Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Leon Trotsky-Η τέχνη της εξέγερσης









Οι άνθρωποι δεν κάνουν την επανάσταση καλόκαρδα, το ίδιο όπως και τον πόλεμο. Η διαφορά βρίσκεται ωστόσο σε τούτο, ότι στον πόλεμο ο αποφασιστικός ρόλος πέφτει στον καταναγκασμό· στην επανάσταση δεν υπάρχει καταναγκασμός, εκτός από τον καταναγκασμό των περιστάσεων. Η επανάσταση παρουσιάζεται όταν δεν απομένει άλλος δρόμος. Η εξέγερση που υψώνεται πάνω από την επανάσταση σαν μια βουνοκορφή στην οροσειρά των γεγονότων της, δεν μπορεί να προκληθεί αυθαίρετα, το ίδιο όπως και η επανάσταση στο σύνολο της. Οι μάζες, επανειλημένα, επιτίθενται και υποχωρούν πριν αποφασίσουν να κάνουν την τελευταία έφοδο.

Η συνωμοσία συνήθως αντιτίθεται στην εξέγερση, όπως η προμελετημένη επιχείρηση μιας μειοψηφίας απέναντι στη στοιχειακή κίνηση της πλειοψηφίας. Και πραγματικά: μια νικηφόρα εξέγερση που δεν μπορεί να είναι παρά το έργο μιας τάξης προορισμένης να τεθεί επικεφαλής του έθνους, από την ιστορική της σημασία κι απ’ τις μέθοδές της ξεχωρίζει βαθιά από ένα πραξικόπημα συνωμοτών που ενεργούν πίσω από τις πλάτες των μαζών.

Πραγματικά, σε κάθε ταξική κοινωνία υπάρχουν αρκετές αντιφάσεις για να μπορεί κανείς να εξυφάνει, μέσα στις σκισμάδες, μια συνωμοσία. Η ιστορική πείρα αποδείχνει, ωστόσο, πως χρειάζεται ακόμα η κοινωνία να είναι άρρωστη σε κάποιο βαθμό – όπως στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στη Νότια Αμερική – για να μπορεί η πολιτική των συνωμοτών να βρίσκει διαρκώς να τρέφεται. Στην καθαρή της κατάσταση η συνωμοσία, ακόμα και σε περίπτωση νίκης, το μόνο που μπορεί να δόσει είναι η αλλαγή στην άσκηση της εξουσίας διαφόρων κλικών της ίδιας, κυρίαρχης τάξης, ή λιγότερο ακόμα: αντικαταστάσεις πολιτικών προσώπων. Η νίκη ενός κοινωνικού συστήματος πάνω σ’ ένα άλλο δεν έχει γίνει στην ιστορία παρά μόνο με μαζική εξέγερση. Ενώ οι περιοδικές συνωμοσίες είναι συχνότατα η έκφραση του μαρασμού και της σήψης της κοινωνίας, η λαϊκή εξέγερση, αντίθετα, αναφαίνεται συνήθως σαν αποτέλεσμα μιας προηγούμενης γοργής εξέλιξης, που σπάζει την παλιά ισορροπία του έθνους. Οι χρόνιες «επαναστάσεις» στις νοτιοαμερικανικές δημοκρατίες δεν έχουν τίποτα κοινό με τη διαρκή επανάσταση· απεναντίας, με κάποιαν έννοια είναι το ολότελα αντίθετό της.

Αυτό που ειπώθηκε πιο πάνω δεν σημαίνει ωστόσο καθόλου ότι λαϊκή εξέγερση και συνωμοσία αποκλείουν η μια την άλλη σ’ όλες τις περιπτώσεις. Ένα στοιχείο συνωμοσίας, σ’ αυτό ή σε κείνο το μέτρο, περνάει σχεδόν πάντα στην εξέγερση. Σταθμός ιστορικά προσδιορισμένος της επανάστασης, η εξέγερση των μαζών δεν είναι ποτέ καθαρά στοιχειακή. Ακόμα κι όταν ξεσπάει απροσδόκητα για τους περισσότερους συμμέτοχους της, γονιμοποιείται από ιδέες που οι εξεγερμένοι βλέπουν σ’ αυτές μια διέξοδο από τα βάσανα της ζωής. Όμως η εξέγερση των μαζών μπορεί να προβλεφτεί και να προετοιμαστεί. Αυτή μπορεί να οργανωθεί από τα πριν. Σ’ αυτή την περίπτωση η συνωμοσία είναι υποταγμένη στην εξέγερση, την υπηρετεί, διευκολύνει την πορεία της, επιταχύνει τη νίκη της. Όσο ψηλότερο είναι το πολιτικό επίπεδο ενός επαναστατικού κινήματος, όσο σοβαρότερη είναι η διεύθυνσή του, τόσο μεγαλύτερη είναι η θέση που κρατάει η συνωμοσία στη λαϊκή εξέγερση.

Είναι απαραίτητο να καταλάβουμε σωστά τη σχέση ανάμεσα στην εξέγερση και τη συνωμοσία, τόσο σε ότι τις φέρνει σε αντίθεση όσο και σε ότι τις συμπληρώνει αμοιβαία, κι αυτό τόσο πιο πολύ όσο η ίδια η χρήση της λέξης «συνωμοσία» έχει στη μαρξιστική φιλολογία όψη αντιφατική, είτε πρόκειται για ανεξάρτητη επιχείρηση μιας μειοψηφίας που παίρνει την πρωτοβουλία, είτε πρόκειται για προπαρασκευή από τη μειοψηφία του ξεσηκωμού της πλειοψηφίας.

Η ιστορία δείχνει, είν’ αλήθεια, πως μια λαϊκή εξέγερση μπορεί, κάτω από ορισμένους όρους, να νικήσει ακόμα και χωρίς συνωμοσία. Ξεπηδώντας με μια «στοιχειακή» ώθηση από μια γενική αγανάκτηση, από διάφορες διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, απεργίες, οδομαχίες, η εξέγερση μπορεί να παρασύρει ένα μέρος του στρατού, να παραλύσει τις δυνάμεις του εχθρού και ν’ ανατρέψει την παλιά εξουσία. Έτσι έγινε ως κάποιο βαθμό το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία. Είχαμε πάνω-κάτω τον ίδιο πίνακα στο ξετύλιγμα της γερμανικής και αυστροουγγρικής επανάστασης το φθινόπωρο του 1918. Στο μέτρο που σ’ αυτές τις δυο περιπτώσεις δεν υπήρχε επικεφαλής των εξεγερμένων κόμμα βαθιά διαποτισμένο από τα συμφέροντα και τους σκοπούς της εξέγερσης, η νίκη της έπρεπε αναπόφευκτα να μεταβιβάσει την εξουσία στα χέρια κείνων των κομμάτων που ως την τελευταία στιγμή είχαν εναντιωθεί στην εξέγερση.

Ν’ ανατρέψεις την παλιά εξουσία είναι ένα πράγμα. Να πάρεις την εξουσία στα χέρια σου είναι ένα άλλο πράγμα. Η μπουρζουαζία σε μιαν επανάσταση μπορεί να καταλάβει την εξουσία όχι γιατί είναι επαναστατική μα γιατί είναι η μπουρζουαζία: έχει στα χέρια της την ιδιοκτησία, την παιδεία, τον τύπο, ένα δίχτυ από σημεία στήριξης, την ιεραρχία των θεσμών. Τα πράγματα είναι διαφορετικά με το προλεταριάτο: στερημένο από κοινωνικά προνόμια που υπάρχουν έξω απ’ αυτό, το εξεγερμένο προλεταριάτο δεν μπορεί να υπολογίζει παρά μόνο στον αριθμό του, στη συνοχή του, στα στελέχη του, στο επιτελείο του.

Όπως ο σιδεράς δεν μπορεί να πιάσει με γυμνό χέρι το πυρωμένο σίδερο, έτσι και το προλεταριάτο δεν μπορεί με γυμνά τα χέρια να καταλάβει την εξουσία: του χρειάζεται οργάνωση κατάλληλη γι’ αυτή τη δουλειά. Στο συνδυασμό της μαζικής εξέγερσης με τη συνωμοσία, στην υποταγή της συνωμοσίας στην εξέγερση, στην οργάνωση της εξέγερσης διαμέσου της συνωμοσίας, βρίσκεται ο περίπλοκος και βαρύς σε ευθύνες τομέας της επαναστατικής πολιτικής που ο Μαρξ και ο Έγκελς αποκαλούσαν «τέχνη της εξέγερσης». Αυτό προϋποθέτει σωστή γενική διεύθυνση των μαζών, ευλυγισία προσανατολισμού απέναντι στις ευμετάβολες περιστάσεις, μελετημένο σχέδιο επίθεσης, σύνεση στην τεχνική προετοιμασία και τόλμη στο χτύπημα.

Οι ιστορικοί και οι πολιτικοί άντρες αποκαλούν συνήθως εξέγερση των στοιχειακών δυνάμεων ένα κίνημα των μαζών που, όντας δεμένο με την εχθρότητά του απέναντι στο παλιό καθεστώς, δεν έχει καθαρές βλέψεις, ούτε επεξεργασμένες μέθοδες πάλης ούτε διεύθυνση που να οδηγεί συνειδητά στη νίκη. Η εξέγερση των στοιχειακών δυνάμεων αναγνωρίζεται πρόθυμα από τους επίσημους ιστορικούς, τουλάχιστο από τους δημοκράτες, σαν αναπόφευκτη θεομηνία που η ευθύνη της πέφτει πάνω στο παλιό καθεστώς. Η αληθινή αιτία αυτής της επιείκειας είναι ότι οι εξεγέρσεις των «στοιχειακών» δυνάμεων δεν μπορούν να βγουν από τα πλαίσια του αστικού καθεστώτος.

Στον ίδιο δρόμο βαδίζει και η σοσιαλδημοκρατία: δεν αρνιέται την επανάσταση γενικά, σαν κοινωνική καταστροφή, όπως δεν αρνιέται τους σεισμούς, τις εκρήξεις των ηφαιστείων, τις εκλείψεις του ήλιου και τις επιδημίες της πανούκλας. Κείνο που αρνιέται, σαν «μπλανκισμό» ή, ακόμα χειρότερα, μπολσεβικισμό, είναι η συνειδητή προπαρασκευή της εξέγερσης, το σχέδιο, η συνωμοσία. Με άλλα λόγια η σοσιαλδημοκρατία είναι πρόθυμη να επικυρώσει, με καθυστέρηση είν’ αλήθεια, τα πραξικοπήματα που μεταβιβάζουνε την εξουσία στα χέρια της μπουρζουαζίας, καταδικάζοντας σύγκαιρα με αδιαλλαξία κείνες μόνο τις μέθοδες που μπορούν να μεταβιβάσουνε την εξουσία στο προλεταριάτο. Κάτω από μια ψεύτικη αντικειμενικότητα κρύβεται μια πολιτική υπεράσπισης της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Από τις παρατηρήσεις του και τους διαλογισμούς του γύρω από τις αποτυχίες πολλών εξεγέρσεων στις οποίες πήρε μέρος ή στάθηκε μάρτυράς τους, ο Αύγουστος Μπλανκί βγάζει ορισμένους κανόνες τακτικής που χωρίς αυτούς η νίκη της εξέγερσης γίνεται εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Ο Μπλανκί απαιτούσε την έγκαιρη δημιουργία τακτικών επαναστατικών αποσπασμάτων, τη συγκεντρωτική τους διεύθυνση, τον καλό τους ανεφοδιασμό, καλοϋπολογισμένη κατανομή των οδοφραγμάτων, που η κατασκευή τους νά ’χει προβλεφτεί, και συστηματική κι όχι επεισοδιακή, υπεράσπισή τους. Όλοι αυτοί οι κανόνες, που εκπορεύονται από τα στρατιωτικά προβλήματα της εξέγερσης, πρέπει, εννοείται, να μεταβάλλονται άφευκτα μαζί με τους κοινωνικούς όρους και τη στρατιωτική τεχνική· όμως αυτοί καθαυτοί δεν είναι καθόλου «μπλανκισμός» με την έννοια που δίνουν πάνω-κάτω οι Γερμανοί στον «πουτσισμό» ή στον επαναστατικό «τυχοδιωκτισμό».

Η εξέγερση είναι τέχνη και όπως κάθε τέχνη έχει τους νόμους της. Οι κανόνες του Μπλανκί είταν απαιτήσεις του επαναστατικοπολεμικού ρεαλισμού. Το λάθος του Μπλανκί δεν βρισκότανε στο άμεσο θεώρημα του, μα στην αντιστροφή του. Από το γεγονός ότι η τακτική αδεξιότητα καταδίκαζε την εξέγερση στην αποτυχία, ο Μπλανκί έβγαζε το συμπέρασμα ότι η τήρηση των κανόνων της εξεγερσιακής τακτικής είταν ικανή από μόνη της να εξασφαλίσει τη νίκη. Μόνο από δω και πέρα είναι θεμιτό ν’ αντιπαραθέτουμε το μπλανκισμό στο μαρξισμό. Η συνωμοσία δεν αναπληρώνει την εξέγερση. Η δραστήρια μειοψηφία του προλεταριάτου, όσο καλά οργανωμένη κι αν είναι, δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία ανεξάρτητα από τη γενική κατάσταση της χώρας: σ’ αυτό ο μπλανκισμός είναι καταδικασμένος από την ιστορία. Μα μόνο σ’ αυτό. Το άμεσο θεώρημα διατηρεί όλη του τη δύναμη. Για την κατάκτηση της εξουσίας δεν αρκεί στο προλεταριάτο μια εξέγερση των στοιχειακών δυνάμεων. Του χρειάζεται αντίστοιχη οργάνωση, του χρειάζεται σχέδιο, του χρειάζεται η συνωμοσία. Έτσι βάζει το ζήτημα ο Λένιν.

Η κριτική του Έγκελς, που στρεφόταν ενάντια στο φετιχισμό του οδοφράγματος, στηριζότανε πάνω στην εξέλιξη της γενικής τεχνικής και της στρατιωτικής τεχνικής. Η εξεγερσιακή τακτική του μπλανκισμού ανταποκρινόταν στο χαρακτήρα του παλιού Παρισιού με το μισοσυντεχνιακό προλεταριάτο, στους στενούς δρόμους και στο στρατιωτικό σύστημα του Λουδοβίκου Φίλιππου. Το λάθος αρχής του μπλανκισμού βρίσκεται στη συνταύτιση επανάστασης και εξέγερσης. Το τεχνικό λάθος του μπλανκισμού συνίσταται στη συνταύτιση της εξέγερσης με το οδόφραγμα. Η μαρξιστική κριτική είχε στραφεί ενάντια και στα δυο λάθη. Πιστεύοντας, μαζί με το μπλανκισμό, ότι η εξέγερση είναι τέχνη, ο Έγκελς αποκάλυπτε όχι μόνο τη δευτερότερη θέση της εξέγερσης μέσα στην επανάσταση, μα και τον παρακμάζοντα ρόλο του οδοφράγματος στην εξέγερση. Η κριτική του Έγκελς δεν είχε τίποτα το κοινό με την απάρνηση των επαναστατικών μεθόδων προς όφελος του καθαρού κοινοβουλευτισμού, όπως δοκίμασαν να το αποδείξουν στον καιρό τους οι φιλισταίοι της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας με τη συνδρομή της λογοκρισίας του Χοεντσόλερν. Για τον Έγκελς το ζήτημα των οδοφραγμάτων παράμενε πρόβλημα ενός τεχνικού στοιχείου της εξέγερσης. Ωστόσο οι ρεφορμιστές, από την άρνηση της αποφασιστικής αξίας του οδοφράγματος, δοκίμαζαν να καταλήξουν στην άρνηση της επαναστατικής βίας γενικά. Είναι πάνω-κάτω το ίδιο σαν να βγάζεις το συμπέρασμα για την κατάρρευση του μιλιταρισμού από την ενδεχόμενη μείωση της σημασίας του χαρακώματος στο μελλοντικό πόλεμο.

Η οργάνωση που με τη βοήθεια της το προλεταριάτο όχι μόνο μπορεί ν’ ανατρέψει το παλιό καθεστώς μα και να το αντικαταστήσει με το δικό του, είναι τα σοβιέτ. Κείνο που έγινε αργότερα υπόθεση ιστορικού πειράματος είταν ως την εξέγερση του Οκτώβρη μόνο θεωρητικό προγνωστικό που στηριζόταν, είν’ αλήθεια, πάνω στο προκαταρκτικό πείραμα του 1905. Τα σοβιέτ είναι όργανα προετοιμασίας των μαζών για την εξέγερση, τα όργανα της εξέγερσης και, υστέρα απ’ τη νίκη, τα όργανα της εξουσίας.

Ωστόσο τα σοβιέτ από μόνα τους δεν λύνουνε το πρόβλημα. Ανάλογα με το πρόγραμμα και τη διεύθυνση μπορούν να χρησιμέψουν για διάφορους σκοπούς. Το πρόγραμμα το δίνει στα σοβιέτ το κόμμα. Αν τα σοβιέτ, στις περιστάσεις μιας επανάστασης – κ’ έξω από την επανάσταση είναι γενικά ανέφικτα – αγκαλιάσουν ολόκληρη την τάξη, εκτός από τα ολότελα καθυστερημένα, παθητικά και διεφθαρμένα στρώματα, το επαναστατικό κόμμα είναι επικεφαλής της τάξης. Το πρόβλημα της κατάκτησης της εξουσίας μπορεί να λυθεί μόνο από το συνδυασμό του κόμματος με τα σοβιέτ ή με άλλες μαζικές οργανώσεις ισοδύναμες λίγο-πολύ με τα σοβιέτ.

Το σοβιέτ, έχοντας επικεφαλής του ένα επαναστατικό κόμμα, τείνει συνειδητά και έγκαιρα στην κατάληψη της εξουσίας. Ξεκινώντας από τις μεταλλαγές της πολιτικής κατάστασης και τις διαθέσεις των μαζών, προετοιμάζει τα σημεία στήριξης της εξέγερσης, δένει τα αποσπάσματα κρούσης με την ενότητα του σκοπού, επεξεργάζεται από τα πριν το σχέδιο της επίθεσης και της τελευταίας εξόρμησης: αυτό σημαίνει ίσα-ίσα ότι εισάγει την οργανωμένη συνωμοσία στη μαζική εξέγερση.

Οι μπολσεβίκοι, πάνω από μια φορά, καιρό ακόμα πριν από την εξέγερση του Οκτώβρη, χρειάστηκε να ανασκευάσουν τις κατηγορίες για συνωμοτικές μηχανορραφίες και μπλανκισμό που κατευθύνονταν εναντίον τους από τους εχθρούς τους. Και όμως κανένας δεν έκανε όσο ο Λένιν πάλη τόσο αδιάλλακτη εναντίον του συστήματος της καθαρής συνωμοσίας. Οι οπορτουνιστές της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας πήραν πάνω από μια φορά κάτω από την προστασία τους την παλιά σοσιαλεπαναστατική τακτική της ατομικής τρομοκρατίας ενάντια στους πράκτορες του τσαρισμού, απαντώντας στην αδυσώπητη κριτική των μπολσεβίκων που αντιτάσσανε στον τυχοδιωκτικό ατομικισμό της ιντελιγκέντσιας το ρεύμα προς την εξέγερση των μαζών. Όμως αποκρούοντας όλες τις παραλλαγές του μπλανκισμού και της αναρχίας, ο Λένιν δεν υποκλινόταν ούτε για μια στιγμή μπροστά στην «ιερή» στοιχειακή δύναμη των μαζών. Νωρίτερα και πιο βαθιά από άλλους είχε μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες, ανάμεσα στο κίνημα των στοιχειακών δυνάμεων και την πολιτική του κόμματος, ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και την προχωρημένη τάξη, ανάμεσα στο προλεταριάτο και την πρωτοπορία του, ανάμεσα στα σοβιέτ και το κόμμα, ανάμεσα στην εξέγερση και τη συνωμοσία.

Αν είναι όμως αλήθεια πως δεν μπορείς να προκαλέσεις ένα ξεσήκωμα όποτε θέλεις και πως για τη νίκη χρειάζεται συνάμα να οργανώσεις έγκαιρα την εξέγερση, απ’ αυτό το ίδιο μπαίνει μπροστά στην επαναστατική διεύθυνση το πρόβλημα μιας σωστής διάγνωσης: πρέπει έγκαιρα ν’ αντιληφτούμε την εξέγερση που φουντώνει για να την ολοκληρώσουμε με τη συνωμοσία. Η μαιευτική επέμβαση στον τοκετό, αν και γίνεται κατάχρηση αυτής της εικόνας, μένει πάντα η πιο ζωντανή απεικόνιση της συνειδητής ανάμιξης σ’ ένα στοιχειακό προτσέσο. Ο Χέρτσεν κατηγορούσε άλλοτε το φίλο του το Μπακούνιν ότι έπαιρνε αμετάτρεπτα, σ’ όλες τις επαναστατικές του πρωτοβουλίες, το δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης για τον ένατο. Όσο για το Χέρτσεν είταν μάλλον διατεθειμένος ν’ αρνηθεί την εγκυμοσύνη ακόμα και στον ένατο μήνα. Το Φλεβάρη το ζήτημα της ημερομηνίας του τοκετού δεν έμπαινε σχεδόν καθόλου, στο μέτρο που η εξέγερση είχε ξεσπάσει «με τρόπο απροσδόκητο», δίχως συγκεντρωτική διεύθυνση. Μα ίσα-ίσα γι’ αυτό η εξουσία πέρασε όχι σε κείνους που είχαν κάνει την εξέγερση μα σε κείνους που την είχανε φρενάρει. Είταν ολότελα διαφορετικά με την καινούργια εξέγερση: αυτή την είχε συνειδητά προετοιμάσει το μπολσεβίκικο κόμμα. Έτσι το πρόβλημα: να πιάσεις την καλή στιγμή για να δόσεις το σύνθημα της επίθεσης, έπεφτε στο μπολσεβίκικο επιτελείο.

Τη λέξη «στιγμή» δεν πρέπει να την παίρνουμε πάρα πολύ κατά γράμμα, σαν μια καθορισμένη μέρα και ώρα: ακόμα και για τη γέννα η Φύση έχει αφήσει σημαντικές χρονικές διαφορές που τα όριά τους δεν ενδιαφέρουν μόνο τη μαιευτική τέχνη, μα και την καζουιστική του κληρονομικού δικαίου. Ανάμεσα στη στιγμή όπου η απόπειρα να προκαλέσεις ένα ξεσήκωμα πρέπει ακόμα αναπόφευκτα να αποδείχνεται πρόωρη και να οδηγεί σε επαναστατική άμβλωση, και τη στιγμή όπου η ευνοϊκή κατάσταση πρέπει κιόλας να θεωρείται σαν ανεπανόρθωτα χαμένη, μεσολαβεί κάποια περίοδος της επανάστασης – μπορεί να υπολογιστεί σε μερικές βδομάδες, καμιά φορά σε μερικούς μήνες – που στη διάρκεια της η εξέγερση μπορεί να συντελεστεί με μεγαλύτερες ή μικρότερες πιθανότητες επιτυχίας. Να διακρίνεις αυτή τη σχετικά σύντομη περίοδο και να διαλέξεις έπειτα μιαν ορισμένη στιγμή, με την ακριβή έννοια της μέρας και της ώρας, για να καταφέρεις το τελευταίο χτύπημα, αυτό είναι για την επαναστατική διεύθυνση το πιο υπεύθυνο χρέος. Μπορεί κανείς πολύ σωστά να το αποκαλέσει κόμπο του προβλήματος, γιατί συνδέει την επαναστατική πολιτική με την τεχνική της εξέγερσης: πρέπει μήπως να θυμίσουμε ότι η εξέγερση, το ίδιο όπως και ο πόλεμος, είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα;

Η διαίσθηση και η πείρα είναι αναγκαίες για την επαναστατική διεύθυνση όπως και για όλους τους άλλους τομείς της δημιουργικής τέχνης. Αυτό όμως δεν φτάνει. Και η τέχνη του εμπειρικού γιατρού μπορεί, όχι δίχως επιτυχία, να στηριχτεί πάνω στη διαίσθηση και την πείρα. Η τέχνη του πολιτικού θεραπευτή δεν φτάνει ωστόσο παρά για εποχές και περίοδες όπου κυριαρχεί η ρουτίνα. Μια εποχή μεγάλων ιστορικών καμπών δεν ανέχεται τα έργα των εμπειρικών. Η πείρα, ακόμα και εμπνευσμένη από τη διαίσθηση, δεν της φτάνει. Χρειάζεται μια υλιστική μέθοδος που να σου επιτρέπει να ανακαλύψεις πίσω από τις κινέζικες σκιές των προγραμμάτων και των συνθημάτων την πραγματική κίνηση των κοινωνικών σωμάτων.

Οι βασικοί όροι της επανάστασης συνίστανται σε τούτο, ότι το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς βρίσκεται ανίκανο να λύσει τα θεμελιακά προβλήματα της ανάπτυξης του έθνους. Η επανάσταση γίνεται ωστόσο δυνατή μόνο στην περίπτωση όπου στη σύνθεση της κοινωνίας βρίσκεται μια καινούργια τάξη ικανή να μπει επικεφαλής του έθνους για να λύσει τα προβλήματα που βάζει η ιστορία. Το προπαρασκευαστικό προτσέσο της επανάστασης συνίσταται στο ότι τα αντικειμενικά καθήκοντα τα συνυφασμένα με τις αντιφάσεις της οικονομίας και των τάξεων, ανοίγουν δρόμο μέσα στη συνείδηση των ζωντανών ανθρώπινων μαζών, μεταβάλλουν τις εκδηλώσεις τους και δημιουργούν καινούργιες σχέσεις πολιτικών δυνάμεων.

Οι ιθύνουσες τάξεις, σαν αποτέλεσμα της ολοφάνερης ανικανότητας τους να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο, χάνουν την αυτοπεποίθηση τους, τα παλιά κόμματα αποσυντίθενται, λυσσασμένη πάλη ξεσπάει ανάμεσα στις ομάδες και τις κλίκες, οι ελπίδες μεταφέρονται στο θαύμα ή στο θαυματουργό. Όλα αυτά αποτελούν έναν από τους πολιτικούς όρους της εξέγερσης, εξαιρετικά σημαντικό αν και παθητικό.

Μια μανιασμένη εχθρότητα απέναντι στην καθιερωμένη κοινωνική τάξη και η πρόθεση ν’ αποτολμήσουν τις πιο ηρωικές προσπάθειες, να δόσουν θύματα, για να τραβήξουνε τη χώρα στο δρόμο της ανόρθωσης – τέτοια είναι η καινούργια πολιτική συνείδηση της επαναστατικής τάξης που αποτελεί τον κύριο ενεργητικό όρο της εξέγερσης.

Τα δυο κύρια στρατόπεδα – οι μεγαλοϊδιοκτήτες και το προλεταριάτο – δεν αντιπροσωπεύουν ωστόσο, συνολικά, ολόκληρο το έθνος. Ανάμεσα τους παρεμβάλλονται πλατιά στρώματα της μικρομπουρζουαζίας, που παίρνουν όλα τα χρώματα του οικονομικοπολιτικού πρίσματος. Η δυσαρέσκεια των ενδιάμεσων στρωμάτων, η απογοήτευσή τους από την πολιτική της ιθύνουσας τάξης, η ανυπομονησία τους και το ξεσήκωμά τους, η διάθεση τους να υποστηρίξουν την τολμηρά επαναστατική πρωτοβουλία του προλεταριάτου, αποτελούν τον τρίτο πολιτικό όρο της εξέγερσης, ως ένα μέρος παθητικό στο μέτρο που εξουδετερώνει τις κορυφές της μικρομπουρζουαζίας, ως ένα μέρος ενεργητικό στο μέτρο που σπρώχνει τις βάσεις της να παλέψουν άμεσα πλάι-πλάι με τους εργάτες.

Η καθοριστική αμοιβαιότητα αυτών των όρων είναι φανερή: όσο πιο αποφασιστικά και με σιγουριά δρα το προλεταριάτο, τόσο πιο πολύ έχει τη δυνατότητα να παρασύρει τα ενδιάμεσα στρώματα, τόσο πιο πολύ απομονώνεται η κυρίαρχη τάξη και τόσο πιο πολύ εντείνεται η αποθάρρυνση στους κόλπους της. Κι αντίστροφα, το ξεχαρβάλωμα των ιθυνόντων φέρνει νερό στο μύλο της επαναστατικής τάξης.

Το προλεταριάτο δεν μπορεί να διαποτιστεί, για την εξέγερση, από την απαραίτητη σιγουριά στις ίδιες του τις δυνάμεις παρά μόνο στην περίπτωση που απλώνεται μπροστά του μια ξάστερη προοπτική, αν έχει τη δυνατότητα να επαληθεύσει ενεργά τις σχέσεις των δυνάμεων που αλλάζουνε προς όφελός του, αν νιώθει από πάνω του μια διεύθυνση διορατική, σταθερή και τολμηρή. Αυτό μας οδηγεί στον όρο, τελευταίο στην απαρίθμηση μα όχι και στη σπουδαιότητα του, της κατάκτησης της εξουσίας: στο επαναστατικό κόμμα σαν πρωτοπορία της τάξης σφιχτοδεμένη και ατσαλωμένη.

Χάρη σ’ έναν ευνοϊκό συνδυασμό των ιστορικών συνθηκών, τόσο εσωτερικών όσο και διεθνών, το ρωσικό προλεταριάτο βρέθηκε νά ’χει επικεφαλής του ένα κόμμα εξαιρετικά προικισμένο με πολιτική ξαστεριά και επαναστατικό ατσάλωμα δίχως προηγούμενο: είναι αυτό μόνο που επέτρεψε σε μια νεαρή και ολιγάριθμη τάξη να επιτελέσει ιστορικό έργο ανήκουστης έκτασης. Γενικά, όπως το μαρτυράει η ιστορία – της Κομμούνας του Παρισιού, της γερμανικής και αυστριακής επανάστασης του 1918, των σοβιέτ της Ουγγαρίας και της Βαυαρίας, της ιταλικής επανάστασης του 1919, της γερμανικής κρίσης του 1923, της κινέζικης επανάστασης του 1925-1927, της ισπανικής επανάστασης του 1931 – ο πιο αδύνατος κρίκος στην αλυσίδα των αναγκαίων όρων στάθηκε ως τώρα ο κρίκος του κόμματος: το πιο δύσκολο πράγμα για την εργατική τάξη είναι να δημιουργήσει μιαν επαναστατική οργάνωση που να βρίσκεται στο ύψος των ιστορικών καθηκόντων της. Στις πιο παλιές και πιο πολιτισμένες χώρες, τεράστιες δυνάμεις δουλεύουν για να εξασθενήσουν και ν’ αποσυνθέσουν την επαναστατική πρωτοπορία. Σημαντικό μέρος αυτής της εργασίας το βλέπουμε στην πάλη της σοσιαλδημοκρατίας εναντίον του «μπλανκισμού», ονομασία κάτω από την οποία φιγουράρει η επαναστατική ουσία του μαρξισμού.

Όσο πολυάριθμες κι αν υπήρξαν οι μεγάλες κοινωνικοπολιτικές κρίσεις, τη σύμπτωση όλων των απαραίτητων όρων για μια προλεταριακή εξέγερση νικηφόρα και σταθερή δεν την απαντήσαμε ίσαμε τώρα στην ιστορία παρά μόνο μια φορά: τον Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία. H επαναστατική κατάσταση δεν είναι αιώνια. Απ’ όλους τους βασικούς όρους της εξέγερσης ο λιγότερο σταθερός είναι η ψυχική κατάσταση της μικρομπουρζουαζίας. Σε περίοδο εθνικών κρίσεων αυτή βαδίζει πίσω από την τάξη που όχι μόνο με το λόγο μα και με την πράξη τής εμπνέει εμπιστοσύνη. Ικανή για παρορμητικά τινάγματα, ακόμα και για επαναστατικές μανίες, η μικρομπουρζουαζία δεν έχει αντίσταση, χάνει εύκολα το θάρρος της σε περίπτωση αποτυχίας, κι από τις φλογερές ελπίδες της πέφτει στην απογοήτευση. Είναι αυτές ίσα-ίσα οι βίαιες και γοργές μεταλλαγές στην ψυχική της κατάσταση που δίνουν τόση αστάθεια σε κάθε επαναστατική κατάσταση. Αν το επαναστατικό κόμμα δεν είναι αρκετά αποφασιστικό για να μεταβάλει έγκαιρα την προσδοκία και τις ελπίδες των λαϊκών μαζών σε επαναστατική δράση, τη θέση της πλημμυρίδας την παίρνει σε λίγο η αμπώτιδα: τα ενδιάμεσα στρώματα αποστρέφουν το βλέμμα τους από την επανάσταση και ζητάνε το σωτήρα τους στο αντίθετο στρατόπεδο. Όπως στη φουσκονεριά το προλεταριάτο παρασέρνει πίσω του τη μικρομπουρζουαζία, έτσι στη φυρονεριά η μικρομπουρζουαζία παρασέρνει πίσω της σημαντικά στρώματα του προλεταριάτου. Τέτοια είναι η διαλεκτική των κομμουνιστικών και φασιστικών κυμάτων στην πολιτική εξέλιξη της μεταπολεμικής Ευρώπης.

Δοκιμάζοντας να στηριχτούν στον αφορισμό του Μαρξ: κανένα καθεστώς δεν εξαφανίζεται από τη σκηνή προτού εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες του, οι μενσεβίκοι θεωρούσαν απαράδεκτη την πάλη για τη δικτατορία του προλεταριάτου στην καθυστερημένη Ρωσία, όπου ο καπιταλισμός είταν μακριά ακόμα από του να έχει ξοδευτεί ολότελα. Σ’ αυτό το συλλογισμό υπήρχαν δυο λάθη, και τα δυο τους μοιραία. Ο καπιταλισμός δεν είναι σύστημα εθνικό, είναι σύστημα παγκόσμιο. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και τα επακόλουθά του έδειξαν ότι το καπιταλιστικό καθεστώς έχει στραγγιχτεί σε παγκόσμια κλίμακα. Η επανάσταση στη Ρωσία είτανε το σπάσιμο του πιο αδύνατου κρίκου στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.

Μα η ψευτιά της μενσεβίκικης αντίληψης αποκαλύπτεται και από εθνική άποψη. Αν σταθεί κανείς σε μιαν οικονομική αφαίρεση μπορεί, ας το δεχτούμε, να βεβαιώσει πως ο καπιταλισμός στη Ρωσία δεν είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές του. Μα τα οικονομικά προτσέσα δεν ξετυλίγονται στους αιθέρες, μα σε συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον. Ο καπιταλισμός δεν είναι αφαίρεση: είναι ζωντανό σύστημα ταξικών σχέσεων που έχει ανάγκη προπαντός από κρατική εξουσία. Ότι η μοναρχία, που κάτω απ’ την προστασία της είχε διαμορφωθεί ο ρωσικός καπιταλισμός, είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της, αυτό δεν το αρνιόνταν οι μενσεβίκοι. Η Φεβρουαριανή Επανάσταση προσπάθησε να εγκαθιδρύσει ένα ενδιάμεσο κρατικό σύστημα. Παρακολουθήσαμε βήμα το βήμα την ιστορία της: μέσα σε κάπου οχτώ μήνες κείνο το καθεστώς είχε ολότελα εξαντληθεί. Ποιά κυβερνητική τάξη μπορούσε, κάτω απ’ αυτούς τους όρους, να εξασφαλίσει την κατοπινή ανάπτυξη του ρωσικού καπιταλισμού;

«Η αστική δημοκρατία, που την υπεράσπισαν μόνο οι σοσιαλιστές με μετριοπαθείς τάσεις, οι οποίοι δεν έβρισκαν πια στήριγμα στις μάζες... δεν μπορούσε να διατηρηθεί. Όλη η ουσία μέσα της είχε φαγωθεί, δεν έμενε παρά το τσόφλι». Αυτή η σωστή εκτίμηση ανήκει στο Μιλιουκόβ. Η τύχη του καταφαγωμένου συστήματος έπρεπε κατά τη γνώμη του νά ’ναι ίδια με την τύχη του τσαρισμού: «Και το ένα και το άλλο είχαν προετοιμάσει το έδαφος για την επανάσταση· και το ένα και το άλλο δεν είχαν βρει ούτε έναν υπερασπιστή τη μέρα της επανάστασης».

Από τον Ιούλη - Αύγουστο ο Μιλιουκόβ χαρακτήριζε την κατάσταση μ’ ένα δίλημμα ανάμεσα σε δυο ονόματα: Κορνίλοβ ή Λένιν. Μα ο Κορνίλοβ είχε κάνει κιόλας την πρώτη δοκιμή του που είχε τελειώσει με αξιοθρήνητη αποτυχία. Για το καθεστώς του Κερένσκι, όπως και νά ’ναι, δεν έμενε πια θέση. Όσο ποικίλες κι αν είταν οι ψυχικές διαθέσεις, μαρτυράει ο Σουχάνοβ, «δεν υπήρχε ενότητα παρά μόνο στο μίσος για τον κερενσκισμό». Το ίδιο όπως η τσαρική μοναρχία είχε γίνει τελικά αδύνατη για τις κορυφές των ευγενών κι ακόμα για τους μεγάλους δούκες, έτσι και η κυβέρνηση του Κερένσκι κατάντησε μισητή ακόμα και για τους εμπνευστές του καθεστώτος, τους «μεγάλους δούκες» των συμφιλιωτικών κορυφών. Σ’ αυτή τη γενική δυσαρέσκεια, σ’ αυτή την έντονη πολιτική δυσφορία όλων των τάξεων βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα συμπτώματα μιας επαναστατικής κατάστασης φτασμένης στην ωριμότητά της. Έτσι κάθε μυώνας, κάθε νεύρο, κάθε ίνα του οργανισμού είναι αφόρητα τεντωμένα την παραμονή του ανοίγματος ενός μεγάλου αποστήματος.

Η απόφαση του μπολσεβίκικου Συνεδρίου του Ιούλη που προφύλαγε τους εργάτες από τις πρόωρες συγκρούσεις, υπόδειχνε σύγκαιρα πως θά ’πρεπε να δεχτούν την πάλη «όταν η κρίση ολόκληρου του έθνους και το βαθύ ξεσήκωμα των μαζών θα δημιουργούσαν όρους ευνοϊκούς για τον ερχομό των φτωχών στοιχείων της πόλης και του κάμπου στην υπόθεση των εργατών». Αυτή η στιγμή έφτασε το Σεπτέμβρη - Οκτώβρη.

Η εξέγερση δικαιούνταν από κει και πέρα να υπολογίζει στην επιτυχία, αφού μπορούσε να στηριχτεί πάνω σε ατόφια λαϊκή πλειοψηφία. Δεν πρέπει, εννοείται, να το πάρουμε αυτό τυπικά. Αν στο ζήτημα της εξέγερσης είχε ανοίξει προηγούμενα δημοψήφισμα, αυτό θά ’δινε αποτελέσματα εξαιρετικά αντιφατικά και αβέβαια. Η εσώτερη διάθεση να υποστηρίξεις την εξέγερση δεν μπορεί καθόλου να ταυτιστεί με την ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι καθαρά από τα πριν την αναγκαιότητα της εξέγερσης. Πέρα απ’ αυτό, οι απαντήσεις θα εξαρτιόντανε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον τρόπο θέσης του ζητήματος, από το όργανο που θα κατεύθυνε την έρευνα ή, για να μιλήσουμε πιο απλά, από την τάξη που θα βρισκότανε στην εξουσία.

Οι μέθοδες της δημοκρατίας έχουν τα όριά τους. Μπορείς να ρωτήσεις όλους τους επιβάτες ενός τρένου ποιος τύπος βαγονιού τους αρέσει καλύτερα, μα δεν μπορείς να πας να τους ρωτήσεις όλους αν πρέπει να φρενάρεις ένα τρένο που κινδυνεύει να εκτροχιαστεί. Κι όμως αν η σωτήρια ενέργεια γίνει επιδέξια και έγκαιρα, είσαι σίγουρος ότι έχεις την έγκριση των επιβατών.

Οι κοινοβουλευτικές γνωμοδοτήσεις του λαού γίνονται όλες ταυτόχρονα. Ωστόσο τα διάφορα λαϊκά στρώματα σε καιρό επανάστασης φτάνουν σ’ ένα και το ίδιο συμπέρασμα με αναπόφευκτη καθυστέρηση, καμιά φορά πολύ μικρή, το ένα από το άλλο. Ενώ η πρωτοπορία φλεγόταν από επαναστατική ανυπομονησία, τα καθυστερημένα στρώματα μόλις άρχιζαν να σηκώνουν κεφάλι. Στην Πετρούπολη και στη Μόσχα όλες οι μαζικές οργανώσεις είτανε κάτω από τη διεύθυνση των μπολσεβίκων· στο κυβερνείο του Ταμπόβ, που είχε πάνω από τρία εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή πάνω-κάτω όσους και οι δυο πρωτεύουσες μαζί, μπολσεβίκικη φράξια εμφανίζεται στο Σοβιέτ για πρώτη φορά λίγο μόνο πριν από την εξέγερση του Οκτώβρη.

Οι συλλογισμοί της αντικειμενικής εξέλιξης δεν συμπέφτουνε καθόλου – μέρα τη μέρα – με τους συλλογισμούς της σκέψης των μαζών. Κι όταν μια μεγάλη πρακτική απόφαση, από την πορεία των πραγμάτων, γίνεται επείγουσα, αυτή επιτρέπει λιγότερο από κάθε τι δημοψήφισμα. Οι διαφορές επίπεδου και ψυχικής κατάστασης στα διάφορα λαϊκά στρώματα περιορίζονται με τη δράση: τα πρωτοποριακά στοιχεία τραβάνε τους διστακτικούς κι απομονώνουνε κείνους που αντιστέκονται. Η πλειοψηφία δεν μετριέται, κατακτιέται. Η εξέγερση φουντώνει ίσα-ίσα όταν η λύση των αντιφάσεων δεν φαίνεται πια παρά στο δρόμο της άμεσης δράσης.

Ανίκανη να βγάλει η ίδια από τον πόλεμό της με τους ευγενείς τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα, η αγροτιά ωστόσο, από το ίδιο το γεγονός του ξεσηκωμού της, έσμιγε προκαταβολικά με την εξέγερση στις πόλεις, την καλούσε και τη ζητούσε. Εξέφραζε τη θέλησή της όχι με λευκό ψηφοδέλτιο μα με τον «κόκκινο κόκορα»: είταν αυτό ένα δημοψήφισμα πιο σοβαρό. Στα όρια όπου η υποστήριξη της αγροτιάς είταν απαραίτητη για την εγκαθίδρυση της σοβιετικής δικτατορίας, είταν εκεί. «Αυτή η δικτατορία – απαντούσε ο Λένιν στους αναποφάσιστους – θά ’δινε τη γη στους χωρικούς κι όλες τις εξουσίες στις τοπικές αγροτικές επιτροπές: πως μπορεί κανείς, αν δεν έχει χάσει το μυαλό του, να αμφιβάλει ότι οι χωρικοί θα υποστήριζαν αυτή τη δικτατορία;» Για να μπορούν οι στρατιώτες, οι χωρικοί, οι καταπιεζόμενες εθνότητες, που περιπλανιόντανε μέσα στη χιονοθύελλα των ψηφοδελτίων, να γνωρίσουνε τους μπολσεβίκους στο έργο, χρειαζόταν οι μπολσεβίκοι να πάρουν την εξουσία.




Γράφτηκε: Το 1930 στην Πρίγκιπο

Πηγή: Αποτελεί το XΧ Κεφάλαιο του Β΄ Τόμου της Ιστορίας της Ρωσικής Επανάστασης

Μετάφραση: ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΙΛΛΗΣ  (σημ Praxis: εδώ απόσπασμα απο το πρώτο μέρος του κειμένου)

Σύνταξη-Επιμέλεια:
Θεοδόσης ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ

HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Γ. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 22 Δεκέμβρη 2009




Πηγή: marxistsorg

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

αναποφάσιστοι Νομιμοποιούν τις καταπατήσεις τους και μετακινούνται καταπατητικά στις δημοσκοπήσεις, σπάνια όμως στις εκλογές.



Του Δημήτρη Σεβαστάκη, Αυγή, 26.2.12
Μήπως δεν επιτρέπεται η αριστερά να ενοχοποιεί το «λαϊκό αίσθημα»; Ή μήπως τα προβλήματα της λαϊκής διαφθοράς, της life style βίας, των συνδικαλιστικών καπέλων, της πλέμπας που κατέκαψε τη χώρα, είναι προβλήματα έξω από την αριστερή κριτική ιδιόλεκτο; Ή μήπως πρέπει να γίνει ησυχία, να μην ενοχοποιηθεί κανείς για να μη διαταραχθεί το νέο βολικό αφήγημα; Οι άνθρωποι στην κρίση ξαναγίνονται αυτό που ήταν, που δεν τους άφηνε ο Μύκονος εκδότης να συνειδητοποιήσουν: Αριστεροί, απλώς χωρίς ταξική συνείδηση. Τί θεολογικό σκεύασμα η θεωρία των παραπλανημένων!
Κλείνουν 25 ερευνητικά κέντρα. Ιστοσελίδες ελεύθερης αναγνωστικής πρόσβασης επίσης κλείνουν. Διαλύονται τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, οι πράξεις. Σφίγγει ο κλοιός γύρω από εφημερίδες. Η δύσπεπτη πολιτική ηγεμονία έχει ένα διάχυτο άγχος ελέγχου και κατάπτωσης του Διαδικτύου, του λόγου, της κριτικής αιτίας, της παραγωγικής αμφιβολίας, του νοημένου κειμένου.
Τελειώνει η σκέψη; Με μέριμνα και νομική επιμέλεια απαλλοτριώνεται το τεκμήριο, η μορφωμένη εγρήγορση, το έκτακτο νόημα. Το νέο Μνημόνιο απορυθμίζει τη μνήμη. Σαν να υπομνηματίζει μια συλλογική αμνημοσύνη. Μια αποφασιστική αποκόλληση από το γνωστικό αγαθό, από τη συνείδηση των πραγμάτων.

Έρχεται στη θεσμική επιφάνεια αυτό που παρήγαγε ο βίαιος νεοπλουτισμός μιας αντιδραστικής και σκοταδιστικής εναλλακτικότητας. Θα μπορούσε να συμπυκνωθεί: Καμιά ενοχή δεν πρέπει να αισθάνεται ο ηλίθιος. Χαρούμενο σώμα, κατάφαση, θετική ενέργεια, τότε. Ή πειθαρχία, ανόητος φόβος, τρέμουλο, τώρα. Σαν να είναι το Μνημόνιο η επικύρωση και η κορύφωση αυτής της συμμετρικής κοσμοθέασης. Σαν να ήρθε στη θεσμική επιφάνεια η παχύρρευστη και σε μεγάλο βαθμό ιδιοτελής μάζα που φορούσε στραβοπατημένα Γκούτσι, ψήφιζε Γιώργο Παπανδρέου και cazual δεξιά - ανάλογα. Αυτή που δημιουργήθηκε από τις ελληνικές “Bild” ή “Sun”. Σαν να θεσμοποιείται η αισθητική της ως πολιτική συνθήκη αυτή τη φορά. Όχι να εξυφαίνεται, όπως με τα glossy σκουπίδια περιοδικά, αλλά να θεσμοποιείται, να συνταγματοποιείται. Η «αναποφάσιστη» μάζα που ρύθμιζε τις εκλογικές νίκες, η μάζα που ανέμενε και σε έναν βαθμό έπαιρνε αδηφάγα από το πολιτικό σύστημα. Πού τρύπωσε στις δημοσκοπήσεις; Πού στέκεται κρυμμένη; Κρατά την αναπνοή της μέχρι να φτιάξουν τα πράγματα; Μέχρι να συνέλθει πάλι το ενδιάμεσο (και πανίσχυρο) κόμμα του λαϊκού τάματος; Το εκπληρωτικό κόμμα όλων των φαντασιώσεων;


Οι ερμηνείες για τη ρευστοποίηση του πολιτικού συστήματος, για τις μετατοπίσεις μέσα στους δημοσκοπικούς ανακαθορισμούς, είναι φλούδα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν κινήσεις -στο βάθος- πολιτικά άκαμπτες. Δείχνουν μια πηχτή ποιότητα από καθηλώσεις. Διαμαρτυρίες συμμετρικές με τις προγενέστερες εντάξεις. Οι πολίτες και κυρίως η κρίσιμη και -πάντα- ρευστή μάζα λαμβάνει τις νέες θέσεις, κάνει τις πολιτικές συνάψεις στο υπόγειο, και απλώς αποενοχοποιείται μετακινούμενη σε πιο αριστερά και άφθαρτα σχήματα. Από αυτό που χθες τους διόρισε, τους επιβεβαίωσε, τους τακτοποίησε σε αυτό που πιθανόν θα τους λύσει την ενοχική εκκρεμότητα. Η μάζα των αναποφάσιστων ή «επισκεπτών» είναι η μάζα που εγκαταλείπει τον ευεργέτη, είναι η συνένοχη μάζα του πολιτιστικού αφανισμού, είναι τα στραβοπατημένα Γκούτσι με ακτιβιστικές εισπνοές αλόα. Είναι οι ίδιοι που χόρευαν επί χούντας στις εσπερίδες φιλάνθρωπων «κυριών και δεσποινίδων», οι ίδιοι που πλειοδοτούσαν σε καραμανλισμό επί Καραμανλή, σε παπανδρεϊσμό επί Αντρέα, σε εκσυγχρονισμό επί Σημίτη, σε μεταρρυθμισμό επί Γιώργου.

Δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να υπερθεματίσουν σε αντιιμπεριαλισμό επί Αλέκας, σε εξεγερσιακότητα επί Αλέξη, σε νουνεχή επιφυλακτικότητα επί Φώτη. Είναι οι ίδιοι που διαβάλλουν στον προϊστάμενο τον συνάδελφο, που καρφώνουν στον κομματικό γραμματέα τον αντίπαλο και που δεν τους χαλάει να κλείσουν τα ερευνητικά κέντρα αφού δεν «συνδέονται με την αγορά». Αρκεί να μην κλείσει η μπίζνα του έξυπνα ανένταχτου εαυτού τους. Είναι οι ίδιοι δε που πάντα τους συγχωρούσε η αριστερά ή ακόμα χειρότερα που πάντα τους απευθυνόταν και τους πίστευε και κολακευόταν όταν ως «νέα στρώματα» την πλησίαζαν. Η ουδέτερη, άηχη, άνευρη και δυστυχώς άκληρη αριστερά. Νομιμοποιούν τις καταπατήσεις τους και μετακινούνται καταπατητικά στις δημοσκοπήσεις, σπάνια όμως στις εκλογές. Είναι αυτοί που θα τρομοκρατηθούν πρόθυμα στο αυριανό εκλογικό τέχνασμα: αριστερά και δραχμή ή μνημόνια κόμματα και σωτηρία;

* Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ

dsevastakis@arch.ntua.gr

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Μνημόνιο 2: «Διαβολοδεκαετία» υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων, ασυδοσίας των αφεντικών



Σκλάβοι των επιχειρήσεων
του Βασίλη Μηνακάκη
Η δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο 2 είναι το λιγότερο ανατριχιαστικά. Και να σκεφτεί κανείς ότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε μόνο στα εργασιακά. Αν μελετηθούν διεξοδικά αυτά τα κείμενα, με τις πολλαπλές και συχνά κρυμμένες πίσω από περίτεχνες διατυπώσεις πλευρές, τα απειράριθμα χρονοδιαγράμματα και διαρθρωτικά ορόσημα, τα προαπαιτούμενα και τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις ότι αν υπάρξουν αστοχίες θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα, η εικόνα γίνεται εφιαλτική. Μια «κολασμένη διαβολοδεκαετία», για να παραφράσουμε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Σε τούτο τον ανεμοστρόβιλο αντιδραστικών μέτρων –που, απ’ ό,τι φαίνεται από την κατοπινή στάση της ΕΕκαι τα στοιχεία που μιλούν για ύφεση 7%, θα διευρυνθούν και με άλλα– υπάρχουν δύο πλευρές: Η στενά οικονομική (μειώσεις μισθών, χαράτσια κ.ά.) και η διαρθρωτική (εργασιακές σχέσεις, αποκρατικοποιήσεις κ.ά.). Και μπορεί η πρώτη να είναι πιο ορατή και να προτάσσεται από την «ιερή συμμαχία» κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ, κεφαλαίου (ως λύση άμεσης απόδοσης, για να μην κινδυνέψουν οι πιστωτές και το ευρώ και να τονωθεί η καπιταλιστική κερδοφορία), όμως καρδιά του Μνημονίου είναι η «εφαρμογή φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αύξηση της παραγωγικότητας στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος».
Τα μέτρα προφανώς και δεν επιδιώκουν να σώσουν την Ελλάδα. Αρκεί να αναφέρουμε το …«φιλόδοξο» στόχο τους: Nα φτάσει το χρέος μετά από μια δεκαετία άγριας λιτότητας στο 120% του ΑΕΠ, εκεί που ήταν όταν εγκρίθηκε το Μνημόνιο 1.
Ο πραγματικός τους στόχος είναι να διασφαλίσουν τα συμφέροντα της συμμαχίας χρηματοπιστωτικού συστήματος – πολυεθνικών της υλικής παραγωγής και των υπηρεσιών, βρίσκοντας ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην «πλασματική» και στην «πραγματική» οικονομία, αλλά κι ανάμεσα στις ελληνικής και άλλης αφετηρίας πολυεθνικές που έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό (ένα σημείο που καθορίζεται με βάση το συσχετισμό δύναμης και αναδιατάσσεται διαρκώς από τους οξύτατους ανταγωνισμούς). Στο βαθμό, λοιπόν, που υλοποιηθούν τα μέτρα, οι μεν πιστωτές θα εξασφαλίσουν σε μεγάλο βαθμό ότι θα παίρνουν τα λεφτά τους, οι δε πολυεθνικές θα έχουν φτηνό εργατικό δυναμικό, ζούγκλα στις σχέσεις εργασίας, μειωμένο μη μισθολογικό κόστος, ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον, μειωμένη φορολογία και άπειρες ευκαιρίες επικερδούς αξιοποίησης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων. Κι όλα αυτά, σε μια χώρα με κρίσιμη γεωπολιτική θέση και προοπτικές τόσο στις κλασικές (ΑΟΖ, λιγνίτης) όσο και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Πρόκειται για ένα κυριολεκτικά άλλο μοντέλο, που πλέον δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα και τους πολίτες της ως πελάτες και καταναλωτές, αλλά ως παραγωγούς προϊόντων και υπεραξίας κάτω από τις πιο βάρβαρες συνθήκες.
Από την πρώτη κιόλας παράγραφο διευκρινίζεται πως το μείζον ζήτημα για την Ελλάδα, η «πλέον επείγουσα προτεραιότητα», είναι η ανταγωνιστικότητα. Όχι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας γενικώς. Αλλά η διαμόρφωση ενός τέτοιου επιχειρηματικού περιβάλλοντος που θα κάνει ανταγωνιστικές τις πολυεθνικές κυρίως επιχειρήσεις (ελληνικές ή άλλης βάσης εξόρμησης) που θα επιλέξουν να επενδύσουν στην Ελλάδα. Η κατεύθυνση αυτή υλοποιείται με ένα πλέγμα μέτρων που αφορούν το μισθολογικό και το μη μισθολογικό κόστος, τις σχέσεις εργασίας, τη φορολογία του κεφαλαίου, την προσφορά επενδυτικών ευκαιριών, το ευρύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον κ.ά.
Σε αυτό το πλέγμα, η μείωση του μισθολογικού κόστους εργασίας κατά 15%-20% επιπλέον των μειώσεων που ήδη έχουν γίνει, κατέχει κεντρική θέση σε συνδυασμό με την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. «Δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στην εξασφάλιση μειώσεων στο ανά μονάδα κόστος εργασίας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, μέσω ενός συνδυασμού περικοπών των ονομαστικών μισθών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας. Μαζί με την εξάλειψη των αγκυλώσεων στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, αναμένεται ότι θα μειώσουν το κόστος και θα διευκολύνουν την αναδιανομή των πόρων προς εμπορεύσιμους τομείς». Τουτέστιν, θα διευκολύνουν τη μετατόπιση των κεφαλαίων προς κερδοφόρες δραστηριότητες.

Πώς επιδιώκονται η νέα μείωση των εργατικών αποδοχών και η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων;
• Με τη μείωση κατά 22% του κατώτατου μισθού. Η μείωση γίνεται 32% στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας κάτω των 25 ετών. Αντίστοιχη θα είναι και η μείωση του επιδόματος ανεργίας.
• Με το πάγωμα όλων των μισθών –και του νέου κατώτατου μισθού– μέχρι το 2015 και το πάγωμα των μισθολογικών ωριμάνσεων μέχρι η ανεργία (που σήμερα είναι 20%) να μειωθεί κάτω από 10% – δηλαδή, για πολλά πολλά χρόνια, μιας και η ύφεση θα αυξάνει μάλλον αντί να μειώνει την ανεργία.
• Με την ουσιαστική διάλυση των συλλογικών συμβάσεων. Έτσι, όλες οι συμβάσεις που είναι σε ισχύ, θα λήξουν σε ένα έτος μετά την ψήφιση του Μνημονίου 2. Η μέγιστη διάρκεια των συμβάσεων θα είναι πλέον 3 χρόνια. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου (που λήγουν με τη συνταξιοδότηση) μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης. Αναθεωρείται η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μέχρι τα τέλη Iουλίου, ώστε ο κατώτερος μισθός να είναι συγκρίσιμος με τις ανταγωνιστικές χώρες (Πορτογαλία, Τουρκία, Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη). Καταργείται η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία. Στη διαιτησία μπαίνουν πλέον μόνο οι βασικοί μισθοί και για την απόφαση λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση της εταιρείας. Μειώνεται η μετενέργεια (περίοδος χάριτος) κατά τη λήξη μιας σύμβασης από έξι στους τρεις μήνες. Στο βαθμό που δεν υπάρξει νέα συλλογική σύμβαση εντός τριών μηνών, ως βάση θεωρείται ο βασικός μισθός της ΕΓΣΣΕ ή ό,τι καθοριστεί με νέα ή ατομική σύμβαση.
Όλα αυτά, επιπροστίθενται στις μισθολογικές περικοπές που έχουν ήδη γίνει, στα σχέδια για μετατροπή ολόκληρων περιοχών (π.χ. Πελοπόννησος) σε ζώνες ελεύθερου εμπορίου τύπου Μεξικού ή Κίνας και πάνω από όλα, στην «υπαρκτή ζωή» που μέσω καθυστερήσεων στην καταβολή του μισθού, τετραήμερων, ατομικών συμβάσεων ή και ατύπως και μέσω της πίεσης της ανεργίας έχει ήδη καταβαραθρώσει τις εργατικές αμοιβές.
Επιδίωξή τους είναι αυτή η μείωση των μισθών να γίνει με συναίνεση των «κοινωνικών εταίρων» (εργοδοτικές οργανώσεις και ΓΣΕΕ) ως το τέλος Φεβρουαρίου. Αν όμως αυτό δεν καταστεί δυνατό, θα το κάνει η κυβέρνηση Παπαδήμ(ι)ου με νόμο ως τον Iούνιο.
Εκτός όμως από τη μείωση του μισθολογικού κόστους, προβλέπεται και η μείωση του μη μισθολογικού. Συγκεκριμένα, προβλέπεται μείωση κατά 2% των ασφαλιστικών εισφορών του ΙΚΑ που καταβάλλουν οι εργοδότες και νέα μείωση κατά 3% από 1/1/2013.
Η τρίτη βασική πλευρά του Μνημονίου 2 περιγράφεται με πολλές διατυπώσεις («βελτιώσεις στο επιχειρηματικό περιβάλλον της Ελλάδας», να αφαιρέσουμε «υπάρχοντα εμπόδια στο επιχειρηματικό περιβάλλον», «βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος» κ.λπ.) αλλά έχει μια βασική κατεύθυνση: Eνίσχυση της ανταγωνιστικότητας των κεφαλαιοκρατών που θα δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και προσέλκυση επενδύσεων (από ξένους ή Έλληνες επενδυτές) με δέλεαρ το μειωμένο κόστος εργασίας, την πλήρως απορρυθμισμένη αγορά εργασίας, τις μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές, τις υποτυπώδεις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις (εξ ου και τα περί επικαιροποίησης της νομοθεσίας για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα πάρκα και περί απλούστευσης των περιβαλλοντικών αδειών), το ευνοϊκό φορολογικό και νομικοδικαστικό καθεστώς, τις διάτρητες αγορανομικές διατάξεις και τις επενδυτικές ευκαιρίες που δημιουργούν οι αποκρατικοποιήσεις, η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι οι «παρεμβάσεις σε τομείς όπως οι άδειες, οι κανόνες υγιεινής και ασφάλειας και η πολεοδομία δεν θα πρέπει να περιορίσουν άσκοπα την επιχειρηματικότητα και τον ανταγωνισμό σε σημαντικούς τομείς, όπως η επεξεργασία τροφίμων, το λιανικό εμπόριο, τα οικοδομικά υλικά ή ο τουρισμός».
Στο πλαίσιο αυτό, προωθούνται η βελτίωση του επενδυτικού νόμου ταχείας υλοποίησης (fast track), η κατάργηση των περιορισμών σε 20 επαγγέλματα υψηλής αξίας και/ή πολύ «κλειστά» επαγγέλματα, η αναπροσαρμογή της τιμής της άδειας για τις οδικές μεταφορές, η βελτίωση των όρων περιβαλλοντικής αδειοδότησης και μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών που θα υπερβούν «τις αγκυλώσεις σε αυτές τις αγορές».
Σαν να μην έφταναν αυτά, το Μνημόνιο 2 παρέχει κάθε διαβεβαίωση προς τους επίδοξους επενδυτές –ιδιαίτερα σε αυτούς που θα επενδύσουν στις ιδιωτικοποιήσεις– ότι η δράση τους θα είναι απολύτως …ασύδοτη: «Η κυβέρνηση ούτε θα προτείνει ούτε θα εφαρμόσει μέτρα τα οποία θα είναι δυνατόν να παραβιάσουν τους κανόνες της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων [...] δεν θα προβεί ούτε θα εισαγάγει οποιαδήποτε ανώτατα όρια δικαιωμάτων ψήφου ή εξαγορών και δεν θα θεσπίσει οποιαδήποτε άλλη μορφή ειδικών δικαιωμάτων ψήφου ή εξαγορών και δεν θα θέσει οποιαδήποτε δυσανάλογα και μη δικαιολογούμενα δικαιώματα αρνησικυρίας (βέτο) ούτε οποιαδήποτε άλλη μορφή ειδικών δικαιωμάτων στις αποκρατικοποιούμενες εταιρείες. Ουδέν περαιτέρω ειδικό δικαίωμα θα εισαχθεί κατά τη διάρκεια της πορείας των μελλοντικών διαδικασιών αποκρατικοποίησης».
Αντίστοιχες διαβεβαιώσεις παρέχονται και στις πολυεθνικές που θα επενδύσουν στον τομέα των υπηρεσιών. Τους γίνεται σαφές ότι θα ολοκληρωθούν «οι διαρθρωτικές αλλαγές σε τομείς όπως το λιανικό εμπόριο (υπαίθριες αγορές, υπαίθριο εμπόριο), η γεωργία (σφαγεία), η απασχόληση (γραφεία ευρέσεως εργασίας), οι υπηρεσίες ακινήτων και οι τεχνικές υπηρεσίες» και ότι θα παρθούν μέτρα που:
«Θα διευκολύνουν την εγκατάσταση, καταργώντας ή τροποποιώντας δυσανάλογες απαιτήσεις [...] Θα διευκολύνουν την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών, ούτως ώστε οι πάροχοί τους να πρέπει να συμμορφώνονται με συγκεκριμένες απαιτήσεις του ελληνικού δικαίου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Θα παρέχουν ασφάλεια δικαίου στους παρόχους διασυνοριακών υπηρεσιών, ορίζοντας στη νομοθεσία ποιες απαιτήσεις δύνανται και ποιες δεν δύνανται να εφαρμοστούν στις διασυνοριακές υπηρεσίες».
Από αυτό το «πάρτι» δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι τράπεζες. Όχι μόνο με τα 30 από τα 130 δισ. της νέας σύμβασης που θα τους δοθούν. Αλλά και με άλλα «δωράκια». Όπως το ότι από τον Σεπτέμβριο του 2012, η απόδοση φόρου θα γίνεται υποχρεωτικά με τραπεζικά εμβάσματα και πληρωμές σε τράπεζες.


Τσεκούρι στις κοινωνικές παροχές
Ενα άλλο κράτος, ένα πολύ πιο αντιδραστικό Δημόσιο, σκιαγραφεί το Μνημόνιο 2 με το στόχο για «τολμηρές διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις». Έτσι θα υπάρξει το 2014 πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ, που θα προκύψει από «περικοπές δαπανών που αποσκοπούν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», «πολλές περικοπές σε κοινωνικές μεταβιβάσεις», «κλείσιμο φορέων που δεν παρέχουν αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες» και «μειώσεις απασχόλησης».
Στο πλαίσιο αυτό, ο δημόσιος τομέας θα μετατραπεί σε εργασιακή γαλέρα τύπου ιδιωτικού τομέα, ώστε η δαπάνη για μισθούς στο Δημόσιο να πέσει στο 9% του ΑΕΠ. Αυτό θα γίνει: Με πλήρη εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου (πριν την εκταμίευση της πρώτης δόσης του Μνημονίου 2). Με δραστικό ψαλίδισμα των ειδικών μισθολογίων (1/3 της συνολικής μισθολογικής δαπάνης στο Δημόσιο), με μειώσεις των επιδομάτων και των μισθών που θα προκύψουν από επανεξέταση των μισθολογικών κλιμακίων. Με κατάργηση της μονιμότητας στις πρώην ΔΕΚΟ και κρατικές τράπεζες. Με απολύσεις 15.000 δημοσίων υπαλλήλων μέσα στο 2012, με αξιοποίηση της πρόωρης συνταξιοδότησης και της «εργασιακής εφεδρείας», η οποία θα οδηγεί σε «υποχρεωτικές αποχωρήσεις» μόλις εξαντληθεί ο χρόνος της εφεδρείας. Μάλιστα, οι πληρωμές στο προσωπικό καθ’ ον χρόνο βρίσκεται υπό καθεστώς εφεδρείας θεωρούνται τμήμα της αποζημίωσής τους (δηλαδή, αφαιρούνται από την αποζημίωση απόλυσης ή το εφάπαξ). Με μείωση των συμβασιούχων του Δημοσίου. Με μείωση κατά 150.000 του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2015 και διατήρηση των προσλήψεων στην αναλογία «1 προς 5». Με κλείσιμο δημόσιων οργανισμών και φορέων (π.χ. Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας, Οργανισμός Εργατικής Εστίας), συγχώνευση ή συρρίκνωση άλλων. Με «αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης», που προφανώς θα πετάει εκτός νυμφώνος όποιους κριθούν μη αποδοτικοί (από ποιους και με ποια κριτήρια;). Με πάγωμα των προσλήψεων αν χρειαστεί.
Παράλληλα, θα πέσει άγρια λαιμητόμος στις κοινωνικές παροχές. Μάλιστα, με δεδομένο ότι η ληστεία των μισθωτών μέσω χαρατσιών, κεφαλικών φόρων κ.λπ. έχει πιάσει πάτο και δεν μπορεί να συνεισφέρει πλέον δραστικά στη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, η μείωση της δαπάνης για συντάξεις και υγεία αναδεικνύεται σε αιχμή του δόρατος του Μνημονίου 2, στη «μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή».
Έτσι, πριν (και για να) εκταμιευτεί η πρώτη δόση του Μνημονίου 2, θα υπάρξουν περικοπές 1,1 δισ. ευρώ στις φαρμακευτικές δαπάνες (όπου προβλέπονται αύξηση της συμμετοχής των πολιτών, επικαιροποίηση της λίστας, πλαφόν στη μηνιαία συνταγογράφηση κ.ά.), στις δαπάνες υγείας και στις συντάξεις. Κι ακόμη, μαχαίρι σε πλήθος κοινωνικών επιδομάτων, περικοπή των πολυτεκνικών επιδομάτων, μείωση των λειτουργικών και καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου, περικοπή 200 εκατ. ευρώ από επιχορηγήσεις σε φορείς που υπάγονται στα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού (με μείωση αναπληρωτών εκπαιδευτικών κ.λπ.), μείωση κατά 50 εκατ. ευρώ του κονδυλίου για τις εφημερίες των γιατρών του ΕΣΥ, κλειστά ενοποιημένα νοσήλια, μείωση λειτουργικών εξόδων νοσοκομείων κατά 8% μόνο το 2012, αύξηση της κινητικότητας του προσωπικού υγείας (και των γιατρών) εντός και μεταξύ ιδρυμάτων υγειονομικών περιφερειών.
Τέλος, θα ισοπεδωθεί η κοινωνική ασφάλιση, τόσο η κύρια όσο και η επικουρική. Υπάρχει ρητή δέσμευση για άμεση μείωση των συντάξεων (κύριων κι επικουρικών) και για επιπλέον μειώσεις στις κύριες συντάξεις των ταμείων ασφάλισης των ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ, Τραπεζών και ΝΑΤ με έναρξη εφαρμογής των μειώσεων από 1/1/2012.
Σε ό,τι αφορά τα επικουρικά ταμεία, υπάρχει δέσμευση για «εκ βάθους αναθεώρηση» ώστε να υπάρξει μείωση του κόστους και διασύνδεση εισφορών – παροχών (δηλαδή ανταποδοτικότητα). Οι επικουρικές συντάξεις θα μετεξελιχθούν στο 1ο τρίμηνο του 2012 (πριν την εκταμίευση της πρώτης δόσης του Μνημονίου 2) σε ένα μηχανογραφικό σύστημα ατομικών λογαριασμών συνταξιοδότησης. Σε αυτό, η ατομική σύνταξη θα υπολογίζεται με βάση ένα θεωρητικό ποσοστό απόδοσης που θα σχετίζεται με το ρυθμό αύξησης του μισθολογικού κόστους κι έναν παράγοντα αειφορίας, που θα αναπροσαρμόζει τις παροχές ώστε να εξαλειφθούν μελλοντικές ανισορροπίες (κοινώς, θα τις μειώνει για να ισοσκελίζονται οι προϋπολογισμοί των ταμείων). Επιπλέον, θα προχωρήσει η συγχώνευση όλων των επικουρικών ταμείων και θα επανεξεταστούν τα ταμεία που έχουν περιοδικές εφάπαξ καταβολές.
Κι αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να μειωθεί το μη μισθολογικό κόστος και το δημοσιονομικό έλλειμμα, θα υπάρξουν πρόσθετα μέτρα – δηλαδή νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο και νέες περικοπές συντάξεων και παροχών. Αυτά τα μέτρα πρέπει να θεωρούνται βέβαια, με την επίσημη ανεργία στο 20% (πραγματική 25%), με το 1/3 της εργασίας να είναι ανασφάλιστη, με το ΙΚΑ να χάνει πάρα πολλά έσοδα από τις μειώσεις των αποδοχών και από τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών και με τα αποθεματικά των ταμείων να «κουρεύονται» κατά 50% (απώλεια 13 δισ. ευρώ) με το κούρεμα του χρέους.

Ξεπούλημα των πάντων!
«Στο πλαίσιο του προγράμματος, σκοπεύουμε να πραγματοποιήσουμε μια ουσιαστική εκχώρηση των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων στον έλεγχο του ιδιωτικού τομέα». Κι αν αυτό δεν αποδειχτεί αρκετό, «η κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να προσφέρει προς πώληση τα εναπομείναντα μερίδιά της στις κρατικές επιχειρήσεις». Οι ιδιωτικοποιήσεις αφορούν τα πάντα: Λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομους, ενέργεια, ύδρευση, ΟΠΑΠ, ορυκτό πλούτο, ακίνητα, εδαφικές/οικοπεδικές εκτάσεις, τραπεζικά περιουσιακά στοιχεία. Πρώτο βήμα είναι η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου στο ταμείο αποκρατικοποιήσεων (ΤΑΙΠΔ) και ο διορισμός συμβούλων.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θα κάνει τα πάντα για να διευκολύνει τους αγοραστές: Θα «καθαρίσει τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου από τεχνικές και νομικές πολυπλοκότητες». Θα παράσχει εξασφάλιση εγκρίσεων κρατικής ενίσχυσης και θα αυξήσει προκαταβολικά κατά 25% τα εισιτήρια. Όπου υπάρχουν δυσκολίες, θα αποομαδοποιήσει περιουσιακά στοιχεία (π.χ. διαχωρισμός δραστηριοτήτων δικτύου – παροχής στον ΟΣΕ). Θα προχωρήσει σε αναδιαρθρώσεις. Έτσι, κυνικά ομολογείται ότι αρχικά δεν θα μεταβιβαστούν στο ΤΑΙΠΔ οι τραπεζικές μετοχές και τα «περιουσιακά στοιχεία που επιφέρουν απώλεια». Αυτό θα γίνει όταν μετατραπούν σε κερδοφόρα κι όταν καταργηθεί η μονιμότητα των τραπεζικών υπαλλήλων.
Και κάτι ακόμη που ομολογείται κυνικά (και περιλαμβάνεται στο πρώτο κιόλας άρθρο του νόμου που ίδρυσε το ΤΑΙΠΔ): Τα έσοδα από την ιδιωτικοποίηση «δεν υποκαθιστούν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης και δεν θα ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του βαθμού συμμόρφωσης προς τα ετήσια ανώτατα όρια του ελλείμματος». Με άλλα λόγια, ό,τι εισπραχθεί από τις ιδιωτικοποιήσεις (υπολογίζουν συνολικά 50 δισ. ευρώ συνολικά και 19 δισ. ως το 2015 – πράγμα δύσκολο λόγω της καθίζησης του Xρηματιστηρίου) θα πάει αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή του χρέους (θα δεσμευτεί, δηλαδή, στον ειδικό λογαριασμό όπου θα μπουν τα 130 δισ. του νέου δανείου και μέρος των φορολογικών εσόδων) και δεν θα αλλάξει ούτε κατ’ ελάχιστο τη ζωή των εργαζομένων. Για την ακρίβεια, θα την αλλάξει προς το χειρότερο, μιας και οι ιδιωτικοποιημένες εταιρείες –είτε τις έχουν Έλληνες είτε ξένοι– θα έχουν πιο ακριβές υπηρεσίες.

Φορολογικό γδάρσιμο
Οι φορομπηχτικές ριπές του προηγούμενου δίχρονου δεν τους αρκούν κι ετοιμάζουν νέο φορολογικό νομοσχέδιο (Ιούνιος). Κύριες κατευθύνσεις είναι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η κατάργηση φοροαπαλλαγών και προνομίων, η αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η αναδιάρθρωση του φορολογικού βάρους ανάμεσα στις φορολογικές κλίμακες, με στόχο την προώθηση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας και με πρόθεση να διατηρηθεί «το σχετικό φορολογικό βάρος από τους έμμεσους φόρους». Με άλλα λόγια, να συμπληρωθεί η άγρια εκμετάλλευση στο χώρο δουλειάς με το άγριο εξωεργασιακό γδάρσιμο. Για να είναι σίγουροι ότι το σύστημα θα αποδώσει, θεσμοθετούν την απομάκρυνση διοικητών στις μη «αποδοτικές» εφορίες και βελτιώνουν το σύστημα προστασίας πληροφοριοδοτών – φοροκαταδοτών.
Κι ενώ καταγγέλλονται οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης των επιχειρήσεων, στρώνοντας το έδαφος για περαιτέρω μείωσή τους, προβάλλει μια περίεργη «ευαισθησία»: Προτείνεται να εγκαταλειφθεί κάθε φορολογική αμνηστία, να εξαλειφθεί η παράταση του χρόνου πληρωμής φορολογικών χρεών και ληξιπρόθεσμων οφειλών κοινωνικής ασφάλισης, να επισπευστεί η εκδίκαση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, να απαλειφούν η αναστολή της ποινικής δίωξης και της δέσμευσης κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων. Γιατί; Μα προφανώς για να «κλαδευτούν» τα ξερά κλαδιά του επιχειρηματικού κόσμου και να αποκτήσουν προβάδισμα τα ισχυρότερα και πολυεθνικής δικτύωσης κεφάλαια.
Υπό του μεγάλου δουκάτου του Λουξεμβούργου
Πλήρη παράδοση των εργατικών δικαιωμάτων και του κοινωνικού και φυσικού πλούτου της χώρας στους σύγχρονους δυνάστες και εκμεταλλευτές των λαών (τις πολυεθνικές, τις τράπεζες, την ΕΕ, το ΔΝΤ) και απόλυτη καταπάτηση του δικαιώματος του λαού να ορίζει τις τύχες του σηματοδοτεί το Μνημόνιο 2. Δεν είναι μόνο ότι οι συμβάσεις προβλέπουν ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό και ως αρμόδια δικαστήρια αυτά του …Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, ώστε να θωρακιστούν οι δανειστές ή ότι περιλαμβάνουν τον πρωτοφανή όρο παραίτησης «από ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας». Είναι και οι ασφυκτικοί και τακτικότατοι έλεγχοι, η επιτροπεία αλλά και η υποχρέωση της χώρας να παρέχει στις ομάδες προσωπικού της τρόικας πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα και άλλα στοιχεία που αφορούν την ελληνική διοίκηση και να δέχεται επιθεωρήσεις για πρόληψη «απάτης» εκ μέρους της. Να προσθέσουμε εδώ όσα αναφέρθηκαν σε διπλανή στήλη για την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών που θα συμμορφώνονται με συγκεκριμένες απαιτήσεις του ελληνικού δικαίου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Το λαϊφστάιλ θρηνεί στο Μεταγωγών



Δημοσίευση: 19/2/2012

Tου Νικου Γ. Ξυδακη
Αναδημοσίευση απο την Κυριακάτικη Καθημερινή της 5-02-2012

Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λαϊφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.
Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ -εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κωθώνια, θύματα- γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.
Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του Χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντούτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.
Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως, πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πνευματικού σκουπιδιού με τη σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές αναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστοράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.
Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτυμόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.
Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο «Βαρελάδικο» — όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.
Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα ­ber alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λαϊφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μία βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.
Πολλοί βιοτέχνες του λαϊφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μίντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα Πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Γκαμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπιταρώνες. Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Τρόμος και αποσιώπηση

  • Γράφει ο Γ. Σ.
  • Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να σκορπίσει αυταπάτες για τα πραγματικά αίτια της οικονομικής κρίσης που πλήττει την παγκόσμια οικονομία. Ούτε να προτείνει κάποιες διορθωτικές μεταρρυθμιστικές πολιτικές στο πλαίσια του καπιταλισμού που τάχα θα έχουν φιλολαϊκά αποτελέσματα. Για όσους έχουν έστω και ελάχιστη σχέση με την μαρξιστική οικονομική ανάλυση είναι ολοφάνερο πως η σημερινή κρίση οφείλεται στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος.
  • Από τη μια, υπάρχει ο ολόπλευρα κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής κι από την άλλη η ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Αυτό οδηγεί αφενός στην υπεσυσσώρευση κεφαλαίων στα χέρια των καπιταλιστών, αφετέρου σε ακραία φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερου μέρους της εργατικής τάξης.
  • (Οι εκατομμυριούχοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού - αλλά έλεγχαν το 39% των περιουσιακών στοιχείων του κόσμου το 2011, ενώ το 2010 έλεγχαν το 37% . Η ομάδα που έχει τουλάχιστον 5 εκατομμύρια δολάρια, με τη σειρά τους, αντιπροσωπεύουν το 0,1% του παγκόσμιου πληθυσμού και υπολογίζεται ότι το 2011 έλεγχαν το 22% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 2010 έλεγχαν το 20%. Πηγή Έκθεση Παγκόσμιου Πλούτου των Capgemini και Merrill Lynch).
  • Η άρση αυτής της θεμελιώδους αντίφασης του συστήματος είναι η ίδια του η ανατροπή με την κατάληψη της εξουσίας από την κοινωνική πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Ωστόσο σε μια εποχή όπου το σύστημα προσπαθεί να κρατηθεί για ακόμη λίγο στην ζωή είναι λογικό να χρησιμοποιεί κάθε του όπλο.
  • Ο τρόμος είναι μια παλιά και δοκιμασμένη μέθοδος. Τις τελευταίες δεκαετίες χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας μπορούν να τον διαχέουν με ισχυρές δόσεις καθημερινά μέσω των Μ.Μ.Ε.. Ακόμη μια δοκιμασμένη μέθοδος είναι η αποσιώπηση. Θέλουν να πείσουν τον πληθυσμό πως αν κάτι δεν προβληθεί από τα Μ.Μ.Ε. τότε δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.
  • Παρακάτω θα παρουσιαστούν παραδείγματα.
  • 1η Μέθοδος-τρόμος: Το βράδυ του Σαββάτου ο δοτός τραπεζίτης πρωθυπουργός λέει στο διάγγελμα, του μία μόλις μέρα πριν την ψηφοφορία στην βουλή: "… Οι αποταμιεύσεις των πολιτών θα κινδύνευαν. Το κράτος θα αδυνατούσε να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, να καλύψει στοιχειώδεις λειτουργίες, όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία… Η εισαγωγή βασικών αγαθών –όπως φάρμακα, πετρέλαιο, και μηχανήματα– θα γινόταν προβληματική, αφού η χώρα, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, θα έχανε κάθε πρόσβαση σε δανεισμό και η ρευστότητα θα συρρικνωνόταν. Επιχειρήσεις θα έκλειναν μαζικά,  αδυνατώντας να αντλήσουν χρηματοδότηση. Η ανεργία, η οποία είναι ήδη απαράδεκτα υψηλή θα αυξανόταν περισσότερο. Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων στην περίπτωση μιας άτακτης χρεοκοπίας θα κατέρρεε. Η χώρα θα παρασυρόταν σε μια μακρά δίνη ύφεσης, αστάθειας, ανεργίας και παρατεταμένης εξαθλίωσης. Οι εξελίξεις αυτές θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, στην έξοδο από το ευρώ. Από χώρα του πυρήνα της Ευρωζώνης, η Ελλάδα θα καταντούσε χώρα αδύναμη, στο περιθώριο της Ευρώπης".
  • Στις 12/2/12… τυχαία και συμπτωματικά διαρρέει… μυστική έκθεση του Μεγάρου Μαξίμου σε εφημερίδα για τους κινδύνους που θα αποφύγουμε με την ψήφιση των μέτρων. "Πρώτες 72 ώρες: Μαζικές αναλήψεις και πολιορκία τραπεζών.
  • Πρώτες δύο εβδομάδες: Ελλείψεις σε καύσιμα και τρόφιμα, αρχίζουν οι πρώτες λεηλασίες.
  • Πρώτος μήνας: Χωρίς μισθούς το Δημόσιο, κλείνουν σχολεία και νοσοκομεία.
  • Πρώτο τρίμηνο: Διακοπές ρεύματος και 300.000 απολύσεις στο Δημόσιο.
  • Πρώτο εξάμηνο: Συγκρούσεις στους δρόμους και ξένη ανθρωπιστική βοήθεια.
  • Πρώτο έτος: Δύο εκατομμύρια άνεργοι και έξωθεν απειλές.
  • Τα πρώτα πέντε χρόνια: Φτώχεια, πείνα, κερδοσκοπία και απειλές πολέμου".
  • 2η Μέθοδος- αποσιώπηση: Το 2008, κατά την έναρξη της κρίσης, η Ισλανδία κυριολεκτικά πτώχευσε. Από τότε η χώρα αν και υπάρχει ακόμη στους χάρτες, ωστόσο «έχει χαθεί από τα ραντάρ της ενημέρωσης». Πως έφτασαν στην χρεωκοπία; Το 2003 όλες οι τράπεζες ιδιωτικοποιήθηκαν και, με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, οι τράπεζες αυτές προσέφεραν το ονλαϊν-μπάνκινκ και με την συνδρομή του χαμηλότερου δυνατού κόστους οι τράπεζες αυτές έδειχναν μεγάλα ποσοστά κερδών. Πολλοί μικροί Βρετανοί και Ολλανδοί επενδυτές στρέφουν την δραστηριότητα τους εκεί. Παράλληλα με την αύξηση των επενδύσεων αυξανόταν και το εξωτερικό χρέος των τραπεζών. Το 2003 το χρέος της Ισλανδίας ήταν ίσο με το 200% του ΑΕΠ, ενώ το 2007 είχε φτάσει στο 900%.
  • Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 έκανε το τελικό χτύπημα. Οι τρεις βασικές τράπεζες της Ισλανδίας ( Landbanki, Kapthing και η Glitnir) πτώχευσαν. Στο τέλος του χρόνου η Ισλανδία κήρυξε πτώχευση. Μέχρι εδώ όλα …καλά!
  • Ο Λαός ξεσηκώνεται και απαιτεί να μην πληρώσει αυτός την διάσωση των τραπεζών. Τα διεθνή Μ.Μ.Ε. ξαφνικά αρχίζουν να μην… βρίσκουν στους χάρτες την Ισλανδία και να μην ακούν τα συνθήματα του ισλανδικού λαού που κατακλύζει τους δρόμους της χώρας. Το ΔΝΤ και η ΕΕ προσπαθούν να … σώσουν την Ισλανδία με την παροχή δανείου ύψους 2.1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο (στο δάνειο) η Βρετανία και η Ολλανδία πρόσθεσαν ακόμα 2.5 δισεκατομμύρια.
  • Η διεθνής οικονομικοί κύκλοι πίεζαν την Ισλανδία για δραστικά μέτρα. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, την ΕΕ, την Βρετανία και την Ολλανδία τα αντιλαϊκά μέτρα και η παροχή δανείου ήταν οι μόνες σωστές επιλογές για την διάσωση της οικονομίας. Όμως ο λαός έχει άλλη άποψη και απαιτεί να εκφραστεί μέσα από δημοψήφισμα. Τότε Βρετανία και η Ολλανδία απειλούν με σκληρή καταστολή η οποία θα οδηγούσε σε απομόνωση της χώρας αν η χώρα δεν τηρούσε τις διεθνής της δεσμεύσεις. Το ΔΝΤ απειλούσε πώς αν η χώρα κάνει κάτι τέτοιο, τότε θα στερούνταν οποιαδήποτε βοήθειας. Στο δημοψήφισμα του Μαρτίου του 2010 το 93% των Ισλανδών ψήφισαν κατά της πληρωμής των χρεών και το ΔΝΤ πάγωσε τους δανεισμούς αμέσως.
  •  Και μετά τι; Ούτε το τέλος του κόσμου ήρθε, ούτε ο δράκος του παραμυθιού! Ουτέ μισθοί και συντάξεις σταμάτησαν να δίνονται από το κράτος, ούτε η κοινωνία ξαναγύρησε στα χρόνια του Μεσαίωνα. Σήμερα η Ισλανδία  των ψαράδων χωρίς τον ορυκτό πλούτο,  την Βιομηχανία και τον Γεωργικό τομέα και το τουρισμό που έχουμε εμείς,  έχει ανάπτυξη 3.1% και ανεργία 6.9%  το 2011.
  • Η Ελλάδα μετά από τα αλλεπάλληλα πακέτα… σωτηρίας από το ΔΝΤ και την ΕΕ, έχει 7% ύφεση και 21% ανεργία… ααα και …βασικό μισθό πλέον κάτωαπό 500 ευρώ και εργασιακό Μεσαίωνα !
  • Επίσης σήμερα, πριν από μερικές ώρες, ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings αναβάθμισε κατά μία βαθμίδα την πιστοληπτική ικανότητα της Ισλανδίας στην κατηγορία ΒΒΒ- για τον μακροπρόθεσμο δανεισμό της. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στη χώρα να θεωρείται εφεξής ως αξιόπιστος δανειολήπτης.
  • Με άλλα λόγια οι διεθνείς οικονομικοί παράγοντες που εκβίαζαν μια χώρα, πως αν προχωρούσε σε μονομερή στάση πληρωμών θα την ξέγραφαν από το οικονομικό γίγνεσθαι, τώρα της ανακοινώνουν πως… πληροί όλες της προϋποθέσεις για να θεωρείται αξιόπιστος δανειολήπτης! 
  • Συμπέρασμα:  Στην χειρότερη περίπτωση μια στάση πληρωμών θα χει ως συνέπεια την συνέχιση του καπιταλισμού στην Ελλάδα, με έξοδο από το ευρώ, αλλά χωρίς το δυσβάσταχτο βάρος της αποπληρωμής των δανείων. Ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα ήταν μια σημαντική νίκη, στον αγώνα για την ανατροπή του ίδιου του Καπιταλισμού.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες για το μεροκάματο νο2

Ιστορίες για το μεροκάματο νο2

Έχε χάρη που έπεσε η οικοδομή, αλλιώς θα καταλάβαινες
τι εστί βερίκοκο.
(φάτε) Πρόλογο: η προηγούμενη ανάρτησις με τίτλο, το μεροκάματο της μοναξάς (προσοχή στο "-ξας"!) είδα ότι είχε μεγάλη επιτυχία, άρεσε σε ένα κόσμο που λέμε κι εμείς οι κομμουνιστές. Δεν άρεσε δηλαδή σε δυο κόσμους. Πολλά καλά λόγια με είπανε, κολακεύτηκα όσο να πεις, αλλά έτσι είναι. Για μια αυτο-ετερο-επιβεβαίωση ζούμε αλλά προσοχή θέλει. Το καβάλημα στο καλάμι είναι κακό πράμα. Καλό πράμα απ' την άλλη είναι η δουλειά γενικά, να δουλεύεις, να νιώθεις ότι κάτι προσφέρεις, ότι κάτι κάνεις τελωσπάντων χρήσιμο. Έτερον εκάτερον, πολλές δουλειές είναι για τον π... αλλά έστω, κάποια πράματα τα κάνεις κι από ανάγκη.
Η δουλειά το λοιπόν είναι καλό πράμα, είναι ανάγκη, να σηκωθείς, να κινηθείς, να πας ένα πράμα από δω εκεί, να γράψεις δυο λέξεις σ' ένα χαρτί, να πατήσεις ένα κουμπί να πάρει μπροστά η μηχανή και να την επιβλέπεις σα μπάστακας. Το πώς την πλερώνεσαι αυτή τη δουλειά μεγάλο θέμα, γράψαν φιλόσοφοι, πολιτικοί αναλυταί, συγγραφείς, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί. Δύσκολο πράμα να το καταλάβει ο εργατάκος, και ακόμα πιο δύσκολο να καταλάβει ότι στο σύστημα που ζούμε πέφτει εκμετάλλα στο θέμα αυτό που να σου φεύγει το καφάσι.
Χώρια που με 20% ανεργία το πράμα γίνεται αβάσταχτο. Όχι ότι δεν έχει δουλειά, αλλά τη μοιράζουν έτσι οι καπιταλισταί που να τη φτηνύνουν κι άλλο και να μαζέψουν παράδες ξανά τώρα να βγουν απ' την κρίση. 
Μέσα απ' αυτές τις ιστοριούλες θα προσπαθήσουμε απλά να τα πούμε μπας και καταλάβουν πέντε πράματα καναδυό αναγνώστες, ό,τι καταφέρεις κέρδος είναι.
Το παρακάτω κείμενο αφιερούται εξαιρετικά στον αγαπητό συνάδελφο και συν-blogger κύριο κύριο Οικοδόμο, μάστορα που τον λέω γω γιατί έτσι φωνάζουμε τον συνάδελφο στην οικοδομή. Το πρώτο πράμα που έμαθα όταν ψευτοδούλεψα κι εγώ. Τώρα για σενάζ - μενάζ και τέτοια πράματα δεν ξέρω, να ναι καλά που γράφει και κάνα τέτοιο αρθράκι ο αγαπητός φίλος και καταλαβαίνουμε τι σόι πράματα είν' αυτά. Διάβασέ το μεσιέ, θα το φχαριστηθείς, κι όλοι οι επίλοιποι φυσικά. 

Η πρώτη μέρα στην οικοδομή

Πιτσιρικάς στην επαρχία, πάνω που είχα τελειώσει το λύκειο, δύσκολα τα πράματα στο σπίτι, έπρεπε να βγω να ψάξω δουλειά. Στις πανελλήνιες τα σκάτωσα, για την ακρίβεια τα βρόντηξα ούλα και δεν διάβασα μήτε γραμμή απ' τα μαθήματα που είχαμε τότε στις δέσμες. Η κρίση λεν ξεκίνησε το 2008... Στην οικογένεια κρίση πάθαμε απ' τις αρχές του 90, πάνω στην αντεπανάσταση και τις ανατροπές που λέμε. Εγώ βέβαια τότες δεν ήξερα που παν τα τέσσερα, όχι αντεπανάσταση δεν ήξερα, δεν ήξερα να ξεχωρίσω το ελάφι απ' το πιλάφι.
Αναδουλειές, ζόρια να πλερώσουμε νοίκια, κομμένα ρεύματα, εξώσεις, άστα να παν στο διάλο. Τότε κηρύξαμε πτώχευση το "δελαρζέϊκο", αλλά τότε δεν ξέραμε λαπαβίστικα κόλπα με επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, με κούρεμα, ξύρισμα ίσα και κόντρα. Οπότε τώρα μ' αυτά που τραβάμε, εγώ τα τράβηξα δυο δεκαετίες πριν και ψήθηκα, κι έτσι τώρα είμαι σκληραγωγημένος τρομάρα μου.
εργάτης μπροστά στη νέα σειρά βεργών "sifonios extra strong"
Βγήκα λοιπόν για δουλειά, κάτι τύποι εκεί που ήταν και κουκουέδες, βρήκαν μια άκρη να πάω να δουλέψω σιδεράς. Όποιος δούλεψε έστω και λίγο οικοδομή, ξέρει τι πάει να πει η ειδικότητα "σιδεράς". Λεν είναι βαριά, δύσκολη δουλειά, θα μπορέσεις; Γιατί να μην μπορέσω δηλαδή; Κουλός είμαι για κουτσός; Νέος είμαι, έκανα και στίβο, έχω γερά ποδάρια, καλό παιδί είμαι, γιατί να μη μπορέσω. Καλά, πάνε τότε αύριο στο τάδε μέρος, θα σε βρει ο τάδε να πάτε να δουλέψτε, κινητά δεν είχαμε τότε να συνεννογιόμαστε. 
Πέφτω το λοιπόν για ύπνο το βράδι, να πάω για δουλειά το πρωί. Άγχος, σφίξιμο στο στομάχι, αγωνία το τι θα συναντήσεις, ποιον θα δεις, ύπνος γιοκ. Σκεφτόμουνα πώς θα' ναι, αν θα τα καταφέρω, μη με κοροϊδέψουν που είμαι αδούλευτος κι άμαθος, μη κάνω καμμιά μαλακία, μη το' να μη το άλλο. Με τα πολλά με ψευτοπήρε ο ύπνος μετά από πολλές ώρες στρυφογύρισμα στο κρεβάτι. Μισός ύπνος με το μισό μυαλό κοιμισμένο και το άλλο μισό αγχωμένο μη τυχόν και δε ξυπνήσω και δεν πάω στο ραντεβού. Και με πουν τεμπέλη και αχαΐρευτο, εδώ δεν έχουμε να φάμε κι εσύ κοιμάσαι. Δράμα.
Σηκώνομαι μισή ώρα πριν το ξυπνητήρι. Πλένομαι, ντύνομαι. Πάω να πιω καφέ δεν κατεβαίνει. Πάω να βάλω μια μπουκιά στο στόμα, τίποτα. Πέτρα το στομάχι.
Βγαίνω όξω στο κρύο, ο καιρός συννεφιά, λες και παραγγελιά τον είχα. Χάθηκε δηλαδή να έχει μια λιακάδα; Τι στο διάολο, πάντα το βάπτισμα του πυρός πρέπει να' ναι θλιμμένο; 
Τρέχω στο ραντεβού. Έρχεται ο μάστορας, πενηντάρης, ηλιοκαμμένος και γεροδεμένος σα ταύρος, σοβαρός και αυστηρός. Και δυο γιούς, καλά παιδιά, γεροδεμένοι κι αυτοί, ούτε ντεμέκ ούτε σκατόφατσες. Δουλεμένοι άνθρωποι. 
Οι πρώτες συστάσεις, μπλα μπλα και τα λοιπά. Πήγα να το παίξω άνετος, αλλά επειδή ετούτοι φαίνονταν ότι είδαν πολλά τα μάτια τους, με κατάλαβαν με τη μία. Αλλά δεν λέγαν τίποτα, ούτε καν χαμογέλασαν μη τυχόν νομίσω ότι με βλέπουν συγκαταβατικά. "Δύσκολη δουλειά, έ;" Ρωτάω. "Ε, εύκολη πάντως δεν είναι". Τι διάλο, αστροφυσική θέλει; Τα είπαμε λίγο εκεί, με συμπάθησαν, δεν ήμουνα και βόιδι, έπιανα μερικά πράματα που με λέγαν.
Φτάνουμε σ' ενα χωριό. Κατεβαίνουμε σ' ένα παράδρομο, ένα οικόπεδο σκαμμένο στα θεμέλια, να το "σιδερώσουμε" λέει. Πρώτο κουέστιον μαρκ, δηλαδή πώς θα το σιδερώσουμε, με ατμοσίδερο και με μέριτο, αυτό με τη λαβή; Έκανα ένα λεπτό να καταλάβω ότι εννοούμε να τοποθετήσουμε τις βέργες που φτιάχνει ο Σιφωνιός όπως υπαγορεύει το σκέδιο του μηχανικού. Α, μάλιστα. Και που ν' τα σίδερα; Νάτα μου λέει ο ένας. Ένα ΒΟΥΝΟ από βέργες να πάμε από πάνω απ' το δρόμο κάτω στα θεμέλια πρώτα! Φρίκη. Πάρε γάντια μου λέει ο ένας γιος και ξεκίνα να κατεβάζεις. 
Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας ήδη τα 'χα παίξει. Είχα ζαλιστεί και μου' ρχόταν να ξεράσω απ' το ζόρι, αλλά κι απ' την άλλη ντρεπόμουν, θα με πάρουν στο ψιλό. Εκεί κατάλαβα ότι οι άλλοι μάστορες που ήταν εκεί τριγύρω ασχολούνταν με την δουλειά τους και ποσώς τους ενδιέφερα εγώ. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Πρώτο μάθημα απόρριψης του υποκειμενικού ιδεαλισμού. 
Με διαλείμματα και βοήθεια απ' τ' αδέρφια τους σιδεράδες που με κατάλαβαν ότι είχα δει το χριστό φαντάρο, βοήθησαν και τα κατεβάσαμε. Αυτοί πιάναν τέσσερεις-τέσσερεις τις βέργες, εγώ μέχρι δυο μπορούσα. Τι ξεφτίλα Παναγία μου, τους έριχνα και καναδυο χρόνια στην ηλικία. Δεύτερο μάθημα της δουλειάς. Μαθαίνεις να ταπεινώνεσαι εκεί που δεν σε παίρνει. Και δεν είπαν τα παιδιά ποτέ τίποτα, μπροστά μου τουλάχιστον. 
Μετά το πρώτο μπερντάκι, μου δίνουν σύρμα και το άλλο το εργαλείο το πώς-το-λεν που κόβεις μικρές λωρίδες σύρμα και στερεώνεις το σίδερο με τα διπλανά. Τα άγαρμπα χέρια μου ακόμα δεν μπορούσαν να χειριστούν ούτε το εργαλείο ούτε το σύρμα. Σιγά-σιγά με είπε το αφεντικό, μη βιάζεσαι. Θα το κάνεις έτσι, έτσι κι έτσι. 
Τρίτο μάθημα. Αφέσου στα χέρια του μάστορα που έφαγε τη δουλειά με το κουτάλι και σε βλέπει σαν κουνούπι. Πέφτει στο επίπεδό σου να σε μάθει την αλφαβήτα, χώρια το ότι σε πήρε στη δουλειά χωρίς να σε χρειάζεται στην ουσία, αφού έχει τους δυο γιούς. Σου λέει, αύριο μεθαύριο θα μας ξαλαφρώνει, τώρα για την ώρα μας βαραίνει παραπάνω.
Έμαθα πώς να κάνω τα δεσίματα, τσούκου-τσούκου, καλά τα πήγα θαρρώ. Ξεκούραστα. Η μια η κολώνα λέει βγήκε λίγο στραβή, ο μάστορας την έσπρωξε με το πόδι, την τράβηξε από δω, την τράβηξε από κει, τη ίσιαξε, δεν ήθελε σαούλιασμα. Τέταρτο μάθημα. Μη φοβάσαι το υλικό να το κλωτσήσεις, να το σπρώξεις, να το ζουλήξεις από δω κι απο κει να ρθει στα μέτρα σου. Εγώ όταν τα κουβαλούσαμε δεν ήξερα από που να το πιάσω το σίδερο και μου' λεγε ο μάστορας, πιάστο απ' όπου να ναι ρε! Εννοούσε πιάστο βρε χριστιανέ μου, μη το κοιτάζεις. 
Τελειώσαμε από δω λέει φεύγουμε απο δω πάμε αλλού. Ψήλωσε ο ήλιος, ζέστανε κομμάτι. Πάμε σε μια οικοδομή, πάνω στην πλάκα να σιδερώσουμε τις κολώνες. Τέσσερα πατώματα ψηλά. Είδα το ύψος και τα σκαλοπάτια, είδα και τα σίδερα κάτου. Αμάν, όλ' αυτά θα τ' ανεβάσουμε; Εκεί με κορόιδεψε πίσω απ' τα μουστάκια του ο ένας ο γιος. Αμ τι, λέει, εδώ θα τ' αφήσουμε; Έχετε γεια βρυσούλες είπα μέσα μου, στις πρώτες δυο βέργες που θ' ανεβάσω θ 'αφήσω τα κοκκαλά μου, ήμουν ήδη πτώμα.
Μετά είδα ένα όχημα με γερανό κι ιμάντα να τ' ανεβάζει... Πέμπτο μάθημα. Κλείστο το στόμα σου και μην κάνεις χαζοερωτήσεις, κάνε εκεί ότι σου πούνε. Κι άμα δεν μπορείς, πες δεν μπορώ, είμαι αγύμναστος, άμαθος, ντροπή δεν είναι. Τώρα με την κοτσάνα που πέταξα ντράπηκα περισσότερο. 
Τότε άρχισε το δράμα! Ο ήλιος να καίει και να είμαι έτοιμος να σωριαστώ. Πήγαινα τα σίδερα από δω εκεί, από ξαπλωμένα που ήταν τα ακουμπούσα όρθια να τα παίρνουν οι δυο γιοί και να τα περνάν μέσα στην κολώνα. Ούτε που διανοήθηκα ν' ανέβω στη σκάλα και να τραβάω τις χοντρόβεργες μέχρι πάνω ώστε να τις περάσω από πάνω. Θα ξεριζώνουνταν τα χέρια μου απ' τον ώμο. 
Ο ένας μου φερε καπέλο να φορέσω, σε μια δόση κάνουμε και διάλειμμα για νερό. Αν δεν έπινα κι αυτή τη γουλιά, είχα την εντύπωση ότι δεν θ' αντεχα ούτε δευτερόλεπτο ακόμα. 
Μια ανάσα και συνέχισα, πήγαινα κάτι βέργες απ' το ένα μέρος της πλάκας στην άλλη περνώντας από μια σανίδα κι απο κάτω το κενό! Πρόσεχε μου λεγε ο μάστορας, μη γκρεμοτσακιστείς κι έχουμε άλλα. Αμα δεν μπορείς πες. Όχι, πώς δεν μπορώ έλεγα εγώ που ήθελα να διασώσω το χαμένο αντριλίκι μου. Λέω από μέσα μου, Άλεξ πρόσεχε μη σκοτωθείς. Με υπερπροσπάθεια τελικά και διάφορα ψυχολογικά τεχνάσματα έφερα εις πέρας κι αυτό το επαχθές καθήκον, σαν το επαχθές χρέος που λέει κι ο Λαπαβίτσας (που μάλλον δεν δούλεψε οικοδομή ποτέ του). 
Τελειώσαμε κι από δω, είχε πάει μία η ώρα. Εγώ ήμουν ήδη ένα ράκος απ' την κούραση, ψιλοζαλισμένος, κόντεψα να ξεχάσω γάντια και σύρματα απ' τον ήλιο. Νόμιζα τελειώσαμε, μου λέει εντάξει, και καμμιά ωρίτσα στη μάντρα να κόψουμε λέει σίδερα και τέρμα. Έ, λέω νταξει, εύκολο θα είν' αυτό. 
είμαστε ή δεν είμαστε για τα σίδερα; 
Η μάντρα μές στον ήλιο και τη ζέστα, με κάτι τρομαχτικά μηχανήματα που να κόβουν και να τα κάνουν σαν σπιράλ. Εκεί νομίζω μ' αποτελείωσε. Τραβούσα δέκα-δέκα βέργες μαζί να κοπούν στο σωστό μήκος, τα χέρια μου μετά από δυο-τρία σέσσιονς πλέον δεν υπήρχαν, είχαν εξαϋλωθεί κι είχαν ενωθεί με το σύμπαν.
Μού δωσε ένα μεροκάματο, μου είπε κάτσε ξεκουράσου δυο μέρες και ξαναέλα. 
Όλο μου το κορμί είχε γίνει πέτρα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, δεν μπορούσα να φάω, αρρώστησα. Μου φυγε η μαγκιά εκείνη τη μέρα. Δούλεψα άλλη μια βδομάδα και σταμάτησα μετά απ' αυτό. Δεν εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου, δεν μπόρεσα να συνηθήσω την ορολογία και την μαστόρικη μενταλιτέ. Δεν μου ταίριαζε αυτή η δουλειά τότε. Μπήκα πολύ απότομα από ανάγκη, με πολύ άγχος και καθόλου προετοιμασία. Θα μου πεις τι ήθελες, να σου στρώναν και χαλί; 
Η μέρα που θα πας για δουλειά δεν πρέπει να σε γεμίζει άγχος και σφίξιμο. Πρέπει να πηγαίνεις με αγωνία όπως όταν είναι να πας εκδρομή στο βουνό, να μάθεις κάτι καινούριο, να βελτιώσεις κάτι που δεν είναι σωστό. Να προσθέσεις τη δημιουργικότητά σου, όχι επειδή πρέπει να πλερώσεις το νοίκι. Πάλι καλά να λες που δεν ήταν κάνας μαλάκας αφεντικό να σε βρίζει (έχει κι άλλα τέτοια σε μελλοντικές ιστορίες). Η κούραση πρέπει να είναι φυσιολογική, να καταλαβαίνεις ότι έβαλες λίγο απ' τη σωματική σου δύναμη και λίγο απ' το μυαλό σου σ' αυτό που παρήγαγες, όχι να σε σκοτώνει και να σε φθείρει. Τα μηχανήματα σε βοηθάν να μη φθείρεις το κορμί σου, αλλά δεν πρέπει να τα παίρνεις σαν δεδομένα. Κι αυτά ανθρώποι τα φτιάχνουν. 
Η μισή ψευτοδουλειά που κάνεις (επειδή μαθαίνεις όχι επειδή είσαι τεμπελχανάς), μαζί με την ολόκληρη δουλειά που κάνει ο ψημένος εργάτης, τα προσθέτεις αυτά και βγάζεις ένα μέσο όρο. Βάζεις όλη τη δουλειά που κάναν όλα τα μαστόρια και οι εργάτες για να γίνει μια οικοδομή και βγάζεις όλες τις εργατοώρες που χρειάζονται. Βάζεις όλες τις δουλειές που κάνουν όλοι οι ανθρώποι σε μια κοινωνία για να βγάλουν ό,τι χρειάζεται αυτή η κοινωνία κι αυτό το λέμε "κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας". Άμα τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς τα παντελονιάζουν ένας-δυο, τότε κάτι δεν πάει καλά με το σύστημα. Όταν τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς τα απολαμβάνουν ούλοι, τότε έχουμε σοσιαλισμό. Η δουλειά είναι η βάση κάθε κενωνίας να πούμε, κι όταν αυτοί οι δουλευτάρηδες ορίζουν και το πως θα οργανώνεται αυτή η κοινωνία, η δουλειά θα γίνει μια ευχάριστη υπόθεση για όλους. 
Το άγχος, η στεναχώρια, η κούραση για το τίποτα (ή καλύτερα για τη τσέπη του κεφαλαιούχου), όλ' αυτά θα δώσουν τη θέση τους στη δουλειά που θα καταλαβαίνεις ότι προσφέρεις στον τόπο σου και στους συνανθρώπους σου. 
Τότε η κούραση δεν σε πειράζει. Όχι πως δεν το νιωσες κι αυτό στον καπιταλισμό. Το νιώθεις γιατί σαν εργάτης είσαι φιλότιμος, βάζεις τον απαυτό σου κάτω και παράγεις. Κι ας μην καταλαβαίνεις από σοσιαλισμούς.