Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Για μια κοινωνία σε κρίση...

Επειδή κάποια πράγματα στη μεταφορά χάνονται, σκέφτηκα να αντιγράψω μερικά αποσπάσματα από το «Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση» του Κ. Καστοριάδη –σε μια προσπάθεια να ξεκαθαριστούν οι όροι του σημερινού κοινωνικού διαλόγου. Ή αν θέλεις, για να γίνει  κατανοητή η ρήση περί «νέων εχθρών, όπλων και μετρήματος» του Νίκου Νικολαϊδη που δεσπόζει δίπλα στα κείμενα που διαβάζεις. Οι τίτλοι των κομματιών που έχω αντιγράψει καθώς και τα έντονα γράμματα είναι δικές μου προσθέσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται ο συγγραφέας ή το βιβλίο.

Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Σε πολιτικό πεδίο, στις πρώτες προσπάθειες του προλεταριάτου να οργανωθεί, ο καπιταλισμός απαντάει κατά κανόνα με την καταπίεση, ανοιχτή ή καμουφλαρισμένη. Νικημένος πολύ γρήγορα σ΄αυτό το πεδίο, κατέληξε, στο άκρο μιας μακριάς καμπύλης της ιστορικής εξέλιξης, να κάνει τις ίδιες τις πολιτικές εργατικές οργανώσεις βασικούς τροχούς της λειτουργίας του. Κι αυτό όμως επιφέρει ενδιαφέρουσες μεταβολές στο σύνολο του συστήματος: η καπιταλιστική «δημοκρατία» δεν μπορεί να λειτουργήσει δίχως ένα μεγάλο «ρεφορμιστικό» κόμμα, πού με τη σειρά του δεν μπορεί να είναι μια απλή και σκέτη μαριονέτα των καπιταλιστών (γιατί θα έχανε τότε τις εκλογικές του βάσεις και δε θα μπορούσε πια να εκπληρώσει τη λειτουργία του), αλλά πρέπει να είναι επίσης ένα κόμμα «κυβέρνησης» (και πολύ συχνά στην κυβέρνηση).  Αυτό το κόμμα αναγκαστικά δανείζει την απόχρωσή του και στο «συντηρητικό» κόμμα... Έτσι (και σε σχέση και με άλλους παράγοντες επίσης), ο καπιταλισμός, αφού αντιστάθηκε για μεγάλο διάστημα στην ιδέα μιας ανάμιξης του κράτους στις οικονομικές υποθέσεις (που θεωρούνταν «επαναστατική» και «σοσιαλιστική»), φτάνει τελικά να την υιοθετήσει και να στρέψει προς όφελός του την εργατική πίεση ενάντια στις συνέπειες της αυτόματης λειτουργίας της οικονομίας, για να εγκαταστήσει μέσω του κράτους έναν έλεγχο στην οικονομία και στην κοινωνία που να εξυπηρετεί στο τέλος της γραφής τα συμφέροντά του....
Γι΄αυτό η σύγχρονη κοινωνία, είτε ζει κάτω από ένα καθεστώς «δημοκρατικό» είτε «δικτατορικό», είναι στην πραγματικότητα πάντα ολοκληρωτική.  Γιατί η κυριαρχία των εκμεταλλευτών πρέπει, για να διατηρηθεί, να κατακλύσει όλους τους τομείς της δραστηριότητας και να προσπαθήσει να τους υποτάξει. Οτι ο ολοκληρωτισμός δεν παίρνει πια τις ακραίες μορφές που είχε περιβληθεί με τον Χίτλερ ή τον Στάλιν, οτι δεν χρησιμοποιεί πια ως προτιμώμενο μέσο την τρομοκρατία, δεν αλλάζει σε τίποτα το ζήτημα κατά βάθος. Η τρομοκρατία δεν είναι παρά ένα από τα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εξουσία για να συντρίψει τη δραστηριότητα κάθε αντιπολίτευσης –αλλά δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη ούτε πάντα η πιο αποδοτική. Η «ειρηνική» χειραγώγηση των μαζών, η βαθμιαία αφομοίωση των οργανωμένων αντιπολιτεύσεων μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές.

Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Μια γραφειοκρατική κοινωνία είναι μια κοινωνία που έχει κατορθώσει να μεταμορφώσει την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού σε πληθυσμό μισθωτών, μην αφήνοντας έξω από τις σχέσεις του μισθωτού (και της συνακόλουθης ιεραρχίας) παρά στρώματα περιθωριακά (5% αγρότες, 1% καλλιτέχνες, διανοούμενους και πόρνες)...

Από μια ορισμένη στιγμή, η γραφειοκρατικοποίηση, η διεύθυνση των δραστηριοτήτων από τους ιεραρχικούς μηχανισμούς, γίνεται η ίδια η λογική αυτής της κοινωνίας, η απάντησή της σε όλα. Στο σημερινό στάδιο, η γραφειοκρατικοποίηση έχει από αρκετό καιρό ξεπεράσει τις σφαίρες της παραγωγής, της οικονομίας, του κράτους και της πολιτικής. Η κατανάλωση είναι δίχως αμφιβολία γραφειοκρατικοποιημένη, με την έννοια οτι ούτε ο όγκος της ούτε η σύνθεσή της είναι πια αφημένες στους αυτόματους μηχανισμούς της οικονομίας και της ψυχολογίας (η «ελεύθερη εκλογή» του καταναλωτή δεν έχει ποτέ υπάρξει, εννοείται, σε μια αλλοτριωμένη κοινωνία), αλλά αποτελούν το αντικείμενο μιας δραστηριότητας χειραγώγησης όλο και πιο προωθημένης αντίστοιχων ειδικευμένων μηχανισμών (υπηρεσίες πώλησης, διαφήμιση και έρευνες της αγοράς κλπ). Οι ανέσεις οι ίδιες γραφειοκρατικοποιούνται...
Η γραφειοκρατική οργάνωση επιφέρει μια άλλη συνέπεια, επίσης σημαντική –την καταστροφή της υπευθυνότητας. Από την τυπική της άποψη, η γραφειοκρατική οργάνωση σημαίνει τη διαίρεση των υπευθυνοτήτων: οι τομείς της διοίκησης και του ελέγχου πρέπει να είναι καθαρά καθορισμένοι και οριοθετημένοι και κατά συνέπεια οι υπευθυνότητες κατακερματισμένες. Αλλά ο κατακερματισμός αυτών των τομέων που προωθείται όλο και περισσότερο –έκφραση της διαδικασίας της αυξανόμενης διαίρεσης της εργασίας στους κόλπους της γραφειοκρατίας της ίδιας –οδηγεί στο τέλος σε μια καταστροφή της υπευθυνότητας.

ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ
Από έναν αιώνα, ο τεϋλορισμός, κατόπι η ψυχολογία και η «βιομηχανική» κοινωνιολογία δοκίμασαν να πραγματοποιήσουν αυτόν τον τετραγωνισμό του κύκλου: να κατορθώσουν ώστε οι εκμεταλλευόμενοι και αλλοτριωμένοι εργάτες να εργάζονται σα να μην ήταν τέτοιοι, εκείνοι στους οποίους η πρωτοβουλία είναι απαγορευμένη να παίρνουν ασυνήθη πρωτοβουλία όταν αυτή είναι «αναγκαία», δηλαδή συνέχεια, εκείνοι που είναι εντελώς αποκλεισμένοι απ΄όλα να συμμετέχουν σε κάτι. Η λύση σ΄αυτό το πρόβλημα δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα χιλιοστό ύστερα από έναν αιώνα. Οι μάταιες προσπάθειες των βιομηχανικών κοινωνιολόγων να «μεταρυθμίσουν» τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στη βιομηχανία δεν κατέληξαν παρά σε μια διακόσμηση όμοια μ΄αυτή των κηπαρίων που περιστοιχίζουν τα σύγχρονα εργοστάσια.

Δεν πρόκειται εδώ για φιλοσοφία κι εμείς δε λέμε οτι ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός είναι αντίθετος στην ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, και ο καθένας θα μπορούσε ήδη να πει οτι ακριβώς γι΄αυτόν το λόγο ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο, και οτι συνεπώς ο καπιταλιστικός γραφειοκρατικός στόχος είναι ουτοπικός. Αλλά αυτός ο συλλογισμός μένει ακόμα φιλοσοφικός, συνεπώς αφηρημένος. Ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο και παρουσιάζει μια ευπλαστότητα σχεδόν ατελεύτητη μέσα στην πρακτική, θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σχεδόν σε αντικείμενο, και υπήρξε πράγματι στην ιστορία....
Η άποψή μας είναι κοινωνιολογική και ιστορική: Ετούτη η κοινωνία του σύγχρονου καπιταλισμού, μέσα σε μια κίνηση αυτομεταμόρφωσης, δεν μπορεί, ακόμα και για μερικά χρόνια, να μεταμορφώσει τα υποκείμενά της σχεδόν σε αντικείμενα, επί ποινή άμεσης κατάρρευσης. Ο καρκίνος που την τρώει είναι οτι ταυτόχρονα πρέπει να προσπαθεί συνέχεια να πραγματοποιεί αυτή τη μεταμόρφωση.

Μια κρίση της κοινωνίας είναι από την ίδια της την ουσία μια σύντομη μεταβατική περίοδος. Αν, κατά τη φάση της εξάρθρωσης της κατεστημένης οργάνωσης, οι μάζες δεν επέμβουν, αν δε βρουν στον ίδιο τους τον εαυτό την αναγκαία δύναμη και συνείδηση για να εγκαθιδρύσουν μια νέα κοινωνική οργάνωση, τα παλιά κυρίαρχα στρώματα (ή άλλοι σχηματισμοί) θα την επανακτήσουν και θα επιβάλουν τον προσανατολισμό τους. Η κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί το κενό. Για να μπορέσει η ζωή να συνεχίσει, πρέπει να επιβληθεί μια οποιαδήποτε «τάξη». Στην απουσία της δράσης των μαζών που θα άνοιγε μια επαναστατική διέξοδο, η ζωή θα επαναληφθεί πάνω στα παλιά πρότυπα περισσότερο ή λιγότερο βελτιωμένη, κατά τις περιστάσεις και τις ανάγκες των εκμεταλλευτών.

(Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό –ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, εκδόσεις ύψιλον, 1987)

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η ιδεολογία του «λούζερ» και η Αριστερά




πηγή: press project
Του Κωνσταντίνου Πουλή

Το ερώτημα των ημερών δεν είναι βεβαίως αν και πότε θα πτωχεύσουμε και με ποιους όρους. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι τέτοια ερωτήματα δεν είναι  για την αφεντιά μας. Θα μας πληροφορήσουν αρμοδίως, κατόπιν εορτής («Μην είστε ανυπόμονοι», που έλεγε κι ο Βενιζέλος σε μια συνέντευξη τύπου). Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς εξηγείται η ανοχή του κόσμου, πώς εξηγείται αυτή η παραζάλη που κάνει τους ανθρώπους να καταπίνουν καμήλες σχεδόν αδιαμαρτύρητα. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις, αρχίζω λοιπόν με μία και έπονται κι άλλες.Ο λαϊκός τύπος του τίμιου βιοπαλαιστή έχει εδώ και καιρό παραδοθεί στη χλεύη. Ο ηττημένος της ζωής δεν μπορεί να είναι ήρωας, είναι απλώς κακομοίρης. Ο σημερινός άνθρωπος θεωρεί γελοίο τον ηρωισμό του φτωχού παλικαριού. 



Η εποχή μας δεν μπορεί να γεννήσει τους τύπους που υποδύονταν ο Βέγγος ή ο Τσάπλιν, που έλαμπαν δια της κοινωνικής τους συντριβής. Επιβιώνουν οι ταινίες χάρη στο χιούμορ, αλλά είναι αδύνατο να καταλάβουμε τις αντίστοιχες δραματικές ταινίες ή τα λαϊκά τραγούδια. Ο Ξανθόπουλος γίνεται ανέκδοτο όχι γιατί δεν μας αρέσει ως ηθοποιός, αλλά γιατί δεν επικοινωνούμε με τον κόσμο του. Το «εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες» του Καζαντζίδη το αντικατέστησε ο ηρωισμός της πιστωτικής κάρτας. Ταυτοχρόνως εξαφανίζεται η περηφάνια για τα ροζιασμένα χέρια του εργάτη που ιδρώνει για το ψωμί του, και δεν θεωρείται πια ντιντής ο άντρας που τα μαλακά χεράκια του δεν άγγιξαν πηλοφόρι και μυστρί.
Κατ’ ακριβή αντιστοιχία, ο πλούσιος δεν ντρέπεται πια για την αδικία. Απατεώνες ψευδοεπιχειρηματίες συγκροτούν ένα σύμπαν ολόκληρο όπου η ατιμία δεν είναι ντροπή. Η δημόσια ζωή μας βρίθει από αστέρες της αρπαχτής: αρπαχτής πολιτικής, επιχειρηματικής, ταχαμουαθλητικής, ταχαμουπολιτιστικής κ.ο.κ. Παλαιά αμαρτήματα ξεχνιούνται, τρέχοντα αμαρτήματα ρυθμίζονται. 


Ποιος μπορεί με το χέρι στην καρδιά να πει όχι μόνο ότι θεωρεί απόπατο της ζωής το αστραφτερό λαμόγιο της κοσμικής Αθήνας, αλλά και να πει στο παιδί του ότι είναι προτιμότερο να σε αδικούν παρά να αδικείς, όπως έλεγε ο παππούς Πλάτων;
Η αλλαγή είναι κολοσσιαία: διαβάζουμε για τους εξεγερμένους της Κομμούνας και κατά βάθος το μόνο που μετράει, πριν τις αναλύσεις ή την πολιτική έκβαση, είναι ότι είχαν δίκιο. Ότι ήταν ηθικά δικαιωμένοι. Η πρώτη και μεγαλύτερη ήττα της Αριστεράς, λοιπόν, πριν τα ανεξήγητα μικρά ποσοστά στις εκλογές και δημοσκοπήσεις, είναι πως στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας εξακολουθούν μεν να υπάρχουν φτωχοί, αλλά αυτοί οι φτωχοί δεν θεωρούνται πια αθώα θύματα του συστήματος. Θεωρούνται «λούζερς», πατημένες τσίχλες. 


Η ατιμία μπορεί να μην είναι ντροπή, αλλά η φτώχια είναι. Μέσα στο πέλαγος των υποτιθέμενων ίσων ευκαιριών αναζητούν κι αυτοί να τρυπώσουν κάπου. Μιμούνται το ντύσιμο των αστών και προτιμούν να φορούν καθαρό πουκάμισο στη δουλειά, ακόμη και αν αμείβονται πολύ λιγότερο από χειρώνακτες. Δεν είναι μόνο η απουσία συγκεκριμένης πρότασης, όπως συνήθως λέγεται, που δεν αφήνει την Αριστερά να παίξει έναν ρόλο στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την κρίση και τη ζωή τους μέσα σ’ αυτήν. Είναι που κατά βάθος οι συμπολίτες μας θέλουν μια καλύτερη θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν θέλουν να πειραματίζονται με επαναστάσεις και άλλους κόσμους.
Όταν είχε πάει ο Θεοτοκάς στην Αμερική τη δεκαετία του ’50, αυτό που τον είχε εντυπωσιάσει ήταν ότι ο φτωχός εκεί «φέρει το στίγμα αυτού που δεν τα κατάφερε», του αποτυχημένου. Έτσι θωρακίζεται λέει αυτή η χώρα απέναντι στον Κομμουνισμό, με τις ευκαιρίες που προσφέρει στον καθένα να ξεφύγει από την τάξη του. 


Ο εργάτης, συνεχίζει, αισθάνεται μια αλληλεγγύη για το καθεστώς, αφού «είναι κι αυτός κατά κάποιον τρόπο μέτοχος της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και εισπράττει ένα είδος μέρισμα». Ο Θεοτοκάς οραματίζεται τον κλητήρα που γίνεται μετά πρέσβης, σε μια φαντασίωση πληρωμένη από την αμερικανική κυβέρνηση, που κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού του και φρόντισε να δημοσιευτεί το δοκίμιό του στις πιο απίθανες γλώσσες. Οι ιδιοτελείς ύμνοι του Θεοτοκά προς την Αμερική θα είχαν πολύ μικρή σημασία αν δεν επρόκειτο για έναν μύθο που διαπερνά τη σημερινή ιδεολογία. Η ισότητα ευκαιριών είναι το κατεξοχήν σύνθημα που εκφράζει τη νέα μικροαστική τάξη (Τσουκαλάς). Η σιωπή των θυμάτων εξηγείται από το γεγονός ότι τα θύματα έχουν τις ίδιες αντιλήψεις και τα ίδια ιδανικά στον τομέα των συμπεριφορών και των αξιών με τους θύτες (Αλαίν Τουραίν). 



Η αξία που διαπερνά όλα τα στρώματα είναι μία: η επιτυχία. Αν είσαι επιτυχημένος ποδοσφαιριστής, έμπορος ναρκωτικών, ζωγράφος, αστροφυσικός ή επίσκοπος, αν είσαι ποιητής ή αν σχεδιάζεις ακριβά ηλεκτρονικά γκατζετάκια, έχει μικρή σημασία. Όλα σε μια πλατινένια Αμέρικαν Εξπρές καταλήγουν (Πουλής). Έτσι, ο άνθρωπος που επωμίζεται ως ατομική ντροπή το μαύρο ριζικό του, μπορεί να πετύχει ή να μην πετύχει, να γίνει ή να μη γίνει τσιράκι του αφεντικού του, αλλά ένα πράγμα δεν μπορεί να διανοηθεί: να διεκδικήσει άλλη συλλογική μοίρα. Η «επίκαιρη ερώτηση» της περιόδου λοιπόν, τώρα που φαίνεται ότι διαλύονται οι ψευδαισθήσεις των ίσων ευκαιριών και ότι τη ζωή που φανταζόταν ο μικροαστός δεν θα τον αφήσουν να τη ζήσει, είναι αν θα τολμήσει να εξεγερθεί όχι απέναντι στις αναποδιές της ζωής που τον άφησαν στην άκρη, αλλά απέναντι σε ένα σύστημα που παράγει ανισότητα.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ ΠΟΙΑΝΟΥ ΟΜΩΣ

ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ

Το ζήττημα του κουρέματος είναι έντονα γνωστό στους τσελιγκάδες και τσοπαναρέους που καλούν μάλιστα σε βοήθεια τα κοντινά χωριά να τους βοηθήσουν. Το κούρεμα των προβάτων συνήθως γίνεται την άνοιξη, μετά το Πάσχα, προτού πιάσουν οι ζέστες. Είναι πράγματι μια ιεροτελεστία η εποχή του κουρέματος. Οταν μάλιστα τα μέσα που διέθεταν ήταν το κλασικό ψαλίδι. Μετά βγήκαν οι ηλεκτρικές μηχανές.

Το κάλεσμα των τσελιγκάδων για βοήθεια στο κούρεμα εύρισκε μεγάλη ανταπόκριση γιατί κατέληγε σε πανηγύρι. Υπήρχε σε αφθονία γίδα βραστή με θρούμπι και άφθονη ποικιλλία τυριών και καθένας που συμμετείχε στη βοήθεια του κουρέματος γύριζε σπίτι του φορτομένος με γαλακτοκομικά προϊόντα.


Γι΄αυτό με ενοχλεί αφάνταστα το πλιάτσικο από τους τοκογλύφους να το λένε κούρεμα. Θέλω να θυμίσω στον αξιότιμο κύριο Πρωθυπουργό την παροιμία με τον λυκο που τον κουρεύανε κι αυτός έλεγε που παν τα πρόβατα. Ο λύκος είχε τη ψευδαίσθηση ότι τον κουρεύουν για να τον απαλλάξουν από το πυκνό τριχωμά του, να μην ζεσταίνεται. Δεν ειχε αντιληφθεί ότι τον κουρεύουν για να τους διευκολύνει στο γδάρσιμο που θα επακολουθούσε. Δυστυχως αυτή η λαϊκή παροιμία ταιριάζει απόλυτα με τον δυστυχή ελληνικό λαό που τον κουρεύουν χωρίς να υποψιάζεται ότι θα επακολουθήσει γδάρσιμο.


Εκείνο που με αγανακτεί εείναι ότι οι διαχειριστές του γδαρσίματος είναι απόγονοι του Χίτλερ. Αυτοί οι αδιόρθωτοι Ούνοι, αυτοί οι αδίσταχτοι εγκληματίες του τριτου ράιχ που δολοφόνησαν εξήντα εκατομύρια ανθρώπους από τους λαούς που κατέκτησαν άδικα στην Ευρώπη και στ Βαλκάνια, που τ΄πωρα επιχειρούν να την κατακτήσουν με άλλα μέσα στον ίδιο σκοπό.


Γι΄αυτό θα ήταν καλό να υπενθυμίσουμε στην κυρία Μέρκελ πως εάν διασχίσει την Ελλάδα από το βορά προς το Νότο θα διαπιστώσει το μεγαλείο του "πολιτισμού" τους, την βαρβαρότητα του τρίτου ράιχ στο Δίστομο, τη Καισαριανή, τη Μεγαλόπολη, το Μονοδένδρι, τα Καλάβρυτα και σε όλη την Ελλάδα θα δει τα διάσπαρτα μνήματα των δολοφονημένων ελλήνων από τους συμπατριώτες της.


Ημεγαλοψυχία του ελληνικού λαού που την αντλεί από την ιστορία του και τον πολιτισμό του σας συγχώρεσε όμως σας συνιστώ την προσοχή στη συμπεριφορά σας γιατι ο ελληνικό λαός όπως ξέρει να συγχωρεί ξέρει και να τιμωρεί. Θα ήταν φρόνιμο κυρία Μέρκελ να ρίξετε μια ματιά στην ιστορία μας Ισως σας βοηθήσει να γνωρίσετε τον αδούλωτο ελληνικό λαό.


Για να σας δώσω μια εικόνα για το τι έγινε όταν οι Ούνοι του τρίτου ράιχ εισέβαλαν στην Ελλάδα για να την κατακτήσουν,στην ουσία  δεν την κατέκτησαν ποτέ, γι΄αυτό δολοφονούσαν ασύστολα τον ελληνικό λαό. Και θέλω να αφιερώσω στη κυρία Μέρκελ την απάντηση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στον Ιμπραήμ το 1821.


"Οχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δέντα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες αλλά πέτρα απάνω στη πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας έλληνας να μείνει πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα τη κάνεις δική σου. Βγάλτο αποό το νού σου"


Κάπού στη Πελοπόνησο να το βάλτο καλά στο μυαλό σου , και να δώσεις όσο πιο γρήγορα μπορείτε τις πολεμικές αποζημιώσεις που δεν γνωρίζω τι έχει συμφωνηθεί με τους δοσίλογους και κάθε παράσιτο που παρίστανε ότι ήταν έλληνας και που συνεχίζεις να συνεργάζεσαι.


Μαζί μ'αυτά τα παράσιτα ήρθε η ώρα να απολογηθειτε στον ελληνικό λαό.

Καρλ Λήμπκνεχτ

"Καρλ Λήμπκνεχτ". Η αντιμιλιταριστική παράδοση της γερμανικής παράδοσης...

του Θανάση Καμπαγιάννη
Ο Καρλ Λήμπκνεχτ γεννήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας στις 13 Αυγούστου του 1871 (τη χρονιά της Παρισινής Κομμούνας), κυριολεκτικά μέσα στους κόλπους της γερμανικής αριστεράς της εποχής. Πατέρας του ήταν ο Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, ένας από τους μαρξιστές ηγέτες του μετέπειτα Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD), του κόμματος που συσπείρωνε εκατομμύρια εργάτες κάτω από τις σημαίες του σοσιαλισμού.
Ο Καρλ σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία στη γενέτειρά του και στη συνέχεια στο Βερολίνο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Πότσδαμ και επέστρεψε στο Βερολίνο, αποφασισμένος να αφιερωθεί στο σοσιαλιστικό κίνημα. Ως δικηγόρος υπερασπίστηκε πολλές φορές αγωνιστές διωκόμενους για τη δράση τους, όπως το 1904 όταν φτωχοί αγρότες στην Ανατολική Πρωσία συνελήφθησαν να περνάνε λαθραία σοσιαλιστικά φυλλάδια στην τσαρική Ρωσία (δράση στην οποία πήρε μέρος και ο ίδιος).
Ο Λήμπκνεχτ ρίχτηκε από νωρίς στη μάχη κόντρα στην αναθεωρητική πτέρυγα του SPD και τις πιέσεις που ασκούνταν στο κόμμα για δεξιά προσαρμογή στις ανάγκες του γερμανικού καπιταλισμού. Το έτος 1907 ήταν αποφασιστικό τόσο για το SPD όσο και για την πολιτική πορεία του ίδιου.
Στις εκλογές της χρονιάς εκείνης οι σοσιαλδημοκράτες χάνουν τις μισές τους έδρες στο Ράιχσταγκ (τη γερμανική Βουλή), μετά από μια λυσσασμένη εκστρατεία της εθνικιστικής δεξιάς υπέρ του δικαιώματος της Γερμανίας να αποκτήσει κι αυτή αποικίες στην Αφρική. Η ανοιχτά αναθεωρητική πτέρυγα του Μπερνστάιν παύει πλέον να είναι η μόνη που πιέζει για δεξιά στροφή του κόμματος, που «έγινε πολύ αριστερό για τους μικρομεσαίους ψηφοφόρους».
Ο Κάουτσκι αναδεικνύεται πλέον σε ηγέτη του «κέντρου», που διαχωρίζεται από τη δεξιά, αλλά ανοίγει μέτωπο με τους «εξτρεμιστές της Αριστεράς», κύρια με τα μέλη του κόμματος που συσπειρώνονται γύρω από τις ιδέες και τη δράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η διαμάχη θα μεταφερθεί και στο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Στουτγκάρδη, όπου οι διαφορετικές πτέρυγες θα συγκρουστούν πάνω στο ζήτημα της καταδίκης του ιμπεριαλισμού, με την αριστερή πτέρυγα του Λένιν και της Ρόζας να κερδίζουν τελικά την πλειοψηφία. Ο Λήμπκνεχτ τάσσεται ανεπιφύλακτα με την αριστερά του SPD.
Καρπός αυτής του της επιλογής είναι το έργο του «Μιλιταρισμός και Αντιμιλιταρισμός», που κυκλοφόρησε το 1907. Η εκλογική καθίζηση, σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου, αντί να επιτάσσει μια υποχώρηση στις εθνικιστικές πιέσεις, βάζει για το κόμμα νέα αντιμιλιταριστικά καθήκοντα. «Οι εκλογές του 1907... έδειξαν πόσο άθλια αδύναμη ήταν η αντίσταση του γερμανικού λαού στις ψευτοπατριωτικές παγίδες, όπου τον οδηγούσαν αυτοί οι ελεεινοί επαγγελματίες πατριώτες... Αυτές οι εκλογές διαφώτισαν κάπως το προλεταριάτο... το εκπαίδευσαν και το απελευθέρωσαν απ΄ την αστόχαστη «συνήθεια της νίκης». Και ξύπνησαν κάποια δύναμη που μας οδηγεί στο βάθεμα του προλεταριακού κινήματος... Κάνει να προβάλει οξύ, όσον αφορά το γερμανικό εργατικό κίνημα, το ζήτημα του αντιμιλιταρισμού». Το βιβλίο κρίθηκε τόσο επικίνδυνο που ο συγγραφέας του καταδικάστηκε σε δεκαοκτάμηνη φυλάκιση. Ωστόσο, όντας φυλακισμένος, ο Λήμπκνεχτ εκλέχτηκε βουλευτής στο Πρωσικό κοινοβούλιο. Και το 1912 ακολουθεί η εκλογή του ως βουλευτή του SPD στο γερμανικό Ράιχσταγκ.
Εκεί, ο Λήμπκνεχτ θα γράψει μια από τις λαμπρότερες σελίδες του επαναστατικού κινήματος του 20ού αιώνα. Θα αντισταθεί έμπρακτα στο πολεμικό σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις, κόντρα στην ηγεσία του SPD που στις 4 Αυγούστου 1914 υποτάχτηκε στο κάλεσμα του γερμανικού κράτους για «εθνική ενότητα σε καιρό πολέμου». Ο Λήμπκνεχτ θα είναι ο μόνος που θα σπάσει την κομματική πειθαρχία στη δεύτερη ψηφοφορία που έγινε στις 2 του Δεκέμβρη, αλλά θα πληρώσει ακριβά αυτή του την επιλογή. Αν και βουλευτής, ο γερμανικός στρατός τον καλεί να καταταχτεί ξανά και τον στέλνει στο ανατολικό μέτωπο με την ανοχή (αν όχι την ενθάρρυνση) της ηγεσίας του SPD που προχωράει στη διαγραφή του. Επειδή αρνήθηκε να σηκώσει όπλο, η τιμωρία του ήταν να αναλάβει το πόστο του νεκροθάφτη, να ανοίγει δηλαδή τρύπες για τα πτώματα των ένστολων εργατών που αλληλοσκοτώνονταν στα χαρακώματα. Στα τέλη του 1915 η υγεία του κατέρρευσε και ο Λήμπκνεχτ επέστρεψε στα μετόπισθεν.
Ένα διεθνιστικό μανιφέστο
Η δήλωση του Λήμπκνεχτ τον Δεκέμβρη του 1914, όταν καταψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις στο Κοινοβούλιο, είναι ένα μανιφέστο ενάντια στον πόλεμο και τον εθνικισμό:
«Η ψήφος μου εναντίον των πολεμικών πιστώσεων που συζητούνται σήμερα είναι βασισμένη στις ακόλουθες εκτιμήσεις. Αυτός ο πόλεμος, ανεπιθύμητος για όλους τους εμπλεκόμενους λαούς, δεν ξέσπασε για την ευημερία του γερμανικού λαού ή οποιουδήποτε άλλου. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος, ένας πόλεμος για σημαντικά εδάφη που θέλουν να εκμεταλλευτούν οι καπιταλιστές και οι χρηματιστές. Από την άποψη των εξοπλιστικών ανταγωνισμών, είναι ένας πόλεμος που προκλήθηκε από τις γερμανικές και αυστριακές φιλοπόλεμες παρατάξεις, μέσα στο σκοτάδι του μισοφεουδαρχισμού και της μυστικής διπλωματίας, για να κερδίσουν το πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος είναι μια Βοναπαρτίστικη προσπάθεια για να παρενοχλήσουν και να διασπάσουν το ολοένα και μεγαλύτερο κίνημα της εργατικής τάξης.
Η γερμανική κραυγή: «Ενάντια στον Τσαρισμό!» έχει κατασκευαστεί για την περίσταση - όπως έχουν κατασκευαστεί τα αντίστοιχα βρετανικά και γαλλικά συνθήματα - για να εκμεταλλευτούν τις ευγενέστερες τάσεις και τις επαναστατικές παραδόσεις και τα ιδανικά των λαών, ώστε να υποκινήσουν το μίσος του ενός εναντίον του άλλου.
Η Γερμανία, ο συνένοχος του Τσαρισμού, το μοντέλο της αντίδρασης μέχρι και σήμερα, δεν μπορεί στα σοβαρά να σταθεί ως ο απελευθερωτής των λαών. Η απελευθέρωση του ρωσικού και του γερμανικού λαού πρέπει να είναι έργο των ίδιων.
Ο πόλεμος δεν είναι πόλεμος για την γερμανική άμυνα. Η ιστορική του βάση και η εξέλιξή του από την αρχή κάνουν μη αποδεκτό το πρόσχημα της καπιταλιστικής κυβέρνησης ότι ο σκοπός για τον οποίο ζητάει τις πιστώσεις είναι η υπεράσπιση της πατρίδας.
Μια άμεση ειρήνη, μια ειρήνη χωρίς κατακτήσεις, αυτό είναι που πρέπει να απαιτήσουμε. Κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να υποστηριχτεί. Μόνο με το να δυναμώνουμε συντονισμένα και διαρκώς τα ρεύματα σε όλες τις εμπόλεμες χώρες που έχουν ως στόχο τους μια τέτοια ειρήνη μπορούμε να τερματίσουμε αυτό το αιματηρό σφαγείο. Μόνο μια ειρήνη βασισμένη στην διεθνή αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και την ελευθερία όλων των λαών μπορεί να είναι μια ειρήνη που θα διαρκέσει. Συνεπώς, είναι το καθήκον των προλετάριων όλων των χωρών να συνεχίσουν κατά τη διάρκεια του πολέμου την κοινή σοσιαλιστική προσπάθεια υπέρ της ειρήνης.
Υποστηρίζω τις πιστώσεις για την ανακούφιση [από τις συνέπειες του πολέμου] με αυτή την επιφύλαξη: ψηφίζω πρόθυμα για ο,τιδήποτε μπορεί να ανακουφίσει τη σκληρή μοίρα των αδελφών μας στο πεδίο της μάχης, όπως και των πληγωμένων και των αρρώστων, για τους οποίους νιώθω την βαθύτερη συμπόνια. Αλλά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου, εναντίον όσων είναι υπεύθυνοι γι΄ αυτόν και όσων τον προκάλεσαν, εναντίον όσων τον διευθύνουν, εναντίον των καπιταλιστικών σκοπών για τους οποίους χρησιμοποιείται, εναντίον των σχεδίων για προσαρτήσεις, εναντίον της παραβίασης της ουδετερότητας του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, εναντίον της απεριόριστης ισχύος του στρατιωτικού νόμου, εναντίον της απόλυτης εγκατάλειψης των κοινωνικών και πολιτικών καθηκόντων για την οποία η Κυβέρνηση και οι κυρίαρχες τάξεις είναι ένοχες, ψηφίζω ενάντια στις ζητούμενες πολεμικές πιστώσεις».
Η μοναχική φωνή του Λήμπκνεχτ το 1914 έγινε κραυγή εκατομμυρίων εργατριών και εργατών που το 1918 σταμάτησε το μακελειό. Οι ιδέες του εξακολουθούν να συντροφεύουν όσους μέχρι σήμερα παλεύουν ενάντια στον πόλεμο και το σύστημα που τον γεννάει.
Η επανάσταση που σταμάτησε τον πόλεμο
Ωστόσο, η εξέλιξη του πολέμου, με τα εκατομμύρια των νεκρών, τη φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλούσε, σήμανε μια μαζική στροφή στις συνειδήσεις των εργατών που τον είχαν υποστηρίξει. Ο Σπάρτακος, η διεθνιστική οργάνωση που ίδρυσαν μια χούφτα επαναστάτες - μέλη του SPD το 1914 (η Λούξεμπουργκ, ο Λήμπκνεχτ, ο Μέριγκ, η Τσέτκιν, κ.α.), αν και απομονωμένη στην αρχή, αποκτούσε σταδιακά μαζική απήχηση. Την Πρωτομαγιά του 1916, ο Σπάρτακος κάλεσε αντιπολεμική διαδήλωση στο Βερολίνο, στην οποία συμμετείχαν 10.000 εργάτες. Όταν ο Λήμπκνεχτ ανέβηκε στο βήμα, κατήγγειλε το σφαγείο φωνάζοντας «Κάτω ο πόλεμος! Κάτω η κυβέρνηση!». Αμέσως η αστυνομία συνέλαβε τους ηγέτες της συγκέντρωσης και τόσο η Ρόζα όσο και ο Λήμπκνεχτ καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Τη μέρα της καταδίκης, 55.000 εργάτες απέργησαν σε συμπαράσταση με τον Λήμπκνεχτ. Ήταν το προμήνυμα της Γερμανικής Επανάστασης.
Ο Λήμπκνεχτ απελευθερώθηκε τελικά τον Οκτώβρη του 1918, εν μέσω μαζικών αντιπολεμικών συγκεντρώσεων κι ενός κύματος ανταρσίας στο γερμανικό στράτευμα. Όταν οι ναύτες του Κίελου στασίασαν απέναντι στις διαταγές για μια επιχείρηση-αυτοκτονία, η επανάσταση ξέσπασε και το καθεστώς κατέρρευσε. Αν και η ηγεσία του SPD έτρεξε να εκτονώσει τα πράγματα προσφερόμενη για μια αστική κυβέρνηση υπό τον Κάιζερ, οι μάζες απαιτούσαν την παραίτηση του βασιλιά. Κάτω από αυτή τη πίεση και με διαφορά λίγων ωρών από τον Λήμπκνεχτ που ανακήρυξε την «Γερμανική Σοβιετική Δημοκρατία», οι ηγέτες του SPD ανακήρυξαν στις 9 Νοέμβρη την αβασίλευτη «Γερμανική Δημοκρατία» .
Όμως οι επαναστάτες της Γερμανίας ήταν πολύ λιγότερο προετοιμασμένοι από τους Ρώσους συντρόφους τους για το ξετύλιγμα της επανάστασης. Ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ βάλθηκαν να χτίσουν ένα νέο επαναστατικό κόμμα κόντρα στις προδοσίες του SPD κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες της εξέγερσης. Δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη οι εργασίες του πρώτου συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας τον Δεκέμβρη του 1918, όταν ξεκίνησε η αποφασιστική σύγκρουση. Οι εργάτες και οι εξεγερμένοι στρατιώτες του Βερολίνου σύρθηκαν σε μια πρόωρη εξέγερση τον Γενάρη του 1919 που τσακίστηκε από το στρατό, την αστυνομία και τα παρακρατικά σώματα των Freicorps, υπό την επίβλεψη των σοσιαλδημοκρατών ηγετών Νόσκε, Έμπερτ και Σάιντεμαν. Στις 15 Γενάρη, ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκαν. Η Γερμανική Επανάσταση θα έμενε έτσι ακέφαλη, στερημένη από τους ικανότερους ηγέτες της με τραγικές συνέπειες για την κατάληξή της.  
Η 15η Ιανουαρίου αποτελεί από το 1919 ημέρα πένθους για όλους τους επαναστάτες σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Στις 15 Ιανουαρίου 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και η μοίρα της Ευρωπαϊκής Επανάστασης σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Τίποτα από κείνη τη μέρα δεν πρέπει να ξεχαστεί. Ο ταξικός πόλεμος συνεχίζεται. Πρέπει να θυμόμαστε τι έκανε ο εχθρός, τι είναι ακόμα ικανός να κάνει. Εδώ είναι οι αποδείξεις: Ένα αρχείο της καθημερινής εφημερίδας του SPD Vorwats, επίσης ανακοινώσεις… Θα πρέπει να τις ξαναδιαβάζουμε σύντροφοι, τη στιγμή της κατοχής της Ρουρ, ενώ η πείνα κυριαρχεί στα σπίτια 30 εκατομμυρίων Γερμανών εργατών.
Στις 13 και 14 Ιανουαρίου του 1919, οι Σπαρτακιστές, οι Γερμανοί Κομμουνιστές της τιμημένης ομάδας Σπάρτακος, που, όχι πολύ πριν, ήταν η μόνη που αψήφησε τον Κάιζερ, και τον Λούντερντολφ – πολεμούσαν στους δρόμους τους Βερολίνου κατά των στρατευμάτων της σοσιαλιστικής Κυβέρνησης. Η κυβέρνηση είχε προκαλέσει την εξέγερση απομακρύνοντας τον αρχηγό της κόκκινης αστυνομίας του Βερολίνου, τον σύντροφό μας Αϊχορν.
Η εργατική τάξη ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει την εξουσία στην πρωτεύουσα. Πέρασαν από την άμυνα στην επίθεση και η πάλη για την εξουσία ξεκίνησε. Στις 14 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση του SPD, φανερά αναστατωμένη, έκανε έκκληση στο λαό: “Πρέπει να υπερασπιστούμε τα σύνορά μας, εναντίον του νέου στρατιωτικού δεσποτισμού στη Ρωσία”, αυτό γράφτηκε το 1919, σε μια εποχή που αρκετά ιστορικά θαύματα φαίνονταν αναγκαία για να σώσουν την Κομμουνιστική Ρωσία, περικυκλωμένη και πεινασμένη, υπό επίθεση από τον Κόλτσακ, Ντενίκιν και Γουντένιτς.
“Ο Μπολσεβικισμός, είναι συνώνυμος με το θάνατος της Ειρήνης, της ελευθερίας, του σοσιαλισμού…”, έγραφαν οι ίδιοι άνθρωποι που, δυο μέρες αργότερα, θα άνοιγαν τρύπες στα κεφάλια του Καρλ και της Ρόζας! “Η σημερινή κυβέρνηση αποτελείται από σοσιαλδημοκράτες {…} εκπροσώπους της εργατικής τάξης {…}. Η σημερινή κυβέρνηση υπερασπίζεται τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό…”. Η έκκληση έχει τις υπογραφές: Εμπερτ, Σάϊντεμαν, Λάντσμπεργκ, Νόσκε, Βάϊσελ.
Στις 15 Ιανουαρίου, η νίκη της σοσιαλιστικής τάξης επιβεβαιώθηκε. Ο Λίμπκνεχτ, τον οποίο αναγνώρισαν και κατέδωσαν, συνελήφθη σ΄ ένα προάστιο του Βερολίνου, στην Mannheimerstrasse 43, στο Βίλμερσντορφ. Η Vorwats πανηγύρισε. Την ίδια ημέρα η εφημερίδα είχε επιστρέψει στα παλιά γραφεία της από όπου η αστυνομία του Νόσκε είχε εκδιώξει τους Σπαρτακιστές ληστές. Ύστερα υπήρξε μία ημέρα σιγής. Αυτό είναι τάξη.
Στις 17 Ιανουαρίου την αυγή, οι εργάτες του Βερολίνου έμαθαν από τις εφημερίδες τους την τρομερή τραγωδία που δεν τους έλεγαν για 48 ώρες. Για 48 ώρες ο Καρλ και η Ρόζα ήταν νεκροί “θύματα του εμφύλιου πολέμου που οι ίδιοι ξεκίνησαν” έγραψε το ανώνυμο μέλος της συντακτικής επιτροπής του Vorwats που ορίστηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα μετά το φόνο. Η επίσημη ανακοίνωση από το αρχηγείο της αστυνομίας – την ονόμασαν Polizeiprasidium – περιέγραψε το έγκλημα με όρους τέτοιας διοικητικής τρέλας που ντρέπεσαι για τους δολοφόνους. Απλά διαβάστε:   Πάνω από 100.000 εργάτες τίμησαν και φέτος τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία
“Αφού συνελήφθη κατά τη διάρκεια της νύχτας στο Βίλμπερσντορφ, ο Κάρλ Λίμπκνεχτ μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Εντεν όπου ήταν τα αρχηγεία της Εφιππης Φρουράς. Από εκεί, επρόκειτο να μεταφερθεί στη φυλακή Moabit. Στις 9 π.μ. πλήθος μπλόκαρε τις εξόδους προς το ξενοδοχείο. Ο Λίμπκνεχτ φυγαδεύτηκε από μια πίσω πόρτα και μεταφέρθηκε σ΄ ένα αυτοκίνητο. Τον προειδοποίησαν πως αν προσπαθούσε να διαφύγει, οι φρουροί θα χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους” (Το κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτή την αδέξια ομολογία του εκ προμελέτης φόνου). “Το πλήθος περικύκλωσε το αμάξι. Κάποιοι άγνωστοι χτύπησαν με βία τον Λίμπκνεχτ στο κεφάλι. Αιμορραγούσε ακατάσχετα. Ο οδηγός επιτάχυνε. Για να αποφύγει τον όχλο αποφάσισε να παρακάμψει μέσα από το ζωολογικό κήπο. Κοντά στη Νέα Λίμνη το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή είχε χαλάσει εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας. Και έπρεπε να επισκευαστεί. Ρώτησαν τον Λίμπκνεχτ αν ένιωθε αρκετά καλά να περπατήσει ως την Charlottenburget Chaussee όπου ήλπιζαν πως θα βρουν ταξί. Ο κρατούμενος απάντησε καταφατικά. Δεν ήταν όμως ούτε 30 μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο όταν ο Λίμπκνεχτ προσπάθησε να ξεφύγει από τη συνοδεία του και άρχισε να τρέχει. Κάποιος που προσπάθησε να τον σταματήσει, έφαγε μαχαιριά στο δεξί χέρι” (πάλι το πρωτότυπο κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτό εδώ). “Καθώς ο Λίμπκνεχτ δεν σταμάτησε να τρέχει, παρά τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις τον πυροβόλησαν αρκετές φορές. Έπεσε νεκρός επί τόπου”.
Ο ζωολογικός κήπος του Βερολίνου είναι ένα τεράστιο πάρκο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και εγκαταλείπεται το βράδυ. Ο Λϊμπκνεχτ μεταφέρθηκε εκεί για “να αποφύγει τον όχλο”. Ο Λίμπκνεχτ δεν σκέφτηκε να πέσει στους θαμνώνες που υπάρχουν από τις δύο πλευρές όλων των μονοπατιών. Έτρεξε ευθεία γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα τον πυροβολήσουν. Τον είχαν προειδοποιήσει ότι θα τον σκότωναν αλλά δεν του είχαν περάσει χειροπέδες. Στα αρχηγεία της φρουράς τον είχαν αφήσει με μαχαίρι. Ευσυνείδητοι, οι στρατιώτες του Νόσκε επανέλαβαν τις προειδοποιήσεις τους πριν τον πυροβολήσουν και τον σκοτώσουν επί τόπου, έναν άντρα που τρέχει σ΄ ένα κατασκότεινο δάσος στις 11 το βράδυ!
Για να σκαρώσουν αυτήν την αδέξια αφήγηση οι αρχές δεν χρειάστηκαν πάνω από 48 ώρες. Έπρεπε να βρουν κάποια εξήγηση, γιατί, αφού συνελήφθη χωρίς να προβάλλει το παραμικρό ίχνος αντίστασης στις 9.30 μ.μ., ο Λίμπκνεχτ σκοτώθηκε σ΄ ένα έρημο μέρος δύο ώρες μετά!
Την ίδια στιγμή επίσης πέθαινε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. “Το απειλητικό πλήθος που περικύκλωνε το ξενοδοχείο Εντιν είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να πιάσει την κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι φρουροί της κατάφεραν να την μεταφέρουν σχεδόν ως το αμάξι που είχαν ετοιμάσει γι΄ αυτήν. Εκείνη τη στιγμή υπήρξε συμπλοκή. Η κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ διαχωρίστηκε από τη συνοδεία της και όταν την άρπαξαν ξανά από το πλήθος είχε χάσει τις αισθήσεις της. Την έβαλαν στην μπροστινή θέση του αμαξιού. Καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν, ένας άγνωστος άντρας πήδηξε και πυροβόλησε εξ επαφής την αναίσθητη κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το αυτοκίνητο κινήθηκε κατά μήκος του Kurfurstendamm προς το κέντρο του Βερολίνου. Όταν έφθασε στο κανάλι, άγνωστοι φώναξαν “Στοπ!”. Ο οδηγός πιστεύοντας ότι ήταν περίπολος υπάκουσε. Το πλήθος περικύκλωσε το αυτοκίνητο φωνάζοντας: “Είναι η Ρόζα!”. Το πτώμα της κυρίας Ρόζας Λούξεμπουργκ το άρπαξαν και το έσυραν στο σκοτάδι”. Τα υπολείμματα της δολοφονημένης γυναίκας τα έριξαν στο κανάλι.
Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία, η οποία είναι γεμάτη ποικίλες φρικαλαιότητες, υπάρχουν λίγες στιγμές τόσο φρικιαστικές όπως αυτή, αυτού του πλήθους των αστών, που είναι αποφασισμένοι να λιντσάρουν μία κρατούμενη, μία γυναίκα με γκριζαρισμένα μαλλιά που έχει λιποθυμίσει και που ήταν ένα από τα πιο δυνατά μυαλά του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην Παρισινή Κομμούνα για να βρούμε κάτι το συγκρίσιμο. Οι γυναίκες των Βερσαλλιών χρησιμοποιούσαν τις μύτες των ομπρελών τους – αναμφίβολα με μεγάλη αηδία – για να ακουμπήσουν εκείνα τα πτώματα των φρικτών Κομμουνάρων. Οι Βερολινέζοι του 1919 έσυραν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ που ακόμη ζούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου του καναλιού.
Την επόμενη μέρα η Vorwarts έγραφε: “Η σοσιαλδημοκρατία παρʼ όλες τις παρεκτροπές της δεξιάς και της αριστεράς, υπερασπίζεται την τάξη, την ανθρώπινη ζωή, την κυριαρχία της τάξης πάνω στη βία. Γι΄ αυτό πολεμά! Κανένας δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφοπλιστεί! Στο ίδιο τεύχος μπορούμε να δούμε τους ακόλουθους τίτλους και υπότιτλους: “Το τέλος του Μπολσεβικισμού”, “Η Πετρούπολη μπροστά στο θάνατο” – “Αντεπανάσταση στη Ρωσία”, “Φημολογείται ότι ο Γκόργκι το έσκασε για το Λονδίνο”.
Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε. Ο κύριος δολοφόνος του Λίμπκνεχτ πέθανε τυχαία. Οι δολοφόνοι της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι γνωστοί αλλά δεν έχουν διωχθεί. Ένας από αυτούς, ο Runge ομολόγησε. Μπήκε 6 μήνες φυλακή επειδή ήταν αδιάκριτος. Ο δεσμοφύλακας Tanschick από τη φυλακή Moabit, που σκότωσε το Λέο Τίκο και έπειτα τον Dorrenbach, πήρε προαγωγή. Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει. Τώρα έχουμε γευτεί τους καρπούς της νίκης που η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία κέρδισε μ΄ αυτό το κόστος. Εξαιτίας της, η προλεταριακή επανάσταση που μπορούσε να πετύχει στην Κεντρική Γερμανία, δεν νίκησε. Οι όμοιοι του Stinners, Thussen, οι εκατομμυριούχοι και πολλές βιομηχανίες ευημερούσαν. Ο κύριος Κούνο της γραμμής Αμβούργου – Αμερική είναι στην εξουσία.
Η Γερμανία των εργατών που το SPD απείλησε με πείνα και αποκλεισμό στα 1919 αν τόλμαγε να κάνει επανάσταση, δεν έκανε την επανάσταση και παρόλα αυτά πεινά. Η Γερμανία των εργατών που οι Σάϊντεμαν και σία απείλησε με συμμαχική επέμβαση ίσως αυτή τη στιγμή βλέπει τους Σενεγαλέζους να εισβάλουν στη Ρουρ. Ο φασισμός προβάλει. ΟΙ Erzberger και Rathenau, επιφανείς αστοί με κάπως ριζοσπαστικές απόψεις δολοφονήθηκαν. Τον Λούντεντρολφ τον έχουν αφήσει στην ηρεμία και ο συνταγματάρχης Χίτλερ με ηρεμία οργανώνει τα αντεπαναστατικά του στρατεύματα στη Βαυαρία. “Τάξη, σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, κυριαρχία του νόμου, σοσιαλισμός” ήταν τα κύρια θέματα των σοσιαλδημοκρατών όταν ο Καρλ και η Ρόζα πέθαιναν. Η πραγματικότητα έχει άλλα ονόματα: πείνα, αποικιοποίηση της Γερμανίας από το ξένο κεφάλαιο, θρίαμβος της κερδοσκοπίας μεγάλης κλίμακας, κυριαρχία των κερδοσκόπων, επίθεση των εργοδοτών, εξοπλισμός των αντιδραστικών δυνάμεων.
Ως κομμουνιστές δεν εξετάζουμε την ιστορία μοιρολατρικά. Στην ταξική πάλη δεν υπάρχουν αναπόφευκτες ήττες ή νίκες. Υλικές, πνευματικές και ηθικές δυνάμεις συγκρούονται και οι ισχυρότεροι νικούν τις πιο αδύναμες. Τον Ιανουάριο του 1919, αν και σε θανάσιμο κίνδυνο η Ρωσική Επανάσταση στην πάλη της με την αντίδραση έφτασε το απόγειο της δυναμικής της να επεκτείνεται και να δημιουργεί. Η Ουγγαρία, οδηγούνταν προς τη σοβιετική κυριαρχία. Το επαναστατικό κίνημα ήταν σε άνοδο στην Ιταλία. Στα νικηφόρα κράτη είχε πραγματοποιηθεί αποστράτευση: ένοπλοι εργάτες επέστρεφαν από τα χαρακώματα και με βία περιόριζαν την πανίσχυρη οργή τους, παντού η φοβισμένη, δειλή μπουρζουαζία που είχε μείνει πίσω υποχώρησε μπροστά τους. Η προλεταριακή Γερμανία επιθυμούσε να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της κοινής ιδιοκτησίας, να ακολουθήσει το μεγάλο Ρώσικο παράδειγμα. Είχε ακόμα τέσσερα αξιομνημόνευτα μυαλά: το Φράνς Μέρινγκ, ένα διανοούμενο και ένα τολμηρό στοχαστή που αποτελούσε την καρδιά της ομάδας Σπάρτακος, το Λέο Τίκο (Γκοχίγκες), τον καλύτερο υπό τους οργανωτές, τους πιο ικανούς συνωμότες, τον Καρλ και τη Ρόζα. Η προλεταριακή Γερμανία μπορούσε να είχε νικήσει.
Η αστική και η σοσιαλιστική αντεπανάσταση χτύπησε τους τρεις από αυτούς τους διανοούμενους. Τότε ο γέρος Φράνς Μέρινγκ πέθανε στο ξαφνικό μαύρο απελπιστικό λυκόφως της ήττας. Η σοσιαλδημοκρατία κατάλαβε πολύ καλά ότι η τάξη που είχε αποκεφαλιστεί οδεύει προς την ήττα. Οι δολοφόνοι της ολοκλήρωσαν το έργο της εξαχρείωσης που είχε αρχίσει με την προδοσία του SPD. Αν αντί γι΄ αυτό είχε πραγματοποιήσει το πιο θεμελιώδες σοσιαλιστικό καθήκον της, τι μέλλον θα άνοιγε για την εργατική τάξη της Ευρώπης, σίγουρα μετά από σκληρή πάλη. Το ζοφερό παρόν όμως λειτουργεί για να επιβραδύνει και να παρατείνει! Αν σκεφτούμε αυτό την ημέρα του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Πρέπει να θυμόμαστε τι είναι ικανός ο εχθρός να κάνει. Στο έγκλημα της 15ης Ιανουαρίου του 1919, υπάρχει ένα μεγάλο ιστορικό μάθημα.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Είναι τα Στρούμφ κομμουνιστές

Είναι τα Στρούμφ κομμουνιστές;
 
1. Δεν έχουν κάποια επίσημη θρησκεία, με λίγα λόγια είναι άθεοι.
2. Δεν είναι Ρατσιστές (τους βοηθούν όλους, χωρίς φυλετικές ή οποιουδήποτε είδους διακρίσεις).
3. Φοράνε όλοι τις ίδιες στολές.
4. Δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, βρίσκονται όλα στο ίδιο σημείο της κοινωνικής πυραμίδας, ακόμη και η Στρουμφίτα.
5. Δεν υπάρχει ιδιωτική περιουσία, καθώς ακόμη και τα σπιτάκια τα οποία κατοικούν δεν τους ανήκουν. Το φαγητό και οι πρώτες ύλες είναι κοινά και μοιράζονται εξίσου.
6. Υπάρχει κατανομή εργασιών και τα στρουμφάκια δεν αλλάζουν επαγγέλματα. Υπάρχει το στρουμφ χτίστης, γεωργός, μάγειρας κτλ.
Perierga.gr - Είναι τα Στρούμφ κομμουνιστές;Επιπλέον υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα Στρουμφ ασπάζονται την κομμουνιστική ιδεολογία. Σε ένα επεισόδιο στην αυλή του Λιχούδη και φυτρώνει ένα δέντρο με σοκολατένια νομίσματα. Μετά αντί να τα μοιραστεί με τα αλλα στρουμφάκια, τα θεωρεί δικά του και τα πουλάει στα άλλα στρουμφάκια αντί απαραίτητων γι αυτά εργαλεία (τα βάρη του Προκόπη, την τσάπα του Κηπουρού, τα εργαλεία του Ξεφτέρη). Χωρίς αυτά η στρουμφοκοινωνία καταρρέει αφού δεν μπορεί να παραχθεί τίποτα. Η κατάσταση σώζεται μετά από παρέμβαση του Μπαμπαστρούμφ που εξηγεί στο Λιχούδη ότι για την κατάσταση φταίει η παράλογη ανάγκη του να συγκεντρώσει πλούτο.
Σε άλλο επεισόδιο η αυτόματη μηχανή παραγωγής φαγητού του Ξεφτέρη οδηγεί τα στρούμφάκια σε υπερκατανάλωση με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι φυσικοί πόροι (στρουμφόμουρα). Ακολουθεί πανικός και την κρίση αποτρέπει ο Μπαμπαστρούμφ με καταστροφή της μηχανής και δημιουργία αποθήκης φαγητού.
Τέλος ο Δρακουμέλ κυνηγάει τα στρουμφάκια όχι για να τα φάει (αυτό γίνεται στα τελευταία επεισόδια) αλλά για να παράξει χρυσό. Ο Δρακουμέλ δηλαδή είναι ο εκπρόσωπος του καπιταλισμού.
Αναφέρουμε τα παραπάνω ως χιουμοριστικά και μόνο, αν και η σχετική συζήτηση κρατάει χρόνια στο διαδίκτυο στη σοβαρή της μορφή.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

«Eίναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε»,

Το νέο βιβλίο του Νίκου Μπογιόπουλου με τίτλο, «Eίναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε», που κυκλοφορει από τις Εκδόσεις Λιβάνη..
 
Ν. Μπογιόπουλος: «Eίναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε»
περιγράφει και αναλύει τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος καπιταλισμός και επαναφέρει τη συζήτηση στην αξία και τη σημασία της αναζήτησης ενός σοσιαλιστικού μοντέλου, δικαιότερου γαι τους λαούς, όπως ο ελληνικός, που υπόκεινται σε αβάσταχτες θυσίες. 

Πόσοι φτωχοί «παράγουν» έναν πλούσιο; Που οφείλεται η κρίση που μαστίζει την Ελλάδα και τον κόσμο; Τί κρίση είναι αυτή που ζούμε, έχει πρόσημο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό; Την κρίση την προκαλούν όλοι; Την πληρώνουν όλοι; Ποιοι και πώς κερδίζουν από την κρίση;

Πως γίνεται την τριετία 2008 - 2010 που δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι προστέθηκαν στις στρατιές της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης και της ανεργίας, ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων του πλανήτη να έχει διπλασιαστεί;

«Πριν μάθει κάποιος τί είναι σωστό, θα πρέπει να ξέρει τί είναι λάθος», έλεγε ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ. Και τί είναι ψέμα, θα προσθέταμε.

Στη σημερινή Ελλάδα η κατάδειξη του «λάθους» και του ψεύδους επιβάλλεται για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή η Ελλάδα επελέγη και προσφέρθηκε από τους ταγούς της να γίνει το πειραματόζωο στα χέρια εκείνων που εμφανίστηκαν ως «ψευτοσωτήρες» του ελληνικού λαού.

Το βιβλίο, στο Πρώτο Μέρος, περιγράφει τη λειτουργία του καπιταλισμού. Καταγράφει και φιλοδοξεί να εξηγήσει τα αίτια των αβυσσαλέων κοινωνικών ανισοτήτων που βασιλεύουν στον πλανήτη. Ανισοτήτων που έχουν πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις σε ένα σύστημα που κατά τα άλλα, τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, πρωτοεμφανίστηκε με σύνθημα «Ισότητα, Αδελφότητα, Αλληλεγγύη».

Στο Δεύτερο Μέρος του βιβλίου με θέμα το «ελληνικό ζήτημα» περιλαμβάνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που η προπαγάνδα των Μνημονίων έχει εξοστρακίσει από την δημόσια συζήτηση: Τί είναι το χρέος. Πώς και ποιοί το δημιούργησαν. Πώς αξιοποιείται η χρεοτρομοκρατία. Στις σελίδες του αναλύονται οι αιτίες για ό,τι βιώνει ο ελληνικός λαός και περιγράφεται η αέναη πορεία θυσιών, χρεών, ελλειμμάτων, αλλά και αμύθητων - για κάποιους - κερδών. Μια πορεία που ξεκινάει πριν ακόμα από την δημιουργία του ελληνικου κράτους!

Τέλος, στο τρίτο μέρος, το βιβλίο, μέσα από την δεδηλωμένη ιδεολογική και πολιτική ματιά ενός μαχόμενου δημοσιογράφου που δεν παριστάνει τον «ουδέτερο», κλείνει προτείνοντας λύση. Γιατί λύση υπάρχει.

 

"Φυσικά", όπως σημειώνει ο συγγραφέας, "δε μας διαφεύγει ο «φιλικός» αντίλογος των χορτάτων της αντίπερα όχθης. Με λεπτή ταξική ειρωνεία διατείνονται, καθώς χορεύουν το καθεστωτικό τους βαλς, ότι η προοπτική μιας Ελλάδας και ενός κόσμου χωρίς εκμεταλλευτές και καταπιεζόμενους, χωρίς πλούσιους και φτωχούς, χωρίς κεφαλαιοκράτες «αφέντες» και μισθωτούς «δούλους», στην καλύτερη περίπτωση συνιστά δονκιχοτισμό και ουτοπία. Εξίσου «φιλικά», λοιπόν, απαντάμε: «Ένας χάρτης του κόσμου που δεν περιέχει την Ουτοπία δεν αξίζει να τον κοιτάξεις καν, γιατί αφήνει έξω τη μόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα πάντα θα προσγειώνεται. Κι όταν προσγειωθεί, κοιτάζει πέρα και, βλέποντας μια καλύτερη χώρα, ξεκινάει για εκεί. Πρόοδος είναι η υλοποίηση της μιας μετά την άλλη Ουτοπίας». Σίγουρα αυτή η «ουτοπική» πορεία αναδημιουργίας και αναγέννησης της Ελλάδας δεν είναι εύκολη. Είναι όμως μια πορεία απείρως ευκολότερη και –από άποψη αποτελεσμάτων– πρόδηλα ρεαλιστικότερη, σε αντίθεση με τον αδιέξοδο δρόμο των ανυπολόγιστων, μάταιων και αβάσταχτων θυσιών στις οποίες υποβάλλεται ο λαός και ο τόπος για να βγαίνουν κερδισμένοι οι πλουτοκράτες και το σάπιο πολιτικό τους σύστημα. Αυτή η Ελλάδα της λαϊκής εξουσίας και της λαϊκής οικονομίας, η Ελλάδα του σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης, είναι το πλέον ώριμο και ρεαλιστικό αίτημα των καιρών που «σαν θελήσει ποτέ ο λαός, τότε το πεπρωμένο θα προσκυνήσει»."

«Ο Φρίντριχ Ένγκελς είπε κάποτε:
"Η αστική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: ή πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα".
Τι σήμαινε όμως "ξανακατρακύλισμα στη βαρβαρότητα" από το σημερινό επίπεδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Μέχρι σήμερα διαβάζουμε, αναμφισβήτητα, τα λόγια αυτά χωρίς να εμβαθύνουμε στο νόημα που κρύβουν και τα παραθέτουμε χωρίς να προαισθανόμαστε την τρομερή βαρύτητά τους. Σήμερα όμως, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να καταλάβουμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα».
Ρόζα Λούξεμπουργκ

Ο Νίκος Μπογιόπουλος γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Εργάζεται από το 1992 ως δημοσιογράφος στο Ριζοσπάστη. Έχει συνεργαστεί με ραδιοφωνικούς σταθμούς και περιοδικά.
Προηγούμενα βιβλία του το Βαλκάνια ― 78 μέρες «στόχος» του ΝΑΤΟ (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή) και σε συνεργασία με τον Δημήτρη Μηλάκα το Ποδόσφαιρο: Μια θρησκεία χωρίς απίστους (εκδόσεις Λιβάνη).

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

εθνική επέτειο.

Ξεφυλλίζοντας τον “Ρίζο της Δευτέρας” του 1947: Ο Κ. Βάρναλης για την εθνική επέτειο.

Οκτωβρίου 24, 2011
από Allu Fun Marx
 

Η βουβή επέτειος.
Γιορτή και λαός.

H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το “αλβανικό έπος”. Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού.       Το τι νόημα δίνουνε στον όρο “αλβανικό έπος” οι φυγάδες του “έπους” φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ “απελευθέρωση”, “ανεξαρτησία”,”δημοκρατία”, “αμερικάνικη βοήθεια”, “πνευματική ελευθερία” κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.       Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο “αλβανικό έπος”, μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλειμμένος από τους “αρχηγούς” του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών), αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).       Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του “όχι”, μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την “πατρίδα”, παρά το καθεστώς του. Πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του χέρια στα ξένα χέρια,χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.       Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβιανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το “αλβανικό έπος”, παρά η “συνθηκολόγηση” και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα “εθνικού πένθους”.       Λοιπόν. Τότες κ’ εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι πήραμε στα σοβαρά (όπως κι ο λαός) τον πόλεμο κατά των “βαρβάρων επιδρομέων”. Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους- εναντίον του “φασισμού”. Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του ιταλικού και του γερμανικού, δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το “σύστημα”. Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς που χαλούσαμε τη “δουλειά”. Ήτανε (όσο θυμάμαι) ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ. Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος “υπεράνω όλων” μας, τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.       Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στη Διεύθυνση της Γεν. Ασφαλείας, όπου μας παρουσιάσανε στον κ. Παξινό. Εκεί πήραμε το “πρώτο βάπτισμά” μας στο νόημα του “αλβανικού έπους”. Ο κ. Διευθυντής, κοφτά και μελετημένα μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας το φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και την 4η Αυγούστου. Και σ’ αυτή την άποψη δεν είχε άδικο ο κ. Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.       Με άλλα λόγια, εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε καταχτητικές βλέψεις, λες κ’ οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους κ’ είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό,τι αγαπούνε ή μισούνε και για ό,τι κάνουνε -όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.       Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεχτικούς για το μέλλον μάς άφησε “λέυτερους”, δηλ. μας “εδέσμευσε” τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλ. κ’ εμείς να βοηθήσουμε τον ξένο φασισμό να κατεβεί και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στο ντόπιο.       Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας, που εργαζόμουνα τότες. Έγραφα μια ιστορία (επί διόμισυ μήνες) της διαφθοράς και απανθρωπίας των πολιτικών ηθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθησή μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο – κυρίως την αρπαχτικότητα και τη φιλοχρηματία των ισχυρών της “αιώνιας πόλεως”: Σύλλα, Κράσσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα κλπ.       Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λέγει¨  -Είπαμε να βρίζεις τους Ρωμαίους, αλλ’ όχι και τους πλουτοκράτες! Δυστυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφησιάς) είναι πλουτοκράτες.  -Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτορες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήταν τέρατα. Οι δικοί μας είναι εντάξει : πατριώτες και καλοί χριστιανοί…       Μ’ άλλα λόγια οι δυο διευθυντές της Ασφαλείας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς κι ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα. Θέλετε τώρα άλλην εξήγηση του τι σημαίνει γι’ αυτούς ο όρος “αλβανικόν έπος”;      Όταν λοιπόν οι εχθροί του λαού ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει το δικαίωμα να τους τα λέει κι αυτός από την καλή; Θα πείτε δεν τον αφήνουν. Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα ο λαός τιμά ανεπίσημα αυτήν την επέτειο, θα έρθει η μέρα σύντομα, που θα την γιορτάζει επίσημα κι όπως της αξίζει.
Το παραπάνω χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη δημοσιεύτηκε στο “Ρίζο της Δευτέρας”, το δευτεριάτικο φύλλο του Ριζοσπάστη στις 27 Οκτωβρίου 1947. Θυμίζουμε ότι οι αρχές απαγόρευσαν την έκδοση Ριζοσπάστη στις 18 Οκτώβρη του 1947 , το δευτεριάτικο όμως φύλλο συνέχισε την έκδοσή του ως “εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού- Πολιτική, Οικονομική, Φιλολογική και Σατιρική”, με διευθυντή και υπεύθυνο έκδοσης τον Μανώλη Γλέζο, μέχρι τις 22 Δεκέμβρη του 1947.
Η συνέχιση της έκδοσης του Ριζοσπάστη έστω και μ’ αυτόν το τρόπο, αλλά και η ίδια η προσωπικότητα και ο ηρωισμός του Γλέζου, είχε ενοχλήσει τις εθνικόφρονες φυλλάδες της εποχής, που προσπαθούσαν να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ και να υποβαθμίσουν ακόμα και την αποκαθήλωση της σβάστικας από την ακρόπολη από τους Μ. Γλέζο και Λ. Σάντα. Ο ίδιος ο Γλέζος με “επιστολή” του στον Ρίζο, περιγράφει την λυσσαλέα επίθεση της “Εστίας” της εφημερίδας των αδερφών Κύρου:

Απάντηση σε σχόλιο της “Εστίας”

Αγαπητέ “Ρίζο της Δευτέρας”

Η κυράτσα του φασισμού σε ένα τελευταίο της σημείωμα για τις σχέσεις μου με τον “Ριζοσπάστη”, διεστραβλώνοντας γκαιμπελικώτατα τα γεγονότα, νομίζει ότι βρήκε το “σημείο” για να χύσει το αντικομμουνιστικό της δηλητήριο.

Δυστυχώς όμως για τους αδ. Κύρου και τα δύο γράμματα του σ. Ν Ζαχαριάδη από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας είναι τόσο πεντακάθαρα για την πολιτική του ΚΚΕ και βρήκαν τέτοια απήχηση στο λαό, ώστε το “δηλητήριο” που έρριξαν μέσα στις ψυχές των νέων- και στα παιδιά τους και σε μένα- να μετουσιωθεί σε ένα άφθαστο αντιφασιστικό και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Γελιέται λοιπόν αν νομίζει πως “πιάνει” το κόλπο της για “συνεργασία”.

Όσο για το αν ήταν “αφρούρητος τότε” ή όχι η Ακρόπολη, νομίζω ότι κάνουν λάθος. Μάλλον δεν υπήρχαν καν Γερμανοί στην Αθήνα, κι αν υπήρχαν αυτό θα ήταν ασφαλώς…παραίσθηση. Αλλά γιατί να υπενθυμίζω στην “Εστία” εκείνες τις ευτυχισμένες ημέρες;

Τέλος ας γνωρίζουν οι Κύρου πως η δίχρονη αγνή και έντιμη δουλειά μου σαν δημοσιογράφου στην υπηρεσία του λαού, ούτε θέλει ούτε έχει ανάγκη από τα ανέντιμα, κίτρινα και φασιστικά τους πιστοποιητικά που τόσο ανεξέλεγκτα τα πλασάρουν. Ας κάνουν αυτή την δουλειά για τον εαυτό τους. Τους χρειάζονται εξ άλλου για τους νέους αφέντες.

Μ. Γλέζος

Υ.Γ Ξέχασα και κάτι. Μια από τις έντιμες δημοσιογραφικές τους δουλειές ήταν να περιμένουν το κλείσιμο του “Ριζοσπάστη” για να κάνουν την επίθεσή τους. Το σημείωμα τους γράφτηκε στις 21 τρ.

  O ίδιος.
Τέλος να θυμήσω και πάλι τα  μουσικο-επετειακά αφιερώματα της “Μπλογκοσλοβακίας” στο “έπος του ’40″ κατά τις περασμένες χρονιές.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΒΛΑ ΤΗΣ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΒΛΑ ΤΗΣ!

Προσπαθούσα από προχτές να βρω μια φράση που να ταιριάξει με το αι σιχτιρ μου. Μέχρι που κάποιος πέταξε τη φράση υπενθυμίζοτας Αμπι Χοφμαν! Η επανάσταση για τη κάβλα της ρε γαμώτο. Δεν υπήρξα χίππυς ούτε γίππυς αλλά έβαλα τα γέλια σκεπτόμενη πόσες ήδη ξυνισμένες , ξύλινες φάτσες θα σούφρωναν τα χειλια τους με περιφρόνηση ακούγοντας τη φράση. Σαν τις θεούσες που σοκάρονται όταν βλέπουν όμορφες κοπελιές με τα μίνι τους. Σαν τις στερημένες της γειτονιάς που πετάνε φαρμάκι μόλις βλέπουν δυο παιδιά ερωτευμένα να φιλιούνται. Είναι τυχαίο άραγε ποου η έμπνευση διαφέρει από τη πράξη?

Πόσες ιδέες, πόσες επαναστάσεις που γεννήθηκαν στα μυαλά χαρισματικών ανθρώπων που μίλαγαν για ιδανικά, ελευθερίες, δικαιοσύνη, γίναν κουρελόχαρτο στα χέρια στη καλύτερη περίπτωση ανούσιων χαρτογιακάδων και στη χειρότερη στα χέρια αιμοσταγών τυράννων. Είναι τυχαίο πόσο αίμα έχει χυθεί στην ανθρωπότητα από συμμορίες που καπηλεύτηκαν τις ιδέες μεγάλων οραματιστών σε πολιτικό ή θρησκευτικό επίπεδο έχοντας σαν αυτοσκοπό τους τη μεγαλομανία τους, την υποταγή των μαζών σε βρώμικα παιχνίδια χρήματος και εξουσίας?

Είναι τυχαίο που τις τύχες μας σήμερα χειρίζονται ανθρωπάκια που μιλάνε σαν ρομπότ, κοιτώντας μέσα σε ένα χαρτάκι τις σημειώσεις τους χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν αυθόρμητα, με πάθος μια φράση που να περιέρχει συναισθήματα?  Αθλιοι παπαγάλοι που έχουν αποστηθίσει τη πραγματικότητα χωρίς να έχουν την ικανότητα ούτε καν να ριγήσουν. Υπουλοι άνθρωποι, χαμηλού πνευματικού επιπέδου που έχουν το θράσος να μεταφράζουν την ανικανότητά τους σε σοβαρότητα, υπευθυνότητα. Ενας γελοίος υποκριτικός καθωςπρεπισμός που συνεχίζει να στέλνει στη πυρά κάθε τι που μπορεί να βγάλει τον άνθρωπο από το τέλμα που τον έχουν πετάξει.

Η ιστορία της Ιεράς Εξέτασης που ξερίζωνε τη γλώσσα ενός Τζιορντάνο Μπρούνο κι έστελνε τους άπειρους κόσμους του στη φωτιά δεν τελείωσε ποτέ. Αλλαξε χίλιες μορφές, προσαρμόστηκε, έβγαλε νέες συμμορίες, έμαθε πως είναι καλύτερα να αρπάζεις τις  ιδέες και να τις εξεύτελίζεις από το να τις καις αλλά ο ρόλος της είναι πάντα ο ίδιος και οι υπήρετες της έχουν (τυχαίο άραγε) την ίδια ξυνισμένη φάτσα που είχαν και τότε. Και δεν είναι απαραίτητο να φοράνε ράσα. Τους βλέπουμε με κουστούμια και χαρτοφύλακες και το χειρότερο τους βλέπουμε να κρατάνε ακόμα και λάβαρα επανάστασης.

Η επανάσταση για τη κάβλα της είχε γράψει ο Αμπι Χοφμαν  Κι αναλογιζόμενη τα παραπάνω τριγύρισα στο δίκτυο να βρω μια καλή αναφορά στο Χόφμαν και σε όλη εκείνη την εποχή και βρήκακ το παρακάτω κείμενο του Βλάση Ρασιά που είναι πράγματι πολυ κατατοπιστικό. Το βιβλίο κυκλοφορεί πάρτε το έτσι για τη κάβλα σας!

Άμπυ Χόφφμαν (Abbie Hoffman ή Abbott Hoffman, Worcester Μασσαχουσέττης 30 Νοεμβρίου 1936 - New Hope Πενσυλβανίας, 12 Απριλίου 1989) 
 
Αμερικανοεβραίος συγγραφέας και κοινωνικός και πολιτικός ακτιβιστής, ηγετική φυσιογνωμία της αμερικανικής Αριστεράς κατά την διάρκεια των μεγάλων διαμαρτυριών της δεκαετίας του 1960 και ένας από τους ιδρυτές του «Διεθνούς Κόμματος Νεολαίας», των λεγόμενων «Γίππις» («Youth International Party«, «Yippies»).  

Σπούδασε ψυχολογία υπό τον αιρετικό μαρξιστή καθηγητή Μαρκούζε (Herbert Marcuse) στο Πανεπιστήμιο Brandeis, από το οποίο αποφοίτησε το 1959 και στην συνέχεια πήρε μάστερ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το 1960 νυμφεύθηκε την Σεϊλά Κάρκλιν (Sheila Karklin) με την οποία απέκτησε μία θυγατέρα, την Άμυ και έναν υιό, τον Άντριου και σε λίγο έφυγε για την Νέα Υόρκη, όπου εντάχθηκε στους πρώϊμους κύκλους των κοινοβιακών Diggers και των Hippies, οι οποίοι όμως στην αρχή τον έκριναν μάλλον αντιπαθή και «ψωνισμένο με την πολιτική».. 

Το 1966 πήρε διαζύγιο από την Σεϊλά Κάρκλιν και την επόμενη χρονιά νυμφεύθηκε την Ανίτα Κούσνερ (Anita Kushner), με την οποία αργότερα απέκτησε έναν υιό, τον Αμέρικα. Γύρω στο 1966, ο Άμπυ Χόφφμαν αποτελούσε ήδη μία σημαντική φυσιογνωμία μέσα στην Αντικουλτούρα της Ανατολικής Ακτής. Τον Οκτώβριο του 1967 στην περίφημη «περικύκλωση» του Πενταγώνου από τις χιλιάδες των διαδηλωτών κατά του πολέμου του Βιετνάμ, γνώρισε τους Στιου Άλμπερτ, Έντ Σάντερς, Τζέρρυ Ρούμπιν και αρκετούς ακόμα ριζοσπάστες χίππις, με τους οποίους την πρωτοχρονιά του 1968 ίδρυσε τους «Γίππις», το «Διεθνές Κόμμα Νεολαίας» («Youth International Party») ή YIP («Yippie!»): «Οι χίππις μάς αποκαλούνε πολιτικοποιημένους και οι πολιτικοποιημένοι μας αποκαλούνε χίππις. Μόνο η αντίδραση δεν ξεγελιέται και μας βλέπει όπως είμαστε. Το Yippie! δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία πολύ καλή δικαιολογία για κάποιον να εξεγερθεί..». 

Η θεωρία του Χόφφμαν ήταν ότι οι νέοι άνθρωποι μπορούν να προσελκυστούν εύκολα στην επανάσταση μέσα από δεατρικά δρώμενα, μουσικές συναυλίες και τολμηρά «συμβάντα», καθώς επίσης και ότι τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και ιδίως τη τηλεόραση, μπορούν «να εκτραπούν εκ των έσω» με την έξυπνη δράση του επαναστάτη όταν η είδηση που ο ίδιος παράγει εμφανιστεί στο χαρτί ή στο γυαλί. Χαρακτηριστικό ήταν το σύνθημα των Γίππις «εάν δεν σου αρέσει το δελτίο ειδήσεων βγες έξω και φτιάξε ένα διαφορετικό δικό σου», αλλά και η αντίδραση του αντιπρόεδρου των Η.Π.Α. Σπύρου Άγκνιου όταν ρωτήθηκε σχετικά με τον Χόφφμαν: «παλαιότερα τέτοιους τύπους τους κυνηγούσανε με τον ζουρλομανδύα και όχι όπως σήμερα με τις κάμερες της ΤV»  
Την άνοιξη του 1968 οι Γίππις χρησιμοποίησαν όλο το δυναμικό των αντεργκράουντ μέσων ενημέρωσης με σκοπό να συγκεντρώσουν «μισό εκατομμύριο freeks» στο Σικάγο τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, αντιπαραθέτοντας ένα «Φεστιβάλ Ζωής με πολιτική, ροκ, ντόπι και σεξ» στο Συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος των Η.Π.Α. και κατεβάζοντας έναν δικό τους υποψήφιο, το γουρούνι «Πήγασο» («Pegasus»). Οι λίγες χιλιάδες όμως χίππις και αντιπολεμικοί διαδηλωτές που πήγαν τελικά στο Σικάγο εκείνον τον Αύγουστο, περίπου 5.000 άτομα, τσακίστηκαν με απερίγραπτη βαναυσότητα από την Εθνοφρουρά και την αστυνομία του Σικάγο σε σκηνές που «έφερναν το Βιετνάμ στο σπίτι των αμερικανών» όπως ο ίδιος ο Χόφφμαν το έχει προαναγγείλει: «εκείνη η μαζική παράσταση των Γίππις απετέλεσε ένα θέαμα άκρας ακροαματικότητας ενάντια στη βαρετή φλυαρία της κατεστημένης μετάδοσης σχετικά με το Δημοκρατικό Συνέδριο. Ακόμα κι αν τα Μαζικά Μέσα είχαν αποφασίσει να αποσιωπήσουνε τελείως τις δραστηριότητες των Γίππις, το Μήνυμά μας θα είχε τελικά περάσει προς τα έξω και ίσως να ήταν και ισχυρότερο. Αρκούσε μόνο η απλή είδηση, πως η νεολαία σφαζότανε στους δρόμους του Σικάγο από την αστυνομία της πόλης και πως τα τηλεοπτικά κανάλια αρνιόντουσαν να δείξουν τα γεγονότα» (Abbie Hoffman).   

Μετά τα γεγονότα του Σικάγο που ήρθαν ως επιστέγασμα μιας μακράς σειράς ανατρεπτικών «συμβάντων» (όπως το κάψιμο δολλαρίων από τους Γίππις μέσα στο χρηματιστήριο της Ουώλ Στρητ στις 24 Αυγούστου 1967) ο Χόφφμαν, μαζί με άλλους 7 ακτιβιστές (Jerry Rubin, David Dellinger, Rennie Davis, John Froines, Lee Weiner, Tom Hayden και Bobby Seale) δικάστηκε κατηγορούμενος για «Συνωμοσία προς πρόκληση Ταραχών», καταδικάστηκε μαζί με τους Rubin, Dellinger, Davis και Hayden σε 5ετή φυλάκιση και μόνο μετά από αλλεπάλληλες διαδηλώσεις υπέρ των «8 του Σικάγο» κατάφερε, όπως και οι υπόλοιποι, να γλιτώσει την φυλακή με χορήγηση αναστολής εκτέλεσης των ποινών. Στην διάρκεια της δίκης, οι Άμπυ Χόφφμαν και Τζέρρυ Ρούμπιν μετατρέψανε σε τσίρκο την δικαστική αίθουσα με αλλεπάλληλες προκλήσεις προς τον ακροδεξιό πρόεδρο Julius Hoffman: «κάποια στιγμή έστειλα στον πρόεδρο ένα ιπτάμενο φιλί. Αυτός γύρισε κατακόκκινος και φώναξε προς τους ενόρκους: Αγνοείστε αυτό το φιλί…» (Abbie Hoffman)   

Το καλοκαίρι του 1969 στο περίφημο φεστιβάλ του Γούντστοκ (Woodstock), μια εκατοντάδα Γίππις με επικεφαλής τους τον Χόφφμαν επιχείρησαν «ν’ ανεβάσουν την ενέργεια» και να καταγγείλουν τον ανερχόμενο hip καπιταλισμό και την βιομηχανία της ροκ μουσικής. Ο Χόφφμαν διάκοψε την εμφάνιση του συγκροτήματος των «The Who», προσπαθώντας να βγάλει έναν σύντομο λόγο διαμαρτυρίας για την φυλάκιση του ποιητή και ιδρυτή των «Λευκών Πανθήρων» Τζων Σινκλαίρ (John Sinclair): «Όλα αυτά είναι νομίζω μπούρδες!… είστε εδώ, εννοείται, για ν’ αλλάξει ο κόσμος, την στιγμή που ο Τζων Σινκλαίρ σαπίζει στην στη φυλακή». Προτού όμως ολοκληρώσει την φράση του, δέχθηκε την επίθεση του κιθαρίστα Πήτ Τάουνσεντ (Pete Townshend) που, φωνάζοντας «κάτω από την σκηνή μου!», πέταξε τον Χόφφμαν κάτω από την σκηνή, υπό τις επευφημίες του κραυγαλέα απολιτικού πλήθους. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 έγραψε 3 αρκετά επιθετικά βιβλία, τα οποία αν και εκδόθηκαν από αντεργκράουντ εκδοτικούς οίκους πουλήσανε ωστόσο εκατομμύρια αντίτυπα. Το μοναδικό που έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά είναι το «Επανάσταση για τη Κάβλα της» («Revolution for the Hell of it»), το οποίο τόλμησε να κυκλοφορήσει το 1982 η «Διεθνής Βιβλιοθήκη» (εν έτει 1982). Τα «Έθνος του Γούντστοκ» («Woodstock Nation», 1969) και «Κλέψτε αυτό το βιβλίο» («Steal this Book», 1971, που καθοδηγούσε τους αναγνώστες πώς να ζουν σχεδόν τσάμπα), αποτελούν και αυτά σημαντικούς σταθμούς στον χώρο της έντυπης Αντικουλτούρας. 
   
Το 1970 πάντως, ο Άμπυ Χόφφμαν έγινε στόχος εξόντωσης από το περιβόητο σχέδιο COINTELPRO του FBI (ένα σύστημα φυσικής εξολόθρευσης, διωγμού ή εκτρέλανσης επιλεγμένων «ενοχλητικών») και άρχισε να δέχεται απειλές δολοφονίας και να υφίσταται εμφανή παρακολούθηση, διαρρήξεις του σπιτού του, κ.ά.,  ενώ προβοκατόρικες αφίσες έκαναν την εμφάνισή τους στην Νέα Υόρκη, άλλοτε καταγγέλλοντάς τον ότι δήθεν είναι... χαφιές και άλλοτε ζητώντας τον θάνατό του. Εμφανέστατα κουρασμένος, επιχείρησε να «ιδιωτεύσει» στέλνοντας στο αγγλικό αντεγκράουντ περιοδικό «International Times – ΙΤ» μία αποχαιρετιστήρια επιστολή του προς το κίνημα, με τίτλο «Quit» («Παραίτηση»). Η επόμενη χρονιά (1971) βρήκε τον Χόφφμαν μαζί με την γυναίκα του Αννίτα και τον νεογέννητο γιο τους τον Αμέρικα σε μία απέλπιδα αυτοεξορία σ’ ένα νησάκι του συγκροτήματος της Παρθένου, ενώ το καλοκαίρι του 1972 διώχθηκε από το YIP, στο οποίο είχε επικρατήσει μια πιο σκληρή τάση,  οι λεγόμενοι «Zippies», που θεωρούσαν «ξοφλημένη» όλη την πρώτη γενιά του κινήματος (Χόφφμαν, Σάντερς, Κράσσνερ, Ρούμπιν κ.λπ.)    

Τον Αύγουστο του 1973 ο Χόφφμαν έκανε εκείνο που αργότερα ο ίδιος περιέγραψε σαν «τεράστια βλακεία». Ένας πράκτορας με μακριά θητεία στο ειρηνιστικό κίνημα των Η.Π.Α., ο Ναζαρέλλα που κάποτε μάλιστα πόζαρε σαν σωματοφύλακας του προέδρου της SDS Μαρκ Ραντ, παρέσυρε τον Χόφφμαν σε μία αγοραπωλησία κοκαϊνης, στην οποία ο τελευταίος είχε παρευρεθεί, όπως ισχυρίστηκε, «για να γράψει βιβλίο». Εκεί φυσικά συνελήφθη από τους μυστικούς αστυνομικούς της NYPD και το αμερικάνικο κατεστημένο μπορούσε πλέον να πανηγυρίζει για το ότι επιτέλους «πιάστηκε ο Χόφφμαν για διακίνηση κοκαϊνης». Ο Χόφφμαν προφυλακίστηκε στο Μανχάτταν και πέρασε 6 μήνες σε αυστηρή απομόνωση.  Τον Φεβρουάριο του έτους 1974 αποφυλακίστηκε με εγγύηση και αμέσως πέρασε στην παρανομία, αφού κατ’ ουσίαν απειλείτο με ισόβια κάθειρξη. Έκοψε και έβαψε τα μαλλιά του, έκανε πλαστική εγχείριση και έφυγε σε άλλες Πολιτείες. «Σε μια εποχή στάθηκα πολύ κοντά στην ψυχική και νευρική κατάρρευση», θα ομολογήσει ο ίδιος σχετικά μ’ εκείνη την εποχή, μιλώντας πολύ αργότερα, το 1981.    

Όντας φυγάς, γνωρίστηκε το 1974 με την Τζοάννα Λώρενσον (Johanna Lawrenson), κυνηγημένη και αυτή επίσης από το COINTELPRO το 1971 και κόρη του δολοφονημένου Τζακ Λώρενσον και της συγγραφέως Έλεν Λώρενσον. Το έτος 1976 εξέδωσε το συγκλονιστικό βιβλίο του «Στον Αμέρικα με αγάπη: γράμματα από την παρανομία», που περιλαμβάνει την αλληλογραφία του με τη γυναίκα του και το παιδί του από τότε που κατέληξε φυγάς. Άλλαξε μια σειρά από επαγγέλματα, κινδύνεψε άπειρες φορές ν’ αναγνωρισθεί (κύρια στις νότιες Πολιτείες), πείνασε, έζησε κρίσεις παράνοιας και τελικά, μαζί με την σύντροφό του Τζοάννα Λώρενσον καταφύγανε σε μια ήσυχη κοιλάδα με λιγότερο από 1000 κατοίκους, παρουσιαζόμενοι ως «ζεύγος Freed». Ο αγνώστου παρελθόντος καλοσυνάτος περιβαλλοντιστής κος Μπάρρυ Φρηντ (Barry Freed) με έδρα του τον ποταμό Σαιν Λώρενς, πέτυχε μάλιστα ν’ αναδειχτεί σε υπ’ αριθμον 1 οικολογικό ακτιβιστή της περιοχής και να γίνει μάλιστα επίτιμο μέλος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής για την Υδρόβια Ζωή. Έλαβε ακόμα και συγχαρητήριες επιστολές από τον κυβερνήτη της Νέας Υερσέης Χιου Κάρεϋ, ενώ ανέπτυξε έντονη δράση και στο αντιπυρηνικό κίνημα της ευρύτερης περιοχής. 

Τον Νοέμβριο του 1980 ο Άμπυ Χόφφμαν αποφάσισε τελικά να παραδοθεί μη αντέχοντας άλλο την παρανομία. «Δεν ήθελα να μείνω στην Ιστορία ως ένας άνθρωπος που σχετιζόταν με κοκαϊνη. Ίσως ο Φρόϋντ να μπορούσε κάπου να δικαιολογήσει αυτή την επιθυμία μου». Προηγουμένως είχε έρθει σε συνεννόηση με τις αρχές ότι τουλάχιστον θα δικαστεί τίμια, ωστόσο οι αντιδραστικές εφημερίδες απαιτούσανε το κεφάλι του επί πίνακι, γράφοντας τα πιο αηδιαστικά ψέμματα: «είναι ένας εγκληματίας που παραδόθηκε για να... διαφημίσει τα βιβλία του», «είναι ένας... ηρωϊνομανής», «έχει άφθονα λεφτά από σκοτεινές πηγές», κ.ά. 

Καταδικάστηκε σε 1 - 3 χρόνια φυλάκιση και με δικαίωμα να εργάζεται σε προγράμματα κοινωνικής υποστήριξης για μείωση της ποινής του, ενώ ήδη το 1980, χρονιά κατά την οποία πήρε επίσης διαζύγιο από την Ανίτα Κούσνερ, είχε κυκλοφορήσει ένα ακόμα βιβλίο του, το αυτοβιογραφικό «Soon to Be a Motion Picture» («Θα γίνει σύντομα Κινηματογραφικό Έργο»). Μέσα στην φυλακή ο Χόφφμαν βοηθούσε με νομικές συμβουλές τους συγκρατουμένους του, ενώ σε δύο περιπτώσεις τόλμησε να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας σε δίκες εναντίον φυλάκων που είχαν κακοποιήσει κρατούμενους, εισπράττοντας φυσικά την μήνη των αθρωποφυλάκων: «...τον βρήκα γεμάτο μελανιές και τον είχαν κουρέψει γουλί, κάτι που απαγορεύεται για τους ελαφροποινίτες, ενώ τον έβριζαν συνεχώς πως πηδιέται με Εβραίους και αραπάδες…» περιέγραψε μετά από ένα επισκεπτήριο η Λώρενσον. Οι εφημερίδες «Le Matin» της Γαλλίας και «Excelsion» του Μεξικού γράφανε εκείνη την εποχή πως ο Χόφφμαν ήταν πολιτικός κρατούμενος και μάλιστα «ο πρώτος της προεδρίας Ρήγκαν». 

Όταν αποφυλακίστηκε ο Χόφφμαν συνέχισε να δρα κοινωνικά και πολιτικά και το 1987 εξέδωσε το βιβλίο του «Κλέψτε αυτό το τεστ ούρων» με το οποίο χτυπούσε τον νέο κοινωνικό φασισμό που πρωτοεμφανιζόταν τότε στις Η.Π.Α.. Ασχολήθηκε επίσης με την υπόθεση της Λατινικής Αμερικής, έκανε παρέα με τους καινούργιους γίππις της Μπλήκερ Στρητ και συμμετείχε σε δημόσιες αντιπαραθέσεις με τον πρώην σύντροφό του και τότε συμβιβασμένο με το σύστημα «γιάπη» (yuppie) Τζέρρυ Ρούμπιν: «επέστρεψε ανοιχτά αντι-καπιταλιστής. Δεν ασπάστηκε μήτε τον Χριστό, μήτε την Ουώλ Στρητ, ενώ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ελευθερίας του άρχισε να οργανώνει αντιπυρηνικές διαδηλώσεις και συγκέντρωση χρημάτων για το Ελ Σαλβαντόρ» έγραψε η Τζοάννα Λώρενσον.   

Στις 30 Νοεμβρίου 1986, στα πεντηκοστά γενέθλιά του, ο Άμπυ Χόφφμαν θα πολιορκήθηκε ξανά από τους δημοσιογράφους και σε μια σειρά από τις γνωστές προκλητικές ερωτήσεις τους (λ.χ. εάν στο τέλος θα γίνει και αυτός ένας yuppie) ο Άμπυ απάντησε πως ήταν «Yippie με γράμμα i !!» και πως αδιαφορούσε για τις μόδες, γιατί στο λεξικό η λέξη «fashion» (μόδα) είναι τρομακτικά κοντά στην λέξη «fascism» (φασισμός). Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε συλληφθεί μαζί με 14 ακόμα διαδηλωτές ενάντια στις δραστηριότητες της Central Intelligence Agency  (CIA) στο Πανεπιστήμιο της Μασσαχουσέττης στο Άμχερστ (Amherst), αλλά αθωώθηκε πανηγυρικά στις 15 Απριλίου 1987. 

Τον Ιούνιο του 1988, μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα νοσηλεύθηκει για αρκετό καιρό σε νοσοκομείο και συνέχισε θεραπεία με αναλγητικά λόγω των μετατραυματικών πόνων, τίποτε όμως δεν έδειχνε να τον βαραίνει θανάσιμα. Στο τότε περιοδικό του YIP της Νέας Υόρκης «Overthrow» διαφήμιζε προσωπικά τα βιβλία του και επίσης έδινε συνεντεύξεις ενάντια στον κάλπικο αγώνα  «Just Say No» των περί τη Νάνσυ Ρήγκαν φασιζόντων αστών δήθεν ενάντια στα… ναρκωτικά: «το να λες σ’ έναν ήδη ηρωϊνομανή να πει όχι στην ηρωϊνη είναι τουλάχιστον κοροϊδία». Στις 12 Απριλίου 1989 όμως, ο Άμπυ Χόφφμαν βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Νιου Χόουπ της Πενσυλβανίας από έναν γείτονά του. Το αποτέλεσμα της νεκροτομής χρειάστηκε σχεδόν μία εβδομάδα για να δημοσιευθεί και να πιστοποιήσει ότι αυτοκτόνησε με 150 αναλγητικά χάπια και παράλληλη χρήση αλκοόλ.  

Βιβλία του Χόφφμαν: 
«Fuck the System» (μπροσούρα, 1967 με το ψευδώνυμο George Metesky)  
«Revolutio
n For the Hell of It» (1968, με το ψευδώνυμο «Free») 
«Woodstock Nation: A Talk-Rock Album» (1969) 
 
«Steal This Book» (1971) 
 
«Vote! A Record, A Dialogue, A Manifesto – Miami Beach, 1972 And Beyond» (1972, μαζί με τους Jerry Rubin και Ed Sanders) 
 
«To Αmerica With Love: Letters From the Underground» (1976, με την σύζυγό του Anita Hoffman) 
 
«Soon to Be a Major Motion Picture» (1980) 
 
«The Autobiography of Abbie Hoffman» (2000)
 
«Square Dancing in the Ice Age: Underground Writings» (1982) 
 
«Steal This Urine Test: Fighting Drug Hysteria in America» (1987, μαζί με τον Jonathan Silvers) 
 
«The Best of Abbie Hoffman» (1990) 
 
«Preserving Disorder: The Faking of the President» (1988, μαζί με τον Jonathan Silvers) 
 
Ηχογραφήσεις: 
«Wake Up, America!» (Big Toe Records, 1970)  
Βιβλία για τον Χόφφμαν: 
Raskin Jonah, «For the Hell of It: The Life and Times of Abbie Hoffman», Berkeley, 1996 
http://www.rassias.gr/7K.html