Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

ελλαδα μες στο χρονο

 Ελληνική οικονομία: το φαινόμενο της αποικίας χωρίς μητρόπολη
Είναι (σ΄αυτό το υπερβατικό σύμπαν των ανεκδότων) ένας Γερμανός, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας οι οποίοι συμμετέχουν σε διαγωνισμό για το ποιος μπορεί να τελειώσει σε μικρότερο χρόνο κάποια, συγκεκριμένα, πράγματα. Ο χρόνος είναι δυο λεπτά και πρέπει μέσα σ΄αυτόν να συναρμολογήσουν ένα καρμπυρατέρ, να φάνε μια μακαρονάδα και να κάνουν σεξ με μια γυναίκα. Ξεκινάει πρώτος ο Γερμανός, συναρμολογεί το καρμπυρατέρ κι εκεί τελειώνουν τα δυο λεπτά. «Εμείς στη Γερμανία, πιστεύουμε οτι η δουλειά είναι πάνω απ΄ όλα», λέει παραδεχόμενος την  ήττα του. Έρχεται η σειρά του Ιταλού, πλακώνεται στη μακαρονάδα, τελειώνει ο χρόνος. «Εμείς στην Ιταλία πιστεύουμε οτι το φαγητό είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει παραδεχόμενος την ήττα του κι αυτός. Έρχεται ο Γάλλος, βουτάει τη γυναίκα, τελειώνει κι ο δικός του χρόνος. «Εμείς στη Γαλλία πιστεύουμε οτι ο έρωτας είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει. Τελευταίος ο Έλληνας, ο οποίος βάζει τη γυναίκα να συναρμολογεί το καρμπυρατέρ όσο αυτός κάνει σεξ μαζί της και ταυτόχρονα τρώει τη μακαρονάδα από το πιάτο που έχει ακουμπισμένο στην πλάτη της. Μέσα σε δυο λεπτά τα έχει τελειώσει όλα! Το πλήθος επευφημεί, οι συναγωνιζόμενοι θαυμάζουν την εφευρετικότητά του, «μα πώς τα καταφέρατε, πώς το σκεφτήκατε!» τέτοια πράγματα. «Εμείς στην Ελλάδα πιστεύουμε οτι άμα δεν γαμήσεις τον εργαζόμενο ψωμί δεν τρως».

Το παραπάνω ανέκδοτο παρουσιάζει την στρεβλή απεικόνιση της πραγματικότητας η οποία κυριάρχησε στην δόμηση της ελληνικής οικονομίας –αυτό που θεωρείται ως απαύγασμα της καπατσοσύνης (της ικανότητας δηλαδή να φέρνεις σε πέρας οτιδήποτε με τον μικρότερο δυνατό κόπο και με τα ελάχιστα δυνατά εφόδια) δεν είναι παρά η απεικόνιση ενός στρουθοκαμηλισμού. Γιατί αυτό που θα έπρεπε να είναι η λογική κατάληξη του ανεκδότου αποκρύπτεται –το οτι δηλαδή οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι συμμετέχοντες θα πλάκωναν τον Έλληνα στις σφαλιάρες γιατί, ούτε το καρμπυρατέρ έδεσε σωστά (αναθέτοντας την εργασία στη γυναίκα-αντικείμενο του σεξ και άρα άσχετη με μηχανολογία), ούτε το φαγητό ευχαριστήθηκε, ούτε από το σεξ αποκόμισε τίποτα περισσότερο πέραν της αυνανιστικής ικανοποίησης.
Το οτι η πλήρης αποτυχία στην υλοποίηση κάποιων οικονομικών ενεργειών θεωρείται ένδειξη εφευρετικότητας σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη η οποία επικρατεί στη χώρα, θα πρέπει να ειδωθεί σαν αποτέλεσμα «αγιοποίησης» της ελληνικής αβελτηρίας[ανοησιας].

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός οτι η καρκινική ανάπτυξη του ελληνικού οικονομικού μορφώματος ξεκινάει εξίσου ανεκδοτολογικά και συγκεκριμένα με την ιστορία για την καλλιέργεια της πατάτας την οποία προσπάθησε να προωθήσει στον ελλαδικό χώρο ο Ιωάννης Καποδίστριας, αλλά για να τα καταφέρει, αναγκάστηκε να βάλει φρουρούς στην αποθήκη με τους σπόρους, ωθώντας έτσι τους κατοίκους στο να κλέψουν τους σπόρους (που δεν καταδέχονταν να πάρουν όσο μοιράζονταν δωρεάν) επειδή πίστεψαν οτι (λόγω φρούρησης) ήταν πολύτιμοι.


Η δημιουργία του ελληνικού κράτους μετά την ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν μια διαδικασία η οποία προήλθε σαν ευθύ αποτέλεσμα κοινωνικής επανάστασης, επειδή:

1. Η επανάσταση του ’21 είχε μεν κοινωνικές εκφάνσεις οι οποίες όμως καταπνίγηκαν (τις περισσότερες φορές από τους ίδιους τους ηγέτες της), δίνοντας τη θέση τους σε έναν αγώνα αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιοπροσόδων και εξάλειψης των φόρων που πλήρωναν οι γαιοκτήμονες. Αυτό ήταν άλλωστε και το νόημα της αρχηγικής εμπλοκής των αρματολών στην εξέγερση και γι΄αυτό
, οι όποιες πολυπολιτισμικές φωνές (π.χ. Ρήγας Φεραίος) βγήκαν από τη μέση νωρίς και οι, τυχόν, κολλεκτιβικές μορφές διαχείρισης των πόρων (π.χ. Αμπελάκια) αφέθηκαν να παρακμάσουν.
2. Ακόμα κι αυτός ο φεουδαρχικός χαρακτήρας της επανάστασης του ’21 δεν στάθηκε δυνατό να οδηγήσει σε επικράτηση, αδυνατώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον τοπικισμό, τον φυλετισμό, τη θρησκευτική επικυριαρχία και την έλλειψη σύμπνοιας μεταξύ των κοτζαμπάσηδων. Αποτέλεσμα ήταν να ηττηθούν οι επαναστατικές δυνάμεις και να χρειαστεί η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους.

Εφόσον όμως δεν ευδοκίμησε κάποια κοινωνική επανάσταση προκειμένου να ανατραπούν οι όροι ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων, αλλά και δεν έγινε μια ομαλή μετάβαση από ένα καθεστώς σε άλλο, ήταν φυσικό επακόλουθο να επικρατήσει οικονομικό, ιδιοκτησιακό και φορολογικό χάος στο νεοσύστατο κράτος. Στον τομέα της γεωργίας, όχι μόνο δεν έγινε αναδιανομή εδαφών αλλά οι συνθήκες εργασίας έγιναν σκληρότερες για τους ακτήμονες (κολίγους) απ΄αυτές που επικρατούσαν επί οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση εξελίχθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και στα εδάφη που προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια στη συνέχεια. Αγροτικές εξεγέρσεις καταπνίγηκαν με βίαιες μεθόδους, παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν στην επαιτεία ενώ το σώμα της Χωροφυλακής εξελίχθηκε σε κανονικό στρατό κατοχής. Την εποχή της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης στην Ελλάδα εφαρμοζόταν το οικονομικό καθεστώς του «τσαρισμού άνευ Τσάρου» και, στις περιπτώσεις προσάρτησης εδαφών με κάποια δομημένη βιομηχανική γραμμή παραγωγής η στάση του ελληνικού κράτους ήταν τόσο αποτελεσματικά άκαμπτη που η ερήμωση της βιομηχανικής περιοχής αποτελούσε απλώς θέμα χρόνου. Όλα αυτά δεν θα δημιουργούσαν ιδιαίτερα μεγάλα προβλήματα αν η Ελλάδα κατέληγε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη «φυσική» της θέση –δηλαδή στο λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ» μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Από τη στιγμή όμως που αποφασίστηκε οτι η Ελλάδα θα ανήκει στο «δυτικό μπλοκ» (υποθέτω για λόγους διευκόλυνσης των εμπορικών και στρατιωτικών μετακινήσεων –πάντως σίγουρα όχι για λόγους ομοιογένειας με τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες) ξεκίνησε μια αγωνιώδης προσπάθεια απόκρυψης των δομικών διαφορών κάτω από ένα χαλί κεντημένο με «καπατσοσύνη».


Ας δούμε το χαλί από πιο κοντά...


Υπενθυμίζοντας, σε πρώτη φάση, ότι από την εποχή σύστασης του ελληνικού κράτους κυριάρχησαν δυο, αλληλένδετες, οικονομικές τακτικές:

-Η υπερφορολόγηση όσων στερούνται περιουσίας (ως περιουσία νοείται η κατοχή αγαθών ή/και μέσων παραγωγής τα οποία προσκομίζουν κέρδος).
-Η διευκόλυνση όσων κατέχουν περιουσία να χρησιμοποιήσουν τα κέρδη που προσπορίζουν από αυτή καθώς και την όποια ρευστοποίησή της σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (τουλάχιστον εντός των κρατικών ορίων).


Από την εποχή της εξέγερσης του Κιλελέρ (λόγω της επέκτασης και στις κοινόχρηστες γαίες της απαίτησης προσόδου –άρα λόγω αύξησης της φορολόγησης) μέχρι την σημερινή εποχή της υπέρμετρης αύξησης (τόσο της έμμεσης όσο και) της άμεσης φορολόγησης σε ποσοστό που ίσως ξεπερνάει το 40% του μισθού, τα στρώματα των μισθωτών είναι αυτά που πληρώνουν αναγκαστικά. Πράγμα που, με τη σειρά του, σημαίνει οτι η έννοια του φόρου είναι παντελώς αποκομμένη από την οποιαδήποτε κοινωνική αναγκαιότητα (που ίσως εξυπηρετεί), άρα και η ίδια η φοροαπόδοση προσδιορίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την δυνατότητα του φορολογικού υποκειμένου να την αποφύγει.

Από την εποχή ακόμα της Τουρκοκρατίας και της ανάπτυξης των μεγάλων οικογενειών πλοιοκτητών εκτός ελλαδικού χώρου μέχρι τη σημερινή οργασμική ανάπτυξη των off shore εταιρειών στις οποίες μεταφέρονται τα εγχώρια κεφάλαια, η «αποικειοκρατική στρατηγική» εφαρμόστηκε με αξιοζήλευτη ευλάβεια στην Ελλάδα, με τη μόνη διαφορά βέβαια οτι οι «αποικειοκράτες» που απογύμνωναν τη χώρα από πόρους και έσοδα ήταν οι ιθαγενείς κάτοικοι της ίδιας της χώρας!

Σα να μην έφτανε η καταστροφική πορεία της χώρας (με οικονομικούς όρους) ήρθαν οι εμπλοκές σε Παγκόσμιους, Βαλκανικούς και κάθε λογής πολέμους για να αφαιρέσουν εργατικό δυναμικό και να καταστρέψουν τις όποιες υποδομές, προσθέτοντας παράλληλα στρατούς ανειδίκευτων ανέργων (γυναίκες και παιδιά), προσφύγων, αναπήρων πολέμου κ.λ.π. Για μια, υπό ανάπτυξη, οικονομία ο στρατός των εξαθλιωμένων είναι μάννα εξ ουρανού –εφόσον αυτοί μπορούν να αποτελέσουν πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Η μεταπολεμική Ελλάδα όμως, βγαίνοντας από μια 45ετία σχεδόν συνεχόμενων πολέμων, δεν διέθετε την παραμικρή προϋπόθεση οικονομικής ανάκαμψης. Αυτό γιατί:


1.Το παραγωγικό εργατικό δυναμικό της ήταν σημαντικά απομειωμένο (λόγω των πολέμων), σχεδόν εξ ολοκλήρου ανειδίκευτο και παράλληλα επεδείκνυε τρομερή σπουδή να φύγει από τη χώρα, αναζητώντας την τύχη του στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία κυρίως.

2.Οι οδικοί άξονες είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί και το ίδιο ίσχυε, εν πολλοίς, για τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα (ελάχιστα πάντως) εργοστάσια της χώρας.
3.Οι γεωργικές εκτάσεις υποκαλλιεργούνταν για χρόνια, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ενταχθούν σε διαδικασίες μαζικής παραγωγής.
4.Η χώρα είχε λεηλατηθεί με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο.

Ακόμα και αν η εξωτερική βοήθεια για την ανοικοδόμηση της χώρας αξιοποιούταν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, η ανοικοδόμηση θα ήταν άθλος. Είναι κατανοητό λοιπόν το τι συνέβη όταν αυτή η εξωτερική βοήθεια μοιράστηκε στους «ημέτερους» οι οποίοι, αφού αγόρασαν οτι ακόμα έστεκε όρθιο, φρόντισαν να βγάλουν εκτός χώρας μεγάλα οικονομικά ποσά που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση της χώρας! Αν σε αυτό προστεθεί και ο χωρισμός των κατοίκων σε νικητές και ηττημένους (οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα, όχι πρόσβασης στα κεφάλαια ανοικοδόμησης, αλλά ούτε καν έμμεσης βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής τους από την εξωτερική εκείνη βοήθεια) καταλαβαίνει κανείς οτι η μετέπειτα «ανάπτυξη» της χώρας η οποία διαφημίστηκε από τις πρώτες συντηρητικές κυβερνήσεις (και αποθεώθηκε από τη χούντα των συνταγματαρχών) ήταν στην πραγματικότητα
ο πλουτισμός κάποιων μακρόβιων συμμοριών και η δημιουργία μιας εύθραυστης ιλουστρασιόν βιτρίνας η οποία κάλυπτε την οικονομική εξαθλίωση. Ήταν δηλαδή, ότι ακριβώς περιγράφει το ανέκδοτο του προλόγου: η ασύστολη εκμετάλλευση του εργαζόμενου ο οποίος δεν ήταν καν ικανός να φέρει σε πέρας την εργασία για την οποία κακοπληρωνόταν, προκειμένου ο συμμορίτης-εργοδότης να μπουκωθεί στα κλεφτά με όσο περισσότερο φαγητό μπορούσε.
Τα οικονομικά χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν είχαν να επιδείξουν κάποια σημαντική βελτίωση –απλώς ένα κατασταλαγμένο μεταπρατικό μοντέλο στο οποίο η παραγωγική διαδικασία κινήθηκε σπασμωδικά (ανάμεσα στα ελάχιστα εργοστάσια που λειτουργούσαν ζημιογόνα, στις αγροτικές καλλιέργειες που πέρασαν από την κατά τύχη εκμετάλλευση στην ένταξη σε ένα ευρωπαϊκό πλάνο ανισότητας και ενός αχρείαστα τεράστιου τριτογενή τομέα). Σε εκείνη τη χρονική περίοδο θα πρέπει να αναζητηθεί και η σχιζοφρενική (για καπιταλιστικό κράτος) μετατροπή του βαθμού κοινωνικής καταξίωσης που συνεπάγεται το επάγγελμα. Πράγματι, θα πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η κοινωνική καταξίωση που απολαμβάνει η εργασία στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα (και δεν έχει να κάνει καθόλου με συσχετισμούς περί κοινωνικής προσφοράς των δημοσίων υπαλλήλων). Οι υπόλοιπες κοινωνικά καταξιωμένες θέσεις εργασίας αφορούν είτε όσους έχουν την τυπική δυνατότητα να διαλεχθούν με την εξουσία (π.χ. δικηγόροι, συμβολαιογράφοι), είτε όσους «συνδιαλέγονται με τον θάνατο» (γιατρούς, φαρμακοποιούς) –αυτό είναι ένα σαφές δείγμα φοβικής κοινωνίας σε βαθμό μάλιστα τον οποίο δεν επέδειξαν ούτε καν υπόδουλοι λαοί ενώ βρίσκονταν υπό την απειλή της γενοκτονίας.


Αν θελήσει κανείς να εξετάσει τους παραγωγικούς τομείς της σύγχρονης Ελλάδας θα παρατηρήσει οτι:


-Ο πρωτογενής τομέας (γεωργία) πέρασε σε ένα καθεστώς επιδότησης χάνοντας την επαφή του με την οικονομία της αγοράς και στερώντας την, ελάχιστη έστω, δυνατότητα αυτοσυντήρησης της χώρας.

-Ο δευτερογενής τομέας (βιομηχανία, βιοτεχνία) λειτούργησε σε δυο άξονες: α) ως παράρτημα κάποιων πολυεθνικών και β) ως εγχώρια μικρομεσαία μονάδα παραγωγής. Στην πρώτη περίπτωση επήλθε μεταφορά των εργοστασίων με την πτώση του «ανατολικού μπλοκ» και την μείωση του εργασιακού κόστους στις χώρες αυτές. Στη δεύτερη περίπτωση, μέσω της απαξίωσης της εργοστασιακής παραγωγής λόγω απροθυμίας εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού και των μεθόδων και λόγω της απροθυμίας των βιομηχάνων να επενδύσουν στις δικές τους μονάδες επήλθε σταδιακός μαρασμός.
-Ο τριτογενής τομέας διογκώθηκε υπέρμετρα και λειτούργησε απομυζώντας παραγωγικές δυνάμεις, προϊόντα και κεφάλαια.

Σ΄αυτόν τον τριτογενή τομέα αξίζει να σταθεί κανείς περισσότερο. Όχι τόσο (και μόνο) λόγω του γεγονότος οτι αναπτύχθηκε υπέρμετρα, όσο και γιατί ο συγκεκριμένος τομέας θα μπορούσε να είναι η σημαντικότερη πηγή ανάπτυξης σε μια χώρα η οποία δεν έχει κανένα παραγωγικό πλεονέκτημα πέραν της γεωγραφικής της θέσης (τόσο αναφορικά με τον τομέα των μεταφορών, όσο και με αυτόν της αναψυχής). Ο τριτογενής στην Ελλάδα θα μπορούσε (με αρκετή διάθεση απλούστευσης) να χωριστεί σε
μεταπρατικό εμπόριο και παροχή υπηρεσιών.

Στον τομέα του εμπορίου η κατάρρευση ήρθε ως αναγκαία συνθήκη για τις εγχώριες εταιρείες, από τη στιγμή που άρχισαν να κλείνουν οι βιομηχανικές (και οι βιοτεχνικές) παραγωγικές μονάδες. Αυτό στέρησε στους ντόπιους εμπόρους το πλεονέκτημα του μειωμένου κόστους χοντρικής αγοράς των προϊόντων και, σε συνάφεια, με την είσοδο παραρτημάτων πολυεθνικών, τους αφαίρεσε κάθε προοπτική ανταγωνιστικότητας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις, η παράδοση κάποιων εμπορικών καταστημάτων και άλλοι σχετικοί παράγοντες εξασφάλισαν στα εμπορικά καταστήματα τον απαραίτητο χρόνο για να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους εκτός επιχείρησης ή να διαπραγματευτούν την πώλησή τους σε κάποια πολυεθνική. Φυσικά, για ανασυγκρότηση και επαναδιεκδίκηση του κομματιού της αγοράς το οποίο κάποτε τούς αναλογούσε –ούτε λόγος!

Συνεπώς, τα παραρτήματα των πολυεθνικών εταιρειών (και οι εγχώριες συνεργασίες τους) δεν αντιμετώπισαν κανενός είδους ανταγωνισμό που (σύμφωνα με τις φρούδες ελπίδες των θεωρητικών της ελεύθερης αγοράς) θα τους οδηγούσε σε κάποια προσαρμογή τιμών. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα σημερινά εμπορικά καταστήματα της Ελλάδας να συγκαταλέγονται στα ακριβότερα της Ευρώπης.
Αναφορικά με τον τομέα της παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να συνυπολογιστεί οτι, όπως το εμπόριο χρειάζεται τροφοδότηση από τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία έτσι και οι υπηρεσίες χρειάζονται τροφοδότηση από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις σχολές κατάρτισης. Αν, για παράδειγμα, η επιστήμη της πληροφορικής (καθώς και οι εφαρμογές της) δεν διδάσκονται πουθενά σε μια χώρα, η πιθανότητα να παρέχει αυτή η χώρα υπηρεσίες πληροφορικής είναι μηδαμινή. Στην περίπτωση που εμφανίζονται παρεχόμενες υπηρεσίες από μια τέτοια χώρα, ή στην περίπτωση όπου οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν αντιστοιχούν στο εκπαιδευτικό επίπεδο της χώρας τότε πρόκειται για μια ακόμα εφαρμογή του ανεκδότου του προλόγου –με τους εργαζομένους στο ρόλο της γυναίκας που δένει το καρμπυρατέρ.

Μια ακόμα αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών είναι η ύπαρξη των απαραίτητων υποδομών. Αν, ας πούμε, ένας υπάλληλος γραφείου δεν έχει στυλό να γράψει δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει τη δουλειά του. Και στην Ελλάδα, οι υποδομές για την παροχή υπηρεσιών είναι φτωχές. Από το αναξιόπιστο δίκτυο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στο απελπιστικά ανεπαρκές (αργό, αναξιόπιστο, ακριβό) δίκτυο μεταφοράς δεδομένων κι από τα ακατάλληλα τουριστικά καταλύματα μέχρι τους εξωφρενικά επικίνδυνους δρόμους του οδικού δικτύου της χώρας –η λέξη «υποδομές» μοιάζει με κακό ανέκδοτο για την Ελλάδα.
Όλα αυτά έχουν σα συνέπεια την παροχή υπηρεσιών του χειρίστου είδους και σε (συγκριτικά με τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης) τρομερά υψηλές τιμές.

Κοντολογίς, η διαχρονική πορεία της ελληνικής οικονομίας μοιάζει με λεηλασία ξεραμένης μηλιάς το χειμώνα –όχι μόνο δεν υπάρχουν μήλα για φάγωμα, αλλά αφαιρείται κι από το δέντρο κάθε προοπτική να κάνει κάποτε μήλα. Αντί να γίνει μια προσπάθεια θεραπείας του άρρωστου δέντρου, οι Έλληνες οικονομικοί παράγοντες προτιμούν να ονομάσουν
«μήλο» το ξερόκλαδο και να το μασουλήσουν δείχνοντας ευχαριστημένοι σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αυθυποβολής.

Ολοκληρώνοντας αυτή την επιγραμματική (σχεδόν) παρουσίαση των οικονομικών δομών της Ελλάδας πιστεύω οτι μπορούμε πλέον να δούμε το ανέκδοτο του προλόγου στην πραγματική του υπόσταση. Η οποία δεν είναι άλλη από το
«ουδείς ηλιθιοδέστερος του κομπορρήμονα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου