Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας


laxeio
Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.
Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.
Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]
Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».
Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.
Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί
Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».
Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.
Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].
Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.
Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.
Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.
Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.
Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.
_____________________________________________________________________________
[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Αποανάπτυξη: Το τέλος (;) της ανάπτυξης

Γιώργος Καλλής: «Αποανάπτυξη: Το τέλος (;) της ανάπτυξης»

αποαναπτ1
Το Περιοδικό - Οικολογία + Περιβάλλον - 19/02/2015
Με αφορμή το Φόρουμ – Πολιτικό εργαστήρι «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη: προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού», που διεξάγεται στο Πολυτεχνείο από τις 20 έως και τις 22 Φεβρουαρίου, αναδημοσιεύουμε μία συνέντευξη που έδωσε στον Αλέξανδρο Παναγόπουλο, για το περιοδικό fractal, ο Γιώργος Καλλής, καθηγητής πολιτικής οικολογίας και οικολογικών οικονομικών στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ο οποίος θα συμμετέχει στο τριήμερο αυτό Φόρουμ στο Πολυτεχνείο.
Θεωρούμε, όπως γράφαμε και σε ένα από τα πρώτα άρθρα -και όχι μόνο- που ανεβάσαμε στο Περιοδικό, ότι το ζήτημα της ευημερίας αποτελεί βασικό ζητούμενο και κριτήριο προόδου μιας κοινωνίας και ότι είναι καιρός να αρχίσουμε να αποσυνδέουμε την έννοια και τη διαδικασία της ευημερίας από την κυρίαρχη αντίληψη της σχέσης της με την ανάπτυξη. Κι αν ακόμα μας φαίνεται δύσκολο να φανταστούμε μία κοινωνία χωρίς το ζητούμενο της οικονομικής ανάπτυξης να την οδηγεί, ας σκεφτούμε, τουλάχιστον, με πόσα πράγματα είναι συνυφασμένο το ζητούμενο αυτό: ανισότητα, εξαθλίωση, κοινωνική αδικία, καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, εξάντληση των φυσικών πόρων. Αλήθεια, μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη; Ή, μήπως, θα ήταν καλύτερο –βιωσιμότερο- να στρέψουμε την προσοχή μας αλλού; Περισσότερα, στη συνέντευξη που ακολουθεί:
Kallis2
Γιώργος Καλλής
«… Ήταν μία ψεύτικη ανάπτυξη, ανάπτυξη στα χαρτιά βασισμένη στο χρέος…». Με τα λόγια αυτά περιγράφει στο fractal ο Γιώργος Καλλής τη διαδικασία παραγωγής πλούτου τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια στη Δύση στιγματίζοντάς την ως βασική αιτία της κρίσης. Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις ακαδημαϊκών δασκάλων, ιδίως του κλάδου της οικονομικής επιστήμης, που τολμούν να μιλούν και να προωθούν προτάσεις και ιδέες εκτός της ορθοδοξίας που επικρατεί στον χώρο τους. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι προτάσεις αυτές αμφισβητούν ευθέως το κυρίαρχο μοντέλο της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης ως αντιοικολογικό και αντικοινωνικό. Σ΄ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο καθηγητής πολιτικής οικολογίας και οικολογικών οικονομικών στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης Γιώργος Καλλής, ο οποίος μιλάει στο fractal για την ιδέα της αποανάπτυξης. Μία θεωρία που ξεπήδησε από τον κλάδο των οικολογικών οικονομικών και αρνείται την ανάπτυξη με την παραδοσιακή της έννοια υποσχόμενη ταυτόχρονα οικολογική ευαισθησία και δημοκρατική εμβάθυνση.
- Ακούμε διαρκώς τα τελευταία 4-5 χρόνια ερμηνείες και προσεγγίσεις από οικονομολόγους από διαφορετικές σχολές γύρω από τις αιτίες και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης όπως και για πιθανές λύσεις. Πώς θα μπορούσε όμως να περιγραφεί η κρίση με όρους των οικονομικών της οικολογίας; Ποια μπορεί να είναι η αφήγηση της από οικολογική σκοπιά;
H οικολογία λέει ότι η ιδέα της διαρκούς ανάπτυξης χωρίς όρια είναι ανθρώπινη επινόηση και δεν είναι συμβατή με τη φύση. Τίποτα στον φυσικό κόσμο δεν αναπτύσσεται επ’ αόριστον. Η ιδέα ότι η οικονομία συνεχώς μπορεί να αυξάνεται στους ρυθμούς ανάπτυξης που εμείς έχουμε αποφασίσει ότι χρειαζόμαστε για να αναπαράγεται το κεφάλαιο, δηλαδή 2-3% τον χρόνο, αυτή η ιδέα λοιπόν συναντά αργά ή γρήγορα οικολογικά, και όχι μόνον, όρια. Επί του προκειμένου, ήδη από τη δεκαετία 1970-80 συνάντησε ενεργειακά όρια, με την αύξηση της τιμής του πετρελαίου αλλά και της τιμής των πρώτων υλών. Συνάντησε όμως και κάποια άλλα όρια. Στις αναπτυγμένες οικονομίες της δύσης – πράγμα που γνωρίζουμε από τα παραδοσιακά οικονομικά όχι μόνο από τα οικολογικά οικονομικά – οι ταχείς ρυθμοί ανάπτυξης συναντώνται είτε σε μια οικονομία στα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισής της είτε μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Η περίοδος ταχείας ανάπτυξης στην Δύση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Το ίδιο και η Κίνα σήμερα, μία μικρή οικονομία που τώρα εκβιομηχανίζεται, αλλά αφού ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, θα φτάσει και αυτή χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για μία ήδη μεγάλη οικονομία να συνεχίζει να μεγαλώνει συνέχεια με 2, 3 ή 4% κάθε χρόνο. Είναι και μαθηματικά αδύνατο αλλά και οικολογικά αφού, αργά ή γρήγορα, υπεισέρχονται σημαντικοί περιορισμοί. Αυτό που συνέβη από τη δεκαετία του 1980 και μετά ήταν ότι, αφού δεν ήταν δυνατή η περαιτέρω μεγέθυνση των οικονομιών στις χώρες της Δύσης, αλλά ήταν απαραίτητη δεδομένου του τρόπου που λειτουργεί ο καπιταλισμός, η λύση που βρέθηκε – και δεν εννοώ εδώ ότι υπήρχε κάποια συνωμοσία – αλλά η λύση στην οποία έμμεσα κατέληξαν τα πράγματα ήταν ο δανεισμός και η αύξηση του χρέους. Αύξηση και του δημόσιου χρέους, όπως στην Ελλάδα, αλλά και του ιδιωτικού χρέους όπως στις περισσότερες άλλες χώρες. Δεν κάναμε κάτι ιδιαίτερο εμείς εδώ να αυτομαστιγωνόμαστε. Όλοι δανείστηκαν προκειμένου να διατηρήσουν αυτή την ψεύτικη ανάπτυξη, η οποία ήταν ανάπτυξη στα χαρτιά, ανάπτυξη με χρέος, με χρηματικά παράγωγα, με λογικές «θα πληρώσουμε μετά από 20 χρόνια …» κλπ.. Αυτό συνέβη σε όλες τις χώρες με φούσκες, στην αγορά κατοικίας, στα χρηματοπαράγωγα, στον οικογενειακό δανεισμό κοκ.
- Δηλαδή όπως το περιγράφετε τα οικολογικά οικονομικά κατά κάποιον τρόπο επαναφέρουν στη συζήτηση για την οικονομική ανάπτυξη το ζήτημα των φυσικών πόρων. Ότι δηλαδή η εκμετάλλευση και διανομή τους έχει κάποια όρια.
Ναι, όμως τα οικολογικά οικονομικά μας υπενθυμίζουν και κάτι άλλο: ότι υπάρχουν και επιπτώσεις. Η οικονομική διαδικασία παράγει και απόβλητα. Και όταν λέω απόβλητα δεν εννοώ μόνο σκουπίδια και τοξικά απόβλητα, τα οποία επίσης είναι σημαντικά, αλλά το πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή είναι οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα, που είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο σαν στρουθοκάμηλοι επιμένουμε να αγνοούμε. Η αλλαγή του κλίματος, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη, ένα προς ένα, με τη μεγέθυνση της οικονομίας είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, στο οποίο δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να υπάρχει λύση. Yποτίθεται ότι ειδικοί και κυβερνήσεις συζητούν, ενημερώνονται και διαπραγματεύονται, αλλά φυσικά ποτέ δεν καταλήγουν σε καμία συμφωνία, αφού κανείς δεν τολμά να πει όχι στην ανάπτυξη. Το πρόβλημα εν τω μεταξύ διογκώνεται και ήδη βιώνουμε τα πρώτα αποτελέσματα. Aν οι επιστήμονες έχουν δίκιο, σε 20-30 χρόνια θα μιλάμε για τεράστιες αλλαγές και καταστροφές. Oπότε και από τις δύο πλευρές, και από την πλευρά της εκμετάλλευσης πόρων αλλά και από την πλευρά της εκροής αποβλήτων, η οικονομία περιορίζεται από το φυσικό περιβάλλον, θα έλεγα καλύτερα ότι εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον.
- Στην έρευνα και το έργο σας κεντρική θέση κατέχει η έννοια της «αποανάπτυξης» η οποία συνδέεται με αυτές τις οικολογικές διαστάσεις. Μπορείτε να μας εξηγήσετε σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η έννοια σε σχέση την οικονομία;
Ναι, ας το δούμε με την ανάγνωση που έκανα πριν. Δηλαδή της κρίσης, και της οικολογικής και της οικονομικής, ως προϊόν της υπέρμετρης ανάπτυξης η οποία ούτε εφικτή είναι ούτε επιθυμητή. Και δεν είναι εφικτή για τους λόγους που είπα, διότι υπάρχουν όρια στους πόρους και γιατί την κάνουμε εφικτή με δανεισμό και με ψεύτικο χρήμα. Aλλά δεν είναι και επιθυμητή γιατί, ακόμη και αν συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε, έστω και με 1-2 % τον χρόνο, αυτό σημαίνει τεράστια αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε 30-40 χρόνια, πράγμα που θα είναι καταστροφικό για τον πλανήτη. Δεν είναι και επιθυμητή όμως γιατί σε τίποτα δεν βελτιώνει το επίπεδο ζωής. Είναι μήπως ο μέσος Έλληνας πιο ευτυχισμένος σήμερα από ότι ήταν 30 χρόνια πριν επειδή η οικονομία μας είναι δυο φορές μεγαλύτερη; Οπότε υπό καμία έννοια δεν νομίζω ότι υπαρχει λόγος να συνεχίσουμε την ανάπτυξη. Αλλά ξέρουμε, και το ξέρουμε πολύ καλά εδώ στην Ελλάδα, ότι η έλλειψη ανάπτυξης εντός ενός συστήματος καπιταλιστικού, η έλλειψη αύξησης του ΑΕΠ δηλαδή, σύντομα φέρνει προβλήματα, ανεργία, αδυναμία αποπληρωμής χρεών, κ.ο.κ. Οπότε η αποανάπτυξη τι λέει; Η αποανάπτυξη λέει ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε και να αυτοκαταστρεφόμαστε. Πρέπει να ξεφύγουμε, να δραπετεύσουμε από αυτόν τον στόχο της ανάπτυξης, να φτιάξουμε ένα καλύτερο αύριο αλλά χωρίς να πρέπει να αναπτύσσεται η οικονομία, χωρίς να προσπαθούμε συνέχεια να αυξάνουμε το ΑΕΠ. Γνωρίζουμε βέβαια ότι αυτό εντός των οικονομιών που ζούμε δεν γίνεται, οπότε πρέπει να φτιάξουμε κάτι καινούργιο, μια κοινωνία η οποία να είναι βιώσιμη χωρίς ανάπτυξη. Αυτή είναι πολύ χονδρικά η ιδέα της αποανάπτυξης. Αυτό δεν σημαίνει την αντίστροφη διαδικασία της ανάπτυξης, δεν σημαίνει μείον 2% ΑΕΠ τον χρόνο. Αυτό είναι ύφεση, είναι καταστροφή. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την έλλειψη ανάπτυξης σε μια κοινωνία ανάπτυξης. Απονανάπτυξη σημαίνει απελευθέρωση, να απελευθερωθούμε από την μανία της ανάπτυξης, να επιδιώξουμε το συλλογικό ευ ζην, χωρίς να το μετράμε σε ευρώ.
- Είναι λοιπόν μία θεωρία οικονομική-οικολογική αλλά και βαθιά πολιτική όπως την περιγράφετε. Από αυτή την άποψη τα γνωστά οικολογικά πολιτικά κόμματα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη έχουν εγγράψει στοιχεία αυτής της θεωρίας στα προγράμματά τους;
Φυσικά την συζητούν αφού είναι μια ιδέα η οποία προέρχεται από το οικολογικό κίνημα. Τη συζητούν αλλά θα έλεγα ότι διστάζουν γιατί, όπως καταλαβαίνετε, πολιτικά ο όρος είναι ριψοκίνδυνος και δύσκολος να τον εξηγήσεις στον πολύ κόσμο στα 5 λεπτά που έχεις πρόσβαση στην τηλεόραση τον χρόνο. Θα έλεγα ότι γενικώς είναι μοιρασμένα τα πράγματα εντός των πράσινων κομμάτων. Δηλαδή κάποιοι την πιστεύουν την ιδέα, γιατί έχει να κάνει με βασικές αρχές του οικολογικού κινήματος. Κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να είναι αιθεροβάμονες. Πιστεύουν ότι με ανάπτυξη και τεχνολογική πρόοδο μπορούμε και να λύσουμε τα οικολογικά προβλήματα και να συνεχίσει να αναπτύσσεται εσαεί η οικονομία, πράσινη αυτή την φορά. Τώρα κάποια πράσινα κόμματα, όπως στην Καταλονία για παράδειγμα, βάζουν επιλεκτικά το θέμα της αποανάπτυξης στο πρόγραμμά τους εννοώντας κυρίως μείωση της κατανάλωσης φυσικών πόρων. Δεν εννοούν όμως απαραίτητα εγκατάλειψη του στόχου της ανάπτυξης της οικονομίας, συνήθως μιλούν για επιλεκτική αποανάπτυξη κάποιων συγκεκριμένων τομέων, τομέων που μολύνουν πολύ.
 Kallis1
- Άρα θα λέγαμε ότι η όλη ιδέα της «αποανάπτυξης» για την ώρα έχει περισσότερο κινηματικό χαρακτήρα παρά καθαρά πολιτικό.
Ναι, κινηματικό και επιστημονικό .
- Στη συζήτηση για την αποανάπτυξη η Αριστερά τι θέση μπορεί να έχει κατά τη γνώμη σας;
Ποια θέση μπορεί ή ποια θέση θα έπρεπε να έχει; Πιστεύω ότι θα έπρεπε να την ενστερνιστεί μια και είναι μια ιδέα κατεξοχήν αριστερή. Ο κινηματικός χαρακτήρας του εγχειρήματος είναι εντός της Αριστεράς. Και στην Ελλάδα και στην Ισπανία που γνωρίζω, στη βάση της Αριστεράς, στα νέα παιδιά που είναι οργανωμένα στον αριστερό ή στον αυτόνομο χώρο, η αποανάπτυξη είναι μια ιδέα που είναι αρκετά προσφιλής. Από την άλλη, η παραδοσιακή Αριστερά έχει και αυτή την αναπτυξιομανία της. Περισσότερο οι παλαιότερες γενιές θα έλεγα, αυτοί που μεγαλώσαν με τον Δρόμο με τις Φάμπρικες και τα 5ετή προγράμματα και είναι προσκολλημένοι στην ιδέα της εγχώριας παραγωγής και της κρατικής παρέμβασης προκειμένου να αναπτυχθεί η οικονομία. Υπάρχει φυσικά και θεωρητικό υπόβαθρο σε αυτές τις ιδέες που, απλουστευτικά, μπορούμε να πούμε ότι έχουν να κάνουν με την ιδέα ότι η έλευση του σοσιαλισμού απαιτεί πρώτα την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής. Φυσικά, από την εποχή που έγραφε ο Μαρξ, τα μέσα παραγωγής έχουν υπεραναπτυχθεί, ένας φτωχός σήμερα ζει πιο πολλά χρόνια και με πρόσβαση σε περισσότερα υλικά αγαθά απ’ ότι ένας βιομήχανος την εποχή του Μαρξ, αλλά ο σοσιαλισμός ακόμα να έρθει και οι ανισότητες συνεχίζουν να αυξάνονται. Όχι, ο σοσιαλισμός και η ιδέα της ισότητας τίποτα δεν έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη. Μάλλον το αντίθετο. Αν αποφασίσουμε ότι έχουμε αρκετά πια, ίσως έρθει η ώρα να τα μοιράσουμε και πιο δίκαια.
Νομίζω λοιπόν ότι η ιδέα της αποανάπτυξης ταιριάζει πολύ στην Αριστερά υπό την έννοια ότι δίνει και ένα νέο λεξιλόγιο, μία νέα ιδέα, για να πει και να προτείνει κάτι καινούριο. Διότι νομίζω ότι δεν πείθει πια αυτή η ιστορία, δηλαδή άντε να πάρει η Αριστερά στα χέρια της το κράτος, να σταματήσει τις ιδιωτικοποιήσεις, να αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται και να λυθούν όλα τα προβλήματα. Άλλωστε τα ίδια προβλήματα αναπαράγει η Αριστερά και εκεί που έχει πάρει την πολιτική εξουσία. Δείτε τι γίνεται στην Λατινική Αμερική. Ο Μοράλες ή ο Κορέα εκλέχθηκαν στηριζόμενοι στα αυτόχθονα και στα οικολογικά κινήματα που ήταν ενάντια στις εξορύξεις. Και τι έκαναν αυτοί; Συνέχισαν τις εξορύξεις εντατικότερα, και κερδίζουν τις εκλογές στην πλάτη νέων φουσκών, με επενδύσεις σε δρόμους, χτισίματα και τα γνωστά αναπτυξιακά. Δεν θα αμφισβητήσω ότι διένειμαν τον πλούτο καλύτερα από τους κλεπτοκράτες τους οποίους διαδέχθηκαν, δηλαδή ότι έδωσαν μεγαλύτερο μέρος της πίτας στα χαμηλά στρώματα, αλλά συνεχίζουν με πολιτικές οι οποίες είναι καταστροφικές, τόσο για το περιβάλλον όσο και για τις ίδιες τις χώρες τους. Και σε τίποτα φυσικά δεν τα έβαλαν με το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπως διατείνονταν, αντιθέτως έγιναν οι καλύτεροι προμηθευτές του. Ο Κορέα τώρα καθιστά παράνομες τις περιβαλλοντικές οργανώσεις στον Ισημερινό, και ο Μοράλες τα βάζει με τους αυτόχθονες. Αυτούς που τους ψήφισαν.
- Η ίδια η αποανάπτυξη όμως δεν προϋποθέτει και μία αλλαγή σχετική με ζητήματα πολιτικής εκπροσώπησης; Πώς αντιμετωπίζει δηλαδή τους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας (κοινοβουλευτισμό, εκλογές, κόμματα, δικαιώματα); Αναγνωρίζει την αξία και τη σημασία τους ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να συγκροτηθεί ένα αυταρχικό κράτος στο όνομά της;
Όχι, αυτό το ενδεχόμενο δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το πώς εννοώ εγώ την αποανάπτυξη, αν και είναι αλήθεια ότι ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος αν κρίνω από αυτά που ακούω από ορισμένους αντιδραστικούς ή συντηρητικούς οικολόγους, οι οποίοι λένε ότι, αφού ο απλός κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα, χρειάζεται μια παγκόσμια κυβέρνηση να επιβάλλει αυστηρά όρια. Ποιος θα εκλέξει και ποιος θα ελέγξει όμως αυτή την κυβέρνηση αν όχι οι απλοί άνθρωποι που υποτίθεται ότι δεν ξέρουν και χρειάζονται τους ειδικούς για να τους πουν τι πρέπει να κάνουν;
Όχι, η ιδέα που έχω εγώ και έχουν και οι άνθρωποι που δουλεύουμε μαζί, είναι ότι αποανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κρατάμε δηλαδή τους δημοκρατικούς θεσμούς που έχουμε κατακτήσει, και οι οποίοι εκφυλίζονται, και όχι μόνο αυτό, τους πάμε πολύ βαθύτερα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα κενό δημοκρατίας σε μεγάλο βαθμό. Δηλαδή πηγαίνουμε να ψηφίσουμε κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ δυο κομμάτων που πάνω κάτω λένε τα ίδια πράγματα και, στη συνέχεια, όποιο εκλεγεί, ό,τι αποφασίζει και υποδείξει, αυτό πρέπει να το δεχόμαστε για τέσσερα χρόνια, επειδή ψηφίσαμε μια φορά. Και ποιοι ψηφίζουν; Ψηφίζουν το 40% του πληθυσμού, στις δημοτικές εκλογές βλέπω σε διάφορους δήμους ψηφίζει το 10%. Αυτά είναι πληγή της δημοκρατίας, δεν είναι μία κανονική δημοκρατία.
- Ναι, πιο πολύ μοιάζει με τη μεταδημοκρατία που περιγράφει ο Κόλιν Κράουτς.
Ναι, είναι μεταδημοκρατία, γιατί δεν έχουμε πια πραγματική επιλογή. Αυτό βλέπει ο κόσμος και δεν πάει να ψηφίσει. Η αποανάπτυξη, ή τουλάχιστον αυτοί που γράφουμε για την αποανάπτυξη, εμπνεόμαστε από θεωρίες περί άμεσης δημοκρατίας. Δηλαδή περί διαδικασίων οι οποίες κάνουν τη δημοκρατία όχι απλώς μόνο ένα εκλογικό δικαίωμα κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά την καθιστούν βαθιά και ουσιαστική. Ο Καστοριάδης φυσικά έχει γράψει πολλά για αυτό το θέμα και είναι ένας από τους συγγραφείς που διαβάζεται πολύ από αυτούς που μιλούν για αποανάπτυξη. Επίσης, το κίνημα των πλατειών συμβολίζει πάρα πολύ αυτή την ιδέα, την ιδέα δηλαδή ότι δεν μας αρκεί πια αυτή η κοινοβουλευτική δημοκρατία, θέλουμε πραγματική, άμεση δημοκρατία. Δεν θέλουμε φυσικά να καταργηθεί το κοινοβούλιο, αλλά θέλουμε να ανοίξει η δημοκρατία ως διαδικασία.
- Το ρωτάω περισσότερο διότι θα μπορούσε από κάποιους να χρησιμοποιηθεί πιθανώς κι εκ του πονηρού ως μία αντιδημοκρατική πρόταση.
Το να λέμε ότι η υπάρχουσα δημοκρατία δεν αρκεί, δεν σημαίνει ότι είμαστε κατά της δημοκρατίας, σημαίνει ότι θέλουμε να την πάμε παραπέρα. Τα πολιτικά συστήματα είναι για να αλλάζουν, η ιδέα του τέλους της ιστορίας ευτυχώς τελείωσε. Αυτό που λέω είναι ότι ο κοινοβουλευτισμός και έχει εκφυλιστεί και δεν αρκεί. Μπορούμε να πούμε ότι ο κοινοβουλευτισμός και η αντιπροσώπευση σε κάποια θέματα από αιρετούς, που επιλέγουμε κάθε τέσσερα χρόνια, είναι το ελάχιστο. Από εκεί και πέρα υπάρχει η καθημερινότητα και η καθημερινή διαβούλευση. Η δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας, που παίρνουμε σαν παράδειγμα, δεν είχε σχέση με την σημερινή δημοκρατία. Δεν ψήφιζαν κάθε τέσσερα χρόνια και μετά πηγαίναν σπίτια τους και έκαναν τη δουλειά τους. Σήμερα αυτή είναι η ιδέα της δημοκρατίας. Δεν μπορείς να διαμαρτύρεσαι για τίποτα μας λένε, αφού ψήφισες πριν τέσσερα χρόνια, αν θες περίμενε για να ξαναψηφίσεις σε άλλα τέσσερα. Δεν ήταν ποτέ αυτό αυτή η ιδέα της δημοκρατίας.
αποαναπτ2
- Κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης στην Ελλάδα οργανώθηκε μία συστηματική προσπάθεια από τις οικονομικές, πολιτικές και μιντιακές ελίτ της χώρας να αποδοθεί η κρίση σε χρόνιες ελληνικές στρεβλώσεις και παθογένειες ώστε αφενός να περάσουν ομαλότερα τα μέτρα λιτότητας και αφετέρου να απαξιωθεί ακόμη περισσότερο ο ρόλος του κράτους στην οικονομία με αποτέλεσμα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις να φαντάζουν αναπόφευκτες. Αν και στην Ισπανία η κρίση ξεκίνησε από το τραπεζικό σύστημα (φούσκα στεγαστικών δανείων), παρατηρήθηκε εκεί μία αντίστοιχη δαιμονοποίηση του κράτους, το μεγάλο ή κακό κράτος;
Παντού υπάρχει αυτή η δαιμονοποίηση, η οποία έχει αρχίσει από την εποχή της Θάτσερ και του Ρήγκαν, και κάθε τόσο επιστρέφει δριμύτερη. Πάντως, αν ήθελα να μπω σε συγκρίσεις, θα έλεγα ότι στην Ισπανία ακούμε λιγότερο για το κακό κράτος ή τους υπεράριθμους υπαλλήλους, αν και οι περικοπές στα νοσοκομεία και στα σχολεία και εδώ καλά κρατούν. Η διαφορά φυσικά από την Ελλάδα είναι ότι εδώ δεν είναι τόσο το κράτος το ίδιο το οποίο είναι χρεωμένο, όσο οι τράπεζες οι οποίες έδωσαν απλήρωτα στεγαστικά δάνεια σε πολύ κόσμο. Πάνω από τρία εκατομμύρια σπίτια στην Ισπανία παραμένουν άδεια. Αν φυσικά καταρρεύσουν οι τράπεζες το κράτος θα κληθεί να τις καλύψει. Για αυτό και είχε μεγαλώσει τόσο το κόστος δανεισμού της Ισπανίας, το οποίο μετά τις διαβεβαιώσεις του Ντράγκι έχει πέσει πάλι σε χαμηλά επίπεδα. Το μεγάλο αναπτυξιακό φαγοπότι στην Ισπανία είχε άλλα χαρακτηριστικά από το δικό μας. Έγινε από τις περιφερειακές τράπεζες στα συμβούλια των οποίων είχαν θέση οι τοπικοί κυβερνώντες και οι οποίες έδιναν απίστευτα δάνεια για να στηρίζουν τους μεγαλοεργολάβους με «αναπτυξιακά» έργα όπως το αεροδρόμιο φάντασμα της Ciudad Real, το οποίο είναι έτοιμο αλλά παραμένει κλειστό, αφου κανείς δεν θέλει να πετάξει εκεί. Μιλάμε για ένα κύκλωμα πολιτικών, εργολάβων και τραπεζιτών οι οποίοι καταλήστευσαν ουσιαστικά τον δημόσιο πλούτο.
Το ζήτημα εδώ λοιπόν δεν είναι η διαχείριση των ταμειών, των συντάξεων ή των δημόσιων οργανισμών. Οι περικοπές γίνονται απλώς για να αυξηθεί η πιστοληπτική ικανότητα της Ισπανίας και να πέσει το κόστος δανεισμού. Τώρα βέβαια γίνεται και στην Ισπανία όλη αυτή η κουβέντα «δεν κάναμε το ένα, δεν κάναμε το άλλο, δεν παράγουμε τίποτα, είμαστε τεμπέληδες, να κόψουμε τις σιέστες…», πράγματα τελείως γελοία. Να πεις στην Ελλάδα ότι δεν έχουμε παραγωγική οικονομία, πάει κι έρχεται, που πάλι αλήθεια δεν είναι. Να το πεις στην Ισπανία όμως, χώρα με βιομηχανίες κολοσσούς, στον χώρο της ένδυσης ή του αυτοκινήτου, με τεράστια εξαγωγική αγροτική οικονομία, μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου; Για ποιους τεμπέληδες Μεσόγειους μιλάμε; Το ξέρετε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ οι Έλληνες δουλεύουν πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε λαό στην Ευρώπη και οι Γερμανοί ή οι Ολλανδοί το λιγότερο; Το να έχουν οι εργαζόμενοι κοινωνικά δικαιώματα και ελεύθερο χρόνο είναι στοιχείο πολιτισμού, όχι τεμπελιά. Ας αφήσουμε την σιέστα ήσυχη.
- Κατά τη γνώμη σας αυτή η διαδικασία δημιουργίας και αναπαραγωγής δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού έχει ποτέ τέλος;
Το ύστερο καπιταλιστικό σύστημα βασίζεται στο δανεισμό, δεν μπορεί να προχωρήσει, δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς δανεισμό. Πρόκειται για φαύλο κύκλο. Δανείζεσαι για να αναπτυχθείς και μετά υποτίθεται αναπτύσσεσαι για να αποπληρώνεις τα δάνεια. Δεν υπάρχει χώρος για μια σταθερή οικονομία, για μια στιγμή που θα μπορεί η οικονομία να πει, όπως ο λέει ο καθένας μας “αρκετά, έχω αρκετά”. Νομίζω ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί μόνο να μεγαλώνει ή να καταρρέει και εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα. Δηλαδή αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα πρέπει να πουλήσουμε τα πάντα για να αρχίσουμε να αναπτυσσόμαστε 6-7% το χρόνο για να ξεπληρώσουμε τα δάνεια, και μετά να δανειστούμε για να διατηρήσουμε τους ρυμούς ανάπτυξης κ.ο.κ.. Ένας τεράστιος φαύλος κύκλος ο οποίος κάπως πρέπει να σπάσει. Αυτό είναι η αποανάπτυξη. Η πρόταση ότι αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί και πρέπει επιτέλους να σπάσει.http://www.toperiodiko.gr

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Η επανοικειοποίηση της πολιτικής

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΙΑΟΥΝΗΣ


Η επανοικειοποίηση της πολιτικής

Δευτέρα, 05 Ιανουαρίου 2015 10:21
«Δημιουργείστε εκείνους τους θεσμούς οι οποίοι εσωτερικευόμενοι από τα άτομα, διευκολύνουν στο μεγαλύτερο βαθμό την πρόσβασή τους στην ατομική αυτονομία και στην αποτελεσματική τους συμμετοχή σε όλες τις μορφές ρητής εξουσίας που υπάρχουν στην κοινωνία» Κορνήλιος Καστοριάδης
Αυτό που αποτελεί κοινό τόπο εδώ και αρκετά χρόνια είναι η απόδραση του πολιτικού (με την έννοια της διαχείρισης των κοινών υποθέσεων) από την κοινωνία. Το εξουσιαστικό παράδειγμα των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα οδήγησε στην αποδυνάμωση του μαζικού πολιτικού υποκειμένου και στην ηγεμόνευση μιας μικρής μειοψηφίας πάνω στη διαχείριση της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Η συναίνεση στήθηκε επί το πλείστον στην πλήρη απουσία του κοινωνικού πράττειν και διακυβεύματος από τη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τη μια την περιστολή των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που συγκροτήθηκαν από το μεταπολεμικό status και από την άλλη την οριακή εξαφάνιση μιας συνεκτικής αμφισβήτησης και αντιπαράθεσης απέναντι στην κυρίαρχη δομή.
Η δημόσια πολιτική ζωή μετατράπηκε έτσι σε ένα οριοθετημένο θέαμα. Επικοινωνιολόγοι, γιγάντιες διαφημιστικές εκστρατείες, τακτικές διαμόρφωσης και χειραγώγησης της κοινής γνώμης επιστρατεύτηκαν με σκοπό τη διατήρηση και την ενίσχυση της θεσμοθετημένης κυρίαρχης εξουσίας. Η πολιτική οριοθετείται πλέον στη διαμόρφωση μιας θεαματικής και εξιδανικευμένης εικόνας του πολιτικού προσώπου. Επιπλέον έχουμε τη μετατόπιση από την ικανότητα πολιτικής διαχείρισης των ζητημάτων στην ηθικολογική διάσταση της πολιτικής. Η αναζήτηση προσώπων που έχουν δημιουργήσει μια καθόλα ψευδή εικόνα ήθους και προσωπικότητας έχει αποτελέσει το ζητούμενο από την πλειοψηφία. Παρουσιάζεται έτσι η σύζευξη, σύμφωνα με το Jacques Ranciere, της οχλοκρατίας με την επιστημοκρατία, δηλαδή την κυριαρχία των ειδικών του πολιτικού μάνατζμεντ και της τεχνοκρατικής διαχείρισης. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόδραση του πολιτικού από το κοινωνικό γίγνεσθαι, ο κυρίαρχος λόγος δεν απαντά πλέον (εσκεμμένα φυσικά μιας και εξυπηρετείται από αυτό) στη βάση της πολιτικής των θεμάτων αλλά κάνει αναγωγές στο Ήθος. Ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι αλλαγές στο γεωπολιτικό στρατόπεδο έγιναν με την επίκληση του πολέμου ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, ζητώντας έτσι την κοινωνική συναίνεση με όρους μη πολιτικούς.
Η απόλυτη επικράτηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού μοντέλου είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη εξατομίκευση του ανθρωπίνου υποκειμένου και την κυριαρχία της ασημαντότητας γύρω από το ζήτημα των αξιών που συγκροτούν το κοινωνικό σύνολο. Η οικονομική κρίση, που στην ουσία της είναι καθόλα πολιτική, απέδειξε με τον πιο εμφανή τρόπο την κρίση που έχει συνθλίψει συθέμελα την κυρίαρχη θεσμισμένη δομή. Ο καπιταλιστικός Κήπος της Εδέμ που υπόσχεται την είσοδο στον κόσμο της κατανάλωσης και της «ευδαιμονίας» έχει μετατραπεί πλέον σε κόλαση. Τα ιδεολογήματα της προόδου και της ανάπτυξης έχουν καταρρεύσει ενώ το σύστημα αδυνατεί να επιβεβαιώσει τα θεμέλια εγκυρότητάς του. Στον ελλαδικό χώρο βιώνουμε ίσως τον οριστικό θρυμματισμό της μεταπολιτευτικής συναίνεσης, η οποία βασίστηκε περισσότερο στην παροχή δυνατότητας κατανάλωσης από μια ευρύτερη μερίδα του πληθυσμού και στην ισχυροποίηση των πελατειακών σχέσεων και της διαφθοράς παρά στην εγκαθίδρυση θεσμών που θα ισχυροποιούσαν μια δημοκρατική πολιτεία. Από τη στιγμή που το κοινωνικό συμβόλαιο έχει πλέον διαρραγεί, αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του δειλά δειλά το ερώτημα του επαναορισμού της ζωής.
Τα τελευταία χρόνια άρχισε να παρατηρείται μια αύξουσα τάση κοινωνικών κινήσεων ώστε να προσπαθήσουν οι ίδιες να παράγουν πολιτική. Κινήματα πολιτών, τα οποία βλέποντας την αδυναμία του κράτους και των μηχανισμών του να διαχειριστούν την καθημερινότητα και την επιβίωση, προσπάθησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Με κύριους άξονες την αυτοοργάνωση από τα κάτω και τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες κατάφεραν να πετύχουν νίκες, που έδειχναν ότι σταδιακά άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για την έξοδο από την απάθεια. Η σημαντικότητα αυτών των κινημάτων εδράζεται από τη μια στην ευρύτητα της συμμετοχής που εξασφάλισαν και από την άλλη στις νίκες είτε αναφορικά με την ακύρωση κεντρικών πολιτικών σχεδιασμών του κράτους και του κεφαλαίου είτε στη δημιουργία θεσμίσεων με στόχο την πολιτική διαχείριση της ζωής. Δύο ήταν τα πιο σημαντικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων και ίσως και της νεότερης μεταπολιτευτικής ιστορίας. Ο Δεκέμβρης του 2008 και τα κινήματα των πλατειών που συγκροτούνται σήμερα. Η εξέγερση του Δεκέμβρη έδωσε τη δυνατότητα στους από τα κάτω να καταλάβουν τη δύναμή τους και να αμφισβητήσουν τις κυρίαρχες δομές και την αυθεντία με την οποία εκφράζεται η εξουσία. Κι εάν ο Δεκέμβρης ήταν η ερώτηση, τότε η κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται στο Σύνταγμα και στις άλλες πλατείες θα μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση.
Με το κίνημα του Συντάγματος αρχίζει, έστω και σε πρωτόλεια ακόμη μορφή, να σχηματοποιείται μια διαφορετική πρόταση για τη διαχείριση της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Η διεκδίκηση του δημόσιου χώρου, ως καθόλα κοινωνικού και μακριά από κάθε είδους διαμεσολάβηση, ήταν το αρχικό βήμα ώστε να ξεκινήσουν οι διεργασίες και οι αναστοχασμοί γύρω από μια νέα πρόταση κοινωνικής διαχείρισης. Τη στιγμή που τα πολιτικά κόμματα έχουν απολέσει κάθε νόημα από ουσία και παραγωγή πολιτικής, μη μπορώντας πλέον να εκφράσουν κανένα κοινωνικό σύνολο, το ερώτημα πλέον μεταφέρεται στα συλλογικά υποκείμενα, τα οποία έχοντας συνείδηση των συλλογικών διεργασιών, προσπαθούν να συνθέσουν μια πρόταση. Μια συνθήκη, της οποίας η διαύγαση θα μπορούσε να επιφέρει αρκετά ριζοσπαστικά και συγκρουσιακά αποτελέσματα, που αποτελεί πλέον θα λέγαμε κοινό τόπο στις κοινωνικές διεργασίες των πλατειών, είναι το πρόταγμα της Άμεσης Δημοκρατίας. Η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να αποτελέσει καθεστώς αλλά διαδικασία και εργαλείο το οποίο θα συγκροτήσει μια όντως δημοκρατική κοινωνική θέσμιση. Κι αυτό γιατί προϋποθέτει την ισότιμη συμμετοχή όλων μακριά και πέρα από κάθε είδους διαμεσολάβηση. Εξάλλου όταν κάποιος συμμετέχει ο ίδιος σε μια διεργασία δίνοντάς της νόημα και περιεχόμενο, μόνο τότε είναι έτοιμος να την υπερασπίσει αλλά και να τη διευρύνει. Η επικαιρότητα του προτάγματος οφείλεται στο γεγονός από τη μια ότι δεν υπάρχει κάτι ενιαίο να εκπροσωπηθεί κοινωνικά και από την άλλη στην απουσία κάποιας ολιστικής πρότασης για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό. Έτσι η Άμεση Δημοκρατία μπορεί να δώσει τον απαιτούμενο ζωτικό χώρο στις κοινωνικές κινήσεις ώστε να απελευθερώσουν τις δημιουργικές εκείνες δυνάμεις που θα οδηγήσουν σε μια νέα πρόταση κοινωνικής θέσμισης.
Σήμερα οτιδήποτε πραγματικά πολιτικό παράγεται, παράγεται μόνο από την ίδια την κοινωνία και πέρα από παραδοσιακές και ιδεολογικές λογικές και μουχλιασμένα λάβαρα του παρελθόντος. Στο αδιέξοδο που έχει οδηγήσει η κυρίαρχη εξουσιαστική δομή και το φαντασιακό που την περιβάλλει, υπάρχει η ανάγκη ανάδυσης νέων μορφών διαχείρισης. Κι αυτό δείχνει να το αφουγκράζεται ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του κοινωνικού συνόλου. Χρειάζεται όμως ο κόσμος που μαζεύεται στις πλατείες και συγκροτεί ένα ετερογενές αλλά αρκετά αποφασιστικό σύνολο να περάσει στη δημιουργία δικών του θεσμίσεων από τα κάτω. Με αυτοοργάνωση και άμεση δημοκρατία να συγκροτήσει θεσμούς αντιεξουσίας και αυτοθεσμίσεις, τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρύτερο επίπεδο, που θα επιτρέψουν την ανάδυση μιας πραγματικά κοινωνικής αυτονομίας. Κι αυτό δεν αποτελεί μια ουτοπία αλλά μπορεί να πάρει σάρκα και οστά, αρκεί να σκεφτούμε ότι η οργάνωση του αγώνα στο Σύνταγμα και στις άλλες πλατείες αποτελεί το πρόπλασμα και το γονιμοποιό σπέρμα ενός τέτοιου εγχειρήματος. Αυτοθεσμίσεις στους ελεύθερους κοινωνικούς χώρους, στους χώρους δουλειάς, στη διακίνηση των προϊόντων και σε κάθε έκφραση της κοινωνικής σφαίρας με στόχο να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας. Είναι πλέον γεγονός ότι η κυριαρχία οδηγεί σε μια νέα βαρβαρότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνία θα λειτουργήσει με αυτοματισμό προκαλώντας εξέγερση ενάντια στην καταπίεση. Όλες οι γραμμικές προφητείες έγιναν συντρίμμια πάνω στο ακαθόριστο του κοινωνικού πράττειν. Κι επειδή κάθε κοινωνία είναι υπεύθυνη (ή θα πρέπει να είναι) για την ιστορία της, τίθεται πλέον το ερώτημα για το εάν θα γίνουν ουσιώδεις προσπάθειες ώστε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας ή θα γίνουμε έρμαιο στην πιο καταστροφική επέλαση του καπιταλισμού των τελευταίων δεκαετιών.
Νίκος Κατσιαούνηςhttp://www.exarchiapress.gr/nikos-katsiaounis

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

SANYO DIGITAL CAMERA
Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο το 1989, προκύπτουν νέα γεωπολιτικά σενάρια. Σενάρια που προηγουμένως ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς. Από τη στιγμή εκείνη, σταδιακά αναδύεται ένα νέο είδος τοπικισμού στην Ευρώπη. Σύντομα πραγματοποιείται μια ρήξη ανάμεσα στη ιδέα της ενωμένης Ευρώπης των εθνών κρατών (η οποία αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ΄70 και ’80) και σε αυτή της νέας ιδέας που αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ΄90.  Η αρχική θεώρηση, (η οποία είχε ως προϋπόθεση την προστασία και ανάδειξη των επιμέρους παραδόσεων, και των τοπικών ταυτοτήτων), έρχεται σταδιακά σε αντιπαράθεση με μια ενοποιητική διαδικασία με τάσεις ομογενοποίησης, εξομάλυνσης και ισοπέδωσης. Η αρχική θεώρηση στηρίχτηκε στην ανάδειξη της ποικιλομορφίας, των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, του σεβασμού των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων. Υπό αυτή την αρχική άποψη, η συνύπαρξη και συμβίωση, διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, νοείται ως θετική και όχι ως αρνητική αξία.
Πρωταγωνιστές αυτής της ευρωπαϊκής οπτικής υπήρξαν κυρίως τα αριστερά κινήματα στη Γαλλία και Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Sdp) καθώς και οι Πράσινοι. Στη συνέχεια η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περνά στα χέρια της δεξιάς. Η νέα ιδέα που προκύπτει είναι βασισμένη στην αντίθεση ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα περιφερειακά κράτη, έχοντας ως στόχο την δημιουργία όχι πλέον μια Ευρώπης εθνών κρατών, αλλά μιας ομοσπονδιακής ένωσης περιφερειακών κρατών. Κριτήριο συνένωσης των Ευρωπαϊκών περιφερειών γίνεται πλέον η εθνική ομογενοποίηση, η οποία χρησιμεύει και στοχεύει στην χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην Ευρώπη. Το αφήγημα αρχίζει να αλλάζει, καθώς από τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας, περνάμε τώρα στον εθνοπλουραλισμό.
Ο εθνοπλουραλισμός βασίζεται στην ιδέα ότι είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των μεμονωμένων ταυτοτήτων, σε αντιπαράθεση με την ενοποιητική διαδικασία, που, για να διατηρηθεί η καθαρότητα του κάθε λαού, θεμελιώδης αρχή είναι αυτός ο λαός να είναι ομοιογενής στο εσωτερικό του. Μόνο ο διάλογος και η αντιπαράθεση μεταξύ ομοιογενών λαών  – ως περιφερειακά κράτη αυτή τη φορά –  μπορεί να περισώσει την ταυτότητά τους και επομένως να αποτρέψει αυτό που η νέα δεξιά ονομάζει εθνοκτονία. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: σύμφωνα με την ιδέα της νέας δεξιάς, η Ευρώπη των περιφερειών τείνει να αποκλείσει, να διαχωρίσει, ενώ η αρχική ιδέα είχε ως βασική της οπτική, την συγκατοίκηση πολλαπλών εθνικών ταυτοτήτων, πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συστατικών στοιχείων.
Η θεωρητική βάση της νέας αυτής ιδέας βρίσκεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Ήδη από το 1968 ο θεωρητικός Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» μιλούσε για την γέννηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Ομοιογενών Περιφερειακών Κρατών. Η ιδέα επομένως ξεκινάει αδύναμα από τη Γαλλία, μεταφέρεται στη συνέχεια και ενισχύεται από τη Γερμανία και την Αυστρία, όπου και αρχίζει η συζήτηση περί της Ευρώπης των περιφερειών και η δημιουργία μιας σαφούς πολιτικής θεωρίας. Το 1977 η Βαυαρία χρηματοδοτεί τη γέννηση ενός σχεδίου που αργότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το θεωρητικό κέντρο της Ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, το οποίο βασίζεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από το Διεθνές Ινστιτούτο Interreg. Η Βαυαρία μέσω της εξωτερικής της πολιτικής, αποκτά έτσι σημαντικότατο και κεντρικό ρόλο στη προώθηση αυτού του είδους Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (των εθνικών περιφερειών) και στην μετάγγισή του στα ανώτατα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο). Η Βαυαρία έχει κάθε λόγο να προωθήσει την Ευρώπη των περιφερειών, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης, καθώς έτσι ο πολιτικός της ρόλος σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η Βαυαρία θέλει να μετράει η γνώμη της και σε πολυάριθμες περιπτώσεις θα αντιταχθεί έντονα σε όποιες θεωρήσεις είναι αντίθετες με τις δικές της.
Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς εκφράζονται πλέον ανοιχτά, για τους έθνο-φεντεραλιστές όλες οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργούν συγκρουσιακούς μηχανισμούς, επομένως αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν να κυβερνηθούν αποτελεσματικά και να ελεγχθούν πολιτικά. Έτσι οι ευρωπαϊκές περιφέρειες γίνονται φορείς προώθησης της ιδέας ενός μοντέρνου τρόπου αυτοκαθορισμού. Σταδιακά η ένταξη μια ευρωπεριφέρειας παύει να έχει ως μοχλό την εθνική της υπόσταση, αλλά πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον της για το οικονομικό της μέλλον. Εδώ ο ρόλος των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιας σημασίας. Ένα από τα δημόσια γεγονότα όπου φαίνεται πως η Ευρώπη των περιφερειών γίνεται κτήμα της νέας δεξιάς (συμπεριλαμβανομένης της ρεβανσιστικής δεξιάς) είναι η διαδήλωση του 1991 στο Brennero της Ιταλίας, όπου και εκφράζεται η ιδέα της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του Τυρόλο, ως μέσο αυτοκαθορισμού και επομένως ως μοχλός άσκησης πίεσης για την προσάρτηση και επιστροφή της Άνω Αδίγης (Alto Adige) στην Αυστρία.
Το ισχυρό στοιχείο για την αποκατάσταση της ιδέας του λαού, που δεν νοείται πλέον ως μια κοινότητα που βασίζεται σε αυτόνομες-αυτόβουλες δράσεις και επιθυμίες (ιδέα που έρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση), είναι η θεώρηση μιας κοινότητας με κοινή ιστορία, γλώσσα, παράδοση, και κοινό αίμα. Αυτή η ιδέα στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τον αποπροσανατολισμό ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την – απολύτως δικαιολογημένη – δυσφορία που υπάρχει σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Έτσι η πορεία αυτή οδηγεί στη γέννηση ενός νέου «από τα κάτω» εθνικισμού, που αφελώς κάποιοι πιστεύουν ότι στον 21ο είναι και ο μόνος υπερασπιστής της «εθνικής ταυτότητας», ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Έτσι προκύπτουν παραπλανητικές εκφράσεις του τύπου: «Είμαστε η απάντηση στην ομογενοποίηση της οικουμένης σε άμορφο χωνευτήρι των λαών μέσω της μετανάστευσης και του καταναλωτισμού». Πλέον, για τον νέο αυτό εθνικισμό, η  μόνη δυνατή συνύπαρξη είναι μεταξύ όμοιων και μέσα σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό ισχύει και με όρους οικονομίας, όπου ο μόνος τρόπος είναι «ο καθένας στα του οίκου του και όπως θέλει» αρκεί να μην συγκρούεται, τουλάχιστον ανοιχτά, με την γενική εθνοπλουραλιστική ιδέα.
Πρόκειται για μια νέα μορφή εθνικού ρατσισμού από μια νέα δεξιά. O Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Pierre-André Taguieff τον ορίζει ως “Differentialist Racism”. Η νέα αυτή δεξιά εκφράζεται με ρητορικές και συνθήματα που βασίζονται στη συγκάλυψη, και συχνά είναι πολύ δύσκολο να δούμε ότι προέρχονται όντως από τα δεξιά. Η μεγάλη ικανότητα και οι ενισχυμένες δυνατότητες διείσδυσης στους πληθυσμούς έγκειται στο γεγονός ότι τα συνθήματα και οι ρητορικές αυτές είναι εντέχνως διφορούμενες. Βασικά, η νέα δεξιά είναι μεταμφιεσμένη, με όρους τοπικισμού, και καταφέρνει να έχει μια ισχυρή δυνατότητα διείσδυσης, σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της παραδοσιακής δεξιάς της εθνικιστικής, κρατικιστικής, συγκεντρωτικής. Δημιουργείται έτσι μια καταλυτική ικανότητα δημιουργίας συναινέσεων που ή παραδοσιακή δεξιά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Η πολιτική και πολιτιστική μάχη κατευθύνεται τώρα προς την αντιμετώπιση της «εθνικής μόλυνσης» από ξένα μη αφομοιώσιμα σώματα που ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν πρέπει ωστόσο να μην βρίσκονται αναμεσά μας. Ενώ ο παραδοσιακός ρατσισμός έτεινε να καταρτίσει μια ιεραρχία των φυλών, αυτός ο νέος ρατσισμός υπερτονίζει και αξιοποιεί τις διαφορές τους: είναι λοιπόν – για τη νέα αυτή δεξιά – σωστό και δίκαιο να υφίσταται αυτή η πολυπολιτισμικότητα των λαών, αρκεί αυτοί να παραμένουν φυσικά διαχωρισμένοι. Οποιαδήποτε διαδικασία εξασφάλισης πολιτικών δικαιωμάτων, για παράδειγμα στους Τούρκους της Γερμανίας, θεωρείται αρνητική, επειδή η ενσωμάτωση αυτή οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της πολιτισμικής ταυτότητας του αρχικού και γνήσιου λαού, επομένως καθιστά δύσκολο και τον πολιτικό έλεγχό του. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει από τη μια να διασφαλιστεί η πολυπολιτισμικότητα, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εδαφικού αποκλεισμού, δηλαδή σε ένα δεδομένο χώρο (όποιος κι αν είναι αυτός, ελεύθερο κράτος της Βαυαρίας, ευρωπεριφέρεια στο Τυρόλο κ.λπ). Στην εθνοπλουραλιστική θεωρία της νέας δεξιάς, η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας.
Από τους πρώτους, (ασφαλώς όχι ο μόνος) που κατανόησαν τους κινδύνους αυτής της νέας δεξιάς οπτικής είναι ο Ralf Dahrendorf, ο οποίος τόνισε την τάση για πολλαπλασιασμό των περιφερειών και τον κίνδυνο να βρεθούμε κάποια στιγμή «χωρίς Ευρώπη». Ο Dahrendorf υποστηρίξε πως το μόνο θεσμικό μοντέλο που εγγυάται εξίσου τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι το ετερογενές εθνικό κράτος (όσες κι αν είναι οι εσωτερικές δυσκολίες που προκύπτουν από αυτό).  Όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, παρατηρείται ότι η άνοδος του εθνικισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής ή και κοινωνικής φύσης, αρκετά ιστορικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, όπως η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας, ή η άνοδος του Ιταλικού φασισμού. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο των κεντροδεξιών, εθνικιστικών και  φασιστικών κινημάτων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Στην σημερινή Ευρώπη της κρίσης αναδύονται νέες πολιτικές δυνάμεις με περισσότερα ή λιγότερα εθνικιστικά στοιχεία. Από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και τα διάφορα εθνικά μέτωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό (όπως το κόμμα της Λεπέν στην Γαλλία), το Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου του Φάρατζ στην Αγγλία, το λαϊκίστικό κίνημα των πέντε αστέρων του Γκρίλο και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τη φασιστική κυβέρνηση στην Ουκρανία στα ποικίλα άλλα εθνικιστικά, νεοναζιστικά και φασιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Με τις όποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (αν και σημαντικές) αυτά τα κόμματα και κινήματα δείχνουν (τουλάχιστον με τη ρητορική τους) να έχουν ως κοινό τους τόπο την ιδέα του εθνοπλουραλισμού. Από την Ευρώπη της νέας αυτής δεξιάς, δείχνει όλα να έχουν αφεθεί στον αυτοματισμό. Η μετατροπή της μεσογείου σε θαλάσσιο τάφο μεταναστών και η απουσία ενός σαφούς ευρωπαϊκού σχεδίου επίλυσης του μεταναστευτικού, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των εθνικιστικών κομμάτων.
Αναμφίβολα ο δρόμος που δείχνει να έχει πάρει η Ευρώπη υπό την καθοδήγηση αυτής της νέας δεξιάς και υπό τις πιέσεις την νέας εθνικιστικής ακροδεξιάς, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι εντάσεις που δημιουργούνται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να αντιδρούν σε αυτές τις εντάσεις, η ανασφάλεια, η φτωχοποίηση, η αγανάκτηση του λαού από το υπάρχον σύστημα, η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα τραγικά λάθη των προγενέστερων κυβερνήσεων, αλλά και η διαφθορά στο κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα και στην δικαιοσύνη, ενισχύουν ακόμα περισσότερο τέτοιες ιδεολογίες.
Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλά από αυτά τα νέα εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, καταγγέλλουν γενικά και αόριστα τον κοινοβουλευτισμό και μιλούν για την ανάγκη αυτοκαθορισμού και υιοθέτησης αμεσοδημοκρατικών εργαλείων, όπως τα δημοψηφίσματα. Από την προσεκτική ανάγνωση του αφηγήματός τους προκύπτει ένας απροκάλυπτος δόλος και ένας επικίνδυνος καιροσκοπισμός. Ο υποτιθέμενος αυτοκαθορισμός παρουσιάζεται παραπλανητικά, ως κάποια μετεξέλιξη της ιδέας περί αυτονομίας. Από την άλλη η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί – πόσο μάλλον να εφαρμοσθεί – «αλά καρτ». Καθεμιά από τις θεμελιώδεις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και ασφαλώς καμία από αυτές δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά το δοκούν (δηλαδή όπως βολεύει κάθε φορά το όποιο κόμμα ή κίνημα). Ο κίνδυνος του πολιτικού «προσηλυτισμού» και του αποπροσανατολισμού (ανθρώπων που διαθέτουν επιφανειακή σχέση με την άμεση δημοκρατία) με επιχείρημα μια ακρωτηριασμένη και παραποιημένη «άμεση» δημοκρατία, είναι υπαρκτός και ιδιαίτερης σημασίας.
Δεδομένων των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ανερχόμενο ισπανικό Podemos καθώς και άλλες νέες ευρωπαϊκές κινήσεις αριστερής χροιάς, (αν και εγκλωβισμένες στις κομματικές τους αγκυλώσεις και στον κοινοβουλευτισμό, όπως θα έλεγε και ο Ρομπέρτ Μισέλ) αντιπροσωπεύουν ένα νέο πολιτικό γεγονός στην Ευρώπη, που εκτός από το αίτημα για παύση της λιτότητας, θα μπορούσε να ανοίξει το διάλογο για την επαναφορά της αρχικής ιδέας περί Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αρχές τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την ισότητα, την ισονομία και τη δικαιοσύνη, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ιδέα που – σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση – οδηγεί μαθηματικά σε έναν νέο, γενικευμένο και επικίνδυνο ακροδεξιό εθνικισμό. Ενοποιητικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει η εμπέδωση και προώθηση της υπόστασης του ανθρώπου ως πολίτη, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές και λοιπές του ιδιαιτερότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση αυτής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής περιπέτειας, ούτε φυσικά ποια θα είναι η αντίδραση υπό την ηγεσία της νέας δεξιάς.
Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προβληματικό ενώ «οι καιροί βαίνουν όλο και πιο πονηροί». Η προάσπιση ωστόσο των δικαιωμάτων της όποιας ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος περιθωριοποιημένων μειονοτήτων ή και μεμονωμένων ατόμων, τα οποία – με την «λογική» της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς – πρέπει να αποκλείονται εξαναγκαστικά, στο όνομα μιας ομοιογένειας η οποία εξυπηρετεί – άκρως υβριστικά και απάνθρωπα – τον στενό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των λαών από τους παλαιούς ή τους νέους «απελευθερωτικά πεφωτισμένους» ολιγάρχες.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Ραφαηλίδης: Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων

Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους…

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.


Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «καθαρότητα» του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυτή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες.

Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους.

Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ’ ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.

Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ’ τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες».

Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.

Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνίατροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα.

Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο.

Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη.

Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ΄τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη.

ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη.

Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.
Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αντίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας.

Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ’ τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.

Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα. Αλλά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ’ αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό).

Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές

Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου.

Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφορούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύνορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικονομίας.

ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.

Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.

Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα.

Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τάξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και και μια φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.

Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ’ την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα.



Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος».

Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφήνεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο­γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.

Και επειδή κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν’ αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος.

Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ’ αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.

Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού.

Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ’ το σύγχρονο κράτος, σ’ όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπάδες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κοσμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ’ τό πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο λαός.)

Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους.

Πρόκειται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγκέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνατους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνατους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.).

ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο. Μ’ άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ’ τη φυλετική του προέλευση.

Εντούτοις θέλουμε τους Έλληνες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρικανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ’ την ΕΟΚ, κι απ’ όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμένοι άνθρωποι.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολαστικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει: «Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνισμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συνειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ.

Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεοελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρόνων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μειονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν».

Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστορία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστορία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.

 Στο παραπάνω άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Έθνος” το μακρινό 1987, ο διανοητής Βασίλης Ραφαηλίδης αναλύει τις έννοιες του  έθνους, του κράτους και του ρατσισμού στην Ελλάδα.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Υποδιοικητής Μάρκος – Οι άλλες ιστορίες

http://pandoxeio.com/2014/09/21/subcomandantemarcos2/Όταν ο losotroscuentos-thumb-mediumΑντόνιο ονειρεύεται ότι η γη που δουλεύει του ανήκει, ότι ο ιδρώτας του πληρώνεται με δικαιοσύνη και αλήθεια, ότι υπάρχει σχολείο για να γιατρέψει την άγνοια, ότι το σπίτι του φωτίζεται και το τραπέζι του γεμίζει, ότι η γη του είναι ελεύθερη και ότι είναι θέμα του λαού να κυβερνά και να κυβερνιέται, όταν ο Αντόνιο ονειρεύεται πως είναι εντάξει με τον ίδιο του τον εαυτό και με τον κόσμο, τότε δεν είμαστε απλώς στις πρώτες γραμμές μια ιστορίας του Υποδιοικητή Μάρκος αλλά και στην αρχή, στο πρώτο βήμα για έναν καλύτερο, απόλυτα εφικτό κόσμο.
 Κάτιτου λέει πως η επιθυμία του είναι επιθυμία πολλών και πάει να τους βρει.
Την ίδια στιγμή που ο Αντόνιο και οι αναρίθμητοι πολλοί με τις κοινές επιθυμίες ονειρεύονται, οι βασιλείς και αντιβασιλείς αυτού του κόσμου έχουν άλλου είδους όνειρα: ότι τούς παίρνουν πίσω αυτό που έκλεψαν, ότι το βασίλειό τους καταρρέει, ότι η ινδιάνικη μαγεία θα καταπολεμηθεί με περισσότερα φυλάκια και φυλακές.
Σε αυτή τη χώρα όλοι ονειρεύονται. Πλησιάζει πια η ώρα του ξυπνήματος.
subcomandante-Marcos-muerto-personaje_PLYIMA20140528_0100_9Έχουμε ήδη διαβάσει ιστορίες του Μάρκος και τις έχουμε προτείνει ως αφηγήσεις που μας αφορούν περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες πολιτικές αναλύσεις. Επτά από εκείνες τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [εκδ. Ροές, Β΄ έκδ. 2004] αναδημοσιεύονται εδώ μαζί με άλλες πέντε, συνολικά ένα μικρό αλλά επαρκές μέρος από τις εκατοντάδες ιστορίες που έχει γράψει και μεταγράψει ο ταπεινός εκπρόσωπος των εξεγερμένων ιθαγενικών κοινοτήτων, ο έφιππος συγγραφέας του.
otroscuentosΤο ύφος των ιστοριών είναι αυτό που περιγράψαμε εκεί: αποστάγματα σοφίας, γοητευτικές ιστορίες και μικρά πολιτικά παραμύθια που δεν είναι καθόλου παραμύθια, ευφυείς παραβολές που συμπυκνώνουν σε λίγες σελίδες αυτό που μας τρώει και αυτό που μας περιμένει για να αλλάξει. Όπως για παράδειγμα η ιστορία με το λιοντάρι που σκοτώνει κοιτάζοντας. Το θήραμα που κοκαλώνει και ετοιμάζεται να φαγωθεί από το λιοντάρι δεν βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό, βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει την εικόνα του στη ματιά του λιονταριού, ότι στα μάτια του είναι μικρό και αδύναμο, βλέπει τον φόβο.
Και βλέποντας ότι το βλέπουν, το ζώο πείθεται, από μόνο του, ότι είναι μικρό και αδύναμο.
Όταν έρχεται ο ξένος να μας επιβάλει 8902953275_0656dacc44_zμε βιαιότητα άλλο τρόπο, άλλο λόγο, άλλη πίστη, άλλο θεό και άλλη δικαιοσύνη, τότε οι μνήμονες της κοινότητας αφηγούνται την ιστορία του σπαθιού, του δέντρου, της πέτρας και του νερού. Υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε σαν να ήμασταν σπαθί ενάντια στο ζώο, άλλες ως δέντρο απέναντι στην καταιγίδα, άλλοτε σαν πέτρα ενάντια στον χρόνο, και κάποιες φορές όπως το νερό που αντιστέκεται στα πιο άγρια χτυπήματα του σπαθιού. Γιατί το σπαθί του ισχυρού με τον καιρό παλιώνει και σκουριάζει. Και ο νικητής αναρωτιέται για ποιο λόγο, αν και νίκησε, αισθάνεται χαμένος.
zapatistas_0Ο αφηγητής της Ιστορίας των κοιταγμάτων, με τον βαθμό του υπολοχαγού του πεζικού των ανταρτών, κατά τον ζαπατίστικο σαρκασμό, εφόσον η ομάδα αριθμούσε τέσσερις companeros, μεταδίδει την παλαιά ιστορία των ανθρώπων, τότε που οι θεοί δεν τους ξεκαθάρισαν τον σκοπό και το γιατί του κάθε πράγματος, κι έτσι περπατούσαν σκοντάφτοντας, χτυπώντας και πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, πιάνοντας πράγματα που δεν ήθελαν και μη πιάνοντας πράγματα που ήθελαν. Έτσι όπως από μόνος του κάνει πολύς κόσμος τώρα, που παίρνει αυτό που δε θέλει και του κάνει κακό και σταματά να παίρνει αυτό που χρειάζεται και τον κάνει καλύτερο, και προχωρά τρακάροντας και πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Και δεν μένει παρά να βρεθούν σε μια γιορτή για να συνειδητοποιήσουν τις τυφλές τους συγκρούσεις, να δουν γιατί δεν κοιτάζονται μεταξύ τους και ποιος ευτυχεί από αυτό, να μάθουν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και μετά τον εαυτό τους.
afbe98e7e07971f1d88Από τα πρώτα χρόνια της εξέγερσής τους οι Ζαπατίστας διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους, δημιούργησαν αυτόνομες κοινότητες, σχολεία, παραγωγικούς συνεταιρισμούς, κέντρα υγείας, χώρους καθημερινού διαλόγου. Σήμερα οι ιθαγενικοί πληθυσμοί των Τσιάπας συνεχίζουν τον πόλεμο ενάντια στη λήθη, άλλωστε έτσι αναφέρουν την χρονολογία στα κείμενά τους. Φέτος, λοιπόν, 20ο έτος από την έναρξη του πολέμου ενάντια στη λήθη», ο Υποδιοικητής Μάρκος μπέρδεψε για άλλη μια φορά τους εχθρούς του και τα φιλικά τους μέσα. Από τη μία ανακοίνωσε με το γνωστό του κρυπτικό τρόπο την αποχώρησή του, από την άλλη απεκδύθηκε το όνομά του και βαφτίστηκε ως εξεγερμένος Γκαλεάνο. Πρόκειται για το ψευδώνυμο (εμπνευσμένο, όλοι υποθέτουμε, από ποιον) του καθηγητή Jose Luis Solis López, που δολοφονήθηκε σε ενέδρα λίγο έξω από Caracol της La Realidad, σε μία από τις πέντε έδρες των Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης των Ζαπατίστας ενώ υπερασπιζόταν το τοπικό δημοτικό σχολείο. Περιττό να γραφτεί ότι οι δολοφόνοι ήταν μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης CIOAC – Histórica, δηλαδή απαραίτητα συμπληρώματα της μεξικανικής κυβέρνησης.
P1080023Μόνο που η βλακώδης άγνοια όσων χάρηκαν με την είδηση είναι προφανής: πιστοί στο τυπικό δυτικό προσωπολατρικό σύστημα, θεωρούν ότι το κίνημα είναι ο Μάρκος και ο Μάρκος είναι το κίνημα. Αγνοούν ότι ο μασκοφόρος ειρωνευτής τους δεν ήταν παρά η μεσολαβητική φωνή ενός ολόκληρου κόσμου, που πλέον έμαθε να ζει αυτόνομα, ελεύθερα και δίκαια. Τους διαφεύγει ακόμα ότι στους κόσμους που τιμούν την ιστορία τους, τα ονοματεπώνυμα δεν είναι ιδιοκτησίες αλλά σημασίες. Αν λοιπόν ο Γκαλεάνο ζει στην σκέψη όλων, τότε κάποιον παίρνει το όνομά του ώστε να συνεχίζει να ακούγεται και στα αυτιά όλων. Αν ο Μάρκος τώρα ονομάζεται Γκαλεάνο, όπως άλλωστε ως τώρα ο ίδιος είχε πάρει το όνομα ενός άλλου Μάρκος για να συνεχίσει τον αγώνα του, όπως κάποτε έπραξε και ο ίδιος ο Πάντσο Βίγια, αυτό σημαίνει ότι ο αγώνας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν σταματάει ποτέ. Αυτή είναι και μια ακόμα, ίσως η ύστατη διαφορά με τους άλλους: αυτοί οι αγωνιστές δεν χρειάζονται ούτε ηγέτες, ούτε ονόματα. Δεν είναι ένας, αλλά όλοι.
Εκδόσεις των συναδέλφων, 201schools-for-chiapas4, μτφ. Γιώργος Καρατζάς, 53 σελ. [Subcommandante Marcos – Los otros cuentos, έκδοση του Δικτύου Αλληλεγγύης με την Τσιάπας, Μπουένος Άιρες]. Περιλαμβάνει σχέδια, ζωγραφιές και φωτογραφίες. Από κάθε αντίτυπο που θα πωλείται, ένα ευρώ θα πηγαίνει ως ενίσχυση στον EZLN.
Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο 163.