχουν λόγο να παρεμβαίνουν ως τέτοιοι στις αυτόνομες πολιτικές δομές των κοινοτήτων αγώνα.
Α.Α.:Ποια είναι η διαλεκτική σχέση που θα μπορούσαν να έχουν οι προεικονιστικές αντιδομές με την αντιβία που ήδη εκφράζεται από τους καταπιεσμένους, με την εντυπωσιακή πύκνωση τα τελευταία χρόνια των αστεακών ή εργατικών ταραχών, των λαϊκών εξεγέρσεων (βλέπε τους τελευταίους μήνες, Τουρκία, Αίγυπτο, Νότια Αφρική, Βραζιλία, Χιλή, Ουκρανία, Σουηδία);
Ο.Β.: Η σχεδόν αντιπολιτική κραυγή που εκφράζεται μέσω των ταραχών των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται από μια (παραλυτική) έλλειψη σε σχέση με το τι θα όφειλε να αντικαταστήσει το σημερινό status quo. Κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί σε δεύτερο χρόνο στην προληπτική-κομφορμιστική καταστολή της αντίστασης και στο γρήγορο ξεθώριασμα της εκ-στατικής εξεγερσιακής εμπειρίας που δεν αφήνει απτά σημάδια βελτίωσης στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Επομένως, προπαρασκευαστικός ρόλος των δημιουργικών αντιστάσεων (όπως και όλων των πολιτικών συλλογικοτήτων) είναι με «δουλειά μυρμηγκιού» να σπάσουν τα τούβλα της πολιτικής σύγχυσης-απογοήτευσης και της απουσίας αντιπροτάσεων γονιμοποιώντας το άγονο περιβάλλον με την προσδοκία της μετάβασης. Μέσω της προωθημένης ανίχνευσης του κόσμου που δεν είναι ακόμη εδώ, να υποβοηθήσουν να αναπτυχθεί κοινωνικά εκείνη η νοοτροπία αγώνα της οποίας οι πιο προωθημένες ενέργειες δεν θα είναι (απλά) οι πυρπολήσεις τραπεζών, αλλά οι καταλήψεις των μέσων παραγωγής και η δημιουργία εργατικών συμβουλίων. Η ουσιαστική και στο έπακρο πραγμάτωση εκείνων των χαρακτηριστικών που συναντάμε στις σημερινές δημιουργικές αντιστάσεις μόνο σε εμβρυακή μορφή.
zapatistas
Α.Α.: Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 20 χρόνια από την εξέγερση των Ζαπατίστας. Διατηρεί η ζαπατιστική εξέγερση την επικαιρότητά της και ποιο είναι το σημερινό της νόημα για εμάς στον δυτικό κόσμο;
Ο.Β.: 20 χρόνια μετά την εξέγερση στο νοτιοανατολικό Μεξικό, οι εξεγερμένες ιθαγενικές κοινότητες των ζαπατίστας έχουν δημιουργήσει έναν χώρο, μια κοινωνία όπου η άμεση δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που παλεύεται και κατακτιέται καθημερινά από χιλιάδες ανθρώπους που χτίζουν την αυτονομία τους απέναντι σε μια εξουσία από την οποία δεν διεκδικούν και δεν δέχονται τίποτα και την οποία δεν αναγνωρίζουν.
«Κανένα μοντέλο δεν προσφέρουμε» λένε οι ζαπατίστας. «Καθένας πρέπει να επινοήσει το δικό του μοντέλο στον τόπο του, στη γειτονιά του, στην πόλη του, στη χώρα του. Και αυτό θα είναι η καλύτερη αλληλεγγύη για μας». Πράγματι, κανένα μοντέλο δεν μεταφέρεται. Όμως η εμπειρία όσων αντιστέκονται συλλογικά, όπως οι ζαπατίστας, είναι γνώση και εμπειρία για όλους μας. Μπορούμε να μαθαίνουμε. Και το πρώτο που έχουμε να μάθουμε είναι ότι «μπορεί να γίνει και αλλιώς».
Ας δούμε, λοιπόν, ορισμένα –χρήσιμα για εμάς– χαρακτηριστικά ενός μεγάλου εγχειρήματος/πειράματος. Ενός αγώνα που:
– χαρακτηρίζεται από την σύμπνοια σκοπού και μέσων
– αναδεικνύει τη δυνατότητα της αυτοδιακυβέρνησης και μάλιστα κάτω από δυσμενής συνθήκες και συνεχείς πιέσεις,
– επιμένει να επινοεί από τα κάτω τους κατάλληλους θεσμούς και πρακτικές με έμφαση στην υλικότητα, στην αλλαγή της καθημερινότητας σε όλες της τις εκφάνσεις (διατροφή, υγεία, εκπαίδευση, διακυβέρνηση κ.λπ,) αντί να μένει σε διακηρύξεις καλών προθέσεων,
– τονίζει τη σημασία της στράτευσης και της οργάνωσης απαλλαγμένης όμως από τη φοβία για τα λάθη ή την αναποτελεσματικότητα, προκειμένου να επιδιωχθεί η μαθητεία όσο το δυνατόν περισσότερων μελών της κοινωνίας στη διαχείριση των συλλογικών υποθέσεων,
– προνοεί για τη δημιουργία κατάλληλων δομών/μηχανισμών που να μην επιτρέπουν την καταστροφική δημιουργία χάσματος μεταξύ βάσης και ηγεσίας,
– ανανεώνει τις διαδικασίες και τις στρατηγικές του με βάση τα μαθήματα του αγώνα,
– αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα που εξελίσσεται σε ολόκληρη την υφήλιο.

Α.Α.: Αναρχία, Κομμουνισμός, Άμεση Δημοκρατία, Ριζοσπαστική Οικολογία, Ατομικισμός (με την έννοια της πλέριας ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι με την τρέχουσα έννοια του φιλοτομαρισμού). Οι λέξεις πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί με ένα διαζευκτικό ήτα να τις χωρίζει. Μήπως, όμως, ταιριάζει περισσότερο το συμπλεκτικό και; Μήπως είναι διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουν το ίδιο πρόταγμα; Μήπως είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες και όχι αλληλοαποκλειόμενες;
Ο.Β.: Το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα έχει μια πολύ μεγάλη δεξαμενή ιδεών, βιωμάτων από όπου μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα και εργαλεία για τους σημερινούς αγώνες. Χωρίς να έχει νόημα να συνενώσουμε αναδρομικά τις διαφορετικές παραδόσεις που έχουν πολλές φορές αναμετρηθεί μεταξύ τους, υπάρχουν σαφώς μεγάλα περιθώρια, ύστερα από την μελέτη τους εντός του ιστορικού τους πλαισίου και την κριτική κατανόησή τους, για μια πιο γόνιμη σύνθεσή των αλληλοσυμπληρούμενων πτυχών τους. Καθώς βαδίζουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με τον όρο αναρχία δεν αναφερόμαστε αορίστως σε μια απουσία αρχής, αλλά σε έναν αγώνα των από τα κάτω με στόχο ένα αμεσοδημοκρατικό πολίτευμα που όχι μόνο προνοεί στο μέτρο του εφικτού ώστε να μην καταπιέζονται τα άτομα, αλλά αποπειράται να καλλιεργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την πληρέστερη έκφραση της ατομικότητάς τους και προϋποθέτει την επαναξιολόγηση των αναγκών μας ώστε η –κατά βάση– κομμουνιστική οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης να λαμβάνει χώρα σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον.
Halastor
[1] Δες το Μια κριτική της Κομμουνιστικοποίησης
[2] Δες το Η κριτική του Μαρξ στα σοσιαλιστικά σχήματα εργασιακού χρήματος και ο μύθος του προυντονικού χαρακτήρα του συμβουλιακού κομμουνισμού και το Ανάμεσα στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον μυθικό κομμουνισμό.
[3] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας.
[4] Δες το Οι σπόροι φύτρωσαν. Κατάθεση εμπειρίας από συμμετοχή σε εγχείρημα αλληλέγγυας οικονομίας, διαθέσιμο.
[5] Η από-τη-βάση-οικειοθελώς-οργανωμένη-θετικά μη αυταρχική και μη καταπιεστική διαχείριση της οικονομίας και της εξουσίας.
[6] Anarchafairy, 2008, Μετα-δομισμός, και η Αναγέννηση ενός Αναρχικού Υποστρώματος.
[7] Η μη βία είναι ένα βασικό ιδεολογικό όπλο μιας πολύ βίαιας κυριαρχίας που το χρησιμοποιεί προκειμένου να μας παθητικοποιήσει. Χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ κηρύττοντας τη μη βία. Είναι ένα αποτελεσματικό όπλο επειδή όλοι θέλουμε (αλλά δεν μας αφήνουν) να ζούμε σε έναν κόσμο ειρηνικό χωρίς βία [...] Είμαστε μπλεγμένοι στον κοινωνικό πόλεμο και αυτή η κατάσταση θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε/πετύχουμε. Η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μετά την καταστροφή του καπιταλισμού [...] Δε θα καταφέρουμε ποτέ να οικοδομήσουμε μια ζωή με ελευθερία χωρίς να αντιμετωπίσουμε τους κυρίαρχους. James Herod, Getting Free. Creating an Association of Democratic Autonomous Neighborhoods, 2007.
[8] Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να παραδειγματιστούμε από τη σαρωτική “μη-βίαιη” αντεπίθεση του κεφαλαίου (στην απόπειρα απάντησης του εργατικού κινήματος με την μονοπώληση της εργατικής δύναμης στην μονοπώληση των μέσων παραγωγής από το κεφάλαιο) με το σπάσιμο της παραγωγής σε κομμάτια, τη μεταφορά εργοστασίων και κεφαλαίου σε χώρες και περιοχές με ευνοϊκές συνθήκες για το κεφάλαιο κ.ό.κ.
[9] Με τον νεολογισμό αυτό αναφερόμαστε τόσο στην αντίληψη που θέλει το εργατικό κράτος να αποτελεί προνομιακό τόπο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας όσο και στη σύλληψη της επανάστασης ως κοινωνικού μετασχηματισμού που θα πραγματοποιηθεί με την καταστροφή του κέντρου εξουσίας που εδράζεται στο κράτος και την απελευθέρωση των αυτόνομων τάσεων των ανθρώπων.
[10] Για μια εισαγωγή στον πόλεμο θέσεων του Γκράμσι, δες το Ισχύς και εξουσία. Επανεπινοώντας την επανάσταση, διαθέσιμο στο efimeridadrasi.blogspot.gr.
[11] «Αναρχία σημαίνει μη βία, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός η περισσοτέρων στους υπόλοιπους. Είναι μέσο της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελουσίας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία. {…} Για να ζήσουν δύο εν ειρήνει, πρέπει να το θέλουν αμφότεροι· αν ένας από τους δύο είναι ισχυρογνώμων και θέλει με τη βία να επιβάλλει στον άλλο να δουλεύει για λογαριασμό του και να τον υπηρετεί, αυτός ο άλλος, αν θέλει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και να μην περιπέσει στην πλέον ταπεινή δουλεία, παρόλη την αγάπη του για την ειρήνη και ομόνοια, είναι υποχρεωμένος να αντισταθεί στη δύναμη με όλα τα πρόσφορα μέσα» Ερρίκο Μαλατέστα, Αναρχία και βία, Pensiero e Volonta, 1924.
[12] Guerrilla-ism and the Regular Army
[13] Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης: η εδραίωση της αυτονομίας

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Βιομηχανική κολλεκτιβοποίηση κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης


phoca_thumb_l_kollektivbetrieb8[1]
http://eagainst.com/articles/industrial-collectivisation-spain/Αν και ήταν στην ύπαιθρο όπου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη αναρχική κοινωνικοποίηση, η επανάσταση έγινε στις μεγάλες και μικρές πόλεις. Σε αυτή την περίοδο σχεδόν 2 εκατομμύρια από τον συνολικό πληθυσμό των 24 εκατομμυρίων εργαζόταν στη βιομηχανία, 70% των οποίων συγκεντρωνόταν στην περιοχή της Καταλωνίας. Εκεί μέσα σε ώρες από τη φασιστική επίθεση οι εργάτες κατέλαβαν υπό τον έλεγχο τους 3000 επιχειρήσεις. Αυτό συμπεριλάμβανε όλες τις υπηρεσίες δημοσίων μεταφορών, ναυσιπλοΐα, ηλεκτρικές και εταιρείες ενέργειας, εργασίες αερίου και νερού, εργοστάσια μηχανών και αυτοκινήτων, ανθρακωρυχεία, τσιμεντοβιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργίες και βιομηχανίες χαρτιού, ηλεκτρικών και χημικών προϊόντων, εργοστάσια υαλοποιίας και αρωματοποιίας, τροφίμων και μπυραρίες.
Σε αυτές τις βιομηχανικές περιοχές έγιναν κάποιες από τις πρώτες κολλεκτιβοποιήσεις. Παραμονή του στρατιωτικού πραξικοπήματος κηρύχτηκε από την CNT γενική απεργία. Όμως μόλις τελείωσε η πρώτη περίοδος της σύγκρουσης ήταν καθαρό ότι το επόμενο ζωτικό βήμα ήταν η συνέχιση της παραγωγής. Πολλοί από τους αστούς που συμπαθούσαν τον Φράνκο μετά την ήττα των στρατιωτικών δυνάμεων το σκάσανε. Αμέσως τα εργοστάσια και τα εργαστήρια τους καταλήφθηκαν και λειτούργησαν από τους εργαζόμενους. Κάποιες άλλες μερίδες των αστών ήταν απρόθυμες να κρατήσουν τα εργοστάσια ανοιχτά και κλείνοντας τα προσπάθησαν να συνεισφέρουν έμμεσα στο στόχο του Φράνκο. Κλείνοντας τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια, που θα μπορούσε να βοηθήσει τον εχθρό. “Οι εργάτες το κατάλαβαν ενστικτωδώς, και ίδρυσαν σχεδόν σε όλα τα εργαστήρια, επιτροπές ελέγχου, που είχαν ως σκοπό να επιτηρούν την πρόοδο της παραγωγής, και να ελέγχουν την οικονομική θέση του ιδιοκτήτη κάθε εγκατάστασης. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος πέρασε γρήγορα από την επιτροπή ελέγχου, σε μία επιτροπή διαχείρισης, όπου ο εργοδότης συμμετείχε και αμοιβόταν με τον ίδιο μισθό. Με αυτόν τον τρόπο ένας αριθμός εργοστασίων και εργαστηρίων στην Καταλωνία πέρασε στα χέρια των εργατών, που συμμετείχαν σε αυτά.” [1]
Επίσης ήταν μεγάλης σημασίας να δημιουργηθεί χωρίς καθυστέρηση, η πολεμική βιομηχανία με σκοπό να τροφοδοτεί το μέτωπο και να ξανακινήσει το σύστημα μεταφορών προκειμένου πολιτοφύλακες και εφόδια να φτάνουν στο μέτωπο. Επομένως οι πρώτες απαλλοτριώσεις βιομηχανιών και δημόσιων υπηρεσιών έγιναν για να εξασφαλίσουν τη νίκη απέναντι στο φασισμό, με τους αναρχικούς αγωνιστές να αποκτούν πλεονέκτημα της κατάστασης, για να την σπρώξουν άμεσα προς τους σκοπούς της επανάστασης.
Ο ρόλος της CNT
Η κοινωνική επανάσταση μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή στο πλαίσιο της σχετικά μεγάλης ιστορίας της οργάνωσης και της κοινωνικής πάλης των εργατών στην Ισπανία. Η CNT που ήταν η κύρια δύναμη των κολλεκτιβοποιήσεων, υπήρχε από το 1910 και το 1936 μετρούσε 1.5 εκατομμύρια μέλη. Το αναρχικο-συνδικαλιστικό κίνημα υπήρχε στην Ισπανία από το 1870, και από τη γέννηση του ως τη (μερική) πραγματοποίηση του τελικού ιδανικού του κατά τη διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης, είχε μία ιστορία αδιάκοπης συμμετοχής στην έντονη κοινωνική πάλη – “μερικές και γενικές απεργίες, σαμποτάζ, δημόσιες διαμαρτυρίες, συσκέψεις, πάλη ενάντια στους απεργοσπάστες…, φυλακίσεις, μετατοπίσεις, δίκες, εξεγέρσεις, λοκ αουτς, μερικές ένοπλες ενέργειες (attentat)” [2].
Το 1936 οι αναρχικές ιδέες ήταν διάχυτες. Η κυκλοφορία αναρχικών εκδόσεων σε αυτή την εποχή δίνει μία ιδέα: υπήρχαν δύο αναρχικές καθημερινές εφημερίδες, μία στη Βαρκελώνη και μία στη Μαδρίτη, και οι δύο όργανα της CNT με κυκλοφορία μεταξύ 30 έως και 50 χιλιάδες φύλλα. Υπήρχαν περίπου 10 περιοδικά, πρόσθετα στις διάφορες αναρχικές επιθεωρήσεις με κυκλοφορίες πάνω από 70.000 κομμάτια. Σε όλα τα αναρχικά κείμενα, μπροσούρες και βιβλία, καθώς και σε κάθε σύσκεψη σωματείου ή ομάδας, συζητιόταν διαρκώς και συστηματικά το πρόβλημα της κοινωνικής επανάστασης. Επομένως η ριζοσπαστική φύση της ισπανικής εργατικής τάξης, πολιτικοποιημένης μέσω της πάλης και της αναμέτρησης, καθώς και η επιρροή των αναρχικών ιδεών σήμαινε ότι σε μία επαναστατική κατάσταση οι αναρχικοί μπορούσαν να έχουν μαζική λαϊκή υποστήριξη.
Στον πυρήνα της CNT υπήρχε μία μεγάλη δημοκρατική παράδοση. Οι αποφάσεις σε όλα τα τοπικά και άμεσα θέματα όπως οι μισθοί και οι συνθήκες ήταν στα χέρια των τοπικών μελών που συναντιόταν τακτικά στη γενική συνέλευση. Η αμοιβαία βοήθεια και η αλληλεγγύη ανάμεσα στους εργάτες ενθαρρυνόταν και τοποθετούνταν ως ο κύριος δρόμος για νικηφόρες απεργίες. Η CNT οργάνωνε όλους τους εργαζόμενους άσχετα με την ειδικότητα. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι ενθαρρυνόταν να διαμορφώσουν ένα γενικό σωματείο από τους τομείς σε κάθε συγκεκριμένη βιομηχανία, παρά χωριστά σωματεία για κάθε διαφορετική δουλειά. Τόσο η δημοκρατική παράδοση όσο και η βιομηχανική φύση της οργάνωσης των σωματείων επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις επαναστατικές κολλεκτίβες, που γενικά βγήκαν μέσα και σχηματίστηκαν από τα βιομηχανικά σωματεία που ήδη υπήρχαν.
Μία επίσης σημαντική πλευρά της CNT που μετρούσε στη δύναμη της επανάστασης ήταν η χρήση της άμεσης δράσης. “Η CNT πάντα υπερασπιζόταν “την άμεση δράση των εργαζόμενων” ως μέσο επίλυσης των διαφορών. Η πολιτική αυτή ενθάρρυνε την αυτο-εκτίμηση και την αυτοπεποίθηση στα σωματεία και τα μέλη τους – υπήρχε μία επικρατούσα κουλτούρα του “εάν θέλουμε κάτι να επιλυθεί πρέπει να το κάνουμε μόνοι μας” [3] Τελικά η ομοσπονδιακή δομή της CNT που βασίστηκε στην τοπική αυτονομία και που δημιούργησε μία σταθερή αλλά επίσης υψηλά αποκεντρωτική μορφή, ενθάρρυνε την αυτοεκτίμηση και την πρωτοβουλία, απαραίτητες ιδιότητες που συνεισέφεραν τα μέγιστα στην επιτυχία της επανάστασης.
Ο Gaston Leval φωτίζει τη σημασία που είχε η κουλτούρας της άμεσης δημοκρατίας και η αυτοεκτίμηση μέσα στην επαναστατική κατάσταση, όταν συγκρίνει το ρόλο της CNT και αυτό της UGT στην κοινωνικοποίηση των σιδηρόδρομων. Περιγράφοντας τον υψηλά οργανωμένο, αποδοτικό και υπεύθυνο τρόπο με τον οποίο η βιομηχανία των σιδηροδρόμων μπήκε μέσα σε λίγες μέρες ξανά σε τροχιά κάτω από τον επαναστατικό έλεγχο γράφει: “Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με τη μοναδική πρωτοβουλία του Συνδικάτου και των αγωνιστών της CNT. Οι άλλοι της UGT στους οποίους κυριαρχούσε ως στοιχείο το προσωπικό των διευθύνσεων είχαν παραμείνει παθητικοί, συνήθως μεταφέραν εντολές από πάνω, και περίμεναν. Όταν δεν ερχόταν ούτε εντολές ούτε αντιεντολές, και οι σύντροφοι μας προηγούνταν, αυτοί απλά ακολουθούσαν το ισχυρό ρεύμα που μετέφεραν μαζί τους.” [4]
Η ιστορία της πάλης και της οργάνωσης και η αναρχοσυνδικαλιστική φύση των σωματείων έδωσε στους αγωνιστές της CNT την αναγκαία εμπειρία της αυτοοργάνωσης και της πρωτοβουλίας, που όταν έφτασε ο καιρός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί φυσικά και αποτελεσματικά στην αναδιοργάνωση της κοινωνίας με βάση τις αναρχικές γραμμές. “Είναι ξεκάθαρο, η κοινωνική επανάσταση που έλαβε χώρα τότε, δεν προήλθε από την απόφαση των ηγετικών οργανισμών της CNT… ξέσπασε αυθόρμητα, φυσικά, όχι… γιατί “ο λαός” γενικά έγινε ξαφνικά ικανός να κάνει θαύματα, χάρη στην επαναστατική θεώρηση που ξαφνικά τον ενέπνευσε, αλλά γιατί, και αξίζει να το επαναλαμβάνουμε, ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους υπήρχε μία μεγάλη μειονότητα, που ήταν δραστήρια, δυνατή, οδηγούμενη από το ιδανικό που συνέχιζε μέσα από την πάλη που ξεκίνησε από την εποχή του Μπακούνιν και της Πρώτης Διεθνούς” [5]
Η αναρχική δημοκρατία σε δράση μέσα στις κολλεκτίβες.
Οι κολλεκτίβες βασιζόταν στη εργατική αυτοδιαχείριση των εργασιακών χώρων. Ο Augustin Souchy γράφει: “Οι κολλεκτίβες που οργανώθηκαν κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιο ήταν οικονομικές ενώσεις των εργατών χωρίς ατομική ιδιοκτησία. Το γεγονός ότι τα κολλεκτιβίστικα εργοστάσια διαχειρίζονταν από αυτούς που τα δούλευαν δεν σήμαινε ότι αυτές οι εγκαταστάσεις έγιναν ατομική τους ιδιοκτησία. Η κολλεκτίβα δεν είχε κανένα δικαίωμα να πουλήσει ή να νοικιάσει οποιοδήποτε μέρος του κολλεκτιβοποιημένου εργοστασίου ή εργαστηρίου. Ο νόμιμος φύλακας ήταν η CNT η Εθνική Συνομοσπονδία των Εργατικών Ενώσεων. Αλλά ούτε η CNT είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι την ευχαριστούσε. Κάθε τι έπρεπε να αποφασίζεται και να επικυρώνεται από τους εργαζόμενους μέσω συνεδρίων και συσκέψεων.” [6]
Ακολουθώντας τη δημοκρατική παράδοση της CNT οι βιομηχανικές κολλεκτίβες είχαν μία από τα κάτω προς τα πάνω οργανωτική δομή εκπροσώπησης. Η βασική μονάδα λήψης αποφάσεων ήταν η συνέλευση των εργατών, που με τη σειρά της εξέλεγε τους εκπροσώπους για τη διαχείριση των επιτροπών που θα επιτηρούσαν την καθημερινή δραστηριότητα του εργοστασίου. Αυτές οι εκλεγμένες επιτροπές διαχείρισης εξουσιοδοτούνταν με το να φέρουν σε πέρας τις εντολές που αποφασιζόταν από τις συνελεύσεις και όφειλε να αναφέρεται πίσω και να λογοδοτεί στη συνέλευση των εργαζόμενων. Οι επιτροπές διαχείρισης επίσης επικοινωνούσαν τις παρατηρήσεις τους στην κεντρική επιτροπή διαχείρισης.
Γενικά, κάθε βιομηχανία είχε μία κεντρική επιτροπή διαχείρισης που απαρτιζόταν από εκπροσώπους από κάθε κλάδο εργασίας και εργαζόμενους αυτής της βιομηχανίας. Για παράδειγμα, στην κλωστοϋφαντουργία στην Alcoy υπήρχαν 5 γενικοί κλάδοι εργασίας: ύφανση, παραγωγή νήματος, πλέξιμο, εμπορία πλεκτών και λανάρισμα. Οι εργαζόμενοι σε κάθε μία από αυτές τις ειδικευμένες περιοχές εξέλεγαν έναν εκπρόσωπο να τους εκπροσωπεί στην ευρύτερη βιομηχανική επιτροπή διαχείρισης. Ο ρόλος αυτής της επιτροπής, που είχε επίσης και μερικούς ειδικούς- τεχνικούς, συμπεριλάμβανε την καθοδήγηση της παραγωγής σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρναν από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών, να συντάσσουν αναφορές και στατιστικές για την πρόοδο της εργασίας και να ασχολούνται με θέματα που αφορούν τα οικονομικά και τον συντονισμό. Με τα λόγια του Gustav Leval “Η γενική οργάνωση βρισκόταν για αυτό από τη μία πλευρά στην εργασία και από την άλλη στη συνθετική βιομηχανική δομή” [7]
Σε όλα τα στάδια, η γενική συνέλευση των εργαζόμενων του Συνδικάτου ήταν το τελικό σώμα λήψης των αποφάσεων. “όλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών,…[που] τις παρακολουθούσαν ευρύτερα και γινόταν τακτικά.. εάν ένας διαχειριστής έκανε κάτι που η γενική συνέλευση δεν τον εξουσιοδότησε, εκθρονιζόταν στην επόμενη συνάντηση” [8] Οι αναφορές από τις διάφορες επιτροπές εξεταζόταν και συζητιόταν στις γενικές συνελεύσεις και τελικά εισαγόταν εάν η πλειοψηφία τις ενέκρινε για χρήση. “Δεν αντιμετωπίζαμε έτσι μία διευθυντική δικτατορία, αλλά μάλλον μία λειτουργική δημοκρατία, στην οποία οι ειδικευμένες εργασίες έπαιζαν το ρόλο τους, τον οποίο ρυθμίζαμε μετά από γενική εξέταση στη συνέλευση” [9]
Προχωρώντας για την Επανάσταση
Το στάδιο της ευρύτερης κοινωνικοποίησης της βιομηχανίας δεν έγινε μέσα σε μία νύχτα αλλά ήταν μία βαθμιαία και εξελικτική διαδικασία. Ούτε όλες οι βιομηχανικές κολλεκτίβες προχώρησαν με τον ίδιο τρόπο παντού, ο βαθμός κοινωνικοποίησης και η ακριβής μέθοδος ποίκιλλε από χώρο σε χώρο. Όπως ειπώθηκε στην εισαγωγή, ενώ κάποιοι εργασιακοί χώροι καταλήφθηκαν άμεσα από τους εργαζόμενους, σε άλλους πήραν τον έλεγχο φτιάχνοντας πρώτα μία επιτροπή ελέγχου, που στόχευε στο να εξασφαλίσει τη συνέχιση της παραγωγής. Από αυτό το επόμενο φυσικό βήμα ήταν να καταληφθεί ο χώρος ολοκληρωτικά από τους εργαζόμενους.
Αρχικά, όταν η συνέχιση της παραγωγής ήταν το πιο πιεστικό καθήκον, υπήρχε μικρός τυπικός συντονισμός ανάμεσα στα διαφορετικά εργαστήρια και τις βιομηχανίες. Η έλλειψη συντονισμού δημιούργησε πολλά προβλήματα όπως σημειώνει ο Leval: “Οι τοπικές βιομηχανίες πήγαν μέσω βημάτων που υϊοθετήθηκαν σχεδόν καθολικά από την επανάσταση… Στην πρώτη φάση, οι επιτροπές προτείνονταν από τους εργαζόμενους που απασχολούνταν σε αυτές [στις οποίες ήταν οργανωμένες] Η παραγωγή και οι πωλήσεις συνέχιζαν σε κάθε μία. Αλλά σύντομα ήταν καθαρό ότι η κατάσταση αυτή οδηγούσε σε ανταγωνισμό ανάμεσα στα εργοστάσια… δημιουργώντας αντιζηλίες που ήταν ασυμβίβαστες με την σοσιαλιστική και ελευθεριακή προοπτική. Έτσι η CNT λάνσαρε το σύνθημα: “όλες οι βιομηχανίες πρέπει να διακλαδίζονται με τα Συνδικάτα, απόλυτα κοινωνικοποιημένες, και το καθεστώς της αλληλεγγύης που έχουμε υπερασπίσει πρέπει να θεμελιωθεί μία και για πάντα.” [10]
Η ανάγκη να διορθωθεί αυτή η κατάσταση – που ενώ οι εργαζόμενοι είχαν πάρει τον έλεγχο των εργασιακών χώρων συχνά λειτουργούσαν ανεξάρτητα και ανταγωνιστικά μεταξύ τους – και η ολοκλήρωση της διαδικασίας κοινωνικοποίησης για να αποφύγουμε τους κινδύνους των μερικά μόνο κολλεκτιβοποιήσεων ήταν ένα καθήκον που πολλοί εργάτες έντονα συνειδητοποιούσαν. Ένα μανιφέστο του Συνδικάτου της βιομηχανίας ξύλου που τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 36 τονίζει την απουσία συντονισμού και αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργάτες των διαφορετικών βιομηχανιών και εργοστασίων θα οδηγούσε σε μία κατάσταση όπου οι εργάτες στις πιο ευνοημένες και επιτυχημένες βιομηχανίες θα γινόταν οι νέοι προνομιούχοι, αφήνοντας πίσω εκείνους χωρίς πρώτες ύλες στις δυσκολίες τους, και αυτό με τη σειρά του θα οδηγούσε στη δημιουργία δύο τάξεων: “των νέων πλούσιων και των πάντα φτωχών-φτωχών” [11]
Μπροστά σε αυτή την επίδραση έγιναν μεγάλες προσπάθειες από τις κολλεκτίβες να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τα κέρδη αλλά και να μοιράζονται τις υπεραξίες κατά μήκος όλων των βιομηχανιών. Έτσι το παράδειγμα των τραμ της Βαρκελώνης, που ήταν ιδιαίτερα επιτυχές, συνεισέφερε οικονομικά στην ανάπτυξη των άλλων συστημάτων μεταφοράς στη Βαρκελώνη και τις βοήθησε με τις προσωρινές τους δυσκολίες. Υπήρχαν επίσης πολλές περιπτώσεις αλληλεγγύης κατά μήκος όλων των βιομηχανιών. Στην Alcoy, για παράδειγμα, όταν το Συνδικάτο τυπογραφίας, χάρτου και χαρτονιού είχε δυσκολίες τα υπόλοιπα 16 συνδικάτα που σχημάτιζαν την τοπική ομοσπονδία της Alcoy έδωσαν οικονομική βοήθεια, που κατέστησε ικανό το Συνδικάτο τυπογραφίας να επιβιώσει.
Ωστόσο το να φέρουν την αναρχική κοινωνία ένα βήμα κοντύτερα ήταν επίσης θέμα αποδοτικής βιομηχανικής οργάνωσης. Στο μανιφέστο που τυπώθηκε από το Συνδικάτο της βιομηχανίας ξύλου δηλωνόταν: “Το συνδικάτο ξύλου έχει θελήσει να προηγηθεί όχι μόνο κατά το δρόμο της επανάστασης, αλλά επίσης να προσανατολίσει την επανάσταση στα συμφέροντα της οικονομίας μας, της λαϊκής οικονομίας” [12] Τον Δεκέμβρη του 36 έγινε μία γενική συνέλευση των συνδικάτων, όπου αναλύθηκε η ανάγκη να αναδιοργανωθεί ολοκληρωτικά το μη αποδοτικό καπιταλιστικό βιομηχανικό σύστημα και να πιεστεί προς την ολική κοινωνικοποίηση. Η αναφορά της συνέλευσης δήλωνε: «το βασικό ελάττωμα των μικρών βιοτεχνικών καταστημάτων είναι η τμηματοποίηση και η απουσία τεχνικής και εμπορικής προετοιμασίας. Αυτό αποτρέπει τον εκσυγχρονισμό και την σταθεροποίηση σε καλύτερες και αποδοτικότερες μονάδες παραγωγής, με καλύτερες λειτουργίες και συντονισμό… Για εμάς, η κοινωνικοποίηση πρέπει να διορθώσει αυτά τα ελαττώματα και τα συστήματα οργάνωσης σε κάθε βιομηχανία… Για την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας, πρέπει να σταθεροποιήσουμε τις διαφορετικές μονάδες κάθε κλάδου της βιομηχανίας σύμφωνα με το γενικό και οργανικό πλάνο που θα αποφύγει τον ανταγωνισμό και άλλες δυσκολίες που παρακωλύουν την καλή και αποδοτική οργάνωση της παραγωγής και της κατανομής…»[13]
Η προσπάθεια που έγινε για να τελειώσουν με τα μικρά, ανθυγιεινά και ακριβά εργαστήρια και εργοστάσια ήταν σημαντικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας της βιομηχανικής κολλεκτιβοποίησης. Όπως και με την περίπτωση της καλλιέργειας της γης, ήταν αισθητό ότι με τη λειτουργία των εργαστηρίων και των εργοστασίων “η διάχυση των δυνάμεων αντιπροσώπευε μία τεράστια απώλεια ενέργειας, μία ανορθολογική χρήση ανθρώπινης εργασίας, μηχανών και πρώτων υλών, έναν άχρηστο διπλασιασμό των προσπαθειών” [14] Για παράδειγμα, στην πόλη του Granollers “Όλα τα είδη των πρωτοβουλιών που έτειναν να βελτιώσουν τη λειτουργία και τη δομή της τοπικής οικονομίας θα μπορούσαν να αποδοθούν στο …[συνδικάτο]. Επομένως σε ένα σύντομο διάστημα, εφτά κολλεκτιβοποιημένα κομμωτήρια στήθηκαν μέσω των προσπαθειών τους, αντικαθιστώντας έναν άγνωστο αριθμό παλιών εγκαταστάσεων. Όλα τα εργαστήρια και τα μικρά εργοστάσια στην παραγωγή παπουτσιών αντικαταστάθηκαν από μία μεγάλη βιομηχανία στην οποία χρησιμοποιούνταν μόνο οι καλύτερες μηχανές, και όπου έγιναν οι αναγκαίες υγειονομικές προβλέψεις για τους εργάτες. Παρόμοιες βελτιώσεις έγιναν στη μηχανική βιομηχανία όπου ένας μεγάλος αριθμός μικρών, σκοτεινών και πνιγερών χυτηρίων αντικαταστάθηκαν από μερικές μεγάλες μονάδες εργασίας στις οποίες ο αέρας και ο ήλιος περνούσαν ελεύθερα… η κοινωνικοποίηση πήγαινε χέρι-χέρι με τον εξορθολογισμό” [15]
barcelonapublictransitposterΗ δημιουργική οδήγηση απελευθερώνεται
Τα τραμ της Βαρκελώνης
Όπως και στην περίπτωση με τις κολλεκτίβες της υπαίθρου, η αυτοδιαχείριση των εργαζόμενων στις πόλεις συνοδεύτηκε με αξιοσημείωτες βελτιώσεις στις εργασιακές συνθήκες, στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα επιτεύγματα των τραμ της Βαρκελώνης. Μόλις πέντε μέρες μετά τη λήξη των συγκρούσεων, οι γραμμές των τραμ είχαν καθαριστεί και επιδιορθωθεί και εφτακόσια τραμ, δηλαδή εκατό παραπάνω από τα συνήθη εξακόσια, εμφανίστηκαν στο δρόμο, όλα βαμμένα διαγώνια με τα κοκκινόμαυρα χρώματα των CNT-FAI. Η τεχνική οργάνωση των τραμ και η κυκλοφοριακή λειτουργία βελτιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, νέα συστήματα ασφάλειας και σηματοδότησης εισήχθησαν και οι γραμμές του τραμ ενισχύθηκαν. Ένα από τα πρώτα μέτρα της κολλεκτιβοποίησης των τραμ ήταν η απόλυση των υψηλόμισθων στελεχών της εταιρείας, γεγονός που επέτρεψε στην κολλεκτίβα να μειώσει τα εισιτήρια των επιβατών. Οι μισθοί πλησίασαν τη βασική ισοτιμία με τους ειδικευμένους εργαζόμενους, που κέρδιζαν μία πεσέτα επιπλέον από τους ανειδίκευτους. Οι εργασιακές συνθήκες βελτιώθηκαν πάρα πολύ, με τους εργαζόμενους να εφοδιάζονται με καλύτερες ανέσεις, και μερικές νέες δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες οργανώθηκαν που δεν εξυπηρετούσαν μόνο τους εργαζόμενους των τραμ αλλά και τις οικογένειες τους.
Η κοινωνικοποίηση της Ιατρικής
Η κοινωνικοποίηση της ιατρικής ήταν ένα ακόμα διακεκριμένο επίτευγμα της επανάστασης. Μετά τη 19η Ιουλίου το θρησκευόμενο προσωπικό που είχε διευθύνει τις υπηρεσίες υγιεινής εξαφανίστηκε μέσα σε μία νύχτα από τα νοσοκομεία, τα φαρμακεία και άλλους φιλανθρωπικούς θεσμούς, κάνοντας αναγκαία την άμεση βελτίωση νέων μεθόδων οργάνωσης. Μπροστά σε αυτή την επίδραση δημιουργήθηκε το Συνδικάτο των Υγειονομικών Υπηρεσιών στη Βαρκελώνη το Σεπτέμβριο του 1936. Μέσα σε μερικούς μήνες είχε 7000 ειδικευμένα ιατρικά επαγγελματικά μέλη, πάνω από 1000 ήταν γιατροί διαφορετικών ειδικοτήτων. Εμπνευσμένο από το μεγάλο κοινωνικό ιδανικό ο σκοπός του Συνδικάτου ήταν να αναδιοργανώσει ουσιαστικά ολόκληρη την πρακτική της ιατρικής και των υπηρεσιών δημόσιας υγείας. Το Συνδικάτο ήταν μέρος της Εθνικής Ομοσπονδίας για τη Δημόσια Υγεία, ένα τμήμα της CNT που το 1937 είχε 40.000 μέλη.
Η περιοχή της Καταλωνίας χωρίστηκε σε 35 κέντρα μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας, εξαρτώμενων από την πυκνότητα του πληθυσμού, με ένα τέτοιο τρόπο που κανένα χωριό ή χωριουδάκι να μην είναι χωρίς υγειονομική προστασία ή ιατρική φροντίδα. Σε ένα χρόνο, στη Βαρκελώνη μόνο, έξι νέα νοσοκομεία δημιουργήθηκαν, συμπεριλαμβάνοντας δύο στρατιωτικά για τις πολεμικές απώλειες. Εννέα νέα σανατόρια εγκαταστάθηκαν σε απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες σε διαφορετικά μέρη της Καταλωνίας. Ενώ πριν την επανάσταση οι γιατροί συγκεντρωνόταν σε πλούσιες περιοχές, τώρα στέλνονταν όπου ήταν περισσότερο απαραίτητοι.
Εργοστάσια και εργαστήρια
Στα εργοστάσια επίσης έγιναν μεγάλες καινοτομίες. Πολλοί εργασιακοί χώροι, με τον έλεγχο των εργαζόμενων, μετατράπηκαν σε παραγωγή πολεμικού υλικού για τα αντιφασιστικά στρατεύματα. Αυτή ήταν η περίπτωση της μεταλλοβιομηχανίας στην Καταλωνία που ανοικοδομήθηκε ολοκληρωτικά. Μόνο μερικές μέρες μετά τη 19η Ιουλίου, για παράδειγμα, η αυτοκινοτοβιομηχανία Hispano-Suiza μετατράπηκε σε εργοστάσιο για θωρακισμένα αυτοκίνητα, ασθενοφόρα, όπλα, και πυρομαχικά για το πολεμικό μέτωπο. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η οπτική βιομηχανία η οποία δεν υπήρχε πριν τη βιομηχανία. Τα μικρά διασκορπισμένα εργαστήρια που υπήρχαν πριν μετατράπηκαν εθελοντικά σε μία κολλεκτίβα που κατασκεύασε ένα νέο εργοστάσιο. “Σε μικρό χρόνο το εργοστάσιο παρήγαγε γυαλιά για την όπερα, κυάλια, τηλέμετρα, όργανα έρευνας, βιομηχανικό γυαλί σε διαφορετικά χρώματα, και ειδικά επιστημονικά όργανα. Επίσης κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε οπτικό εξοπλισμό για το μέτωπο… ότι είχαν αποτύχει οι καπιταλιστές να κάνουν, κατορθώθηκε από τη δημιουργική ικανότητα των μελών του Σωματείου των Οπτικών εργαζόμενων της CNT” [16]
Ένα καλό παράδειγμα του επιπέδου μερικών βιομηχανικών κολλεκτίβων είναι η κλωστοϋφαντουργία, που λειτουργούσε αποδοτικά και απασχολούσε “σχεδόν το ένα τέταρτο ενός εκατομμυρίου κλωστοϋφαντουργών σε εργοστάσια διασκορπισμένα σε έναν αριθμό πόλεων… Η κολλεκτιβοποίηση της κλωστοϋφαντουργίας θρυμμάτισε μια και για πάντα το μύθο ότι οι εργάτες ήταν ανίκανοι να διαχειριστούν μία μεγάλη και πολύπλοκη εταιρεία.” [17]
Ένα από τα πρώτα βήματα προς την οικοδόμηση μίας αναρχικής κοινωνίας είναι η ισοστάθμιση των μισθών. Αυτό είναι αναγκαίο για να μπει ένα τέλος με τις διαιρέσεις ανάμεσα στην εργατική τάξη, διαιρέσεις που υπηρετούν μόνο στην αποδυνάμωση της τάξης ως σύνολο. Στις βιομηχανικές κολλεκτίβες αυτό δεν συνέβαινε αμέσως και υπήρχαν αρκετές φορές σχετικά μικρές διαφορές στους μισθούς ανάμεσα στους τεχνικούς και τους ειδικευμένους εργάτες. Οι μισθοί αποφασίζονταν από τους ίδιους τους εργάτες στις γενικές συνελεύσεις των Συνδικάτων. Συχνά οι διαφορές στους μισθούς ανάμεσα στους εργάτες με τεχνική ευθύνη και αυτούς χωρίς, αποφασιζόταν από την πλειοψηφία των εργατών ως ένα προσωρινό μέτρο για να αποφύγουν σε αυτό το στάδιο της επανάστασης τις προκλητικές διαμάχες, και να εξασφαλίσουν με κάθε κόστος την ομαλή λειτουργία της παραγωγής. Οι υψηλόμισθοι διευθυντές ωστόσο απολύθηκαν, και στα πρώην αφεντικά δόθηκε η επιλογή ή να φύγουν ή να δουλέψουν ως κανονικοί εργάτες, το οποίο συχνά αποδεχόταν.
Οι βιομηχανίες, με το ατομικό κέρδος ως παράγοντα υποκίνησης στην οργάνωση της βιομηχανίας να έχει χαθεί, μπορούσαν να αναδιοργανωθούν με πιο αποδοτικό και ορθολογικό τρόπο. Για παράδειγμα υπήρχαν πολλοί σταθμοί ηλεκτρικών γεννητριών διασκορπισμένων σε ολόκληρη την Καταλωνία που παρήγαγαν μικρά και ασήμαντα αποτελέσματα και οι οποίοι, αν και προσαρμοζόταν στα ιδιωτικά συμφέροντα, δεν ήταν στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Το σύστημα ηλεκτροδότησης αναδιοργανώθηκε πλήρως με μερικούς από τους μη αποδοτικούς σταθμούς να κλείνουν. Αυτό σήμαινε τελικά ότι η εξοικονόμηση εργασίας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για βελτιώσεις όπως η κατασκευή ενός φράγματος κοντά στο Flix από 700 εργάτες, που προέκυψαν από την αξιοσημείωτη αύξηση της προσφερόμενης ενέργειας.
Συμμετοχή των γυναικών στις κολλεκτίβεςMujeres-Libres-CNT-Mujeres-Vuestra-familia-la-constituyer-todos-los-luchadores-de-la-Libertad
Μία από τις κύριες αλλαγές κατά τη διάρκεια της επανάστασης ήταν η μεγάλη εισαγωγή γυναικών στην εργασία. Η CNT άρχισε να ωθεί σοβαρά τη συνδικαλιστικοποίηση των γυναικών εργατριών. Στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, καταργήθηκε η δουλειά με το κομμάτι για τις γυναίκες και η εργασία στο σπίτι ενσωματώθηκε στα εργοστάσια, κάτι που γενικά σήμαινε βελτίωση των μισθών και των ωρών εργασίας. Ωστόσο η ευθύνη της φροντίδας των παιδιών και του σπιτιού είχε μείνει ακόμα στις γυναίκες και πολλές έβρισκαν δύσκολο να εξισορροπήσουν τους πολλαπλούς τους ρόλους. Μερικές φορές η φροντίδα των παιδιών παρεχόταν από τις κολλεκτίβες. Για παράδειγμα, τα σωματεία ξύλου και οικοδομής στη Βαρκελώνη κατασκεύασαν μία περιοχή ψυχαγωγίας με πισίνα, και μετέτρεψαν επίσης μία εκκλησία σε κέντρο καθημερινής φροντίδας και σχολείο για τα παιδιά των εργατών.
Οι Mujeres Libres, η αναρχική οργάνωση των γυναικών, οργανώθηκε σε secciones de trabajo (τομείς εργασίας ) με ευθύνες για συγκεκριμένα σωματεία και βιομηχανίες που συνεργαζόταν με σχετικά συνδικάτα της CNT. Αυτοί οι τομείς εργασίας βοήθησαν να φτιαχτούν κέντρα παιδικής φροντίδας σε εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και να λειτουργήσουν σχολεία και προγράμματα εκπαίδευσης (μαθητείας) για να προετοιμάσουν τις γυναίκες για εργασία σε βιομηχανίες. Τα προγράμματα μαθητείας βοήθησαν στην πρόσβαση στην εργασία των γυναικών που είχαν πριν περιοριστεί από τους άντρες τους. Για παράδειγμα, μία από τις πρώτες γυναίκες που οδήγησαν τραμ στη Βαρκελώνη περιγράφει την εργασία της: “έπαιρναν τους ανθρώπους ως μαθητευόμενους, μηχανικούς και οδηγούς, και μας μάθαιναν τι να κάνουμε. Εάν έβλεπες μόνο τα πρόσωπα των επιβατών [όταν έβλεπαν γυναίκες οδηγούς], σκεφτόμουν τους συντρόφους στη μεταφορά, που ήταν τόσο ευγενικοί και συνεργάσιμοι μαζί μας, κυριολεκτικά τους κλωτσούσαν έξω.” [18]
Ωστόσο δεν είναι αλήθεια να πούμε ότι οι γυναίκες στις βιομηχανικές κολλεκτίβες πέτυχαν ισότητα με τους άνδρες. Οι διαφορές στους μισθούς ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες συνέχισαν να υπάρχουν. Επίσης εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνταν στις εργοστασιακές επιτροπές και σε άλλες εκλέξιμες θέσεις μέσα στις κολλεκτίβες. Η συνέχιση των παραδοσιακών οικιακών ρόλων των γυναικών ήταν χωρία αμφιβολία ένας από τους παράγοντες, που συνεισέφεραν στην αποτροπή της ενεργότερης συμμετοχής των γυναικών στις κολλεκτίβες και εκείνα τα θέματα, καθώς και άλλα που επιδρούσαν στις γυναίκες πιο συγκεκριμένα (όπως η άδεια μητρότητας) δεν είχαν προτεραιότητα. Αν και μεγάλοι αριθμοί γυναικών εισήχθησαν στην εργατική δύναμη κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ισότιμη συμμετοχή στην πληρωμένη εργατική δύναμη δεν επιτεύχθηκε γιατί επίσης η αναρχοσυνδικαλιστική οπτική της κοινωνικής οργάνωσης βασιζόταν στην εργατική δύναμη, και οι άνθρωποι έξω από τις βιομηχανικές κολλεκτίβες αποκλείστηκαν αποτελεσματικά από τις κοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες λήψεις των αποφάσεων.
Δυσκολίες και Αδυναμίες
Περιορισμοί
Η επανάσταση στην ύπαιθρο ήταν πιο προχωρημένη από τις κολλεκτιβοποιήσεις που έλαβαν χώρα στις βιομηχανικές περιοχές. Πολλές από τις αγροτικές κολλεκτίβες πέτυχαν να φτάσουν το στάδιο του ελευθεριακού κομμουνισμού, λειτουργώντας με την αρχή “από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητα του στον καθένα σύμφωνα με την ανάγκη του” Τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή κοινωνικοποιήθηκαν. “Σε αυτές δε συναντούσες διαφορετικά υλικά στάνταρντ της ζωής ή ανταμοιβές, ούτε συγκρουόμενα συμφέροντα περισσότερο ή λιγότερο χωρισμένων ομάδων” [19] Αυτό δε συνέβαινε με την περίπτωση της κολλεκτιβοποίησης στους χώρους εργασίας μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, στους εργάτες που λειτουργούσαν εργοστάσια, και πωλούσαν αγαθά και μοιραζόταν τα κέρδη. Αυτό οδήγησε τον Gastov Leval να περιγράψει τις βιομηχανικές κολλεκτίβες ως ένα είδος “εργαζόμενων νεο-καπιταλιστών, μία αυτοδιαχείριση που πατούσε στις δύο βάρκες καπιταλισμού και σοσιαλισμού, που υποστηρίζουμε ότι δεν θα είχε συμβεί εάν η επανάσταση δεν ήταν ικανή να επεκταθεί εξ ολοκλήρου κάτω από την καθοδήγηση των Συνδικάτων” [20]
Τι έγινε…?
Η επανάσταση ωστόσο, ήταν ανίκανη να επεκταθεί λόγω του γεγονότος ότι ενώ η βάση είχε τον έλεγχο των εργοστασίων και επεδίωκε την εργασία της κοινωνικοποίησης, υπήρχε η αποτυχία να σταθεροποιήσει εκείνα τα οφέλη πολιτικά. Αντί την κατάργηση του κράτους στο ξέσπασμα της επανάστασης, όταν χάθηκε η αξιοπιστία του και υπήρχε μόνο στο όνομα, του επιτρέψαν να συνεχίσει να υπάρχει, με την ταξική συνεργασία της ηγεσίας της CNT (στο όνομα της αντιφασιστικής ενότητας) δανείζοντας του νομιμοποίηση. Επομένως υπήρχε μία περίοδο δυαδικής εξουσίας, όπου οι εργαζόμενοι είχαν το μεγάλο στοιχείο ελέγχου στις βιομηχανίες και τους δρόμους αλλά όπου το κράτος ήταν αργά ικανό να ανοικοδομήσει την βάση της εξουσίας μέχρι να μπορέσει να κινηθεί ενάντια στην επανάσταση και να πάρει την εξουσία πίσω. Τα οικονομικά ελαττώματα της επανάστασης: το γεγονός ότι το οικονομικό σύστημα δεν είχε κοινωνικοποιηθεί, ότι η κολλεκτιβοποίηση δεν είχε ενοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο, ότι οι βιομηχανικές κολλεκτίβες δεν προχώρησαν παραπέρα, στην καλύτερη, ο συντονισμός στο επίπεδο της βιομηχανίας, συνδεόταν ανεξήγητα με αυτό το κύριο πολιτικό λάθος και την προδοσία των αναρχικών αρχών.
Προκειμένου να επιτευχθεί ο ελευθεριακός κομμουνισμός με την παραγωγή να βασίζεται στην ανάγκη και την κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής καθώς και αυτό που παράγεται ήταν αναγκαίο να αντικαταστήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα με μία εναλλακτική κοινωνικοποιημένη οικονομία βασισμένη στην ομοσπονδιακή ενότητα όλης της εργατικής δύναμης, όπως και ένας τρόπος να παίρνονται συλλογικές αποφάσεις για ολόκληρη την οικονομία. Αυτό απαιτούσε την εγκατάσταση εργατικών συνεδρίων και μία ομοσπονδιακή δομή συντονισμού που θα μπορούσε να ενοποιήσει τις κολλεκτίβες όλης της χώρας και θα επέτρεπε τον αποδοτικό συντονισμό και σχεδιασμό της οικονομίας ως όλου. Αυτό το νέο σύστημα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης πρέπει να αντικαταστήσει την κυβέρνηση και την καπιταλιστική οικονομίας της αγοράς. Όπως έλεγε ο Κροπότκιν “μία νέα μορφή οικονομικής οργάνωσης αναγκαστικά απαιτεί μία νέα μορφή πολιτικής δομής” [21] Ωστόσο, όσο η καπιταλιστική πολιτική δομή – η κρατική εξουσία – παρέμενε, η νέα οικονομική οργάνωση δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και ο ολικός συντονισμός της οικονομίας παρέμεινε στάσιμος.
Η αντεπανάσταση
Οι βιομηχανικές κολλεκτίβες παρεμποδίστηκαν να προχωρήσουν με τον ίδιο τρόπο όπως οι αγροτικές κολλεκτίβες “ως συνέπεια των αντιφατικών παραγόντων και της αντίθεσης που δημιουργήθηκε από τη συνύπαρξη κοινωνικών ρευμάτων που προερχόταν από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.” [22] Στη βιομηχανική πόλη της Alcoy, για παράδειγμα, όπου τα Συνδικάτα είχαν κερδίσει άμεσα τον έλεγχο όλων των βιομηχανιών χωρίς εξαίρεση, η οργάνωση της παραγωγής ήταν ιδανική. Ωστόσο ο Leval σημειώνει: “το αδύνατο σημείο ήταν, όπως και σε άλλους τόπους, η οργάνωση της διανομής. Χωρίς την αντίθεση των εμπόρων και των πολιτικών κομμάτων, που όλοι τρόμαξαν από τον κίνδυνο της συνολικής κοινωνικοποίησης, που θα ανταγωνιζόταν αυτό “το επίσης επαναστατικό” πρόγραμμα, δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο… Οι σοσιαλιστές, δημοκρατικοί και κομμουνιστές πολιτικοί έψαχναν ενεργά να βρουν τρόπο να αποτρέψουν την επιτυχία μας, αλλά και να αποκαταστήσουν την παλιά τάξη ή έστω να διατηρήσουν ό,τι είχε απομείνει από αυτή.” [23] Οι αντεπαναστατικές δυνάμεις ήταν ικανές να ενώσουν την αντεπίθεση τους στις επαναστατικές αλλαγές που γινόταν στην Ισπανία χρησιμοποιώντας την εξουσία του κράτους για να επιτεθούν στις κολλεκτίβες. Από την αρχή το Κράτος παρέμεινε στον έλεγχο κάποιων πηγών, όπως τα αποθέματα χρυσού της χώρας. Μέσω του ελέγχου των αποθεμάτων χρυσού και τη μονοπώληση της πίστωσης από το Ρεπουμπλικανικό κράτος ήταν ικανό να παίρνει πλευρές της οικονομίας από τον έλεγχο της εργατικής τάξης και επομένως να υπονομεύει την εξέλιξη της επανάστασης.
Προκειμένου να κερδίσει τον έλεγχο πάνω στις κολλεκτίβες, να μειώσει το σκοπό τους και να αντιτεθεί στις κινήσεις της εργατικής τάξης στην κατεύθυνση της οικονομικής ενοποίησης και της συνολικής ρύθμισης της από τα κάτω, το Καταλανικό κράτος θέσπισε το Διάταγμα Κολλεκτιβοποίησης του Οκτωβρίου του 1936. Το διάταγμα που “νομιμοποιούσε” τις κολλεκτίβες, τις απέτρεψε από το να αναπτυχθούν ελεύθερα προς τον ελευθεριακό κομμουνισμό μέσω της υποχρέωσης κάθε εργαστηρίου και κάθε εργοστασίου να πουλάει αυτό που παρήγαγε ανεξάρτητα. Το κράτος προσπάθησε να ελέγξει τις κολλεκτίβες μέσω του διατάγματος δημιουργώντας επιτροπές διαχείρισης που ήταν υπόλογες στο Υπουργείο Οικονομίας. Το διάταγμα επίσης επέτρεπε μόνο στα εργοστάσια πάνω των 100 εργαζόμενων να κολλεκτιβοποιηθούν.
Όπως ειπώθηκε νωρίτερα, οι αγωνιστές της CNT πάλεψαν ενάντια σε αυτό το σύστημα και για μεγαλύτερο συντονισμό ανάμεσα στους εργασιακούς χώρους. Στον τύπο και στις συναντήσεις τους στα σωματεία τους και τις κολλεκτίβες εργαζόταν να πείσουν τους συναδέλφους τους για τους κινδύνους της μερικής κολλεκτιβοποίησης, της αναγκαιότητας να κρατήσουν τον έλεγχο της παραγωγής συνολικά στα δικά τους χέρια και της εξάλειψης της εργατικής γραφειοκρατίας που το διάταγμα “κολλεκτιβοποίησης” προσπαθούσε να δημιουργήσει. Οι προσπάθειες τους ήταν μερικά επιτυχημένες, και η βιομηχανική κολλεκτίβα έτεινε προς μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση. Ωστόσο υπέφεραν τόσο από την αυξανόμενη δυσκολία να εξασφαλίσουν πρώτες ύλες όσο και από τις συνεχόμενες αντεπαναστατικές επιθέσεις. Έγιναν προσπάθειες να σαμποταριστεί η λειτουργία των κολλεκτίβων. Αυτό συμπεριλάμβανε εσκεμμένες διαλύσεις των ανταλλαγών μεταξύ πόλης και υπαίθρου και τη συστηματική άρνηση εργατικού κεφαλαίου και πρώτων υλών σε πολλές κολλεκτίβες, ακόμα και σε πολεμικές βιομηχανίες, μέχρι να συμφωνήσουν να μπουν κάτω από κρατικό έλεγχο.
Το Μάιο του 37, ξέσπασαν οδομαχίες όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα κινήθηκαν ενάντια στις κολλεκτίβες των πόλεων, όπως αυτή της τηλεφωνίας που έλεγχε η CNT στη Βαρκελώνη. Τον Αύγουστο του 1938, όλες οι σχετικές με τον πόλεμο βιομηχανίες τέθηκαν κάτω από τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο.
“Σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι κολλεκτίβες υπονομεύθηκαν, υπήρχαν ουσιαστικές πτώσεις τόσο την παραγωγή όσο και στο ηθικό: ένας παράγοντας που σίγουρα συνεισέφερε στην τελική ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας από τις φρανκικές δυνάμεις το 1939” [24]
Συμπέρασμα
Παρά τους περιορισμούς της βιομηχανικής επανάστασης στην Ισπανία, φάνηκε καθαρά ότι η εργατική τάξη είναι ικανή να λειτουργήσει εργοστάσια, εργαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες χωρίς τα αφεντικά ή τους διευθυντές να τους καθοδηγούν. Αποδείχτηκε ότι οι αναρχικές μέθοδοι οργάνωσης, με αποφάσεις που παίρνονται από τα κάτω προς τα πάνω, μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στη μεγάλης κλίμακας βιομηχανία συμπεριλαμβανόμενου του συντονισμού χιλιάδων εργατών σε πολλές διαφορετικές μικρές και μεγάλες πόλεις. Η επανάσταση επίσης μας δίνει μια ματιά στη δημιουργική και κατασκευαστική δύναμη των απλών ανθρώπων όταν έχουν τον έλεγχο πάνω στις ζωές τους. Η Ισπανική εργατική τάξη όχι μόνο κράτησε την παραγωγή μέσα στον πόλεμο αλλά σε πολλές περιπτώσεις την αύξησε μέσα από τη διαχείριση της. Βελτίωσαν τις εργατικές συνθήκες και δημιούργησαν νέες τεχνικές και διαδικασίες στους εργασιακούς χώρους