Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Η σχέση της αποανάπτυξης με την (άμεση) δημοκρατία





Του Πάνου Πετρίδη
Απόσπασμα από το κείμενο «Αποανάπτυξη! Η αναγκαιότητα ανάδειξης θετικών προταγμάτων στην Ελλάδα της κρίσης», που δημοσιεύεται στο 6ο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα.
Δημοκρατία, αυτονομία και αφθονία
Τί μας κάνει όμως να πιστεύουμε ότι η κρίση θα οδηγήσει σχεδόν νομοτελειακά στη δημιουργία αντι-ιεραρχικών αμεσοδημοκρατικών δομών και ότι αυτές θα προτείνουν με τη σειρά τους ένα μέλλον αποανάπτυξης; Δυστυχώς κανείς από τους παραπάνω συνειρμούς δεν είναι φυσικός, και πρέπει να γίνει ιδιαίτερη προσπάθεια για τη ρητή σύνδεση των προταγμάτων της ριζοσπαστικής οικολογίας και της άμεσης δημοκρατίας. Αναλύοντας τις αντιδράσεις των τελευταίων ετών, στην Ελλάδα και παραπέρα, βλέπουμε ότι υπάρχει η ανάγκη μιας πιο συνειδητοποιημένης αντίδρασης και χειραφέτησης, όχι προς την κατεύθυνση μιας αυξημένης «προσωπικής αυτονομίας» και μεγαλύτερης κατανάλωσης, αλλά προς τη συλλογική αυτοθέσμιση.
Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε τους συλλογισμούς τους Ingolfur Blühdorn επί του θέματος. Ο Blühdorn αναφέρει ότι τα χειραφετητικά κινήματα των τελευταίων δεκαετιών είχαν ως βασικό πρόταγμα την αυξημένη προσωπική αυτονομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χρήση φυσικών πόρων και ενέργειας. Έδειχναν, δηλαδή, προς ένα ενεργειακά σπάταλο μέλλον. Επίσης, οι σύγχρονες μορφές δημοκρατίας δεν μοιάζουν κατάλληλες ή ικανές να περιορίσουν τα δικαιώματα ή τις υλικές συνθήκες ζωής που επηρεάζουν την πλειοψηφία. Αντιθέτως, τείνουν να είναι πάντα απελευθερωτικές, χειραφετητικές, με την έννοια ενός δευτέρου βαθμού χειραφέτησης, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των δικαιωμάτων για περισσότερα υλικά αγαθά, της αύξηση της δυνατότητας κατανάλωσης και της συνεχής διεύρυνσης των προσωπικών ελευθεριών, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με έναν τύπο ανθρώπου ιδιαίτερα ενεργοβόρο. Με άλλα λόγια, η υποστήριξη και χειραφέτηση των δημοκρατικών κινημάτων στήριζε μια ιδέα δημοκρατίας προσωπικής κατανάλωσης και όχι ένα ιδανικό ορισμού των ορίων. Κι ο Blühdorn συνεχίζει: «Η χειραφετητική-δημοκρατική αισιοδοξία χάνει τα θεμέλια της αν η χειραφέτηση, αντί να νοηθεί ως απελευθέρωση από την αλλοτριωτική και καταστροφική λογική του παραγωγισμού, της αποδοτικότητας, της ανάπτυξης και της κατανάλωσης, θεωρηθεί ότι συμμορφώνεται με το καθιερωμένο σύστημα -με άλλα λόγια ως την πραγμάτωση ακόμα περισσότερης εξατομικευμένης ελευθερίας και επιλογής, ακόμα περισσότερης ευελιξίας και, ιδιαίτερα, ενός ακόμα καταναλωτικότερου τρόπου ζωής. Αυτό ακριβώς όμως είναι που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες καταναλωτικές δημοκρατίες».
Όπως μας υπενθυμίζει ο Marco Deriu, ιστορικά ο χειραφετικόςρόλος των αγορών και της ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας έναντι στα μοναρχικά και θεοκρατικά καθεστώτα είναι αδιαμφισβήτητος. Όμως, πλέον, η κατάσταση μοιάζει να έχει πλήρως αντιστραφεί. Η σταδιακή μετατόπιση του πραγματικού κέντρου της εξουσίας από το πολιτικό και θεσμικό επίπεδο στο οικονομικό, έχει ως αποτέλεσμα το ότι ένα φιλελεύθερο κράτος δεν έχει πλέον τη δύναμη να προστατεύσει τους πολίτες από τις αποφάσεις μη-δημοκρατικών φορέων (π.χ. Τρόικα, οίκοι αξιολόγησης, κλπ) ή από διαδικασίες που γεννήθηκαν εκτός των συνόρων του (επενδύσεις, επιχειρηματικές δραστηριότητες). Αντιθέτως η άμεση δημοκρατία, όπως την οραματίζεται η αποανάπτυξη, καλεί σε μια επιστροφή στη βασική ιδέα της δημοκρατίας, ως ένα θεσμό και ένα σύστημα αυτοπεριορισμού, όχι από τα πάνω, αλλά μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες. Η βασική ιδέα είναι ότι η γνώση και αυτόνομη επιβολή συλλογικών ορίων, όχι μόνο δεν μειώνει την ελευθερία, μα την αυξάνει γιατί δεν έχει επιβληθεί από κάποιον τρίτο, μα από την ίδια την κοινωνία. Η πρόταση αυτή προσφέρει μια θετική εναλλακτική στο αδιέξοδο των σύγχρονων φιλελεύθερων καθεστώτων, επιστρέφοντας ουσιαστικά στις ρίζες της δημοκρατικής παράδοσης. Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία θα επιλέξει σίγουρα έναν δρόμο αποανάπτυξης. Ο ρόλος της αποανάπτυξης λοιπόν είναι ακριβώς να κάνει αυτή τη σύνδεση μεταξύ οικολογίας και άμεσης δημοκρατίας ρητή και κατηγορηματική.
Σενάρια «δημοκρατικής αναγέννησης»
Υπό αυτό το πρίσμα ο Deriu μας προτείνει τη σύλληψη μιας σειράς σεναρίων δημοκρατικής αναγέννησης. Ως παράδειγμα υποδεικνύεται η έννοια της Παιδείας. Μια δημοκρατική κοινωνία είναι πάνω από όλα ένα γιγαντιαίο παιδαγωγικό ίδρυμα στο οποίο λαμβάνει χώρα η συνεχής αυτο-εκπαίδευση των πολιτών. Υπό αυτήν την έννοια, ο δρόμος για μια δημοκρατική κοινωνία περνάει μέσα από τις καθημερινές μας πράξεις και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να οικοδομήσουμε σχέσεις, να επιλύσουμε προβλήματα κλπ. Εδώ η σημασία των οριζόντιων δομών και των δημιουργικών αντιστάσεων, καθώς και των λαϊκών συνελεύσεων των πλατειών, αρχίζει να γίνεται ορατή ως ένα πεδίο πειραματισμού, ένα διαρκές σχολείο δημιουργίας (αμεσο)δημοκρατικών πρακτικών συνειδήσεων και έκφρασης.
Μια ακόμα σχετική κεντρική έννοια είναι αυτή του Δήμου, ως ένας τρόπος κοινωνικής νομιμοποίησης των αποφάσεων που λαμβάνονται από το σύνολο της κοινωνίας μέσω της συμμετοχής στα τέσσερα στοιχεία που εισήγαγε η Αθηναϊκή δημοκρατία: ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχος. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με την απαίτηση για διευρυμένη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων (π.χ. πραγματική και όχι εικονική δημόσια διαβούλευση πριν από μεγάλα κατασκευαστικά έργα) καθώς και σε άλλους τομείς που «παραδοσιακά» βρίσκονται έξω από την δημοκρατική σφαίρα επιρροής, όπως η τεχνολογία. Εδώ το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διαφάνεια, αλλά και η συμμετοχή στη θέσπιση των προτεραιοτήτων (π.χ. επιλογή για το πού δαπανώνται τα χρήματα των φόρων). Με άλλα λόγια, το θέμα δεν είναι απλά μια αναδιανομή του πλούτου, αλλά η εκ βαθέων ριζική απόφαση που οφείλουμε να πάρουμε συλλογικά και συμμετοχικά, για το τί παράγουμε, με ποιόν τρόπο και με τη χρήση ποιών τεχνολογιών. Είναι μια ευκαιρία να ορίσουμε τον διάλογο, αλλά και τις προτεραιότητες της κοινωνίας. Αυτό το δικαίωμα στη συμμετοχή λήψης αποφάσεων και ορισμού προτεραιοτήτων, δεν είναι κάτι που η κρατούσα τάξη πραγμάτων προτίθεται να παραχωρήσει αμαχητί, μα κάτι που θα αποκτηθεί με αγώνες. Η συνειδητή αναγνώριση των αιτημάτων είναι λοιπόν ουσιώδης για την επιτυχία οποιουδήποτε κινήματος βάσης.
Ένα ακόμα σημείο έχει να κάνει με τα λεγόμενα Κοινά (Commons). Η ιδέα των Κοινών κινείται πέρα από την παραδοσιακή αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας περιουσίας, μα αντανακλά την αλληλένδετη σχέση μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης μεταξύ πολίτη και κοινωνίας, μεταξύ των γενεών, καθώς και μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Η κοινοκτημοσύνη, δηλαδή η ιδιοκτησία και χρήση ενός αγαθού από το σύνολο της κοινωνίας δεν συνεπάγεται τη χωρίς όρια υπερεκμετάλλευση, αλλά αντιθέτως τη ρητή, συλλογική, και εν τέλει «απελευθερωτική» οριοθέτηση μέσω αρχών και κανόνων. Βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η σύσταση κοινωνικών συνεταιρισμών στα πρότυπα της κοινωνικής οικονομίας, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.
Αποανάπτυξη στην Ελλάδα του μνημονίου
Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω για την παρούσα κατάσταση και πώς μπορούν αυτές οι έννοιες, οι ιδέες και οι προτάσεις να συνεισφέρουν στη δημιουργική υπέρβαση της σημερινής κρίσης; Οι αυταρχικές κυβερνητικές πολιτικές δεν πρέπει να γίνουν αφορμή για την μυωπική υπεράσπιση της «κοινωνίας της αφθονίας» και την επιστροφή σε έναν λίγο πιο δίκαιο ή ανθρώπινο καταναλωτισμό. Στην αναγκαία προσπάθεια να αντιταχθούμε στα απεχθή μέτρα και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αυτά επιβάλλονται, οφείλουμε να αποφύγουμε να υπερασπιστούμε πρακτικές άνευ νοήματος και έναν απολιτικό καταναλωτικό τρόπο ζωής. Η αποανάπτυξη ως θετικό πρόταγμα μας καλεί να υπερβούμε την παθητική, αμυντική στάση της διαρκούς προσπάθειας να αντιταχθούμε στον παραλογισμό. Μας προτείνει να περάσουμε στην αντεπίθεση, να αρχίσουμε να ορίζουμε τον δημόσιο λόγο και τις προτεραιότητες μας εμείς οι ίδιοι.
Δύο βασικά στοιχεία που έχουν συμβάλει στην ύφεση του ευρύτερου κινήματος και στη γενικευμένη απογοήτευση μεγάλου μέρος της κοινωνίας είναι πρώτον η απουσία του αισθήματος του δικαίου, και δεύτερον η αίσθηση ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε το μέλλον μας. Το πρόταγμα της αποανάπτυξης στοχεύει και στα δύο. Μια εμπεριστατωμένη κριτική του συστήματος, παράλληλα με τη σκιαγράφηση ενός οράματος για το μέλλον, μπορούν να συνδιαμορφώσουν ένα διπλό κοινό αίτημα: κοινωνική δικαιοσύνη για όσα διαπράχτηκαν στο παρελθόν, και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων που θα ορίσουν τις προτεραιότητες της κοινωνίας στο μέλλον.
Αν επιθυμούμε εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες έτσι ώστε να αναδυθούν τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, και να οριστούμε αλλιώς, ως πολίτες και όχι ως καταναλωτές, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά[4]. Η επανοικειοποίηση και ανακατάληψη του δημόσιου λόγου και του δημόσιου χώρου, ως χώρου κοινωνικοποίησης και ανταλλαγής πολιτικών ιδεών και προτάσεων, μέσω της αναβίωσης της γειτονιάς και των δημόσιων χώρων εκτός της καταναλωτικής κουλτούρας, είναι πρωταρχικής σημασίας. Το κίνημα των πλατειών και ό,τι επακολούθησε, όσο ατελές και αν ήταν, γέννησε ένα σπέρμα προς αυτήν την κατεύθυνση που σημάδεψε αυτούς που συμμετείχαν και χρειάζεται να αναβιώσει, με άλλες μορφές και σε άλλους χώρους. Έτσι κι αλλιώς ο στόχος δεν μπορεί να είναι η κατάληψη μιας πλατείας επ’ άπειρον, αλλά το μπόλιασμα τέτοιων πρακτικών σε όλους τους χώρους της κοινωνίας, εργασίας κ.λπ.http://eagainst.com/articles/degrowth-protagma6/

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Παραδεχτείτε το, οι πολιτικές σας είναι γάμησέ τα βαρετές


Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τη συντρόφισσα Nadia C. στην Αμερική και το 2007.
Ωστόσο μπορούμε να εντοπίσουμε πολλά θετικά σημεία κριτικής και σε μια γλώσσα απλή και κατανοητή, χωρίς άσκοπους και βαρετούς political correct βερμπαλισμούς και μια στείρα θεωρητικολογία και τσιτάτα αυτοαναφορικότητας, σε ό,τι αφορά τα κινήματα του «κοινωνικού» αναρχισμού/αριστερού ή όπως αυτοπροσδιορίζονται, αλλά και γενικά, τα οποία σημεία κριτικής βλέπουμε να έχουν πολλές ομοιότητες με τον ελληνικό αναρχικό χώρο τώρα.
Ο προβληματισμός για το πού οδηγείται το «αναρχικό κίνημα» στην Ελλάδα, ποιός τελικά το εκπροσωπεί και τελικά στο πού βαδίζει μετά τη γενικευμένη και πασιφανή σήψη του τα τελευταία 5 χρόνια, οφείλει να προβληματίσει σοβαρά όσους, θέλουν όντως να αλλάξουν κάτι, να ακούσουν, να συνεννοηθούν και να πράξουν.
Κρίνεται επιβεβλημένη πλέον, η οργάνωση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεννόησης; Είναι απαραίτητο; Ποιός έχει δίκιο; Οι «κοινωνιστές»; Οι «μηδενιστές»; Οι «….»; Έχουν σημασία όλα αυτά;
Πόσες αποψάρες, «αναρχόσημα», μικροεγωισμούς της πλάκας, ξεροκέφαλους «αρχηγίσκους» αριστερής προέλευσης πρέπει να καθορίζουν μια δυναμική, που δείχνει να συρρικνώνεται διαρκώς και να μένει καθηλωμένη σε πρακτικές που μάλλον δεν οδηγούν πουθενά; 
tumblr_m7dmx75MuU1rubozqo1_500Το ξέρετε πως είναι αλήθεια. Αν δεν είναι, γιατί όλοι βαριούνται όταν μιλάτε; Γιατί η παρουσία του κόσμου στις θεωρητικές άναρχο-κομμουνιστικές μαζώξεις σας έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά; Θεωρητικά αναζητάτε, ακόμα, γιατί το καταπιεσμένο προλεταριάτο δεν έχει εκλογικευτεί και δεν έχει συνταχθεί μαζί σας στην μάχη για παγκόσμια ελευθερία;
Μήπως γιατί, μετά από όλα αυτά το χρόνια που τους εκπαιδεύετε στην αυτοθυματοποίησή τους,  έρχεστε και κατηγορείτε τους ίδιους για την κατάστασή τους. Άρα μάλλον θα πρέπει να θέλουν(;) να είναι με τη μούρη στο πάτωμα και με την μπότα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, αλλιώς δεν εξηγείται, γιατί δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον στον πολιτικό σας λόγο; Γιατί άραγε, δεν έχουν έρθει μαζί σας να αλυσοδεθούν σε διαμαρτυρίες, να φωνάξουν συνθήματα σε προσεκτικά προσχεδιασμένες και ενορχηστρωμένες διαδηλώσεις και δεν συχνάζουν σε αναρχικά βιβλιοπωλεία; Γιατί δεν έχουν δείξει ενδιαφέρον να μάθουν την «απαραίτητη ορολογία» που χρειάζεται για να κατανοήσεις την πολυπλοκότητα της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας;
Η αλήθεια είναι πως, οι πολιτικές σας είναι γάμησέ τα βαρετές για αυτούς, επειδή είναι εξωπραγματικές και μακριά από την σφαίρα της καθημερινότητας, η οποία και τους αφορά. Ξέρουν απλά πως ο αναχρονιστικός τρόπος διαδήλωσης –οι πορείες, τα πλακάτ και οι συγκεντρώσεις- είναι αδύναμες από μόνες τους να κάνουν κάποια πραγματική αλλαγή, γιατί είναι απόλυτα προβλέψιμες και το κράτος μπορεί εύκολα να τις αντιμετωπίσει και χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ξέρουν πως η μετά-μαρξιστική ορολογία είναι ανούσια πλέον, μιας και στην ουσία πρόκειται για μια γλώσσα κυρίως για ακαδημαϊκή χρήση και όχι ένα όπλο ικανό να υπονομεύσει τα συστήματα ελέγχου. Ξέρουν πως οι ατέρμονες εσωτερικές διαμάχες σας, οι αποσχιστικές ομάδες και οι ατελείωτες κόντρες για εφήμερες θεωρίες δεν μπορούν να φέρουν καμία αλλαγή στον πραγματικό κόσμο που ζουν κάθε μέρα. Ξέρουν πως οποιοδήποτε κόμμα κι αν είναι κυβερνήσει, όποιοι νόμοι και να «περάσουν», οι δυσνόητοι “-ισμοί” των «διανοούμενων», πως το περιεχόμενο των ζωών τους θα παραμείνει το ίδιο. Αυτοί -αλλά και εμείς επίσης- ξέρουν -και ξέρουμε- πως η βαρεμάρα είναι η απόδειξη ότι αυτές οι «πολιτικές» δεν είναι το κλειδί για μια πραγματική μεταμόρφωση της ζωής. Επειδή οι ζωές μας είναι ήδη αρκετά βαρετές!
Και το ξέρετε και εσείς. Για πόσους από εσάς η πολιτική είναι ευθύνη στην πραγματική της διάσταση; Κάτι με το οποίο ασχολείστε, επειδή αισθάνεστε πως πρέπει και εξαναγκαστικά συμμετέχετε, από την στιγμή που μέσα στην καρδιά σας υπάρχουν εκατομμύρια πράγματα που θα θέλατε να κάνετε; Η εθελοντική σας εργασία είναι κάτι που απολαμβάνετε ή το κάνετε επειδή έχετε μια αίσθηση υποχρέωσης; Γιατί πιστεύετε πως είναι τόσο δύσκολο να παρακινήσετε και άλλους να συμμετέχουν; Μήπως είναι, πάνω απ’ όλα, το συναίσθημα της ενοχής που σας οδηγεί να πράξετε το «καθήκον» σας, για να θεωρείστε πολιτικά ενεργά άτομα; Ίσως να εμπλουτίζετε την «δράση» σας προσπαθώντας (συνειδητά ή όχι) να έχετε τρεξίματα με τους μπάτσους και τις αρχές, να συλληφθείτε, όχι επειδή θα σας βοηθήσει σε πρακτικό επίπεδο, αλλά επειδή κάνει τα πράγματα πιο «ενδιαφέροντα», ή γιατί θα σας θυμίσει ένα μικρό ρομαντισμό (με τάσεις ηρωισμού) από τις συγκρούσεις του παρελθόντος, ημερών περασμένων εδώ και πολύ καιρό. Δεν έχετε αισθανθεί ποτέ πως συμμετέχετε σε ενός είδους τελετουργικό, μια μακρά παράδοση περιθωριοποιημένης διαμαρτυρίας, που σκοπός της είναι μόνο να ενδυναμώσει την θέση του υπάρχοντος;  Δεν σας έχει κυριεύσει ποτέ το συναίσθημα, έστω και ενδόμυχα, να ξεφύγετε από αυτήν την στασιμότητα και την πλήξη της πολιτικής «ευθύνης»;
Δεν προκαλεί, λοιπόν, καμία έκπληξη ότι δεν φαίνεται μια μαζικότερη συμμετοχή και ένταξη στις  πολιτικές προσπάθειές σας. Πιθανότατα να λέτε στον εαυτό σας πως είναι ένα δύσκολο και άχαρο έργο, αλλά κάποιος πρέπει να το κάνει. Η απάντηση είναι απλή, ΌΧΙ.
Στην ουσία πολλαπλασιάζετε το αδιέξοδο με την κουραστική και επίπονη «πολιτική» σας. Γιατί το γεγονός είναι πως, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από την πολιτική αυτή καθ’ εαυτήν. ΌΧΙ, φυσικά, η πολιτική της αμερικανικής «δημοκρατίας» και του δικαίου, όπου όποιος εκλέγεται κρατικός νομοθέτης για να υπογράψει τους ίδιους λογαριασμούς και να διαιωνίζει το ίδιο σύστημα διαρκώς. Δεν είναι η πολιτική το: «ασχολήθηκα με την ριζοσπαστική αριστερά, επειδή μου αρέσουν οι υπεκφυγές για ασήμαντες λεπτομέρειες και να γράφω ρητορικά για μια άπιαστη ουτοπία» και να χαρακτηρίζεται αυτό ως πολιτική ενός αναρχικού. Δεν είναι η πολιτική του κάθε ηγέτη ή ιδεολογία που απαιτεί να κάνει θυσίες για τον «σκοπό».  Αλλά είναι οι πολιτικές της καθημερινής μας ζωής. Όταν διαχωρίζεις την πολιτική από τις άμεσες, καθημερινές εμπειρίες του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, καθίσταται εντελώς άσχετη. Στη ουσία, η πολιτική, γίνεται αποκλειστικός τομέας των πλουσίων (και άμεσα ελεγχόμενος), των άνετα διανοούμενων, οι οποίοι μπορούν να απασχολήσουν τον εαυτό τους με τόσο θλιβερά, θεωρητικά και ανιαρά πράγματα. Όταν, όμως, αναμειχθείτε με την πολιτική προσωπικά χωρίς να σας σέρνει κάποια υποχρέωση, αλλά αντ’ αυτού κάνετε την πολιτική δράση μια ανιαρή υποχρέωση και όχι ένα συναρπαστικό παιχνίδι, που αξίζει τον κόπο για τους δικούς του λόγους και μόνο, τότε είναι που φοβίζετε τους ανθρώπους, των οποίων η ζωή είναι ήδη πάρα πολύ βαρετή. Όταν μετασχηματίζετε την πολιτική σε ένα άψυχο πράγμα, σοβαροφανή, με φοβερές ευθύνες, γίνεται απλώς άλλο ένα βάρος για τον πολύ κόσμο και όχι ένα μέσο για να ελαφρύνει το βάρος από αυτόν. Αυτό ως αποτέλεσμα έχει να καταστρέφετε την ίδια την έννοια της πολιτικής για τους ανθρώπους, για τους οποίους θα πρέπει να είναι η πιο σημαντική. Γιατί ο καθένας έχει μια δική του κοσμοαντίληψη για το τι θέλει από τη ζωή του και πώς μπορεί να το πάρει. Μετατρέψατε την πολιτική σε μια μίζερη, αυτοαναφορική, άσκοπη μεσοαστική αναλυσούλα, με την τάση να μοιάζει με ένα μποέμ «παιχνιδάκι», ένα «παιχνιδάκι» που δεν σχετίζεται με την πραγματική ζωή.
Τι θα πρέπει τελικά να είναι πολιτικό όμως; Αν μας αρέσει αυτό που κάνουμε για να διασφαλίζουμε τις καθημερινές ανάγκες μας. Αν αισθανόμαστε ότι οι καθημερινές αλληλεπιδράσεις μας με τους φίλους μας, τους γείτονες μας και συνεργάτες μας είναι ικανοποιητικές. Αν θα έχουμε την ευκαιρία να ζούμε την κάθε μέρα με τον τρόπο που εμείς θέλουμε. Και η «πολιτική» θα πρέπει να αποτελείται όχι απλώς από συζητήσεις για αυτά τα ζητήματα, αλλά να ενεργεί άμεσα για να βελτιώσει τη ζωή μας στο τώρα. Να ενεργεί με τρόπο που είναι η ίδια διασκεδαστική, συναρπαστική, χαρούμενη, διότι η πολιτική δράση, η οποία είναι επίπονη, κουραστική και καταπιεστική μπορεί να διαιωνίσει μόνο ανία, κόπωση και να λειτουργεί ως καταπιεστικός μηχανισμός τελικά στη ζωή μας. Δε θα πρέπει να χαθεί ούτε ένα λεπτό πια σε ανέξοδες συζητήσεις με θέματα που θα είναι άνευ σημασίας όταν πρέπει να πάω στη δουλειά και πάλι την επόμενη μέρα. Πρέπει να πούμε ένα όχι στις προβλέψιμες/τελετουργικές διαμαρτυρίες, που κράτος και μπάτσοι γνωρίζουν πολύ καλά το πώς να τις αντιμετωπίσουν. Όχι σε περισσότερες βαρετές διαμαρτυρίες, τελετουργικού τύπου που θα γεμίζουν απλά ένα σαββατιάτικο απόγευμα με ιστοριούλες εσωτερικής κατανάλωσης και θα μας μετατρέπουν σε εν δυνάμει «εθελοντές» της καταστολής. Όλα αυτά προφανώς και δεν οδηγούν  πουθενά. Ποτέ ξανά θα «θυσιάσουμε τους εαυτούς μας για τον σκοπό»; Για μας η ευτυχία στις ζωές μας και τις ζωές των συνανθρώπων μας, πρέπει να είναι ο σκοπός μας και τίποτε άλλο!
Αφού κάνουμε την πολιτική σχετική με την πραγματική ζωή και συναρπαστική, τα υπόλοιπα θα έρθουν από μόνα τους. Αλλά από μία θλιβερή, θεωρητική και τελετουργική πολιτική, τίποτα πολύτιμο δεν μπορεί να ακολουθήσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να δείξουμε κανένα ενδιαφέρον για την ευημερία των ανθρώπων, των ζώων ή τα οικοσυστήματα, που δεν επικοινωνούν μαζί μας άμεσα. Αλλά το θεμέλιο της πολιτικής μας πρέπει να είναι πολύ συγκεκριμένο: θα πρέπει να είναι άμεσο, θα πρέπει να είναι προφανές σε όλους, γιατί αξίζει τον κόπο και θα πρέπει να προκαλεί διασκέδαση από μόνο του. Πώς μπορούμε να κάνουμε θετικά πράγματα για τους άλλους, αν εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να το εφαρμόσουμε στη δική μας ζωή;
Για να γίνουμε σαφής, χωρίς πολλά πολλά και με ένα απτό και απλό παράδειγμα: μια ουσιώδης πολιτική πράξη είναι, να πάμε ένα απόγευμα συγκεντρώσουμε τρόφιμα από διάφορες επιχειρήσεις, που θα τα έστελναν στα σκουπίδια και να τα διανέμουμε σε όσους τα έχουν πραγματικά ανάγκη, ακόμα και σε αυτούς που απλά βαρέθηκαν να δουλεύουν απλώς για πηγαίνουν να σπαταλούν το μισθό τους στο σούπερ μάρκετ αγοράζοντας τα αναγκαία τρόφιμα. Αυτή, λοιπόν είναι μια ουσιώδης πολιτική πράξη και μόνο εφόσον επιθυμείς να συμμετέχεις πραγματικά στο τέλος θα σου μείνει η ικανοποίηση πως συνέβαλες. Αν πας με τους φίλους σου, αν κάνεις φίλους κατά τη διάρκεια μιας τέτοια δράσης, αν ερωτευτείς ή απλά περνάς καλά με τους συντρόφους σου ή απλά αν αισθάνεσαι περήφανος που βοήθησες μια γυναίκα ελαφρύνοντας τις πιεστικές οικονομικές της ανάγκες, αυτό είναι μια ουσιώδης πολιτική πράξη.
Αντίθετα, αν κάθεσαι το ίδιο απόγευμα να γράφεις ένα «οργισμένο κείμενο» σε ένα ακόμα βαρετό αριστερό φόρουμ, διαμαρτυρόμενος για τη την χρήση του όρου «αναρχοσυνδικαλιστής», απλά πετάς τζάμπα τον χρόνο σου και το ξέρεις. Μήπως ήρθε η ώρα για τη μετανοηματοδότηση της λέξης «πολιτική», μιας και και την έχουμε/έχετε καταντήσει απλά μια βρισιά και τίποτε περισσότερο.
Περισσεύει πλέον άραγε κάποιος, όταν λέμε πως πρέπει μαζί και με βάση την αρχή της συντροφικότητας να δράσουμε στο τώρα για να βελτιώσουμε τις ζωές μας; Και για τον λόγο αυτό σας παρουσιάζουμε τα αιτήματά μας, τα οποία -πλέον- είναι μη διαπραγματεύσιμα και πρέπει να επιτευχθούν στο τώρα, καθότι δε θα ζήσουμε αιώνια.
1. Ας κάνουμε πολιτική, η οποία να σχετίζεται άμεσα με την πραγματικότητα και πάλι. Όσο πιο μακριά βρίσκεται το αντικείμενο της πολιτικής μας προσδοκίας, τόσο λιγότερο εν τέλει μας αφορά και τόσο λιγότερο θα μοιάζει ρεαλιστικό. Ακόμα από ένα σημείο και μετά δε θα μας φαίνεται πιεστικό, έτσι ώστε να το υλοποιήσουμε, αλλά αντ’ αυτού θα μας προκαλεί κόπωση και απογοήτευση.
2. Κάθε πολιτική πράξη από μόνη της οφείλει να είναι συναρπαστική και να προκαλεί ένα αίσθημα χαράς. Είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πολιτική μιζέρια που μόνοι μας έχουμε προκαλέσει, επιμένοντας στην τροφοδότηση της ίδιας μιζέριας.
3. Για να επιτευχθούν τα δύο προαναφερθέντα αιτήματα πρέπει να υιοθετήσουμε μια εντελώς νέα και διαφορετική προσέγγιση, με νέες μεθόδους και εργαλεία, τα οποία και πρέπει ΜΌΝΟΙ μας να δημιουργήσουμε. Τα παλιά είναι χιλιοδοκιμασμένα, ξεπερασμένα και μάλλον μη αποτελεσματικά. Ίσως και ποτέ να μην ήταν τόσο καλά εξ αρχής, καθώς αν ήταν αποτελεσματικά, γιατί ο κόσμος να είναι έτσι όπως είναι τώρα;
4. Να ικανοποιείτε τον εαυτό σας! Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να βαριόμαστε…ή ότι όλο αυτό είναι βαρετό από μόνο του. Ας κάνουμε την «επανάσταση» ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που ως στόχο θα έχει όχι μια θεωρητική και μονίμως ουτοπική ανέξοδη προσδοκία του τίποτε, αλλά να δημιουργεί χαρά και τίποτε περισσότερο.
Μετάφραση από F.Z.
Αρχικό κείμενο: “Your Politics Are Boring As Fuck” by Nadia C.

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

γιός του νοικοκυραίου....




imgp3097
Ο γιός του νοικοκυραίου μεγάλωσε στο χωριό. Ο πατέρας του, ο κυρ-νοικοκυραίος, ήταν αγρότης και πάσχιζε να μεγαλώσει τα παιδιά του δουλεύοντας σκληρά στα χωράφια, κάνοντας “το σκατό του παξιμάδι”. Το όνειρό του ήταν να μην κάνουν την ίδια μίζερη ζωή τα παιδιά του, να σπουδάσουν, να ξεφύγουν απ’ το χωριό και απ το μεροδούλι μεροφάι, να γίνουν “επιστήμονες” να τα καμαρώνει.
Ο γιος, του βγήκε λίγο “μπούλης”, τον παραχάιδεψε και η μάνα νοικοκυραίου. Μικρός, τα έκανε πάνω του μέχρι τα 8 του και στο σχολείο τα άλλα παιδιά τον κοροιδεύανε για αυτό. Xέστη τον φωνάζανε και κατρουλή τον κατεβάζανε και συχνά τον βαράγανε υποτιμητικά στο σβέρκο και του πετάγανε στραγάλια με το...
φυσοκάλαμο.

Παιδί “ξουράφι” δεν ήτανε με καμία δύναμη, μάλλον “αργός” ήτανε. Δεν τα ‘παίρνε τα γράμματα, όπως έλεγε ο δάσκαλος στον κυρ-νοικοκυραίο. “Καλύτερα να μείνει εδώ να δουλέψει τη γη σας, να προκόψει”, του είχε πει στην 6η δημοτικού, “δεν τα παίρνει με τίποτα, ούτε τέχνη δε νομίζω πως μπορεί να μάθει”.
Ο γιος του νοικοκυραίου έβλεπε πολύ τηλεόραση, πάρα πολύ τηλεόραση, του άρεσαν τα αστυνομικά και οι ταινίες, οι πολεμικές, σαν τον “Ράμπο”, του άρεσε και αυτός ο γάλος με τα τρία ονόματα, ο πως τον λένε μωρέ,  αυτός ο Ζα κλο βα ντα και παιδικός του ήρωας ήταν ο Στίβεν Σιγκάλ. 
Στο γυμνάσιο ήταν χειρότερα τα πράγματα. Μόνο στα θρησκευτικά και στη γυμναστική τα κατάφερνε, γιατί η μάνα νοικοκυραίου τον πήγαινε από μικρό συχνά στην εκκλησία. “Ξεφτέρι” ήτανε σε κάθε λιτανεία και κηδεία και έπαιζε και πολλή μπάλα στην ομάδα του χωριού, ήταν δεξί μπάκ, ο “κλαδευτίρας” όπως τον φώναζαν οι συμπαίχτες του. Δεν ήταν καλός στην ιστορία, αλλά του άρεσε η επανάσταση του ’21, μισούσε τους αιμοβόρους Τούρκαλάδες (που να ξερε πως ο προπροπάππους του ήταν προύχοντας που μάζευε τα χαράτσια για τον αγά) και πίστευε πως είναι απόγονος των Λακεδαιμόνων (όταν μπορούσε να προφέρει σωστά αυτή τη λέξη καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι, άν και μισούσε και τους “γιούφτους” γιατί “αυτοί έφιαξαν τα καρφιά που σταυρώσαν το χριστούλι”). 
Του άρεσαν και οι αρχαίοι μύθοι. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι σκατά λαβή έκανε στον μόλο, ο Λεωνίδας, αλλά πάντα βραχυκύκλωνε σε αυτή τη σκέψη και δε τόλμησε ποτέ να ρωτήσει.
Ως χαρακτήρας στην προεφηβεία ήταν μάλλον ντροπαλός και ακοινώνητος. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν τα έκανε και πολύ παρέα, γιατί αυτά «ακούγανε ξένα», «ντυνόντουσαν με τζίν χωρίς τσάκιση», μιλάγανε για «πολιτικά» και όταν προσπαθούσε να μπει στην παρέα τους τον δουλεύανε, «γιδογάμη» τον ανεβάζανε, «γρόθο» τον κατεβάζανε και του ρίχνανε υποτιμητικές σφαλιαρίτσες η του καρφιτσώνανε χαρτάκια με ένα πέος ζωγραφισμένο στην πλάτη. 
Εκείνος κάρφωνε τα πάντα στον γυμνασιάρχη, τον Θεολόγο, τον χουντικό απ’ τα Τρίκαλα, που τον έβαζε να σπιουνεύει ποιοί καπνίζουν και ποιοι είναι σε «πολιτικές νεολαίες», για να τον περνάει τις τάξεις. Το χαιρότανε το κάρφωμα, ήταν γλυκιά η αίσθηση της εκδίκησης, ένα είδος ανώμαλης επιβεβαίωσης.«Θα τους δείξω εγώ», σκεφτότανε και έβλεπε τον εαυτό του Σβαρτζενέγκερ να τους θερίζει όλους με ένα μεγάλο μακρύκαννο όπλο.
Έβλεπε επίσης συχνά τον εαυτό του να βιάζει δεμένη χειροπόδαρα την κόρη του γείτονα (όπως είχε δεί σε μια γερμανική τσόντα). «Αυτό το τσουλί», που τον φώναζε υποτιμητικά «τοσοδούλι», μπροστά σε όλα τα άλλα παιδιά. Κάποτε, όταν ήταν μικρά, παίζανε στον αχυρώνα το γιατρό και τη νοσοκόμα και ‘κείνη είδε το «μόριό» του, “τοσοδούλι” φώναξε δείχνοντας και έβαλε δυνατά τα γέλια. “Τοσοδούλι, θα σου δείξω εγώ”, σκεφτόταν. 
Ένας θείος τον πήγε μια μέρα στις «πουτάνες», ένα καλοκαίρι, στην Αθήνα, αλλά δεν του σηκώθηκε απο το άγχος και ‘κείνη η “παλιοβουλγάρα” του είπε: «ντεν πειράζει, μικρούλι, γκαμίσει άλλη φορά, μη φοβάται ντεν είναι πούστη», χαϊδευτικά. Αυτό δεν το ξεπέρασε ποτέ γιατί θυμήθηκε πως κάποτε του σηκώθηκε βλέποντας στα αποδυτήρια τον γιο του καφετζή, το σέντερμπάκ του “Αίαντα”, της ομάδας του χωριού, που είχε μεγάλη την ψωλή, γυμνό. «Αδύνατον να είμαι αδερφή», σκεφτότανε συνέχεια και επίμονα, “αδύνατον εγώ είμαι άντρας, δεν είμαι πούστης εγω !!!” και όταν ήρθε η ώρα να πάει στρατό, πήγε στα Ο.Υ.Κ., να αποδείξει τον ανδρισμό του, στον εαυτό του και σε κάθε «ξεκωλιάρα».
Εκεί ένιωσε για πρώτη φορά ικανοποιημένος. Την τελευταία εβδομάδα εκπαίδευσης όταν έσπασε τα μούτρα ενός φαντάρου σε ένα φτιαχτό τσαμπουκά, σ’ ένα «κωλάδικο» κοντά στα σύνορα, ένιωσε επιτέλους “άνδρας”. Τον φουκαρά τον φαντάρο τον κράταγαν βέβαια τρεις «παλληκαράδες», της σειράς του και ήταν και «μαστουρωμένος», αλλά ο γιός του νοικοκυραίου πολύ το χάρηκε που τον χτύπαγε με όλη του τη δύναμη, καθώς σκεφτόταν μέσα του: “δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστης, δεν είμαι πούστηηηηηηηηηηηηηηηηηηης !!!, είμαι άντρας ρεεεεεε”.
Όταν γύρισε στο χωριό με ένα τατουάζ “Μολόν Λαβαί” στον δεξί ώμο του και μια σπαρτιάτικη περικεφαλαία στο στήθος, ο πατέρας του, του πήρε μια μεταχειρισμένη «μπε-ε-βε, τζι-τι-εξ, σούπερ-τούρμπο, μι-τρία» με τις τελευταίες οικονομίες της οικογένειας. 
Πέρναγε τον καιρό του βλέποντας Λιακόπουλο και Άδωνις και διαβάζοντας επιτέλους βιβλία που μπορούσε να καταλάβει. Ναι, επιτέλους η αλήθεια που αυτός μόνο καταλάβαινε και που του έκρυβαν τόσα χρόνια οι “κουλτουριαρέοι” μασόνοι που τον εξευτέλιζαν με τα ακαταλαβίστσικα επιστημονικά επιχειρήματα κάθε φορά που προσπαθούσε να συμμετάσχει σε κάποια σοβαρή κουβέντα. 
Ήταν απόγονος των ΕΛ, ήταν κάτι σπουδαίο, δεν ήταν σαν τους «άλλους», τους «κρυφο-Εβραίους» και τις «αδερφές». Ήταν άριος, ήταν ξεχωριστός, δεν ήταν βλάκας, ήταν Έλληνας ανώτερος απ όλους και τον πολεμούσαν όλοι, δεν ήταν ηλίθιος και αμόρφωτος αυτός, οι άλλοι ήταν παραπλανημένοι, οι “εξυπνάκιδες”, αυτός γνώριζε την πραγματική αλήθεια. Ήταν ξεχωριστός, μέλος της εκλεκτής φυλής του θεού, ήταν Έλληνας, όχι απλά άνθρωπος ! 
Γυάλιζε το κυνηγετικό του όπλο κάθε μέρα και εξόντωνε κάθε σπουργίτι που είχε μείνει στο καμμένο δάσος, φαντασιωνόμενος πως εξοντώνει ορδές από “αράπηδες”, Πακιστανούς, Αλβανούς και άλλους αλλόθρησκους εχθρούς της πατρίδας, που τους έβαλαν οι «Αμερικάνοι» να καταργήσουν τη «θρησκεία και τα πιστεύω μας». Δούλευαν στα χωράφια του βέβαια, αλλά “αυτοί είναι πίθηκοι, είναι όπως τα ζώα, είναι φτιαγμένοι απ το θεό για να μας υπηρετούν”, σκεφτόταν κάθε φορά που στο τέλος της σεζόν κάρφωνε τους λαθρομετανάστες εργάτες στην αστυνομία για να απελαθούν και να μην τους πληρώσει. Άκουγε διαπασών κλαρίνα στην «αμαξάρα» του, γυρίζοντας τύφλα απ’ τα πανηγύρια και πάταγε αδέσποτους σκύλους και γάτες, «για πλάκα». 
Περιέργως ήταν πάντα “καψούρης” με κάποια φανταστική κοπέλα που υπήρχε μόνο στο μυαλό του, ή που την είχε δει κάπου τυχαία και που εκείνη προφανώς αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξή του, λάτρευε τα καψουτράγουδα και ήταν σε μόνιμη ερωτική απογοήτευση χωρίς αντικείμενο.
Ο κυρ-νοικοκυραίος ήταν αδερφός του χασάπη, που ήταν μέγας και τρανός κομματάρχης του «Κόμματος». Του κόμματος που το ψήφιζε επειδή το ψήφιζε ο πατέρας του πατέρα του και ο πατέρας του. “Όλα κι όλα έτσι τα βρήκαμε, έτσι τα συνεχίζουμε”. Χρόνια παρακαλούσε για μια θεσούλα για το γιό του στο δημόσιο, αλλά «το ΑΣΕΠ μας έχει δέσει τα χέρια», του απαντούσε ο χασάπης, ανάθεμα στα κουμούνια και τις “αξιοκρατίες τους, χαλάσανε τις παραδόσεις και τις οικογένειες”. 
Ο γιος βοηθούσε και αυτός το Κόμμα κάνοντας θελήματα στις εκλογές για τον τοπικό βουλευτή του «Κόμματος» και νονό του (γόνος οικογένειας τσιφλικάδων, είχε βαφτίσει τουλάχιστον 1000 παιδιά στο νομό), μοιράζοντας φυλλάδια και σηκώνοντας ελληνικές σημαίες στις ομιλίες του. Ώσπου κάποια μέρα ο χασάπης τον κάλεσε στο μαγαζί και καθώς έκοβε μια σπάλα με τον μπαλντά, του είπε: «λοιπόν ανηψιέ, υπάρχουν δυό θεσούλες απ’ το ‘παράθυρο’ για σένα, μια στην πυροσβεστική και μια στην ομάδα ΔΙΑΣ, ξέρεις, τους ‘ράμπο’ της αστυνομίας, πές μου πού θες να σε βάλω και θα το τακτοποιήσω». 
Δεν έκανε δεύτερη σκέψη. Ήξερε πολύ καλά για την πυροσβεστική απ’ το γιό της περιπτερούς, πως είναι ηρωικό επάγγελμα και επικίνδυνο. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, τον πυροσβέστη, ήρωας, παλικάρι λέγανε όλοι, “μπράβο του έχει κότσια αυτό το παιδί, νάναι καλά”, “πέρυσι παραλίγο να καεί ζωντανός για βγάλει μια οικογένεια από ένα σπίτι που πήρε φωτιά”, “τέτοιοι αξίζουν σεβασμό”, “αυτοί είναι άντρες ρε, με ψυχή”. Είχε και ένα μακρινό ξάδερφο που ήτανε «μπάτσος» στο ηθών και είχε χοντροκονομήσει «δουλεύοντας την κοινωνία» και «ξύνοντας τα αρχίδια του». 
Κανείς δεν τον χώνευε, όλοι τομάρι και καθίκι τον έλεγαν, πίσω απ την πλάτη του, γιατί μπροστά του ή δεν μιλάγανε, ή μιλάγαν μόνο για ποδόσφαιρο. “Κοπρίτης, νταβατζής είναι, κατακάθι της κοινωνίας, μαγκιά κλανιά και κώλος φινιστρίνι”, αυτά ήταν τα καλύτερα που μπορούσες να ακούσεις για αυτόν. Δεν χρειάστηκε καμία δεύτερη σκέψη. Τι δεύτερη σκέψη να κάνει ;
“Στη ΔΙΑΣ, στη ΔΙΑΣ !!!” ρε μπάρμπα, αναφώνησε αμέσως, “σιγά μην πάω γίνω πυροσβέστης, αν ήθελα μια δουλειά να κουράζομαι θα έμενα αγρότης, καμία δουλεία δεν είν ντροπή μπάρμπα …”

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

8 τύπους μαμάδων

Πώς θα ήταν ο κόσμος μας χωρίς όλα αυτά τα μαργαριτάρια μητρικής σοφίας που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, με τον ιερό σκοπό να μας συμβουλεύσουν και να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους; Ξεχωρίσαμε 8 τύπους μαμάδων και τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες τους.
Η γκρινιάρα μαμά
Πήγαινε πλύσου!
Βούρτσισες τα δόντια σου;
Μάζεψες τα παιχνίδια σου;
Έκανες τα μαθήματά σου;
Είναι ώρα για ύπνο!
Ντύσου, θα κρυώσεις!
Σκούπισε τα πόδια σου!
Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς.
Δεν μιλάμε με το στόμα γεμάτο.
Να είσαι καλό παιδί.
Μπορούσες να πάρεις ένα τηλέφωνο!

Η τεμπέλα μαμά
Ρώτα τον πατέρα σου.
Δεν έχει «γιατί». Είπα «όχι»!
Μη με αναγκάσεις να έρθω εκεί!
Μην τρέχεις μέσα στο σπίτι!
Αρκετά!
Πόσες φορές πρέπει να το πω;
Δε με νοιάζει τι κάνουν τα άλλα παιδιά!
Θα μετρήσω μέχρι το τρία…
Τελευταία φορά που το λέω.
Δεν ρώτησα ποιος το έκανε, είπα να το μαζέψετε!
Και εγώ τι είμαι, η υπηρέτριά σου;
Μάζεψέ το γιατί θα σκοτωθεί κανένας!
Χεράκια δεν έχεις να το κάνεις εσύ;
Δεν σε ρώτησε κανείς.

Η υπερπροστατευτική μαμά
Πρόσεχε!
Πάρε με μόλις φτάσεις!
Σε ποια φίλη σου είπαμε ότι θα πας;
Και ποιοι άλλοι θα είναι εκεί;
Τι δουλειά κάνουν οι γονείς του;
Έτσι μιλάνε στη μανούλα;
Μην το βάζεις στο στόμα σου!
Μην το πιάνεις, μπορεί να είναι βρώμικο!
Φάε κάτι, βρε παιδάκι μου!
Θες ένα ποτήρι γάλα;
Ντύσου, έχει κρύο!

Η εγωίστρια μαμά
Δεν σου δίνω κολατσιό για να το δίνεις στους άλλους!
Πλύσου πρώτα και μετά έλα να με φιλήσεις.
Εγώ θέλω το καλύτερο για εσένα!
Αν θελήσω τη γνώμη σου, θα στην ζητήσω.
Αν πρόκειται να σφαχτείτε, κάντε το έξω γιατί μόλις καθάρισα!
Δεν θα είμαι πάντα εδώ να σου μαζεύω.
Μην ξενυχτίσεις!
Θα κάνεις αυτό που λέω!
Δεν είμαι ο σοφέρ σου!
Δεν γίνεται πάντα αυτό που θέλουμε, πρέπει να το καταλάβεις.
Καλά, περίμενε να φτάσουμε σπίτι…
Κλείσε την πόρτα! Θες να μας ακούσει όλη η γειτονιά;
Και τι με νοιάζει αν η μαμά της Μαρίας την άφησε; Αν η μαμά της Μαρίας την άφηνε να πηδήξει από το παράθυρο, θα έπρεπε και εγώ να σε αφήσω;
Γιατί; Γιατί έτσι λέω εγώ!
Εμένα με στεναχωρεί περισσότερο από όσο στεναχωρεί εσένα.

Η υπερβολική μαμά
Θα το φας όλο! Άλλα παιδάκια δεν έχουν να φάνε!
Τι εννοείς δεν έχεις τι να βάλεις; Τα ρούχα ξεχειλίζουν στην ντουλάπα!
Πρόσεχε, θα σπάσεις κανένα χέρι (πόδι / κεφάλι / δόντι)!
Ένα εκατομμύριο φορές στο έχω πει!
Η ζωή δεν είναι δίκαιη…
Κοίτα το δωμάτιό σου! Σαν στάβλος είναι!
Άλλα παιδάκια στον κόσμο θα παρακαλούσαν να έχουν όσα έχεις εσύ!
Με τόσο κερί στα αυτιά σου θα φτιάξουμε λαμπάδα!
Τυφώνας πέρασε από το δωμάτιό σου;
Σβήσε το φως! Έχουμε μετοχές στην ΔΕΗ;
Όταν εγώ ήμουν μικρή τους σεβόμασταν τους μεγάλους.
Θα με τρελάνετε εντελώς!
Εσένα, παιδάκι μου, το μυαλό σου είναι πάνω από το κεφάλι σου!
Εγώ ποτέ δεν βαριόμουν στην ηλικία σου.
Κλείσε την πόρτα. Σε τσαντίρι ζεις;
Σκουλαρίκι το έχεις κάνει το τηλέφωνο.

Η απαιτητική μαμά
Είπα «κλείσε την πόρτα» όχι «σπασ’την»!
Θα σου συμπεριφέρομαι σαν μεγάλη όταν θα αρχίσεις και εσύ να φέρεσαι έτσι.
Δεν σκαλίζουμε την μύτη μας μπροστά σε κόσμο.
Μη μου μιλάς εμένα με αυτό το ύφος!
Όταν σου μιλάω, δεν θα φεύγεις.
Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;
Αυτά θα βάλεις;
Τι πάει να πει «δεν ξέρω»;
Να με κοιτάς όταν σου μιλάω!
Πες συγγνώμη!
Πες ευχαριστώ!
Πρόσεχε το στόμα σου!
Βαθμοί είναι αυτοί;
Θα πας να παίξεις όταν… τελειώσεις τα μαθήματά σου / καθαρίσεις το δωμάτιό σου / πλύνεις τα χέρια και το στόμα σου.
Πάλι πεινάς; Πριν από λίγο έφαγες!
Δεν με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι, εσύ με νοιάζει τι κάνεις!

Η καχύποπτη μαμά
Πώς ξέρεις ότι δεν σου αρέσει πριν το δοκιμάσεις;
Τι είναι εδώ; Ξενοδοχείο; Έρχεσαι, τρως, κοιμάσαι και φεύγεις;
Δεν το πιστεύω ότι έκανες τέτοιο πράγμα!
Αν δεν το κάνεις τώρα, πότε θα το κάνεις;
Δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι εσένα, τους άλλους δεν εμπιστεύομαι!
Με δουλεύεις;
Τι ώρα θα είσαι πίσω;
Πού νομίζεις ότι πας;
Ποιοι θα είναι μαζί σου; Τους ξέρω;
Ποιος στα έμαθε αυτά τα πράγματα; Εσύ δεν ήσουν έτσι!
Μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο!
Έχεις για όλα μια απάντηση, ε;
Μου λες ψέματα;

Η απειλητική μαμά
Μη μου κάνεις εμένα μούτρα!
Μην το φας αυτό, θα πάθεις τίποτα!
Μην βγαίνεις έτσι έξω, θα κρυώσεις!
Μην σε ξαναπιάσω να κάνεις κάτι τέτοιο!
Πρόσεχε, θα βγάλεις κανένα μάτι!
Αν σε ξαναπιάσω να κάνεις τέτοιο πράγμα…
Κι αν ήταν φίδι και σε δάγκωνε;
Αν δεν τρως το φαΐ σου, δεν θα μεγαλώσεις!
Μην κάθεσαι τόσο κοντά στην τηλεόραση, θα χαλάσεις τα μάτια σου.
Αν βαριέσαι, θα σου βρω εγώ κάτι να κάνεις.
Μην φοράς τα γυαλιά άλλων, θα στραβωθείς!
Εύχομαι τα παιδιά σου να σου κάνουν τα ίδια!
Πάνω από το πτώμα μου θα πας!
Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα αν το ξαναπείς!
Βούλωσ’ το και τρώγε!
Θα στο κόψω εγώ το γέλιο!
Όταν γυρίσει ο πατέρας σου, θα του τα πω όλα!
Όσο ζεις σε αυτό το σπίτι, θα κάνεις αυτό που λέω!
Θα το φας και θα πεις και ένα τραγούδι!
Θα σε γδάρω ζωντανή!
Με έχεις φτάσει στο αμήν!
Θα μιλάς όταν σε ρωτάω!

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

2014 Πούστηδοι!!



Αυτό που αντίκρυσα μπαίνοντας στον καφενέ,
δεν το ματαξασυνάντησα!!


Ενας υπερογδοντάρης γέροντας όρθιος να...αγορεύει,
αγριεμένος, κουνώντας μιά γκλίτσα πάνω-κάτω
κι όλοι οι θαμώνες κάγκελο!
Εκανα νόημα για καφέ κι έκατσα...μακριά του!
"Πούστηδοι", "σκατορουφιάνοι", "αλήτες",
οι πρώτες λέξεις που έφτασαν στ΄αυτιά μου.
"Γαμώ τα πρέκια σας", συνέχισε ο αφιονισμένος.
"Πόσα σ΄έκοψαν, Παναγιώτη;" απευθύνθηκε
σ΄ένα ετοιμόρροπο γεροντάκι.
"Εσένα, ωρέ Θανάση;", συνέχισε.
"Πόσα πλερώντε για φάρμακα;".
"Πόσα δίντε στου γιατρό;". 
"Τι τρώτε ρε αναθεματισμένοι; Παπάρα προυί,
τσάϊ του βράδ΄και κουρκούτ΄ του μεσημέρ΄;".
"Πόσου έχτι χαράτσ΄; Ηρθαν οι τούρκοι πάλι;"
"Τι φκιάχν τα πιδιά σας;; Δλεύν
Τα ΄γγόνια τα δίντε καμιά δικάρα; Χα-χα!".
"Π΄νούσαμε 40 χρόνια, δούλεψαμι, έγιναμε
αθρώποι, έφαγαμι-ήπιαμι μιά στάλα
κι τώρα πάλι ΠΕΙΝΑ κι θάνατου μας έφιραν".   
Είπε κι άλλα ο γέρος. Απόκαμε.
Εκατσε στη καρέκλα, ρούφηξε μια γουλιά καφέ
κι άναψε μιά τσιγάρα-βάλσαμο.
Τον πλησίασα, έκατσα, πιάσαμε κουβέντα.
"Πολλά και σωστά είπες, θείο, γιατί;" τον τσίγκλισα.
"Εχω τρελλαθεί" απάντησε.
"Γεννήθηκα από φτωχά αρχίδια. Γραφτό μου.
Μεγάλωσα στη φτώχεια και στη στέρηση,
όπως όλοι σχεδόν στο...(είπε το όνομα του χωριού).
Γράμματα δεν έμαθα, δούλευα στο χωράφι και
σε οικοδομές. Από 10 χρονών.
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, ξενιτεύτηκα,
αλλά πρόκοψα. Μάστορας καλός. Μαζί και
τα παιδιά μου. Πρόκοψαν κι αυτά.
Δέκα βγάζαμε, πέντε στην άκρη. Νάχουμε
για τις δύσκολες μέρες.
Μετά εγώ σταμάτησα, άρχισαν κι οι αρρώστειες.
Πέθανε κι η μπάμπω, άστα.
Οχτώ χρόνια τώρα σταμάτησαν οι δουλειές.
Τα παιδιά τίποτα κι οι υποχρεώσεις βουνό...
Να τι έπαθα, όμως, σήμερα: έχω ένα διαμέρισμα 
εδώ και πήγα να πάρω το νοίκι, μιάς κι ήρθα.
Μ΄άνοιξαν τα παιδιά, δυό φοιτητές, μεσ΄τη θλίψη.
Εριξα μιά ματιά στο παγωμένο σπίτι και στη 
κουζίνα είδα μιά φραντζόλα και λίγο τυρί.
Ρώτησα και μ΄είπαν πως αυτό είχαν για φαί,
αυτό μπορούσαν ν΄αγοράσουν.
Και στο δωμάτιο...μιά σομπίτσα αερίου,
που ούτε τα αχαμνά τους δεν ζέσταινε.
"Γύρισε ο κόσμος ανάποδα.
Τους είπα δεν θέλω νοίκι κι έφυγα". 
......................................
Οργή; Αγανάχτηση; Ανθρωπιά; Αδιέξοδο;
Ισως όλα μαζί. Ισως κι αυτά νάναι λίγα.
Ισως νάναι μιά μικρογραφία.
Ισως ένα μήνυμα. Μια ΕΛΠΙΔΑ.
Ισως πρέπει να πάψουμε τα "πούστηδοι".
Και να περάσουμε στη "γκλίτσα".
Οσο υπάρχει ακόμα λίγος χρόνος.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Αριστερός








 

Ο δικός μου αριστερός


Photo: Κ. Τσακαλίδης @fosphotos.com Photo: Κ. Τσακαλίδης @fosphotos.com




Αριστερός για μένα θα πει αυτός που νιώθει το βάσανο του διπλανού του σαν δικό του βάσανο, κι αγωνίζεται για την εξάλειψή του ακόμα κι όταν η δική του ζωή δεν απαιτεί αγώνα.
Αριστερός για μένα θα πει ο πραγματικά ευαίσθητος, η κεραία μέσα στο χάος που πάλλεται κάθε φορά που την αγγίζει κάτι ανθρώπινο.
Αριστερός για μένα θα πει αυτός που πιστεύει στο τρίπτυχο ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα με την ίδια θέρμη όπως ο ευσεβής χριστιανός στον τριαδικό Θεό του – κι ωστόσο προσπαθεί να διαδώσει την πίστη του χωρίς να την επιβάλλει, διαφωτίζοντας αλλά ποτέ προσηλυτίζοντας.
Αριστερός για μένα θα πει αυτός που δεν αντιλαμβάνεται καμιάν ιδιοκτησία, καμία σχέση με τα άψυχα, ως ανώτερη από τη σχέση του με τα έμψυχα πλάσματα του κόσμου. Και, κατ’ επέκτασην, αυτός που δεν εκλαμβάνει κανένα ανθρώπινο ον ως κατώτερο, ασήμαντο ή αμελητέο.
Αριστερός για μένα θα πει αυτός που δεν κάνει τις προσωπικές θυσίες του φλάμπουρο έπαρσης κι επίδειξης, διότι έχει συναίσθηση των αναρίθμητων θυσιών, εφάμιλλων μα και βαρύτερων απ’ τις δικές του, που έγιναν και γίνονται και θα γίνονται από ανθρώπους που προτιμούν έναν δίκαιο θάνατο από μιαν άδικη ζωή.
Αριστερός για μένα θα πει αυτός που αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα της μόρφωσης και του πολιτισμού ως όπλα για την εξύψωση του ανθρώπου και την καλυτέρευση της μοίρας του – κι ως εκ τούτου, αυτός που δεν φοβάται το αλλιώτικο ή το ξένο, όταν ως στόχο έχει την εξίσωση και τον διαφωτισμό ατόμων και λαών.
Αριστερός για μένα θα πει αυτός που ποτέ δεν παραιτείται απ’ την ελπίδα, που ακόμα κι όταν του αφαιρεθούν όλα τα μέσα που χρειάζονται για τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης εξακολουθεί να μάχεται με τον λόγο του, τις ιδέες του, και τα όνειρά του.
Αριστερός για μένα θα πει να σέβεσαι το ανθρώπινο μεγαλείο του παρελθόντος χωρίς να καθηλώνεσαι σ’ αυτό, να ζεις ελεύθερος από ιερά φαντάσματα και τέρατα αποζητώντας στο παρόν και στο μέλλον συνεχιστές του έργου που άφησαν πίσω τους οι παλιοί αγωνιστές.
Αριστερός στα μάτια μου είναι αυτός που αποστρέφεται κάθε αυθαιρεσία και θηριωδία των ισχυρών επί των αδυνάτων, είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα ή για ολόκληρα κράτη, και δεν ησυχάζει ούτε παύει να αγωνίζεται ακόμη κι αν γνωρίζει μετά βεβαιότητος ότι αυθαιρεσίες και θηριωδίες ανέκαθεν συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν – ο άνθρωπος που δεν κρύβεται πίσω από μιαν αποκαρδιωμένη και κυνική άποψη για τον κόσμο.
Αριστερός είναι για μένα αυτός που απορρίπτει τον ρόλο του δυνάστη, ακόμα κι όταν του προσφέρει τη δυνατότητα να εφαρμόσει την κοσμοθεωρία του στην πράξη – διότι ξέρει ότι η ελευθερία στα χέρια ενός τύραννου παύει να είναι ελευθερία.
Αριστερός για μένα είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να εμφυσήσει στις επόμενες γενιές τον σεβασμό, την αγάπη και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, χωρίς ωστόσο να προκαθορίζει ρόλους και πορείες – διότι ισότητα σημαίνει το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα επιλογής απόψεων που μπορεί να μη συνάδουν με τις δικές μας. Ο αριστερός νουθετεί αλλά ουδέποτε παγιδεύει, μεταλαμπαδεύει χωρίς ποτέ να φυλακίζει.
Τέλος, για μένα, αριστερός είναι αυτός που χρησιμοποιεί με φειδώ και σεβασμό την ιδιότητα του αριστερού, κατανοώντας πως δεν είναι τίτλος ευγενείας που ο καθείς μπορεί να αποδώσει στον εαυτό του σαν σε στέψη αυτόκλητου μονάρχη, αλλά στάση ζωής που κρίνεται εκ του αποτελέσματος, από την εντιμότητα, τη συνέπεια, και την ακεραιότητα των πεπραγμένων του.
Αυτόν τον αριστερό αγαπώ, κι αυτόν ονειρεύομαι να φτάσω έστω και στο ελάχιστο. Κι ακόμη κι αν ποτέ μου δεν τα καταφέρω, κρατώ μες στην καρδιά μου το όνειρο αυτό ως ιερό μου χρέος.http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=31375

Έλεος με την αριστερή κλάψα και τις μικροαστικές ονειρώξεις



Έχει γεμίσει ο τόπος , από κλαψιάρηδες “πολιτικούς αναλυτές” “λογοτέχνες”, “ποιητές” της μπλογκόσφαιρας, που ενώ μαίνεται η πιο ευρεία , η πιο εκτεταμένη επίθεση του κεφαλαίου τον τελευταίο μισό αιώνα, η μόνη απάντηση που βρίσκουν πρόχειρη, είναι αναπαραγωγή ειδήσεων που καταδεικνύουν τον κανιβαλισμό του συστήματος και πέραν τούτου ουδέν. Ανούσια παράθεση καταστροφικών ειδήσεων, γαρνιρισμένες με το απαραίτητο “ψαγμένο” απόφθεγμα , πολιτικές αναλύσεις που επικαλούνται ένα κάποιο ιδεώδες δημοκρατίας, μια εναγώνια αναζήτηση της χαμένης ευαισθησίας ενός ιδανικού κράτους δικαίου.

Τελειώσαν αυτά. Πέρασαν ανεπιστρεπτί. Τα σάρωσε και τα σαρώνει κάθε στιγμή που περνάει η καπιταλιστική λαίλαπα, που διαλύει κάθε αυταπάτη περί ύπαρξης μιας ουδέτερης αστικής δημοκρατίας, που η αριστερά της ήττας συνεχίζει να αναπολεί και να επικαλείται -όπως φαίνεται- επί ματαίω. Καθώς το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας που υφίστατο προ κρίσης, δεν προέκυψε ως δωροληψία, αλλά ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων εργατικών αγώνων, με θύματα και νεκρούς. Ακριβώς για αυτό δεν αποτελεί παρά πολιτική βεβήλωση, η αριστερά να εκλιπαρεί για την επιστροφή σε μια περίοδο που δήθεν λειτουργούσε το δημοκρατικό ιδεώδες. Δεν επρόκειτο περί ιδανικής δημοκρατικής πολιτείας, αλλά για την απόσπαση από τον κόσμο της εργασίας ενός βαθμού ελευθερίας, ως αποτέλεσμα επίπονων και μακρών αγώνων του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος.

Η δημοκρατία που υπήρχε λοιπόν, ήταν η δημοκρατία που αντιστοιχούσε στον συσχετισμό δυνάμεων εργασίας και κεφαλαίου στην συγκεκριμένη περίοδο, ενώ αντανακλούσε -όχι με απόλυτη γραμμικότητα- και τον τύπο , την μορφή της αστικής καπιταλιστικής εξουσίας που ηγεμόνευε. Στην περίοδο οξείας καπιταλιστικής κρίσης, όπως η παρούσα, το πολιτικό πλαίσιο που επιβάλλεται αντικατοπτρίζει στην αναλογία του τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα της αστικής εξουσίας που τώρα ηγεμονεύει. Αν γίνεται αποδεκτό ότι έχει εγκαθιδρυθεί μια ολοκληρωτική, αυταρχική αστική εξουσία, τότε και το υφιστάμενο πλαίσιο δημοκρατίας, προσαρμόζεται στις ανάγκες διατήρησης και περαιτέρω εμβάθυνσης της συγκεκριμένης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

Από αυτή την σκοπιά , η μόνη γραμμή άμυνας απέναντι σε μια καλπάζουσα κατασταλτική θωράκιση του αστικού κράτους από τον εσωτερικό εχθρό-τον κόσμο της εργασίας-, συγκροτείται σε μια θεώρηση που αναζητά, επιδιώκει και απαιτεί την ηγεμονία της δημοκρατίας αυτών που κινούν την ιστορία, αυτών που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο, αυτών που ενώ δημιουργούν το παν, αποκομίζουν το τίποτα. Μια τέτοια επιδίωξη δεν ταυτίζεται, ούτε καν προσεγγίζεται, από την ιδανικότερη αστική δημοκρατία που μπορεί κάποιος να περιγράψει ή ακόμη και να φανταστεί. Καθώς πρόκειται για την επιδίωξη της εργατικής δημοκρατίας. Της δημοκρατίας δηλαδή, που προκύπτει και απορρέει από την καθημερινή μάχη της εργατικής τάξης να αλλάξει την θέση της στην ιστορία, αλλάζοντας μαζί ολόκληρη την κοινωνία, διευρύνοντας διαρκώς και αέναα τον ορίζοντα της ανθρώπινης ελευθερίας.

Η μόνη δημοκρατία, που αναλογεί και πρέπει να προτάξει η εργατική τάξη, είναι η δημοκρατία της Κομμούνας. Η δημοκρατία των Σοβιέτ. Η δημοκρατία, ως απόρροια της καθολικής ηγεμονίας, -της απελευθερωτικής για όλη την κοινωνία- εργατικής εξουσίας.

Δεν αναλογεί στην εργατική τάξη, να εκλιπαρεί για ψήγματα αστικής δημοκρατίας. Να εκλιπαρεί για επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας από ένα σύστημα που αναζωογονείται και αναγεννάται, μέσα από την ωμή πολιτική και φυσική βία. Ένα τέτοιο σύστημα δεν συγκινείται και δεν παραχωρεί το οτιδήποτε παρά μόνο αν εξαναγκαστεί.

Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει στρατόπεδο ο θρήνος και το κλάμα, είναι η εργατική τάξη να “σκουπίσει τα μάτια της” και να ανυψωθεί σε νικηφόρο αντίπαλο δέος απέναντι στην εξουσία των καπιταλιστών, αποτινάσσοντας τα βαρίδια των αριστερών ψευδαισθήσεων, και των μικροαστικών φληναφημάτων, περί του απολεσθέντος ιδανικού μιας βλακωδώς καθαγιασμένης, αστικής δημοκρατίας.
http://e-oikodomos.blogspot.gr/2014/01/blog-post_4644.html
Traverso Rossa