Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Το πελατειακό κράτος και η Αριστερά

Το πελατειακό κράτος και η Αριστερά


Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 17/07/2010


Μια ανάμνηση από τα μαθητικά μου χρόνια που ίσως σας θυμίσει κάτι: Οποτε αναγκαζόμουν να μελετήσω για τις εξετάσεις -την τελευταία στιγμή, ως συνήθως- ανακάλυπτα χίλια δυο πράγματα τα οποία έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω, όπως ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που όφειλα επιτέλους να διαβάσω ή εκείνη την ταινία για την οποία όλοι μιλούσαν κι εγώ δεν μπόρεσα ακόμα να δω.

Δηλαδή οτιδήποτε θα με απάλλασσε από το επαχθές καθήκον, αλλά με τη συνείδησή μου καθαρή.


Κάπως έτσι αντιδρά η Αριστερά όταν τίθεται θέμα πελατειακού, διεφθαρμένου, αναποτελεσματικού και σπάταλου κράτους. Φυσικά, λένε, είμαστε εναντίον. Προέχουν όμως άλλα. Γιατί αν εστιάσουμε εκεί την κριτική μας, θα την πληρώσουν οι μικροί και θα γλιτώσουν οι μεγάλοι κλέφτες, τα μεγάλα συμφέροντα. Κοντολογίς, υπάρχει πρόβλημα αλλά δεν είναι της παρούσης. Κι αυτό μου θυμίζει κάτι άλλο: το «στρίβειν διά του αρραβώνος». Δηλαδή γλιτώνουμε από κάτι που όντως δεν θέλουμε, αποδεχόμενοι στα λόγια μια ήπια εκδοχή του. Για να περάσει όμως η Αριστερά το εν λόγω μήνυμα, φρόντισε να καλλιεργήσει τρεις μύθους, οι οποίοι έχουν αποκτήσει την ακαμάχητη αίγλη του αυτονόητου.

Μύθος πρώτος: η διαφθορά στον δημόσιο τομέα και η λαμογιά στον ιδιωτικό είναι δύο διακριτές ασθένειες και για να πατάξουμε τη μία θα πρέπει να κάνουμε τα στραβά μάτια για την άλλη. Στην πραγματικότητα όμως τα δοχεία συγκοινωνούν. Κατά κανόνα οι μπάζες γίνονται με ανάμιξη ή ευθύνη του Δημοσίου. Τα τεράστια ποσά από τις προμήθειες για τα νοσοκομεία μπήκαν μόνο σε τσέπες ιδιωτών; Εκείνοι οι προκλητικοί μεγαλοφοροφυγάδες με τις παράνομες επαύλεις τους δεν λάδωσαν κάποιους στην εφορία ή την πολεοδομία; Και επιτέλους, γιατί είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε ποια από τις δύο κατηγορίες θα κυνηγήσουμε; Τι μας εμποδίζει να βάλουμε στο στόχαστρο και τους ιδιώτες που κλέβουν και τους διεφθαρμένους δημόσιους «λειτουργούς»;

Μύθος δεύτερος: για το πελατειακό κράτος δεν ευθύνεται η Αριστερά αλλά τα κόμματα εξουσίας, που διορίζουν αβέρτα στο Δημόσιο με αντάλλαγμα ψήφους. Ως εδώ η διάγνωση είναι απόλυτα ακριβής. Συμβαίνει όμως το εξής περίεργο και άκρως ελληνικό, το οποίο περνάει απαρατήρητο: Μόλις διοριστούν, η Αριστερά αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους (με το βαθύ και «κοινωνικό» ΠΑΣΟΚ από κοντά). Δηλαδή οποιαδήποτε προσπάθεια εξυγίανσης, οποιαδήποτε καταγγελία, προσκρούει στην αντίδραση της Αριστεράς με το σκεπτικό ότι βάλλεται ο δημόσιος τομέας και οι εργαζόμενοι. Γιατί, σύμφωνα με την πάγια άποψη των προοδευτικών δυνάμεων, εκεί που τελειώνει η κακή πλουτοκρατία, αρχίζει ο καλός λαός. (Στο σημείο αυτό, ο μακαρίτης ο Μαρξ αρχίζει να γυρίζει σαν σβούρα στον τάφο του).

Μύθος τρίτος (και φαρμακερός): Οποιος επικρίνει το Δημόσιο, το κάνει με απώτερο σκοπό την ιδιωτικοποίησή του. Χωρίς αμφιβολία, κάποιοι ή μάλλον πολλοί κάτι τέτοιο έχουν κατά νου. Το λένε μάλιστα και οι ίδιοι. Υπάρχει όμως και μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση: για να σωθεί το Δημόσιο στους χαλεπούς νεοφιλελεύθερους καιρούς μας, πρέπει να γίνει αυτό που υπόσχεται το όνομά του: ο χώρος όπου ανθεί η αίσθηση του κοινού αγαθού, της ανιδιοτέλειας και της κοινωνικής προσφοράς. Οχι ένα εκτροφείο διαφθοράς ή ένα μαγαζί που φροντίζει μόνο για τους δικούς του ανθρώπους. Δυστυχώς, η Αριστερά, ξεχνώντας το δίδαγμα της ιστορίας ότι ο δημόσιος τομέας πρώτα απαξιώνεται και μετά ιδιωτικοποιείται, αδυνατεί να καταλάβει ότι κανείς δεν βοηθάει τόσο πολύ τους νεοφιλελεύθερους όσο εκείνοι που ανέχονται τις αμαρτίες του Δημοσίου με την πρόφαση ότι υπερασπίζονται τους εργαζόμενους. (Εδώ ο Μαρξ ανεβάζει στροφές).

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Το τέλος της Πολιτικής: η Ευρώπη

Το τέλος της Πολιτικής: η Ευρώπη


 
 του Κώστα Δουζίνα *

Αναδημοσιεύεται  από τον Δρόμο της 17/4/10

 Πόσο διαφορετική φαίνεται η Ευρώπη σήμερα σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Το 2000, σημαίνοντες σχολιαστές χαιρετούσαν την αυγή του «νέου Ευρωπαϊκού αιώνα» που θα αντικαθιστούσε τον «Αμερικανικού τύπου» στυγερό 20ο αιώνα. Η Ευρώπη επρόκειτο να καταστεί το πρότυπο «πολιτεύματος» για το νέο κόσμο. Τόσο η επανένωση της Γερμανίας όσο και η επιτυχημένη εισαγωγή του ευρώ και η εξάπλωση προς τα ανατολικά ανάγγελλαν μια νέα εποχή ευημερίας και ελευθερίας. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας και ο Ούλριχ Μπεκ εμφανίζονταν ενθουσιασμένοι με το ευρωπαϊκό μοντέλο και προφήτευαν την εξάπλωσή του στον υπόλοιπο κόσμο. Πολλές ήταν οι επιτυχίες της Ένωσης, ισχυρίζονταν. Παλιοί εθνικισμοί και ξενοφοβίες παρήλθαν ανεπιστρεπτί και πρώην εχθροί συνεργάστηκαν στο πλαίσιο ενός ειρηνικού ανταγωνισμού δημιουργώντας την πιο επιτυχημένη οικονομικά περιοχή στον κόσμο. Οι αρχές της Ένωσης περί δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολυπολιτισμικότητας αποτέλεσαν φάρο ελπίδας. Η Ευρώπη ήταν το μοντέλο για το μέλλον της ανθρωπότητας.

 Η πραγματικότητα είναι σήμερα πολύ διαφορετική. Η Ένωση δεν αποτελεί πλέον μοντέλο αλλά δυσλειτουργικό οργανισμό. Έχει προδώσει τις θεμελιώδεις αρχές του της οικονομικής σταθερότητας και ευημερίας, τις βασισμένες στην κοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη. Όπως καταδεικνύει η ελληνική τραγωδία, η ΕΕ έχει μετατραπεί σε ιδιοτελή γραφειοκράτη υπέρ της πειθαρχίας της αγοράς και οικονομικό όργανο του διεθνούς κεφαλαίου. Πώς φτάσαμε εδώ; Η μεταστροφή ξεκίνησε όταν η συνθήκη του Μάαστριχτ υιοθέτησε τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα που πρώτη εισήγαγε η Θάτσερ στη Βρετανία. Ολόκληρη η Ευρώπη μπήκε σε τροχιά απορρύθμισης των χρηματιστικών συναλλαγών, ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και των οργανισμών κοινής ωφέλειας σε τιμές ευκαιρίας υιοθετώντας φορολογικά καθεστώτα που ευνοούν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Οι υποσχέσεις περί πλήρους απασχόλησης και κράτους πρόνοιας εγκαταλείφθηκαν καθώς τα Ευρωπαϊκά κράτη αναθεώρησαν τις αναδιανεμητικές τους επαγγελίες για να προσαρμοστούν σε αυστηρούς περιορισμούς στα έξοδα και ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Οι κατακτήσεις των συνδικάτων και των ριζοσπαστικών κινημάτων που χρειάστηκαν αιώνες για να γίνουν πραγματικότητα ανατράπηκαν.

 Η νέα ορθοδοξία ισχυριζόταν ότι, η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα θα βελτιώνονταν αν οι εργατικές κατακτήσεις περιοριστούν (κάτι που και πάλι ξεκίνησε από τη Θάτσερ με την επίθεσή της στο Σωματείο Ανθρακωρύχων), αν οι προστατευτικές δικλείδες του εργατικού δικαίου αποδυναμωθούν και αν η ασφάλεια της εργασίας καταργούνταν. Το Μάαστριχτ έδωσε το έναυσμα για μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές κεφαλαίου και εξουσίας από την εργατιά στον επιχειρηματικό κόσμο, μια διαδικασία που τώρα φτάνει στην ωριμότητά της. Το νεοφιλελεύθερο πιστεύω είναι ότι η νομισματική σταθερότητα, η βελτιωμένη παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα οδηγούν στην ανάπτυξη και μεταφράζονται σε οικονομικές απολαβές για το εργαζόμενο κομμάτι του πληθυσμού. Η αυξημένη κατανάλωση, η ανοδική τάση της ιδιοκτησίας και των μετοχικών αξιών θα κάνουν τις μάζες να υιοθετήσουν τον «λαϊκό καπιταλισμό». Τα δύο τρίτα του πληθυσμού που «ξελογιάστηκαν» θα στηρίξουν ένα αισχρά άδικο οικονομικό σύστημα στο σημείο που τους προσφέρει βελτιωμένο επίπεδο ζωής, εκτός βέβαια κι αν χάσουν τις δουλειές τους ή αρρωστήσουν. Εκείνο το τρίτο του πληθυσμού που είναι άνεργο και υποαπασχολούμενο, από την άλλη, εγκαταλείπεται, αποχωρεί από το πολιτικό σύστημα και το μεταχειρίζονται ως απειλή που αντιμετωπίζεται από την αστυνομία ως πρόβλημα ασφάλειας.

Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν από εκτεταμένες εκστρατείες μάρκετινγκ, που προώθησαν την κατανάλωση και το χρηματιστήριο. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό δόγμα. Πρόκειται για μια παγκόσμια ιδεολογία που λέει στον λαό πώς να βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους, τι να θεωρεί ότι έχει αξία και πώς να σχετίζεται με τον κόσμο. Η εισαγωγή του ευρώ επιτάχυνε τη διαδικασία. Θεωρητικά, το ευρώ θα μείωνε το κόστος των συναλλαγών, θα αύξανε τα έσοδα κεφαλαίου και θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες επενδύσεις και παραγωγικότητα. Αλλά τα επίπεδα ανάπτυξης δεν ανέβηκαν κι όταν η παγκόσμια χρηματική και οικονομική κρίση χτύπησε, η Ευρώπη έπεσε σε βαθιά ύφεση. Το πλαφόν ελλείμματος του συμφώνου σταθερότητας του 3% είχε επανειλημμένα διαρραγεί από κάθε κράτος μέλος πριν από την πρόσφατη κρίση αλλά καλύφθηκε μέσω δημιουργικής λογιστικής και πολιτικών συμφωνιών. Η νεοφιλελεύθερη δικαιολογία επιχείρημα για την φανερή αποτυχία των υποσχέσεων που έφερε το ευρώ ήταν ότι η κρατική δράση έπρεπε να μειωθεί περαιτέρω και οι εναπομείνασες δυσκαμψίες της αγοράς εργασίας να απομακρυνθούν.

 Αυτό είναι που επιβάλλεται τώρα από την Ελλάδα να κάνει με έναν τρόπο που τη βάζει στην ίδια θέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες υπό τον έλεγχο του ΔΝΤ και της «συναίνεσης της Ουάσινγκτον». Οι ασάφειες και η ασταθής αρχιτεκτονική του ευρώ αποκρύφτηκαν από το κοινό μέχρι τώρα. Οι Έλληνες «δημόσιοι διανοούμενοι», οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι, που ενθουσιάστηκαν με το ευρώ, «ανακάλυψαν» ξαφνικά τον τελευταίο μήνα ότι δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς κοινή οικονομική στρατηγική σημαίνει ότι οι δυνατοί μετατρέπουν τα συμφέροντά τους σε οικουμενικές αλήθειες εις βάρος των αδύναμων. Η κυβέρνηση «ανακάλυψε» ξαφνικά ότι οι αγορές μπορούν να στοχεύσουν τα ομόλογα ενός αδύναμου κράτους και να βγάλουν υπέρογκα κέρδη. Αλλά αυτή υπήρξε ανέκαθεν η λειτουργία της νομισματικής ένωσης και των χρηματιστικών αγορών όπως μάθαμε από τις επιθέσεις στη βρετανική λίρα της δεκαετίας του ‘80 και στις τράπεζες το 2008. Χρειάζεται αφέλεια ή κακή πίστη από τους κυβερνώντες για να ισχυριστούν ότι πρόκειται για κάτι άνευ προηγουμένου ενώ την ίδια στιγμή χρησιμοποιούν τους ίδιους μηχανισμούς για να μαζέψουν δάνεια.

 Μια συστηματική απάντηση στα δομικά προβλήματα της νομισματικής ένωσης μπορούμε είναι η πρόταση για μεγαλύτερη οικονομική ενσωμάτωση, η οποία απαραίτητα οδηγεί σε στενότερη πολιτική ένωση. Για την Αριστερά επίσης, η δημοκρατία είναι ο μόνος δρόμος για να αντισταθούμε στη νεοφιλελεύθερη συναίνεση του μεγάλου κεφαλαίου, των Ευρωκρατών και των πολιτικών ελίτ. Μα κάθε στενότερη Ευρωπαϊκή πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό που οι προπαγανδιστές της ΕΕ αποκαλούν «έλλειμμα δημοκρατίας», ευφημισμό, πάντως, που κρύβει την αλήθεια. Η ΕΕ δεν έχει «έλλειμμα» αλλά πλήρη απουσία δημοκρατίας. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω. Όλες οι αρχές δημοκρατικού συντάγματος από το διαχωρισμό των εξουσιών ως τη δημοκρατική λογοδοσία και τη διαφάνεια της εκτελεστικής εξουσίας παραβιάζονται βιαίως από την Ε.Ε. Η Επιτροπή, η διορισμένη από τις κυβερνήσεις, ασκεί την αποκλειστική εξουσία της νομοθετικής πρωτοβουλίας, σαν Κοινοβούλιο, αλλά επίσης εφαρμόζει το νόμο, όπως η εκτελεστική εξουσία. Οι διπλωματικοί απεσταλμένοι, αντιπρόσωποι κυβερνήσεων και το συμβούλιο υπουργών, νομοθετούν σε συνεργασία με τους διορισμένους από τις κυβερνήσεις επιτρόπους. Το Κοινοβούλιο συζητάει ατέρμονα αλλά οι εξουσίες του είναι ελάχιστες, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τους ευρωπαίους πολίτες, που έχουν γυρίσει την πλάτη τους στις ευρωεκλογές, καταγράφοντας πρόσφατα τα υψηλότερα επίπεδα εκλογικής αποχής. Ο συνδυασμός ευρωκρατών και εθνικών γραφειοκρατών που δεν είναι υπόλογοι πουθενά έχει οδηγήσει σε ένα βουνό νομοθεσίας που ανέρχεται σε 100.000 σελίδες αποτελώντας το 70% της εθνικής νομοθετικής παραγωγής.

Αυτό το νομοθετικό βουνό επιβάλλεται στα κράτη χωρίς μια ελάχιστη καν συζήτηση από τα εθνικά κοινοβούλια. Την ευρωπαϊκή έλλειψη δημοκρατικής λογοδοσίας έχουν καλοδεχτεί οι εθνικές κυβερνήσεις (που μπορούν να συμφωνήσουν αντιλαϊκά μέτρα στις Βρυξέλες χωρίς να βάζουν τους βουλευτές να ψηφίζουν στην Αθήνα) και έχει μολύνει τα εθνικά κοινοβούλια. Η μόνη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά θέματα που επιτρέπεται στους πολίτες είναι δικαστικές αγωγές, αιτήσεις στον διαμεσολαβητή και λόμπινγκ στους υπουργούς και τους επιτρόπους. Αυτό το κατάλοιπο του αρχικού οράματος μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης είναι θλιβερό. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που ζητήθηκε από τους λαούς να ψηφίσουν για το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αυτοί απέρριψαν τις προτάσεις με αποφασιστικότητα. Τα δημοψηφίσματα για το Ευρωπαϊκό «σύνταγμα» στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία επιβεβαίωσαν την εκτεταμένη λαϊκή δυσαρέσκεια και το δημοψήφισμα στη Βρετανία χρειάστηκε να ακυρωθεί. Η τυπική και θυμωμένη αντίδραση των απογοητευμένων ελίτ ήταν να αμπαλάρουν το «σύνταγμα» με διαφορετικό τρόπο, να προσφέρουν δωροδοκίες στους Ιρλανδούς και τους Πολωνούς, και να επιβάλουν έναν Πρόεδρο και έναν υπουργό Εξωτερικών, των οποίων το μόνο προσόν είναι ότι είναι παγκοσμίως άγνωστες μη-οντότητες.

Αυτή η στάση της Ευρώπης απέναντι στη δημοκρατία δείχνει τον μεταμοντέρνο κυνισμό στα χειρότερά του. Συνδυάζει τη ρήση του Μπρεχτ ότι αν ο λαός δεν ψηφίζει την κυβέρνηση, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαλύσει το λαό και να ψηφίσει έναν νέο βάσει της αρχής του «σαν να»: όσο περισσότερο απορρίπτονται οι προτάσεις σου τόσο περισσότερο θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι σαν να έγιναν ομόφωνα δεκτές. Οι ανατροπές αυτές οδήγησαν ακαδημαϊκούς προπαγανδιστές της Ένωσης να υποστηρίξουν ότι η λαϊκή συμμετοχή είναι μη επιθυμητή επειδή ο λαός είναι «αδαής, άσχετος και ιδεολογικά κατευθυνόμενος». Ο καθηγητής στο Πρίνστον Andrew Moravcsik ισχυρίζεται ότι «η κοινωνική Ευρώπη είναι μια χίμαιρα» και η δημοκρατική συμμετοχή πρέπει να αποθαρρύνεται επειδή «είναι αντίθετη με τη δική μας κοινά αποδεκτή επιστημονική αντίληψη του πώς λειτουργούν οι προχωρημένες δημοκρατίες». Οι οικονομικές και επιστημονικές αλήθειες δεν είναι ανοιχτές σε συζήτηση και ψηφοφορία. Όντως κάθε δημοκρατική συμμετοχή και κινητοποίηση είναι «ακριβή, αντιπαραγωγική και δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία λύσεις» σε προβλήματα που αντικειμενικά έχουν σωστές απαντήσεις. Αλλά δεν πειράζει. Το μεγάλο πλεονέκτημα της Ένωσης, κατά τον καθηγητή, είναι ότι είναι «τόσο βαρετή» που ο λαός δεν νοιάζεται για αυτήν.

 Αυτή η μακαριότητα έχει υπονομευτεί από τα ελληνικά μέτρα. Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να παρουσιάζεται ως ένα απομακρυσμένο σύνολο απρόσωπων, βαρετών γραφειοκρατών που ασχολούνται με τους τεχνικούς κανόνες του εμπορίου, τον ανταγωνισμό και τη ρύθμιση των προϊόντων. Τα μέτρα που εποβλήθηκαν στην Ελλάδα, αφού τα έχει εκλιπαρήσει και τα αποδέχεται η υπάκουη Ελληνική κυβέρνηση, ακουμπούν τώρα στα θεμέλια της λαϊκής ζωής και ευημερίας. Για να εξομαλυνθεί το πέρασμά τους, οι Ευρωκράτες και η Ελληνική κυβέρνηση ακολούθησαν παρόμοιες ιδεολογικές τακτικές. Οι πολιτικές του εκφοβισμού (χρεοκοπία, Τιτανικός, μη καταβολή μισθών) μιμήθηκαν τους γελοίους ισχυρισμούς του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και της πολιτικής του τρόμου. Οι μονότονα επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί περί του «αντικειμενικού χαρακτήρα» και του αναπότρεπτου των μέτρων προσπαθούν να αντλήσουν νομιμοποίηση από την αξιοπιστία της επιστήμης, όνο που είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουμε τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία ως επιστήμη. Πρόκειται για μια τυπική περίπτωση «καλού μπάτσου, κακού μπάτσου»: η Γερμανία και οι κερδοσκόποι είναι οι κακοί και, εμείς οι Έλληνες, οι πατριώτες τα θύματα. Όπως στις αστυνομικές ταινίες, οι θέσεις μπορούν εύκολα να αντιστραφούν: εμείς οι Έλληνες είμαστε οι τεμπέληδες και οι απατεώνες, η Ευρώπη αντιπροσωπεύει τον ορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό. Το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο όραμα μετατρέπει την πολιτική σε υποκατηγορία της οικονομίας και της ηθικής. Γιατί να ζητάμε κοινωνική δικαιοσύνη, αν μπορούμε να έχουμε έναν καλό συνήγορο του πολίτη; Αλλά καθώς παρόμοια μέτρα επιβάλλονται από άκρου εις άκρο της Ευρώπης, μια διαδικασία απονομιμοποίησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και ακόμα και της ΕΕ πιο γενικά έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της.

Ίσως βρισκόμαστε στην αληθινή αρχή του 21ου αιώνα καθώς αρχίζει να καταρρέει η νομιμποίηση του συστήματος της περιόδου που ακολούθησε το1989. Αυτή είναι η τεράστια ευκαιρία της αριστεράς: είναι πιθανώς η πρώτη φορά που η ιδέα μιας «άλλης Ευρώπης» μπορεί να ριζώσει. Όλες οι μεγάλες νεωτεριστικές ιδέες, από τα ανθρώπινα δικαιώματα ως τη λαϊκή κυριαρχία, το έθνος και τον σοσιαλισμό προωθήθηκαν αρχικά από διανοουμένους και πολιτικές ελίτ αλλά μπόρεσαν να εμπνεύσουν το λαό και να οργανώσουν τη δράση του. Κάτι τέτοιο έχει τρανταχτά αποτύχει στην Ευρώπη. Οι ελίτ έχουν εξευρωπαϊστεί αλλά ο λαός δεν έχει ακολουθήσει. Η απώλεια τόλμης και φαντασίας των διανοούμενων είναι εντυπωσιακή στην Ελλάδα. Οι απαντήσεις που δόθηκαν πρόσφατα σε μια εφημερίδα που ρωτούσε γιατί οι διανοούμενοι δεν συμμετέχουν στη συζήτηση για την κρίση υπήρξαν αποκαλυπτικές. Οι περισσότεροι διανοούμενοι είναι τώρα φιλελεύθεροι νεωτεριστές, μέρος των ελίτ που διοικούν τη χώρα σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες. Το κράτος δικαίου, η δημόσια ηθική και η ακεραιότητα της αγοράς είναι οι κατευθυντήριες αρχές τους, πακεταρισμένες όπως είναι από τις Βρυξέλες. Η κοινωνική δικαιοσύνη, το μοναδικό ζήτημα που καθόρισε την ευρωπαϊκή αλλά και ελληνική δημόσια διανόηση φέρνοντας κοντά τον Σαρτρ με τον Ράσελ, τον Καμύ με τον Ντεριντά, έχει εγκαταλειφθεί στην προσπάθεια να βρεθούν ερευνητικά κονδύλια από την Ε.Ε.

Δεν είναι να απορεί κανείς γιατί ο εθνικισμός έχει πάρει τα πάνω του: ο φιλελεύθερος «συνταγματικός πατριωτισμός» του Χάμπερμας μπορεί να ακούγεται καλός στο Βερολίνο όπου ο εθνικισμός έχει επανειλημμένα μεταστραφεί σε γενοκτονία αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει καμία πίστη ή ενθουσιασμό στα Πατήσια ή το Βύρωνα. Δεν υπάρχει καμία άμεση προοπτική μιας Ευρωπαϊκής δημο-κρατίας επειδή δεν έχει δημιουργηθεί κανένας Ευρωπαϊκός δήμος. Η αποτυχία αυτή του φιλελευθερισμού έχει ενθαρρύνει τους νεοφιλελεύθερους απολογητές ώστε να προτείνουν ένα νέο είδος ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο ακαδημαϊκός της Οξφόρδης Γιαν Ζιέλονκα ανακοίνωσε σε πολυσυζητημένο βιβλίο το 2006 ότι η Ευρώπη γίνεται μια «καλοκάγαθη Αυτοκρατορία». Η πολύπλοκη διακυβέρνησή της, ο νεομεσαιωνικός λαβύρινθος αρμοδιοτήτων και ειδικών επιτροπών βρίσκουν το ισοζύγιό τους μέσω αυθόρμητων προσαρμογών στις αγορές και είναι πιο κοντά στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παρά σε μια μοντέρνα δημοκρατία. Τα δίκτυα πολιτικής και λόμπινγκ είναι πιο αποτελεσματικά στη λήψη αποφάσεων από ό,τι η λαϊκή κυριαρχία και οι εκλογές οι οποίες πρέπει να εγκαταλειφθούν. Όπως ο Πέρρυ Άντερσον σχολιάζει σαρκαστικά, αυτές οι κυρίαρχες απόψεις οδηγούν στην «επιστροφή στις μεσαιωνικές αιτήσεις (petitions) που υποβάλλονταν στον πρίγκηπα».

Κινείται λοιπόν Ευρώπη προς τον κοσμοπολιτισμό του Χάμπερμας ή προς την αυτοκρατορία του Νέγκρι; Τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα ότι η τρέχουσα κατεύθυνση είναι αυτοκρατορική αλλά όχι με την έννοια που της δίνει ο Ζιέλονκα. Μια οιονεί-αυτοκρατορική μητρόπολη (η Γερμανία) επιβάλλει στην επαρχία (την Ελλάδα) μέτρα που οδηγούν σε τεράστιες μεταφορές αξίας στις τοπικές ελίτ και το μητροπολιτικό κέντρο ενώ δημιουργούν ταυτοχρόνως την απαραίτητη σταθερότητα για κοσμοπολίτικες επιχειρήσεις και εταιρείες νεοαποικιακού τύπου. Καθώς η Ελλάδα ετοιμάζεται φοβισμένα να υποδεχτεί τους διάφορους αυτοκρατορικούς επιθεωρητές από την Ευρώπη και το ΔΝΤ, έχει αποδεχτεί το στάτους της ως ενός προτεκτοράτου περιορισμένης κυριαρχίας, κάτι σαν το Κοσσυφοπέδιο. Ιστορικά όλοι οι κοσμοπολιτισμοί κατέληξαν σε αυτοκρατορίες. Η στωική φιλοσοφία τέλειωσε στη Ρώμη, ο Χριστιανικός πνευματικός ουνιβερσαλισμός έγινε κατάκτηση, γενοκτονία και προσηλυτισμός, ο μοντέρνος ορθολογισμός και η πρόοδος εκφυλλίστηκαν στην αποικιοκρατία και τον «εκπολιτισμό των βαρβάρων». Παρομοίως, σήμερα ο κοσμοπολιτισμός της Ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης καταλήγει στον ιμπεριαλισμό της αγοράς και τις βάναυσες τακτικές του ΔΝΤ. Αλλά υπάρχει άλλη μια παράδοση που ανήκει στην αριστερά. Οι φιλελεύθεροι κοσμοπολίτες ξεχνούν ότι ο πρώτος που αποκάλεσε τον εαυτό του κοσμοπολίτη ήταν ο Διογένης ο Κυνικός. Ήταν ένας τρομερός κριτής των θεσμών, των συμβάσεων και των ισχυρών αντίθετα από τους Ρωμαίους Στωικούς, τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο, που παρουσιάζονται ως οι θεμελιωτές του κοσμοπολιτισμού. Η παράδοση του κοσμοπολιτισμού ζωντανεύει στους δρόμους της Αθήνας και του Παρισιού περισσότερο από ό, τι στις μυστικές διαπραγματεύσεις των τραπεζιτών και των πολιτικών των ελίτ, στην παρρησία των νέων παρά στη μονοτονία των τηλεοπτικών σχολιαστών και στη φιλόξενη μεταχείριση προς τους αποκλεισμένους και τους διωκόμενους. Αυτή είναι σήμερα η ευθύνη της Αριστεράς: να σώσει τη δημοκρατία από τη βαθμιαία της αποσύνθεση από τον νέο-ιμπεριαλισμό των κατηγορηματικά βαρετών ειδικών και τον νέο-ευαγγελισμό της νεοφιλελεύθερης δυστοπίας. Αυτή η υπόθεση αρχίζει στην Ελλάδα.

 *Ο Κώστας Δουζίνας είναι αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Μπίρμπεκ (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου).

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Το κείμενο, με τίτλο «Πού είναι η Αριστερά» πρωτοεμφανίστηκε στο μπλογκ του κομμουνιστή συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκο (1922- 2010), την 1.10. 2008

Πού είναι η Αριστερά;


 
Το κείμενο, με τίτλο «Πού είναι η Αριστερά» πρωτοεμφανίστηκε στο μπλογκ του κομμουνιστή συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκο (1922- 2010), την 1.10. 2008. Δημοσιεύτηκε, μαζί με άλλα κείμενα από το ίδιο μπλογκ, στο βιβλίο του Το τετράδιο. Κείμενα που γράφτηκαν για το blog, Σεπτέμβριος 2008-Μάρτιος 2009. Στα ελληνικά κυκλοφορεί, όπως και όλα σχεδόν τα βιβλία του Σαραμάγκο, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, σε μια συνέντευξή μου σε μια νοτιοαμερικάνικη εφημερίδα, αργεντίνικη νομίζω, μου βγήκε πάνω στις διαδοχικές ερωταποκρίσεις μια δήλωση που κατόπιν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε αναταραχή, διαμάχη, σκάνδαλο (μέχρι αυτού του σημείου έφτανε η αφέλειά μου), ξεκινώντας από τις τοπικές στρατιές της Αριστεράς και μετά, ποιος ξέρει, σαν ένα κύμα που εξαπλώνεται σε κύκλους, στα διεθνή μέσα, είτε αυτά ήταν πολιτικά, συνδικαλιστικά ή πολιτιστικά, τα οποία πρόσκεινται στην εν λόγω Αριστερά.

Με όλη της τη σκληρότητα, χωρίς να κάνει βήμα πίσω μπροστά στην ίδια της την αισχρότητα, η φράση, όπως αναπαράχθηκε με ακρίβεια από την εφημερίδα, ήταν η εξής: «Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». Στην πρόθεσή μου, εσκεμμένα προκλητική, η Αριστερά, επερωτωμένη έτσι, απάντησε με την πιο παγωμένη σιωπή. Κανένα κομμουνιστικό κόμμα, για παράδειγμα, ξεκινώντας απ’ αυτό του οποίου είμαι μέλος, δεν βγήκε στις επάλξεις για να αντικρούσει ή απλώς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με την καταλληλότητα ή τη μη καταλληλότητα των λέξεων που πρόφερα. Κατά μείζονα λόγο, επίσης, κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση των αντίστοιχων χωρών, σκέφτομαι κυρίως των δικών μας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, δεν θεώρησε απαραίτητο να απαιτήσει ένα ξεκαθάρισμα εξηγήσεις από τον παράτολμο συγγραφέα που τόλμησε να ρίξει μια πέτρα στον μουχλιασμένο βούρκο της αδιαφορίας.

Τίποτε απολύτως, σιωπή καθολική, λες και στους ιδεολογικούς τάφους όπου κατέφυγαν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο σκόνη και αράχνες, ή το πολύ κάποιο αρχαϊκό οστό που δεν έκανε ούτε για ιερό λείψανο πια. Για κάμποσες μέρες αισθάνθηκα αποκλεισμένος από την ανθρώπινη κοινωνία, σαν να ’χα χολέρα, θύμα κάποιου είδους διανοητικής κίρρωσης όπου τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Έφτασα μάλιστα να σκεφτώ πως η συμπονετική κουβέντα που θα κυκλοφορούσε μεταξύ αυτών που σιωπούσαν ήταν περίπου η εξής: «Τον κακομοίρη, τι να περιμένει κανείς σε τέτοια ηλικία;». Ήταν πως δεν θεωρούσαν ότι δικαιούμουν να εκφράσω γνώμη σ’ αυτή τη φάση.

Ο καιρός περνούσε, περνούσε, η κατάσταση στον κόσμο γινόταν όλο και πιο περίπλοκη, και η Αριστερά, ατάραχη, συνέχιζε να παίζει τους ρόλους που, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, της είχαν διανεμηθεί. Εγώ, που στο μεταξύ είχα κάνει μια άλλη ανακάλυψη, πως ο Μαρξ ποτέ δεν είχε τόσο πολύ δίκιο όσο σήμερα, φαντάστηκα, όταν πριν ένα χρόνο ξέσπασε η καρκινική απάτη των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, πως η Αριστερά, όπου κι αν βρίσκεται, αν είναι ακόμα ζωντανή, θ’ ανοίξει επιτέλους το στόμα για να πει τι σκέφτεται γι’ αυτή την περίπτωση. Έχω πια την εξήγηση: η Αριστερά δεν σκέφτεται, δεν δρα, δεν διακινδυνεύει ούτε βήμα. Έχει γίνει ό,τι έχει γίνει από τότε, και μέχρι σήμερα η Αριστερά, με δειλία, εξακολουθεί να μη σκέφτεται, να μη δρα, να μη διακινδυνεύει ένα βήμα. Γι’ αυτό ας μην παραξενευτεί κανείς για την αναιδή ερώτηση του τίτλου: «Πού είναι η Αριστερά;». Δεν τάζω τίποτα για απάντηση, πλήρωσα ήδη πολύ ακριβά τις αυταπάτες μο

Η αίσθηση της ιστορίας


Σηκωνόμαστε το πρωί για τη δουλειά, πίνουμε στα γρήγορα ένα καφέ, ετοιμάζουμε τα παιδιά για το σχολείο. Στη δουλειά κάνουμε τις επαναλαμβανόμενες πράξεις, κινήσεις και συναλλαγές που αποτελούν αυτό που λέμε εργασιακή ρουτίνα. Διαπληκτιζόμαστε με συναδέλφους, ανταγωνιζόμαστε προϊσταμένους, μοιραζόμαστε αγωνίες για το αν θα γίνουν απολύσεις ή περικοπές, κουτσομπολεύουμε τ’ αφεντικό. Γυρνώντας σπίτι, περνάμε από το σούπερ μάρκετ, δυσφορούμε για την ακρίβεια, κάνουμε τις χειρότερες σκέψεις για την κυβέρνηση. Στο σπίτι ανοίγουμε κουβέντες για το πώς θα τα βγάλουμε πέρα τον δύσκολο χειμώνα, τι θα κόψουμε, ποιες αγορές θα ματαιώσουμε ή θα αναβάλλουμε, και ανταλλάσσουμε τις τελευταίες πληροφορίες, φήμες και διαδόσεις για τα σενάρια καταστροφής ή σωτηρίας. Το βράδυ χαζεύουμε τα δελτία των οκτώ, συνομιλώντας άγρια με τους άνκορμεν και τους προσκεκλημένους – αν και δεν μας ακούνε. Κάνοντας όλα αυτά τα ταπεινά και καθημερινά, σπάνια έχουμε την αίσθηση ότι με κάποιο τρόπο μετέχουμε στην ιστορία. Αν ήταν ένας πόλεμος, μια κοινωνική εξέγερση, μια πολιτική ανατροπή στην οποία με κάποιο τρόπο -ένα τουφέκι, μια πέτρα, μια ψήφο- είχαμε μετάσχει κι εμείς, θα είχαμε τη βεβαιότητα ότι έστω και σαν κομπάρσοι ήμαστε στο προσκήνιο της ιστορίας.

Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία διαμορφώνεται ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας και την αίσθηση της συμμετοχής μας σ’ αυτήν. Ακόμη και οι προϊστορικοί άνθρωποι, που ένας λιμός ή μια φυσική καταστροφή τούς ανάγκαζαν να μετακινηθούν σε μικρές, χωρίς επικοινωνία ομάδες, από τη μια ήπειρο στην άλλη προκάλεσαν τεράστιας σημασίας για την ανθρώπινη εξέλιξη αλλαγές. Ως εκ τούτου, κανείς δεν ξέρει τι σημασία και επιπτώσεις μπορεί να έχει η αντίδραση, η ανοχή ή αποδοχή μας σε αλλαγές που έρχονται έξω από τον μικρόκοσμό μας, από τα κέντρα διεθνούς ισχύος, τις αγορές, τα κέντρα εξουσίας, τις κυβερνήσεις. Οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι τις περισσότερες φορές έχουν την αίσθηση ότι κινούνται στο περιθώριο της ιστορίας.

Με τους ανθρώπους που βρίσκονται στον πυρήνα των κέντρων ισχύος, επιρροής και εξουσίας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Θεωρούν ότι έχουν την απόλυτη εύνοια της ιστορίας, τη γράφουν κυριολεκτικά με κάθε σημαντική ή ασήμαντη πράξη και φράση τους. Και, στο δίπολο δημιουργίας και καταστροφής που συνθέτει την ιστορική εξέλιξη, θαρρούν πως βρίσκονται πάντα στην πλευρά της πρώτης. Με μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν τη διοικητική διαίρεση μιας χώρας, με οικονομικές αποφάσεις που ανατρέπουν δεδομένα δεκαετιών για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι, τα στρώματα, οι επαγγελματικές κατηγορίες, οι τάξεις συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία και συγκροτούν το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο μιας κοινωνίας. Αλλά ακόμη και με μια οικονομική συναλλαγή μεγάλου μεγέθους ή μια εφεύρεση που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν ή παράγουν. Ωστόσο, η ιστορία αποφασίζει κατά κανόνα ερήμην τους ποιες απ’ αυτές τις αλλαγές θα μπουν στην πραγματική ζωή, ποιες θ’ αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, ποιες θα καταγραφούν στο γενετικό υλικό του ανθρώπινου πολιτισμού, και ιδιαίτερα στην πλευρά της δημιουργίας. Βεβαίως, η ιστορία δεν έχει δική της, ιδιαίτερη βούληση για το τι θα περιλάβει και τι όχι στον τελικό της απολογισμό. Είναι η ανθρώπινη βούληση (ή και η αβουλία), για την ακρίβεια ένα σύνολο από εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ανθρώπινες βουλήσεις που καθορίζουν τον βηματισμό της πάνω στη γραμμή της προόδου και της οπισθοδρόμησης.

Αν συμφωνούμε ότι είμαστε εμείς, οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχουμε στις κοινωνικές πυραμίδες και τη σχέση μας ή τις αποστάσεις μας από τα κέντρα ισχύος, που καθορίζουμε τη ροή της ιστορίας και τις νομοτέλειές της, ας αναλογιστούμε ποια ακριβώς είναι η στάση μας απέναντι σε όλα όσα διαδραματίζονται στην Ελλάδα, την Ευρώπη, στον κόσμο τον τελευταίο χρόνο; Ψυχανεμιζόμαστε όλοι πως ζούμε μια «ιστορική», μεταβατική εποχή. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της, ποιες οι βασικές διαστάσεις της; Οι άνθρωποι της εξουσίας -είτε είναι στη Νέα Υόρκη, είτε στις Βρυξέλες, είτε στην Αθήνα- θεωρούν ότι οι κοινωνίες είναι μια εύπλαστη πρώτη ύλη, της οποίας μπορεί να αλλάξουν συμπεριφορές, συνήθειες, νοοτροπίες. Κινούμενοι άλλοτε από αλαζονεία, άλλοτε από «καλές προθέσεις» (το υλικό με το οποίο είναι στρωμένος ο δρόμος για την κόλαση…) ξηλώνουν συστηματικά ένα οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, το οποίο δεν ήταν βέβαια ο Κήπος της Εδέμ, αλλά έδινε στους ανθρώπους της καθημερινότητας μερικές σταθερές για την οργάνωση της ζωής τους: να ξέρουν στο ξεκίνημα του παραγωγικού τους βίου ότι, αν έχουν μάθει να φυτεύουν και να καλλιεργούν ντομάτες και λαχανικά, μ’ αυτή τη δεξιότητα μπορούν να στήσουν το νοικοκυριό τους και να έχουν ένα σχετικά σταθερό εισόδημα. Να ξέρουν στο ξεκίνημα της μέρας τους ότι θα πάνε στη δουλειά, θα σχολάσουν μια καθορισμένη ώρα και την επομένη θα γυρίσουν σ’ αυτήν, χωρίς να τους περιμένει κάποια δυσάρεστη έκπληξη. Να ξέρουν τι θα παίρνουν κάθε μήνα, πόσα χρόνια πρέπει να δουλέψουν για να βγουν στη σύνταξη, πως τους προστατεύει το δημόσιο σύστημα υγείας και πρόνοιας. Να ξέρουν ακόμη τι αντίκρισμα έχουν στην παραγωγική διαδικασία οι σπουδές τους, τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα, πώς αποτιμώνται σε μια αγορά εργασίας που, μπορεί να είναι ζούγκλα, αλλά -όπως κάθε ζούγκλα- έχει τους ελάχιστους κανόνες της. Όλη αυτή η ρουτίνα της κοινωνικής ένταξης και της παραγωγικής καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη δεν έχει τίποτα το ιστορικό, ωστόσο μέχρι τώρα συγκροτούσε ένα «ιστορικό» μοντέλο οργάνωσης της ζωής, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, απότοκο του επίσης ιστορικού ολέθρου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το αποτέλεσμα όλων των αλλαγών που προωθούνται με φανατισμό από τα κέντρα εξουσίας στην Ευρώπη -και με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα- δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο διάλειμμα, ένα άγνωστου μήκους τούνελ που θα διανύσουμε μέχρι να ξαναβγούμε στο φως. Ούτε είναι το πιο κρίσιμο τα δισεκατομμύρια που συγκεντρώνονται μέσω της φορολογίας και της βίαιης μείωσης του εισοδήματος για τη σωτηρία των πιστωτών της χώρας. Το σημαντικότερο είναι ότι συντελείται μια ανθρωπολογική καταστροφή δύσκολα επανορθώσιμη: όταν ο αγρότης παύει να φυτεύει ντομάτες και φυτεύει φωτοβολταϊκά για να γίνει μικρο-ραντιέρης ενός πενιχρού εισοδήματος 5.000-6.000 τον χρόνο, όταν ο νέος άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι μικρή σημασία έχει η γνώση και η «συλλογή» πτυχίων για την παραγωγική του εξέλιξη, όταν οι άνθρωποι εξοικειώνονται με την ιδέα ότι στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου ίσως χρειαστεί ν’ αλλάξουν πολλά επαγγέλματα, ότι οι υψηλές παραγωγικές δεξιότητες που διαθέτουν δεν είναι τόσο χρήσιμες όσο νομίζουν, ότι ως άνεργοι δεν είναι καθόλου φρόνιμο να είναι επιλεκτικοί, τότε η κοινωνία μετατρέπεται σε μια πληβειακή παραγωγική μάζα, αναλώσιμο ενός οικονομικού μοντέλου χωρίς πυρήνα και στρατηγική.


Αλλά, υπάρχει ένα σημαντικότερο, γεωπολιτικών διαστάσεων στοιχείο της μεταβατικής «ιστορικής» εποχής μας. Διότι αυτό που συντελείται στην κλίμακα των ανθρώπων, συντελείται και στην κλίμακα των χωρών. Ακόμη κι αν η Ελλάδα κι άλλες «περιφερειακές» χώρες της Ε.Ε. δεν χρεοκοπήσουν ολικά ή μερικά, στο τέλος της «ιστορικής» τους μεταμόρφωσης θα έχουν εξωθηθεί σε μιαν ασύλληπτη παραγωγική παρακμή, προκειμένου να διασωθούν οι κεντρικές οικονομίες της Γηραιάς Ηπείρου, η εξαγωγική μηχανή της Γερμανίας, η παραγωγική ικμάδα της Γαλλίας και η χρηματοπιστωτική ηγεμονία της Βρετανίας από τις μεγάλες απειλές που αντιμετωπίζουν από τις νέες οικονομικές δυνάμεις της Ανατολής. Η εμπειρία της τριαντάχρονης ευρωπαϊκής θητείας της Ελλάδας είναι ήδη ένας ιστορικός απολογισμός παραγωγικής υποβάθμισης, αλλά μια πολύ πιο ζοφερή εικόνα για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η υποβάθμιση δίνει η τύχη των χωρών του πρώην (αν)ύπαρκτου σοσιαλισμού που μέσα σε μια εικοσαετία μετατράπηκαν σε «αποικίες» των ευρωπαϊκών μητροπόλεων και οι κοινωνίες τους, που το 1989 «έγραφαν ιστορία» ανατρέποντας τα αυταρχικά καθεστώτα τους, έγιναν μεταναστευτικές ορδές ανειδίκευτων, κακοπληρωμένων ή ανεπιθύμητων «σκλάβων».

Χρειαζόμαστε μιαν αίσθηση της ιστορίας. Πέρα από τα γενικά «ναι» και «όχι» μας, όλοι εμείς οι «κάτω» οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι είναι τεράστιας ιστορικής σημασίας η απάθεια ή η μοιρολατρία να παρακολουθούμε τους «πάνω» να γράφουν ιστορία. Τη δική τους, βεβαίως…/kibi-blog.blogspot.com

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

, έπεφτα πάντοτε μόνο πάνω στον κο Κανένα,

Γράφει ο Αλέξανδρος Πιστοφίδης


«Ο λαός έχασε την εμπιστοσύνη της Κυβέρνησης! Μήπως θα ήταν σωστότερο, η κυβέρνηση να αναγκάσει σε παραίτηση το Λαό και να επιλέξει έναν άλλο»;
                                             Μπ. Μπρεχτ

Εψαξα μάταια να βρω ιστορικά προηγούμενα υποτιμητικών και περιφρονητικών δηλώσεων πολιτικών, ακόμη και δικτατόρων, για τον λαό. Οπου κι αν έψαχνα, έπεφτα πάντοτε μόνο πάνω στον κο Κανένα, που δεν θέλω να αναφέρω ούτε καν το όνομά του. Το ότι «ένας στους τρεις Δημοσίους υπαλλήλους είναι άχρηστος και πως δεν χρειαζόμαστε πάνω από 200 000 χιλιάδες», όταν σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στη χώρα μας είναι κάτω του μέσου όρου της ΕΕ, δείχνει την επιπολαιότητα του ανθρώπου. Το ότι μόνο οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων δημόσιας παιδείας είναι σχεδόν 200 000 χιλιάδες και υπάρχουν ήδη ελλείψεις, δείχνει την άγνοια και την αδιαφορία αυτού του ανθρώπου για τα προβλήματα της δημόσιας παιδείας, δημόσια υγείας, κ.λ.π. κι αυτό είναι φυσιολογικό για έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί μόνο ιδιωτικά σχολεία και.............
νοσοκομεία για τον ίδιο και τα παιδιά του. Δεν είναι όμως φυσιολογικό για έναν πολιτικό και μάλιστα αντιπρόεδρο κυβέρνησης.
Ποια είναι αλήθεια τα κίνητρά του για τις κατά καιρούς προκλητικές δηλώσεις για εμάς, την «πλέμπα», πέρα από την προσπάθεια να μας πείσει να πιστέψουμε πως εμείς οι ίδιοι, μόνο εμείς οι ίδιοι, ο λαός είμαστε η αιτία της αθλιότητάς μας; Είναι αυτές οι απόψεις μόνο η δική του γνώμη, η γνώμη ενός εκκεντρικού με μανιοκαταθλιπτικό αυτοκτονικό ιδεασμό, ή είναι η γνώμη πολλών άλλων συναδέλφων του; Είμαι σίγουρος, πως όταν μετά από τέτοιες δηλώσεις κατά του λαού, που για εκείνον είναι «πλέμπα», θα μπαίνει θριαμβευτικά στο «Καφενείο της Βουλής», θα δέχεται συγχαρητήρια από πολλούς συναδέλφους του και άλλων κομμάτων, που «τόλμησε και είπε επιτέλους δημόσια τι νιώθει γι αυτήν την ευτελή και διεφθαρμένη ακαθαρσία της ελληνικής γης που λέγεται ελληνικός λαός».
Πριν κάποιες ημέρες, ο κος Χατζηδάκης είπε πως «υπάρχει ο κίνδυνος ο πολιτικός να ερωτευτεί τον εαυτό του»! Δεν υπάρχει απλώς ο κίνδυνος. Ολοι σχεδόν οι πολιτικοί μετά από δυο θητείες και άνω, είναι ήδη ερωτευμένοι με τον εαυτό τους. Ξεκομμένοι εντελώς από τη φυσιολογική ζωή ενός κανονικού ανθρώπου, είναι και συμπεριφέρονται όπως οι τρόφιμοι ενός Ιδρύματος.
Προσπάθησα να βρω δηλώσεις του Χίτλερ και του Μουσολίνι, που να χαρακτήρισαν μερίδα επαγγελματικής ομάδας του λαού τους άχρηστη και δεν βρήκα τίποτα. Οι άνθρωποι είχαν την ευφυϊα να γνωρίζουν πως αν χαρακτηρίσεις έναν στους τρεις δημοσίους υπαλλήλους άχρηστο, τότε αυτό θα ισχύει για όλες τι επαγγελματικές ομάδες και φυσικά για τους ίδιους τους πολιτικούς και εν τέλει για όλον το λαό, εκτός και αν οι πολιτικοί πιστεύουν ότι είναι από άλλο πλανήτη ή ακόμα χειρότερα, από άλλο ευγενές είδος ανθρώπων.
Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις λογικής για να κατανοήσει κάποιος ότι, όταν χαρακτηρίζεις κάτι άχρηστο, νομιμοποιείσαι να το πετάξεις στα σκουπίδια. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις κοινωνικής ψυχολογίας για να κατανοήσει κάποιος ότι, όταν χαρακτηρίζεις κάποιες κοινωνικές ομάδες ανθρώπων άχρηστες τις πετάς δίχως ενοχές στον καιάδα. Όταν οι ναζί χαρακτήριζαν επικίνδυνα έντομα (Ungeziefer), τους εβραίους και τους Τσιγγάνους, τους εξόντωναν δίχως ενοχές γιατί πίστευαν ότι, όχι μόνο δεν διέπρατταν κάτι κακό, αλλά απεναντίας διέπρατταν κάτι χρήσιμο για το ανθρώπινο γένος και τη γερμανική κοινωνία.
Οι περιφρονητικές και απαξιωτικές δηλώσεις του κου Κανένα για τον ελληνικό λαό, δεν είναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα του κυκλοθυμικού χαρακτήρα του. Αν ήταν τυχαίες και όχι μέρος ενός ολόκληρου σχεδίου, οι δημοσιογράφοι θα τις καταδίκαζαν και δεν θα τις υιοθετούσαν όπως είδαμε σε πολλά σχόλια «επωνύμων» δημοσιογράφων. Οι κύριοι αυτοί, έχουν υιοθετήσει προ πολλού τις απόψεις του Μαρκησίου Ντε Σαντ, που έγραφε: «Το θηρίο που λέγεται λαός, χρειάζεται σιδερένια καθοδήγηση. θα χαθείτε αμέσως εάν το αφήσετε να συνειδητοποιήσει τη δύναμή του…..οι υπήκοοι δεν χρειάζονται καμία άλλη αρετή πέρα από την υπακοή και την καρτερία. Πνεύμα, ταλέντα και επιστήμες, ανήκουν στην πλευρά των κυβερνώντων…..Το μόνο φάρμακο για να αποφευχθούν τα δεινά της αναρχίας, είναι να σφίγγει όσο μπορεί κανείς την αλυσίδα, να εκδίδει αυστηρούς νόμους, να αποφεύγει τη διαφώτιση του λαού και πάνω απ’ όλα να αντιστέκεται στην ελευθερία του τύπου…..».
Ο πιστός χοιροβοσκός του Οδυσσέα, ο Εύμαιος, δούλος ο ίδιος, πίστευε πως «όταν είσαι δούλος, οι θεοί σου στερούν μέρος των αρετών σου». Το ίδιο πίστευαν όλοι σχεδόν οι δούλοι στην αρχαία Ελλάδα. Τηρουμένων των αναλογιών, μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια, κάτι παρόμοιο επιδιώκουν και οι εξουσιάζοντες και κυβερνώντες σήμερα και βάζουν μπροστά τον κο Κανένα.
Υπάρχουν ήδη αρκετοί σύγχρονοι Εύμαιοι.
Από εμάς θα εξαρτηθεί αν θα γίνουμε όλοι σαν τον Εύμαιο.
Από εμάς, τον υγιώς σκεπτόμενο λαό θα εξαρτηθεί αν επιθυμούμε τη δική μας ανθρώπινη υπόσταση ή δεν την επιθυμούμε.
Από εμάς θα εξαρτηθεί αν επιθυμούμε να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας, τον αυτοσεβασμό μας και την αυτοεκτίμησή μας.
Από εμάς και μόνο από εμάς, τον λαό, θα εξαρτηθεί αν επιθυμούμε να ξανακερδίσουμε τη ζωή μας και εκείνη των παιδιών μας, διατηρώντας το μεγαλείο και την αλήθεια του πεπρωμένου του λαού μας, ο ένας δίπλα στον άλλο με έναν ανοιχτό και ανδροπρεπή τρόπο, σαν οντότητες με υπερηφάνεια και αυτοπεποίθηση.
Οι εκλογές που έρχονται, είναι μια μοναδική ευκαιρία να δείξουμε πόσο σεβόμαστε τον εαυτό μας και την ιστορία μας. Ας ρίξουμε όλους τους παλαιοκομματικούς πολιτικούς του κατεστημένου και της οικογενειοκρατίας στον Καιάδα της πολιτικής ανυποληψίας, πριν μας σύρουν αλυσοδεμένους στα Τάρταρα.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Σύντροφοι, γεμίζουμε ταξί;

Η Ελλάδα, όλοι το λένε, είναι μια ευρωπαϊκή χώρα με έντονες και παραδοσιακές αριστερές συμπάθειες, μνήμες και αντανακλαστικά.

Βεβαίως, πρέπει να αφαιρέσεις το κομμάτι του πληθυσμού που ταυτίζεται με την bona fide, παραδοσιακή δεξιά του Καραμανλή του πρεσβύτερου. Φθίνον μεν, αλλά τουλάχιστον το ένα τέταρτο του πληθυσμού που ψηφίζει.

Μετά, βεβαίως, πρέπει να αφαιρέσεις το κομμάτι του πληθυσμού με ταυτίζεται με την άκρα δεξιά και τα παρακρατικά της παρακλάδια και εκφάνσεις: Χρυσή Αυγή, δάρτες μεταναστών, εμπρηστές συναγωγών, διάφοροι περίεργοι δωδεκαθεϊστές, αρχαιολάτρες, πιστοί της εκκλησίας των Ελ, αυτοί με τις περικεφαλαίες που παίζουν τους "300" ή κάνουν ασκήσεις έφιππης τοξοβολίας, κοκ. 

Μετά, όσους από την παλιά κεντροαριστερά έχουν ολισθήσει σε μια εκδοχή των προηγουμένων μέσω της τσουλήθρας του εθνολαϊκιστικού ιδιώματος και των συνομωσιολογικών, σωτηριολογικών και αλυτρωτικών εμμονών του. Δύσκολο να υπολογίσεις, αλλά ένα 10%-15% του πληθυσμού πιθανόν να ανήκει εδώ και στην προηγούμενη κατηγορία.

Και αφού αφαιρέσεις αυτούς που η εθνικιστική παρέκκλιση έχει παραδώσει στην χοάνη της ευρύτερης δεξιάς, τη μία δηλαδή κατηγορία "αριστεροδεξιάς", πρέπει να αφαιρέσεις και τους άλλους. Αυτούς που η κοσμοπολίτικη παρέκκλιση έχει παραδώσει στο μόνιμο φλερτ με εκδοχές του φιλελευθερισμού: του "ευέλικτου κράτους", των "αναδιαρθρώσεων", του "ανοίγματος" της αγοράς, του διεθνισμού των αεροδρομίων και των duty-free shops  Κανά 20% σε ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ δεν θα ναι; 

Bona fide δεξιά, άκρα και παρακρατική δεξιά, και δύο δεξιές με πρώην κεντρώες ή ημι-αριστερές ή και-εγώ-δεν-έχω καταλάβει-τι καταβολές. Εν συνόλω, τέσσερις δεξιές.

Από την άλλη πάντα: θα πρέπει να αφαιρέσεις την de facto δεξιά όσων βάζουν την χωρίς καμμία τελική διέξοδο ή πολιτικό στόχο κομματική πειθαρχία πάνω από την ταξική πάλη (Περισσός ακούει;), την (πάλι συμμετρικά παρεκκλίνουσα) αριστερά του ατομικίστικου μπάχαλου --τα παιδιά του Στίρνερ και της ανάγνωσης του Αντι-Οιδίποδα με συνοδεία acid-- και όλους τους δεδηλωμένα απολίτικους που αυτή τη στιγμή πίνουν τον φραπέ τους και σε γράφουν μακαρίως. Άλλο ένα 25% δεν θα ναι; 

Σύντροφοι, γεμίζουμε ταξί;

radicaldesire.blogspot.com

Ε, όχι και «όλοι μαζί»! (25/9/2010)

http://kibi-blog.blogspot.com
Υπάρχει μια περίεργη μόδα στον δημόσιο λόγο που θυμίζει την πορνογραφία: Όσο πιο απροκάλυπτη γίνεται, τόσο λιγότερο ερεθιστικά αποτελέσματα παράγει. Παλαιότερα, σε εποχές αυστηρής λογοκρισίας, αρκούσε ένας σωματικός υπαινιγμός, ένα απειροελάχιστο τμήμα γυμνότητας για να προκαλέσει ακόμη και ερωτικό παροξυσμό. Σήμερα, το Internet είναι μια απέραντη σκηνή σεξ για κάθε γούστο, που αδυνατεί να προκαλέσει τα επιθυμητά αποτελέσματα στα μαλακά υπογάστρια. Περισσότερο καταλείπει την οδύνη του ανικανοποίητου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον επίσημο λόγο των πολιτικών. Η έσχατη τάση είναι να γίνεται το ίδιο επιθετικός, όσο και μια σκηνή σκληρού πορνό. Η πειστικότητα και η αληθοφάνεια του πολιτικού λόγου εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα του πολιτικού να εκθέσει και τον ίδιο του τον εαυτό στη δημόσια χλεύη ή τέρψη.

Να τρία παραδείγματα
των τελευταίων ημερών. Πρώτα, ο κ. Θόδωρος Τσουκάτος, αν και εκτός επίσημης πολιτικής πλέον, μίλησε στην εξεταστική της Βουλής για τη Siemens για «καθιερωμένη πρακτική των μεγάλων κομμάτων να δέχονται χορηγίες από εταιρείες» και χαρακτήρισε «κατά συνθήκην ψεύδη» την άρνησή τους για του λόγου το αληθές. Μαζί με τις συγκαταβατικές, σχεδόν σιωπηρές αντιδράσεις των κομμάτων σ’ αυτή την ομολογία, έχουμε την πιο απροκάλυπτη διαβεβαίωση ότι το κομματικό σύστημα της χώρας λειτουργεί εδώ και χρόνια με τον κανόνα της διαπλοκής. Δεύτερον, είχαμε μια ακόμη πράξη της οπερέτας «δηλώσεις πόθεν έσχες», στις οποίες η πλειοψηφία των βουλευτών έκανε φιλότιμες προσπάθειες να αποδείξει ότι η αναρρίχηση στην πολιτική συνοδεύεται από μια προκλητική αύξηση του πλούτου τους, τέτοια που δεν εξηγείται πάντα ούτε από το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης, ούτε από την καλβινιστική τους εγκράτεια, τις οικογενειακές κληρονομιές ή τους καλούς γάμους.
Τρίτον, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης προσέφερε μια ερμηνευτική «ομπρέλα» στις υπόνοιες για τη σχέση της πολιτικοοικονομικής διαπλοκής με την κρίση χρέους που βυθίζει τη χώρα στην ύφεση και την υποτέλεια, με την περίφημη δήλωσή του από το βήμα της Βουλής: «Η απάντηση στην κατακραυγή των πολιτών “πώς φάγατε τα λεφτά;” είναι: Σας διορίζαμε όλα αυτά τα χρόνια στο Δημόσιο. Τα φάγαμε όλοι μαζί, σε μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος».

Ακούγεται
σαν μια ηχηρή ομολογία ενοχής, μια πρωτοφανής έκρηξη ειλικρίνειας, μια δημόσια κατάθεση συντριπτικής μεταμέλειας. Και θα ήταν τέτοια αν είχε συνοδευτεί από μια μαζική παραίτηση από την επίσημη πολιτική και, πολύ περισσότερο, από μια συνειδητή αποχή των συνήθων υπόπτων της εξουσίας από κάθε αξίωση να κυβερνήσουν τη χώρα, και μάλιστα να τη «σώσουν» από θανάσιμο κίνδυνο. Ωστόσο, ο κ. Πάγκαλος είναι ένας επιδέξιος ακροβάτης του δημόσιου λόγου. Αντιστάθμισε τη δημόσια ομολογία ενοχής με εκείνο το «όλοι μαζί» που εξουδετερώνει την «κατακραυγή» των πολιτών με μια ισχυρή δόση συνενοχής. Παρ’ ότι αυτή η τακτική παραβιάζει τη δικονομική αρχή «ένοχος ένοχον ου ποιεί», η αλήθεια είναι ότι διέτρεξε την ψυχολογική διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση από τη στιγμή που άνοιξε το καπάκι του χρέους.

Εδώ ας σταθούμε. Το «όλοι μαζί» δεν είναι ένας πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας ή της ευγενείας. Ποτέ σ’ αυτή τη χώρα, απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν ήμασταν «όλοι μαζί», τουλάχιστον στη νομή του πλούτου. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η πρακτική των διορισμών στο Δημόσιο εξηγεί μέρος του προβλήματος της υπερχρέωσης, αυτή αφορά τους 700.000 δημοσίους υπαλλήλους. Αν προσθέσουμε στην πρακτική της «αθλιότητας και της εξαγοράς» που περιγράφει ο κ. Πάγκαλος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ο αριθμός των «συνενόχων» φτάνει το πολύ το 1 εκατομμύριο. Με τ’ άλλα 10 εκατομμύρια, τι γίνεται; Αλλά, ακόμη και σ’ αυτό τον πυρήνα «συνενόχων» είναι αδύνατο να ενταχθούν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μικρό ή μεγάλο, το κράτος με κάποιους υπαλλήλους θα λειτουργούσε. Με ρουσφέτια ή αξιοκρατικούς διαγωνισμούς, θα είχε προσλάβει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. Όσο για το κόστος τους, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία, υπολείπεται κατά πολύ του κόστους του δημόσιου τομέα σε πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε. που δεν βρίσκονται στη δίνη του χρέους.

Επειδή, λοιπόν, δεν είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι ή πολιτικοί που έχουμε διαχειριστεί τον πλούτο της χώρας, απομένει το ερώτημα ποιοι είναι οι «όλοι μαζί» συνένοχοι του εγκλήματος (υποθέτουμε ότι η αναφορά του αντιπροέδρου της κυβέρνησης στο Δημόσιο ήταν μια ρητορική αφαίρεση για έναν ευρύτερο κύκλο «συνενόχων»). Ιδού μερικοί.
Πρώτον. Το δημόσιο χρέος το 1982 ήταν 2,5 δισ. ευρώ και 34% του ΑΕΠ και έχει φτάσει σήμερα πάνω από 320 δισ. ευρώ ή 127% του ΑΕΠ. Στην 28ετία αυτή, αντιστοιχούν 18 χρόνια διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ κι εννιά χρόνια διακυβέρνησης Ν.Δ. Ωστόσο, η συμβολή των δύο κομμάτων εξουσίας στην αύξηση του χρέους είναι σχεδόν ισότιμη, οπότε ας βρουν μεταξύ τους τι ποσοστό τους αναλογεί στο «όλοι μαζί».
Δεύτερον. Την τελευταία δεκαετία (μέχρι και το 2009) η χώρα δανείστηκε 485 δισ. ευρώ για να πληρώσει σε τόκους και χρεολύσια 451 δισ. ευρώ. Επί της ουσίας, δανειζόταν μόνο για να εξυπηρετήσει τις αξιώσεις των πιστωτών της ακόμη και πριν το κόστος δανεισμού, τα περίφημα spreads, εκτιναχθεί στα σημερινά επίπεδα. Σ’ αυτή τη διαρκή, ληστρική συναλλαγή δεν υπάρχουν άλλοι εκτός από τους κυβερνώντες και τους πιστωτές (κατά κανόνα ξένες και εγχώριες τράπεζες). Ήταν «όλοι μαζί» στο έγκλημα, αλλά δεν ξεπερνούν παρά μερικές εκατοντάδες ανθρώπων της αριστοκρατίας της πολιτικής και του χρήματος.
Τρίτον. Παρ’ ότι οι κοινοτικές επιδοτήσεις ως συνολικό ποσό ωχριούν μπροστά στα ποσά που πληρώνει η κοινωνία στους πιστωτές, συμβολή στο έγκλημα είχαν και τα 60 δισ. των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. «Πώς φάγατε αυτά τα λεφτά;», θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε. Και με ποιους, θα προσθέταμε. Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στην κατασκευαστική και προμηθευτική «Γιάλτα», που μονοπώλησε τα αναγκαία ή μη δημόσια έργα και προμήθειες με όρους τόσης αδιαφάνειας που ανάγκασαν το ΠΑΣΟΚ του εκσυγχρονισμού και τη Ν.Δ. της επανίδρυσης να επιδοθούν στις γνωστές ανεπιτυχείς προσπάθειες κατά της διαπλοκής (θυμάστε τον «βασικό μέτοχο»;). Η απάντηση μπορεί επίσης να αναζητηθεί στις εξεταστικές επιτροπές που είναι σε εξέλιξη, οι οποίες αναδύουν την αφόρητη δυσωδία των σχέσεων πολιτικής και επιχειρηματικότητας. Αλλά σ’ αυτή τη δυσωδία δεν είμαστε «όλοι μαζί». Είναι μερικές εκατοντάδες ανθρώπων της επιχειρηματικής αριστοκρατίας και, φυσικά, οι άνθρωποι που ασκούσαν διακυβέρνηση και υπέγραφαν γκρίζες συμβάσεις.
Τέταρτον
. Ένα σημαντικό κομμάτι του εθνικού πλούτου που γλίτωνε από τα νύχια των πιστωτών, δεκάδες δισ. ευρώ, διοχετεύτηκε στα περίφημα αναπτυξιακά κίνητρα που εξέθρεψαν τα νέα τζάκια, συντήρησαν αρκετά παλαιά και έσπειραν την Ελλάδα με επενδύσεις της αρπαχτής, που σήμερα κατά κανόνα χάσκουν σαν κουφάρια, μνημεία βιομηχανικής παρακμής. Κι εδώ, το «όλοι μαζί» περιορίζεται σε μερικές χιλιάδες ανθρώπους της επιχειρηματικής ελίτ.
Πέμπτον. Προφανώς τον μηχανισμό της «αθλιότητας και της εξαγοράς» τον πλαισίωσαν αρκετές χιλιάδες διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί, τυχοδιώκτες και λαμόγια που έγιναν τρόφιμοι του Πρυτανείου, μέλη της κομματικής νομενκλατούρας που μετέτρεψαν σε εύκολο πλούτο τη στενή επαφή τους με την εξουσία. Στον ίδιο μηχανισμό συνωστίσθηκαν και αρκετά μέλη του περιούσιου λαού της μεσαίας τάξης που μπήκαν στο τρυπάκι του παρασιτισμού και του εκμαυλισμού, τσιμπολογώντας επιδοτήσεις, διευκολύνεις, ρυθμίσεις χρεών και -κυρίως- αξιοποιώντας τη φορολογική ασυλία που από ανικανότητα ή σκοπιμότητα τους παρείχε η πολιτική εξουσία. Αλλά ακόμη κι αυτοί, «όλοι μαζί» δεν ξεπερνούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες με αδιαμφισβήτητη συμβολή στη σημερινή κρίση.

«Όλοι μαζί», οι εκούσιοι ή ακούσιοι συνένοχοι των κομμάτων εξουσίας συγκρότησαν ένα ιδιόμορφο κοινωνικό μπλοκ εξουσίας που καθόρισε την τύχη όλης της κοινωνίας την τελευταία εικοσαετία. Αλλά, δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτούς τα εκατομμύρια μισθωτών που υφίστανται τις συνέπειες της «σωτηρίας». Δεν περιλαμβάνονται οι 600.000 άνεργοι, οι συνταξιούχοι των 350-600 ευρώ, οι κατεστραμμένοι από τις κοινοτικές πολιτικές μικροί αγρότες, τα 3 εκατομμύρια παιδιών, εφήβων και νέων που προπαρασκευάζονται για ένα μέλλον χωρίς σταθερές. Δεν περιλαμβάνονται τα εκατομμύρια πολιτών που δεν έκλεψαν, δεν έγλειψαν, δεν λούφαραν φορολογικά, δεν εξαπάτησαν τις κρατικές αρχές, δεν λάδωσαν δημόσιους λειτουργούς για να κάνουν τη δουλειά τους ή το έκαναν για λόγους έσχατης ανάγκης. Στο «όλοι μαζί» δεν περιλαμβάνονται όσοι δεν ψήφισαν τα κόμματα εξουσίας, αλλά ούτε και τα εκατομμύρια που τα ψήφιζαν εξαπατημένα από τις προεκλογικές τους επαγγελίες.
Οι «όλοι μαζί» είναι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, ενδεχομένως και με ονοματεπώνυμα – σε κομματικούς καταλόγους, λίστες εφορίας και αρχεία με αποδέκτες κρατικού χρήματος. Ως εκ τούτου, στο εξής καθείς να μιλά για λογαριασμό του, για λογαριασμό των φίλων και των συμμάχων του. Ποτέ πια δεν θα είμαστε «όλοι μαζί». Ίσα ίσα, θα είμαστε τρομακτικά, αβυσσαλέα χώρια.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΚΕΠ: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ» (Μάης ’68)

Η νομοθετική απαγόρευση του καπνίσματος, σε χώρους όπου στον ελεύθερο χρόνο τους οι άνθρωποι συναναστρέφονται, συνομιλούν ή διασκεδάζουν, είναι μέτρο μαζικής καθυπόταξης και ελέγχου των συνειδήσεων. Είναι μέτρο, που θέλει να καταστήσει τους ανθρώπους παθητικούς αποδέκτες των εντολών της εξουσίας.
Οι ρυπογόνες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που καταστρέφουν πράγματι το περιβάλλον, τον πλανήτη, την υγεία κι ελέγχουν και εκμεταλλεύονται απάνθρωπα τον εργάσιμο χρόνο, θέλουν τώρα να ελέγξουν, με πρόσχημα την υγεία, και τον ελεύθερο χρόνο.
Η πολιτική ΠΑΣΟΚ-ΤΡΟΪΚΑΣ θέλει, όχι μόνο να εξαθλιώσει, αλλά και να καθυποτάξει τους μισθοσυντήρητους και το λαό.
Ο Μαρξ έγραφε:
"Δραστηριότητα και απόλαυση έχουν κοινωνικό περιεχόμενο και καταγωγή• είναι κοινωνική δραστηριότητα και κοινωνική απόλαυση."
Το αλάτι, όπως όλοι γνωρίζουν, βλάπτει σοβαρά την υγεία και προκαλεί βλάβες καθολικές. Η χρήση του αλατιού επιβαρύνει και την υγεία των ατόμων αλλά και τα έξοδα των ασφαλιστικών ταμείων, όμως κανείς δεν σκέφτηκε ν’ απαγορεύσει και να ποινικοποιήσει τη χρήση του αλατιού. Η απόλαυση ενός νόστιμου φαγητού, κάνει το αλάτι στοιχείο της κουλτούρας και του πολιτισμού, κάνει την ωφέλεια που προκύπτει απ’ το αλάτι να παραγράφει τις όποιες βλαπτικές επιδράσεις, και τελικά να παρατείνει -μάλλον- παρά να μειώνει το προσδόκιμο της ζωής.
Η ζάχαρη είναι μια από τις πιο βλαπτικές ουσίες και προκαλεί μεγάλα προβλήματα στην υγεία, ιδίως των παιδιών. Η χρήση της ζάχαρης επιβαρύνει και την υγεία των ατόμων αλλά και τα έξοδα των ασφαλιστικών ταμείων, όμως κανείς δεν σκέφτηκε ν’ απαγορεύσει και να ποινικοποιήσει τη χρήση της ζάχαρης. Η απόλαυση ενός γλυκού, κάνει τη ζάχαρη στοιχείο της κουλτούρας και του πολιτισμού, κάνει την ωφέλεια που προκύπτει απ’ τη ζάχαρη να παραγράφει τις όποιες βλαπτικές επιδράσεις, και τελικά να παρατείνει -μάλλον- παρά να μειώνει το προσδόκιμο της ζωής.
Η απόλαυση του καφέ, του κρασιού, του ούζου, της τσικουδιάς, του τσιγάρου κλπ., έχουν κοινωνική λειτουργία και κοινωνικό περιεχόμενο, και είναι δομικά στοιχεία των πολιτιστικών συνηθειών του ελεύθερου χρόνου, ιδίως στα φτωχά λαϊκά στρώματα.
Για τον μισθοσυντήρητο, τον αγρότη, τον συνταξιούχο, τον νεολαίο, που δεν έχει ούτε τις βίλες, ούτε τα εξοχικά, ούτε τις ιδιωτικές λέσχες, ούτε τα κότερα για ιδιωτικές συναντήσεις κλπ., ούτε βεβαίως τα οικονομικά μέσα για να επισκέπτεται το «μέγαρο» της υψηλής κουλτούρας ή τον «παίδαρο» της πολιτιστικής εξαθλίωσης κλπ., χώροι όπως το καφενείο, η καφετέρια, το ουζερί , η ταβέρνα, το μπαράκι, αποτελούν τις μόνες επιλογές του για να συναντηθεί με τους φίλους του, να συναντήσει καινούριους ανθρώπους, να κάνει νέες γνωριμίες και να αποφορτιστεί από το βάρος της καθημερινότητας.
Υπάρχουν πολλοί που, για κάποιους δικούς τους λόγους, δεν πίνουν καφέ, δεν πίνουν οινοπνευματώδη ποτά, δεν χρησιμοποιούν ζάχαρη, δεν χρησιμοποιούν αλάτι, είναι χορτοφάγοι κλπ. Αυτό όμως δεν τους στερεί το δικαίωμα να είναι θαμώνες σε καφενεία, σε καφετέριες, σε ουζερί, σε μπαράκια, σε ταβέρνες, μαζί με τους φίλους, τους γνωστούς τους, αλλά και θαμώνες που έχουν διαφορετικές απ’ αυτούς προτιμήσεις.
Η συνήθεια και η απόλαυση του τσιγάρου έχει κοινωνικό περιεχόμενο και καταγωγή. Υπάρχουν πολλοί που δεν καπνίζουν, και καλώς πράττουν. Υπάρχουν και πολλοί, βεβαίως, που είναι καπνιστές. Για τους καπνιστές, ο καφές, το ποτό, η συζήτηση, η αναπόληση, χωρίς τσιγάρο, είναι φαγητό χωρίς αλάτι, είναι ομελέτα χωρίς αυγά, είναι σκορδαλιά χωρίς σκόρδο, είναι μπακλαβάς χωρίς σιρόπι.
Ο Μαρκ Τουαίην, συγγραφέας των «Τομ Σώγερ», «Χώκμπερυ Φιν» κλπ, έγραφε:
«Δεν θέλω καμία από τις στατιστικές σας. Τις χρησιμοποίησα όλες για να ανάψω την πίπα μου. Μισώ το σινάφι σας. Συνέχεια προσπαθείτε να αποδείξετε πόσο βλάπτεται η υγεία του ανθρώπου, πόσο πολύ παρεμποδίζεται η διανοητική του λειτουργία και πόσα δολάρια ξοδεύει κατά τη διάρκεια των 92 χρόνων της ζωής του στην απόλαυση της μοιραίας συνήθειας του καπνίσματος, αλλά και στην εξίσου μοιραία απόλαυση του καφέ και του μπιλιάρδου και κανενός ποτηριού κρασί μαζί με ένα ωραίο δείπνο. Kαι ποτέ δεν προσπαθήσατε να ανακαλύψετε πόση παρηγοριά, χαλάρωση και απόλαυση αντλεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ένας άνθρωπος από το τσιγάρο (όλα αυτά αξίζουν δέκα φορές τα λεφτά που θα εξοικονομούσε αν δεν κάπνιζε), ποτέ δεν μπήκατε στον κόπο να υπολογίσετε το φρικτό κόστος της απώλειας της ευτυχίας μιας ζωής χωρίς κάπνισμα. Φυσικά και μπορείτε να εξοικονομήσετε κάποια χρήματα αρνούμενοι για πενήντα χρόνια να υποκύψετε σε όλες αυτές τις μικρές ακόλαστες απολαύσεις. Αλλά τι θα τα κάνετε; Πού θα τα ξοδέψετε;
Τα χρήματα δεν μπορούν να σώσουν την απειροελάχιστη ψυχούλα σας.
Τώρα που σας τα είπα, τα μάθατε πια όλα αυτά. Έτσι δεν είναι; Για ποιο λόγο τότε θέλετε να ζήσετε ισχνοί και μαραμένοι μέχρι τα βαθιά σας γεράματα; Για ποιο λόγο μαζεύετε χρήματα, αφού σας είναι τελείως άχρηστα; Εν ολίγοις, γιατί δεν πάτε να πεθάνετε κάπου αλλού, αντί να προσπαθείτε με τις μοχθηρές σας “ηθικές στατιστικές” να πείσετε τους ανθρώπους να γίνουν το ίδιο στεγνοί και αγέλαστοι με εσάς;».
Ο Θάνος Μικρούτσικος υποστηρίζει:
«Δεν πρόκειται να πατήσω σε μαγαζί που δεν μου επιτρέπεται το κάπνισμα, ακόμα και αν ήταν αγαπημένο μου στέκι ως τώρα. Θεωρώ το μέτρο φασιστικό και γελοίο. Δεν δίνω σε κανένα το δικαίωμα να με σώσει. Το κάπνισμα θα έπρεπε να απαγορεύεται σε όσα σημεία υποχρεούται να πάει ο πολίτης, όπως είναι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νοσοκομεία και οι τράπεζες. Σε έναν χώρο διασκέδασης όμως, όπως το εστιατόριο, η απαγόρευση του καπνίσματος με καθιστά πολίτη β΄ κατηγορίας. Θα μπορούσε να επιβληθεί η δημιουργία ξεχωριστών χώρων για καπνιστές και μη καπνιστές στα μαγαζιά, ακόμα και η εναλλάξ λειτουργία των μαγαζιών ως καπνιζόντων και μη καπνιζόντων. Όσο για το επιχείρημα ότι με αυτό το μέτρο θα αποθαρρυνθούν οι νέες γενιές από το να καπνίζουν, με την ίδια λογική θα έπρεπε να υπάρχει και ανώτερη παραγγελία στα μπαρ. Το αλκοόλ ίσως είναι περισσότερο βλαπτικό. Επιπλέον η οικονομική συγκυρία είναι η χειρότερη δυνατή. Στη Γαλλία όπου εφαρμόστηκε το μέτρο ο τζίρος στα καφέ μειώθηκε κατά 40%».
Ο Σταμάτης Κραουνάκης υποστηρίζει:
«Είμαι καπνιστής και θέλω να συνεχίσω να καπνίζω. Αυτές οι απαγορεύσεις, που έχουν ευρωπαϊκή προέλευση, θέλουν να μας μετατρέψουν σε μια κοινωνία που αποτελείται από ανθρώπους που κάθονται όλη μέρα μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή. Συμφωνώ ότι οι μη καπνιστές δεν πρέπει να ενοχλούνται, όμως στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο πολλοί. Σε μια χώρα που έχει βάσανα, ο κόσμος θέλει να καπνίσει. Αν τους ενδιέφερε να κάνουν κάτι για την υγεία μας θα έπρεπε να απαγορέψουν τις εισαγωγές των τσιγάρων αντί να στέλνουμε τα δικά μας καπνά στις βιομηχανίες της Αμερικής. Πάντως θεωρώ ότι το μέτρο δύσκολα θα εφαρμοστεί. Τα μαγαζιά ήδη βρίσκουν ένα σωρό πατέντες, ο Έλληνας μπορεί να γίνει πολύ ευρηματικός όταν θέλει να καπνίσει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, είδατε να απαγορευτεί το κοκορέτσι που είναι και πιο βλαβερό;».
Ο Δημήτρης Παπαχρήστος υποστηρίζει:
«Έχω κόψει το κάπνισμα από μόνος μου. Αν μου το επέβαλλε κάποιος, ακόμη και ο γιατρός μου, ίσως και να μην το έκανα. Είμαι ενάντια σε κάθε είδους απαγόρευση. Συμφωνώ με το σύνθημα του Μάη του 1968: Απαγορεύεται το απαγορεύεται. Ο προηγούμενος νόμος είχε εξαιρέσεις. Τώρα δεν υπάρχει καμιά, η πολιτεία αποφασίζει απόλυτα και ολοκληρωτικά. Το τσιγάρο δεν έχει μόνο αρνητικές συνέπειες, οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες. Το τσιγάρο είναι παρηγοριά και συντροφιά του ανθρώπου που πίνει καφέ ή ποτό, που προσπαθεί να στοχαστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι το τσιγάρο έχει υμνηθεί από όλες τις τέχνες, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Πρέπει να δούμε τις βλαβερές συνέπειες στη δημοκρατία μας από τέτοιου είδους απαγορεύσεις. Όπως κατά καιρούς χρησιμοποιείται το επιχείρημα του δίκαιου της σιωπηρής πλειοψηφίας, έτσι σε αυτή την περίπτωση γίνεται με τον παθητικό καπνιστή».
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν απαγόρευσε και δεν ποινικοποίησε το κάπνισμα. Δεν απαγόρευσε και δεν ποινικοποίησε την παρασκευή, την πώληση και την αγορά καπνού. Άρα, δεν νομοθέτησε ενάντια στις βλαπτικές συνέπειες του καπνίσματος. Το ΠΑΣΟΚ, αν ήθελε να προστατεύσει τους μη καπνιστές από το λεγόμενο «παθητικό κάπνισμα», θα μπορούσε να επιβάλλει καλό εξαερισμό σε καφενεία, μπαράκια, ταβέρνες κλπ. Το ΠΑΣΟΚ, αν ήθελε να προστατεύσει την υγεία και των μη καπνιστών και των καπνιστών, θα μπορούσε να επιβάλλει την τοποθέτηση ιονιστήρων, οζονιστήρων κλπ. σε καφενεία, μπαράκια, ταβέρνες κλπ. Ιδίως στις μεγαλουπόλεις, όπου οι ρύποι είναι τρομακτικοί, η χρήση ιονιστήρων-οζονιστήρων θα μπορούσε να καταστήσει τις καφετέριες, τα μπαράκια κλπ., οάσεις αναπνευστικής υγείας, και για τους καπνιστές και για τους μη καπνιστές.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, απαγόρευσε και ποινικοποίησε τη διάθεση των μη καπνιστών -ιδίως εκείνων που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα- να συναντώνται με τους φίλους τους καπνιστές, αλλά και αυτών που καπνίζουν -ιδίως αυτών που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα- να συναντώνται και με τους φίλους τους μη καπνιστές, αλλά και μεταξύ τους αφού δεν έχουν άλλους χώρους συνάντησης και συζήτησης εκτός από τα καφενεία, τις καφετέριες, τα ουζερί, τα μπαράκια, τις ταβέρνες κλπ.
Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει την ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα και, με το ίδιο ωμό και θρασύ τρόπο που επέβαλε τα μέτρα του μνημονίου χωρίς να συναντήσει κάποια ουσιώδη αντίσταση, νομοθέτησε και το μέτρο της καθολικής απαγόρευσης του καπνίσματος σε χώρους όπου οι άνθρωποι συναντώνται, συζητούν και διασκεδάζουν, για να τονίσει τη δύναμη της εξουσίας και να χλευάσει το λαό.
Τέτοια νομοθετήματα, σαν κι αυτό της καθολικής απαγόρευσης του καπνίσματος, είναι προϊόντα νοσηρών εγκεφάλων που, με σαδιστικό τρόπο, θέλουν να γελοιοποιήσουν και να εξευτελίσουν τα λαϊκά στρώματα, να υπογραμμίσουν με τρόπο σαφή «ποιοί είναι οι αφέντες και ποιοί είναι οι δούλοι». Να γιατί το Μάη του ’68 το «κάπνισμα στα αμφιθέατρα» ήταν πρόταγμα ελευθερίας, ενώ η απαγόρευση του καπνίσματος απ’ τους χιτλερικούς ήταν πρόταγμα παθητικότητας και ελέγχου των συνειδήσεων…
Μανώλης Γρηγοριάδης
http://akep.blogspot.com

η πολιτική μάς εκδικείται, επειδή πάψαμε να είμαστε επί της ουσίας πολίτες.

«Η απάντηση σε όλους αυτούς που μας ρωτάνε “πού τα φάγατε τα λεφτά” είναι μία: Σας διορίζαμε για χρόνια, τα φάγαμε μαζί, ακολουθώντας μια πρακτική αθλιότητας, εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος». Δεν πρόκειται για αυτοκριτική. Ο Θόδωρος Πάγκαλος χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό και το «μαζί» σαν όχημα για να ενοχοποιήσει την κοινωνία. Πιστός στη γραμμή της κυβέρνησης, αλλά πιο έξυπνος από τα κάθε λογής «παπαγαλάκια» της.

Του Σταύρου Λυγερού στην Καθημερινή της 24/9/2010


Η κοινωνία δεν είναι αθώα
, αλλά «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι». Το πολιτικό σύστημα καλλιέργησε μία σχέση άρρητης συναλλαγής με τους πολίτες και σταδιακά διαμόρφωσε κλίμα εκατέρωθεν ένοχης ανοχής. Εξαγόραζε την ανοχή της κοινωνίας στα προνόμια και στην ατιμωρησία του, ανεχόμενο από την πλευρά του μορφές «λαϊκής παρανομίας», όπως η εκτεταμένη διαφθορά δημοσίων υπαλλήλων, η φοροδιαφυγή, τα αυθαίρετα κ.λπ.

Αναμφίβολα, ένα σημαντικό μέρος από το γιγαντιαίο ποσό
που εμφανίζεται ως δημόσιο χρέος διαχύθηκε στα μικρομεσαία στρώματα με διορισμούς - ρουσφέτια και με ποικίλες αντιπαραγωγικές παροχές. Ετσι εξασφαλίσθηκε η μακρόχρονη ιδεολογική συναίνεση της κοινωνίας σε μία πορεία, η οποία με μαθηματική ακρίβεια οδηγούσε στον γκρεμό. Αυτή, όμως, είναι η μία όψη. Η άλλη όψη είναι ότι με τις ευλογίες του πολιτικού συστήματος τη μερίδα του λέοντος την έχουν ιδιοποιηθεί τα μεγάλα «ψάρια» της διαπλοκής, για τα οποία ο Πάγκαλος, βεβαίως, δεν λέει λέξη.
Τώρα που ήλθε η ώρα του λογαριασμού, τα μικρομεσαία στρώματα θα πληρώσουν πανάκριβα την όποια μικρή συμμετοχή στο «πάρτι» ή τουλάχιστον την ανοχή τους προς το κλεπτοκρατικό μοντέλο ανάπτυξης, που σήμερα καταρρέει. Σε αντίθεση με τα μεγάλα «ψάρια», τα μικρά δεν έχουν διεξόδους. Κατά μία έννοια, η πολιτική μάς εκδικείται, επειδή πάψαμε να είμαστε επί της ουσίας πολίτες. Αρνηθήκαμε την ευθύνη μας για τα κοινά. Εκφυλισθήκαμε σε ψηφοφόρους - πελάτες των κομμάτων, είτε κλειστήκαμε αυτάρεσκα στον κάθε μικρόκοσμό μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αφήσαμε να καθορίζουν τις τύχες μας συνήθως θλιβεροί και ενίοτε άθλιοι επαγγελματίες πολιτικάντηδες, ορισμένοι εκ των οποίων σήμερα ανερυθρίαστα κουνάνε το δάκτυλο στην κοινωνία. Η μισή αλήθεια του Πάγκαλου είναι χειρότερη από ψέμα
«Ολοι μαζί τα φάγαμε», είπε ο κ. Πάγκαλος και θεώρησε, προφανώς, ότι έκλεισε τους λογαριασμούς του με τις ιστορικές ευθύνες του ιδίου –ως στελέχους με κεντρικό ρόλο σε όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ– αλλά και του πολιτικού κόσμου συνολικά για την απίστευτη, εξωφρενική διαχρονική κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος και την κατάντια στην οποία έχει φτάσει σήμερα η χώρα.

Tης Eλλης Tριανταφυλλου στην Καθημερινή της 24/9/2010

Πιστεύει, δηλαδή, ο κ. Πάγκαλος ότι αρκεί μία αθυρόστομη, κυνική μέχρι αηδίας στην ουσία του περιεχομένου της παρέμβαση, για να εκτονωθεί η οργή που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία για την πολιτική και τους πολιτικούς; Και καλά, αυτοί που τα έφαγαν μαζί με τους άλλους, που τα μάσαγαν αδιάκοπα και βουλιμικά και που σίγουρα είναι πολλοί και εξαιρετικά δραστήριοι διαχρονικά. Να δεχθούμε ότι στο συνολικό θέατρο του παραλόγου που βιώνουμε, βρήκαν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τους αποδόθηκε, έστω με τρόπο πομπώδη και θεατρικό η συνενοχή –λεκτικά πάντα– για την ιστορική ευθύνη.
Ολοι οι άλλοι όμως; Οι εκατοντάδες χιλιάδες των έντιμων πολιτών αυτής της χώρας που δεν είχαν καν την ευκαιρία να μπουν στο δίλημμα αν θα φάνε κι αυτοί ή όχι, πως υποτίθεται ότι πρέπει να νιώσουν και να αντιδράσουν μετά από αυτή τη δήλωση του κ. Πάγκαλου; Μήπως πρέπει να νιώσουν ανακούφιση που δεν ήταν ένας, δύο ή τρεις, αλλά πολλοί, από πολλά κόμματα αυτοί που πήραν μέρος στο εθνικό πάρτι; Ή μήπως θα πιστέψουν επειδή το είπε ο διαχρονικά εμφανιζόμενος ως ο αιρετικός του ΠΑΣΟΚ αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ότι όλοι αυτοί που τα ’φαγαν μαζί με τους πολιτικούς, είχαν στο DNA τους την κλεψιά και τη λαμογιά; Ναι. Είναι σημαντικό το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που διαβρώθηκε την τελευταία 35ετία και πίστεψε ότι μπορεί να κλέβει με όποιο τρόπο το κράτος και να μη δίνει ποτέ λογαριασμό σε κανέναν και για τίποτα. Κάποιοι όμως πρωτοστάτησαν στον μαζικό εκμαυλισμό αυτού του τμήματος της κοινωνίας. Κάποιοι έδωσαν το «πράσινο φως» και τα εχέγγυα για να μετατραπούν ορισμένοι από πρόβατα σε αρπακτικά. Και αυτοί οι κάποιοι, όλως τυχαίως, βρέθηκαν στην πρωτοπορία του ΠΑΣΟΚ, που με τη σοσιαλιστική του αύρα βάφτισε το κρέας ψάρι, εκμαύλισε συνειδήσεις, αποθέωσε το λούμπεν, ταύτισε την έννοια του κράτους με το κόμμα, εξέθρεψε παράγοντες και παραγοντίσκους και δημιούργησε τα σημερινά «στερεότυπα επιτυχίας».
Τι ακριβώς δηλαδή θέλησε να αποδείξει ο κ. Πάγκαλος με την «πετριά» που έριξε κατά της κοινωνίας συνολικά; Αν θέλησε να αποδείξει ότι δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, δεν το κατάφερε. Οσοι πολλοί δεν τα έχουν φάει παρέα τα λεφτά, μόνο χλεύη και οργή μπορεί να νιώσουν για κάτι τέτοιες ισοπεδωτικές γενικότητες. Αν ήθελε να κρούσει μία καμπάνα κινδύνου και να νουθετήσει, έστω και με δραματική καθυστέρηση, το κόμμα του, ούτε αυτό κατάφερε, αφού η παρέμβασή του δεν είχε κανένα διά ταύτα που να αφορά το από ’δω και το εξής και ταυτόχρονα κυριολεκτικά αποδομεί την καρδιά της πολιτικής σύστασης του ΠΑΣΟΚ – ζωτικό στοιχείο της οποίας υπήρξε και παραμένει και ο ίδιος. Εκτός κι αν απλώς έκανε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο την αυτοκριτική του για το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να κλείσει ούτε έξω από το σπίτι του τις αθλιότητες που σήμερα καταγγέλλει, διορίζοντας –έστω πρόσκαιρα– το δικό του παιδί στη Βουλή. Αν είναι αυτό, δεκτό. Η αυτοκριτική είναι πάντα καλοδεχούμενη από τους πολίτες και συνήθως λειτουργεί εκτονωτικά, όταν είναι γενναία και από καρδιάς. Ομως, στην περίπτωση ενός κορυφαίου στελέχους, νούμερο δύο σήμερα της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, ένα τέτοιο αυτοκριτικό ξέσπασμα θα είχε νόημα μόνο αν συνοδευόταν από επόμενο βήμα, που δύσκολα μπορώ να φανταστώ ότι είναι άλλο από μια ειλικρινή παραίτηση. Διαφορετικά, πρόκειται για μία ακόμη πομφόλυγα «παγκαλικών διαστάσεων» ή για το μετέωρο βήμα ενός πολιτικού που διχάζεται ανάμεσα στην ιδιότητα του αμπελουργού που πολιτικολογεί και του πολιτικού που αμπελοφιλοσοφεί...
ΥΓ.: Παρεμπιπτόντως, υπάρχει και ένα ερώτημα το οποίο κανένα, νομίζω, σχετικό σχόλιο δεν έχει εγείρει: Καθώς η δήλωση Πάγκαλου συνιστά μια κραυγαλέα παραδοχή εγκλήματος, πώς και δεν έχει παρέμβει η εισαγγελία να του ζητήσει περαιτέρω στοιχεία

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Η άρνηση του χρέους ισοδυναμεί με πάλη για τη δημοκρατίαΑναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους;

Δημήτρης Καζάκης
Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.

Η καταγωγή της πρότασης για άρνηση του χρέους

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.
Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που  θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.

Η άρνηση του χρέους ισοδυναμεί με πάλη για τη δημοκρατία

Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης.  Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα  εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ’ αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό.
Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».

Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία του χρέους;

Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ.  Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» . Εκτόςαν τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.
Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά – τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία – στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ’ όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;

Υπάρχει άραγε διαφθορά;

Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι’ αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:
1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.
2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.

Μπορεί μια κυβέρνηση σαν τη σημερινή να δώσει λύση;

Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.
Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ;

Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.
Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» σ’ αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ’ αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;
Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ’ αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο νόμισμα;

Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.
Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ’ ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συναίβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.

Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις διαρκείς υποτιμήσεις;

Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι’ αυτό θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.
Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται  να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ’ όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.
Τώρα, επειδή βλέπω ότι  έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.
Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ’ αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα;

Η ιδεολογία της υποτέλειας και της υποταγής

Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ’ αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;
Δεν με ξαφνιάζει που  αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι’ αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.
Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.

Η ανάγκη επανίδρυσης του κράτους και της δημοκρατίας

Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι’ αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους» , δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.
Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω , απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί , να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.

Ο ενδοτισμός στον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους

Τέλος, ενώ  αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.
Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει , τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί  είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.
Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό  ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.
Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι’ αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι’ αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι’ αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο μαλακας πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;
Τέλος, να μου επιτρέψετε να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ’ ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο  έχει τα προσόντα για να συζητήσει μαζί μου τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.