Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Για μια κριτική τής βίας Walter Benjamin

W. Benjamin — Zur Kritik der Gewalt (Ι)


otto dix war cripples moma
Για μια κριτική τής βίας
Walter Benjamin
[Το ακόλουθο κείμενο μεταφράστηκε αρχικά από τον Λεωνίδα Μαρσιανό (Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας) και παρουσιάζεται εδώ σε τροποποιημένη και εμπλουτισμένη μορφή.]
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΟΥΜΕ το εγχείρημα μιας κριτικής τής βίας ως έκθεση τής σχέσης της με το δίκαιο και τη δικαιοσύνη [Gerechtigkeit]. Και αυτό γιατί η βία με την ακριβή έννοια τής λέξης προκύπτει από μια — ανεξαρτήτου αποτελέσματος — αιτία μόνον όταν αυτή εμπλέκεται σε σχέσεις ηθικού χαρακτήρα. Η σφαίρα των σχέσεων αυτών διέπεται από τις έννοιες τού δικαίου και τής δικαιοσύνης. Είναι σαφές, όσον αφορά την πρώτη απ’ αυτές, ότι η σχέση μέσου-σκοπού είναι η πλέον θεμελιώδης σχέση σε οποιαδήποτε έννομη τάξη και επιπλέον ότι η βία απαντά μόνο στο πεδίο των μέσων και όχι των σκοπών. Αυτές οι διαπιστώσεις προσφέρουν περισσότερο πολυάριθμες και ποικίλες βάσεις συλλογισμού για μια κριτική τής βίας, απ’ ό,τι πιθανόν φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Και αυτό γιατί, αν η βία είναι μέσο, τότε εμφανίζεται δίχως άλλο ένα κριτήριο για την κριτική προσέγγιση τής βίας· κριτήριο που επιβάλλεται στα πλαίσια τού ερωτήματος κατά πόσον η βία συνιστά, σε δεδομένες περιπτώσεις, μέσο προς την επίτευξη θεμιτών ή αθέμιτων σκοπών. Κατά τον τρόπο αυτό, η κριτική τής βίας θα προέκυπτε απλώς από μια συστηματοποίηση των θεμιτών σκοπών — πράγμα που όμως δεν ισχύει. Μια τέτοια συστηματοποίηση, έστω κι αν δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση, δεν θα περιλάμβανε ένα κριτήριο για την ίδια τη βία ως αρχή αλλά ένα κριτήριο το οποίο θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις άσκησής της. Επομένως, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η βία, εν γένει, νοούμενη δηλαδή ως αρχή, συνιστά ηθικό μέσο για την επίτευξη θεμιτών σκοπών. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, απαιτείται ένα αυστηρότερο κριτήριο, ένα κριτήριο διάκρισης με εφαρμογή στην σφαίρα των ίδιων των μέσων, ανεξαρτήτως των σκοπών που αυτά υπηρετούν.
Ο αποκλεισμός τού ακριβέστερου αυτού κριτικού προβληματισμού αποτελεί ίσως το βασικό γνώρισμα ενός θεωρητικού ρεύματος κυρίαρχου στη φιλοσοφία τού δικαίου: τής σχολής τού φυσικού δικαίου. Η σχολή αυτή δεν θεωρεί περισσότερο προβληματική τη χρήση βίαιων μέσων για την επίτευξη θεμιτών σκοπών απ’ όσο θα θεωρούσε κάποιος προβληματικό το «δικαίωμά» του να κινεί το σώμα του προς την κατεύθυνση που επιθυμεί. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση (η ιδεολογική θεμελίωση τής οποίας πρέπει να αναζητηθεί στην περίοδο τής Τρομοκρατίας τής Γαλλικής Επανάστασης), η βία θεωρείται ως προϊόν τής ίδιας τής φύσης — σαν να επρόκειτο για πρώτη ύλη — και η χρήση της δεν θεωρείται προβληματική εξαιρουμένης τής κατάχρησής της για την επίτευξη άδικων σκοπών. Σύμφωνα με τη θεωρία περί κράτους τού φυσικού δικαίου, όταν τα πρόσωπα αποποιούνται τού δικαιώματος χρήσης βίας χάριν τού κράτους, αυτό συμβαίνει υπό την προϋπόθεση (την οποία, λόγου χάρη, διατυπώνει ο Σπινόζα στη Θεολογικο-Πολιτική Πραγματεία) ότι, κατά βάση, το άτομο προ τής συνάψεως τού έλλογου τούτου συμβολαίου απολάμβανε,, τού δικαιώματος τής κατά βούληση χρήσης τής βίας που διέθετε και de facto. Αυτές οι θεωρήσεις αναβίωσαν πρόσφατα, πιθανόν μέσω τής δαρβινικής βιολογίας, η οποία με απόλυτα δογματικό τρόπο θεωρεί τη βία ως το μόνο πρωταρχικό μέσο, πλην τής φυσικής επιλογής, κατάλληλο για την επίτευξη όλων των ζωτικών σκοπών τής φύσης. Η δαρβινιστική αγοραία φιλοσοφία έχει συχνά δείξει τη μικρή απόσταση που χωρίζει το φυσικοϊστορικό αυτό δόγμα από το ακόμα χονδροειδέστερο δικαιοφιλοσοφικό, κατά το οποίο κρίνεται επιπλέον νόμιμη η βία εκείνη η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά κατάλληλη για την επίτευξη φυσικών σκοπών.
Αυτή η φυσικοδικαιϊκή θέση για τη βία ως φυσικό δεδομένο είναι διαμετρικά αντίθετη με τη αντίληψη τού νομικού θετικισμού ο οποίος αντιμετωπίζει τη βία ως προϊόν τής ιστορίας. Αν το φυσικό δίκαιο δύναται να κρίνει κάθε ισχύον δίκαιο, ασκώντας κριτική στους σκοπούς τού εν λόγω δικαίου, τότε το θετικό δίκαιο ομοίως κρίνει κάθε μεταβαλλόμενο δίκαιο ασκώντας απλώς κριτική επί των μέσων του. Αν η δικαιοσύνη είναι το κριτήριο των σκοπών, τότε η νομιμότητα είναι το κριτήριο των μέσων. Παρά την αντίθεση αυτή, οι δύο σχολές συγκλίνουν όσον αφορά το κοινό θεμελιώδες τους δόγμα: οι δίκαιοι σκοποί  μπορούν να επιτευχθούν μέσω θεμιτών μέσων , θεμιτά μέσα είναι εκείνα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη δίκαιων σκοπών. Το φυσικό δίκαιο επιδιώκει την «αιτιολόγηση»  των μέσων δυνάμει τού δίκαιου χαρακτήρα ή τής ορθότητας των σκοπών, ενώ το θετικό δίκαιο μέσω τής νομιμότητας  των μέσων επιδιώκει να «κατοχυρώσει» ή να διασφαλίσει  τη δίκαιη υπόσταση των σκοπών. Η αντινομία αυτή αποβαίνει αδιέξοδη, εάν η κοινή δογματική προϋπόθεση είναι λανθασμένη, εάν δηλαδή υφίσταται ασυμβίβαστη αντίθεση μεταξύ, αφενός, των θεμιτών μέσων και, αφετέρου, των δίκαιων σκοπών. Αν όμως δεν εγκαταλειφθεί ο κυκλικός αυτός συλλογισμός και δεν διατυπωθούν ανεξάρτητα μεταξύ τους κριτήρια, τόσο για τους δίκαιους σκοπούς όσο και για τα θεμιτά μέσα, είναι αδύνατο να σχηματίσει κανείς μια σαφή εικόνα τού προβλήματος.
Το εν γένει πεδίο των σκοπών και, συνεπώς, η αναζήτηση ενός κριτηρίου δικαιοσύνης είναι κατ’ αρχάς εκτός αντικειμένου τής παρούσας μελέτης, η οποία αντιθέτως εστιάζεται στο ζήτημα τής νομιμότητας των μέσων εκείνων τα οποία συνιστούν βία. Το ερώτημα αυτό δεν δύναται να κριθεί δυνάμει των αρχών τού φυσικού δικαίου, οι οποίες οδηγούν απλώς σε μια ατέρμονη περιπτωσιολογική θεώρηση. Και αυτό γιατί, αν το θετικό δίκαιο παραβλέπει την απολυτότητα των σκοπών, το φυσικό δίκαιο παραβλέπει εξίσου τον παράγοντα τής ενδεχομενικότητας των μέσων. Απ’ την άλλη πλευρά, ο νομικός θετικισμός συνιστά επαρκή υποθετική βάση αφετηρίας για την παρούσα μελέτη, λόγω τού ότι δέχεται μια θεμελιώδη διάκριση όσον αφορά τα είδη τής βίας ανεξάρτητα από τις περιπτώσεις άσκησης της. Η διάκριση γίνεται ανάμεσα στην ιστορικά αναγνωρισμένη βία, τη λεγόμενη επικυρωμένη, και τη μη επικυρωμένη βία. Το γεγονός ότι οι ακόλουθες σκέψεις απορρέουν από την εν λόγω διάκριση, δεν σημαίνει φυσικά ότι οι όποιες περιπτώσεις βίας ταξινομούνται σύμφωνα με αυτή, δηλ. βάσει τού εάν είναι ή δεν είναι επικυρωμένες. Και αυτό γιατί, από πλευράς θετικού δικαίου, το κριτήριο για την άσκηση κριτικής στη βία δεν έχει να κάνει με τις χρήσεις της, αλλά μόνο με την αποτίμησή της []. Το ερώτημα που μας απασχολεί, επομένως, έχει ως εξής: τι συμπέρασμα συνάγεται αναφορικά με την ουσία τής βίας από το γεγονός ότι δύναται να εφαρμοστεί ένα τέτοιο κριτήριο ή μια τέτοια διάκριση — ή, με άλλα λόγια, ποια είναι η σημασία τής διάκρισης αυτής; Σύντομα θα φανεί η σημασία τής εν λόγω διάκρισης τού θετικού δικαίου ως απολύτως βάσιμης και αναντικατάστατης, αλλά συγχρόνως θα αποσαφηνισθεί το ζήτημα τής συγκεκριμενοποίησης τής σφαίρας στην οποία μπορεί αποκλειστικά να εφαρμοστεί η διάκριση αυτή. Κοντολογίς, αν το κριτήριο νομιμότητας τής βίας, το οποίο θεσπίζει το θετικό δίκαιο, μπορεί να αναλυθεί με βάση μόνον το νόημά του, τότε η σφαίρα εφαρμογής του πρέπει ομοίως να αποτιμηθεί με βάση την αξία του. Όσον αφορά, λοιπόν, την κριτική αυτή, πρέπει να αναζητηθεί ένα σημείο εποπτείας τόσο εκτός τής φιλοσοφίας τού νομικού θετικισμού όσο και εκτός τής αντίστοιχης τού φυσικού δικαίου. Θα καταστεί σαφές, στη συνέχεια, κατά πόσο αυτό δύναται να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω μιας ιστορικοφιλοσοφικής προσέγγισης τού δικαίου.
Δεν καθίσταται άμεσα εμφανής η σημασία τής διάκρισης τής βίας σε νόμιμη και μη νόμιμη. Η παρανόηση στην οποία υποπίπτει η φιλοσοφία τού φυσικού δικαίου, η οποία διακρίνει τη βία ανάλογα με τη χρήση της για δίκαιους ή άδικους σκοπούς, πρέπει σαφώς να απορριφθεί. Όπως μάλιστα έχει ήδη αναφερθεί, το θετικό δίκαιο απαιτεί σε σχέση με κάθε μορφής βίας ένα τεκμήριο ιστορικής προέλευσης, βάσει τού οποίου προκύπτει, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο νόμιμος ή έγκυρος χαρακτήρας της. Στο μέτρο που η αναγνώριση τής έννομης βίας είναι κατεξοχήν προφανής στην περίπτωση τής εθελούσιας υποταγής στους σκοπούς της, μια θεωρητική διάκριση των μορφών της πρέπει να θεμελιώνεται στην ύπαρξη ή την έλλειψη μιας γενικότερης ιστορικής αναγνώρισης των σκοπών αυτών. Οι σκοποί που στερούνται αυτής τής αναγνώρισης, θα χαρακτηρίζονται ως φυσικοί, σε αντιδιαστολή προς τους νομικούς. Μάλιστα, οι διαφορετικές λειτουργίες τής βίας, ανάλογα δηλαδή με το αν αυτή υπηρετεί φυσικούς ή νομικούς σκοπούς, μπορούν να διαπιστωθούν κατά τον πλέον σαφή τρόπο στα πλαίσια συγκεκριμένων νομικών συνθηκών και σχέσεων. Χάριν απλότητας, η περαιτέρω συζήτηση θα αφορά τις σημερινές ευρωπαϊκές συνθήκες.
Όσον αφορά το άτομο ως υποκείμενο δικαίου, στην Ευρώπη επικρατεί σήμερα η τάση να απορρίπτονται οι φυσικοί σκοποί τού ατόμου σε κάθε περίπτωση που η βία θα αποτελούσε πρόσφορο μέσο για την ικανοποίησή τους. Αυτό σημαίνει, ότι το παρόν νομικό σύστημα επιχειρεί σε κάθε τομέα όπου θα μπορούσε η βία να αποτελέσει πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση ατομικών σκοπών, να εγείρει αντιθέτως νομικούς σκοπούς, των οποίων η πραγμάτωση θα επιτυγχάνεται μόνο μέσω τής αντίστοιχης νομικής εξουσίας. Προσπαθεί μάλιστα να εισάγει περιορισμούς μέσω τού καθορισμού νομικών σκοπών ακόμα και σε τομείς όπου είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή, σε μεγάλη έκταση, η εμφάνιση φυσικών σκοπών (όπως στον τομέα τής εκπαίδευσης), αμέσως μόλις επιχειρηθεί η χρήση υπέρμετρης βίας για την ικανοποίηση των φυσικών αυτών σκοπών (όπως με τους νόμους που καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα τού παιδαγωγικού σωφρονισμού). Ως γενικό αξίωμα τής σύγχρονης ευρωπαϊκής νομοθεσίας μπορεί να διατυπωθεί το εξής: όλοι οι φυσικοί σκοποί των μεμονωμένων ατόμων θα έρχονται αναγκαστικά σε σύγκρουση με νομικούς σκοπούς, εφόσον η ικανοποίηση των φυσικών αυτών σκοπών θα συνοδεύεται, σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό, από τη χρήση βίας (η αντίφαση που προκύπτει εδώ όσον αφορά το δικαίωμα αυτοάμυνας θα επιλυθεί στη συνέχεια). Από το γενικό αυτό αξίωμα προκύπτει ότι το δίκαιο θεωρεί τη βία στα χέρια ενός μεμονωμένου ατόμου κίνδυνο που υπονομεύει την έννομη τάξη. Πρόκειται, άραγε, για κίνδυνο κατάργησης των νομικών σκοπών και τής εκτελεστικής εξουσίας; Βεβαίως όχι, διότι τότε δεν θα αποδοκιμαζόταν η βία καθ’ εαυτή, αλλά μόνον η βία η οποία στρέφεται προς παράνομους σκοπούς. Θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ένα σύστημα νομικών σκοπών δεν θα μπορούσε να εξακολουθεί να υφίσταται, αν συνέβαινε να γίνεται ακόμη ανεκτή, με οποιοδήποτε τρόπο, η βίαιη ικανοποίηση φυσικών σκοπών. Ωστόσο, αυτό αποτελεί καθαρά δογματική αντίληψη. Ως απάντηση στην αντίληψη αυτή, θα μπορούσε ίσως κανείς να λάβει υπόψιν την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πιθανότητα ότι το συμφέρον τής έννομης τάξης επί τού μονοπωλίου άσκησης βίας έναντι τού ατόμου δεν εξηγείται μέσω τής πρόθεσης διαφύλαξης των νομικών σκοπών, αλλά μάλλον μέσω τής πρόθεσης διαφύλαξης τού ίδιου τού δικαίου, και επιπλέον ότι η βία, όταν η άσκησή της εκφεύγει τού πεδίου τού δικαίου, απειλεί το δίκαιο, όχι λόγω των τυχόν επιδιωκομένων μέσω αυτής σκοπών, αλλά απλώς και μόνο λόγω τής εξωδικαιϊκής της ύπαρξης. Η υπόθεση αυτή θα μπορούσε ίσως να εκφραστεί με οξύτερο τρόπο, αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνά η μορφή τού «μεγάλου» εγκληματία, ανεξαρτήτως τού εάν οι σκοποί που αυτός επιδιώκει είναι ειδεχθείς, προκαλεί τον κρυφό θαυμασμό των κοινών ανθρώπων· θαυμασμός που δεν οφείλεται σε συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, αλλά αποκλειστικά στη βία που εκδηλώνεται μέσω αυτών. Εν προκειμένω, η βία, τής οποίας τη δυνατότητα άσκησης το σύγχρονο δίκαιο επιχειρεί να αφαιρέσει, σε κάθε πεδίο δράσης, από το μεμονωμένο άτομο, παρουσιάζεται πραγματικά απειλητική και προκαλεί έναντι τού δικαίου, ακόμα και στην περίπτωση τής συντριβής τού εγκληματία, τη συμπάθεια τού κοινού. Η λειτουργία βάσει τής οποίας θα μπορούσε η βία εύλογα να θεωρηθεί τόσο απειλητική και επικίνδυνη για το δίκαιο καθίσταται ιδιαίτερα σαφής στις περιπτώσεις ακριβώς εκείνες όπου είναι ακόμα ανεκτή η χρήση της σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς.
Τέτοια είναι κατ’ αρχάς η περίπτωση τής ταξικής πάλης με τη μορφή τού κατοχυρωμένου δικαιώματος απεργίας των εργαζομένων. Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι σήμερα το μοναδικό υποκείμενο δικαίου, πλην τού κράτους, για το οποίο προβλέπεται το δικαίωμα άσκησης βίας. Κατά τής θεώρησης αυτής προβάλλεται αμέσως η ένσταση ότι η παράλειψη πράξης, η απλή αποχή από ενέργεια, στην οποία σε τελική ανάλυση συνίσταται η απεργία, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί βίαιη. Μια τέτοια ερμηνεία διευκόλυνε αναμφίβολα την αναγνώριση από την κρατική εξουσία τού δικαιώματος τής απεργίας, όταν αυτό ήταν πλέον αναπόφευκτο. Η διαπίστωση, όμως, αυτή δεν ισχύει άνευ όρων και συνεπώς δεν είναι απόλυτη. Αληθεύει, ωστόσο, ότι η παράλειψη εκτέλεσης πράξης ή υπηρεσίας, εφόσον ισοδυναμεί απλώς με «διάρρηξη σχέσεων», δύναται να αποτελεί απόλυτα μη βίαιο ή καθαρό μέσο . Και στο μέτρο που το αναγνωριζόμενο δικαίωμα απεργίας των εργαζομένων δεν συνιστά, από πλευράς κράτους (ή δικαίου), δικαίωμα άσκησης βίας, αλλά αντιθέτως δικαίωμα αποφυγής τής ασκούμενης από τον εργοδότη έμμεσης βίας, απεργίες τέτοιου τύπου είναι δυνατόν να γίνονται από καιρού εις καιρόν και θα λαμβάνουν απλώς τη μορφή τής εκούσιας «αποχώρησης» από τα καθήκοντα ή τής «ρήξης» με τον εργοδότη. Σε μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν αργεί να εκδηλωθεί το στοιχείο τής βίας, και μάλιστα με τη μορφή τού εκβιασμού, εφόσον η παράλειψη αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας συνειδητής ετοιμότητας επανόδου στα καθήκοντά εκ των οποίων οι εργαζόμενοι προσωρινά απέχουν, εφόσον όμως πρώτα ικανοποιηθούν συγκεκριμένοι όροι, οι οποίοι είτε δεν έχουν καμία σχέση με τα προς εκτέλεση καθήκοντά τους, είτε τροποποιούν απλώς επιφανειακά τα καθήκοντα αυτά. Υπ’ αυτήν την έννοια, το δικαίωμα τής απεργίας, από την προοπτική τής εργατικής τάξης — η προοπτική τής οποίας θα αντιτίθεται σ’ αυτή τού κράτους — συνιστά δικαίωμα άσκησης βίας για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών. Η αντίθεση μεταξύ των δύο αντιλήψεων εκδηλώνεται με όλη της την οξύτητα έναντι τού ενδεχομένου τής κήρυξης επαναστατικής γενικής απεργίας. Στην περίπτωση αυτή, κάθε φορά που η εργατική τάξη θα επικαλείται το δικαίωμά της να απεργήσει, το κράτος θα χαρακτηρίζει καταχρηστική την επίκληση αυτή — εφόσον θα αντίκειται στον «σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί» το δικαίωμα τής απεργίας — και θα προβαίνει στη λήψη έκτακτων μέτρων. Και αυτό γιατί ανήκει στη διακριτική ευχέρεια τού κράτους η κήρυξη ως παράνομης μιας απεργίας η οποία πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε όλες τις βιομηχανίες, εφόσον είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τον νομοθέτη λόγοι για την κήρυξη απεργίας σε κάθε εργοστάσιο ξεχωριστά. Μέσω αυτής τής ερμηνευτικής απόκλισης εκφράζεται η αντικειμενική αντίφαση τής νομικής κατάστασης, στα πλαίσια τής οποίας ναι μεν αναγνωρίζεται από το κράτος μια μορφή βίας τής οποίας οι σκοποί, νοούμενοι ως φυσικοί σκοποί, κρίνονται ενίοτε ως αδιάφοροι, εντούτοις, οι εν λόγω σκοποί στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης (της επαναστατικής γενικής απεργίας) αντιμετωπίζονται δυσμενώς. Όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, ακόμη και η κατ’ ενάσκηση δικαιώματος συμπεριφορά δύναται, επομένως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες να θεωρηθεί βίαιη. Πιο συγκεκριμένα, μια τέτοια συμπεριφορά θα θεωρείται ότι συνιστά βία, εφόσον ασκείται μέσω αυτής, κατ’ ενεργητικό τρόπο, κάποιο προβλεπόμενο από την έννομη τάξη δικαίωμα µε απώτερο όµως σκοπό την ανατροπή τής έννομης τάξης· από την άλλη πλευρά, μια συμπεριφορά μέσω τής οποίας επιδιώκεται κατά παθητικό τρόπο η ενάσκηση δικαιώματος μπορεί ομοίως να χαρακτηριστεί βίαιη, στο μέτρο που, σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό, θα θεωρείται ότι συνιστά εκβιασμό. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι βιαιοπραγούντες απεργοί αντιμετωπίζονται, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, βίαια από τον νόμο, δεν αποτελεί έκφραση κάποιας λογικής αντίφασης τού δικαίου, αλλά μιας αντικειμενικής αντίφασης τής νομικής κατάστασης. Και αυτό γιατί στην περίπτωση τής απεργίας εκείνο που πάνω απ’ όλα τρέμει το κράτος είναι ακριβώς εκείνη η λειτουργία τής βίας τής οποίας τη διακρίβωση η παρούσα μελέτη προτάσσει ως το μοναδικό ασφαλές θεμέλιο κριτικής της. Δηλαδή, αν η βία ήταν, όπως αρχικά εμφανίζεται, ένα απλό μέσο [ για την άμεση επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού, θα εκπλήρωνε τότε τον σκοπό αυτό μόνον ως ληστρική βία. Θα ήταν τελείως ακατάλληλη για να μετασχηματίσει ή να θεμελιώσει σχετικά παγιωμένες συνθήκες. Η απεργία όμως καταδεικνύει ότι αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί, ότι δηλαδή μπορεί η βία να τροποποιήσει ή να θεμελιώσει νομικές συνθήκες, όσο κι αν προσβάλλεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το περί δικαίου αίσθημα. Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι μια τέτοια λειτουργία τής βίας είναι τυχαία και ευκαιριακή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός μπορεί να αποκρουσθεί, εφόσον ληφθεί υπόψιν η περίπτωσης τής εμπόλεμης βίας.
Από πλευράς νομικής κατάστασης, η δυνατότητα ύπαρξης τού δικαίου τού πολέμου στηρίζεται επί τής ίδιας ακριβώς αντικειμενικής αντίφασης, όπως αυτή εκδηλώνεται και στο δίκαιο τής απεργίας — δηλαδή, επί τού γεγονότος ότι υποκείμενα δικαίου δίνουν νομικό κύρος σε μορφές βίας, των οποίων όμως οι σκοποί παραμένουν, από τη σκοπιά των επικυρούντων, φυσικοί σκοποί, με συνέπεια, όταν συντρέχουν έκτακτες συνθήκες, να έρχονται σε σύγκρουση με τους ιδιαίτερους νομικούς ή φυσικούς σκοπούς των εν λόγω υποκειμένων δικαίου. Ομολογουμένως, ως μέσο επίτευξης των στόχων της, η εμπόλεμη βία κατ’ αρχάς χρησιμοποιείται κατ’ άμεσο τρόπο, παίρνοντας δηλαδή τη μορφή τής ληστρικής βίας. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι, ακόμη και — ή μάλλον ιδίως — σε πρωτόγονες συνθήκες, όπου δεν τίθεται βεβαίως θέμα εμφάνισης σχέσεων συνταγματικού ή κρατικού δικαίου, όπως και σε περιπτώσεις όπου ο νικητής έχει αυτοαναγορευτεί σε αδιαμφισβήτητο κύριο και νομέα, κρίνεται απολύτως απαραίτητη μια τελετή ειρήνης. Πράγματι, η λέξη «ειρήνη», ως έννοια συνακόλουθη τής λέξης «πόλεμος» (αν και υπάρχει επίσης μια τελείως διαφορετική έννοια τής λέξης, εξίσου κυριολεκτική και πολιτική, για την οποία κάνει λόγο ο Καντ στην «Αιώνια Ειρήνη»), παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν την αναγκαία, εκ των προτέρων, επικύρωση τής νίκης και, μάλιστα, ανεξάρτητα από την πλήρωση άλλων νομικών συνθηκών. Η επικύρωση αυτή έγκειται ακριβώς στο ότι η νέα κατάσταση αναγνωρίζεται ως «δίκαιο» ανεξαρτήτως τού εάν αυτή χρήζει ή όχι κάποιας de facto εγγύησης για τη διαιώνιση της. Αν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα από το γεγονός ότι η εμπόλεμη βία αποτελεί την πρωταρχική και αρχετυπική μορφή άσκησης βίας για την ικανοποίηση φυσικών σκοπών, είναι το ότι αυτή έχει εγγενώς δικαιοθετικό χαρακτήρα. Θα επανέλθουμε αργότερα στις συνέπειες που απορρέουν από τη διαπίστωση αυτή. Ας αναφερθεί όμως ότι η συγκεκριμένη διαπίστωση εξηγεί την προαναφερθείσα τάση τού σύγχρονου δικαίου να αφαιρεί από το άτομο, εφόσον τουλάχιστον αυτό νοείται ως υποκείμενο δικαίου, κάθε δυνατότητα άσκησης βίας που αποβλέπει στην ικανοποίηση φυσικών σκοπών. Στην περίπτωση τού μεγάλου εγκληματία, η εν λόγω βία εγείρει την απειλή θέσπισης ενός νέου δικαίου — απειλή η οποία ακόμη και σήμερα, παρά την αναποτελεσματικότητά της, εξακολουθεί να τρομάζει, σε σημαντικές υποθέσεις, τον λαό, όπως ακριβώς συνέβαινε στα πανάρχαια χρόνια. Όμως το κράτος τρέμει αυτή τη μορφή βίας εξαιτίας ακριβώς τού δικαιοθετικού της χαρακτήρα, λόγω τού ότι είναι υποχρεωμένο να την αναγνωρίζει ως τέτοια, τόσο όταν εξαναγκάζεται από εξωτερικές δυνάμεις να αναγνωρίσει σ’ αυτές το δικαίωμα διεξαγωγής εχθροπραξιών, όσο και όταν εξαναγκάζεται να αναγνωρίσει το ταξικό δικαίωμα τής απεργίας.
Αν στον πρόσφατο πόλεμο η κριτική τής στρατιωτικής βίας αποτέλεσε σημείο αφετηρίας μιας σφοδρής κριτικής η οποία στράφηκε εναντίον τής βίας γενικότερα — γεγονός που δίδαξε τουλάχιστον ένα πράγμα, ότι δηλαδή κανείς πλέον δεν ασκεί ή δεν ανέχεται τη χρήση βίας με αφέλεια —, είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι αυτή υποβλήθηκε σε κριτική όχι μόνο επί τη βάσει τού δικαιοθετικού τής χαρακτήρα, αλλά επίσης, και ίσως με πιο κατεδαφιστικό τρόπο, βάσει μιας άλλης λειτουργίας της. Και αυτό γιατί η διπλή λειτουργική υπόσταση τής βίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τού μιλιταρισμού, η εμφάνιση τού οποίου προϋποθέτει τη γενική επιστράτευση. Ο μιλιταρισμός συνίσταται στην εξαναγκαστική, γενικευμένη χρήση βίας ως μέσου για την επίτευξη κρατικών σκοπών. Αυτή η εξαναγκαστική χρήση βίας αποτέλεσε προσφάτως αντικείμενο κριτικής εξέτασης στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό από ό,τι η καθ’ εαυτή χρήση βίας. Στον μιλιταρισμό η βία εμφανίζει μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από ό,τι στην περίπτωση χρήσης της για την ικανοποίηση απλώς φυσικών σκοπών. Η λειτουργία αυτή συνίσταται στη χρήση βίας ως μέσο ικανοποίησης νομικών σκοπών. Και αυτό γιατί η υποταγή των πολιτών στους νόμους — εν προκειμένω, στο νόμο τής γενικής επιστράτευσης — συνιστά νομικό σκοπό. Αν αποκαλέσουμε δικαιοθετική  την πρώτη από τις προαναφερθείσες λειτουργίες, μπορούμε, αντίστοιχα, να θεωρήσουμε ότι η δεύτερη λειτουργία αποβλέπει στη διαφύλαξη τού δικαίου . Εφόσον η επιστράτευση συνιστά περίπτωση άσκησης βίας που αποβλέπει στη διαφύλαξη τού δικαίου και δεν δύναται κατ’ αρχήν να διαφοροποιηθεί από άλλες όμοιες περιπτώσεις, δεν είναι τόσο εύκολο να ασκήσουμε μια πραγματικά αποτελεσματική κριτική σ’ αυτή τη μορφή βίας, παρά τις στομφώδεις διακηρύξεις των ειρηνιστών και των ακτιβιστών. Όμως, μια αποτελεσματική κριτική τής βίας αυτής θα συνέπιπτε μάλλον με την κριτική κάθε μορφής νομικής βίας — δηλαδή με την κριτική τής άσκησης τής νομοθετικής ή τής εκτελεστικής εξουσίας — και δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση εφικτή βάσει ενός μετριοπαθέστερου προγράμματος. Ούτε βεβαίως μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος αυτός — εκτός αν θέλει κανείς να διακηρύξει έναν λίγο-πολύ παιδαριώδη αναρχισμό — μέσω τής απόρριψης κάθε εξαναγκασμού εις βάρος μεμονωμένων ατόμων, δηλώνοντας, συγχρόνως, ότι «το ευάρεστο είναι και επιτρεπτό». Ένας τέτοιος κανόνας θα είχε ως μόνο αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατο τον αναστοχασμό τόσο επί τού πεδίου τής ηθικής και τής ιστορίας, όσο και επί τής σημασίας τού πράττειν — και, ως εκ τούτου, επί τής σημασίας τής εν γένει πραγματικότητας, η οποία δεν δύναται να συγκροτηθεί, εάν αφαιρεθεί η «πράξη» από το πεδίο της. Όμως, είναι περισσότερο αξιοσημείωτο το ότι ακόμη και η κατηγορική προσταγή, η οποία αποτελεί συχνά αντικείμενο επίκλησης, με το αδιαμφισβήτητο, ελάχιστο προγραμματικό της περιεχόμενο — να πράττεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μεταχειρίζεσαι την ανθρωπότητα, είτε στο πρόσωπό σου είτε στο πρόσωπο κάθε άλλου, πάντοτε ως σκοπό και ποτέ απλώς ως μέσο — δεν επαρκεί από μόνη της για την συγκεκριμένη κριτική1. Και αυτό γιατί το ίδιο το θετικό δίκαιο, εφόσον έχει επίγνωση τής καταγωγής του, θα αξιώνει την αναγνώριση και την προώθηση τού συμφέροντος τής ανθρωπότητας στο πρόσωπο τού καθενός. Θα ταυτίζει μάλιστα το συμφέρον αυτό με την αναπαράσταση και τη διαφύλαξη μιας επιβεβλημένης από τη μοίρα τάξης. Κι ενώ η συγκεκριμένη άποψη, η οποία διατείνεται ότι διαφυλάττει στην ουσία το δίκαιο, παραμένει ευάλωτη στην κριτική, κάθε ένσταση που εγείρεται εναντίον της εν ονόματι μιας αδιαμόρφωτης [gestaltlosen] «ελευθερίας», θα είναι, εντούτοις, αναποτελεσματική, εάν αδυνατεί να προσδιορίσει την ανώτερη τάξη πραγμάτων στην οποία παραπέμπει η εν λόγω ελευθερία. Και θα είναι μάλιστα ιδιαίτερα αναποτελεσματική, όταν αντί να αμφισβητεί εκ θεμελίων την υφιστάμενη έννομη τάξη, περιορίζεται στην κριτική συγκεκριμένων μόνον νομοθετημάτων ή νομικών πρακτικών που το δίκαιο θέτει, βεβαίως, υπό την σκέπη τής εξουσίας του, η οποία, ας σημειωθεί, ανάγεται στο γεγονός τής ύπαρξης ενός και μόνο πεπρωμένου και επιπλέον στο γεγονός ότι οτιδήποτε υπάρχει και, πιο συγκεκριμένα, οτιδήποτε υπάρχει ως απειλή ή ως κίνδυνος οφείλει να εμπίπτει απαρέγκλιτα στην τάξη πραγμάτων που ορίζεται από το πεπρωμένο. Και αυτό γιατί η βία που διαφυλάττει το δίκαιο έχει χαρακτήρα απειλής. Η συγκεκριμένη μάλιστα απειλή δεν λειτουργεί αποτρεπτικά μέσω τού εκφοβισμού, όπως υποστηρίζεται από ακατατόπιστους φιλελεύθερους θεωρητικούς. Για να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας, ο εκφοβισμός, με την ακριβή έννοια τού όρου, θα προϋπέθετε μια κατάσταση βεβαιότητας, η οποία όμως αντίκειται στην ίδια τη φύση τής απειλής και δεν δύναται να υλοποιηθεί μέσω οιουδήποτε νόμου, εφόσον θα υπάρχει πάντοτε ελπίδα να διαφύγει κανείς τής προσοχής του. Αλλά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κατάσταση αποδεικνύεται περισσότερο απειλητική, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση τής μοίρας, στην οποία άλλωστε επαφίεται η σύλληψη τού εγκληματία. Η βαθύτερη σημασία τής αβεβαιότητας τής νομικής απειλής θα προκύψει μόνο όταν θα έχει ολοκληρωθεί η εξέταση τής σφαίρας τής μοίρας, στην οποία άλλωστε ανάγεται η ύπαρξή της. Μια πολύτιμη ένδειξη για το θέμα αυτό εντοπίζεται στο πεδίο των ποινών. Αφότου τέθηκε σε αμφισβήτηση η εγκυρότητα τού θετικού δικαίου, η θανατική ποινή ήταν εκείνη κυρίως που δέχτηκε τα πυρά τής κριτικής. Παρά τον επιπόλαιο χαρακτήρα των σχετικών επιχειρημάτων, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αδυνατούν να αγγίξουν την ουσία τού θέματος, τα βαθύτερα κίνητρα τής κριτικής αυτής αφορούσαν και εξακολουθούν να αφορούν ζητήματα αρχής. Οι οπαδοί τής κριτικής αυτής διαισθάνονταν, χωρίς ίσως να γνωρίζουν το γιατί και, κατά πάσα πιθανότητα, εντελώς ασυνείδητα, ότι οι βολές εναντίον τής θανατικής ποινής δεν στρέφονται κατά μιας αυστηρής ποινής, ούτε κατά των νόμων, αλλά κατά τής ίδιας τής πηγής τού δικαίου. Και αυτό γιατί, αν το δίκαιο πηγάζει από τη βία, από την επισφραγισμένη από τη μοίρα βία, τότε εύκολα εικάζει κανείς ότι εκεί όπου συναντάται η υπέρτατη εξουσία — η εξουσία ζωής και θανάτου — στο νομικό σύστημα, θα προβάλλει κατά τον πιο πρόδηλο και τρομακτικό τρόπο η ίδια η πηγή τού νόμου. Σε συμφωνία με τα ανωτέρω βρίσκεται το γεγονός ότι στα πλαίσια πρωτόγονων νομικών συνθηκών η θανατική ποινή επιβαλλόταν ακόμα και για εγκλήματα όπως η προσβολή τής ιδιοκτησίας — ποινή η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μοιάζει να είναι εντελώς «δυσανάλογη» σε σχέση με τη βαρύτητα τού αδικήµατος. Σκοπός της όμως δεν ήταν η τιμωρία τής παραβίασης τού νόμου, αλλά η θέσπιση νέου δικαίου [das neue Recht zu statuiren]. Και αυτό γιατί, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση επιβολής τού νόμου, η άσκηση τής εξουσίας ζωής και θανάτου είναι εκείνη μέσω τής οποίας ισχυροποιείται και επαναβεβαιώνεται το δίκαιο. Όμως, στην περίπτωση ακριβώς αυτή, γίνεται πρόδηλο ότι υπάρχει κάτι το σάπιο στο δίκαιο, ιδιαιτέρως μάλιστα σε όσους διακρίνονται για το εκλεπτυσμένο πνεύμα τους, γιατί αυτοί γνωρίζουν πώς να παραμένουν απόλυτα αποστασιοποιημένοι από συνθήκες στις οποίες η μοίρα θα εμφανιζόταν σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια μέσω τής επιβολής μιας τέτοιας καταδίκης. Ωστόσο, μέσω τής νόησης πρέπει να επιχειρηθεί με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα η προσέγγιση των συνθηκών αυτών, αν βεβαίως επιθυμούμε να φέρουμε σε πέρας τόσο την κριτική τής βίας που θεσπίζει όσο και την κριτικής τής βίας που διαφυλάττει το δίκαιο.
Λαμβάνοντας μια πολύ πιο ανώμαλη μικτή μορφή, σε σύγκριση με τη θανατική ποινή, εμφανιζόμενα, κατά κάποιο τρόπο, υπό μορφή φασματικού κράματος, τα δύο αυτά είδη βίας συναντώνται και σ’ έναν άλλο θεσμό τού σύγχρονου κράτους, την αστυνομία. Και ναι μεν πρόκειται εδώ για μορφή βίας που ασκείται προς ικανοποίηση νομικών σκοπών (με το δικαίωμα έκδοσης διατάξεων, αλλά η εν λόγω αρμοδιότητα θα συνοδεύεται από εκτεταμένη εξουσία διακριτικής ευχέρειας καθορισμού των σκοπών αυτών (οπότε θα πρόκειται ουσιαστικά για κανονιστικές αρμοδιότητες  Το όνειδος μιας τέτοιας εξουσίας — πράγμα το οποίο ελάχιστοι κατανοούν, διότι, παρ’ όλο που οι προβλεπόμενες από τον νόμο αρμοδιότητες τής αστυνομίας σπανίως επαρκούν τουλάχιστον όσον αφορά τις πλέον βάναυσες επεμβάσεις στις οποίες αυτή προβαίνει, η αστυνομία έχει ωστόσο ουσιαστικά εξουσιοδοτηθεί να δρα ανεξέλεγκτα στις πλέον ευάλωτες περιοχές και εναντίον σωφρόνων πολιτών, κατά των οποίων το κράτος δεν δύναται να στραφεί βάσει των νόμων — έγκειται στο ότι, αναφορικά με την εν λόγω εξουσία, αίρεται η ισχύουσα διάκριση ανάμεσα στη βία που θεσπίζει και σε εκείνη που διαφυλάττει το δίκαιο. Αν για την πρώτη μορφή εξουσίας απαραίτητη προϋπόθεση είναι το να έχει αποδείξει την αξία της μέσω τής κατίσχυσής της, η δεύτερη υπόκειται στον περιορισμό ότι δεν θα θέσει νέους σκοπούς. Η αστυνομική εξουσία όμως απαλλάσσεται από την υποχρέωση τήρησης των δύο αυτών όρων. Η αστυνομική εξουσία θεσπίζει αφενός δίκαιο — εφόσον χαρακτηριστική της λειτουργία δεν είναι βεβαίως η δημοσίευση και θέση σε ισχύ των νόμων, αλλά η έκδοση διατάξεων που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα — και, αφετέρου, είναι εξουσία που διαφυλάττει το δίκαιο, διότι τίθεται στη διάθεση των αντίστοιχων σκοπών. Ο ισχυρισμός δε ότι οι σκοποί τής αστυνομικής εξουσίας πάντοτε ταυτίζονται, ή έστω συνδέονται, με αυτούς του ευρύτερου δικαίου είναι απολύτως αναληθής. Εκείνο που μάλλον ισχύει είναι ότι στο «δίκαιο» τής αστυνομίας εντοπίζεται, στην πραγματικότητα, το σημείο εκείνο όπου το κράτος, είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω των εγγενών συσχετισμών στο εσωτερικό κάθε έννομης τάξης, δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί μέσω τής έννομης τάξης την ικανοποίηση των εμπειρικών σκοπών που επιθυμεί με κάθε τίμημα να επιτύχει. Ως εκ τούτου, όταν η αστυνομία δεν θα αρκείται απλώς στο να επιτηρεί ή να παρενοχλεί βάναυσα τον πολίτη — χωρίς την παραμικρή σχέση με την ικανοποίηση οποιωνδήποτε νομικών σκοπών — στα πλαίσια μιας ήδη ρυθμιζόμενης από πολλές διατάξεις καθημερινότητας, θα επεμβαίνει «χάριν ασφαλείας» σε πολυάριθμες άλλες περιπτώσεις, όπου δεν είναι καθόλου σαφής η ισχύουσα νομική κατάσταση. Σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει στην κατά τόπο και χρόνο προσδιορισμένη «απόφαση» μια μεταφυσική κατηγορία, μέσω τής οποίας είναι δυνατόν να εγερθεί αξίωση κριτικής, η εξέταση του θεσμού της αστυνομίας δεν καταλήγει σε τίποτε το ουσιώδες. Η εξουσία της είναι άμορφη, όπως ακριβώς είναι διάχυτη, φασματική και δυσεντόπιστη η παρουσία της στη ζωή όλων των πολιτισμένων κρατών. Και ενώ θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, σε επίπεδο μεμονωμένων χαρακτηριστικών, η αστυνομία φαίνεται να είναι παντού η ίδια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το πνεύμα της είναι λιγότερο καταστρεπτικό, όταν εκπροσωπεί, στην απόλυτη μοναρχία, την εξουσία του ανώτερου άρχοντα (στο πρόσωπο τού οποίου συνενώνονται η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία), εν συγκρίσει με τις δημοκρατίες, όπου η ύπαρξη της, εφόσον δεν εξυψώνεται μέσα από μια τέτοια σχέση, εκδηλώνει την πλέον εκφυλισμένη μορφή βίας που μπορεί να συλλάβει κανείς.
[1] Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς μήπως το περιεχόμενο τού διάσημου αυτού αιτήματος είναι ίσως υπερβολικά περιορισμένο — δηλαδή, σύμφωνα με την επιταγή αυτή, κατά πόσο θα ήταν θεμιτό να χρησιμοποιεί κανείς τρίτους ή ακόμη να επιτρέπει να χρησιμοποιείται ο ίδιος, είτε από άλλους είτε και από τον ίδιο του τον εαυτό, με οποιαδήποτε τρόπο, ως μέσο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για μια τέτοια αμφιβολία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου