Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Τοπίο στην ομίχλη

Τοπίο στην ομίχλη

Ας υποθέσουμε ότι η κε του μπλοκ ήθελε να κάνει μια ανάρτηση στη μνήμη του αγγελόπουλου (και πράγματι ήθελε). Έλα όμως που είναι απαίδευτη και δε σκαμπάζει γρι από ποιοτικό κινηματογράφο. Έτσι θα παλινδρομούσε μεταξύ της άγνοιας, της απέχθειας για τον αμερικάνικο σινεμά που θυμίζει τηλεόραση κι εκείνης της ατάκας του πανούση από το δράκουλα των εξαρχείων για τις σκηνές του αγγελόπουλου με τους αντάρτες που περπατούσαν, περπατούσαν, περπατούσαν... Και θα κρατούσε απλώς μια στάση χυδαίου κεντρισμού, ευμενώς ουδέτερου προς τον αγγελόπουλο, από θέση αρχής και πολιτικής ένταξης.

Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη της καταφυγής στην αυθεντία. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει πιο κατάλληλη από την αυθεντία του ραφαηλίδη, που ήταν και προσωπικός φίλος του σκηνοθέτη, πριν ακόμα ο τελευταίος ασχοληθεί με το σινεμά. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το εισαγωγικό κομμάτι από την εκτενή κριτική του για την ταινία τοπίο στην ομίχλη. Δημοσιεύτηκε το 89’ στο έθνος και αλιεύτηκε από το βιβλίο ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΥΘΟ δια της ιστορίας και στην ιστορία δια του μύθου, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις αιγόκερως μετά το θάνατο του ραφαηλίδη με όλα τα κείμενά του για τις ταινίες του σκηνοθέτη.

Όλες οι ταινίες του αγγελόπουλου θα μπορούσαν να έχουν αν όχι τον ίδιο τίτλο, τουλάχιστον τον ίδιο διευκρινιστικό υπότιτλο: «τοπίο στην ομίχλη». Η ομίχλη στην ελλάδα δεν είναι το γνωστό, συνηθισμένο μετεωρολογικό φαινόμενο. Το ελληνικό τοπίο το συνηθίσαμε ηλιόλουστο. Κι ωστόσο τα φιλμικά τοπία στις ταινίες του αγγελόπουλου είναι μουντά, βροχερά, χιονισμένα, παγωμένα, υγρά. Τοπία βόρεια, ομιχλώδη.

Όμως, παρά την κάθε άλλο ελληνική υγρασία τους, οι ταινίες του αγγελόπουλου είναι βαθιά κι ουσιαστικά ελληνικές: η ομίχλη στην ελλάδα δεν είναι μετεωρολογικό φαινόμενο, είναι ιστορικό. Σε έναν τόπο που μαθαίνει κάποιος να σκέφτεται εθνικά (και να γίνεται «εθνικόφρων») εντός του αστυνομικού τμήματος, αυτόματα κι αμέσως μετά την υπογραφή της «δηλώσεως μετανοίας», σε έναν τόπο όπου η πίστη στην χριστιανική παραλλαγή του θεού κι η πίστη στην ελληνική εκδοχή της «αγάπης για την πατρίδα» έχουν ταυτιστεί σε σημείο που να μη ξέρεις αν υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στον ενωμοτάρχη, που εκπροσωπεί την ταυτισμένη με το κράτος πατρίδα, και τον παπά, που εκπροσωπεί τον ταυτισμένο με το ορθόδοξο δόγμα θεό, σε έναν τόπο που οι μακρινοί πρόγονοι έχουν πάρει όλοι τη μορφή, είτε του παπά είτε του χωροφύλακα, σε αυτόν εδώ τον τόπο των πολλαπλών συγχύσεων, το ελληνικό ιστορικό τοπίο δε μπορεί παρά να είναι ομιχλώδες. Κι η ελληνική παραλλαγή της μαζικής μας σχιζοφρένειας δε μπορεί παρά να έχει τη ρίζα της, στη σύγκρουση ανάμεσα στο φωτεινό, ελληνικό τοπίο, που όλοι το βλέπουμε με τα μάτια μας, και στο ομιχλώδες ελληνικό τοπίο που οι ευαίσθητοι το βλέπουν με το νου τους, όχι όμως με την αυθαιρεσία της φαντασίας τους, παρότι το φαντασιακό εδώ (προσοχή: όχι το φανταστικό) είναι απολύτως αναγκαίο για να δει κάποιος, πίσω από τον ήλιο και το φως την ομιχλώδη ελληνική πραγματικότητα.

Οι ταινίες του αγγελόπουλου είναι ποιητικά ιστορικές. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι ανιστόρητες. Άλλωστε, η ποίηση είναι ο μόνος τρόπος που έχει ένας ευαίσθητος άνθρωπος να παραμερίσει την ιστορική ομίχλη που χρόνια ατελείωτα τώρα δημιουργούν τεχνηέντως οι ακαδημαϊκοί, οι επίσημοι «σκηνοθέτες» της ιστορίας μας, και στη θέση της να βάλει το ποιητικά διφορούμενο, που κι αυτό βέβαια είναι ομιχλώδες, όμως δε λειτουργεί σαν προπέτασμα για να κρυφτεί πίσω του η αλήθεια. Αντίθετα, η ομιχλώδης ασάφεια της ποίησης, μόνο αυτή, θα μπορούσε να σκίσει το παραπέτασμα της ιστορικής μας ομίχλης και να αποκαλύψει το πραγματικό, ελληνικό τοπίο πίσω από την ομίχλη. Γιατί υπάρχει όντως ένα τοπίο στην ομίχλη, μόνο που πρέπει να σκίσεις το παραπέτασμα της ιστορικής ομίχλης για να το δεις. Ακριβώς όπως κάνει ο μικρός στο τέλος της ταινίας. Ακριβώς όπως κάνει ο αγγελόπουλος σε όλες του τις ταινίες.

Ο μικρός αλέξανδρος της ταινίας, φερμένος εδώ από άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη, κι ο μεγαλέξαντρος του μύθου (προσοχή, όχι ο μέγας αλέξανδρος της ιστορίας) είναι το ίδιο πρόσωπο: ο ποιητής αγγελόπουλος (ας ξαναθυμηθούμε το «η μαντάμ μποβαρί είμαι εγώ» του φλομπέρ), που ως άλλος μεγαλέξανδρος αναλαμβάνει να σκοτώσει το δράκο της ακαδημαϊκής ιστορίας (και της ακαδημαϊκής αισθητικής) με την ελπίδα πως το τοπίο θα φανεί επιτέλους πίσω από την ομίχλη. Γιατί το τοπίο υπάρχει. Όμως δεν είναι αυτό που μας προτείνουν οι «εγκεκριμένες» από το υπουργείο παιδείας ιστορίες, που κάνουν την έλλειψη πολιτισμού ενδημική κατάσταση εντός του υπουργείου πολιτισμού, που μόνο αυτοί που το ίδρυσαν ξέρουν γιατί το ονόμασαν έτσι. Άλλωστε, ο όποιος νεοελληνικός πολιτισμός δεν παράγεται στα υπουργεία, παράγεται από κάποιους ελευθερόφρονες, ελεύθερους σκοπευτές σαν τον αγγελόπουλο, που περιφέρουν την απελπισία τους και τον πόνο τους, από έργο σε έργο, με την ελπίδα πως η ποίηση θα κάνει και πάλι το θαύμα της, θα διαλύσει την ομίχλη, και το τοπίο, λαμπρό κι ηλιόλουστο, θα ξαναφανεί πίσω από το σκισμένο από τον ποιητή παραπέτασμα. Σε τελική ανάλυση, ο αγγελόπουλος δεν είναι απαισιόδοξος, παρόλο που το ομιχλώδες και βροχερό των ταινιών του (φυσικά κι η «ομιχλώδης» προβληματική τους) θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύκολα μια τέτοια παρανόηση σε ανθρώπους εθισμένους, από τις απλοϊκές προφάνειες, στο να ταυτίζουν την αισιοδοξία με το φως και την απαισιοδοξία με την έλλειψη φωτός.

Όμως, εκτός του αυτονόητου γεγονότος πως μια ταινία για να γίνει χρειάζεται οπωσδήποτε φως, θα μπορούσαμε επί του προκειμένου να επικαλεστούμε και το επιχείρημα πως ο πολιτισμός δεν έχει πλέον ανάγκη από τις καλές μετεωρολογικές συνθήκες για να υπάρξει ως τέτοιος. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που πρωτοεμφανίστηκε στη μεσόγειο, όχι μόνο εξαιτίας της προνομιούχου γεωγραφικής της θέσης που την έφερνε σε συνεχή επαφή με άλλους πολιτισμούς, προγενέστερους, αλλά κι εξαιτίας της μετεωρολογικής της ηπιότητας, εδώ και πολλούς αιώνες μετακινήθηκε προς βορρά, σε τοπία ομιχλώδη. Εξοπλισμένος ο πολιτισμός με τις κατακτήσεις του εντός του ήπιου μεσογειακού κλίματος, μπορούσε πλέον να ταξιδέψει άνετα προς βορρά, κι έτσι να αποδεσμευτεί για πάντα από τις κλιματολογικές συνθήκες.

Λοιπόν, φως στην ελλάδα υπήρχε μέχρι το δεύτερο προ χριστού αιώνα περίπου. Από τότε, άρχισε να εγκαθίσταται σε αυτόν τον τόπο η ομίχλη. Αυτή που δε μας επιτρέπει πλέον να δούμε το τοπίο πίσω της. Ο αγγελόπουλος με όλες τις ταινίες του, επιχειρεί είτε να επισημάνει, είτε να παραμερίσει την ομίχλη, ώστε να δούμε πίσω της το πραγματικό τοπίο. Τούτο το δύσκολο έργο, αν δεν το αναλάβουν οι ποιητές υπεύθυνα, είμαστε οριστικά χαμένοι. Γιατί οι ιστορικοί απέτυχαν. Άλλωστε, οι πλείστοι των ιστορικών στην ελλάδα, εκτός από δημόσιοι υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι ως καθηγητές κι ως ακαδημαϊκοί, είναι και «εθνικόφρονες». Τουτέστιν φρονούν εθνικά μόνο στο βαθμό που τους το επιτρέπει ένα σενάριο που γράφτηκε από τους υπηρέτες της πολιτικής και της ιστορικής σκοπιμότητας, αυτούς που δημιούργησαν τεχνητά μια έωλη «εθνική συνείδηση» εκ του μη όντος (...)

Και ούτω πως, δια της χωροφυλακής και δια της ορθοδοξίας, άρχισε να δημιουργείται από τότε, τεχνηέντως η «εθνική συνείδηση» εν ελλάδι. Αν λείψει ο χωροφύλακας κι ο παπάς, νοούμενοι ως οι κύριοι παράγοντες της εθνικής μας συνοχής, όλα θα καταρρεύσουν εδώ, κι ο έλληνας, φανερά πλέον κι όχι συγκαλυμμένα όπως σήμερα, θα αρχίσει να αντιμετωπίζει τον παραδίπλα έλληνα ως τον κύριο εχαθρό του, ξεχνώντας όλους τους «προαιώνιους εχθρούς».

Η εθνική συνείδηση των νεοελλήνων είναι λοιπόν ομιχλώδης. Ο αγγελόπουλος μας το έδειξε αυτό καθαρά στους κυνηγούς, τη μεγάλη του ταινία για μένα. Εκεί, δεν είναι το φάντασμα της ιστορίας που ενεργεί από το παρασκήνιο ως συνήθως στην ελλάδα, είναι το φάντασμα της ιστορίας που έρχεται στο προσκήνιο και παίρνει τη θέση της κυρίως ειπείν ιστορίας. (Σε τούτο τον τόπο, υπάρχει πάντα ένα θαμμένο μες στα χιόνια πτώμα αντάρτη, που τρομοκρατεί από εκεί σταθερά αυτούς που δεν είναι βέβαιοι για την αξία και τη σημασία της ιστορίας που δημιούργησαν με τη βοήθεια του σχεδίου μάρσαλ, του δόγματος τρούμαν, του στρατηγού βαν φλιτ, και γενικά, όλων των συμμάχων, παλιότερων και νεότερων, που ανέλαβαν να συντηρούν με ενέσεις την πάντα ασθενούσα «εθνική μας συνοχή»).

Το ιστορικό τοπίο των κυνηγών λοιπόν είναι κι αυτό ένα τοπίο στην ομίχλη. Μόνο που εκεί το θαύμα δε γίνεται και το παραπέτασμα της ομίχλης δε σκίζεται. Οι μέρες του 36’ είναι ένα άλλο τοπίο στην ομίχλη, «φωτογραφημένο» από άλλη γωνία. Μόνο που εδώ, η ομίχλη μελετάται «εν τω γίγνεσθαι», αυτό που θα καταλήξει στην πύκνωση της ομίχλης αμέσως μετά το τέλος της ταινίας, την 4η αυγούστου, τότε που κανείς λογικός άνθρωπος δεν ήξερε «γιατί χαίρεται ο κόσμος» κι ο μικρός αλέξανδρος του τοπίου στην ομίχλη θα μπορούσε να ρωτήσει ευλόγως τον πατέρα του, αν υπήρχε: «γιατί χαιρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα, όπς ισχυρίζεται κάποιος που ισχυρίζεται πως είναι ποιητής;» Όμως πατέρας δεν υπάρχει για να απαντήσει σε αυτή την αφελή, παιδική ερώτηση. Και τις απαντήσει αναλαμβάνουν να μας τις δώσουν οι αρχηγοί, οι πατέρες του έθνους, οι σωτήρες, οι φύλαρχοι ουσιαστικά, οι τοπάρχες φύλαρχοι που ενώ μιλούν σα φύλαρχοι αυτοπροτείνονται σαν πατέρες του έθνους. Όμως ποιου έθνους;  Πού είναι το έθνος; Στις φυλακές; Στη μακρόνησο; Στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς; Στην εκκλησία της ενορίας; Στην ελλάδα το έθνος είναι παντού και πουθενά. Στην ελλάδα έθνος είναι το κράτος. Κι ο αντικρατικά σκεπτόμενος χρίεται αυτομάτως αντεθνικά σκεπτόμενος.

Στην αναπαράσταση, πρώτη ταινία του αγγελόπουλου, ταινία-κλειδί για την κατανόηση ολόκληρου του έργου του, η αναπαράσταση ενός φόνου καθίσταται αδύνατη,γιατί ανάμεσα στο γεγονός και την αναπαράσταση του εγκαθίσταται η ομίχλη που δημιουργεί το δαιμονικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης δυο ουσιαστικά αθώων δολοφόνων, που προσπαθούν να επιβιώσουν σε πείσμα του δολοφονικού τοπίου, που αυτό έκανε στην ουσία το φόνο.

Στον μεγαλέξαντρο, την πιο σύνθετη και την πιο δύσκολη ταινία του αγγελόπουλου, η ομίχλη δημιουργείται απ’ το σμίξιμο του θρύλου με την ιστορία. Ξέρουμε πως στην ελλάδα, ο μύθος προτείνεται σταθερά σαν ιστορία και η ιστορία είναι μυθοποιημένη στο έπακρο. Τούτη τη φοβερή ισορροπία, που είναι η σταθερή αιτία της ανισορροπίας μας, ο αγγελόπουλος την περιγράφει σ’ αυτό το φίλμ με εναν εντελώς ιδιοφυή τρόπο.

Στο ταξίδι στα κύθηρα, την ομίχλη, τη δημιουργεί η ιδιομορφία της ελληνικής ιστορίας, που ενώ έχει πάντα μια περιφέρεια, δεν έχει ποτέ και ένα κέντρο. Δεν υπάρχει πατρίδα για τους έλληνες, παρά μόνο εκτός ελλάδας. Ο γερο-αντάρτης στο τέλος θα πάρει ξανά το δρόμο της εξορίας, γιατί η πατρίδα του έχει γεμίσει από δοσίλογους, παλιότερους και νεότερους, και δεν έμεινε ούτε μια σπιθαμή γης για τους πατριώτες. Το ελληνικό κέντρο είναι χαμένο στην ομίχλη, όχι για να μην το βρει ο εχθρός, αλλά για να μην το βρει και το κατοικήσει ο έλληνας.

Στο μελισσοκόμο, η ομίχλη βγαίνει απ’ τη μούχλα των σάπιων ονείρων, και κατακλύζει τα πάντα. Ο μελισσοκόμος δεν έχει πια τόπο να σταθεί, κι όταν φτάσει στο τέρμα του ταξιδιού του πεθαίνει, στέλνοντας ένα μήνυμα με το χέρι του μέσα απ’ τη γη, το μόνο βέβαιο και σταθερό σημείο αναφοράς στην ελληνική ιστορία. Το μήνυμα του το συλλαμβάνουν τα παιδιά στην επόμενη ταινία. Τα παιδιά του τοπίου στην ομίχλη είναι τα παιδιά του μελισσοκόμου που πέθανε. Και που τώρα τον ψάχνουν έξω απ’τα σύνορα της ελλάδας, γιατί η ελλάδα βρίσκεται πάντα έξω απ’τα σύνορα της, αυτά που δε θέλησε να περάσει ο μελισσοκόμος μέσα στη σωτήρια αλλά θανατερή φυγή του απ’τις συμβάσεις μιας κοινωνίας που δε γνωρίζει άλλον τρόπο να υπάρχει εκτός από τη συμβατικότητα, αυτήν που προέκτεινε μέσα στην κοινωνική ζωή η συμβατικότητα της ελληνικής ιστορίας.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η συμμορία συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις Μοιάζει υβριστική η λέξη συμμορία? Μα είναι εντελώς κινηματογραφικό.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΕΡΙΦΗ...


Η συμμορία συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις
Μοιάζει υβριστική η λέξη συμμορία?
Μα είναι εντελώς κινηματογραφικό.

Ο πιστολέρο με τις βρώμικες μπότες, το πούρο να μισοκρέμεται από το στόμα, το καπέλο γερμένο μόρτικα και το πιστόλι να αστράφτει στον ήλιο του καταμεσήμερου.
Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου. 

Έχει αρχίσει να γίνεται σιγουριά στα μυαλά τους πως δεν υπάρχει κανένας σερίφης να τους σταματήσει. Πως οι φτωχομπινέδες κάτοικοι του τρισάθλιου χωριού τρέχουν φοβισμένοι στα σπίτι α να κρυφτούν υποταγμένοι στη καταλήστευση, στις απειλές, στη τρομοκρατία.

Γυρνώντας δε προς την κυβερνητική τρόικα και ρίχνοντας ένα βλέμμα δεν υπάρχει κανείς που να φέρνει έστω κι από μακριά στον Κλιντ...

Ο κλοιός της σκλαβιάς σφίγγει όλο και περισσότερο. Και μιλάμε πλέον για κανονική σκλαβιά. Εκείνο το είδος που ο ανθρωπάκος δεν έχει τη πολυτέλεια να έχει κανένα δικαίωμα εκτός από αυτό που το παραχωρεί το αφεντικό. Καταστάσεις που οι Έλληνες είχαν διαγράψει από τα μυαλά τους (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι που σύντομα θα ακολουθήσουν άσχετα αν αισθάνονται «ανώτεροι» επί του παρόντος).

Μια κοινωνία όπου το αγαθό της εργασίας γίνεται σπάνιο, κι όταν υπάρχει δεν έχει κανόνες, ούτε προστασία από την ασυδοσία, ούτε απολαβές ικανές να καλύψουν βασικές ανάγκες, όταν δεν υπάρχει περιθώριο για όνειρα, σχέδια, για μια ελπίδα για το αύριο, αυτή η κοινωνία τελεί υπό καθεστώς σκλαβιάς.

Κι όταν ένα κράτος όπου οι εκλεγμένοι κυβερνήτες του δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να αποφασίζουν για τις τύχες τους λαού τους αλλά βρίσκονται κάτω από εξωτερική εποπτεία δανειστών και τοκογλύφων, αυτό το κράτος τελεί υπό καθεστώς ομηρίας.

Είναι πλέον ανόητο να επιμένουμε με μισόλογα.  Είναι ανώφελο να μας εκβιάζουν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος εκβιασμού. Εκβιάζεις κάποιον όταν τον βάζεις να επιλέξει απειλώντας τον πως αν επιλέξει λάθος θα κινδυνέψει.  Δεν είναι η περίπτωσή μας. Δεν μας δίνουν καν τη δυνατότητα να επιλέξουμε να κινδυνεύουμε. Δεν μας αφήνουν το περιθώριο να διαλέξουμε με ποιο τρόπο θέλουμε να καταστραφούμε.

Δεν μας οδηγούν στην ελεγχόμενη χρεοκοπία. Μας οδηγούν στην ελεγχόμενη επιλεκτική εξαθλίωση.  Επιλεκτική για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που δεν υπάρχει στους λογαριασμούς τους.

Ο κοινωνικός ιστός δεν θα διαλυθεί, θα μετατραπεί σε κάτι πρωτόγονο.
Οι κυρίες των βορείων προαστίων αγνοούν πως μόλις τα τελευταία χρόνια λόγω καλής συμπεριφοράς τους είχαν αρχίσει να πίνουν το καφεδάκι τους χωρίς κάτουρα....

Οι κύριοι με τη παραφουσκωμένη κοιλιά αγνοούν πως μόλις τα τελευταία χρόνια έτρωγαν κανονικό φιλετάκι κι όχι φτυσμένο....

Όσο τα κάγκελα στις ζωές των ανθρώπων υψώνονται τόσο θα αρχίσει μια αγριότητα πρωτόγνωρη να διαχέεται παντού. Σε κάθε έκφραση της κοινωνικής ζωής.   Η σκλαβιά γεννάει μίσος, εκδίκηση, απειλητικά απωθημένα που μπορούν να ξεσπάνε σε οποιαδήποτε μορφή. Επιλογή ακραίων πολιτικών, εξάπλωση της εγκληματικότητας,  εξάλειψη κάθε συναισθήματος συμπόνιας για τον πλησίον, αγώνας για την επιβίωση του πιο άγριου ζώου, στυγνότητα...

Η πρώτη φάση της εξαθλίωσης καταντάει όλους τους ανθρώπους εν δυνάμει εχθρούς.  Μια απειλή ο ένας για τον άλλον. Ποιος θα βουτήξει τη θέση, ποιος θα βουτήξει το ψωμί, ποιος θα υπερασπίσει τη φωλιά του.  Τα όρια του που είναι διατεθειμένος ο καθένας να φτάσει γίνονται πολύ χαλαρά.  Δεν υπάρχει ανηθικότητα που να μην γίνεται προσιτή.

Αυτή η κατάντια είναι το αποτέλεσμα , (εκτός από την επέλαση των συμμοριών),  της ανεπάρκειας των υγιών πολιτικών φορέων να δράσουν, να οργανωθούν και να προλάβουν το κατρακύλισμα. Η ανεπάρκεια των προοδευτικών δυνάμεων να συσπειρώσουν τους υγιείς ακόμα πολίτες σε ένα κοινό μέτωπο δράσης για να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους και το δημοκρατικό τους πολίτευμα.  

Ενας σάπιος συνδικαλισμός που έχει διαλύσει ηθικά και πρακτικά την δυνατότητα των εργαζομένων να διεκδικούν , μια απρόθυμη αριστερά να ξεπεράσει τα όρια του φρόνιμου κοινοβουλευτισμού της η οποία συνεχίζει να αναλώνεται σε εσωτερικούς καυγάδες  με μια απαράδεκτη  τυφλότητα για την αναγκαιότητα να ξεπεράσει τον εαυτό της για να εμποδίσει το έγκλημα που διαπράττεται εδώ και τώρα  , μια σαστισμένη λαϊκή δεξιά που τείνει όλο και περισσότερο να αναζητά στέγη σε «επικίνδυνα» μονοπάτια αηδιασμένη από το ξεπούλημα και των δικών της ινδαλμάτων.

Η ελληνική κοινωνία αυτή τη στιγμή μοιάζει να μην κάνει απολύτως τίποτα. Όμως σαπίζει από τη ρίζα της. Όλο το κατασκεύασμα καταρρέει. Και θα παρασύρει ότι υπάρχει από πάνω. Εδώ δεν είμαστε Γαλλία ούτε Ιταλία ούτε Γερμανία.  Αυτή η σιωπή είναι χειρότερη από κάθε ανούσια οχλαγωγία στα πεζοδρόμια. Γιατί αυτή τη στιγμή δεν ανασυντάσσονται πολιτικές δυνάμεις για μια επερχόμενη μάχη, ανασυντάσσονται μόνοι τους οι πολίτες, ο καθένας μετρώντας με δικά του μέτρα και σταθμά τις επόμενες κινήσεις.

Κι αυτή η άγνοια για το που θα κλίνει το επερχόμενο ντου να σας πω την αλήθεια με φοβίζει.
Σύντομα θα φτάσει στη πόλη μας κάποιος σερίφης. Είναι σίγουρο. Είναι το απαραίτητο κομμάτι του έργου για να φτάσει στη κορύφωση και την ολοκλήρωσή της  η τραγωδία. Απλά αναρωτιέμαι ποιος θα είναι.

Ξέρετε, η σιωπή ενός λαού δεν σημαίνει πάντα αδυναμία να κατανοήσει ή να αποφασίσει. Πολλές φορές στη μεγάλη σιωπή υπάρχει ήδη η απόφαση για την επόμενη μέρα. Από εκεί άλλωστε κρίνεται και η διορατικότητα των δυνάμεων που επιδρούν στην κοινωνία αν έπιασαν τα νοήματα των καιρών και αν κατόρθωσαν να αφουγκρασθούν αυτό που η κοινωνία ψιθύριζε. Δεν ξέρω ποιος έχει αφουγκραστεί αυτούς τους ψιθύρους αλλά μάλλον ξέρω ποιος όπως πάντα δεν έχει καταλάβει μία τι γίνεται. ..

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ


             Ειδήσεις που με δραματικούς τόνους επαναλαμβάνονται στα δελτία των οκτώ:   Η Γερμανία θέλει η Ελλάδα να εκχωρήσει την κυριαρχία της στη δημοσιονομική της πολιτική σε έναν Ευρωπαίο επίτροπο, σύμφωνα με έγγραφο που αποκαλύπτουν  οι Financial Times, η τρόικα απαιτεί μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα και περικοπές στις επικουρικές συντάξεις, σκληρές οι διαπραγματεύσεις για το PSI  κλπ. Μας βομβαρδίζουν οι ειδήσεις των  οκτώ, και όχι μόνο, με τις  απαιτήσεις, κριτικές, εκβιασμούς των ευρωπαϊκών εταίρων μας κι εμείς άφωνοι τα παρακολουθούμε.
              Ο ευρωπαϊκός δρόμος μας εκβάλλει πια  μόνο στις ατραπούς της απόλυτης φτώχειας.  Το ντόπιο  κυβερνητικό οικοδόμημα με τις προσπάθειες  ανακαίνισής του προ τριμήνου προσπαθεί ακόμα να υφαρπάξει την λαϊκή συναίνεση για την εξαθλίωσή μας ενώ οι αναλώσιμοι πολιτικοί μας προσπαθούν να αποποιηθούν τις ευθύνες τους με τη δικαιολογία της άγνοιάς τους για το περιεχόμενο του πρώτου μνημονίου που δεν διάβασαν είτε κάνουν ανούσιες προτάσεις σε παροπλισμένους ευρωπαίους πολιτικούς είτε προβάλλουν τις εκλογές σαν τη λυτρωτική διέξοδο κλπ.
            Η ίδια η  κοινωνία έχει μπει σε φάση αρρυθμίας, χρεοκοπίας και ακυβερνησίας, ενώ η πλειοψηφία του λαού  νιώθει πως δεν υπάρχει πολιτική προοπτική. Το κοινωνικό και πολιτικό  οικοδόμημα έφτασε σε αδιέξοδα τα οποία, όπως διαμορφώθηκαν  από τα ψευδώνυμα εκβιαστικά  διλήμματα τόσο της κυβέρνησης Παπανδρέου, όσο και του Παπαδήμου, δεν μπορούν πλέον να τα αποτρέψουν οι κομματικές αστικές εκπροσωπήσεις.
           Έφτασε πια ο καιρός  να απεγκλωβιστούμε από διλήμματα και εκβιασμούς που δυο χρόνια τώρα  μας αδρανοποιούν. Να πάψουμε να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημά μας θα λυθεί πίσω από κλειστές πόρτες με  ευρωπαίους γραφειοκράτες, ντόπιους ματαιόδοξους πολιτικούς  και δοτούς πρωθυπουργούς.
           Έφτασε πια ο καιρός  να πάψουμε να δίνουμε την εικόνα μιας κατακερματισμένης κοινωνίας που δεν κατέχεται από  καμιά ιδεολογία, έχοντας απαξιωθεί  στη συνείδηση των περισσότερων μας όλες, αλλά μόνο  είναι  εγκλωβισμένη στην κυρίαρχη ιδεολογία που αναπαράγει τις αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές.
            Έφτασε πια ο καιρός να συνειδητοποιήσουμε πως  ολοένα και επιταχύνονται  η πολιτική σύγκρουση και οι ταξικές αντιπαραθέσεις,  περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή
            Έφτασε πια ο καιρός  να σταματήσουμε να θεωρούμε αιτία των δεινών μας τους ξένους και να δούμε την ταξική διάσταση της πολιτικής που ασκείται σε όλη την Ευρώπη. Η εκχώρηση της δημοσιονομικής κυριαρχίας της χώρας  μας  σε ένα ευρωπαϊκό κλιμάκιο δεν είναι εθνική υπόθεση, αλλά καθαρά ταξική. Εμείς απλώς προηγούμαστε των άλλων ευρωπαϊκών λαών, ίσως γιατί πληρούσαμε τους όρους για να λειτουργήσουμε σαν ομάδα πειραματισμού (με τις υπόλοιπες χώρες του νότου σε ρόλο ομάδας ελέγχου)
            Έφτασε πια ο καιρός να  απαιτήσουμε να  πάψουν  να χρησιμοποιούνται από τις πολιτικές μας  ηγεσίες οι όροι  λαός και εργαζόμενοι  που η χρήση τους συγκαλύπτει τις πραγματικές ταξικές αντιθέσεις. Αν δεν κατανοήσουμε την ταξική διάσταση όλης αυτής της πολιτικής ο κίνδυνος  να οδηγηθούμε με τη συναίνεσή μας σε αυταρχικές λύσεις είναι ορατός.
          Έφτασε πια  ο καιρός ν’ αποφασίσουμε  αν θέλουμε  να  υπηρετήσουμε την προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας και γι’ αυτό  θα πρέπει να μετασχηματιστούμε πρώτα οι ίδιοι,  αρνούμενοι  την εικόνα που φιλοτέχνησε για μας το σύστημα  – αναρριχώμενοι μικροαστοί που διαψεύδονται, μόνο προς το παρόν,  οι προσδοκίες τους και γι΄ αυτό πρέπει να κάνουμε υπομονή
       Έφτασε πια  ο καιρός να αποφανθούμε αν ο κομμουνισμός αποτελεί την απελευθερωτική  προοπτική για τους εργαζόμενους ή εξάντλησε την επαναστατική  του ενέργεια, αν η εργατική τάξη μπορεί να αποτελέσει στον τόπο μας και στον κόσμο ολόκληρο τον αποφασιστικό και αναντικατάστατο αντίπαλο του κεφαλαίου και αν οι μικροαστοί θα συμμαχήσουν μαζί της ή θα περιμένουν να δουν που θα γύρει η πλάστιγγα.
           Έφτασε πια ο καιρός να διαλέξουμε αν το ΚΚΕ, σαν το κόμμα της εργατικής τάξης, που  με την επιμονή του, και  σε καιρούς θριάμβου του καπιταλισμού, διατήρησε  σταθερές  τις ιδεολογικές του καταβολές  θα εμπεδώσει  την ηγεμονία του στις γραμμές των εργαζομένων. Η αν θ’ αναζητούμε μια πλουραλιστική συμμαχία κομμουνιστών, σοσιαλιστών  κοινωνικών κινημάτων, πατριωτών κλπ. στη βάση ενός προγράμματος που θα αποδέχεται τη διατήρηση του συστήματος με κάποιες προσπάθειες βελτίωσής του, ελπίζοντας πως θα διακινδυνεύσουμε έτσι λιγότερο.
        Έφτασε πια ο καιρός  ν’ αποφασίσουμε  αν ο αντικαπιταλιστικός αγώνας έχει νόημα ή αν αποδεχόμαστε  πως η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι αιώνια και το μόνο που μπορούμε και αξίζει να κάνουμε είναι ….κουράγιο
       Έφτασε ο καιρός που θα πάρουμε θέση.
       Η σύγκρουση, είτε οργανωμένη είτε, πολύ περισσότερο,  αποσπασματική κι ανοργάνωτη,  είναι θέμα χρόνου να ξεσπάσει
      Ο χρόνος μας τελειώνει

Η γενιά της καταναλωτικής επανάστασης και της Kαπιταλιστικής εκπόρνευσης.

..


Από τον  Αλέξανδρο Πιστοφίδη

Ένα φιλμ έγινε η αφορμή για να δει η πολωνική κοινωνία πως μια ολόκληρη γενιά οδηγείται αθόρυβα αλλά σταθερά προν την πορνεία, όχι από ανάγκη επιβίωσης αλλά για να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία της. Μια τριαντάχρονη σκηνοθέτις, η Katarzyna Roslaniec, περιγράφει με ρεαλιστικό τρόπο ένα κοινωνικό φαινόμενο στην Πολωνία (και όχι μόνο), που πήρε τα χαρακτηριστικά μαζικής νεανικής μόδας. Νεαρές μαθήτριες και φοιτήτριες συνωστίζονται έξω από τα Mall ή στις καφετέριές τους, περιμένοντας τον «Sponsor-χορηγό», που θα του δοθούν με αντάλλαγμα την αγορά ενός κινητού, ενός κοσμήματος ή ακόμα κι ενεός φτηνού t-shirts. H ανταλλαγή του σώματος έναντι ενός αξεσουάρ της ματαιοδοξίας, λέγεται τώρα Sponsoring-χορηγία. Οι επαφές άρχισαν ήδη να γίνονται μέσα από το διαδίκτυο. Υπάρχουν δεκάδες ιστοσελίδες όπου νεαρές πολωνίδες αλά και αγόρια αναζητούν ματσωμένους ή ματσωμένες «χορηγούς».

Σίγουρα, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά πολωνικό. Δημιουργήσαμε μια γενιά νάρκισσων-καταναλωτών αξεσουάρ ματαιοδοξίας και όχι καταναλωτών γνώσης. Ευθύνη φέρουν όλοι εκείνοι οι δήθεν μοντερνιστές-πρώην αριστεροί «διανοούμενοι»- που σήμερα «βγάζουν το ψωμί τους»(χοντρά) μέσα από...
τη διαφήμιση(εκδότες περιοδικών, δημιουργοί εκπομπών Lifestyle και μηδενιστές πολιτικής και διάδοσης αξιών συλλογικής συνείδησης και ταυτότητας) γνωρίζουν άριστα πως δεν υπάρχει χειρότερη ομάδα καταναλωτών απ’ αυτήν που σκέφτεται κριτικά και βάζει την ένδυση του μυαλού πάνω από την ένδυση του σώματος. Οι άνθρωποι αυτοί απομυθοποίησαν με κυνικό τρόπο όλες τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν οι ίδιοι, ακόμα και ότι τους θύμιζε το επαναστατικό παρελθόν τους, αγνοώντας προφανώς τους κινδύνους που έβλεπε ο Επίκτητος πριν 20 αιώνες περίπου, όταν έγραφε, «συμπεράσματα όπως τα ακόλουθα είναι ασυνάρτητα:
Εγώ είμαι πλουσιότερος από σένα ή έχω καλύτερο άλογο από σένα, επομένως αξίζω περισσότερο, είναι ανόητα. Εσύ ο ίδιος δεν είσαι ούτε περιουσία ούτε άλογο.
Τι είσαι; Η εφαρμογή των ιδεών σου».
Πώς να πείσεις όμως ένα σημερινό παιδί που απ’ το νηπιαγωγείο ήδη του έμαθες να λέει στους συνομίληκούς του «ο μπαμπάς μου έχει μερσεντέζ ο δικός σου τι αμάξι έχει», πως δεν είναι τα υλικά αξεσουάρ πολυτελείας εκείνα που σου προσδίδουν κύρος, αλλά η γνώση, όταν ακόμα και το σχολείο έχει γίνει πασαρέλα επώνυμων ρούχων; Για κάθε γενιά φταίει η προηγούμενη και τη σημερινή φταίει αποκλειστικά η δική μας γενιά που δημιούργησε ατομιστές και φτηνούς νάρκισσους.
Ότι δεν κατόρθωσε ο βιομηχανικός καπιταλισμός δυο αιώνες με τους κατασταλτικούς του μηχανισμούς, φαίνεται να το πετυχαίνει ανώδυνα και πιο αποτελεσματικά μέσα από την καταναλωτική αλλοτρίωση των προλετάριων, από την παδική τους ηλικία, που μπαίνοντας σε ένα Mall ή φορώντας Lacoste ή Timberland, νιώθουν «καπιτάλες».
Οι νέοι που είναι σκυμένοι πάνω από βιβλία σε προθήκες βιβλιοπωλείων λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο και μαζί τους λιγοστεύουμε και φτωχαίνουμε όλοι, ακόμα κι εκείνοι που προσωρινά κερδίζουν. Καμιά κοινωνία δεν επιβίωσε απεμπολώντας τις αρχέγονες αξίες της, ανταλλάσσοντάς τες με καθρεφτάκια.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ


Ο Άκης υποβρύχιο, ο Κίμων στο τιμόνι, μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι.

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ, ποιος γνωστός άγνωστος έβρισε και έστειλε στο νοσοκομείο μπάτσο φορώντας, αντί για κουκούλα, μόνο αϊλάινερ;

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ, ποιος θεωρητικός τροτσκιστής θα σκεφτότανε ότι ένα Κουλούρη θα ξεφτίλιζε 4 μπάτσους που βαράνε κόσμο για να βγάλουν το ψωμί τους;

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ, νέα μορφή επανάστασης ξεκίνησε, μαλλί βαμμένο, μάτι βαμμένο, αυτοκίνητο Μερσεντέ και πάνω πλυμένο, τζάμι βαμμένο, σ’ έναν μήνα μάς κάνει και μια εκπομπή ο Σταύρος Θεοδωράκης και είμαστε έτοιμοι επαναστάτες, με τη σφραγίδα του ειδικού.

Όλοι θέλουμε να πατήσουμε μπάτσους με Μερσεντές, και κυρίως με μπινελίκια, να τον βρίζεις και να σου λέει «σας παρακαλώ, ηρεμήστε», τι να ηρεμήσω, ρε, που το πούρο μου είναι ο μισθός σου;

Είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ. 17 Νοεμβρίου πίνουμε εσπρέσο στο Κολωνάκι, πηδάμε μια συντρόφισσα στο Περιστέρι, τρώμε ψάρι στο Πέραμα, παίρνουμε τα παιδιά απ’ το σχολείο στο Χαλάνδρι, κάνουμε ιππασία στο Τατόι, ρίχνουμε δυο μπίλιες στην Πάρνηθα, πηγαίνουμε μπουζούκια στην Εθνική, τρώμε πατσά στην Αγορά, παίρνουμε εφημερίδες στην Ομόνοια και πάμε για ύπνο στην Πεντέλη, η πόλη είναι δικιά μας, κωλοαμερικάνοι.

Παλιά περνάγαμε μια βολτίτσα απ’ την παλιά μας γειτονιά τις Κυριακές για ψηφαλάκια και καφέ τζάμπα, τώρα μπορεί να πέσει και εξω-θεσμικό γιαούρτι… Χάσαμε τις ρίζες μας, καταλάβατε;

Όσοι ποθείτε αυτήν τη ζωή, είστε ΠΑΣΟΚ και το ξέρετε. Οι άλλοι είστε, αλλά δεν το ξέρετε.

ΥΓ.: Αν σας αγχώνει που είστε ΠΑΣΟΚ, υπάρχει η ΔιάΡροια.

Χριστόφορος Ζαραλίκος, του Σάκη και της Σταυρούλας (από "το Ποντίκι").

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ο φόβος, έχει ήδη αρχίζει να μετακομίζει στο απέναντι στρατόπεδο.

Σύντομα ο φόβος θα αλλάξει στρατόπεδο...


Να γράψω για τους Υπουργούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν?

Να γράψω για την απόλυτη ανικανότητα όλου του πολιτικού σκηνικού να δείξει μία έστω μία στάλα γνώσης, λογικής και αξιοπρέπειας?

Για τους ανθρώπους που πέσαν σαν τα σπουργιτάκια να αρπάξουν λαχανικά και πατάτες στο Σύνταγμα?

Για τους φίλους μου που ντρέπονται να ζητάνε πια δανεικά κι εξαφανίστηκαν για να κρύψουν κάπου περήφανα τη δυστυχία τους? (σύντομα μπορεί να είμαι κι εγώ και τα παιδιά μου στη θέση τους....)

Για τη σειρά από χέρια που περιμένουν κάθε μέρα μπροστά στο μετρό (κυρίως γεροντάκια) για να μαζέψουν χαρτζιλίκι?

Για τις οικογένειες στη γειτονιά που δεν έχουν ούτε φαΐ για τα παιδιά τους και κάνουμε όλοι έρανο?

Να γράψω για όλους τους ηλίθιους, χοντρόπετσους, φαφλατάδες, βολεμένους στη σκατοζωούλα τους που τα παραπάνω θα τα θεωρήσουν λαϊκισμούς και φτηνιάρικες κλαψούρες?

Να γράψω για τους μεγάλους που χάνονται ένας ένας και δεν μπορούν να αντικατασταθούν γιατί στη χώρα αυτή πια απαγορεύεται ότι είναι σπουδαίο, δημιουργικό, χρήσιμο, όμορφο?

Γιατί στη χώρα αυτή υπάρχει μόνο μια σύγχιση μέσα στην απόλυτη απατεωνιά και ξεφτίλα?

Να γράψω για όλους μας που η επανάστασή μας και η αντίδρασή μας σε όλο αυτό το θέατρο γελοιότητας ξεκινάει από ένα αι σιχτίρ ,  σε μια πορεία όπου μοιάζουμε περισσότερο με ζόμπι παρά με επαναστάτες και καταλήγει σε κείμενα βρισίδι στο διαδίκτυο?

Δεν  υπάρχει τίποτα να γράψουμε που να μην κινδυνεύει να καταντήσει γραφικό τώρα πια. 

Η μόνη ελπίδα που αρχίζω και δημιουργώ είναι μια μυρουδιά στην ατμόσφαιρα καινούργια. Δεν φαίνεται. Διασκορπίζεται σιγά σιγά.  Είναι σαν μια υποψία θύελλας ακόμα  που κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί όταν ξεσπάσει.

Επειδή όμως το δούλεμα πλέον έχει πάρει διαστάσεις πολύ μεγάλες, το θράσος δεν περιορίζεται από τίποτα και κανέναν,  η φτώχεια  των ήδη αδύναμων εξαπλώνεται πολύ πιο γρήγορα από ότι μερικοί φανταζόντουσαν , η ατιμωρησία των ενόχων  εξασφαλίζεται με κάθε ξεδιάντροπο τρόπο,  η συνέχιση της καλοπέρασης των παχύδερμων συνεχίζεται ανενόχλητα επίσης με ξεδιάντροπο τρόπο,  κι ο εκβιασμός στις ζωές των παιδιών, των αδύναμων, των δυστυχισμένων, των θυμάτων της ασυδοσίας είναι πολύ στυγνός...

Δεν θα πάει μακριά η βαλίτσα..  Ήδη βαριανασαίνουν οι μνημονιακοί νεροκουβαλητές... Ήδη μερικοί προσπαθούν να σώσουν τα άσωστα μήπως και ξεφύγουν από το μεγάλο ξέσπασμα της οργής.

Όσο κι αν δεν φαίνεται ακόμα, ο φόβος, έχει ήδη αρχίζει να μετακομίζει στο απέναντι στρατόπεδο. 

Ακόμα και με την υποψία αρχίζουν και κάνουν σπασμωδικές κινήσεις, χωρίς κανένα νόημα, δεν ξέρουν πλέον πως να βρουν μια χρυσή τομή και να κοροϊδεύουν τον πελάτη σ' αυτό που του πουλάνε και να μην τις φάνε όταν αυτός ανοίξει το πακέτο στο σπίτι και δει την απάτη

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

ο δικος μου κοσμος

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΑΡΠΑΞΟΥΝ. Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΑΣ ΒΡΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ.


Δεν έχω όρεξη να γράφω αυτές τις μέρες γιατί νοιώθω μια ανάγκη να κοιτάζω αυτό το αίσχος που συμβαίνει γύρω μας χωρίς να βουτάω μέσα.

 Το πρόβλημα με τον περισσότερο κόσμο είναι πως αφέθηκαν να ζουν ολοκληρωτικά στον κόσμο που τους υπέδειξαν. Δεν αναρωτήθηκαν ποτέ αν υπάρχει η δυνατότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι, ο καθένας μας να δημιουργήσει τον δικό του κόσμο μέσα στον προκαθορισμένο.  Κι ο κόσμος αυτός μπορεί να έχει τις δικές του αξίες, τα δικά του χρονοδιαγράμματα, τις δικές του προτεραιότητες. Εκεί οι νόμοι μπορούν να είναι άλλοι για το τι είναι αναγκαίο και τι όχι. Για το τι είναι ζωτικής σημασίας και το τι είναι ευτελές.  Πέρα από όλους και όλα υπάρχει μια δυνατότητα προσωπικής ελευθερίας που δεν υπάρχουν ανθρώπινα δεσμά ικανά να την περιορίσουν εκτός κι αν το επιτρέψουμε εμείς.

Το χρήμα, οι καθημερινές ανάγκες, η αγωνία της επιβίωσης, το φαί, το σπίτι, τα ρούχα, τα κάθε είδους αγαθά είναι ένα ασταμάτητο τρέξιμο, μια συνεχής αγωνία που όταν τα πράγματα ζορίζονται όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, μετατρέπονται σε εφιάλτη. Σε έναν εφιάλτη που ροκανίζει σιγά σιγά και ύπουλα όλη την ενέργεια ενός ανθρώπου μέχρι που τον αφήνει ένα ζαρωμένο κουφάρι να σέρνεται. Αυτή τη στιγμή αυτό που επιχειρείται γύρω μας δεν είναι απλά η υποδούλωση εκατομυρίων ανθρώπων σε απάνθρωπες πολιτικές και μελλοντικά σενάρια παγκόσμιας υποταγής, αυτό που πάνω από όλα προσπαθούν να κάνουν είναι να αποκτήσει την πεποίθηση κάθε άνθρωπος ΠΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΟΥΤΕ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ.

Δεν είναι όμως έτσι. Σήμερα που όλα μοιάζουν να περιορίζονται σε ένα ψυχρό πόλεμο για επιβίωση, τώρα  περισσότερο από κάθε άλλη φορά υπάρχει ανάγκη να τιθασεύσουμε όλους αυτούς τους φόβους που εξαπολύουν επάνω μας, να περιφρονήσουμε τις απειλές και τους εκβιασμούς, να μην παραδοθούμε στη  κάθε μορφή βαρβαρότητας που πλασσάρουν μπροστά στα μάτια μας σαν λύση.  

Υπάρχει μια ψεύτικη αντίληψη πως η εναλλακτική προσέγγιση της ζωής, η εσωτερική σοφία, η απόδραση από τον απατηλό κόσμο που είναι στρωμένος γύρο μας είναι μια πολυτέλεια για αρχόσχολους φιλόσοφους και  εύπορους που ψάχνουν για ένα χόμπι. Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη πως η  απαντηση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα είναι κάτι το πολύπλοκο και δυσνόητο για τον απλό άνθρωπο. Η μεγαλύτερη πλάνη είναι αυτό. Οι απαντήσεις στα μεγαλύτερα ερωτήματα της ύπαρξής μας είναι μέσα μας.  Ντυμένα με μια απλότητα, κατανοητά ακόμα κι από το πιο μικρό πλασματάκι. Μέσα σ΄αυτήν την απλότητα κρύβεται όλη η ομορφιά, η ζεστασιά αυτού του κόσμου.

Στις πιο σκοτεινές εποχές της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος κατόρθωνε ακόμα να πιστεύει σε κάτι, να γοητεύεται από κάτι, να μαγεύεται, να αναζητά τη λύση στα μυστήρια της ζωής του, να μετράει τα άστρα, να αγαπάει με πάθος, να πολεμάει για κάποιο ιδανικό. Αναρωτηθηκατε ποτέ γιατί ο σημερινός κόσμος αποζητά χαρισματικούς ηγέτες και δεν βρίσκει? Γιατί δεν γεννιούνται ήρωες? Γιατί θεωρείται ανούσια η έννοια της θυσίας?  Γιατί εξευτελίζεται η έννοια κάθε πίστης? Γιατί υπάρχει τόση μεγάλη πρεμούρα να γελοιοποιείται, να γίνεται γραφικό κάθε τι που ξεφεύγει από τη ψυχρή λογική,  κάθε τι που γεννιέται με συναίσθημα και φαντασία? Γιατί ακόμα κι ο πνευματικός κόσμος στην ουσία δεν μιλάει για πνευματικότητα? Γιατί ακόμα και οι επιστήμες , οι έρευνες μοιάζουν με ψυχρές παραγγελιοληψίες που εξυπηρετούν απρόσωπους χρηματοδότες?

Λέμε συχνά, πως γυρίζουμε σε ένα νέο Μεσαίωνα. Σιγά μη γυρίζουμε στο Μεσαίωνα, σιγά μην ετοιμάζεται η αναγέννηση μετά, ο διαφωτισμός. Στο τίποτα γυρίζουμε. Σε ένα απόλυτο τίποτα. Ενα κόσμο φτιαγμένο από μηχανές και μηχανικούς ανθρώπους.

Οταν όλα σε απειλούν, όταν υπάρχουν οι πιο σκοτεινές και δύσκολες ώρες η μόνη διέξοδος είναι κάποιος να φρενάρει και να δει όλα τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του και όλα όσα συνέβησαν γύρω του , να κατανοήσει τα δικά του λάθη και τις παγίδες που στήθηκαν γύρω του και να αποφασίσει τι πραγματικά έχει αξία γι΄αυτόν, για ποιο σκοπό θέλει να παλαίψει, για ποιο λόγο υπάρχει.  Ζωή δεν είναι όλο αυτό το τσίρκο που έχουν φτιάξει γύρω μας. Ζωή δεν είναι ένας συνεχής εκβιασμός, μια απειλή, ένα σύνολο από φόβους . Ζωή δεν είναι τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, οι οθόνες των τζογαδόρων , η ηλίθια αντιγραφή γελοίων  προτύπων που πλασσάρονται από γελοίους ανθρώπους, η αρρωστημένη κατανάλωση κάθε αηδίας, η συνεχής αγωνία για χρήμα, χρήμα, χρήμα.

Ναι ξέρω υπάρχει η άμεση αντίδραση. Κι όταν ο κώλος σου καίγεται , άνεργος, άφραγκος, πεινασμένος, δεν μπορείς να θρέψεις τα παιδιά, δεν μπορείς να βγάλεις την επόμενη μέρα, θα καθίσεις να φιλοσοφείς?

Κι απαντώ . Και τι στ΄αλήθεια θα κάνεις? Θα κλαίγεσαι συνέχεια? Θα οδηγηθείς εκτός από τη φτώχεια και στην αυτοκτονία ή τη τρέλλα? Θα βρίζεις άσκοπα? Θα πλακωθείς με τους συνανθρώπους για να ξεσπάσεις την οργή σου? Θα παρασυρθείς από οποιονδήποτε πονηρό εκμεταλλευτεί τη απελπισία σου? Θα σκύψεις το κεφάλι και θα αποδεχτείς τα ψίχουλα που σου προσφέρουν για ζωή?
Μήπως κάποια στιγμή πρέπει και να αντέξεις να πεινάσεις? Μήπως κάποια στιγμή πρέπει να αντέξεις το γεγονός ότι έχασες όλα τα μπιχλιμπίδια και να βρεις την ευκαιρία να δεις επί τέλους πόσο πολύ εξαρτημένη ήταν η ζωή σου από όλα αυτά? Μήπως να συνειδητοποιήσεις πριν από την όποια εξέγερσή σου, αντίστασή σου, ή απλά επόμενη ψήφο σου, πως η μεγάλη πληγή ήταν αυτή η εξάρτησή σου. Ο μηχανισμός που κατόρθωσαν να σε καταντήσουν δούλο ήταν ακριβώς αυτή η εξάρτησή σου. Η κενότητά σου. Η επιφανειακή οπτική της ζωής. Η πνευματική αμορφωσιά. Η  μηδενική αναζήτηση της πραγματικής ουσίας της ζωής.  Μια μαριονέττα που μπορεί να τη σέρνει ο καθένας όπου θέλει και να την απειλεί με όποιο τρόπο θέλει.

Το ίδιο έμαθες και τα παιδιά σου να είναι. Εξαρτημένα και απροετοίμαστα. Υπερφίαλα όπως εσύ.  Με ευτελή όνειρα και επιθυμίες.  Με μια συνεχή ροπή στο να αγαπάς άρρωστα και γελοία πράγματα. Με μια συνεχή ενασχόληση με σκουπίδια .  Αγάπη, σεβασμός, αξιοπρέπεια, καλωσύνη, αγάπη για τη φύση και τον άνθρωπο, έρωτας, όνειρα,  πίστη, ιδανικά, αναζήτηση της αλήθειας, αναζήτηση για τις αιτίες της ύπαρξης, ο σκοπός που είσαι εδώ, ο σκοπός που όλα είναι εδώ, μετατράπηκαν σε προϊόντα που μπορούν να τα κατέχουν λίγοι να τα μετατρέπουν όπως θέλουν και να τα πλασσάρουν όπως θέλουν κι εσύ να είσαι απλά ο αγοραστή των μεταλλαγμένων αξιών όποτε και αν σου δώσουν τη δυνατότητα.

Αυτή είναι η αληθινή φτώχεια.  Η ανικανότητα ελεύθερης επιλογής. Αυτή η ανικανότητα νομίζεις πως θα λυθεί αν ρίξεις κάτω μια οποιαδήποτε κυβέρνηση  και φέρεις μια άλλη? Αυτή η υποδούλωσή σου νομίζεις ότι θα λήξει με το να αλλάξεις διαχειριστές στη ζωή σου? Το πρόβλημά σου είναι ποιος διαχειρίζεται τη ζωή σου ή το γεγονός ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ τη διαχειρίζεται ερήμην σου....
Πρέπει να αντέξουνε και τη φτώχεια, και τη πείνα, και όλα τα δεινά που έρχονται. Να πολεμήσουμε με κάθε τρόπο με το κεφάλι ψηλά. Αυτό που δεν πρέπει να αντέχουμε πλέον είναι η τυφλότητά μας και η  άγνοιά μας για τις μεγάλες αλήθειες της ζωής.

Ερχεται στο μυαλό μου μια φράση που είχε πει ο Αινσταιν...

Αραγε το φεγγάρι είναι στη θέση του όταν δεν το κοιτάζει κανείς?

Ασχετα για ποιο λόγο είχε ειπωθεί αυτή η φράση μου δίνεται μια καλή ευκαιρία να σε ρωτήσω κι εγώ.
Αραγε αυτοί θα συνεχίσουν να υπάρχουν αν δεν τους κοιτάξει κανένας πια?

Εγώ έχω εδώ και πολύ καιρό φτιάξει ένα κόσμο μέσα σ΄αυτόν που μου πλασσάρουν. Κι όχι δεν είναι φτιαγμένος ούτε από χόμπυ, ούτε γιατί  βαριόμουν και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω από το να φιλοσοφώ. Ας  πούμε πως ήμουν από εκείνους τους τυχερούς που φτώχυναν πριν έρθει η μεγάλη φτώχεια.  Υπάρχουν πολλοί που έχουν μάθει να περπατάνε ξυπόλητοι πριν τους πάρει κάποιος τα παπούτσια. Πιστέψτε με υπάρχουν πολλοί.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Η τοκογλυφία και οι τράπεζες στην αρχαία Ελλάδα


Η κυκλοφορία πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων κατά την αρχαιότητα, οδήγησε στη δημιουργία τραπεζών, των οποίων η δραστηριότητα χρονολογείται περί τον 6ο αιώνα π.Χ.
Οι τράπεζες, ένας από τους βασικούς παράγοντες της ελεύθερης οικονομίας, συχνά τον τελευταίο καιρό απασχολούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Διάφορα συμβάντα, λόγου χάρη συγχωνεύσεις ή αγοραπωλησίες τραπεζών, έχουν αποτέλεσμα τραπεζικά θέματα να βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Προ ημερών, σε σχετική συζήτηση, διαπίστωσα ότι οι συνομιλητές μου ξαφνιάστηκαν όταν έκανα λόγο για τράπεζες και στην αρχαία Ελλάδα και ίσως την ίδια αντίδραση να έχουν και πολλοί από τους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτής. Υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από την αρχαιότητα. Αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, πάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα.
Οι πρώτες ενδείξεις που διαθέτουμε για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ως γνωστόν, ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού ­ ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα ­ εντελώς αναγκαία. Επρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να γνωρίζουν, π.χ., τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Επρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα λιποβαρή.
Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο κιόλας αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ' αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως λόγου χάρη τα ιερά του Απόλλωνος στους Δελφούς και στη Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Ετσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ατόμων. Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Οι «ιερές τράπεζες» για οποιαδήποτε σοβαρή δραστηριότητά τους έπρεπε προηγουμένως να έχουν την έγκριση των αρχών της πόλης στην οποία ανήκαν τα ιερά. Αυτό είχε αποτέλεσμα το χάσιμο πολύτιμου χρόνου, πράγμα που έκανε τους ανυπόμονους καταθέτες και τους απελπισμένους δανειολήπτες να καταφεύγουν στους τραπεζίτες ή σε μεμονωμένα άτομα.
Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια στα οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, συγκαταλέγονταν και άλλες. Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών ­ κυρίως από τις «ιερές τράπεζες» ­, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή. Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.
Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν «φύλακτρα». Επομένως από τη δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.
Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων. Ωστόσο αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «πετύχαινε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν τα συμφερότερα, αφού το επιτόκιό τους ήταν κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών.
Οι τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο. Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι' αυτό οι δανειστές στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες.
Στην αρχαία Αθήνα, για την οποία οι παλαιότερες πληροφορίες σχετικά με τράπεζες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ., το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος», μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει». Και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του. Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια. Ετσι εξηγείται το γιατί οι γνωστοί τραπεζίτες της Αθήνας είναι σχετικά λίγοι και ακόμη το γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ήταν μέτοικοι και είχαν υπαλλήλους δούλους.
Ωστόσο η τιμιότητα και η εντιμότητα των τραπεζιτών ήταν υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως, όπως καθαρά φαίνεται από την ισχύ που είχαν οι μαρτυρίες τους στα δικαστήρια. Ως μέτοικοι στερούνταν, ως γνωστόν, του δικαιώματος να έχουν ακίνητη περιουσία. Επομένως στα δάνεια που έδιναν δεν μπορούσαν να ζητήσουν υποθήκη ακινήτου και αυτό οπωσδήποτε επηρέαζε και τον καθορισμό του ύψους του επιτοκίου στα δάνειά τους. Πολύ γνωστός τραπεζίτης των πρώτων δεκαετιών του 4ου αι. ήταν ο Πασίων, δούλος κι αυτός, στον οποίο τα αφεντικά του, αφού τον απελευθέρωσαν, πούλησαν (ή νοίκιασαν) την τράπεζά τους. Αύξησε τη ρευστότητα των κεφαλαίων της τράπεζας, διεύρυνε τον κύκλο των εργασιών της και εισήγαγε ορισμένες καινοτομίες στο όλο τραπεζικό σύστημα της εποχής. Εξαιτίας των δωρεών του προς το αθηναϊκό κράτος απέκτησε τελικά πολιτικά δικαιώματα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και αυτός, όταν αποσύρθηκε για λόγους υγείας από τη δουλειά, νοίκιασε για λίγα χρόνια την επιχείρησή του στον δούλο του Φορμίωνα, τον οποίο και απελευθέρωσε. Και ο Φορμίων, αφού κατάφερε να ανοίξει δική του τράπεζα, έκανε μια πολύ πετυχημένη καριέρα τραπεζίτη, κερδίζοντας και αυτός τα δικαιώματα του αθηναίου πολίτη.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να μνημονεύσω μια βασική διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες τράπεζες και σ' αυτές της αρχαιότητας, εκτός από τη διαφορά των αρχαίων και των σημερινών τραπεζιτών ως προς την κοινωνική τους θέση.
Οι τράπεζες στις ημέρες μας είναι βασικά πιστωτικά ιδρύματα που στοχεύουν στην ενθάρρυνση παραγωγικών επενδύσεων ενώ στην αρχαία Αθήνα τα χρήματα των τραπεζών δεν κατευθύνονταν σε παραγωγικούς σκοπούς. Οπως επισημαίνουν οι Μ. Μ. Austin - Ρ. Vidal Naquet, «το βασικό γνώρισμα της σύγχρονης τράπεζας απουσίαζε από τις τράπεζες της κλασικής Ελλάδας».
(Από την αθηναϊκή εφημερίδα "Το Βήμα"

Η Τοκογλυφία έγινε ένα πρόβλημα στην αρχαία Ελλάδα λίγο μετά την εισαγωγή των κερμάτων. Πριν από τη διαδεδομένη χρήση των κερμάτων που ο γεωργός θα δανειστεί διάφορα εμπορεύματα θα πάει σε εργοστάσιο καλλιέργειες του και θα επιστρέψει το δάνειο με τη συγκομιδή. Όταν εισήχθησαν κέρματα ο γεωργός αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα για να αγοράσει προμήθειες. Τα προϊόντα που έχουν μεγάλη ζήτηση και υψηλές τιμές στη φύτευση σεζόν. Κατά την περίοδο της συγκομιδής των προϊόντων ήταν άφθονα και σε χαμηλές τιμές. Οι αγρότες δεν θα μπορούσαν να εξοφλήσει τα δάνεια. Έχασαν τις εκμεταλλεύσεις τους και την ιδιοκτησία της γης άρχισε νασυγκεντρώνεται στα χέρια των ελίτ, ή ολιγαρχίας. Οι αγρότες έχουν υποβληθεί σε δουλεία.

Γύρω στο 600 π.Χ., ο Σόλων εισήγαγε την ιδέα Σεισάχθεια, Που σημαίνει αποτίναξη βαρών ή χρεών . Ο Σόλων ακύρωσε τις συμβάσεις του χρέους, επέστρεψε γεωργική γη σε αγρότες, έκρινε ότι η δουλεία δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση των συμβάσεων του χρέους, καθώς και τον καθορισμό ελάχιστων τιμών για τα γεωργικά προϊόντα. Ο Σόλων δεν θέτει όριο για τα επιτόκια, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του φάνηκε να κρατήσει υπό έλεγχο τοκογλυφίας.

Εν τω μεταξύ, στη Ρώμη υπήρχε μια παρόμοια κατάσταση. Δηλαδή τους αγρότες που έπεφταν στα χρέη. Στην Ρώμη καθορίζουν όρια για τα επιτόκια δεν αλλάζουν τους νόμους σχετικά με το χρέος. Απομακρυσμένες επαρχίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν γελοία τοκογλυφία, και η κακή επίδραση του χρέους συχνά οδηγεί περισσότερο ή λιγότερο τον δανειολήπτη ως να γίνει δούλος. Ιούλιος Καίσαρας υιοθέτησε τελικά την νομοθεσία του Σόλωνα, και το 88 π.Χ., τα επιτόκια είχαν καθοριστεί σε κατ 'ανώτατο όριο του 12%, αλλά από τότε η μεσαία τάξη ρωμαϊκή είχε καταστραφεί. Τελικά, ο Ιουστινιανός βάζει ποσοστά που καθορίζονται στο 6% και 8% για το εμπορικά δάνεια.

Ο Αριστοτέλης διατύπωσε αυτό που θεωρείται μια κλασική περίπτωση τοκογλυφίας. Για τον Αριστοτέλη νοείται τοκογλυφία να είναι αμαρτία, διότι ήταν ένα είδος κλοπής. Αριστοτέλης εξήγησε γιατί ήταν επίσης μια αμαρτία ενάντια στη φύση. Χρήμα είναι στείρα και σύμφωνα με το Αριστοτέλειο δεν υπάρχει από τη φύση αλλά από το νόμο. Επειδή τοκογλυφία χρήματα δυνάμεις να αναπαράγονται περισσότερα χρήματα ήταν μια διαστροφή της φυσικής διαδικασίας της αναπαραγωγής, διότι μόνο φυσικόοργανισμοί μπορούν να παράγουν . Αριστοτέλης χρησιμοποιείται η λέξη tokos να καθορίσει τοκογλυφίας, αλλά η λέξη σήμαινε επίσης απογόνους, ή τη γέννηση. Τοκογλυφίασυνδέθηκε με τη σεξουαλική διαστροφή. Αριστοτέλης υποστήριξε ότι τα χρήματα είναι ένα κατάστημα της αξίας. Αποτελεί ένα αγαθό ή υπηρεσία που παράγεται. Χρήματα, και αυτή η ίδια δεν παράγει τίποτα αξίας. Τοκογλυφία επιτρέπει σε κάποιον να αποκτήσει πλούτο όταν δεν εργάζεται αυτό.

Λαμβάνοντας την ιδέα ένα βήμα παραπέρα, η τοκογλύφος δεν μπορεί να έχει νόμιμο δικαίωμα σε κανένα τμήμα της εργασίας του δανειολήπτη, δεν παραδίδει ορισμένομέρος της περιουσίας του τελευταίου προς τον δανειολήπτη ως αποζημίωση για τις υπηρεσίες που λήφθηκαν. Αυτό ήταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι αγρότες στην αρχαία Αθήνα. Οι αγρότες που όλες οι εργασίες για την εργασία τους τομείς, αλλά τηρείται κανένας από τους καρπούς της εργασίας τους. Οι όροι που βρέθηκαν στην αρχαία Αθήνα δεν είναι τόσο διαφορετική από σήμερα. Επιχειρηματίες δίνουν τον αγώνα υπό το βάρος του χρέους, θυσιάζοντας τα κέρδη να πληρώσουν οι τραπεζίτες, αποδυνάμωση των ίδιων των οικογενειών τους για τον εμπλουτισμό τους τραπεζίτες. Εάν ο επαγγελματίας αποτύχει, θα αποτύχει. Αν ο τραπεζίτης αποτύχει, τότε ο επαγγελματίας πρέπει να τρέξει να τον ξεμπλέξει διότι κρατά γη .

Είναι θεμιτό να σκεφτούμε κάτι ενδιαφέρον όπως είναι το κέρδος μόνο όταν αυτό είναι η συμμετοχή στα κέρδη εκείνου που προσφέρει , αλλά όταν δεν υπάρχει καμία συμμετοχή στην παραγωγή, όταν θα χρηματοδοτεί μόνο την τρέχουσα κατανάλωση, είναι πλούτος που δεν εργάζεται, πλουτίζουν τότε διότι δεν προσθέτουν τίποτα χρήσιμο για την κοινωνία. Πράγματι τότε αυτοί που πλουτίζουν από το την εκμετάλλευση της κοινωνίας δεν είναι καλύτεροι από ένα παράσιτο ή μια καρκίνο.

Ο ποιητής Δάντης θα ληφθεί αργότερα ότι η ένωση ένα βήμα παραπέρα, η διάθεση αυτών που έχουν διαπράξει αμαρτίες εις βάρος της φύσης, σοδομιστές, βλάσφημοι, και usurers, στο ίδιο μεταφυσικό επίπεδο - το έβδομο κύκλο της κόλασης.

Θρησκευτικοί ηγέτες είχαν καταγγείλει ήδη τοκογλυφία ως αμαρτία.

Άγιος Θωμάς Ακινάτης ήταν ένας από τους μελετητές εκκλησία γνωστός ως σχολαστικός (1100 -1500 μ.Χ.), που δημιούργησε τη μελέτη των οικονομικών, και κύριομέλημά τους ήταν τοκογλυφία. Άγιος Θωμάς, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης λέγοντας ότι «για να ζήσουν από την τοκογλυφία είναι εξαιρετικά αφύσικο». Ο Άγιος Θωμάς Ακινάτηςυποστήριξε λειτουργία χρήματα είναι η μέτρηση των καρπών της οικονομικής δραστηριότητας - είναι ένα μέσο συναλλαγών. Τα χρήματα είναι ένα μέτρο των πραγμάτων που πωλούνται - είναι ένα κατάστημα της αξίας. Αλλά τα χρήματα, και αυτή η ίδια, δεν δημιουργούν τους καρπούς της οικονομικής δραστηριότητας. Το χρήμα δεν είναι το ίδιο εμπόρευμα που μπορεί να πωληθεί. Ακινάτης ουσιαστικά είπε ότι τα χρήματά σας, από τη στιγμή που τα δαπανάται έχουν εξαντληθεί. Ακινάτης υποστήριξε ότι ήταν ηθικά λάθος για κάποιον να πουλήσει ένα κέικ, χρέωση για το κέικ, και στη συνέχεια χρεώνουν ξανά για το άτομο να φάει πραγματικά το κέικ. Αυτό ήταν διπλή τιμολόγηση ή κλοπής. Ακινάτης υποστήριξε επίσης ότι η τοκογλυφία ήταν μια μέθοδος πώλησης χρόνου - την επιστροφή της τοκογλυφίας, πρέπει να καταβληθεί με την ενέργεια και το χρόνο του δανειολήπτη. Αλλά ο χρόνος ανήκε μόνο στο Θεό, έτσι δεν ήταν μόνο τοκογλυφία ένα είδος κλοπής.

Δανεισμός σε τόκους για την εγγυημένη απόδοση, που δεν υπάρχει κίνδυνος και δεν εργάζονται την αμαρτία, αλλά αυτό, συμφωνήθηκε επίσης ότι αν ο δανειστής κοινού στα κέρδη και τον κίνδυνο, το δάνειο ήταν νόμιμο. Αυτό ήταν η ιδέα μιας κοινής επιχείρησης, η οποία εξακολουθεί να είναι αποδεκτή σήμερα σε ισλαμική τραπεζική. Εμπόριο, με τους κινδύνους και τα οφέλη, δεν ήταν αμαρτία. Πάροδο του χρόνου έγινε αποδεκτό να χρεώνουν για τις απώλειες, επειδή ο δανειολήπτης χρησιμοποιούσε χρήματα. Η διαφορά μεταξύ του ποσού του δανείου και το κέρδος του πιστωτικού φορέα θα μπορούσαν να έχουν γίνει, κατηγορήθηκε ως ενδιαφέρον - αν θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία για να βγάλουν λεφτά. Συμβάσεις που περιλαμβάνονται επίσης υπερημερίας.

Στην Ιταλία, η οικογένεια των Μεδίκων έκανε κατασκευή μεγάλων και ισχυρών τραπεζών. Που δεν χρεώνουν τόκους επί των δανείων, αλλά δεχόντουσαν δώρααπό τους πελάτες τους. Δεν ήταν πλέον τοκογλυφία, θα ήταν ενδιαφέρον. Τοκογλυφία ήταν αμαρτωλός, το ενδιαφέρον ήταν ένας καλοήθης δώρο.

Το βασικό ερώτημα των φιλοσόφων και των οικονομολόγων στις αρχές πραγματικά βραστά κάτω, «Τι είναι χρήμα;» χρήματα έχει πάρει διάφορες μορφές και σχήματα: δηλαδή κέρματα, αλάτι, ράβδοι, κοχύλια, γούνες, φτερά, ζάντες, καρύδες, το χαρτί, χάντρες, πλαστικό , και ψηφιακές ενδείξεις - όλα έχουν χρησιμοποιηθεί ως χρήμα. Το χρήμα είναι κάτι που οι άνθρωποι θα αποδεχθούν με αντάλλαγμα αγαθών ή υπηρεσιών, με την πεποίθηση ότι μπορεί να στραφεί σε αυτή την ανταλλαγή, τώρα ή αργότερα, για άλλα αγαθά ή υπηρεσίες.

Τα χρήματα είναι ένα μέσο συναλλαγών. Τα χρήματα είναι ένα μέτρο της αξίας. Αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από τους ανθρώπους. Χρήματα δεν παράγουν αγαθά και υπηρεσίες. Τοκογλυφία είναι ένα σύστημα για να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να δημιουργήσει περισσότερα χρήματα, αλλά αυτό δεν δημιουργεί αγαθών, υπηρεσιών, ή οτιδήποτε της αξίας. Ως εκ τούτου, η τοκογλυφία κλέβει μέρος της αξίας από τους ανθρώπους που έκανε την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Τοκογλυφίαςκλέβει από το μέλλον για να πληρώσει για την κρίση.

Η Πρώτη Τράπεζα καταθέσεων και εκπτώσεων ήταν η Τράπεζα της Βενετίας. Η τράπεζα ξεκίνησε τη σύνδεσή της με τη Δημοκρατία της Βενετία το 1171. Αποτέλεσμα τόσο της Τράπεζας και της Δημοκρατίας ήταν η κατάρρευση το 1797. Της Δημοκρατίας ήταν φτωχή μετά τον πόλεμο με τον αυτοκράτορα της Ελλάδας. Η Δημοκρατία ανάγκασε τους πολίτες να κάνουν ένα δάνειο για το κράτος. Σε αντάλλαγμα, ήταν και οι πολίτες απόθεμα στην τράπεζα. Διαθέσιμο στην τράπεζα ήταν ένα δάνειο για την κατάσταση σε τέσσερα τοις εκατό ετησίως. Τελικά, ήταν όλες οι πληρωμές για τα πάντα χειρίζεται την τράπεζα, εγγράφονται ως πιστώσεις από τη Βουλή των Επιτροπών. Η τράπεζα που εκδίδεται πιστώσεις που υποστηρίζεται από καθαρό δουκάτα χρυσό, ο οποίος αντικατέστησε άλλα νομίσματα χρυσά και ασημένια. Οι τραπεζικές πιστώσεις ήταν βολικές και εύκολες στη χρήση. Η τράπεζα ζήτησε και έλαβε πριμοδότηση για τις πιστώσεις. Πιστώσεις δεν αξίζουν περισσότερο από χρυσό. Την πριμοδότηση που συλλέγονται δεν προσθέτουν αξία στις παραγωγικές της ενετικής οικονομίας , αυτό ακριβώς που οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Βενετία ξεκίνησε ωςμια καθαρή δημοκρατική δημοκρατία, με εκλογή ενός ηγέτη που έπαιρνε αποφάσεις και το Συμβούλιο να εκπροσωπεί τους πολίτες. Αλλά όπως η τράπεζα αυξήθηκε, το ίδιο έκανε η συμμετοχή της τράπεζας στην κυβέρνηση. Δημοκρατία έδωσε τη θέση της συμβούλια που αντιπροσώπευε η τράπεζα. Εκπρόσωπος της κυβέρνησης έγινε λιγότερο, συρρικνώνεται σε ένα Συμβούλιο των Δέκα, τότε δικαστήριο τριών. Στη διάρκεια μιας περιόδου των 600 ετών, ο πλούτος της Βενετίας ήταν συγκεντρωτική και δημοκρατία ξεθωριάσει.

Θεολόγοι παρέμεινε αντίθετη με την τοκογλυφία, αλλά και δίκαιο εμπόριο να αποκλειστεί. Τοκογλυφία ήταν αποδεκτή, όταν το δάνειο έγινε με καλές προθέσεις. Ποιος καθορίζεται καλές προθέσεις; Ήταν αριστερά γενικά στα άτομα να αποφασίσουν αν οι προθέσεις και οι ενέργειες τους ήταν αμαρτωλές . Ακόμα υπήρχαν όρια.

Το 1571, Αγγλία ένα μέγιστο επιτόκιο του 10%, χαρακτηρισμένα Μια πράξη τοκογλυφίας, Ο στόχος ήταν να μειωθεί η εκμετάλλευση μέρος της τοκογλυφίας, καθιστώντας νομικά. Αγγλία είχε ήδη καθορίσει ορισμένα όρια για τοκογλυφία στη Magna Carta.

Το 1624, το Κοινοβούλιο ενέκρινε το Πράξη τοκογλυφίας και μείωσε το μέγιστο ποσοστό στο 8% ετησίως. Αυτό βέβαια οδήγησε σε κοσμική συζήτηση για τον κρατικό έλεγχο σε θέματα συνείδησης, αλλά με τα επιτόκια μειώνονται.

Το 1689, William και Mary άρχισαν την βασιλείας τους στο Βασιλείο της Αγγλίας, αλλά μέσα από ένα δάνειο ύψους 1.200.000 λίρες στερλίνες. Το δάνειο δεν επρόκειτο να επιστραφει, αλλά το ενδιαφέρον σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό ανά έτος έπρεπε να καταβληθεί για πάντα. Το δάνειο που δημιούργησε η Τράπεζα της Αγγλίας και η Τράπεζα έχει στην κατοχή των επηρεασμό πορτοφόλι στο βασίλειο από την εποχή εκείνη. Η Τράπεζα με τη σειρά του χρηματοδοτείται της αυτοκρατορίας, αλλά πάντα με κάποιο κόστος. Στις αρχές του 21st αιώνα, οι Βρετανοί ήταν ακόμα προς την εξόφληση των χρεών από το Ναπολεόντειων Πολέμων. Η δημιουργία της Τράπεζας της Αγγλίαςεφόσον κατάσταση κυρώσεις νομιμότητα τοκογλυφία. Παρά το γεγονός ότι αυξήθηκε τοκογλυφία να γίνει δεκτή, θα ήταν ακόμη καταγγελθεί. Σαίξπηρ χλεύασε το τοκογλύφοShylock στο Έμπορος της Βενετίας.

Στην Ολλανδία καθορίζεται ότι τραπεζίτες ήσαν ελεεινοί : «τραπεζίτες είχαν αποκλεισθεί από κοινωνία με διάταγμα του 1581» και έχουν ενταχθεί σε ένα κατάλογο των άλλων σκιερό επαγγελμάτων (ενεχυροδανειστήρια, ηθοποιούς, ζογκλέρ, ακροβάτες, και οίκων ανοχής φύλακες) ότι ήταν αποκλείονται από τη λήψη της χάρης του Θεού. Ενώ στους συζύγους τους επετράπη να συμμετάσχουν Μυστικού Δείπνου του Κυρίου, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα δηλώσει δημοσίως την αποστροφή τους για το επάγγελμα του συζύγου τους! Οι οικογένειές τους επιτρεπόταν μόνο να ενταχθούν κοινωνία μετά από ένα δημόσιο επάγγελμα με αποστροφή για που ασχολούνται σε χρήμα.

Δημόσια, καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές, πολιτικές, οικονομικές τάσεις το ίδιο και της αντιπολίτευσης για την τοκογλυφία, δεν θα μπορούσε να σταθεί μέχρι τη νέα, πιο ισχυρή μορφή της τοκογλυφίας που δημιουργήθηκε από το σύστημα κεντρικών τραπεζών. Οι Κεντρικές Τράπεζες εργάστηκαν για την αρχή της κλασματικής στα αποθεματικά, ένα παλιό κόλπο που αντλήθηκε από τις μεθόδους της χρυσοχοΐας και των ανταλλακτηρίων. Τα ανταλλακτηρία κατέχουν συχνά χρυσό ή άλλα μέταλλα, όπως καταθέσεις, έναντι αμοιβής, και τα έσοδα έκδοσης ή σημειώσεις σε χαρτί. Οι σημειώσεις έγιναν δεκτές για πολλές εμπορικές συναλλαγές. Η μέθοδος των ανταλλακτηρίων και χρυσοχοΐας γρήγορα ανακάλυψε ότι θα μπορούσε να κάνει δάνεια βασίζονται σε καταθέσεις και τα δάνεια που έγιναν με τη μορφή σημειώσεων χαρτί. Θα καταλάβει ότι θα μπορούσε να εκδώσει περισσότερες σημειώσεις χαρτί από τις πραγματικές καταθέσεις σε χρυσό ως απόθεμα, δεδομένου ότι ήταν απίθανο ότι όλες οι καταθέτες θα ζήτηση χρυσού τους ταυτόχρονα. Οι σημειώσεις που εκδίδονται με βάση αποθέματα χρυσού ακόμη και αν δεν υπήρχε αρκετό χρυσό για να υποστηρίξουν πλήρως τις σημειώσεις. Αυτό ήταν η δημιουργία χρήματος εκ του μηδενός.

Αυτό ήταν μια άλλη μορφή της τοκογλυφίας, ταχύτερη και πιο ισχυρή. Η τοκογλύφος / κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να λάβει σε 10 δολάρια ΗΠΑ σε καταθέσεις σε χρυσό και το θέμα 100 δολάρια δολάρια σε δάνεια υπό μορφή σημειώσεων χαρτί. Σημειώστε ότι η τοκογλύφο / κεντρική τράπεζα που χρησιμοποιούνται καταθέσει χρήματα άλλων ανθρώπων να δημιουργήσουν δάνεια. Αν υποτεθεί ότι το 10% επιτόκιο, οι τόκοι που χρεώνονται για $ 100 θα είναι 10 δολάρια ΗΠΑ. Η τοκογλύφος / κεντρική τράπεζα άρχισε με $ 10 και εισπράττονται κατά 10 δολάρια το ενδιαφέρον. Το πραγματικό επιτόκιο ήταν 100%.

Τώρα ήταν 100 δολάρια δολάρια στις σημειώσεις χαρτί που κυκλοφορούν μέσω της οικονομίας, δεν είναι μόνο $ 10 στο χρυσό - περισσότερα δολάρια, αλλά την ίδια ποσότητα των προϊόντων που θα μπορούσαν να αγοραστούν - το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο: ο πληθωρισμός. Ακόμη και ο συνετός πολίτης , ο οποίος αποφεύγεται δανεισμό ή πίστωση, τώρα καταβάλλεται υψηλότερη τιμή, λόγω των κλασματικών δανεισμού αποθεματικού . Ο δανειζόμενος όφειλε να επιστρέψει 110 δολάρια δολάρια, πράγμα πουσημαίνει ότι έπρεπε να αυξήσει την παραγωγή του κατά 10% μόνο για να επιστρέψει την αρχή . Ακόμα και τότε, κάθε κέρδος πάνω από την αρχή και το ενδιαφέρον άξιζε λιγότερο επειδή κάθε δολάριο είχε υποτιμηθεί από τον πληθωρισμό. Ο επιχειρηματίας αναγκάστηκε να αυξήσει την παραγωγή του.

Αυτό είναι το βασικό σχέδιο για κεντρικών τραπεζών. Το σχέδιο είναι κατ 'ουσίαν αμετάβλητη κατά τα τελευταία εννέα αιώνες. Όλες οι κυβερνήσεις έχουν την εγγενή δυνατότητα να δημιουργήσουν το δικό τους νόμισμα. Ένα από τα μεγάλα αναπάντητα ερωτήματα της τα τελευταία χίλια χρόνια είναι: γιατί η κόλαση χρειαζόμαστε κεντρικές τράπεζες ενεργούν ως μεσάζοντες για τη δημιουργία καινούργιου νομίσματος ;

Πηγές : Apodimos.com και πληροφορίες μεταφρασμένες από το www.bank-o-meter.com