Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Ευκαιρίες


ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣαδεσποτος σκυλος

Τα αφεντικά θέλουν περιλήψεις αλλά και μαστοριά. Μιαν αριστερή συμπαράσταση από στελέχη που διάβηκαν το Ρουβίκωνα της κομματικής τσαχπινιάς κι ήρθε η ώρα των απωθημένων τους για το κακό κόμμα. Τα αφεντικά ποντάρουν στα θέλγητρα του πληρωμένου έρωτα. Ευκολία, υποταγή, ποικιλία. Κυρίως ποικιλία. Από εδώ ξεφωλιάζει και το χρυσορυχείο της δημοκρατίας. Το χρηματιστήριο, ο τζόγος, το φίλμνετ. Ότι μπορεί, ο κάθε πικραμένος με λεφτά, πολλά ή λίγα, να ρίξει έναν πούτσο ή να το παίξει πλούσιος για μια βραδιά. Μπορεί να φουσκώσει άνετα το Εγώ του με τις χάρες της ελεύθερης αγοράς. Τ’ αφεντικά πιάνουν απ’ το σβέρκο το χωριάτη με τη μαγική λέξη Ευκαιρίες! Ο χωριάτης τσιμπάει, πουλάει χωραφάκια και φρέζες και γίνεται κοινωνία των πολιτών αγοράζει διαμέρισμα, βίλλα, στήνει δουλειές κι εκθειάζει το Χάρβαρντ και τις λαγόνες ξανθιάς Ανατολικής που ως άλλος αποικιοκράτης ξεσχίζει επί πληρωμή κομπορρημονώντας πως γάμησε δίμετρη καλλονή μοντέλο άγαλμα μα στην ουσία μακέλεψε ποσοστό ανθρώπινης ύπαρξης ενός δύστυχου πλάσματος που το’ φερε σ’ αυτόν η πείνα και το ξύλο. Έρχεται όμως κάποτε το ζόρισμα της μηχανής και το ανθρώπινο μακελειό δεν έχει τέλος. Ο χωριάτης τα χάνει όλα. Γυρνά στη μητρική αγκαλιά και το βιοτισμό της υπαίθρου. Κήπους και κότες χωρίς τα κάρμινα μπουράνα του ογδόντα που φυλλορρόησαν στ’ αυτιά του και τον έκαναν εξωστρεφή αλλά πάντα καρυδότσουφλο στα κύματα της αγοράς. Το αφεντικό έκανε το χωριάτη αμερικανάκι μέχρι τα μπούνια. Μαγάρισε το παιδί του με ξένες γλώσσες, δεξιότητες, προσόντα και ποσοστό ευθύνης των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ. Του έλεγε πάντα μη φοβάσαι τίποτε προχώρα μπροστά. Εμείς έχουμε τον ήλιο, τη θάλασσα, τη φεγγαράδα και τη φασουλάδα της μαμάς. Σήμερα οι χωριάτες μαζεύονται ευλαβικά στις πλατείες σαν σκιές από τη Βίβλο για να μοιράσουν τα τελευταία απομεινάρια ανθρωπιάς, φτιάχνοντας μια νέα ελίτ πολιτικών ρητόρων που θα τους σώσουν εκ νέου απ’ τους κομμουνιστοσυμμορίτες, το κοινωνικό κράτος και τα άλλα πορφυρά δεινά.

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

εφέτος σύντροφοι ψηφίσαμε περισσότερες φορές απ’ όσες γαμήσαμε

Βότκα

Έγραψε ο πανοσιολογιότατος των γραφών Αντρέας Λασκαράτος στα Μυστήρια της Κεφαλονιάς, πως ο χριστιανός όλον το χρόνο υποκρίνεται χριστιανικότητα, και μόνον εις το κρυφό είναι αντίχριστος και άθεος. Και θα μπορούσα κοινωνικώς να επεκτείνω τούτη τη φράση για το νοικοκύρη. Λέγοντας πως ο νοικοκύρης όλο το χρόνο υποκρίνεται νοικοκυροσύνη και μονογαμία, και μόνον εις το κρυφό είναι ανοικοκύρευτος και καυλωμένος μπανιστιρτζής. Και λέγοντας επίσης πως ο αριστερός όλο το χρόνο υποκρίνεται αριστεροσύνη, και μόνον εις το κρυφό είναι νεοφιλελεύθερος, ατομιστής, παρτάκιας, αριβίστας, υποκριτής. Αλλά βεβαίως ζούμε σε καιρούς που το κρυφό γίνεται ευκόλως φανερό και η τέχνη του να γαληνεύεις τις μάζες με παραμύθια πέρασε στα χέρια του ακαδημαϊκού της διαφήμισης. Κι εδώ φανερώνονται όλα με μιας, περνώντας το γυαλί της τηλεόρασης πάνω απ’ τα πράγματα και τα πρόσωπα και τις περισπούδαστες καταστάσεις και τις κλαψομούνικες αναλύσεις. Περνώντας το μπουκάλι της βότκας μπροστά απ’ την καλόγρια θα δεις μιαν αφηνιασμένη θηριοδαμάστρια με πέτσινα εσώρουχα να μαστιγώνει αλυσοδεμένα αρσενικά. Ο μαγικός φακός φανερώνει το κρυφό. Ξεβρακώνει. Και το ξεβράκωμα επιταχύνει τις εξελίξεις. Τουτέστιν αποδομεί. Κι όπως αναφώνησε γέρος σοφός εις ορεινό χωρίον, εφέτος σύντροφοι ψηφίσαμεν περισσότερες φορές απ’ όσες γαμήσαμεν

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Μια ρεαλιστική αποτίμηση της κρίσης στους κόλπους της ευρωπαϊκής «οικογένειας»

http://www.respublica.gr/2015/08/column/realism-european-union/

tennis2
Η ανθρωπότητα έχει τρελαθεί.
Η ανασφάλειά της
έχει χτυπήσει κόκκινο.
Η ανθρωπότητα δεν τρέμει
τίποτε περισσότερο απ’ τον ίδιο
τον εαυτό της.
Ιμμάνουελ Καντ του Τόμας Μπέρνχαρντ)
Είναι πρόδηλο ότι τα τελευταία έτη υπάρχει ένας σχετικός πληθωρισμός απόψεων γύρω απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σχετικό ενδιαφέρον μιας όλο και μεγαλύτερης μερίδας των ευρωπαϊκών πληθυσμών ίσως και να αποδεικνύει πως η ΕΕ μπαίνει σε τροχιά περαιτέρω ενοποίησης που δεν αφορά πλέον μόνο ζητήματα καταναλωτικής υφής, αλλά διεισδύει όλο και πιο άμεσα σε στρατηγικούς τομείς χάραξης πολιτικής – κάτι που μέχρι πρότινος θεωρούνταν προνομιακό πεδίο του εκάστοτε έθνους-κράτους. Αν θα μπορούσε να γίνει μια ταξινόμηση του δημοσίου λόγου, ειδικότερα στην εγχώρια πολιτική σκηνή, δύο είναι οι κύριες τάσεις που διακρίνονται μέσα απ’ την αντιπαράθεση: αφενός, ένας ταυτοτικός ευρωπαϊσμός που συσπειρώνει διαχρονικά τους φιλελεύθερους μαζί με την ανανεωτική και την ευρωκομμουνιστική Αριστερά, και ερμηνεύει την παραμονή της Ελλάδας στην ΕΕ ως ζήτημα υπαρξιακής πληρότητας· αφετέρου, ένας αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός που, τόσο στην αριστερή όσο και στη δεξιά του εκδοχή, περιορίζεται στο να ελεεινολογεί τη νέα τάξη πραγμάτων και να προωθεί μια αντι-ιμπεριαλιστική καταγγελία στις προσπάθειες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, χωρίς φυσικά να επεξεργάζεται ένα διαφορετικό πρόγραμμα συνολικού σχεδιασμού.
Καθώς όμως η δημόσια συζήτηση τοποθετείται σε τέτοιες βάσεις ώστε να εξαντλείται στην προσπάθεια ιδεολογικής υπεροχής της μιας τάσης έναντι της άλλης, το αποτέλεσμα είναι να διαφεύγουν από αμφότερες τις πλευρές οι ρίζες μιας σειράς δομικών προβλημάτων που σηματοδοτούν τις κύριες αιτίες που η ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση, αργά ή γρήγορα, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Μια τέτοια εξέλιξη θα λάβει χώρα είτε στην περίπτωση αυτοδιάλυσης της Ένωσης επειδή κυρίως τα ισχυρά κράτη-μέλη θα την κρίνουν ως άχρηστη προκειμένου να προωθούν τα συμφέροντά τους, είτε στην περίπτωση που η διαδικασία ολοκλήρωσης ναι μεν θα προχωρήσει και στο πολιτειακό σκέλος αλλά θα πάρει άλλη μορφή και, επομένως, θα είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που θα όφειλε να είναι σύμφωνα με τις αφετηριακές επιδιώξεις του εγχειρήματος, πράγμα που σημαίνει και την εσωτερική κατάρρευση της διαδικασίας ομοσπονδοποίησης απ’ τον ηγεμονισμό. Γι’ αυτούς τους λόγους, οι αναταράξεις του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου και της διακρατικής πορείας προς την πολιτική ολοκλήρωση είναι εξίσου κρίσιμης σημασίας διαδικασίες αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου στο κρατικό επίπεδο.
Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα άνευ περιεχομένου περίβλημα όπως μαρτυρούν οι τελευταίες δεκαετίες, των οποίων οι αντιφάσεις συμπυκνώνονται με ραγδαίο τρόπο από την έκρηξη της κρίσης κι έπειτα. Μέχρι στιγμής και μέχρι νεωτέρας, το κύριο και άλυτο πρόβλημα είναι αυτό που αφορά στον τρόπο διακυβέρνησης της Ένωσης. Μάλιστα, μάλλον το καντιανών καταβολών όραμα περί «αιώνιας ειρήνης» που προσπάθησε να εκφράσει ο ευρωπαϊκός πολιτισμός μέσα από τη δημιουργία μιας υπερεθνικής κοινότητας αρχίζει να ξεθωριάζει και ίσως να φτάνει και στο ιστορικό του όριο – ή τουλάχιστον αυτό που φαίνεται είναι η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, καθώς προχωράει, να μην επιτελείται στη βάση του «ευρωπαϊσμού», μιας κοινής πολιτικής κληρονομιάς, της κανονιστικής ενσάρκωσης της ειρηνικής συμβίωσης και της ήπιας ένωσης κρατών όπου το καθένα είναι έτοιμο να θυσιάσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα εις το όνομα της Ευρωπαϊκής Ιδέας, αλλά στη ρεαλιστική βάση της πολιτικής ισχύος, των πειθαναγκασμών, των απειλών και της διαλεκτικής «αφέντη – δούλου». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι ασήμαντο ως τέτοιο, καθώς είναι η πρώτη ίσως προσπάθεια στην πιο αιματηρή ήπειρο της υφηλίου να διευθετηθεί με διευρυμένο τρόπο το ζήτημα των ενδοκρατικών ανταγωνισμών και της κούρσας των εξοπλισμών που η ευρωπαϊκή παράδοση αποδεικνύει περίτρανα ότι πάντα κορυφώνεται στον πόλεμο. Όμως, η pax europaea της εποχής μας όσο δεν καταφέρνει να εξοβελίσει την καχυποψία και την ανασφάλεια είναι και θα παραμείνει θνησιγενής και η διαρκής παράταση που δίνεται στο να έρθουμε αντιμέτωποι μ’ αυτήν την πραγματικότητα δεν αναιρεί, ούτε μετριάζει τη κρίση διακυβέρνησης.
Συνυπολογίζοντας τη διεθνή αναρχία και την «έμφυτη» ροπή του Κράτους προς τον ανταγωνισμό και την ηγεμονία, τέσσερα είναι τα βασικά σημεία της διακυβερνητικής κρίσης στους κόλπους της ΕΕ που διαβεβαιώνουν μέσα από την αλληλεπίδρασή τους και τη μελλοντική της αποτυχία:
Πρώτον, το ιδεολογικό έλλειμμα της Ένωσης, ήτοι το γεγονός ότι είναι μέχρι στιγμής αδύνατο να καθοριστεί ένα πλαίσιο, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντικείμενο συλλογικής κάθεξης, των λόγων που η ενοποίηση θα έπρεπε να στηριχτεί ενεργά απ’ τη βάση των ευρωπαϊκών λαών και με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή η λαϊκή βάση να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της. Η απουσία στους κόλπους της ευρωπαϊκής οικογένειας αυτής της οντολογικής έρεισης των ανθρώπων για νόημα επικαλύπτεται από τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα διαμέσου του οικονομισμού, δηλαδή της αντίληψης ότι η διαδικασία ομοσπονδοποίησης θα πραγματοποιηθεί μέσω της αυτόματης εκχείλισης της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης στους πολιτικούς θεσμούς.
Και πράγματι, οι μόνοι λόγοι που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την παραμονή μιας χώρας στην Ε.Ε. είναι αμιγώς οικονομικοί, σε τέτοιο σημείο ώστε να κρίνεται ως πρόοδος μια ενδεχόμενη παραχώρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας προς όφελος της συμμετοχής υπό οποιουσδήποτε όρους σε μια ισχυρή οικονομικά ζώνη. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον υστερικό καταναλωτισμό που η απώλειά του λειτουργεί ως μορφή απειλής εκ μέρους της «σκεπτόμενης» φιλελεύθερης ελίτ προς τους πληθυσμούς, η πιο σοβαροφανής ίσως δικαιολόγηση του πρωτείου του οικονομικού έναντι του πολιτικού, ιδιαίτερα όσον αφορά στο ζήτημα της αιώνιας ειρήνης, πηγάζει απ’ τον μερκαντιλισμό ο οποίος θεωρεί πως οι δραστηριότητες θα πρέπει να στραφούν προς τις εμπορικές σχέσεις, εφόσον το εμπόριο παρουσιάζεται ως μια ήπια, εξευγενισμένη και εκπολιτισμένη πρακτική σε αντίθεση με την βάρβαρη και πολεμοχαρή «υψηλή» πολιτική. Πάντως, η μερκαντιλιστική πεποίθηση δεν δικαιώνεται απ’ την ιστορία και προσκρούει στην πραγματικότητα του συσχετισμού δυνάμεων στο διεθνές επίπεδο και της τάσης των εθνών-κρατών για μεγιστοποίηση του συμφέροντος τους ακόμα και εις βάρος της διεθνούς συνεργασίας όταν η ισχύς τους τούς το επιτρέπει. Η αναγνώριση του γεγονότος ότι το οικονομικό είναι πάντα το μέσο και δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει τους σκοπούς, παρά μόνο να τους συγκαλύπτει, αποτελεί και τη θεμελιακή προϋπόθεση έναρξης του δημοσίου διαλόγου σε πραγματικά πολιτικές βάσεις.
Δεύτερον, και σε άμεση συνάρτηση με το «ιδεολογικό έλλειμμα», βρίσκουμε την απουσία της πολιτικής κοινότητας η οποία θα καταστεί αναγκαία και ικανή συνθήκη ώστε να σηκώσει το βάρος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και να της προσδώσει φαντασιακή νομιμοποίηση μέσω της έκφρασης μιας ευρωπαϊκής γενικής βούλησης. Φυσικά, πολιτική κοινότητα σημαίνει καταρχήν και κατ’ ουσίαν νομιμοποιημένη εξουσία που ασκείται μέσα σε ένα σαφές θεσμικό υπόβαθρο από ένα συλλογικό υποκείμενο το οποίο αυτοχαρακτηρίζεται ως η πηγή της. Σε αντίθεση λοιπόν με τις Η.Π.Α. όπου η ομοσπονδοποίηση των πολιτειών ήρθε ως επιστέγασμα του ξεπεράσματος των τοπικών εχθροτήτων Βορρά – Νότου μέσα από την επίκληση του αμερικανικού έθνους, στην Ευρώπη διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο είναι ακατόρθωτο. Διακοσίων χρόνων εθνικισμοί είναι δύσκολο να ποδοπατηθούν από μια «από τα πάνω» οικονομική και θεσμική ενοποίηση και ίσως τελικά να υπάρχουν πολύ πιο σοβαροί λόγοι που οι πολίτες ζητούν μια στέγη εθνικού προστατευτισμού απ’ τις κλασικές κουλτουραλιστικές και ψυχολογίστικες αιτιολογίες των φιλελεύθερων περί «αρχαϊσμού», «επαρχιωτισμού», «νοσταλγίας» και «μελαγχολίας».
Μάλιστα, οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ούτως ή άλλως τη στρατηγική χρήση του εθνικισμού τόσο απ’ τα ισχυρά κράτη προκειμένου να συμμορφωθούν τα ανίσχυρα, όσο και απ’ τα ανίσχυρα κράτη προκειμένου να εισακουστούν οι ανάγκες τους που δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τους επιταχυνόμενους ρυθμούς της άτυπης κηδεμονικής συγχώνευσης των πολιτικών και οικονομικών διαδικασιών. Εφόσον οι πολίτες της Ένωσης διακρίνονται σε φορολογούμενοι διαφορετικών κρατικών προϋπολογισμών είναι εύλογο να προτάσσουν ως κοινό συμφέρον κυρίως το εθνικό και όχι το ευρωπαϊκό. Όπερ, η διαρκής διαμαρτυρία ότι δεν μπορούν οι πολίτες των χωρών του Βορρά να θυσιάσουν τη σχετική οικονομική ευμάρεια που τους παρέχει το Κράτος τους και να πληρώνουν διαρκώς την οικονομική αποτυχία των χωρών του Νότου δείχνει πως ενώ το εθνικό συμφέρον θα έπρεπε «ιδεατά» να φαντάζει ως μερικότητα μπρος στο ευρωπαϊκό αγαθό, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Τουναντίον, όσο πιο πολύ προχωρά τις τελευταίες δεκαετίες η διαδικασία ολοκλήρωσης τόσο περισσότερο τονώνεται ο εθνικός κατακερματισμός.
Η μόνη προσπάθεια που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είναι η συγκρότηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας ως «προνομία» σε σχέση με τη μη-ευρωπαϊκή ταυτότητα, δηλαδή η διευκόλυνση των υπηκόων της ΕΕ στο να μετακινούνται με σχετική άνεση εντός των τειχών της Ένωσης για εργασιακούς, καταναλωτικούς και τουριστικούς λόγους. Όμως, το πέρασμα από τα «δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη» στα «προνόμια των υπηκόων» δείχνει μια βαθιά διαστρέβλωση της έννοιας του «Ευρωπαίου πολίτη» όπου θα μπορούσε να στηριχτεί το ευρωπαϊκό εγχείρημα, η οποία στερείται κάθε νοήματος εφόσον δεν πηγάζει από μια κοινωνική τελικότητα και πολιτική αυτοπραγμάτωση, αλλά από μια εφήμερη διευθέτηση των ιδιωτικών προβλημάτων και υλικών απολαύσεων του κάθε ατόμου. Η κάλυψη όμως των καταναλωτικών αναγκών δεν είναι παρά ένα δευτερεύον στοιχείο της πολιτικής ζωής και είναι αδύνατον να μακροημερεύσει μια συναίνεση εντελώς ετερόκλητων οντοτήτων μονάχα σ’ αυτήν – κάτι που γίνεται ολοένα και πιο εμφανές μέσα στις συνθήκες οικονομικής και πολιτικής πειθάρχησης που επιβάλλονται στα κράτη-μέλη που αδυνατούν να τηρήσουν τους δημοσιονομικούς στόχους. Συν τοις άλλοις, η εξατομίκευση στο κοινωνικό πεδίο είναι τόσο άγρια, και εδώ ίσως να φαίνεται η επίδραση των από τα κάτω σ’ αυτό το αντιδημοκρατικό consensus, ώστε να φαντάζει η ΕΕ ως μια civitas maxima μόνο και μόνο εξαιτίας αυτών των ιδιωτικού τύπου μικρο-εγγυήσεων, σε τέτοιο σημείο ώστε να προκρίνεται μια ιδιόμορφη εθελοδουλεία που σιγά-σιγά αντικαθιστά την παραδοσιακή αντίληψη περί ελευθερίας, ακριβώς επειδή είναι σχεδόν αδιανόητο πλέον το ενδεχόμενο ενός αυτοπεριορισμού των υλικών και τεχνικών δυνάμεων προκειμένου να εκδιπλωθούν και να αναπτυχθούν οι δυνατότητες του πολιτικού αυτοκαθορισμού και της αυτοκυβέρνησης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Τρίτον, το γεγονός ότι η ίδια η θεσμική οργάνωση της Ε.Ε. πιθανότατα, για ευνόητους λόγους, δεν θα τροποποιηθεί αισθητά (κάτι που φάνηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας) ακόμη και μπρος στο ενδεχόμενο δημιουργίας μιας νέας πολιτειακής δομής, συνιστά ένα ακόμη βασικό συστατικό του διακυβερνητικού αδιεξόδου προς την ομοσπονδιακή ολοκλήρωση. Στον βαθμό που δεν διαφαίνεται έτοιμο το Κράτος να απεκδυθεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το έχουν διαμορφώσει κατά την ιστορική του εξέλιξη, παρά μόνο αυτό που πρακτικά μπορεί να συμβεί είναι να απορροφηθούν ορισμένα έθνη-κράτη από τις ηγεμονικές τάσεις άλλων υπό τη σκέπη της πολιτικής ένωσης, αυτό έχει ως αποτέλεσμα όλο το θεσμικό υπόβαθρο της ΕΕ να υποκύπτει στις εντολές των κρατών-μελών και επομένως να φαντάζει απλώς ως διαιτητής των ενδοκρατικών ανταγωνισμών και διεκπεραιωτής των εφαρμογών που επιβάλλει αυτός που έχει με το μέρος του το κύρος και το ξίφος. Μέσα σ’ αυτήν την πολιτική κατάσταση, η λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών συνεισφέρει ως ορμητήριο για τον συσχετισμό δυνάμεων και όχι ως όργανο αντιπροσώπευσης μιας ευρωπαϊκής λαϊκής κυριαρχίας.
Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο δηλαδή ότι απέχουμε πολύ απ’ τη φαντασίωση της θέσμισης μιας ΕΕ στις βάσεις της υποχώρησης της πολιτικής ισχύος του Κράτους προς όφελος της υπερεθνικής αλληλεγγύης. Η πρόσφατη εμπειρία στο επίπεδο των αποφάσεων αποδεικνύει περίτρανα πως η θεσμοθετημένη αλληλεγγύη απαιτεί ανταλλάγματα, πράγμα που σημαίνει πως παύει αυτομάτως να είναι αλληλεγγύη διότι χάνει το κατ’ εξοχήν οντολογικό της χαρακτηριστικό – το να προσφέρεται χωρίς ανταλλάγματα. Η μετακύλιση απ’ τη λογική της αλληλεγγύης των ισχυρών κρατών προς τα ανίσχυρα στη λογική της αυτοβοήθειας και της εξωτερικής βοήθειας με ανταλλάγματα όπου η πρώτη φαντάζει αδύνατη, όπως στην περίπτωση των κρατών-μελών του Ευρωπαϊκού Νότου, αναδεικνύει και τη μεταστροφή της διαδικασίας πολιτικής ολοκλήρωσης όπου αντί να θεμελιώνεται στην εθελούσια σύμπραξη ισότιμων εταίρων θα πραγματοποιηθεί τελικά μέσα από την ηγεμονική επικράτηση του γερμανικού παράγοντα και την εθελούσια απαλλοτρίωση της ανεξαρτησίας των υπολοίπων. Η στροφή απ’ την κατανομή της ευημερίας στην κατανομή των βαρών δημιουργεί μια «Ευρώπη δυο ή περισσοτέρων ταχυτήτων», όπου η άνιση ανάπτυξη πλέον θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη προκειμένου να εμπεδωθεί ο παραγκωνισμός της διανεμητικής δικαιοσύνης και να διατηρηθεί η αρχή της ανισότητας των κρατών-μελών κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης. Φυσικά, αυτή η εξέλιξη μαρτυρά την κιβδηλότητα της ίδιας της διαδικασίας ομοσπονδοποίησης της ΕΕ, εφόσον προκειμένου να επιτευχθεί μια γνήσια φεντεραλιστική ένωση απαιτείται γενναία αποδυνάμωση έως και εξαφάνιση του έθνους-κράτους και μια συντακτική επαναδιατύπωση των πολιτικών προτεραιοτήτων της κοινότητας.
Τέταρτον, τέλος, βρίσκουμε το δημοκρατικό έλλειμμα στην εσωτερική αρχιτεκτονική της ΕΕ όπου, πέραν των όποιων συγκρούσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των κρατών-μελών σε άτυπη βάση και θα μπορούσαν να αιτιολογηθούν από αγωνιστική σκοπιά, ούτε οι ίδιοι οι θεσμοί είναι δημοκρατικοί, ούτε οι αποφάσεις λαμβάνονται με δημοκρατικό τρόπο. Εδώ φυσικά βλέπουμε πως δημοκρατική ποιότητα και αποδοτικότητα τις περισσότερες φορές δεν συμβαδίζουν, με αποτέλεσμα μέχρι στιγμής πάντα να επιλέγεται η δεύτερη εις βάρος της πρώτης. Η πλήρης ανυπαρξία εκλογικών διαδικασιών αντιπροσώπευσης και ανακλητότητας στα αποφασιστικά όργανα της Ένωσης, ελεγκτικών μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου, θεσμών άμεσης συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων μαζί με ένα σύνολο ακόμα πιο ριζοσπαστικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας και άμεσης άσκησης της εξουσίας απ’ τους πολίτες σε τοπικό και ομοσπονδιακό επίπεδο αποδεικνύουν τον απόλυτο συγκεντρωτισμό της εξουσίας σε μια ολιγομελή ελίτ η οποία ελέγχεται πλήρως απ’ τους ισχυρούς κρατικούς δρώντες ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν δύναται να δράσει ως κοινή κυβέρνηση με ευρωπαϊκό λαϊκό έρεισμα και να νομιμοποιηθεί σαν εκτελεστική εξουσία.
Αυτή η απομάκρυνση του ευρωπαϊκού δημοσίου συμφέροντος απ’ τη βάση, ακριβώς επειδή η βάση δεν έχει κανένα θεσμικό τρόπο να συγκροτηθεί ως τέτοια, ίσως και να είναι υπεραρκετή σαν αιτία εξήγησης αυτού του κύματος αγανάκτησης των ευρωπαϊκών λαών κατά της υπερεθνικής γραφειοκρατίας και της αυξανόμενης τάσης για αποδοκιμασία του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ολοένα και περισσότερο η λειτουργία της ΕΕ να προσιδιάζει στη λογική των προνεωτερικών Αυτοκρατοριών και να κινείται στα όρια της συνδιαλλαγής για την υπεράσπιση των ταξικών προνομίων διαφόρων ομάδων πίεσης, πολυεθνικών καρτέλ, διεθνών λόμπι και φυσικά συγκεκριμένων κρατών-μελών, δημιουργώντας μ’ αυτόν τον τρόπο νέες κάστες προνομιούχων, προυχόντων, πατρικίων σε πλανητική κλίμακα. Πρόκειται για την πλήρη αδυνατότητα εξύψωσης της καθολικότητας του κοινού αγαθού πάνω απ’ τη μερικότητα των ιδιωτικών και εθνικών συμφερόντων. Η ΕΕ αναπαράγει με τον πλέον ορθολογικό τρόπο το πελατειακό καθεστώς που υποτίθεται ότι αντιπαλεύει.
Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω σοβαρά υπόψιν, είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί πως η απόλυτη ανικανότητα να ενταχθούν στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ζητήματα πολιτικής υφής τελικά αντιστρέφει τις βάσεις του κεντρικού διακυβεύματος της ΕΕ και των λόγων που οφείλει μια χώρα να είναι μέλος της. Ίσως και γι’ αυτόν τον λόγο να εξηγείται πως ενώ το φιλοευρωπαϊκό στρατόπεδο αυτοπροβάλλεται ως «ρεαλιστικό», δεν συνιστά παρά την πιο κρυστάλλινη επιτομή του «ιδεαλισμού» εφόσον ακόμη μένει προσκολλημένο στην αφετηριακή συζήτηση περί Ευρώπης εξαιρώντας, κατά το μάλλον ή ήττον, τη μορφή της διακυβερνητικής δομής της ΕΕ, τους πολιτικούς σκοπούς μιας τέτοιας προσπάθειας και κατά πόσο συμβαδίζουν με τα ίδια τα δυτικο-ευρωπαϊκά ιδεώδη του Διαφωτισμού, της χειραφέτησης, της ελευθερίας, της αδελφότητας, της δημοκρατίας και, τέλος, το ίδιο το γεγονός πως αντί για μια φεντεραλιστική ενοποίηση αυτό που θα λάβει χώρα θα είναι μια κηδεμονική συγχώνευση στα πλαίσια της ανισότητας. Διότι, μια συζήτηση έχοντας την εμφάνιση αυτών των δεδομένων με τη συγκεκριμένη τους μορφή στην ιστορική συγκυρία, αποδεικνύει πως μάλλον σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση και ευρωπαϊσμός δεν συμβαδίζουν, άρα, ως προς την υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οράματος και του δημοκρατικού φεντεραλισμού, η αποχώρηση από την ΕΕ φαντάζει η πλέον ρεαλιστική λύση. Και τούτο, κλείνοντας, οφείλουμε να το κατανοήσουμε συνυπολογίζοντας το πρόσφατο βατερλό του, κατά μια έννοια, «ευρω-λενινισμού» που προσπάθησε να προωθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω του αφηγήματος περί «κατάληψης της υπερ-κρατικής εξουσίας της ΕΕ» από προοδευτικές και αριστερές κυβερνήσεις με σκοπό έναν εκ των έσω και εργαλειακό μαρασμό του ευρωπαϊκού Λεβιάθαν μακροπρόθεσμα· αυτή η ατιμωτική πανωλεθρία είναι που ως εμπειρικό δεδομένο θα μας αναγκάσει αργά ή γρήγορα να επινοήσουμε νέες οδούς για μια πραγματικά δημοκρατική ευρωπαϊκή ομοσπονδία.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

O ορισμός του Μαλάκα.

http://wwwaristofanis.blogspot.gr/2015/08/o_25.html

Αυτό το καλοκαίρι , ήταν το καλοκαίρι των αποκαλύψεων . 
Αποκαλύφτηκε τελικά ότι ο Σύριζα δεν είχε κανένα σχέδιο , πόσο μάλλον και εναλλακτικό . Ο βασιλιάς Τσίπρας ήταν γυμνός από την αρχή , αλλά εμείς ήμασταν τυφλοί από την ελπίδα και δεν το βλέπαμε . 

Αποκαλύφτηκε ότι ο Βαρουφάκης ,
δεν ήταν μόνο ο γκουρού της οικονομίας , αλλά και ότι είχε και κάτι καταπληκτικά πουκάμισα στη ντουλάπα του . Αποκαλύφθηκε επίσης και ότι το να αναθέτεις σε ‘’αυθεντίες‘’ και σε πουκάμισα να λύσουν το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα , δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή .
Αποκαλύφτηκε ότι το μνημόνιο τελικά ήταν μονόδρομος και χωρίς εναλλακτική διαδρομή . Κι αν ο άλλος δρόμος ανοίγει περπατώντας , αυτό προϋποθέτει ανθρώπους με πόδια και όρεξη για περπάτημα .
Αποκαλύφθηκε ότι η εθνική κυριαρχία μέσα στην ευρωπαϊκή ένωση και το ευρώ , είναι ένα κενό σχήμα λόγου. 
Αποκαλύφθηκε ότι ο τσαμπουκάς μας κρατάει , μέχρι να μας κλείσουν τις τράπεζες 
Αποκαλύφτηκε ότι μπάτσος παραμένει μπάτσος , ακόμα και με αριστερή κυβέρνηση . 
Αποκαλύφτηκε ότι ο πρόσφυγας , παραμένει ο επί της γης κολασμένος , σε όποια χώρα και αν βρεθεί . 
Αποκαλύφτηκε ακόμα , ότι όταν δυσκολευόμαστε να συζητήσουμε το πολιτικοκοινωνικό , τη θέση του στο δημόσιο διάλογο την παίρνουν ασημαντότητες , όπως η περίπτωση του Σπαλίαρα . 
Ο οποίος με τη σειρά του μας αποκάλυψε , ότι δεν φτάνει μόνο να γυμνάζεις κοιλιακούς και να είσαι μοντέλο . Πρέπει και να προσέχεις να μην αμολάς κοτσάνες .
Από όσους πάντως ξεβρακώθηκαν φέτος το καλοκαίρι , προσωπικά προτιμώ τον Σπαλιάρα . Δεν ζήτησε ποτέ την ψήφο μου και η σαχλαμάρα του έβλαψε μόνο τον ίδιο και κανέναν άλλο .
Αποκαλύφθηκε επίσης ότι η αυτονομία στον έρωτα , είναι ίσως και ο ορισμός του Μαλάκα. Στην πολιτική αντίθετα , ο Μαλάκας φαίνεται από την ανάθεση και την εμπιστοσύνη του σε ….. ‘’ αριστερούς ‘’ !!!

Αποκαλύφτηκε για μια ακόμα φορά , ότι ο μόνος δρόμος είναι η αυτοοργάνωση από τα κάτω . Βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο που βρισκόμασταν πριν τέσσερα χρόνια , όταν το κίνημα γέμιζε τις πλατείες . 
Μόνο που τώρα οι πλατείες είναι αδειανές και οι παραλίες γεμάτες . Αποκαλύφθηκε δηλαδή , ότι στο τρίτο μνημόνιο , εμείς λείπαμε για διακοπές Καλό χειμώνα σύντροφοι .

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Αναρχοκομμουνισμός

http://www.provo.gr/anarchocommunism/

el-0045



ΚΑΘΕ κοινωνία που έχει καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία θα αναγκαστεί, υποστηρίζουμε, να οργανωθεί στις γραμμές της Κομμουνιστικής Αναρχίας. Η Αναρχία οδηγεί στον Κομμουνισμό, και ο Κομμουνισμός στην Αναρχία, που είναι και οι δυο τους όμοια εκφράσεις της κυρίαρχης τάσης στις σύγχρονες κοινωνίες, της αναζήτησης της ισότητας.
Υπήρξε κάποια εποχή όταν μια οικογένεια αγροτών μπορούσε να θεωρήσει το καλαμπόκι που καλλιεργούσε, ή τα μάλλινα ενδύματα που υφαίνονταν στην αγροικία, ως προϊόντα του δικού της κόπου. Αλλά ακόμα και τότε αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων δεν ήταν αρκετά σωστός. Υπήρχαν οι δρόμοι και οι γέφυρες που έγιναν από κοινού, τα έλη που στραγγίχτηκαν με κοινό κόπο, και τα κοινοτικά λιβάδια που περικλείστηκαν από φράκτες που συνεχώς επισκευάζονταν από τον καθέναν ξεχωριστά και από όλους μαζί. Εάν οι αργαλειοί για την ύφανση ή οι χρωστικές ουσίες για τον χρωματισμό των υφασμάτων βελτιώθηκαν, όλοι ωφελήθηκαν. Έτσι ακόμη και σε εκείνες τις ημέρες μια οικογένεια αγροτών δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνη, αλλά ήταν εξαρτώμενη με χίλιους τρόπους από το χωριό ή την κοινότητα.
Όμως σήμερα, στην παρούσα κατάσταση της βιομηχανίας, όταν όλα είναι αλληλοεξαρτώμενα, όταν κάθε κλάδος της παραγωγής είναι πλεγμένος μαζί με όλους τους υπόλοιπους, η προσπάθεια να αξιωθεί μια Ατομικιστική προέλευση για τα προϊόντα της βιομηχανίας είναι απολύτως αστήρικτη. Η καταπληκτική τελειότητα που έχει επιτευχθεί από τις κλωστοϋφαντουργικές ή τις μεταλλευτικές βιομηχανίες στις πολιτισμένες χώρες οφείλεται στην ταυτόχρονη ανάπτυξη χιλίων άλλων βιομηχανιών, μεγάλων και μικρών, στην επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου, στη δι-ωκεανική ναυσιπλοΐα, στη χειρωνακτική ικανότητα χιλιάδων εργαζόμενων, σε ορισμένα standards του πολιτισμού που έχουν επιτευχθεί από τις εργατικές τάξεις συνολικά, στην εργασία, εν ολίγοις, των ανθρώπων σε κάθε γωνία του πλανήτη.
Οι Ιταλοί που πέθαναν από χολέρα φτιάχνοντας το Κανάλι του Σουέζ, ή από αγκύλωση στη Σήραγγα του St. Gothard, και οι Αμερικανοί που σκοτώθηκαν από τις σφαίρες πολεμώντας για την κατάργηση της σκλαβιάς έχουν βοηθήσει να αναπτυχθεί η βαμβακοβιομηχανία στη Γαλλία και στην Αγγλία, καθώς επίσης και τα εργαζόμενα κορίτσια που λιώνουν στα εργοστάσια του Manchester και του Rouen, και ο εφευρέτης που (μετά από την πρόταση κάποιου εργαζομένου) πετυχαίνει τη βελτίωση των αργαλειών.
Πώς, λοιπόν, θα υπολογίσουμε το μερίδιο του καθενός στα πλούτη που ΟΛΟΙ συμβάλλουν να συσσωρεύονται;
Εξετάζοντας την παραγωγή από αυτήν την γενική, συνθετική άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τους Κολεκτιβιστές ότι η πληρωμή η ανάλογη με τις ώρες της εργασίας που έγιναν από τον καθένα θα ήταν μια ιδανική ρύθμιση, ή ακόμα και ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Χωρίς να συζητήσουμε εάν η αξία της ανταλλαγής των αγαθών μετριέται πραγματικά στις υπάρχουσες κοινωνίες από το ποσό της εργασίας της απαραίτητης να το παραγάγει — σύμφωνα με το δόγμα του Smith και του Ricardo, στα βήματα των οποίων ο Marx έχει ακολουθήσει – αρκεί αυτό να πω εδώ, αφήνοντας τους εαυτούς μας ελεύθερους να επιστρέψουμε στο αντικείμενο αργότερα, ότι το Κολεκτιβιστικό ιδανικό εμφανίζεται σε μας πως δεν μπορεί να στηριχθεί σε μια κοινωνία που θεωρεί τα όργανα της εργασίας ως κοινή κληρονομιά. Ξεκινώντας από αυτήν την αρχή, μια τέτοια κοινωνία θα βρισκόταν αναγκασμένη από το πολύ αρχικό της στάδιο να εγκαταλείψει όλες τις μορφές των αμοιβών.
Ο μετριασμένος ατομικισμός του κολλεκτιβιστικού συστήματος δεν θα μπορούσε βεβαίως να διατηρηθεί παράλληλα με έναν μερικό κομμουνισμό — την κοινωνικοποίηση της γης και των οργάνων της παραγωγής. Μια νέα μορφή ιδιοκτησίας απαιτεί μια νέα μορφή ανταμοιβής. Μια νέα μέθοδος παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει δίπλα-δίπλα με τις παλαιές μορφές κατανάλωσης, εκτός αν μπορέσει να προσαρμοστεί στις παλαιές μορφές πολιτικής οργάνωσης.
Το σύστημα αμοιβής προκύπτει από τη μεμονωμένη ιδιοκτησία της γης και των οργάνων της εργασίας. Ήταν ο απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, και θα χαθεί μαζί με αυτή, παρά την προσπάθεια να μεταμφιεστεί ως “μοίρασμα κερδών (μερίσματα)”. Η κοινή κατοχή των οργάνων της εργασίας πρέπει απαραιτήτως να φέρει μαζί της την απόλαυση από κοινού των καρπών της κοινής εργασίας.
Υποστηρίζουμε περαιτέρω ότι ο Κομμουνισμός είναι όχι μόνο επιθυμητός, αλλά ότι οι υπάρχουσες κοινωνίες, θεμελιωμένες πάνω στον Ατομικισμό, ωθούνται αναπόφευκτα προς στην κατεύθυνση του Κομμουνισμού. Η ανάπτυξη του Ατομικισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών αιώνων εξηγείται από τις προσπάθειες του ατόμου να προστατευθεί από την τυραννία του Κεφαλαίου και του Κράτους. Για κάποιο καιρό φαντάστηκε, και εκείνοι που εξέφρασαν τη σκέψη του για αυτόν δήλωσαν, ότι θα μπορούσε να ελευθερωθεί ολοκληρωτικά από το Κράτος και από την κοινωνία. “Με τη βοήθεια των χρημάτων,” είπε, “μπορώ να αγοράσω όλα όσα χρειάζομαι”. Αλλά ο άνθρωπος ήταν σε ένα λάθος δρόμο, και η σύγχρονη ιστορία τον έχει διδάξει να αναγνωρίσει ότι, χωρίς τη βοήθεια όλων, δεν μπορεί να κάνει τίποτα, έστω και αν τα χρηματοκιβώτιά του είναι γεμάτα με χρυσάφι.
Στην πραγματικότητα, παράλληλα με αυτό το ρεύμα του Ατομικισμού, βρίσκουμε σε όλη τη σύγχρονη ιστορία μια τάση, αφ’ ενός, να διατηρήσει όλα αυτά που παραμένουν από τον μερικό Κομμουνισμό της αρχαιότητας, και, αφ’ ετέρου, να καθιερώσει την Κομμουνιστική αρχή σε χίλιες εξελίξεις της σύγχρονης ζωής.
Μόλις οι κοινότητες των δεκάτου, ενδέκατου, και δωδέκατου αιώνων, πέτυχαν την απελευθέρωσή τους από τους κυρίους τους, εκκλησιαστικούς ή επαγγελματικούς, η κοινοτική τους εργασία και η κοινοτική τους κατανάλωση άρχισαν να επεκτείνονται και να αναπτύσσονται γρήγορα. Ο δήμος — και όχι ιδιώτες – ναύλωσε σκάφη και εξόπλισε αποστολές, και το όφελος που προέκυψε από το εξωτερικό εμπόριο δεν δόθηκε σε ιδιώτες, αλλά μοιράστηκε σε όλους. Οι δήμοι αγόρασαν επίσης παροχές για τους πολίτες τους. Ίχνη αυτών των ιδρυμάτων έχουν φθάσει μέχρι τον δέκατο ένατο αιώνα, και ο λαός λατρεύει με ευλάβεια τη μνήμη τους στους μύθους τους.
Όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί. Αλλά ο αγροτικός δήμος αγωνίζεται ακόμα να συντηρήσει τα τελευταία ίχνη αυτού του Κομμουνισμού, και πετυχαίνει — εκτός από τις φορές που το Κράτος ρίχνει το βαρύ ξίφος του πάνω σε αυτή την ισορροπία.
Εν τω μεταξύ νέες οργανώσεις, βασισμένες στην ίδια αρχή — σε κάθε άτομο σύμφωνα με τις ανάγκες του — αναπηδούν με χίλιες διαφορετικές μορφές. Γιατί χωρίς μια ορισμένη μαγιά Κομμουνισμού οι παρούσες κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Παρά τη στενή εγωιστική στροφή που δόθηκε στα μυαλά των ατόμων από το εμπορικό σύστημα, η τάση προς τον Κομμουνισμό εμφανίζεται συνεχώς, και επηρεάζει τις δραστηριότητές μας με ποικίλους τρόπους
Οι γέφυρες, για τη χρήση των οποίων ένας φόρος επιβλήθηκε τις παλαιότερες ημέρες, έχουν τώρα γίνει δημόσια ιδιοκτησία και ελεύθερες σε όλους. Το ίδιο έγινε με τις λεωφόρους, εκτός από την Ανατολή, όπου ένας φόρος πληρώνεται ακόμα από τον ταξιδιώτη για κάθε μίλι του ταξιδιού του. Μουσεία, ελεύθερες βιβλιοθήκες, ελεύθερα σχολεία, ελεύθερα γεύματα για τα παιδιά. Πάρκα και κήποι ανοικτοί σε όλους. Οδοί στρωμένοι και φωτισμένοι, ελεύθεροι σε όλους. Νερό που παρέχεται σε κάθε σπίτι χωρίς μέτρο ή όριο — όλες οι τέτοιου είδους ρυθμίσεις έχουν θεμελιωθεί πάνω στην αρχή: “Πάρτε ό,τι χρειάζεστε”.
Οι τροχιόδρομοι [τραμ] και οι σιδηρόδρομοι έχουν εισαγάγει ήδη τα μηνιαία και ετήσια εποχικά εισιτήρια, χωρίς περιορισμό στον αριθμό ταξιδιών που γίνονται. Και δύο έθνη, η Ουγγαρία και η Ρωσία, έχουν εισαγάγει στους σιδηροδρόμους τους το σύστημα ζώνης, το οποίο επιτρέπει στον κάτοχο να ταξιδέψει πεντακόσια ή χίλια μίλια με το ίδιο αντίτιμο. Είναι μόνο ένα μικρό βήμα από αυτό προς μια ομοιόμορφη δαπάνη, όπως ήδη συμβαίνει στην ταχυδρομική υπηρεσία. Σε όλες αυτές τις καινοτομίες, και χίλιες άλλες, η τάση δεν είναι να μετρηθεί η μεμονωμένη κατανάλωση. Ένα άτομο θέλει να ταξιδεψει χίλια μίλια, ένα άλλα πεντακόσια. Αυτές είναι προσωπικές απαιτήσεις. Δεν υπάρχει κανένας ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο κάποιος πρέπει να πληρώσει δύο φορές περισσότερο απ’ ό,τι ένας άλλος επειδή η ανάγκη του είναι δύο φορές μεγαλύτερη. Τέτοια είναι τα σημάδια που εμφανίζονται ακόμα και τώρα στις ατομικιστικές κοινωνίες μας.
Επιπλέον, υπάρχει μια τάση, αν και ακόμα αδύναμη, να εξεταστούν οι ανάγκες του ατόμου, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες ή πιθανές υπηρεσίες του στην κοινότητα. Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε την κοινωνία συνολικά, κάθε μέρος της οποίας συνδέεται τόσο στενά με τα άλλα ώστε μια υπηρεσία που παρέχεται σε ένα είναι μια υπηρεσία που παρέχεται σε όλους.
Όταν πηγαίνετε σε μια δημόσια βιβλιοθήκη — όχι πράγματι στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, αλλά, για παράδειγμα, στο Βρετανικό Μουσείο ή τη βιβλιοθήκη του Βερολίνου — ο βιβλιοθηκάριος δεν ρωτά ποιες υπηρεσίες έχετε παράσχει στην κοινωνία πρίν σας δώσει το βιβλίο, ή τα πενήντα βιβλία που ζητάτε, και έρχεται σε βοήθειά σας εάν δεν ξέρετε πώς να χειριστείτε τον κατάλογο. Με τη βοήθεια των ομοιόμορφων πιστοποιητικών — και πολύ συχνά μια συμβολή εργασίας προτιμάται — η επιστημονική κοινωνία ανοίγει τα μουσεία της, τους κήπους της, τη βιβλιοθήκη της, τα εργαστήριά της, και τα ετήσια συνέδριά της σε κάθε ένα από τα μέλη της, είτε εάν αυτό είναι ένας Δαρβίνος, είτε ένας απλός ερασιτέχνης.
Στην Αγία Πετρούπολη, εάν ασχολείστε με μια εφεύρεση, πηγαίνετε σε ένα ειδικό εργαστήριο ή ένα συνεργείο, όπου σας παρέχεται μια θέση, ο ξυλουργικός πάγκος, ένας τόρνος, όλα τα απαραίτητα εργαλεία και τα επιστημονικά όργανα, υπό τον όρο μόνο ότι ξέρετε πώς να τα χρησιμοποιήσετε και έχετε την άδεια για να εργαστείτε εκεί όσο χρόνο επιθυμείτε. Υπάρχουν τα εργαλεία. Κάνετε τους άλλους να ενδιαφερθούν για την ιδέα σας, ενώνεστε με συναδέλφους ειδικευμένους στις διάφορες τέχνες, ή εργάζεσθε μόνοι εάν το προτιμάτε. Εφευρίσκετε μια πτητική μηχανή, ή δεν εφευρίσκετε τίποτα – αυτό είναι δική σας υπόθεση. Ακολουθείτε μια ιδέα — αυτό είναι αρκετό.
Με τον ίδιο τρόπο, εκείνοι που επανδρώνουν τη ναυαγοσωστική λέμβο δεν ζητούν τα πιστοποιητικά του πληρώματος ενός βυθιζόμενου σκάφους. Πλησιάζουν με τη βάρκα τους, διακινδυνεύουν τις ζωές τους στα μανιασμένα κύματα, και χάνονται μερικές φορές, όλα αυτά για να σώσουν τα άτομα που ούτε γνωρίζουν. Και ποια ανάγκη υπάρχει να τους γνωρίζουν; “Είναι ανθρώπινα όντα, και χρειάζονται την βοήθειά μας — αυτό είναι αρκετό, να καθιερώσει το δικαίωμά τους — Στη διάσωση!”
Έτσι βρίσκουμε μια τάση, κατεξοχήν κομμουνιστική, να αναπηδά σε όλες τις πλευρές, και με διάφορες μορφές, στην ίδια την καρδιά των θεωρητικά ατομικιστικών κοινωνιών.
Υποθέστε ότι μια από τις μεγάλες πόλεις μας, τόσο εγωτιστική σε συνηθισμένους καιρούς, χτυπήθηκε αύριο από κάποια καταστροφή — μια πολιορκία, παραδείγματος χάριν — αυτή η ίδια η εγωιστική πόλη θα αποφάσιζε ότι οι πρώτες ανάγκες που θα έπρεπε να ικανοποιηθούν ήταν εκείνες των παιδιών και των ηλικιωμένων. Χωρίς να ρωτήσει ποιες υπηρεσίες είχαν παράσχει, ή ήταν πιθανό να δώσουν στην κοινωνία, θα τους τάιζε καταρχήν. Κατόπιν οι πολεμιστές θα φροντίζονταν για αυτούς, ανεξάρτητα από το θάρρος ή τη εξυπνάδα που κάθε ένας έχει επιδείξει, και χιλιάδες άνδρες και γυναίκες θα συναγωνίζονταν μεταξύ τους στην ανιδιοτελή αφοσίωση στους πληγωμένους.
Αυτή η τάση υπάρχει και γίνεται αισθητή μόλις ικανοποιούνται οι πιο επείγουσες ανάγκες του καθενός, και αναλογικά με το πόσο η παραγωγική δύναμη της φυλής αυξάνεται. Γίνεται μια ενεργή δύναμη κάθε φορά που μια μεγάλη ιδέα έρχεται να αντικαταστήσει τις μέσες έγνοιες της καθημερινής ζωής.
Πώς μπορούμε να αμφιβάλουμε, λοιπόν, ότι όταν τοποθετούνται τα όργανα της παραγωγής στην υπηρεσία όλων, όταν η επιχείρηση κατευθύνεται στις Κομμουνιστικές αρχές, όταν η εργασία, έχοντας ανακτήσει την τιμημένη της θέση μέσα στην κοινωνία, παράγει πολύ περισσότερο από όσο είναι απαραίτητο σε όλους — πώς μπορούμε να αμφιβάλουμε ότι αυτή η δύναμη (ήδη τόσο ισχυρή) θα διευρύνει τη σφαίρα δράσης της μέχρις ότου γίνει η κυβερνώσα αρχή της κοινωνικής ζωής;
Ακολουθώντας αυτές τις ενδείξεις, και εξετάζοντας περαιτέρω την πρακτική πλευρά της απαλλοτρίωσης, για την οποία θα μιλήσουμε στα επόμενα κεφάλαια, είμαστε πεπεισμένοι ότι η πρώτη υποχρέωσή μας, όταν η επανάσταση θα έχει σπάσει τη δύναμη που υποστηρίζει το παρόν σύστημα, θα είναι να πραγματοποιήσουμε τον Κομμουνισμό χωρίς καθυστέρηση.
Αλλά δικός μας δεν είναι ούτε ο Κομμουνισμός του Fourier και των Phalansteriens, ούτε των Σοσιαλιστών του Γερμανικού Κράτους-. Είναι ο Κομμουνισμός των Αναρχικών, — ο Κομμουνισμός χωρίς κυβέρνηση — ο Κομμουνισμός των Ελεύθερων. Είναι η σύνθεση των δύο ιδανικών που ακολουθούνται από την ανθρωπιά σε όλες τις ηλικίες — Οικονομική και Πολιτική Ελευθερία.

ΙΙ

Παίρνοντας την “Αναρχία” για το ιδανικό μας της πολιτικής οργάνωσης δίνουμε μόνο έκφραση σε μια άλλη χαρακτηριστική τάση της ανθρώπινης προόδου. Όποτε οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν αναπτυχθεί μέχρι ένα ορισμένο σημείο έχουν τινάξει από πάνω τους τον ζυγό της εξουσίας και έχουν βάλει στη θέση του ένα σύστημα θεμελιωμένο κατά προσέγγιση λίγο ή περισσότερο στις αρχές της προσωπικής ελευθερίας. Και η ιστορία μας δείχνει ότι αυτές οι περίοδοι της μερικής ή γενικής επανάστασης, όταν νικήθηκαν οι κυβερνήσεις, ήταν επίσης περίοδοι ξαφνικής προόδου και στον οικονομικό και στον διανοητικό τομέα. Τώρα είναι η απελευθέρωση των κομμούνων, τα μνημεία των οποίων, παραγόμενα από την ελεύθερη εργασία των συντεχνιών, δεν έχουν ξεπεραστεί ποτέ. Τώρα είναι η εξέγερση των αγροτών που επέφερε τον Ανασχηματισμό και έθεσε τον παπισμό σε κίνδυνο. Και έπειτα πάλι είναι η κοινωνία, η ελεύθερη για ένα μικρό διάστημα, η οποία δημιουργήθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού από τους αντάρτες του Παλαιού Κόσμου.
Περαιτέρω, εάν παρατηρήσουμε την παρούσα ανάπτυξη των πολιτισμένων λαών βλέπουμε, πιό αλάνθαστα, μια κίνηση που χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο στο να περιορίζει τη σφαίρα της δράσης της κυβέρνησης, και να επιτρέψει όλο και περισσότερη ελευθερία στο άτομο. Αυτή η εξέλιξη συνεχίζεται μπροστά στα μάτια μας, αν και καλύπτεται από τα ερείπια και τα σκουπίδια των παλαιών ιδρυμάτων και των παλαιών δεισιδαιμονιών. Όπως όλες οι εξελίξεις, περιμένει μόνο μια επανάσταση για να νικήσει τα παλαιά εμπόδια που στέκονται στον δρόμο, για να μπορέσει να βρεί ελεύθερο πεδίο σε μια αναδημιουργούμενη κοινωνία.
Αφού έχουν για πολύ προσπαθήσει μάταια να λύσουν το άλυτο πρόβλημα — το πρόβλημα να κατασκευάσουν μια κυβέρνηση “που θα περιορίσει το άτομο να υπακούει χωρίς να παύει να υπηρετεί την κοινωνία”, οι άνθρωποι προσπαθούν επιτέλους να ελευθερωθούν οι ίδιοι από κάθε μορφή κυβέρνησης και να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για οργάνωση από μια ελεύθερη σύμβαση μεταξύ ατόμων και ομάδων που ακολουθούν τον ίδιο στόχο. Η ανεξαρτησία κάθε μικρής εδαφικής μονάδας γίνεται μια επείγουσα ανάγκη. Η αμοιβαία συμφωνία αντικαθιστά το νόμο και ρυθμίζει παντού τα μεμονωμένα συμφέροντα λαμβάνοντας υπόψη ένα κοινό αντικείμενο.
Όλα αυτά που ειδώθηκαν κάποτε σαν μια λειτουργία της Κυβέρνησης σήμερα βρίσκονται υπό εξέταση. Τα πράγματα τακτοποιούνται ευκολότερα και πιό ικανοποιητικά χωρίς την επέμβαση του Κράτους. Και στη μελέτη της προόδου που σημειώνεται σε αυτήν την κατεύθυνση, οδηγούμαστε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η τάση της ανθρώπινης φυλής είναι να μειώσει την Κυβερνητική παρέμβαση στο μηδέν. Στην πραγματικότητα, να καταργήσει το Κράτος, την προσωποποίηση της αδικίας, την κατοχή, και το μονοπώλιο.
Μπορούμε ήδη να πιάσουμε τις αναλαμπές ενός κόσμου στον οποίο οι δεσμοί που δεσμεύουν το άτομο δεν είναι πλέον νόμοι, αλλά κοινωνικές συνήθειες — το αποτέλεσμα της ανάγκης που γίνεται αισθητή από τον καθένα μας να επιδιώξει την υποστήριξη, τη συνεργασία, τη κατανόηση των γειτόνων του.
Σίγουρα η ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς Κράτος θα προκαλέσει τουλάχιστον τόσες αντιρρήσεις όσο η πολιτική οικονομία μιας κοινωνίας χωρίς ιδιωτικό κεφάλαιο. Όλοι έχουμε μεγαλώσει από την παιδική ηλικία μας θεωρώντας το Κράτος σαν ένα είδος Πρόνοιας. Όλη η εκπαίδευσή μας, η Ρωμαϊκή ιστορία που μάθαμε στο σχολείο, ο Βυζαντινός κώδικας που μελετήσαμε αργότερα με το όνομα του Ρωμαϊκού νόμου, και οι διάφορες επιστήμες που διδάσκονται στα πανεπιστήμια, μας συνηθίζουν να πιστεύουμε στην Κυβέρνηση και στις αρετές του θεόσταλτου Κράτους.
Για να διατηρήσουν αυτήν την δεισιδαιμονία ολόκληρα συστήματα φιλοσοφίας έχουν διαμορφωθεί και έχουν διδαχθεί. Όλες οι πολιτικές είναι βασισμένες σε αυτήν την αρχή. Και κάθε πολιτικός, οποιουδήποτε χρώματος, έρχεται εμπρός και λέει στους ανθρώπους, “Δώστε μου τη δύναμη, και εγώ μπορώ και θέλω να σας ελευθερώσω από τις δυστυχίες που σας πιέζουν τόσο βαριά”.
Από την κούνια ως τον τάφο όλες οι ενέργειές μας καθοδηγούνται από αυτήν την αρχή. Ανοίξτε οποιοδήποτε βιβλίο κοινωνιολογίας ή νομολογίας, και θα βρείτε εκεί την Κυβέρνηση, την οργάνωσή της, τις πράξεις της, να γεμίζουν τόσο μεγάλο χώρο ώστε φτάνουμε να πιστεψουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από την Κυβέρνηση και τον κόσμος των πολιτικών.
Ο Τύπος μας διδάσκει το ίδιο πράγμα με κάθε τρόπο που μπορεί κανείς να φανταστεί. Ολόκληρες στήλες αφιερώνονται στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις και στις πολιτικές δολοπλοκίες. Η απέραντη καθημερινή ζωή ενός έθνους μόλις που αναφέρεται σε μερικές γραμμές όταν εξετάζεται σε σχέση με οικονομικά θέματα, νόμους, ή “διάφορα γεγονότα” σχετικά με αστυνομικές υποθέσεις. Και όταν διαβάζετε αυτές τις εφημερίδες, μετά βίας σκέφτεστε τον ανυπολόγιστο αριθμό όντων — όλη η ανθρωπότητα, περίπου — που μεγαλώνουν και πεθαίνουν, τα οποία γνωρίζουν τη θλίψη, που εργάζονται και καταναλώνουν, σκέφτονται και δημιουργούν έξω από τις λίγες προεξέχουσες προσωπικότητες που έχουν ενισχυθεί τόσο ώστε η ανθρωπότητα κρύβεται από τις σκιές τους οι οποίες διευρύνονται από την άγνοιά μας.
Και όμως μόλις περνάμε από το τυπωμένο θέμα στην ζωή την ίδια, μόλις ρίχνουμε μια ματιά στην κοινωνία, εκπλησσόμαστε από τον απειροελάχιστο ρόλο που παίζει η Κυβέρνηση. Ο Balzac παρατήρησε ήδη πώς τα εκατομμύρια των αγροτών περνούν το σύνολο της ζωής τους χωρίς να γνωρίζουν τίποτα για το Κράτος, εκτός από τους βαρείς φόρους που αναγκάζονται να πληρώνουν. Κάθε ημέρα εκατομμύρια συναλλαγών γίνονται χωρίς Κυβερνητική επέμβαση, και οι μεγαλύτερες από αυτές — εκείνες του εμπορίου και της ανταλλαγής — συνεχίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η Κυβέρνηση να μην καλείται να αναμιχθεί εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είχε την πρόθεση να μην εκπληρώσει την συμφωνία του. Εάν μιλήσετε σε ένα άτομο που καταλαβαίνει το εμπόριο θα σας πει ότι οι καθημερινές επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από τους εμπόρους θα ήταν απολύτως αδύνατες αν δεν βασίζονταν στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η συνήθεια να κρατά κανείς τον λόγο του, η επιθυμία να μην χάσει την πίστωσή του, αρκεί να διατηρήσει αυτήν την σχετική τιμιότητα. Το άτομο που δεν αισθάνεται τη μικρότερη τύψη όταν δηλητηριάζει τους πελάτες του με επιβλαβή φάρμακα που καλύπτονται με πομπώδεις ετικέτες σκέφτεται ότι είναι προς τιμήν του να κρατήσει τις δεσμεύσεις του. Τώρα, εάν αυτή η σχετική ηθική έχει αναπτυχθεί υπό τους παρόντες όρους, όταν ο πλουτισμός είναι το μόνο κίνητρο και ο μόνος στόχος, μπορούμε να αμφιβάλουμε για τη γρήγορη πρόοδό της όταν ο σφετερισμός των καρπών της εργασίας των άλλων δεν θα είναι πλέον η βάση της κοινωνίας;
Ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός, που χαρακτηρίζει ειδικά τη γενιά μας, μιλά ακόμα περισσότερο υπέρ των ιδεών μας. Είναι η συνεχής επέκταση του τομέα της επιχείρησης λόγω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και η καταπληκτική ανάπτυξη των ελεύθερων ομάδων όλων των ειδών. Θα το συζητήσουμε αυτό πιο αναλυτικά στο κεφάλαιο που αφιερώνεται στην Ελεύθερη Συμφωνία [Free Agreement, Κεφ. 11]. Είναι αρκετό να αναφέρουμε ότι τα γεγονότα είναι τόσο πολυάριθμα και τόσο συνήθη ώστε αυτά είναι η ουσία του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, ακόμα κι αν οι πολιτικοί και σοσιαλιστές συγγραφείς τα αγνοούν, προτιμώντας πάντα να μιλούν σε μας για τις λειτουργίες της Κυβέρνησης.
Αυτές οι οργανώσεις, ελεύθερες και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, είναι μια τόσο φυσική έκβαση του πολιτισμού μας. Επεκτείνονται τόσο γρήγορα και ομαδοποιούνται με πολύ μεγάλη ευκολία. Είναι ένα τόσο απαραίτητο αποτέλεσμα της συνεχούς αύξησης των αναγκών του πολιτισμένου ανθρώπου και τελικά, τόσο ευνοϊκά αντικαθιστούν την κυβερνητική παρέμβαση ώστε πρέπει να αναγνωρίσουμε σε αυτές έναν παράγοντα αυξανόμενης σπουδαιότητας στη ζωή των κοινωνιών. Εάν δεν είναι εξαπλωμένες ακόμα στο σύνολο των εκδηλώσεων της ζωής, είναι γιατί βρίσκουν ένα αξεπέραστο εμπόδιο στην ένδεια του εργαζομένου, στα απολιθώματα της παρούσας κοινωνίας, στον ιδιωτικό σφετερισμό του κεφαλαίου, και στο Κράτος. Καταργήστε αυτά τα εμπόδια και θα τις δείτε να καλύπτουν το απέραντο πεδίο της πολιτισμένης ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η ιστορία των τελευταίων πενήντα ετών δίνει μια ζωντανή απόδειξη ότι η Αντιπροσωπευτική Κυβέρνηση είναι ανίσχυρη να εκπληρώσει τις λειτουργίες που έχουμε επιδιώξει να δώσουμε σε αυτήν. Στις ημέρες που έρχονται ο δέκατος ένατος αιώνας θα αναφέρεται σαν ο αιώνας που έχει βεβαιώσει την αποτυχία του κοινοβουλευτισμού.
Αλλά αυτή η ανικανότητα γίνεται εμφανής σε όλους. Τα ελαττώματα του κοινοβουλευτισμού, και οι έμφυτες ατέλειες της αντιπροσωπευτικής αρχής, είναι αυτονόητα, και οι λίγοι φιλόσοφοι που έχουν κάνει μια κριτική μελέτη αυτών (J. S. Mill και Leverdays) το έκαναν αλλά δίνουν λογοτεχνική μορφή στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Δεν είναι δύσκολο, πράγματι, να φανεί η γελοιότητα της ονομασίας μερικών ατόμων και των λεγομένων τους σε αυτούς, “Κάνετε νόμους που ρυθμίζουν όλες τις σφαίρες της δραστηριότητάς μας. Αν και ούτε ένας από σας δεν ξέρει τίποτα για αυτά!”
Αρχίζουμε να βλέπουμε ότι η κυβέρνηση των πλειοψηφιών σημαίνει ότι παραδίδονται όλες οι υποθέσεις της χώρας σε επιθεωρητές που αποτελούν τις πλειοψηφίες στη Βουλή και στις εκλογικές επιτροπές. Σε εκείνους, με μια λέξη, οι οποίοι δεν έχουν καμία δική τους άποψη. Αλλά η ανθρωπότητα επιδιώκει και βρίσκει ήδη τα νέα ζητήματα.
Η Διεθνής Ταχυδρομική Ένωση, οι σιδηροδρομικές ενώσεις, και οι μορφωμένες κοινωνίες μας δίνουν παραδείγματα λύσεων βασισμένων στην ελεύθερη συμφωνία στον χώρο και τη θέση του νόμου.
Σήμερα, όταν οι ομάδες οι διασκορπισμένες παντού επιθυμούν να οργανωθούν πάνω σε ένα αντικείμενο ή κάποιο άλλο, δεν εκλέγουν πλέον το διεθνές Κοινοβούλιο του Jacks-of-all-trades. Όχι, όπου δεν είναι δυνατό να συναντηθούν άμεσα ή να γίνει μια συμφωνία με αλληλογραφία, εκπρόσωποι ειδικευμένοι στο ζήτημα στέλνονται για να διαπραγματευθούν, με τις οδηγίες: “Προσπάθησε να έρθεις σε μια συμφωνία σε αυτά και αυτά τα ζητήματα, και επέστρεψε έπειτα όχι με έναν νόμο στην τσέπη σου, αλλά με μια πρόταση της συμφωνίας που μπορεί να δεχθούμε ή να μην δεχθούμε”.
Τέτοια είναι η μέθοδος των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων, των μορφωμένων κοινωνιών, και ενώσεων κάθε είδους, οι οποίες καλύπτουν ήδη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και τέτοια πρέπει να είναι η μέθοδος μιας απελευθερωμένης κοινωνίας. Επιφέροντας την απαλλοτρίωση, η κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει να οργανώνεται πάνω στην αρχή της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Μια κοινωνία που έχει θεμελιωθεί πάνω στην δουλοπαροικία είναι σύμφωνη με την απόλυτη μοναρχία. Μια κοινωνία που βασίζεται στο σύστημα αμοιβών και την εκμετάλλευση των μαζών από τους κεφαλαιοκράτες βρίσκει την πολιτική έκφρασή της στον κοινοβουλευτισμό. Αλλά μια ελεύθερη κοινωνία, που επανακτά την κατοχή της κοινής κληρονομιάς, πρέπει να επιδιώξει, σε ελεύθερες ομάδες και ελεύθερες ομοσπονδίες ομάδων, μια νέα οργάνωση, σε αρμονία με τη νέα οικονομική φάση της ιστορίας.
Κάθε οικονομική φάση έχει μια πολιτική φάση που αντιστοιχεί σε αυτήν, και θα ήταν αδύνατο να αγγιχτεί η ιδιοκτησία χωρίς να βρει συγχρόνως έναν νέο τρόπο πολιτικής ζωής.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Πολιτική και δημοκρατία στον αντεστραμμένο κόσμο

http://www.respublica.gr/2015/08/column/politics-democracy-reversed-world/

pm-31707-large
Μέσα στον πραγματικά αντεστραμμένο κόσμο,
η αλήθεια είναι μια στιγμή του ψεύδους
Γκυ Ντεμπόρ (1967)
Μιλώντας για πολιτική, με τη γνήσια και σχετικά πεπαλαιωμένη σημασία της λέξης, αυτό που συνήθως εννοούμε είναι εκείνη τη συλλογική δραστηριότητα που έχει ως κατ’ εξοχήν αντικείμενο τη συνολική θέσμιση της κοινωνίας με τρόπο ρητό και διαυγή. Βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μιας πολιτικής κοινότητας η οποία, ως τέτοια, οριοθετεί ένα minimum πλαίσιο κοινών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δίνουν τη δυνατότητα για ενεργό συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις ώστε οι ζωντανοί, συγκεκριμένοι και έχοντες ένα πρόσωπο αναγνωρίσιμο από τους άλλους άνθρωποι να συντίθενται μέσα από το, ή/και να αντιτίθενται στο, αφηρημένο, «ιδεατό» και κανονιστικά συγκροτημένο υποκείμενο της κοινότητας. Ακριβώς αυτό το αντικείμενο και αυτές οι προϋποθέσεις είναι που ώθησαν τον Αριστοτέλη να προσδιορίσει την πολιτική ως δραστηριότητα αρχιτεκτονική· εκεί όπου το άτομο, όντας «φύσει» πολιτικό ον κατά τον σταγειρίτη διδάσκαλο, μπορεί και σφυρηλατείται μέσα στον κοινό κόσμο της πράξης και της ομιλίας, λαμβάνει μέρος στην πολιτική λειτουργία της κοινότητάς του η οποία και τον αφορά άμεσα, την τροποποιεί και τη μετασχηματίζει ώστε αυτή να εναρμονίζεται με τους ευρύτερους φαντασιακούς σκοπούς και τις δομίζουσες συντεταγμένες που προσανατολίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις.
Φαίνεται να έχουμε γυρίσει σελίδα απ’ αυτήν την κατάσταση. Αυτό που βλέπουμε να συντελείται μπρος στα μάτια μας είναι η παρακμή της πολιτικής βούλησης ακριβώς τη στιγμή που είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Άνθρωποι τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς επιμένουν να μας εξηγούν μέσα από στατιστικά στοιχεία, γκάλοπ, αρθρογραφίες γνώμης και powerpoint παρουσιάσεις στα αμφιθέατρα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Η οργάνωση της κοινωνικής ζωής παίρνει διαζύγιο από το πολιτικό βούλεσθαι, η Ιστορία αποσύρεται λαβωμένη, η δημόσια σφαίρα κατεδαφίζεται: όλα είναι πλέον ζήτημα σωστής και «έξυπνης» διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης σ’ έναν πολιτικό μονόδρομο δίχως σταυροδρόμια και το ενδεχόμενο αλλαγής πορείας. Η έκλειψη του ζήλου για τα κοινά και τη μοίρα της κοινωνίας, η κονιορτοποίηση της πολιτικής στράτευσης, ο ενταφιασμός του επαναστατικού φαντασιακού φαίνεται να κάνουν να αναδυθεί ένα νέο ήθος στη διαπαιδαγώγηση του πολίτη, μια αναιμική, γλυκανάλατη και θεαματική έξις, μια προσομοίωση του πολιτικού πράττειν που εκδιπλώνεται μακριά απ’ την αφοσίωση, την αυταπάρνηση, το σθένος και το θάρρος που απαιτεί το μεγαλείο του δημόσιου χώρου, το ένδοξο τίμημα του να εξυψώσουμε το πολιτειακό αγαθό πάνω απ’ τον εαυτό μας.
Ας ξεχάσουμε την πολιτική δέσμευση όπως την ξέραμε: επίπονη, χρονοβόρα, υπομονετική, απαιτητική, έλλογη, συλλογική, με το ενδεχόμενο να θυσιάσουμε ακόμη και τη ζωή μας να είναι πάντα ανοιχτό. Σήμερα, η ιδιότητα του πολίτη λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του hobby, της χαλαρής «ανάπαυλας» απ’ τον ημερήσιο μόχθο. Το δημοκρατικό σφρίγος και η ζωντάνια καταπνίγονται μέσα στους τοίχους της οικιακής άνεσης, η ευκολία που μας παρέχει το πάτημα ενός πλήκτρου, η γοητεία του «select», ανακηρύσσουν τον ακτιβισμό του καναπέ σε νέα δημόσια αρετή: online ψηφοφορίες, δημοσκοπήσεις, διαδικτυακές καμπάνιες, ανταλλαγή εικόνων, κοινοποιήσεις, status με όσα σκεφτόμαστε, ανώνυμοι σχολιασμοί. Ο πολιτισμός της οθόνης υπόσχεται να λύσει όλα τα προβλήματα γρήγορα και αναίμακτα, για εμάς και χωρίς εμάς – η γραφειοκρατία εκσυγχρονίζεται, γίνεται διαδραστική και αναζητά εναγωνίως το feedback των μαζών, η εξουσία από πειθαρχική και προστατική γίνεται «in» και ευκτική, καλαίσθητη, επικοινωνιακή, μοιράζει ευθύνες. Από την αυτοοργάνωση των πολιτών, τις μικρές και αυθόρμητες δημοκρατίες της γειτονιάς, του συνεταιρισμού, των συνδικαλιστικών οργάνων στους εργασιακούς χώρους, των πολιτικών ζυμώσεων σε ενδιάμεσους τόπους κοινωνικοποίησης, των συνελεύσεων στις πλατείες των πόλεων και των συνομοσπονδιών περνάμε στη λογική του διαδικτυακού self-service, στο μάρκετινγκ κατασκευής πολιτικών αναγκών. Στις μέρες μας, χάρη στην τεχνολογική επανάσταση των τηλεπικοινωνιών, μπορούμε να είμαστε πολιτικά ενεργοί απ’ το σπίτι, να συμμετέχουμε εξ αποστάσεως χωρίς να χρειαστεί να διακόψουμε τη ροή της ενημέρωσης, το chat, την εικονική ανθρωποφαγία, τον αυνανισμό, τις «εμπειρίες», την επεξεργασία των φωτογραφιών μας.
Στην online δημοκρατία, η σωτηρία όλου του κόσμου παρουσιάζεται σαν υπόθεση λίγων δευτερολέπτων, μέσα στην απόλυτη ηδονή της ακαριαιότητας, απαιτώντας απλώς μια ελάχιστη οριακή συμμετοχή: παστίλιες για τον πόνο του άλλου, ένα like κατά της οικολογικής καταστροφής, παυσίπονα κατά της ξενοφοβίας, μια εικόνα προφίλ με το σήμα κατά του AIDS, καταπολέμηση της φτώχειας με ένα SMS, έκτακτες εισφορές αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, ψευτο-υιοθέτηση ενός παιδιού με ειδικές ικανότητες για κατοικίδιο από κάποιον ποδοσφαιρικό αστέρα, Ice Bucket Challenge, βιντεομανία απόκρυφων γνώσεων και μυστικών αληθειών στο YouTube, καμπάνιες πολυεθνικών εταιριών κατά του ρατσισμού, ανακοινώσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που εκπέμπουν «SOS», hashtags, 300 καθηγητές πανεπιστημίων που συνιστούν το τέλος της λιτότητας, ανώνυμοι hackers που «απειλούν» να φέρουν την ισότητα, διαδικτυακές ψηφοφορίες για κάθε ενοχλητική λεπτομέρεια, ανάδειξη του νικητή της Eurovision με «αμεσοδημοκρατικές» διαδικασίες, εθνικά δημοψηφίσματα που έχουν τελικά το ειδικό βάρος μιας δημοσκόπησης. Εκεί που η πολιτική οκνηρία βασιλεύει, η συμμετοχή σερβίρει μια δημοκρατία μηδέν τοις εκατό. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αυτό που μας καλούν να διαπιστώσουμε τα ταλέντα των διαφημιστών είναι πως, εν τη απουσία ενός κοινού κόσμου, εμείς οι ίδιοι είμαστε το «event», το αντικείμενο της πράξης: «ο κόσμος είσαι εσύ». Εξεγερσιακό σύνθημα γραμμένο σε κάποιον ετοιμόρροπο τοίχο των παριζιάνικων μπανλιέ; Μάλλον σκηνοθετημένο σποτ ναρκισσιστικής ευφορίας σε ένα σύμπαν απόλυτης υπεροχής της διαχείρισης των πραγμάτων, της ολοένα και μεγαλύτερης πραγμοποίησης των ανθρώπων, της μεταμόρφωσης των λαών από «πηγή κάθε εξουσίας» σε κοινή γνώμη, του αριθμητικού εξαντικειμενισμού των πληθυσμών.
Η λανθάνουσα εμφάνιση του δημοσίου πράγματος, η εμφάνιση που στρέφεται προς τα μέσα, προς τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι προς έναν εμπράγματο κόσμο είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημάδι της αισθητής αποπραγματοποίησης αυτού του κοινού κόσμου, με το θεάρεστο έργο της ανοικοδόμησης να γίνεται ζήτημα σχεδιασμού μιας παγκόσμιας υπερκουλτούρας η οποία δεν αναφέρεται στους συμπαγείς πραγματικούς δεσμούς και στην αυθεντικότητα των χειρονομιών, των συλλογικών παραστάσεων, των idola tribus, των ιδιαίτερων τρόπων κοινωνικότητας ανά περιοχή, της κοινής ευπρέπειας και της αστυακής πολιτοφροσύνης που συνέχει τον δημόσιο χώρο αλλά στον πολλαπλασιασμό της ομοιότητας, στη διαμόρφωση ενός γενικού μέσου όρου πέρα από τάξεις, εθνικές ιδιαιτερότητες και τοπικές παραδόσεις. Τούτη η κοσμοπολιτοποίηση, ο πλανητικός μικροαστισμός της κινητικότητας, της μετανάστευσης, του νομαδισμού, της φυγής δεν είναι παρά η πολιτισμική έκφραση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας του «T.I.N.A.». Μόνο μέσα στην πιο χυδαία πολτοποίηση δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μόνο στον αέναο εκσυγχρονισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων προς την ομοιομορφία και τον κομφορμισμό επικρατούν οι φωνές των «δομικών προσαρμογών» έναντι του ριζικού μετασχηματισμού, μόνο η εξαφάνιση της δημόσιας σφαίρας θα μπορούσε να επιτρέψει το μονοπώλιο των σημασιών. Μέσα σ’ αυτό το νέο status quo, η εδραίωση της δικτύωσης και του ιντερνετικού «κλικτιβισμού» που τόσο πολύ εκθειάζονται απ’ τους χειραφετημένους θεατές, ακριβώς αυτήν την αποπραγματοποίηση έρχεται να επισφραγίσει: η μεν κοινωνική δικτύωση να λειτουργεί ως περίφραξη του res publica εν μέσω προσέλκυσης και ένταξης των ατόμων σε προπολιτικές ομάδες ομοίων, με τα πάλαι ποτέ γκρουπούσκουλα να εξελίσσονται σε forums και Facebook groups, και ο δε κλικτιβισμός να αποτελεί τη θεαματική αναπαράσταση ενός συνόλου κοινωνικοπολιτικών πρακτικών οι οποίες έχουν λιποτακτήσει απ’ την πραγματική ζωή και έχουν καταντήσει ένα simulacrum στον εικονικό γαλαξία του παγκόσμιου ιστού.
Αν κάτι αξίζει να τονιστεί παρά ταύτα, είναι πως τούτη η συλλογική παραίτηση και ο άνευ διαστάσεων αποπροσανατολισμός των κοινωνιών δεν υπονοούν επ’ ουδενί μια αποπολιτικοποίηση με την αυστηρή έννοια του όρου. Μάλλον το επίδικο είναι η μετάλλαξη των πολιτικών αντιλήψεων: η στιγμιαία πολιτική μας δέσμευση, η ανεύθυνη συμμετοχικότητα σε συλλογικές διαδικασίες, η μεταμοντέρνα ανεκτικότητα στους όρους με τους οποίους παίζεται το πολιτικό παιχνίδι, η πλήρης εξαΰλωση της διακινδύνευσης και της περιπέτειας των επαναστατικών οραμάτων, ο υποβιβασμός της ιδιότητας του πολίτη σε καταναλωτικό «προνόμιο», ο περιορισμός της λαϊκής διαμαρτυρίας στον χρονικό ορίζοντα της ημερήσιας ψυχικής διάθεσης, η εξημέρωση των πολιτικών συγκρούσεων από την ηδονοβλεπτική οπτικοποίηση της δημόσιας αντιπαράθεσης. Αποτέλεσμα, να φουλάρουμε το πολιτικό ρεζερβουάρ, να μπουκώνουμε την πραγματικότητα με εικόνες, πληροφορίες, «επικαιρότητα», ενημέρωση και επικοινωνία ώστε να κερδίσουμε τις εντυπώσεις μέχρι αηδίας, μέχρι να έρθουμε σε έναν μεταβουλιμικό κορεσμό με συνέπεια να θέλουμε πολύ γρήγορα να απαλλαχτούμε απ’ όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας ως πολιτικά όντα μέχρι νεωτέρας.
Η ξέφρενη επιτάχυνση των διαδικασιών που συνεπάγονται η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και η online δημοκρατία οδηγούν όχι σε μια γνήσια αποπολιτικοποίηση αλλά σε μια μινιατουροποίηση της πολιτικής: ασφαλώς και θέλουμε να συμμετέχουμε στις διαδικασίες αλλά χωρίς να ξεβολευτούμε απ’ τις μικροανέσεις μας και να αφιερώσουμε χρόνο, ασφαλώς και θέλουμε να υπάρχουν εκλογές ασχέτως που είμαστε αρκετά μορφωμένοι ώστε να κατανοήσουμε πως «αν οι εκλογές αλλάζανε τα πράγματα θα ήταν παράνομες», η προοπτική μιας στρατιωτικής δικτατορίας ή της ανόδου του φασισμού μας τρομάζουν αλλά και το γεγονός ότι έχουμε συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες δεν σημαίνει ότι πρέπει να τις «εκμεταλλευόμαστε» και να τις ασκούμε κιόλας ώστε να διεκδικήσουμε τους όρους μιας καλύτερης ζωής, η ατέρμονη κατανάλωση πολιτικών απόψεων λίγο έως καθόλου επηρεάζει τη συνολική μας νοοτροπία και ηθική στάση απέναντι στις καταστάσεις, το κομματικό ολιγοπώλιο και η απαλλοτρίωση της εξουσίας απ’ τους επαγγελματίες πολιτικούς θεωρούνται ακόμη κι επιθυμητά ως φαινόμενα αν είναι σε θέση να εγγυηθούν τη διασκέδαση και τις μικροαπολαύσεις μας. Στον απόηχο της γενικευμένης επιτρεπτικότητας, η προαίρεσις απορρέει από μια υφέρπουσα διανεμητική της ένοχης συνείδησης υφαίνοντας τον παραλογισμό του «όλοι με όλους», ένα μεταμοντέρνο fair play που πατάει πάνω στο σόφισμα «όλα είναι σχετικά» και τη σιωπηρή ομοφωνία ότι τίποτα δεν δύναται να αλλάξει, ότι όλα όσα ήταν να γίνουν έχουν ήδη γίνει και τώρα μονάχα μας απομένει η ρύθμιση του εμπειρικού υλικού πάνω στο πέρασμα της μη-γεγονότητας.
Η εξάτμιση των πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συγκρούσεων κάνουν να αναδυθεί μια ευέλικτη και ελαστική προσήλωση στις δημόσιες υποθέσεις, δίχως κοινωνική αναφορικότητα, λατρευτικές καταβολές σε κάποια παράδοση και αντίκτυπο στους πραγματικούς ανθρώπινους δεσμούς παρά μονάχα στην κωδικοποίηση ενός υποκειμενίστικου «μου αρέσει». Το μόνο που μας απομένει είναι να ανακυκλωνόμαστε από την είδηση της ημέρας. Ο αλτρουισμός, η αυταπάρνηση, το ιδεώδες της λαϊκής αυτεξουσιότητας, το ήθος της ελευθερίας, το να ζεις για τον άλλον προκαλούν αλλεργία· έτσι, κάνει την εμφάνισή της μια κοινωνιομετρική ετεροστρέφεια που μας ωθεί να κοινοποιήσουμε το γεγονός ότι έχουμε ευαισθησίες, ότι έχουμε ακόμη αυτήν την πολύτιμη ικανότητα του «να νιώθουμε». Πρόκειται για την οπισθοχώρηση της στρατευμένης πολιτικής δράσης, εκείνης δηλαδή της δέσμευσης που καθοδηγείται από την ιστορική συνείδηση, με το επαναστατικό πρόταγμα να μην είναι απλώς ασκήσεις επί χάρτου ή υπόθεση διδακτορικών ερευνητών αλλά κυρίως να εγκολπώνεται στη δημιουργία μιας «αντι-κοινωνίας» μέσα στην κοινωνία με άλλες αξίες και αρχές, με αυθεντικές σχέσεις ριζωμένες στον καθημερινό βίο. Εφόσον επιτελείται μια τέτοιου είδους μετάλλαξη, να τη η ιδιάζουσα νεοσυγκινησιακή ιδεολογία που βγαίνει στο προσκήνιο, η εμφάνιση μιας post historicum πολιτικής διαδικασίας που δεν σχετίζεται με τον κόσμο αλλά κυρίως με την τόνωση του «Εγώ», με την επιμέλεια της εαυτότητας και όχι με τον κοινωνικό αυτομετασχηματισμό, με την φροντίδα των ενοχών μας και όχι με το άνοιγμα στην ετερότητα. «Τάξη εναντίον τάξης»; Μάλλον ψυχολογικοποίηση του πολιτικού, μεταμφίεσή του σε ιδιωτική υπόθεση, σάρωση των ταξικών αντιθέσεων από το καταναλωτικό σύστημα σημείων και την ιεραρχική κλίμακα των προσφερόμενων επιλογών, ταύτιση του ιδεολογικού με το επικοινωνιακό, της συλλογικής δράσης με την αγελαία αισθητική της μαζικής κοινωνίας.
Οι συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις που αδυνατούν να μεταφραστούν σε ποσοτική ισοδυναμία αποδυναμώνονται· το ίδιο συμβαίνει και με το σύνολο των προσωπικών δεσμών και του αρχέγονου πλέγματος αμοιβαιότητας και ανταπόδοσης που συνέχουν τον κοινωνικό ιστό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σύγχρονη τεχνολογία έρχεται προκειμένου να διευθύνει τη συγκρότηση του υποκειμένου. Η ασταμάτητη ανανέωση του εικονικού μας προφίλ δεν είναι παρά η κατ’ εξοχήν έκφραση της διαδικασίας προσωποποίησης που αντικαθιστά την προσωπικότητα, την εμφάνιση προσώπων στη δημόσια σφαίρα, σ’ έναν κοινό για όλους τόπο. Οι επιπτώσεις στην πολιτική είναι ραγδαίες: η προσωποποίηση της δημόσιας διαβούλευσης κάνει τα πάντα πλέον να λέγονται σε «πρώτο πρόσωπο», οι αποστάσεις που απαιτεί η ευγένεια και η ευπρέπεια ώστε να γίνουμε ακουστοί από τους άλλους και οι άλλοι από μας μειώνονται δραματικά, ο καθένας πλέον καλείται να μιλήσει στον εαυτό του και μόνο σ’ αυτόν προκειμένου να ακουστεί απ’ τους άλλους, η «δόξα» στα λόγια των πολιτών μεταφέρεται στον αστερισμό του trash, του κουτσομπολιού, των εξομολογήσεων. Στην εποχή που σηματοδοτείται από τη γενικευμένη λατρεία του εαυτού, εκεί που ο καθένας το μόνο που αναγνωρίζει ως χρέος του είναι η διαχείριση της εικόνας του, εξέχουσα θέση στη δημόσια αντιπαράθεση λαμβάνει το ad hominem, τα «χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση», οι αποκαλύψεις όλων των μυστικών, η λογική του «ξεβρακώματος», η κουλτούρα του σοκ. Ως εκ τούτου, η ταξική πάλη και ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων παραγωγής, η πολιτική διαμάχη και οι δυνατότητες αναδιανομής της εξουσίας προς τα κάτω, η επαναστατική αναγέννηση της κοινωνίας σε ψυχικό, ηθικό και πνευματικό επίπεδο δείχνουν να είναι ουτοπικές αιθεροβασίες που αφορούν μονάχα τους «ξενέρωτους». Πλέον, οφείλουμε ν’ αφήσουμε τις περιπέτειες της κοινής πράξης και της συλλογικής διάνοιας έξω απ’ τις ανησυχίες μας· όλα είναι ζήτημα προσώπων, όχι εγγενών συστημικών αντιφάσεων. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αντικαταστήσουμε τους βρόμικους με τους καθαρούς, τους σάπιους πολιτικούς με ένα φρέσκο προσωπικό, τις ιδεολογικά φορτισμένες αφηγήσεις με την τεχνοκρατική ουδετερότητα, το παλιό με το νέο, να φέρουμε στην εξουσία αυτούς «που γνωρίζουν», αυτούς «που αξίζουν», να προγραμματίσουμε εν τέλει μια καλαισθητική αναβάθμιση στα debates και στα τηλεπαράθυρα αφήνοντας άθικτο όλο το δομικό υπόβαθρο του πολιτικού και οικονομικού συστήματος.
Τα πάντα στον ενικό λοιπόν, μια εθνικών διαστάσεων παρέα σε home cinema έκδοση, μια pop εθνική ενότητα, μια τυραννία της οικειότητας, ένα infotainment που υπόσχεται να μας απαλλάξει απ’ τη σοβαρότητα που απαιτεί η πολιτική αντιπαράθεση, το βασανιστικό ερώτημα «τι είδους ζωή θέλουμε». Όσο πιο πολύ η πολιτική αποστασιοποιείται απ’ την ανθρώπινη υπόσταση, όσο πιο πολύ καθορίζεται από τα αφηρημένα μαθηματικά μοντέλα στον κόσμο του πλασματικού, τόσο πιο πολύ οι «από τα κάτω» πραγματοποιούν απέλπιδες προσπάθειες να της δώσουν μια ανθρώπινη διάσταση, ένα οικείο πρόσωπο, να την σφηνώσουν μέσα σε «ατάκες», αστεϊσμούς, αυτοσαρκασμό: η παρωδία, το «trolling», η παιγνιώδης αντιμετώπιση των πολιτικών καταστάσεων, ο αποκαθαρμένος από τα αντιεξουσιαστικά του χαρακτηριστικά σαρκασμός, η σχετική ιδιωτικοποίηση του γέλιου και η αποϊεροποίηση του χιούμορ συνθέτουν ένα ψυχοκοινωνικό κολαστήριο «φιλικότητας» συνοδευόμενο από τα ψυχρά χαμόγελα που απαιτούν τα φωτογραφικά φλας της πανοπτικής απογύμνωσης από κάθε νόημα. Εφόσον η παρακμή ακμάζει δίχως προηγούμενο, εφόσον η κατάρρευση είναι προ των πυλών, το μόνο που μας απομένει είναι να διασκεδάσουμε μέχρι τελικής πτώσεως, μέχρι η λήθη και ο παλιμπαιδισμός να μας εξαιρέσουν από κάθε ευθύνη και υπόνοια σκέψης. Όλα γίνονται προσωπική ομολογία, ενδομυχίστικη φανέρωση, μεταηθική εκφραστικότητα· η εξουσία μας δίνει τη δυνατότητα να παραγνωριστούμε μεταξύ μας μέσα στην αβάσταχτη ελαφρότητα της επικοινωνίας: «μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε, μπορείτε να πείτε ό,τι να ‘ναι, αλλά, για τ’ όνομα του Θεού, μην τολμήσετε να περάσετε στην πράξη!»
Ο μαξιμαλισμός όσων μπορούν να ειπωθούν πηγαίνει χέρι-χέρι με τον μινιμαλισμό όσων μοιάζουν ότι δεν μπορούν να γίνουν· αυτά τα τελευταία άλλωστε είναι η δουλειά που καλείται να αναλάβει το άκαμπτο και σχεδόν αδιαπέραστο σύμπλεγμα εξουσιαστικών δομών: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Eurogroup, τα Υπουργεία Αλληλεγγύης, οι ριζοσπάστες χαρτογιακάδες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι επαγγελματίες επαναστάτες, οι Οίκοι Αξιολόγησης, οι κυβερνήσεις της Αριστεράς, τα λόμπι των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα αναγνωρισμένα δίκτυα ακτιβιστών, η Greenpeace, η UNICEF και το Avaaz. Όσο για μας, με μια ετήσια συνδρομή σε κάποιο ίδρυμα, λίγο εθελοντισμό, αρκετά κλικ και την αποπληρωμή των φόρων μας στην ώρα τους, θα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι ως δραστήριοι και ενεργοί πολίτες και, επομένως, να μην απαιτείται να σπαταλούμε τον ελεύθερο χρόνο μας σε σοβαρά πράγματα. Καθώς όμως η σύγκρουση θα γίνεται όλο και πιο πρωτόγονη μέσα στον ολοκληρωτικό εκσυγχρονισμό, η ιστορική εντροπία θα ανασύρει από το χρονοντούλαπο με τον πιο πεισματικό τρόπο τα πλέον πανάρχαια διλήμματα για το μέλλον. Δίπλα στη διερώτηση γύρω απ’ τον ενάρετο βίο, το ζήτημα της ελευθερίας, της πολιτικής οργάνωσης των κοινοτήτων, των τρόπων με τους οποίους η κοινωνία θα κληθεί να συνεργαστεί για τον δαμασμό της οικονομικής αναγκαιότητας και το ξεπέρασμα του εμπορεύματος, ο 21ος αιώνας έρχεται να προσθέσει μια νέα στιβάδα στα ερωτήματα: με τη live δημοκρατία των σφυγμομετρήσεων, της online πολιτικοποίησης, των τηλεμαραθώνιων, της ψηφιακής πολιτειότητας, των προγνωστικών, της μοναξιάς, της «κοινής γνώμης» και του επικοινωνιακού φαταλισμού ή με την άμεση δημοκρατία των λαϊκών συνελεύσεων, των καντονιών, των sections, της ομοσπονδιοποίησης και του δευτεροβάθμιου συντονισμού των πόλεων σε Συντακτική Εθνοσυνέλευση, της θέσμισης των προϋποθέσεων ενός σώματος ελευθέρων πολιτών. Σ’ αυτόν τον ανομολόγητο κοινωνικό πόλεμο μεταξύ των νεοπλήβειων και της Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας, οι συνθήκες μας φέρνουν προ των ευθυνών μας, να στυλώσουμε την μικρής κλίμακας και ανθρώπινων διαστάσεων δημοκρατική οργάνωση προκειμένου να υποδεχτούμε την επαναστατημένη εποχή μετά την Μεγάλη Κατάρρευση.