Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Πολιτισμός εν καιρώ πολέμου!


 
Στέλιος Ελληνιάδης    Απο Πολιτικο Καφενειο
Η πατρίδα δεν κινδυνεύει απλώς. Ο λαός δεν κακοποιείται απλώς. Ο πολιτισμός δεν καταστρέφεται απλώς. Η δημοκρατία δεν συρρικνώνεται απλώς. Η ανεξαρτησία δεν περιορίζεται απλώς. Ο δημόσιος και ιδιωτικός πλούτος δεν εξανεμίζεται απλώς. Τα δικαιώματα δεν κουρελιάζονται απλώς. Η εξαθλίωση δεν μας απειλεί απλώς.
Κάθε τι που μας αποτελεί, μας ζει και μας προσδιορίζει, υφίσταται ολική βλάβη, και μπορεί, σε κάποιο σημαντικό βαθμό, ανεπανόρθωτη. Γι’ αυτό, κάθε ιδέα, κάθε πρόγραμμα, κάθε δράση, πρέπει να αποσκοπεί αφενός στην αποκατάσταση της βλάβης και αφετέρου στην ανατροπή με αρχές και αξίες δοκιμασμένες και κοινά αποδεκτές, σε συνθήκες που μας ολοκληρώνουν σαν πολίτες και ευνοούν τη δυνατότητα να αναπτύξουμε τα ταλέντα και την προσωπικότητά μας μέσα από συλλογικότητες που κυριαρχεί η ελευθερία, ο διάλογος, η συνεργασία και η αλληλεγγύη. Και, οπωσδήποτε, έχοντας κατά νου συνεχώς και αδιαλείπτως την απαραίτητη προοπτική, με πολλές μικρές και μεγάλες ενέργειες-προάγγελους του κόσμου που θέλουμε να φτιάξουμε.
Παράδοση και νεωτερικότητα, κλασικά και σύγχρονα, χειροποίητα και ψηφιακά, γραπτά και προφορικά, υλικά και άυλα, πραγματικά και φανταστικά, όλα μαζί, συμπλεκόμενα και αλληλοεπηρεαζόμενα.
 
Ο πολιτισμός δεν μπορεί παρά να ειδωθεί σαν ένα πνεύμα και ένα πλέγμα που διαπερνάει όλη την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως. Και δεν μπορεί να ειδωθεί ανεξάρτητα και έξω από τον πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη. Θέλουμε δεν θέλουμε αυτός ο πολιτισμός που βιώνουμε είναι πολεμικός.
Ας αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, τι θέλουμε και που το πάμε. Τι κάνουμε απ’ αυτή τη στιγμή κόντρα στην συντελούμενη καταστροφή και πώς προετοιμάζουμε μια διάδοχη κατάσταση σε περίπτωση που η Αριστερά αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Και τα δύο πρέπει να έχουν εσωτερική συνάφεια, χωρίς να αποκλείουμε την πιθανότητα να μην αναλάβουμε τη διακυβέρνηση και να συνεχίσουμε κάτω από ακόμα πιο δύσκολες συνθήκες.
 
Ό,τι και να σκεφτούμε στο θέμα πολιτισμός πρέπει να έχει δύο βασικές κατευθύνσεις. Πρώτον, να ξεκινάει από την κοινωνία, να την ενεργοποιεί και να την αξιοποιεί. Και, δεύτερον, να έχει ένα θεμελιώδη πολιτικό άξονα που περιλαμβάνει την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη διεύρυνση της δημοκρατίας, τη διατροφική επάρκεια, την κοινωνική αλληλεγγύη και κάθε τι άλλο ζωτικής σημασίας. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα σφαιρικό σχέδιο για όλη την Ελλάδα.
 
Και μ’ αυτή τη λογική, να συμβάλλουμε στη δημιουργία και ανάπτυξη πολλών διαφορετικών μορφών δράσης, ως μέτοχοι, συντονιστές, εμπνευστές και εργάτες. Η αντίληψη ότι ο πολιτισμός είναι ένα σχέδιο επί χάρτου για τις τέχνες είναι εκτός τόπου και χρόνου. Πυρήνες έχουν ήδη αναλάβει δράση πανελλαδικά και δείχνουν το δρόμο. Να τους ενδυναμώσουμε και να τους πολλαπλασιάσουμε.
 
Βαριά αλλοτρίωση
 
Ένα σημαντικό κομμάτι του λαού έχει επηρεαστεί βαθύτατα, έως ανίατα, από την κυρίαρχη κουλτούρα. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, άνεργοι και χρεοκοπημένοι μικρομεσαίοι να στηρίζουν τα κόμματα εξουσίας που λαμβάνουν τα μέτρα που τους καταστρέφουν και μετατρέπουν την Ελλάδα σε αποικία. Ο φτωχός να ψηφίζει τον πλούσιο εχθρό του. Το φαινόμενο στο κουκούτσι του είναι βαθιά πολιτισμικό. Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας είναι πολιτισμικά εξαρτημένα από την κουλτούρα των «αφεντικών».
 
Η πολιτική για τον πολιτισμό πρέπει να ξεκινάει από το στόχο του εκδημοκρατισμού και εξανθρωπισμού, δηλαδή του «εκπολιτισμού» των συμπολιτών μας που στηρίζουν το καθεστώς του αυταρχισμού, της λεηλασίας και της πνευματικής υποβάθμισης. Δηλαδή, την αλλαγή των κριτηρίων και του τρόπου που αξιολογούν τη ζωή, τη δική τους και των άλλων. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής, που εκφράζει ανάγλυφα αυτή την κατάπτωση, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική αλλοτρίωση, στη φτωχειά κουλτούρα και στην έλλειψη πολιτισμικού ορίζοντα των συμπολιτών μας.
 
Οι δράσεις πολιτισμού πρέπει πρωτίστως να αποσκοπούν στην αποτροπή της εξαθλίωσης, του φασισμού, του ρατσισμού, του εθνικισμού και του αυταρχισμού, που είναι υποπροϊόντα και ταυτόχρονα τροφοδότες της άγνοιας, της αμορφωσιάς, των προκαταλήψεων, του ανταγωνισμού, της παραπληροφόρησης και της πνευματικής και πολιτισμικής εξαχρείωσης.
Τα γράμματα και οι τέχνες παίζουν σπουδαίο ρόλο στην προσπάθεια ανατροπής των συνθηκών που δημιουργούν την αλλοτρίωση.
 
Δεν θέλουμε τέχνες υποταγμένες στο εμπόριο και τη σκοπιμότητα, ούτε γράμματα εξαρτημένα από την ολιγαρχία, ούτε τρόπο ζωής καθορισμένο από το καπιταλιστικό λάιφσταϊλ, ούτε πολιτισμό αποκομμένο από το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων.
 
Είτε μας αρέσει είτε όχι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ολυμπιακός και ο Αστέρας διαμορφώνουν τις αντιλήψεις, τα ήθη και τις συμπεριφορές των νέων στον Πειραιά και την Αρκαδία. Η τηλεόραση, ο τουρισμός, η Apple, η Nokia και η Zara ορίζουν τις πολιτιστικές αξίες σε μεγάλη κλίμακα και όχι τα θέατρα τέχνης και οι συμφωνικές ορχήστρες. Γι’ αυτό η πολιτιστική μας παρέμβαση πρέπει να είναι καθολική και ανατρεπτική σε πολλά παλιά και νέα μέτωπα, σε συντονισμό με την εποχή, και όχι μόνο σε εκείνα τα πεδία που είναι κοντά στις απόψεις, τις ανάγκες και τη δική μας αισθητική.
 
Η παιδεία και ο πολιτισμός είναι αδιαχώριστα. Αδιαχώριστα είναι και τα ΜΜΕ από τον πολιτισμό. Μπορεί να αναβαθμιστεί πολιτισμικά η κοινωνία που υφίσταται εφ’ όρου ζωής αδιάκοπο και καταιγιστικό βομβαρδισμό από παραπληροφόρηση και πολιτιστική σαβούρα;
 
Για ένα λαϊκό πολιτισμό
 
Θέλουμε ένα πολιτισμό λαϊκό, πλατύ, συμμετοχικό, που βάζει σε κίνηση την κοινωνία, που ξεκινάει από την κοινωνία και απευθύνεται στην κοινωνία ή θέλουμε ένα πολιτισμό των ειδικών και επαγγελματιών που θα παράγουν κατ’ αποκλειστικότητα προϊόντα πολιτισμού τα οποία η κοινωνία απλώς θα καταναλώνει;
 
Κάθε πρόγραμμα που καταστρώνουμε έχει από την αφετηρία του αυτό το κουσούρι. Οι διανοούμενοι σκέφτονται σαν ειδήμονες, και πολλοί είναι ειδήμονες, αλλά συνήθως βλέπουν την κοινωνία ως καταναλώτρια πολιτισμού και όχι ως δημιουργικό παράγοντα, που ζυμώνει, εκπέμπει και λαμβάνει ταυτόχρονα.
 
Προγράμματα για επιχορηγήσεις στο θέατρο, χρηματοδότηση των φεστιβάλ, ενίσχυση του βιβλίου κ.ο.κ. εμφανίζονται προεκλογικά στα έντυπα των κομμάτων, αλλά έχουν την τύχη που τους αξίζει. Κανένας δεν τα διαβάζει. Κι εμείς ξέρουμε με τι βιασύνη έχουν συναρμολογηθεί.
 
Κακώς ανεχτήκαμε αυτή τη στείρα πραγματικότητα. Φταίει, βέβαια, και το γεγονός ότι η Αριστερά δεν έχει την εξουσία για να τα εφαρμόσει. Αλλά η προσέγγισή μας έπρεπε πάντα να έχει άλλη βάση και άλλη στόχευση. Να είναι εφαρμόσιμη στο παρόν και να μην εξαρτιέται από την εξουσία. Ποτέ, όμως, δεν βγήκε ένα πρόγραμμα για το τι κάνουμε σήμερα και αύριο. Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια με μια οργανωμένη Αριστερά χωρίς τα αρώματα του πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα στελέχη της Αριστεράς δεν γράφουν βιβλία, δοκίμια, ούτε καν άρθρα πολιτικά, ιστορικά, φιλοσοσοφικά, επιστημονικά ή λογοτεχνικά, όπως είχαμε συνηθίσει από τους διανοητές επαναστάτες που μας εμπνεύσανε και μας κάνανε αριστερούς. Η παραγωγή πολιτισμού στα υψηλά κλιμάκια της Αριστεράς σταμάτησε πριν από πολλά χρόνια. Γι’ αυτό όταν ο Κύρκος έπαιζε φυσαρμόνικα ενθουσιάζονταν οι σύνεδροι, σαν να άκουγαν τον Μπομπ Ντίλαν! Τόσο χαμηλές ήταν οι απαιτήσεις.
Παρ’ όλο που η Αριστερά έχει μεγάλη απήχηση στους δημιουργικούς ανθρώπους, λόγω των αγώνων της, των ιδεών που μεταφέρει και της δράσης που αναπτύσσει για τα δίκια των ανθρώπων, ο απόλυτος διαχωρισμός πολιτισμού και πολιτικής αφυδάτωσε την πολιτική της Αριστεράς. Το ΚΚΕ έπεσε σε ξέρα. Οι μικρότερες ομάδες, πολιτισμικά στεγνές (οι μαρξιστές) ή στενές (οι αντιεξουσιαστές), δεν πολυασχολήθηκαν ή έμειναν στα γκέτο τους. Και ο Συνασπισμός επαναπαύτηκε στην επιρροή του σε ένα ευρύ φάσμα αριστερών διανοουμένων και καλλιτεχνών που κρατούν αποστάσεις από το ΚΚΕ.
 
Η ολιγαρχία επένδυσε την κουλτούρα
 
Έτσι, ουσιαστικά, ο πολιτισμός αφέθηκε στην εξουσία, που είναι βάρβαρη, αλλά ελέγχει το κράτος, στηρίζεται από τα ΜΜΕ και από κοινού προωθούν την τεράστια γκάμα «προϊόντων πολιτισμού» που παράγει το σύστημα. Η αρπαχτική ολιγαρχία μονοπώλησε τη δημόσια κουλτούρα. Οι «αξίες» της επιβλήθηκαν σαν αξίες της κοινωνίας, ελέγχοντας όχι μόνο την πολιτισμική συμπεριφορά των πολιτών, αλλά και την πολιτική. Το καρτέλ της ενημέρωσης και η διεθνής σόου-μπίζνες βρήκαν ελεύθερο πεδίο για να διαπαιδαγωγήσουν τις μάζες, να εκτρέψουν τη λαϊκή αισθητική και να λεηλατήσουν τους εθνικούς πόρους για τον πολιτισμό. Μέσα από τα εμπορικά πρότυπα και τη διαφήμιση, το λάιφσταϊλ και την κατανάλωση, τον τύπο και την τηλεόραση, διαμόρφωσαν όχι μόνο την αισθητική και το γούστο μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά και τον κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό του προσανατολισμό γενικότερα.
 
Η χειραγώγηση και ο εκμαυλισμός στηρίχτηκαν σε πολλά αγκίστρια και όχι μόνο στα προφανή, όπως είναι τα σίριαλ και τα ριάλιτι. Είναι ο νεοπλουτισμός και τα Mall, το χρηματιστήριο και ο τζόγος, οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο ντοπέ πρωταθλητισμός, ο υπερκαταναλωτισμός και η κουλτούρα των δανείων, η ξενομανία και η ξενοφοβία, η ιδιωτικοποίηση της παιδείας, η αντικατάσταση της κατανόησης από την αποστήθιση κ.ά. Αλλά είναι και μια σειρά από θεμελιώδεις αλλαγές στους θεσμούς και τη διάρθρωση της κοινωνίας, όπως η «διοικητική μεταρρύθμιση» που αποδομεί την κοινωνική συνοχή και εξαρθρώνει την πολιτιστική ζωή.
 
Παρέμβαση στον πολιτισμό σημαίνει αλλαγή των όρων ζωής, σκέψης και πράξης, βιώματος και αποτελέσματος. Πολιτική για τον πολιτισμό σημαίνει επίθεση σε όλα τα μέτωπα, ταυτόχρονα και αλληλένδετα. Ο πολιτισμός είναι άρρηκτα δεμένος με τη φύση και το περιβάλλον, το σχολείο και το πανεπιστήμιο, την πόλη και το χωριό, τον αθλητισμό, το εμπόριο, την αγροτική οικονομία, την τοπική αυτοδιοίκηση, τον τουρισμό, την αλληλεγγύη, την ενημέρωση κ.λπ. Η σύγχρονη Αριστερά πρέπει να βλέπει τον πολιτισμό εν ευρεία και όχι εν στενή εννοία.
 
Δημοκρατία και πολιτισμός
 
Ο τόπος δεν κινδυνεύει από την έλλειψη μνημείων και αρχαιολόγων, βιβλίων και συγγραφέων ή τραγουδιών και μουσικών, ούτε θεάτρων και ηθοποιών. Κινδυνεύει από την έλλειψη πεπαιδευμένων αναγνωστών, ακροατών και θεατών, που έχουν ρίζες σε μια σπουδαία πολιτιστική παράδοση και είναι ανοιχτοί στο καινούργιο και το διαφορετικό, με ποιοτικά κριτήρια και υψηλούς στόχους. Κινδυνεύει από την έλλειψη πολιτών που σκέφτονται και ενεργούν με πνεύμα ελευθερίας, δημοκρατίας και ανεξαρτησίας. Τα βιβλία, τα τραγούδια, οι ταινίες και τα έργα βοηθούν, αλλά δεν φτάνουν. Υπάρχουν κοινωνίες με μεγάλες υποδομές και σπουδαία έργα τέχνης, που είναι αυταρχικές και επεκτατικές.
Μαζί με την ανάδειξη και διάδοση των έργων τέχνης και τη σύμπραξη με τους ανθρώπους που τα δημιουργούν, η Αριστερά πρέπει να αναμετρηθεί στα ίσια με ό,τι καταστρέφει τον πολιτισμό. Θα είναι εντελώς άκαρπη η προσπάθεια για τη διαμόρφωση πολιτισμένων πολιτών, ελεύθερων, φιλότεχνων και δημοκρατικών, εάν, ταυτόχρονα με την προάσπιση των γραμμάτων και των τεχνών, δεν διασώσουμε τους λαϊκούς θεσμούς που καταχτήθηκαν με θυσίες και δεν δημιουργήσουμε νέους θεσμούς λαϊκής αυτοδιαχείρισης, άμυνας και αλληλεγγύης, εάν δεν εξουδετερώσουμε την αποχαυνωτική και δηλητηριώδη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης, εάν δεν αποτρέψουμε την εθνική υποτέλεια, εάν δεν εμποδίσουμε τη χειραγώγηση της κοινωνίας από την ολιγαρχία και τα φερέφωνά της.
 
Γι’ αυτό, κάθε πρόγραμμα για ένα μελλοντικό υπουργείο πολιτισμού της Αριστεράς, πρέπει να έχει σαν αφετηρία ένα σφαιρικό πλαίσιο κατευθύνσεων, που δεν περιορίζεται σε απαρίθμηση μέτρων για την παραγωγή προϊόντων πολιτισμού από τους επαγγελματίες. Ένα πρόγραμμα δράσης το οποίο θα το βάλουμε αμέσως σε εφαρμογή. Με βασική μας επιδίωξη να ξαναπάρει η κοινωνία τον πολιτισμό στα χέρια της με τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους στο πλευρό της και όχι στο κεφάλι της.
 
Στέλιος Ελληνιάδης
 
ΔΡΟΜΟΣ της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ 20 ΟΚΤΩΒΡΗ 2012

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ονειροπόλοι – Σχεδίασμα για ένα μυθιστόρημα




Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον (στη δικτατορία της ΤΙΝΑ), με στοιχεία παρμένα από το κοντινό παρελθόν (μυστικές υπηρεσίες και γραφειοκρατία σοβιετικού τύπου), αλλά βουτηγμένη στην ψυχολογία του παρόντος. Αδιευκρίνιστος χρόνος με άλλα λόγια.http://sanejoker.blogspot.gr

Έχει επιβληθεί και τυπικά πλέον μια παγκόσμια κυβέρνηση ολοκληρωτισμού, βλέπε: «Η Δίκη», «1984» και «Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος» (αν είναι να κλέψεις κλέψε από τους καλύτερους).

Ό,τι δεν επιτρέπεται απαγορεύεται... Και υπάρχει σαφής κατάλογος των πράξεων και των σκέψεων που επιτρέπονται.
Το ίντερνετ λογοκρίνεται αυστηρά και χρησιμεύει πια μόνο για την προώθηση αντικειμένων και τη διάδοση συνταγών μαγειρικής (ξεχάστε την «Επαναστατική Κουζίνα»).



Οι εκλογές γίνονται μέσω διαδικτύου και αν επιχειρήσεις να πατήσεις λάθος πλήκτρο (όπως για παράδειγμα στο δημοψήφισμα: «Θέλετε ελευθερία, ασυδοσία και αναρχία ή ασφάλεια;») ειδοποιούνται αυτόματα οι αρχές και οι απερίσκεπτοι συλλαμβάνονται.

Κάθε προσπάθεια αντίδρασης καταπνίγεται βίαια εν τη γενέσει. Ο στρατός και η αστυνομία έχουν χορηγούς τις πολυεθνικές. Οι αστυνομικοί φοράνε αλεξίσφαιρα που γράφουν «Eldorado», ενώ στα κράνη τους υπάρχει το σήμα του Jumbo («είμαστε παντού»).

Παρελάσεις γίνονται μια φορά το μήνα -τουλάχιστον. Τα τανκ που βγαίνουν στο δρόμο έχουν επάνω τους διαφημίσεις κινητής τηλεφωνίας και τα τζετ σέρνουν πίσω τους τεράστια διαφημιστικά «αεροπανό» τύπου: «Εκπτώσεις 50% στο Zara».

Ο χώρος της ιστορίας μας θα είναι μια μεγαλούπολη, σε κάποια δυτική χώρα. Αλλά δε θα κατονομάζεται σαφώς.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας θα είναι ένας νεαρός ψυχολόγος ονόματι... Ελάτε, έχετε ήδη μαντέψει το όνομα του: Αδάμ.

Αμέσως μόλις αποφοιτά από το (ιδιωτικό) πανεπιστήμιο ο Αδάμ προσλαμβάνεται στην Κεντρική Δανειστική Ονειροθήκη ως Ονειροπόλος Πέμπτου Βαθμού.
Ο ίδιος πιστεύει ότι αυτή η τόσο γρήγορη απορρόφηση του οφείλεται στους καλούς βαθμούς που είχε στο πανεπιστήμιο και στη συστατική επιστολή του καθηγητή που «επιτήρησε» το μεταπτυχιακό του, με τίτλο: «Φαντασία και Γνώση, κατανοώντας τη δημιουργικότητα».
Φυσικά ο αναγνώστης υποψιάζεται ότι δεν είναι η άψογη διαγωγή του Αδάμ που έκανε δυνατό το διορισμό του, αλλά σκοτεινά και σκιώδη (για την ώρα) συμφέροντα.

Ο Αδάμ αμέσως «ερωτεύεται» τη δουλειά του. Ως Ονειροπόλος πρέπει να συνδέεται με τον εγκέφαλο του εκάστοτε Ονειροδότη, να περιφέρεται στα όνειρα του και να συλλέγει τα πιο σημαντικά.

Τα όνειρα είναι η τελευταία διέξοδος ελευθερίας των πολιτών. Κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως ηλικίας μπορεί να γίνει Ονειροδότης. Έτσι αποκτάει το δικαίωμα να δανείζεται και τα όνειρα των άλλων από τις Δανειστικές Ονειροθήκες.
Το καινούριο όνειρο, αυτό που θα δανειστούν την επομένη από τη Ονειροθήκη, είναι η μόνη τους έγνοια και η μόνη τους ελπίδα.
Στο ίντερνετ (γιατί οι πρόσωπο-με-πρόσωπο συναντήσεις έχουν περιοριστεί) οι άνθρωποι μιλάνε μόνο για τα όνειρα που δανείστηκαν τις προηγούμενες μέρες.

Στην αρχή ο Αδάμ, ως Ονειροπόλος Πέμπτου Βαθμού, εργάζεται στην Παιδική Ονειροθήκη. Αυτή είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής του, αφού τα όνειρα των παιδιών στα οποία περιηγείται, τον κάνουν να εκτιμήσει κάποια μικροπράγματα, όπως τα παγωτά, τη βροχή στο πρόσωπο του και τα παιχνίδια.

Σύντομα παίρνει προαγωγή και μετατίθεται, ως Ονειροπόλος Τέταρτου Βαθμού, στην Εφηβική Ονειροθήκη. Εκεί δυσκολεύεται λιγάκι να προσαρμοστεί, καθώς μετά από κάθε όνειρο ξυπνάει με στύση, την οποία ανακουφίζει με τόσο εφηβικό τρόπο στην τουαλέτα της Ονειροθήκης.

Πριν αρχίσει να βγάζει πάλι ακμή μετατίθεται (μετά προαγωγής στον Τρίτο Βαθμό) στην Ονειροθήκη Ενηλίκων.
Εκεί δυσκολεύεται λιγάκι να προσαρμοστεί. Τα όνειρα των ενηλίκων είναι πιο πολύπλοκα, αλλά και πιο ενδιαφέροντα.

Αρχικά εκπλήσσεται όταν Ονειροδότες που φαίνονται τόσο «φυσιολογικοί» του μεταδίδουν όνειρα εξαιρετικής βιαιότητας και πρωτόγνωρων σεξουαλικών διαστροφών (και ακριβώς αυτό είναι που κάνει τους πάντες να θέλουν να γίνουν Ονειροδότες, γιατί είναι πολύ καλύτερο από το να διαβάζεις τα ταμπλόιντ.)

Σιγά-σιγά ο Αδάμ αρχίζει να χάνεται στον ονειρικό κόσμο των «πελατών» του. Κάνοντας υπέρβαση καθήκοντος δανείζεται στα κρυφά όνειρα από τα ράφια και περιπλανιέται σε αυτά στο σπίτι του. Και επειδή ακριβώς τα όνειρα είναι πολύ πιο γοητευτικά, πολύχρωμα, σεξουαλικά, βίαια από τη βαρετή ζωή του, εθίζεται στην παρακολούθηση τους και γίνεται ένα Dream-Junky.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της εποχής που περιγράφεται στο βιβλίο μας και δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του ήρωα μας.
Έξω από τις Δημόσιε ς Ονειροθήκες, λειτουργούν μαύρες αγορές ονείρων, παράνομες βεβαίως, όπου όλοι μπορούν να αγοράσουν τα πιο «βρόμικα» όνειρα.
(Οι πλούσιοι έχουν τις δικές τους ιδιωτικές συλλογές ονείρων... Ίσως να υπάρχουν και κάποιοι επαγγελματίες ονειρευτές, οι οποίοι πουλάνε πολύ ακριβά τα εκκεντρικά τους όνειρα.)

Ο Αδάμ γίνεται μια σκιά του παλιού εαυτού του (αυτή η έκφραση είναι τόσο κοινότοπη που καταντάει ηλίθια). Ξυπνάει μόνο για να φάει και κοιμάται όλες τις υπόλοιπες ώρες για να μπορεί να απολαμβάνει τα κλοπιμαία. Καθώς αυξάνεται η ανοχή στα «ελαφρά όνειρα» των Ονειροδοτών του δημιουργείται η ανάγκη για όλο και πιο βίαια, όλο και πιο αλλοπρόσαλλα, όλο και πιο διαστροφικά όνειρα.
Ξοδεύει όλο το μισθό του στα λαθραία όνειρα και μέρα με τη μέρα μπαίνει και πιο βαθιά στον Υπόκοσμο των Ονείρων.

Εκεί μέσα συναντάει μια παράξενη οργάνωση... Όχι! Σε κάποιο όνειρο που αγοράζει τυχαία στην πιάτσα των Ονειρομανών βλέπει ένα κορίτσι (φυσικά θα την ονομάσουμε Εύα) που δε μοιάζει με καμία από τις ψυχρές γυναίκες που έχει συνουσιαστεί ο Αδάμ.
Είναι απλά ντυμένη, στο όνειρο, και εκπέμπει κάτι που ο Αδάμ θα ανατρέξει στην Παιδική Ονειροθήκη για να καταλάβει τι είναι: Αθωότητα, ανάκατη με άρνηση αποδοχής των κανόνων.

Ο Αδάμ παθιάζεται με την ονειρική Εύα. Την αναζητά σε κάθε «πιάτσα». Βλέπει ξανά και ξανά όσα όνειρα βρίσκει με εκείνη πρωταγωνίστρια. Σηκώνεται ιδρωμένος μετά από κάθε όνειρο και προσπαθεί να ζωγραφίσει το πρόσωπο της. Την καρικατούρα που φτιάχνει την κρεμάει πάνω από το κρεβάτι του...

Μια μέρα, καθώς ο Αδάμ περιδιαβαίνει βαριεστημένα στο όνειρο μιας γριάς (εν ώρα εργασίας), βλέπει την Εύα. Συγκλονισμένος διακόπτει τη σύνδεση, πράγμα ανεπίτρεπτο για κάθε Ονειροπόλο, και προσπαθεί να μάθει τι ξέρει η γριά για την Εύα.
Εκείνη του λέει ότι είδε στο όνειρο την εγγονή της.
Ο Αδάμ συγκλονισμένος της λέει: «Πρέπει να τη δω, πρέπει να τη γνωρίσω.»
Προτού προλάβει να του πει οτιδήποτε η γριά ακούγεται από τα αθέατα ηχεία η φωνή του προϊστάμενου (Ονειροπόλος Δεύτερου Βαθμού) που ζητάει να διακοπεί η συζήτηση και να προσέλθει ο Αδάμ στο γραφείο του.

Η γριά φεύγει, ο Αδάμ πηγαίνει στο γραφείο διαχείρισης Ονειροπόλων και επιπλήττεται αυστηρά.
Γυρίζοντας στο προσωπικό του γραφείο ο Αδάμ αποφασίζει να παραιτηθεί. Αρχίζει να αδειάζει τα συρτάρια του και μέσα στο τελευταίο βρίσκει ένα σημείωμα που λέει: «Ψάξε για την Εύα στο όνειρο 902.418».

(Κι εδώ αρχίζει το πολιτικό σασπένς.)
Ο Αδάμ ξέρει ότι τα όνειρα από το 900.000 μέχρι το 999.000 ανήκουν στο μέρος εκείνο της Ονειροθήκης που δεν είναι προσβάσιμη για το κοινό. Αυτά τα όνειρα τα διαχειρίζονται μόνο οι Ονειροπόλοι Δεύτερου Βαθμού.
Παραβιάζοντας όλους του κανόνες ο Αδάμ παίρνει το όνειρο 902.418 και πηγαίνει στο σπίτι του για το «δει».

Δε βρίσκει την Εύα. Όμως το όνειρο έχει να κάνει με έννοιες που του φαίνονται πολύ πιο πρωτόγνωρες και πολύ πιο επικίνδυνες (δεν είναι ηλίθιος ο Αδάμ) από τα λαθραία όνειρα.
Ελευθερία, ισονομία, δικαιοσύνη, και άλλα τέτοια παράδοξα δοσμένα με ονειρικές αναπαραστάσεις. Και στο τέλος του ονείρου ένα πολύχρωμο λάβαρο: «Θα νικήσουμε. Οι Ονειροπόλοι.»

Ο Αδάμ ξεχύνεται στις λαθραίες αγορές ονείρων. Ρωτάει τα βαποράκια αν έχουν τίποτα από τους Ονειροπόλους κι εκείνοι τραβιούνται μακριά του σαν ακούνε τι ψάχνει. Κάποια στιγμή που επιμένει λίγο περισσότερο τον δέρνουν.

Τον μαζεύουν και τον περιθάλπουν, κάτω από μια γέφυρα, δύο γέροι-αλήτες, που του συστήνονται ως Βλαδίμηρος και Εστραγκόν. Μόλις μαθαίνουν τι ψάχνει γελάνε και ο Βλαδίμηρος βγάζει από το μπλε κουρελιασμένο αδιάβροχο του ένα... βιβλίο!
Ο Αδάμ δεν ξέρει τι να κάνει με αυτό. Το κοιτάει από όλες τις μεριές και ψάχνει για τη θύρα USD (το τελευταίο αρχικό σημαίνει Dream).
Ο Εστραγκόν γελάει και του διαβάζει την πρώτη σειρά (εδώ η αρχή από ένα σημαντικό βιβλίο, αλλά δεν ξέρω ποιο).

Ο Αδάμ γυρίζει στο σπίτι και διαβάζει το βιβλίο. (Ξέρει να διαβάζει, αλλά μέχρι τότε διάβαζε μόνο μέσω της οθόνης του υπολογιστή). Καταλαβαίνει ότι κάτι του κρύβουν και αρχίζει να δανείζεται κάθε μέρα ένα από τα απαγορευμένα όνειρα του 900.000.

Ανακαλύπτει, καταλαβαίνει πιο πολύ, ότι οι Ονειροπόλοι, είναι μια μυστική (παράνομη) οργάνωση που προσπαθεί να ανατρέψει την «ΤΙΝΑ». Η Εύα εμφανίζεται πολύ συχνά στα παράνομα όνειρα τους.

Ο Αδάμ γίνεται ειδήμων στη σειρά 900...

Και μετά μια γρήγορη εξιστόρηση:
Ο Αδάμ ανακαλύπτει τους αληθινούς Ονειροπόλους. Εμπλέκεται στην οργάνωση τους, αλλά τότε καταλαβαίνει ότι ήταν μόνο το δόλωμα για να τους ανακαλύψουν.
(Ίσως πρέπει να υπάρχει και ένας πιο χειροπιαστός κακός, ίσως ο προϊστάμενος στην Ονειροθήκη ή κάποιος που θα μας ξαφνιάσει, όπως ο γέρος-γείτονας του Αδάμ, ο οποίος τελικά είναι πράκτορας).

Βγαίνει στην παρανομία και ανακαλύπτει ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ονειρεύεται με ανοιχτά τα μάτια και περιμένει τη στιγμή που τα όνειρα του θα γίνουν πραγματικότητα.

Ο Αδάμ γίνεται αρχηγός τους και ίσως, κάπου εκεί μέσα, να ανακαλύπτει και την Εύα. (Ή μπορεί η Εύα να μην υπάρχει καν, αλλά να είναι μια συλλογική προβολή του ασυνείδητου, όλων εκείνων που γυρεύουν να ελευθερωθούν).

                                                  .........{}........

Αυτό είναι ένα προσχέδιο, μια πρώτη ιδέα, μυθιστορήματος. Το δύσκολο, όπως ξέρουν αυτοί που γράφουν ή προσπάθησαν να γράψουν μυθιστόρημα, δεν είναι να βρεις την ιδέα, αλλά να δουλέψεις ένα χρόνο –ίσως και παραπάνω- για να την ολοκληρώσεις.

Περιμένω ιδέες για το πως θα ήταν φτιαγμένη αυτή η δυστοπία και ιδέες για την εξέλιξη της ιστορίας.

Και αν υπάρχει κάποιος «πλούσιος» χορηγός που μπορεί να διαθέσει ένα ποσό στο Γελωτοποιό για να αφιερωθεί ένα χρόνο (δε χρειάζομαι παραπάνω) στη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, καλοδεχούμενος θα είναι.

Αλλά όχι απαραίτητος (όχι απαραιτήτως)...
Όταν γεμίσεις από το όνειρο σου δε χρειάζεσαι κανέναν, πέρα από τους φίλους και τους... ονειροπόλους.
Και, ουσιαστικά, δε χρειάζεσαι κανέναν πέρα από τον εαυτό σου και τα όνειρα σου!

Γιατί είναι ο κόσμος φτιαγμένος από το υλικό των ονείρων (ποιος το είπε αυτό;) και κάθε άνθρωπος είναι τόσο μεγάλος όσο είναι και τα όνειρα του.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


Η “κρίση” που πολλοί έσπευσαν να βαφτίσουν οικονομική -ενώ έχει ως ρίζα τον ίδιο τον πολιτισμό- δοκιμάζει τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις. Όποιοι μείνουν δίπλα σου μετά από αυτή την κατάσταση, σημαίνει ότι ήταν πάντα οι άνθρωποι που άξιζαν να τους έχεις φίλους.http://antipetroula.blogspot.gr
Τόσα χρόνια ψευδοευδαιμονίας έκρυβαν τα ψεύτικα χαμόγελα, τους λόγους που κάποιος μπορεί να θέλει να είναι “φίλος” σου. Άλλος από συμφέρον, άλλος γιατί δεν είχαν σφίξει οι κώλοι, έμενε κοντά σου ίσως επειδή αρκούσε το “περνάω καλά”, χωρίς παραπάνω δέσιμο. Ούτως ή άλλως το υπαγόρευε και το life-style, το “φαίνεσθαι” είχε μεγαλύτερη αξία από το “είναι”. Ακόμη περισσότερη αξία έδιναν στο “έχειν”.
Επομένως ακόμη χειρότερα για σένα αν είχες λεφτά και οι φίλοι σου παινεύονταν γι’ αυτό, γιατί έκανες χατίρια. Τα ίδια πάνω-κάτω ισχύουν και για τις ερωτικές σχέσεις. Αν ήσουν ο…κιμπάρης που έκανε δωράκια και ήθελες να την έχεις “βασίλισσα”, παίζοντας και οι δύο ρόλους, τότε πολύ πιο εύκολα αυτή την περίοδο αν έμεινες άνεργος ή δεν έχεις χρήματα για τα λάδια της Cayenne, να έμεινες μπακούρι.

Ακόμη, μιλώντας από προσωπική εμπειρία, δεν θέλει και πολύ να ανακαλύψεις ότι φίλος σου που γνωρίζεστε χρόνια κι έχετε μοιραστεί στιγμές, είναι κατά πεποίθηση φασίστας, απλά του δόθηκε η λαβή με την άνοδο του φασισμού και την συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, να το εκφράσει σε όλη του την “μεγαλοπρέπεια”. Γιατί μπορεί να έχεις αποδεχθεί την ασυμφωνία σε κάποιες απόψεις, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς ότι τον παρασέρνει τόσο πολύ ο βούρκος ώστε να τον χάσεις οριστικά.
Επίσης, αν μείνεις άνεργος, πολύ πιθανόν, όσοι εργάζονται να σε απομονώσουν, αφού δεν έχετε τόσα κοινά πια, καθώς δεν μπορείς ν’ ακολουθήσεις στις εξόδους της παρέας. Ή μπορεί και να εργάζεσαι αλλά οι περισσότεροι φίλοι σου όντας άνεργοι να σε κοιτάνε με φθόνο. Όσο κι αν είναι επίπονο να χάνεις ανθρώπους λόγω ότι αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων ή απλά καλοί ηθοποιοί, όσο κι αν πληγώνεσαι από την απώλεια προσώπων, είναι πολύ πιθανόν αυτό να λειτουργήσει απελευθερωτικά.
Ακόμη είναι μια ευκαιρία να ξεχωρίσεις μέσα από το ρημαγμένο πλήθος, άτομα σαν κι εσένα και εν γένει καλύτερους ανθρώπους, ακριβώς επειδή οι σκάρτοι θέλοντας και μη πέταξαν την μάσκα.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Τέλος της γιορτής



Εκεί, γύρω στη δεκαετία του ’70, με την έκρηξη του ’68, χάθηκε από τον αριστερό λόγο, εκτός του κομμουνιστικού, το προλεταριάτο σαν κέντρο της επαναστατικής διαδικασίας.http://e-oikodomos. Και η επανάσταση ενάντια στην άρχουσα τάξη, στο ταξικό κράτος, στο καθεστώς αντικαταστάθηκε από την αμφισβήτηση στο λόγο του συστήματος. Η δράση έγινε συμβολική, όπως το απέδειξε η παντομίμα επανάστασης του ’68. Κι απέμεινε, ως κληρονομιά από την εξέγερση του ’68, η ταύτιση της επαναστατικότητας με την παρέμβαση στο πεδίο του εποικοδομήματος, ως κριτική των θεσμών εξουσίας του καπιταλιστικού κόσμου, που πια αντιμετωπίζονται σαν ξεπερασμένες και καθόλου λειτουργικές και όχι στη βάση της οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Με την ταύτιση της οικονομικής εκμετάλλευσης, της κοινωνικοπνευματικής αλλοτρίωσης και ψυχικής απώθησης, καθώς ανακαλύπτουμε ότι ο Φρόϋντ προεκτείνει την μαρξιστική κριτική, αυτή η κριτική στο σύστημα στηρίχτηκε στην αρχή της μεταφοράς και της αντιστρεψιμότητας.
Παλεύοντας ενάντια στην αστική ηθική συμμαχείς με τον αγώνα εναντίον του ρατσισμού, της φτώχιας κλπ., κάνεις έρωτα και αυτό γίνεται επαναστατική πράξη, ακόμα και τα ναρκωτικά γίνονται ένα από τα μέσα για την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης. Κι αυτή η αντίληψη επιτρέπει τη φαντασιακή συμμετοχή σε μεγάλους αγώνες, χωρίς μάλιστα σημαντική διακινδύνευση.

Η απελευθέρωση των ηθών, της γλώσσας, του τρόπου ντυσίματος, η ευθύτητα στις σχέσεις με τους μεγάλους κλπ. αποτελούν κατακτήσεις που μπορούν μάλιστα να στοιχειοθετήσουν ένα κοινωνικό όραμα. Η επανάσταση, η ανατροπή καταλήγει μια ευφρόσυνος, μεταφυσική δραστηριότητα στην υπηρεσία θεμελιωδών αξιών της αστικής δημοκρατίας. Εισβάλλουν τα νέα επαναστατικά υποκείμενα, μετανάστες, φυλετικές μειονότητες, γυναίκες, φοιτητές, ομοφυλόφιλοι κλπ που θεωρούνται οι νέοι πρωταγωνιστές της επαναστατικής διαδικασίας. Η άρνηση των εκπροσωπήσεων, η υπεράσπιση της αυτονομίας οδηγούν στην ανάπτυξη κινημάτων που βιώνουν αυτή την αυτονομία τους σε διαφορετικές φάσεις και διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Η ανακάλυψη του κοινωνικού κινήματος, και μάλιστα του κοινωνικού σε αντίθεση με το πολιτικό, έρχεται στο προσκήνιο. Κάτω από την προοδευτική και επαναστατική όψη τους όμως βλέπουμε τώρα, με την εμπειρία της μετέπειτα γνώσης, ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια μορφή της ατομικής επανάστασης του εγώ.

Το αποτέλεσμα ήταν το όραμα αλλαγής της κοινωνίας να συρρικνωθεί στην ανάπτυξη εναλλακτικών νησίδων μέσα στην κοινωνία, οργανωμένων αυτόνομα, με δικά τους κανάλια και δομές, όπου μπορεί να καταφεύγει κανείς και να ζει λύνοντας τα ατομικά του προβλήματα, χωρίς τις προϋποθέσεις κάποιας συνολικής κοινωνικής ανατροπής. Καταλήγοντας έτσι σε μια πολιτική που έχει αποφορτιστεί από το εκρηκτικό περιεχόμενο των ταξικών αντιθέσεων, το διαπραγματεύσιμο ήταν πια οι τρόποι και οι τακτικές επιβολής της αστικής κυριαρχίας, η διαμόρφωση ενός μπλοκ εξουσίας που στην τελική θα διαχειριστεί, εξασφαλίζοντας τη συναίνεση, τα συμφέροντα των καπιταλιστών και όχι η ταξική έκφραση της αντίστασης των κινημάτων στην κυρίαρχη πολιτική. Κάπως έτσι η αμφισβήτηση και το ξεπέρασμα της κυρίαρχης πολιτικής καταλήγει σε ένα αναμάσημα ρεφορμιστικών αντιλήψεων, εναλλακτικών προτάσεων στα πλαίσια του συστήματος, ενώ το κύμα εγκατάλειψης της πολιτικής συντείνει, από άλλη διαδρομή, στην απομάκρυνση του κοινωνικού από το πολιτικό, στην παραίτηση από τον στόχο ενοποίησης, προσανατολισμού και πολιτικοποίησης των αγώνων με ταξικά χαρακτηριστικά.

Η υποχώρηση του προλεταριάτου από την πολιτική σκηνή σημάδεψε τη συνέχεια της πορείας των διαφόρων κινημάτων που δεν έχουν πια άμεση και πρακτική αναφορά στην εργατική τάξη. Η πολυδιάσπαση σε όλο και πιο ειδικές εσωστρεφείς απομονωμένες ομάδες του κινήματος οδηγούν στην αργή πορεία συρρίκνωσης, αφομοίωσης, εξαφάνισης κινημάτων, οργανώσεων κλπ. Τα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες τους και τα αποτελέσματα ξετυλίγονται τώρα ξεκάθαρα στις μέρες μας, μέσα στη διαδικασία όξυνσης της οικονομικής κρίσης. Η καπιταλιστική ανασύνταξη προχωρά με την ένταση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης πάνω σε όλο και πλατύτερα κοινωνικά στρώματα.

Παρόλ’ αυτά, και μέσα σ’ αυτές τις διαδικασίες, η απομόνωση από το εργατικό κίνημα των όποιων αντιδράσεων συνεχίζει να θεωρείται δεδομένο, όπως και η άρνηση της πάλης για τη συνολική ανατροπή του καπιταλισμού. Ακόμα έχουμε την αντίληψη ότι το μόνο που μπορεί να κριθεί είναι η διατήρηση κάποιων δικαιωμάτων που να επιτρέπουν την επιβίωσή μας μέσα στην κρίση. Δεν έχουν διαλυθεί ακόμα οι αυταπάτες μας, που καλλιεργήθηκαν στα χρόνια της ευμάρειας, για τη δυνατότητα ουσιαστικών κατακτήσεων με μονιμότητα μάλιστα και διάρκεια μέσα στον καπιταλισμό, όπου η βασική ταυτότητα που αναγνωρίζεται είναι αυτή του καταναλωτή και όχι αυτού που παράγει, χάνοντας έτσι την ταξική μας συνείδηση. Αυτό το πνεύμα του «εδώ και τώρα», του άμεσου αποτελέσματος, που αντιμετωπίζει τον αγώνα σαν άμεση κατανάλωση προϊόντων, ιδεών κλπ. δίχως τη μεσολάβηση ιδεολογιών και μηχανισμών, μας έκανε να πιστέψουμε ότι η έξοδός μας στις πλατείες για κάποιες μέρες πέρυσι αρκούσε για αλλαγή της πολιτικής της οικονομικής εξαθλίωσης και ότι εναλλακτικές προτάσεις διανομής προϊόντων συνεισφέρουν στην ανατροπή της (ποιος θυμάται ακόμα το κίνημα της πατάτας;).

Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις δεν είναι γιορτή ούτε χάππενιγκ, όπως πολλές μαρτυρίες του κυρίαρχου λόγου διέσωσαν από το Μάη του ’68, και σχεδόν ταύτισαν την εξέγερση με διασκέδαση, φυσική απόρροια του νεαρού της ηλικίας των πρωταγωνιστών της φοιτητών, υποβιβάζοντας την έννοια της επανάστασης σε μια καθαρά βιολογική και καθόλου ιδεολογική και ταξική έκφραση.

Οι ψευδαισθήσεις όμως μας τελειώνουν για να εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε και να ωραιοποιήσουμε τη ζωή μας μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Σ΄ αυτή την περίοδο ακραίας επιδείνωσης της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας δεν μπορεί να υπάρξει πια στρατηγική και πολιτικό πρόγραμμα που να εξασφαλίζουν την αξιοπρέπειά και τη ζωή μας αλλά να αγνοούν και πολύ περισσότερο να μην αντιτίθενται στη μικροαστική οργάνωσή της. Μέσα στα πλαίσια του οργανωμένου από τους κυρίαρχους του συστήματος πολιτικού παιχνιδιού, αν αποκλειστεί η προοπτική συνολικής ανατροπής του στην παραγωγική βάση, δεν υπάρχουν άλλες εκδοχές της αντίδρασής μας από την ενσωμάτωση ή τη διάλυση.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Επάγγελμα μπάτσος





του Ηλία Ιωακείμογλου

Η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου, δηλαδή των ειδικών σωμάτων πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, συνοδεύεται από κανόνες (των οποίων την εφαρμογή βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους) που αντλούν την ύπαρξή τους από την πολιτική ιδεολογία του

Σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ειδικά σώματα αστυνομικών ξυλοκοπούν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την πρώτη ύλη της...εργασίας τους, δηλαδή τους διαδηλωτές, ενώ ταυτοχρόνως ως εργαζόμενοι υφίστανται μειώσεις του εισοδήματός τους, ήταν φυσικό να ανακινηθεί, στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, το ζήτημα της ταξικής θέσης των μπάτσων. Η συνηθισμένη απάντηση που δίνεται από τα περισσότερα στελέχη της Αριστεράς είναι απλή και σύντομη: Πρώτον, τα ειδικά σώματα, όπως και το σύνολο των αστυνομικών, είναι εργαζόμενοι, άρα ανήκουν και αυτοί στις εργαζόμενες τάξεις, επομένως στο μεγάλο εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς. Δεύτερον, όταν βιαιοπραγούν ακολουθούν, ως επαγγελματίες, τις οδηγίες και τις διαταγές που δέχονται από τους ιεραρχικά ανωτέρους τους.

Αυτή η απλοϊκή αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί ακόμη ένα σύμπτωμα του αποχωρισμού της Αριστεράς από την μαρξιστική θεωρητική της παράδοση. Εξ όσων γνωρίζω, κανείς δεν ένοιωσε την ανάγκη, στα πλαίσια της πρόσφατης σχετικής συζήτησης να ανασύρει την ξεχασμένη μαρξιστική θεωρία των κοινωνικών τάξεων. Και όμως, πρόκειται για μια παράδοση που έχει να μας πει πολλά περισσότερα από τις απλές εμπειρικές "διαπιστώσεις", ότι οι αστυνομικοί είναι εργαζόμενοι που ενίοτε γίνονται βίαιοι επειδή ακολουθούν οδηγίες.


Καταρχήν, οι αστυνομικοί είναι μια επαγγελματική ομάδα που δεν μπορεί να οριστεί με αναφορά στις σχέσεις παραγωγής, διότι δεν συμμετέχουν στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, στην σφαίρα της οικονομίας που παράγει προστιθέμενη αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά και δημιουργούν τις δύο βασικές μορφές εισοδήματος: τον μισθό και το κέρδος. Η επαγγελματική ομάδα των μπάτσων βρίσκεται έξω από την σφαίρα της παραγωγής: ανήκουν στις κατώτερες βαθμίδες κρατικών υπαλλήλων και συμβάλλουν, με τον τρόπο τους, στην κοινωνική αναπαραγωγή. Η αμοιβή της εργασίας τους δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή ούτε αξίας ούτε υπεραξίας: είναι ένα εισόδημα που τους εκχωρείται από τα φορολογικά έσοδα σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους.


Για τους λόγους αυτούς, η ταξική θέση των αστυνομικών δεν μπορεί να βρίσκεται κοντά στην βιομηχανική εργατική τάξη ή στο προλεταριάτο των υπηρεσιών. Αντιθέτως, από καθαρά οικονομική άποψη, η θέση τους είναι όμοια με όλα εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά, πλην όμως, συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για όλους τους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, τους εκπαιδευτικούς, τους στρατιωτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό, και τους άλλους εργαζόμενους που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του συστήματος, ο καθένας με τον τρόπο του, χωρίς να παράγουν οι ίδιοι οικονομική αξία, εμπορεύματα.


Για όλες αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες, ο οικονομικός προσδιορισμός της ταξικής θέσης είναι εξαιρετικά αδύναμος και έχει αρνητική αξία: μάς λέει κυρίως σε ποιες τάξεις δεν ανήκουν οι εργαζόμενοι στον στενό δημόσιο τομέα χωρίς να μας λέει πού ακριβώς ανήκουν. Για τον λόγο αυτό, η μαρξιστική θεωρητική παράδοση εισάγει στο σημείο τρία ακόμη κριτήρια της ταξικής θέσης: τη σχέση με το κράτος (δηλαδή την εξουσία), την σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγή, και τη σχέση με τις ιδέες (την ιδεολογία). Αυτά είναι τα κριτήρια που μπορούν να μας εξηγήσουν την ταξική διαφορά μεταξύ ενός αστυνομικού των ειδικών δυνάμεων (ενός μπάτσου δηλαδή), ενός καθηγητή του δημόσιου λυκείου, ενός γιατρού και ενός οδηγού απορριμματοφόρου του Δήμου.


Προφανώς, ένας μπάτσος και ένας γιατρός του ΕΣΥ, έχουν διαφορετική σχέση με τον κράτος: ο δεύτερος φροντίζει τους πολίτες, με ανάθεση από το κοινωνικό κράτος, ενώ ο πρώτος υπηρετεί τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους (δηλαδή της πολιτικής εξουσίας), που του έχει αναθέσει να ασκεί καταστολή και βία προκειμένου να διατηρηθεί (ή να διατηρήσει τις ισορροπίες της) η πολιτική εξουσία. Η ταξική θέση του γιατρού του ΕΣΥ ορίζεται σε σχέση με το κοινωνικό κράτος, ενώ του αστυνομικού σε σχέση με τον μηχανισμό του κράτους ως δύναμη καταστολής και καταπίεσης των "εχθρών του κράτους".


Αυτό μας φέρνει στην ιδεολογία: Κάθε επάγγελμα, μαζί με τις θεωρητικές ή τεχνικές γνώσεις που απαιτεί η εξάσκησή του, φέρνει μαζί του και κανόνες για την ορθή χρήση τους, που πρέπει να έχει ο καθένας ανάλογα με το επάγγελμα που θα ασκήσει. Πρόκειται για πρακτικούς κανόνες δεοντολογίας, ορθής συμπεριφοράς κλπ που αντλούν την ύπαρξή τους από μιαν αντίστοιχη ιδεολογία -μιαν ιδεολογία καλλιεργημένη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, ιδιαίτερα δε από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αφού αυτός παράγει, εν πολλοίς, τα επαγγέλματα. 

Έτσι, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού του ΕΣΥ συνοδεύεται από κανόνες που συμπυκνώνονται στον όρκο του Ιπποκράτη, αλλά και άλλους κανόνες, που αντλούν την ύπαρξή τους από τις ανθρωπιστικές ιδεολογίες, αυτές που αναφέρονται στην "αξία" της ανθρώπινης ζωής και της υγείας, στα κοινωνικά δικαιώματα κλπ. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιατρικής ιδεολογίας και τέτοιων αντίστοιχων κανόνων, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού θα ήταν αδύνατη, και κάθε γιατρός θα ήταν ελεύθερος να αποφασίζει κατά την προσωπική του αντίληψη, αυθαίρετα, για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων ζωής και θανάτου. Αντίστοιχα, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου, δηλαδή των ειδικών σωμάτων πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, συνοδεύεται από κανόνες (των οποίων την εφαρμογή βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους) που αντλούν την ύπαρξή τους από την πολιτική ιδεολογία του "εσωτερικού εχθρού", δηλαδή από μια ιδεολογία διάκρισης και μίσους. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιδεολογίας μίσους και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου θα ήταν αδύνατη, διότι κάθε μπάτσος θα έπρεπε να αποφασίζει καθημερινά για την ηθική νομιμότητα της αιματηρής επαγγελματικής του πρακτικής εν μέσω μιας κοινωνίας που εμφορείται, ακόμη σε μεγάλο βαθμό, από ανθρωπιστικές αξίες δικαιοσύνης, ανεκτικότητας, κοινωνικών δικαιωμάτων, ελευθερίας κλπ.

Στην ελληνική της εκδοχή, η ιδεολογία του εσωτερικού εχθρού, που κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς του μπάτσου, είναι ιδιαίτερα ισχυρή και εμπλουτισμένη από την ίδια την ελληνική ιστορία της Εθνικοφροσύνης, ιδιαίτερα δε του εμφυλίου πολέμου: τα κομμούνια, οι αναρχικοί και οι κάθε είδους ομάδες με παρεκκλίνουσα πολιτική συμπεριφορά ως προς τις πατροπαράδοτες αξίες του Έθνους, απειλούν με διάλυση τον μεγάλο πολιτισμό των Ελλήνων, από τον Παρθενώνα μέχρι σήμερα. Είναι οι εχθροί της κοινωνίας, είναι αμετανόητοι και αποφασισμένοι, και για τον λόγο αυτό τους αξίζει κάθε είδους βίας, στα πλαίσια που ορίζει βεβαίως η αστική εξουσία -δηλαδή το Αφεντικό.


Τέτοιοι είναι οι μη οικονομικοί ταξικοί προσδιορισμοί της ομάδας των μπάτσων. Είναι αυτοί οι προσδιορισμοί που χαλυβδώνουν την θέλησή τους να ασκήσουν χωρίς αναστολές βία επάνω σε πολίτες, που διεγείρουν το ζωώδες πνεύμα τους, τους συγκροτούν σε ομάδα κρούσης και τους μετατρέπουν από επαγγελματική ομάδα σε κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε ομάδα που εμφανίζεται στην αιματηρή σκηνή της πολιτικής βίας ως ένα και μοναδικό υποκείμενο, ένα και μοναδικό πρόσωπο, με ενιαία θέληση και ομοιογενοποιημένο μίσος για τους εχθρούς του Έθνους.



 Πηγή: gregor der grieche

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Έκθεση του ΟΟΣΑ από το 1996 για το πως να περάσει μια κυβέρνηση τα αυστηρά μέτρα λιτότητας στο πληθυσμό !


Το 1996, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσιεύει στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του, CAHIERS DE POLITIQUE ÉCONOMIQUE (στα Γαλλικά), ένα άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον με τίτλο «Οι δυνατότητες πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών» (στα Αγγλικά). http://gregordergrieche.blogspot.grΠρόκειται ουσιαστικά, όπως αναφέρεται εξάλλου, για την έκθεση του Κέντρου Ανάπτυξης του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών ώστε να μπορέσει μια κυβέρνηση να περάσει τα αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές, που επέβαλε κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου. Όπως θα διαπιστώσετε, πέρα από το ότι ο κυνισμός των νέων Μακιαβέλι συναγωνίζεται την επιστημοσύνη τους, αυτά που ζούμε σήμερα εδώ δεν προέκυψαν στην τύχη. Κι αν το γνωρίζουμε ήδη, οπωσδήποτε έχει άλλη βαρύτητα να το ακούμε, απερίφραστα ομολογημένο, από τα πλέον αρμόδια στόματα.

Ακολουθεί το άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον

«Οι πολιτικές οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές ταραχές, ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλότητα των χωρών. Στο παρόν Τετράδιο οικονομικής πολιτικής αναλύονται οι πολιτικές συνέπειες αυτών των προγραμμάτων. Όπως προέκυψε από τη συστηματική μελέτη πέντε χωρών και δυο σημαντικών αντιπροσωπευτικών δειγμάτων στη λατινική Αμερική και την Αφρική, το πολιτικό κόστος σε απεργίες, διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διαφέρει ανάλογα με τα μέτρα που ελήφθησαν. Πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η επείγουσα κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, κρίθηκε ότι μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί με την αποκατάσταση των μακρο-οικονομικών ισορροπιών. Έτσι, οι διαρθρωτικές αναπροσαρμογές περιορίστηκαν σ’ ένα πρόγραμμα σταθερότητας με μοναδικό κριτήριο την ταχύτερη δυνατή μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Πολύ σύντομα όμως συνειδητοποιήσαμε πως η σταθεροποίηση δεν είναι αυτοσκοπός. […] Πράγματι, όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος. […] Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της. […]




Ως εργαλείο, το κράτος χρησιμοποιεί την καταστολή


Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι, σύμφωνα με στατιστικές που στηρίζονται στη μελέτη δεκάδων χωρών επί μια δεκαετία, το πολιτικό κόστος διαφοροποιείται ανάλογα με τα μέτρα. Πρόκεται για ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, διότι σημαίνει πως μπορεί μέσα από τη μελέτη των μέτρων και των αντιδράσεων να εκπονηθεί ένα βέλτιστο πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή ένα πρόγραμμα που θα ελαχιστοποιεί τους κινδύνους. […]

Τα μέτρα που προκαλούν τις περισσότερες διαδηλώσεις, είναι εκείνα που πλήττουν ολόκληρο τον πληθυσμό και έχουν σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών, ο,τιδήποτε κι αν την προκαλεί (περικοπές επιδομάτων, αύξηση των έμμεσων φόρων ή υποτίμηση). Έτσι, στη Ζάμπια ο διπλασιασμός της τιμής του αλευριού και του καλαμποκιού το Δεκέμβριο του 1984, εξαιτίας της περικοπής επιδομάτων, προκάλεσε κύμα ταραχών η καταστολή των οποίων καταμέτρησε 15 νεκρούς. Παρόμοια, όταν το 1988 η κυβέρνηση της Νιγηρίας αύξησε την τιμή του πετρελαίου, το οποίο αγόραζαν κυρίως τα φτωχά νοικοκυριά, είχαμε ταραχές με 6 νεκρούς διαδηλωτές. […]


Άλλα μέτρα όμως, όπως οι περικοπές των δημόσιων επενδύσεων, ή των λειτουργικών εξόδων (εκτός των μισθών), δεν προκαλούν σοβαρή αναταραχή. […] Οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις πλήττουν κυρίως τον τομέα της οικοδομής, που μαστίζεται τότε από πτωχεύσεις και απολύσεις. Όμως αυτός ο τομέας αποτελείται κυρίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που δεν έχουν μεγάλο πολιτικό βάρος. […] Από την άλλη, οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση. […]


Το βέβαιο είναι ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας ενάντια στη θέληση ολόκληρης της κοινής γνώμης.Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η αρμόδια κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες. […]


Η απελευθέρωση των εισαγωγών και το άνοιγμα των επαγγελμάτων − ένα μέτρο στο οποίο επιμένει πάντοτε η Παγκόσμια Τράπεζα − προκαλεί αντίθετες αντιδράσεις, από τις οποίες η κυβέρνηση μπορεί να επωφεληθεί. […] Μπορεί για παράδειγμα να καταργήσει τους δασμούς σε πρώτες ύλες που αγοράζουν όλες οι επιχειρήσεις, ή σε βασικά προϊόντα που δύσκολα μπορούν να προμηθευτούν οι μικρές επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα συμμάχους, που θα στηρίξουν την πολιτική της απελευθέρωσης και του ανοίγματος. […]


Η κυβέρνηση που καλείται να εφαρμόσει αναδιαρθρωτικά προγάμματα, είναι υποχρεωμένη να πάρει αντιλαϊκά μέτρα. […] Καλώντας σε βοήθεια το ΔΝΤ, μπορεί να επωφεληθεί και σε πολιτικό επίπεδο γιατί θα μπορεί να απαντάει σε όσους αντιδρούν, ότι τα μέτρα προβλέπονται από τη συμφωνία που επέβαλε το ΔΝΤ και είναι υποχρεωμένη να τα πάρει θέλοντας και μη. […]


Καλό είναι τα μέτρα να λαμβάνονται πριν ξεσπάσει κρίση. Υπάρχουν όμως τρόπο αντιμετώπισης του πολιτικού κόστους ακόμη κι αν τα μέτρα λαμβάνονται αφού ξεσπάσει η κρίση. […] Εάν η κυβέρνηση εκλεγεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, έχει μπροστά της μια μικρή χρονική περίοδο (4 με 6 μήνες) κατά την οποία η κοινή γνώμη εξακολουθεί να την στηρίζει και κατά την οποία μπορεί να ρίχνει την ευθύνη για τα αντιλαϊκά μέτρα στους προκατόχους της. Σε αυτό το διάστημα, οι συντεχνίες χάνουν προσωρινά τη δύναμή τους και τότε η κυβέρνηση πρέπει να σπεύσει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους. Έπειτα από αυτή την περίοδο χάριτος τα πράγματα δυσκολεύουν τρομερά. Η νέα κυβέρνηση θεωρείται ολοένα και περισσότερο μόνη υπεύθυνη για την κατάσταση κι έτσι αναγκάζεται ν’ αναλάβει αυτή το σύνολο του πολιτικού κόστους της αναδιάρθωσης. […]


Από την πρώτη λοιπόν στιγμή που θ’ ανέβει στην εξουσία, πρέπει να σταματήσει την αισιόδοξη ρητορική και να επιμείνει, ακόμα και υπερβάλλοντας, για τη σοβαρότητα των οικονομικών ανισορροπιών, να υπογραμμίζει τις ευθύνες των προκατόχων της και το ρόλο εξωγενών δυσμενών παραγόντων. […]


Από τους κινδύνους που θα παρουσιαστούν, αυτός των απεργιών είναι ο μικρότερος. Οι απεργίες κινητοποιούν κατά βάση τους μισθωτούς του μοντέρνου τομέα και όχι τις πιο φτωχές κοινωνικές τάξεις. Με τις κατάλληλες παραχωρήσεις, η κυβέρνηση μπορεί να τις τελειώσει.[…]Παρολαυτά οι απεργίες μπορεί να ευνοήσουν το ξέσπασμα διαδηλώσεων. Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθεαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες.


[…] Οι περικοπές στο στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένα από τα κυριότερα μέτρα των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δεν είναι τόσο επικίνδυνες πολιτικά όσο η άνοδος των τιμών στα είδη κατανάλωσης. Προκαλούν απεργίες μάλλον παρά διαδηλώσεις, πλήττουν περισσότερο τις μεσαίες τάξεις παρά τα φτωχότερα στρώματα και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση μπορεί να αποτανθεί στον πραγματισμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορεί για παράδειγμα να τους εξηγήσει, ότι εφόσον το ΔΝΤ επιβάλλει περικοπές κατά 20% στο δημόσιο, το μόνο που απομένει είναι είτε να μειωθούν οι μισθοί, είτε να γίνουν απολύσεις, και η ίδια προτιμάει να κάνει το πρώτο προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η εμπειρία μας από τις περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις δείχνει, πως αυτό το επιχείρημα εισακούγεται. […]


Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αυτή η υποβάθμιση όμως πρέπει να γίνει βήμα προς βήμα, σε ένα σχολείο αρχικά και όχι στο γειτονικό σχολείο, ώστε να αποφευχθεί μια γενικευμένη αντίδραση του πληθυσμού. […]


Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο πολιτικά από τη λήψη συνολικών μέτρων για την αντιμετώπιση ενός μακρο-οικονομικού προβλήματος. Αν λοιπόν θέλουμε να μειώσουμε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να τους μειώσουμε πρώτα σε έναν ορισμένο τομέα, να ψαλλιδίσουμε την ονομαστική αξία τους σε έναν άλλο κι ακόμα και ν’ αυξήσουμε τους μισθούς σε κάποιον τομέα που είναι κρίσιμος από πολιτική άποψη. Το ίδιο και με τα επιδόματα. Δεν τα κόβουμε όλα μαζί. Πρέπει να φροντίζουμε απεριόριστα τις λεπτομέρειες: αν π.χ. τα φτωχά νοικοκυριά καταναλώνουν μόνο τη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, μπορούμε ν’ αυξήσουμε την τιμή της ζάχαρης σε κύβους. […]


Σημαντικό είναι το συμπέρασμα που λέει, ότι μια κυβέρνηση αποτυχαίνει για δυο λόγους: είτε επειδή εμπιστεύεται την υλοποίηση του προγράμματος σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών σε τεχνοκράτες, που παραμελούν το πολιτικό κόστος∙ είτε επειδή την εμπιστεύεται αποκλειστικά στους αρμόδιους πολιτικούς, που ενδιαφέρονται για το στενό πολιτικό κόστος. […]


Για να έχει μια κυβέρνηση το περιθώριο ώστε να κάνει τους πολιτικούς ελιγμούς που απαιτεί ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, πρέπει να στηρίζεται από ένα ή δυο μεγάλα κόμματα και όχι από μια συμμαχία μικρών κομμάτων.Γι’ αυτό χρειάζεται ένα κατάλληλο εκλογικό σύστημα, με πολλές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες. Άλλα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας είναι αυτά που νομοθετηθούν προσωρινές ειδικές εξουσίες, ή τον εκ των υστέρων έλεγχο από τη δικαστική εξουσία ώστε να μην μπορούν οι δικαστές να ελέγχουν εκ των προτέρων την εφαρμογή ενός προγράμματος. Το δημοψήφισμα είναι ένα αποτελεσματικό όπλο στα χέρια μιας κυβέρνησης όταν έχει αυτή την πρωτοβουλία των κινήσεων. Μπορεί να καταφεύγει σε δημοψήφισμα, ώστε να εγκριθεί ένα συγκεκριμένο μέτρο της και να θέσει εκτός μάχης μια συμμαχία αντιφρονούντων. Επιπλέον, όταν κάποια μέτρα προκαλέσουν ένα αυξανόμενο κύμα ταραχών και καταστολής, τότε η προκήρυξη δημοψηφίσματος μπορεί να ηρεμήσει το πολιτικό παιχνίδι και να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης αποφορτίζοντας την πίεση των διαδηλωτών. […]


Εξίσου βοηθάει το μοίρασμα των ρόλων μεταξύ των διεθνών οργανισμών − οι οποίοι αναλαμβάνουν το ρόλο να υπενθυμίζουν τις σκληρές υποχρεώσεις του προγράμματος αναδιάρθρωσης − και μιας σειράς χωρών, που θα παίζουν το ρόλο χορηγών και θα παρέχουν κάποια βοήθεια όταν ορισμένα πολύ σκληρά μέτρα γίνονται πολύ επικίνδυνα.[…]»

από alfavita