Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες για το μεροκάματο νο2

Ιστορίες για το μεροκάματο νο2

Έχε χάρη που έπεσε η οικοδομή, αλλιώς θα καταλάβαινες
τι εστί βερίκοκο.
(φάτε) Πρόλογο: η προηγούμενη ανάρτησις με τίτλο, το μεροκάματο της μοναξάς (προσοχή στο "-ξας"!) είδα ότι είχε μεγάλη επιτυχία, άρεσε σε ένα κόσμο που λέμε κι εμείς οι κομμουνιστές. Δεν άρεσε δηλαδή σε δυο κόσμους. Πολλά καλά λόγια με είπανε, κολακεύτηκα όσο να πεις, αλλά έτσι είναι. Για μια αυτο-ετερο-επιβεβαίωση ζούμε αλλά προσοχή θέλει. Το καβάλημα στο καλάμι είναι κακό πράμα. Καλό πράμα απ' την άλλη είναι η δουλειά γενικά, να δουλεύεις, να νιώθεις ότι κάτι προσφέρεις, ότι κάτι κάνεις τελωσπάντων χρήσιμο. Έτερον εκάτερον, πολλές δουλειές είναι για τον π... αλλά έστω, κάποια πράματα τα κάνεις κι από ανάγκη.
Η δουλειά το λοιπόν είναι καλό πράμα, είναι ανάγκη, να σηκωθείς, να κινηθείς, να πας ένα πράμα από δω εκεί, να γράψεις δυο λέξεις σ' ένα χαρτί, να πατήσεις ένα κουμπί να πάρει μπροστά η μηχανή και να την επιβλέπεις σα μπάστακας. Το πώς την πλερώνεσαι αυτή τη δουλειά μεγάλο θέμα, γράψαν φιλόσοφοι, πολιτικοί αναλυταί, συγγραφείς, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί. Δύσκολο πράμα να το καταλάβει ο εργατάκος, και ακόμα πιο δύσκολο να καταλάβει ότι στο σύστημα που ζούμε πέφτει εκμετάλλα στο θέμα αυτό που να σου φεύγει το καφάσι.
Χώρια που με 20% ανεργία το πράμα γίνεται αβάσταχτο. Όχι ότι δεν έχει δουλειά, αλλά τη μοιράζουν έτσι οι καπιταλισταί που να τη φτηνύνουν κι άλλο και να μαζέψουν παράδες ξανά τώρα να βγουν απ' την κρίση. 
Μέσα απ' αυτές τις ιστοριούλες θα προσπαθήσουμε απλά να τα πούμε μπας και καταλάβουν πέντε πράματα καναδυό αναγνώστες, ό,τι καταφέρεις κέρδος είναι.
Το παρακάτω κείμενο αφιερούται εξαιρετικά στον αγαπητό συνάδελφο και συν-blogger κύριο κύριο Οικοδόμο, μάστορα που τον λέω γω γιατί έτσι φωνάζουμε τον συνάδελφο στην οικοδομή. Το πρώτο πράμα που έμαθα όταν ψευτοδούλεψα κι εγώ. Τώρα για σενάζ - μενάζ και τέτοια πράματα δεν ξέρω, να ναι καλά που γράφει και κάνα τέτοιο αρθράκι ο αγαπητός φίλος και καταλαβαίνουμε τι σόι πράματα είν' αυτά. Διάβασέ το μεσιέ, θα το φχαριστηθείς, κι όλοι οι επίλοιποι φυσικά. 

Η πρώτη μέρα στην οικοδομή

Πιτσιρικάς στην επαρχία, πάνω που είχα τελειώσει το λύκειο, δύσκολα τα πράματα στο σπίτι, έπρεπε να βγω να ψάξω δουλειά. Στις πανελλήνιες τα σκάτωσα, για την ακρίβεια τα βρόντηξα ούλα και δεν διάβασα μήτε γραμμή απ' τα μαθήματα που είχαμε τότε στις δέσμες. Η κρίση λεν ξεκίνησε το 2008... Στην οικογένεια κρίση πάθαμε απ' τις αρχές του 90, πάνω στην αντεπανάσταση και τις ανατροπές που λέμε. Εγώ βέβαια τότες δεν ήξερα που παν τα τέσσερα, όχι αντεπανάσταση δεν ήξερα, δεν ήξερα να ξεχωρίσω το ελάφι απ' το πιλάφι.
Αναδουλειές, ζόρια να πλερώσουμε νοίκια, κομμένα ρεύματα, εξώσεις, άστα να παν στο διάλο. Τότε κηρύξαμε πτώχευση το "δελαρζέϊκο", αλλά τότε δεν ξέραμε λαπαβίστικα κόλπα με επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, με κούρεμα, ξύρισμα ίσα και κόντρα. Οπότε τώρα μ' αυτά που τραβάμε, εγώ τα τράβηξα δυο δεκαετίες πριν και ψήθηκα, κι έτσι τώρα είμαι σκληραγωγημένος τρομάρα μου.
εργάτης μπροστά στη νέα σειρά βεργών "sifonios extra strong"
Βγήκα λοιπόν για δουλειά, κάτι τύποι εκεί που ήταν και κουκουέδες, βρήκαν μια άκρη να πάω να δουλέψω σιδεράς. Όποιος δούλεψε έστω και λίγο οικοδομή, ξέρει τι πάει να πει η ειδικότητα "σιδεράς". Λεν είναι βαριά, δύσκολη δουλειά, θα μπορέσεις; Γιατί να μην μπορέσω δηλαδή; Κουλός είμαι για κουτσός; Νέος είμαι, έκανα και στίβο, έχω γερά ποδάρια, καλό παιδί είμαι, γιατί να μη μπορέσω. Καλά, πάνε τότε αύριο στο τάδε μέρος, θα σε βρει ο τάδε να πάτε να δουλέψτε, κινητά δεν είχαμε τότε να συνεννογιόμαστε. 
Πέφτω το λοιπόν για ύπνο το βράδι, να πάω για δουλειά το πρωί. Άγχος, σφίξιμο στο στομάχι, αγωνία το τι θα συναντήσεις, ποιον θα δεις, ύπνος γιοκ. Σκεφτόμουνα πώς θα' ναι, αν θα τα καταφέρω, μη με κοροϊδέψουν που είμαι αδούλευτος κι άμαθος, μη κάνω καμμιά μαλακία, μη το' να μη το άλλο. Με τα πολλά με ψευτοπήρε ο ύπνος μετά από πολλές ώρες στρυφογύρισμα στο κρεβάτι. Μισός ύπνος με το μισό μυαλό κοιμισμένο και το άλλο μισό αγχωμένο μη τυχόν και δε ξυπνήσω και δεν πάω στο ραντεβού. Και με πουν τεμπέλη και αχαΐρευτο, εδώ δεν έχουμε να φάμε κι εσύ κοιμάσαι. Δράμα.
Σηκώνομαι μισή ώρα πριν το ξυπνητήρι. Πλένομαι, ντύνομαι. Πάω να πιω καφέ δεν κατεβαίνει. Πάω να βάλω μια μπουκιά στο στόμα, τίποτα. Πέτρα το στομάχι.
Βγαίνω όξω στο κρύο, ο καιρός συννεφιά, λες και παραγγελιά τον είχα. Χάθηκε δηλαδή να έχει μια λιακάδα; Τι στο διάολο, πάντα το βάπτισμα του πυρός πρέπει να' ναι θλιμμένο; 
Τρέχω στο ραντεβού. Έρχεται ο μάστορας, πενηντάρης, ηλιοκαμμένος και γεροδεμένος σα ταύρος, σοβαρός και αυστηρός. Και δυο γιούς, καλά παιδιά, γεροδεμένοι κι αυτοί, ούτε ντεμέκ ούτε σκατόφατσες. Δουλεμένοι άνθρωποι. 
Οι πρώτες συστάσεις, μπλα μπλα και τα λοιπά. Πήγα να το παίξω άνετος, αλλά επειδή ετούτοι φαίνονταν ότι είδαν πολλά τα μάτια τους, με κατάλαβαν με τη μία. Αλλά δεν λέγαν τίποτα, ούτε καν χαμογέλασαν μη τυχόν νομίσω ότι με βλέπουν συγκαταβατικά. "Δύσκολη δουλειά, έ;" Ρωτάω. "Ε, εύκολη πάντως δεν είναι". Τι διάλο, αστροφυσική θέλει; Τα είπαμε λίγο εκεί, με συμπάθησαν, δεν ήμουνα και βόιδι, έπιανα μερικά πράματα που με λέγαν.
Φτάνουμε σ' ενα χωριό. Κατεβαίνουμε σ' ένα παράδρομο, ένα οικόπεδο σκαμμένο στα θεμέλια, να το "σιδερώσουμε" λέει. Πρώτο κουέστιον μαρκ, δηλαδή πώς θα το σιδερώσουμε, με ατμοσίδερο και με μέριτο, αυτό με τη λαβή; Έκανα ένα λεπτό να καταλάβω ότι εννοούμε να τοποθετήσουμε τις βέργες που φτιάχνει ο Σιφωνιός όπως υπαγορεύει το σκέδιο του μηχανικού. Α, μάλιστα. Και που ν' τα σίδερα; Νάτα μου λέει ο ένας. Ένα ΒΟΥΝΟ από βέργες να πάμε από πάνω απ' το δρόμο κάτω στα θεμέλια πρώτα! Φρίκη. Πάρε γάντια μου λέει ο ένας γιος και ξεκίνα να κατεβάζεις. 
Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας ήδη τα 'χα παίξει. Είχα ζαλιστεί και μου' ρχόταν να ξεράσω απ' το ζόρι, αλλά κι απ' την άλλη ντρεπόμουν, θα με πάρουν στο ψιλό. Εκεί κατάλαβα ότι οι άλλοι μάστορες που ήταν εκεί τριγύρω ασχολούνταν με την δουλειά τους και ποσώς τους ενδιέφερα εγώ. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Πρώτο μάθημα απόρριψης του υποκειμενικού ιδεαλισμού. 
Με διαλείμματα και βοήθεια απ' τ' αδέρφια τους σιδεράδες που με κατάλαβαν ότι είχα δει το χριστό φαντάρο, βοήθησαν και τα κατεβάσαμε. Αυτοί πιάναν τέσσερεις-τέσσερεις τις βέργες, εγώ μέχρι δυο μπορούσα. Τι ξεφτίλα Παναγία μου, τους έριχνα και καναδυο χρόνια στην ηλικία. Δεύτερο μάθημα της δουλειάς. Μαθαίνεις να ταπεινώνεσαι εκεί που δεν σε παίρνει. Και δεν είπαν τα παιδιά ποτέ τίποτα, μπροστά μου τουλάχιστον. 
Μετά το πρώτο μπερντάκι, μου δίνουν σύρμα και το άλλο το εργαλείο το πώς-το-λεν που κόβεις μικρές λωρίδες σύρμα και στερεώνεις το σίδερο με τα διπλανά. Τα άγαρμπα χέρια μου ακόμα δεν μπορούσαν να χειριστούν ούτε το εργαλείο ούτε το σύρμα. Σιγά-σιγά με είπε το αφεντικό, μη βιάζεσαι. Θα το κάνεις έτσι, έτσι κι έτσι. 
Τρίτο μάθημα. Αφέσου στα χέρια του μάστορα που έφαγε τη δουλειά με το κουτάλι και σε βλέπει σαν κουνούπι. Πέφτει στο επίπεδό σου να σε μάθει την αλφαβήτα, χώρια το ότι σε πήρε στη δουλειά χωρίς να σε χρειάζεται στην ουσία, αφού έχει τους δυο γιούς. Σου λέει, αύριο μεθαύριο θα μας ξαλαφρώνει, τώρα για την ώρα μας βαραίνει παραπάνω.
Έμαθα πώς να κάνω τα δεσίματα, τσούκου-τσούκου, καλά τα πήγα θαρρώ. Ξεκούραστα. Η μια η κολώνα λέει βγήκε λίγο στραβή, ο μάστορας την έσπρωξε με το πόδι, την τράβηξε από δω, την τράβηξε από κει, τη ίσιαξε, δεν ήθελε σαούλιασμα. Τέταρτο μάθημα. Μη φοβάσαι το υλικό να το κλωτσήσεις, να το σπρώξεις, να το ζουλήξεις από δω κι απο κει να ρθει στα μέτρα σου. Εγώ όταν τα κουβαλούσαμε δεν ήξερα από που να το πιάσω το σίδερο και μου' λεγε ο μάστορας, πιάστο απ' όπου να ναι ρε! Εννοούσε πιάστο βρε χριστιανέ μου, μη το κοιτάζεις. 
Τελειώσαμε από δω λέει φεύγουμε απο δω πάμε αλλού. Ψήλωσε ο ήλιος, ζέστανε κομμάτι. Πάμε σε μια οικοδομή, πάνω στην πλάκα να σιδερώσουμε τις κολώνες. Τέσσερα πατώματα ψηλά. Είδα το ύψος και τα σκαλοπάτια, είδα και τα σίδερα κάτου. Αμάν, όλ' αυτά θα τ' ανεβάσουμε; Εκεί με κορόιδεψε πίσω απ' τα μουστάκια του ο ένας ο γιος. Αμ τι, λέει, εδώ θα τ' αφήσουμε; Έχετε γεια βρυσούλες είπα μέσα μου, στις πρώτες δυο βέργες που θ' ανεβάσω θ 'αφήσω τα κοκκαλά μου, ήμουν ήδη πτώμα.
Μετά είδα ένα όχημα με γερανό κι ιμάντα να τ' ανεβάζει... Πέμπτο μάθημα. Κλείστο το στόμα σου και μην κάνεις χαζοερωτήσεις, κάνε εκεί ότι σου πούνε. Κι άμα δεν μπορείς, πες δεν μπορώ, είμαι αγύμναστος, άμαθος, ντροπή δεν είναι. Τώρα με την κοτσάνα που πέταξα ντράπηκα περισσότερο. 
Τότε άρχισε το δράμα! Ο ήλιος να καίει και να είμαι έτοιμος να σωριαστώ. Πήγαινα τα σίδερα από δω εκεί, από ξαπλωμένα που ήταν τα ακουμπούσα όρθια να τα παίρνουν οι δυο γιοί και να τα περνάν μέσα στην κολώνα. Ούτε που διανοήθηκα ν' ανέβω στη σκάλα και να τραβάω τις χοντρόβεργες μέχρι πάνω ώστε να τις περάσω από πάνω. Θα ξεριζώνουνταν τα χέρια μου απ' τον ώμο. 
Ο ένας μου φερε καπέλο να φορέσω, σε μια δόση κάνουμε και διάλειμμα για νερό. Αν δεν έπινα κι αυτή τη γουλιά, είχα την εντύπωση ότι δεν θ' αντεχα ούτε δευτερόλεπτο ακόμα. 
Μια ανάσα και συνέχισα, πήγαινα κάτι βέργες απ' το ένα μέρος της πλάκας στην άλλη περνώντας από μια σανίδα κι απο κάτω το κενό! Πρόσεχε μου λεγε ο μάστορας, μη γκρεμοτσακιστείς κι έχουμε άλλα. Αμα δεν μπορείς πες. Όχι, πώς δεν μπορώ έλεγα εγώ που ήθελα να διασώσω το χαμένο αντριλίκι μου. Λέω από μέσα μου, Άλεξ πρόσεχε μη σκοτωθείς. Με υπερπροσπάθεια τελικά και διάφορα ψυχολογικά τεχνάσματα έφερα εις πέρας κι αυτό το επαχθές καθήκον, σαν το επαχθές χρέος που λέει κι ο Λαπαβίτσας (που μάλλον δεν δούλεψε οικοδομή ποτέ του). 
Τελειώσαμε κι από δω, είχε πάει μία η ώρα. Εγώ ήμουν ήδη ένα ράκος απ' την κούραση, ψιλοζαλισμένος, κόντεψα να ξεχάσω γάντια και σύρματα απ' τον ήλιο. Νόμιζα τελειώσαμε, μου λέει εντάξει, και καμμιά ωρίτσα στη μάντρα να κόψουμε λέει σίδερα και τέρμα. Έ, λέω νταξει, εύκολο θα είν' αυτό. 
είμαστε ή δεν είμαστε για τα σίδερα; 
Η μάντρα μές στον ήλιο και τη ζέστα, με κάτι τρομαχτικά μηχανήματα που να κόβουν και να τα κάνουν σαν σπιράλ. Εκεί νομίζω μ' αποτελείωσε. Τραβούσα δέκα-δέκα βέργες μαζί να κοπούν στο σωστό μήκος, τα χέρια μου μετά από δυο-τρία σέσσιονς πλέον δεν υπήρχαν, είχαν εξαϋλωθεί κι είχαν ενωθεί με το σύμπαν.
Μού δωσε ένα μεροκάματο, μου είπε κάτσε ξεκουράσου δυο μέρες και ξαναέλα. 
Όλο μου το κορμί είχε γίνει πέτρα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, δεν μπορούσα να φάω, αρρώστησα. Μου φυγε η μαγκιά εκείνη τη μέρα. Δούλεψα άλλη μια βδομάδα και σταμάτησα μετά απ' αυτό. Δεν εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου, δεν μπόρεσα να συνηθήσω την ορολογία και την μαστόρικη μενταλιτέ. Δεν μου ταίριαζε αυτή η δουλειά τότε. Μπήκα πολύ απότομα από ανάγκη, με πολύ άγχος και καθόλου προετοιμασία. Θα μου πεις τι ήθελες, να σου στρώναν και χαλί; 
Η μέρα που θα πας για δουλειά δεν πρέπει να σε γεμίζει άγχος και σφίξιμο. Πρέπει να πηγαίνεις με αγωνία όπως όταν είναι να πας εκδρομή στο βουνό, να μάθεις κάτι καινούριο, να βελτιώσεις κάτι που δεν είναι σωστό. Να προσθέσεις τη δημιουργικότητά σου, όχι επειδή πρέπει να πλερώσεις το νοίκι. Πάλι καλά να λες που δεν ήταν κάνας μαλάκας αφεντικό να σε βρίζει (έχει κι άλλα τέτοια σε μελλοντικές ιστορίες). Η κούραση πρέπει να είναι φυσιολογική, να καταλαβαίνεις ότι έβαλες λίγο απ' τη σωματική σου δύναμη και λίγο απ' το μυαλό σου σ' αυτό που παρήγαγες, όχι να σε σκοτώνει και να σε φθείρει. Τα μηχανήματα σε βοηθάν να μη φθείρεις το κορμί σου, αλλά δεν πρέπει να τα παίρνεις σαν δεδομένα. Κι αυτά ανθρώποι τα φτιάχνουν. 
Η μισή ψευτοδουλειά που κάνεις (επειδή μαθαίνεις όχι επειδή είσαι τεμπελχανάς), μαζί με την ολόκληρη δουλειά που κάνει ο ψημένος εργάτης, τα προσθέτεις αυτά και βγάζεις ένα μέσο όρο. Βάζεις όλη τη δουλειά που κάναν όλα τα μαστόρια και οι εργάτες για να γίνει μια οικοδομή και βγάζεις όλες τις εργατοώρες που χρειάζονται. Βάζεις όλες τις δουλειές που κάνουν όλοι οι ανθρώποι σε μια κοινωνία για να βγάλουν ό,τι χρειάζεται αυτή η κοινωνία κι αυτό το λέμε "κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας". Άμα τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς τα παντελονιάζουν ένας-δυο, τότε κάτι δεν πάει καλά με το σύστημα. Όταν τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς τα απολαμβάνουν ούλοι, τότε έχουμε σοσιαλισμό. Η δουλειά είναι η βάση κάθε κενωνίας να πούμε, κι όταν αυτοί οι δουλευτάρηδες ορίζουν και το πως θα οργανώνεται αυτή η κοινωνία, η δουλειά θα γίνει μια ευχάριστη υπόθεση για όλους. 
Το άγχος, η στεναχώρια, η κούραση για το τίποτα (ή καλύτερα για τη τσέπη του κεφαλαιούχου), όλ' αυτά θα δώσουν τη θέση τους στη δουλειά που θα καταλαβαίνεις ότι προσφέρεις στον τόπο σου και στους συνανθρώπους σου. 
Τότε η κούραση δεν σε πειράζει. Όχι πως δεν το νιωσες κι αυτό στον καπιταλισμό. Το νιώθεις γιατί σαν εργάτης είσαι φιλότιμος, βάζεις τον απαυτό σου κάτω και παράγεις. Κι ας μην καταλαβαίνεις από σοσιαλισμούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου