Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Καρλ Λήμπκνεχτ

"Καρλ Λήμπκνεχτ". Η αντιμιλιταριστική παράδοση της γερμανικής παράδοσης...

του Θανάση Καμπαγιάννη
Ο Καρλ Λήμπκνεχτ γεννήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας στις 13 Αυγούστου του 1871 (τη χρονιά της Παρισινής Κομμούνας), κυριολεκτικά μέσα στους κόλπους της γερμανικής αριστεράς της εποχής. Πατέρας του ήταν ο Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, ένας από τους μαρξιστές ηγέτες του μετέπειτα Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD), του κόμματος που συσπείρωνε εκατομμύρια εργάτες κάτω από τις σημαίες του σοσιαλισμού.
Ο Καρλ σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία στη γενέτειρά του και στη συνέχεια στο Βερολίνο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Πότσδαμ και επέστρεψε στο Βερολίνο, αποφασισμένος να αφιερωθεί στο σοσιαλιστικό κίνημα. Ως δικηγόρος υπερασπίστηκε πολλές φορές αγωνιστές διωκόμενους για τη δράση τους, όπως το 1904 όταν φτωχοί αγρότες στην Ανατολική Πρωσία συνελήφθησαν να περνάνε λαθραία σοσιαλιστικά φυλλάδια στην τσαρική Ρωσία (δράση στην οποία πήρε μέρος και ο ίδιος).
Ο Λήμπκνεχτ ρίχτηκε από νωρίς στη μάχη κόντρα στην αναθεωρητική πτέρυγα του SPD και τις πιέσεις που ασκούνταν στο κόμμα για δεξιά προσαρμογή στις ανάγκες του γερμανικού καπιταλισμού. Το έτος 1907 ήταν αποφασιστικό τόσο για το SPD όσο και για την πολιτική πορεία του ίδιου.
Στις εκλογές της χρονιάς εκείνης οι σοσιαλδημοκράτες χάνουν τις μισές τους έδρες στο Ράιχσταγκ (τη γερμανική Βουλή), μετά από μια λυσσασμένη εκστρατεία της εθνικιστικής δεξιάς υπέρ του δικαιώματος της Γερμανίας να αποκτήσει κι αυτή αποικίες στην Αφρική. Η ανοιχτά αναθεωρητική πτέρυγα του Μπερνστάιν παύει πλέον να είναι η μόνη που πιέζει για δεξιά στροφή του κόμματος, που «έγινε πολύ αριστερό για τους μικρομεσαίους ψηφοφόρους».
Ο Κάουτσκι αναδεικνύεται πλέον σε ηγέτη του «κέντρου», που διαχωρίζεται από τη δεξιά, αλλά ανοίγει μέτωπο με τους «εξτρεμιστές της Αριστεράς», κύρια με τα μέλη του κόμματος που συσπειρώνονται γύρω από τις ιδέες και τη δράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η διαμάχη θα μεταφερθεί και στο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Στουτγκάρδη, όπου οι διαφορετικές πτέρυγες θα συγκρουστούν πάνω στο ζήτημα της καταδίκης του ιμπεριαλισμού, με την αριστερή πτέρυγα του Λένιν και της Ρόζας να κερδίζουν τελικά την πλειοψηφία. Ο Λήμπκνεχτ τάσσεται ανεπιφύλακτα με την αριστερά του SPD.
Καρπός αυτής του της επιλογής είναι το έργο του «Μιλιταρισμός και Αντιμιλιταρισμός», που κυκλοφόρησε το 1907. Η εκλογική καθίζηση, σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου, αντί να επιτάσσει μια υποχώρηση στις εθνικιστικές πιέσεις, βάζει για το κόμμα νέα αντιμιλιταριστικά καθήκοντα. «Οι εκλογές του 1907... έδειξαν πόσο άθλια αδύναμη ήταν η αντίσταση του γερμανικού λαού στις ψευτοπατριωτικές παγίδες, όπου τον οδηγούσαν αυτοί οι ελεεινοί επαγγελματίες πατριώτες... Αυτές οι εκλογές διαφώτισαν κάπως το προλεταριάτο... το εκπαίδευσαν και το απελευθέρωσαν απ΄ την αστόχαστη «συνήθεια της νίκης». Και ξύπνησαν κάποια δύναμη που μας οδηγεί στο βάθεμα του προλεταριακού κινήματος... Κάνει να προβάλει οξύ, όσον αφορά το γερμανικό εργατικό κίνημα, το ζήτημα του αντιμιλιταρισμού». Το βιβλίο κρίθηκε τόσο επικίνδυνο που ο συγγραφέας του καταδικάστηκε σε δεκαοκτάμηνη φυλάκιση. Ωστόσο, όντας φυλακισμένος, ο Λήμπκνεχτ εκλέχτηκε βουλευτής στο Πρωσικό κοινοβούλιο. Και το 1912 ακολουθεί η εκλογή του ως βουλευτή του SPD στο γερμανικό Ράιχσταγκ.
Εκεί, ο Λήμπκνεχτ θα γράψει μια από τις λαμπρότερες σελίδες του επαναστατικού κινήματος του 20ού αιώνα. Θα αντισταθεί έμπρακτα στο πολεμικό σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις, κόντρα στην ηγεσία του SPD που στις 4 Αυγούστου 1914 υποτάχτηκε στο κάλεσμα του γερμανικού κράτους για «εθνική ενότητα σε καιρό πολέμου». Ο Λήμπκνεχτ θα είναι ο μόνος που θα σπάσει την κομματική πειθαρχία στη δεύτερη ψηφοφορία που έγινε στις 2 του Δεκέμβρη, αλλά θα πληρώσει ακριβά αυτή του την επιλογή. Αν και βουλευτής, ο γερμανικός στρατός τον καλεί να καταταχτεί ξανά και τον στέλνει στο ανατολικό μέτωπο με την ανοχή (αν όχι την ενθάρρυνση) της ηγεσίας του SPD που προχωράει στη διαγραφή του. Επειδή αρνήθηκε να σηκώσει όπλο, η τιμωρία του ήταν να αναλάβει το πόστο του νεκροθάφτη, να ανοίγει δηλαδή τρύπες για τα πτώματα των ένστολων εργατών που αλληλοσκοτώνονταν στα χαρακώματα. Στα τέλη του 1915 η υγεία του κατέρρευσε και ο Λήμπκνεχτ επέστρεψε στα μετόπισθεν.
Ένα διεθνιστικό μανιφέστο
Η δήλωση του Λήμπκνεχτ τον Δεκέμβρη του 1914, όταν καταψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις στο Κοινοβούλιο, είναι ένα μανιφέστο ενάντια στον πόλεμο και τον εθνικισμό:
«Η ψήφος μου εναντίον των πολεμικών πιστώσεων που συζητούνται σήμερα είναι βασισμένη στις ακόλουθες εκτιμήσεις. Αυτός ο πόλεμος, ανεπιθύμητος για όλους τους εμπλεκόμενους λαούς, δεν ξέσπασε για την ευημερία του γερμανικού λαού ή οποιουδήποτε άλλου. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος, ένας πόλεμος για σημαντικά εδάφη που θέλουν να εκμεταλλευτούν οι καπιταλιστές και οι χρηματιστές. Από την άποψη των εξοπλιστικών ανταγωνισμών, είναι ένας πόλεμος που προκλήθηκε από τις γερμανικές και αυστριακές φιλοπόλεμες παρατάξεις, μέσα στο σκοτάδι του μισοφεουδαρχισμού και της μυστικής διπλωματίας, για να κερδίσουν το πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος είναι μια Βοναπαρτίστικη προσπάθεια για να παρενοχλήσουν και να διασπάσουν το ολοένα και μεγαλύτερο κίνημα της εργατικής τάξης.
Η γερμανική κραυγή: «Ενάντια στον Τσαρισμό!» έχει κατασκευαστεί για την περίσταση - όπως έχουν κατασκευαστεί τα αντίστοιχα βρετανικά και γαλλικά συνθήματα - για να εκμεταλλευτούν τις ευγενέστερες τάσεις και τις επαναστατικές παραδόσεις και τα ιδανικά των λαών, ώστε να υποκινήσουν το μίσος του ενός εναντίον του άλλου.
Η Γερμανία, ο συνένοχος του Τσαρισμού, το μοντέλο της αντίδρασης μέχρι και σήμερα, δεν μπορεί στα σοβαρά να σταθεί ως ο απελευθερωτής των λαών. Η απελευθέρωση του ρωσικού και του γερμανικού λαού πρέπει να είναι έργο των ίδιων.
Ο πόλεμος δεν είναι πόλεμος για την γερμανική άμυνα. Η ιστορική του βάση και η εξέλιξή του από την αρχή κάνουν μη αποδεκτό το πρόσχημα της καπιταλιστικής κυβέρνησης ότι ο σκοπός για τον οποίο ζητάει τις πιστώσεις είναι η υπεράσπιση της πατρίδας.
Μια άμεση ειρήνη, μια ειρήνη χωρίς κατακτήσεις, αυτό είναι που πρέπει να απαιτήσουμε. Κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να υποστηριχτεί. Μόνο με το να δυναμώνουμε συντονισμένα και διαρκώς τα ρεύματα σε όλες τις εμπόλεμες χώρες που έχουν ως στόχο τους μια τέτοια ειρήνη μπορούμε να τερματίσουμε αυτό το αιματηρό σφαγείο. Μόνο μια ειρήνη βασισμένη στην διεθνή αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και την ελευθερία όλων των λαών μπορεί να είναι μια ειρήνη που θα διαρκέσει. Συνεπώς, είναι το καθήκον των προλετάριων όλων των χωρών να συνεχίσουν κατά τη διάρκεια του πολέμου την κοινή σοσιαλιστική προσπάθεια υπέρ της ειρήνης.
Υποστηρίζω τις πιστώσεις για την ανακούφιση [από τις συνέπειες του πολέμου] με αυτή την επιφύλαξη: ψηφίζω πρόθυμα για ο,τιδήποτε μπορεί να ανακουφίσει τη σκληρή μοίρα των αδελφών μας στο πεδίο της μάχης, όπως και των πληγωμένων και των αρρώστων, για τους οποίους νιώθω την βαθύτερη συμπόνια. Αλλά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου, εναντίον όσων είναι υπεύθυνοι γι΄ αυτόν και όσων τον προκάλεσαν, εναντίον όσων τον διευθύνουν, εναντίον των καπιταλιστικών σκοπών για τους οποίους χρησιμοποιείται, εναντίον των σχεδίων για προσαρτήσεις, εναντίον της παραβίασης της ουδετερότητας του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, εναντίον της απεριόριστης ισχύος του στρατιωτικού νόμου, εναντίον της απόλυτης εγκατάλειψης των κοινωνικών και πολιτικών καθηκόντων για την οποία η Κυβέρνηση και οι κυρίαρχες τάξεις είναι ένοχες, ψηφίζω ενάντια στις ζητούμενες πολεμικές πιστώσεις».
Η μοναχική φωνή του Λήμπκνεχτ το 1914 έγινε κραυγή εκατομμυρίων εργατριών και εργατών που το 1918 σταμάτησε το μακελειό. Οι ιδέες του εξακολουθούν να συντροφεύουν όσους μέχρι σήμερα παλεύουν ενάντια στον πόλεμο και το σύστημα που τον γεννάει.
Η επανάσταση που σταμάτησε τον πόλεμο
Ωστόσο, η εξέλιξη του πολέμου, με τα εκατομμύρια των νεκρών, τη φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλούσε, σήμανε μια μαζική στροφή στις συνειδήσεις των εργατών που τον είχαν υποστηρίξει. Ο Σπάρτακος, η διεθνιστική οργάνωση που ίδρυσαν μια χούφτα επαναστάτες - μέλη του SPD το 1914 (η Λούξεμπουργκ, ο Λήμπκνεχτ, ο Μέριγκ, η Τσέτκιν, κ.α.), αν και απομονωμένη στην αρχή, αποκτούσε σταδιακά μαζική απήχηση. Την Πρωτομαγιά του 1916, ο Σπάρτακος κάλεσε αντιπολεμική διαδήλωση στο Βερολίνο, στην οποία συμμετείχαν 10.000 εργάτες. Όταν ο Λήμπκνεχτ ανέβηκε στο βήμα, κατήγγειλε το σφαγείο φωνάζοντας «Κάτω ο πόλεμος! Κάτω η κυβέρνηση!». Αμέσως η αστυνομία συνέλαβε τους ηγέτες της συγκέντρωσης και τόσο η Ρόζα όσο και ο Λήμπκνεχτ καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Τη μέρα της καταδίκης, 55.000 εργάτες απέργησαν σε συμπαράσταση με τον Λήμπκνεχτ. Ήταν το προμήνυμα της Γερμανικής Επανάστασης.
Ο Λήμπκνεχτ απελευθερώθηκε τελικά τον Οκτώβρη του 1918, εν μέσω μαζικών αντιπολεμικών συγκεντρώσεων κι ενός κύματος ανταρσίας στο γερμανικό στράτευμα. Όταν οι ναύτες του Κίελου στασίασαν απέναντι στις διαταγές για μια επιχείρηση-αυτοκτονία, η επανάσταση ξέσπασε και το καθεστώς κατέρρευσε. Αν και η ηγεσία του SPD έτρεξε να εκτονώσει τα πράγματα προσφερόμενη για μια αστική κυβέρνηση υπό τον Κάιζερ, οι μάζες απαιτούσαν την παραίτηση του βασιλιά. Κάτω από αυτή τη πίεση και με διαφορά λίγων ωρών από τον Λήμπκνεχτ που ανακήρυξε την «Γερμανική Σοβιετική Δημοκρατία», οι ηγέτες του SPD ανακήρυξαν στις 9 Νοέμβρη την αβασίλευτη «Γερμανική Δημοκρατία» .
Όμως οι επαναστάτες της Γερμανίας ήταν πολύ λιγότερο προετοιμασμένοι από τους Ρώσους συντρόφους τους για το ξετύλιγμα της επανάστασης. Ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ βάλθηκαν να χτίσουν ένα νέο επαναστατικό κόμμα κόντρα στις προδοσίες του SPD κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες της εξέγερσης. Δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη οι εργασίες του πρώτου συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας τον Δεκέμβρη του 1918, όταν ξεκίνησε η αποφασιστική σύγκρουση. Οι εργάτες και οι εξεγερμένοι στρατιώτες του Βερολίνου σύρθηκαν σε μια πρόωρη εξέγερση τον Γενάρη του 1919 που τσακίστηκε από το στρατό, την αστυνομία και τα παρακρατικά σώματα των Freicorps, υπό την επίβλεψη των σοσιαλδημοκρατών ηγετών Νόσκε, Έμπερτ και Σάιντεμαν. Στις 15 Γενάρη, ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκαν. Η Γερμανική Επανάσταση θα έμενε έτσι ακέφαλη, στερημένη από τους ικανότερους ηγέτες της με τραγικές συνέπειες για την κατάληξή της.  
Η 15η Ιανουαρίου αποτελεί από το 1919 ημέρα πένθους για όλους τους επαναστάτες σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Στις 15 Ιανουαρίου 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και η μοίρα της Ευρωπαϊκής Επανάστασης σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Τίποτα από κείνη τη μέρα δεν πρέπει να ξεχαστεί. Ο ταξικός πόλεμος συνεχίζεται. Πρέπει να θυμόμαστε τι έκανε ο εχθρός, τι είναι ακόμα ικανός να κάνει. Εδώ είναι οι αποδείξεις: Ένα αρχείο της καθημερινής εφημερίδας του SPD Vorwats, επίσης ανακοινώσεις… Θα πρέπει να τις ξαναδιαβάζουμε σύντροφοι, τη στιγμή της κατοχής της Ρουρ, ενώ η πείνα κυριαρχεί στα σπίτια 30 εκατομμυρίων Γερμανών εργατών.
Στις 13 και 14 Ιανουαρίου του 1919, οι Σπαρτακιστές, οι Γερμανοί Κομμουνιστές της τιμημένης ομάδας Σπάρτακος, που, όχι πολύ πριν, ήταν η μόνη που αψήφησε τον Κάιζερ, και τον Λούντερντολφ – πολεμούσαν στους δρόμους τους Βερολίνου κατά των στρατευμάτων της σοσιαλιστικής Κυβέρνησης. Η κυβέρνηση είχε προκαλέσει την εξέγερση απομακρύνοντας τον αρχηγό της κόκκινης αστυνομίας του Βερολίνου, τον σύντροφό μας Αϊχορν.
Η εργατική τάξη ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει την εξουσία στην πρωτεύουσα. Πέρασαν από την άμυνα στην επίθεση και η πάλη για την εξουσία ξεκίνησε. Στις 14 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση του SPD, φανερά αναστατωμένη, έκανε έκκληση στο λαό: “Πρέπει να υπερασπιστούμε τα σύνορά μας, εναντίον του νέου στρατιωτικού δεσποτισμού στη Ρωσία”, αυτό γράφτηκε το 1919, σε μια εποχή που αρκετά ιστορικά θαύματα φαίνονταν αναγκαία για να σώσουν την Κομμουνιστική Ρωσία, περικυκλωμένη και πεινασμένη, υπό επίθεση από τον Κόλτσακ, Ντενίκιν και Γουντένιτς.
“Ο Μπολσεβικισμός, είναι συνώνυμος με το θάνατος της Ειρήνης, της ελευθερίας, του σοσιαλισμού…”, έγραφαν οι ίδιοι άνθρωποι που, δυο μέρες αργότερα, θα άνοιγαν τρύπες στα κεφάλια του Καρλ και της Ρόζας! “Η σημερινή κυβέρνηση αποτελείται από σοσιαλδημοκράτες {…} εκπροσώπους της εργατικής τάξης {…}. Η σημερινή κυβέρνηση υπερασπίζεται τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό…”. Η έκκληση έχει τις υπογραφές: Εμπερτ, Σάϊντεμαν, Λάντσμπεργκ, Νόσκε, Βάϊσελ.
Στις 15 Ιανουαρίου, η νίκη της σοσιαλιστικής τάξης επιβεβαιώθηκε. Ο Λίμπκνεχτ, τον οποίο αναγνώρισαν και κατέδωσαν, συνελήφθη σ΄ ένα προάστιο του Βερολίνου, στην Mannheimerstrasse 43, στο Βίλμερσντορφ. Η Vorwats πανηγύρισε. Την ίδια ημέρα η εφημερίδα είχε επιστρέψει στα παλιά γραφεία της από όπου η αστυνομία του Νόσκε είχε εκδιώξει τους Σπαρτακιστές ληστές. Ύστερα υπήρξε μία ημέρα σιγής. Αυτό είναι τάξη.
Στις 17 Ιανουαρίου την αυγή, οι εργάτες του Βερολίνου έμαθαν από τις εφημερίδες τους την τρομερή τραγωδία που δεν τους έλεγαν για 48 ώρες. Για 48 ώρες ο Καρλ και η Ρόζα ήταν νεκροί “θύματα του εμφύλιου πολέμου που οι ίδιοι ξεκίνησαν” έγραψε το ανώνυμο μέλος της συντακτικής επιτροπής του Vorwats που ορίστηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα μετά το φόνο. Η επίσημη ανακοίνωση από το αρχηγείο της αστυνομίας – την ονόμασαν Polizeiprasidium – περιέγραψε το έγκλημα με όρους τέτοιας διοικητικής τρέλας που ντρέπεσαι για τους δολοφόνους. Απλά διαβάστε:   Πάνω από 100.000 εργάτες τίμησαν και φέτος τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία
“Αφού συνελήφθη κατά τη διάρκεια της νύχτας στο Βίλμπερσντορφ, ο Κάρλ Λίμπκνεχτ μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Εντεν όπου ήταν τα αρχηγεία της Εφιππης Φρουράς. Από εκεί, επρόκειτο να μεταφερθεί στη φυλακή Moabit. Στις 9 π.μ. πλήθος μπλόκαρε τις εξόδους προς το ξενοδοχείο. Ο Λίμπκνεχτ φυγαδεύτηκε από μια πίσω πόρτα και μεταφέρθηκε σ΄ ένα αυτοκίνητο. Τον προειδοποίησαν πως αν προσπαθούσε να διαφύγει, οι φρουροί θα χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους” (Το κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτή την αδέξια ομολογία του εκ προμελέτης φόνου). “Το πλήθος περικύκλωσε το αμάξι. Κάποιοι άγνωστοι χτύπησαν με βία τον Λίμπκνεχτ στο κεφάλι. Αιμορραγούσε ακατάσχετα. Ο οδηγός επιτάχυνε. Για να αποφύγει τον όχλο αποφάσισε να παρακάμψει μέσα από το ζωολογικό κήπο. Κοντά στη Νέα Λίμνη το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή είχε χαλάσει εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας. Και έπρεπε να επισκευαστεί. Ρώτησαν τον Λίμπκνεχτ αν ένιωθε αρκετά καλά να περπατήσει ως την Charlottenburget Chaussee όπου ήλπιζαν πως θα βρουν ταξί. Ο κρατούμενος απάντησε καταφατικά. Δεν ήταν όμως ούτε 30 μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο όταν ο Λίμπκνεχτ προσπάθησε να ξεφύγει από τη συνοδεία του και άρχισε να τρέχει. Κάποιος που προσπάθησε να τον σταματήσει, έφαγε μαχαιριά στο δεξί χέρι” (πάλι το πρωτότυπο κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτό εδώ). “Καθώς ο Λίμπκνεχτ δεν σταμάτησε να τρέχει, παρά τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις τον πυροβόλησαν αρκετές φορές. Έπεσε νεκρός επί τόπου”.
Ο ζωολογικός κήπος του Βερολίνου είναι ένα τεράστιο πάρκο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και εγκαταλείπεται το βράδυ. Ο Λϊμπκνεχτ μεταφέρθηκε εκεί για “να αποφύγει τον όχλο”. Ο Λίμπκνεχτ δεν σκέφτηκε να πέσει στους θαμνώνες που υπάρχουν από τις δύο πλευρές όλων των μονοπατιών. Έτρεξε ευθεία γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα τον πυροβολήσουν. Τον είχαν προειδοποιήσει ότι θα τον σκότωναν αλλά δεν του είχαν περάσει χειροπέδες. Στα αρχηγεία της φρουράς τον είχαν αφήσει με μαχαίρι. Ευσυνείδητοι, οι στρατιώτες του Νόσκε επανέλαβαν τις προειδοποιήσεις τους πριν τον πυροβολήσουν και τον σκοτώσουν επί τόπου, έναν άντρα που τρέχει σ΄ ένα κατασκότεινο δάσος στις 11 το βράδυ!
Για να σκαρώσουν αυτήν την αδέξια αφήγηση οι αρχές δεν χρειάστηκαν πάνω από 48 ώρες. Έπρεπε να βρουν κάποια εξήγηση, γιατί, αφού συνελήφθη χωρίς να προβάλλει το παραμικρό ίχνος αντίστασης στις 9.30 μ.μ., ο Λίμπκνεχτ σκοτώθηκε σ΄ ένα έρημο μέρος δύο ώρες μετά!
Την ίδια στιγμή επίσης πέθαινε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. “Το απειλητικό πλήθος που περικύκλωνε το ξενοδοχείο Εντιν είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να πιάσει την κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι φρουροί της κατάφεραν να την μεταφέρουν σχεδόν ως το αμάξι που είχαν ετοιμάσει γι΄ αυτήν. Εκείνη τη στιγμή υπήρξε συμπλοκή. Η κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ διαχωρίστηκε από τη συνοδεία της και όταν την άρπαξαν ξανά από το πλήθος είχε χάσει τις αισθήσεις της. Την έβαλαν στην μπροστινή θέση του αμαξιού. Καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν, ένας άγνωστος άντρας πήδηξε και πυροβόλησε εξ επαφής την αναίσθητη κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το αυτοκίνητο κινήθηκε κατά μήκος του Kurfurstendamm προς το κέντρο του Βερολίνου. Όταν έφθασε στο κανάλι, άγνωστοι φώναξαν “Στοπ!”. Ο οδηγός πιστεύοντας ότι ήταν περίπολος υπάκουσε. Το πλήθος περικύκλωσε το αυτοκίνητο φωνάζοντας: “Είναι η Ρόζα!”. Το πτώμα της κυρίας Ρόζας Λούξεμπουργκ το άρπαξαν και το έσυραν στο σκοτάδι”. Τα υπολείμματα της δολοφονημένης γυναίκας τα έριξαν στο κανάλι.
Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία, η οποία είναι γεμάτη ποικίλες φρικαλαιότητες, υπάρχουν λίγες στιγμές τόσο φρικιαστικές όπως αυτή, αυτού του πλήθους των αστών, που είναι αποφασισμένοι να λιντσάρουν μία κρατούμενη, μία γυναίκα με γκριζαρισμένα μαλλιά που έχει λιποθυμίσει και που ήταν ένα από τα πιο δυνατά μυαλά του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην Παρισινή Κομμούνα για να βρούμε κάτι το συγκρίσιμο. Οι γυναίκες των Βερσαλλιών χρησιμοποιούσαν τις μύτες των ομπρελών τους – αναμφίβολα με μεγάλη αηδία – για να ακουμπήσουν εκείνα τα πτώματα των φρικτών Κομμουνάρων. Οι Βερολινέζοι του 1919 έσυραν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ που ακόμη ζούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου του καναλιού.
Την επόμενη μέρα η Vorwarts έγραφε: “Η σοσιαλδημοκρατία παρʼ όλες τις παρεκτροπές της δεξιάς και της αριστεράς, υπερασπίζεται την τάξη, την ανθρώπινη ζωή, την κυριαρχία της τάξης πάνω στη βία. Γι΄ αυτό πολεμά! Κανένας δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφοπλιστεί! Στο ίδιο τεύχος μπορούμε να δούμε τους ακόλουθους τίτλους και υπότιτλους: “Το τέλος του Μπολσεβικισμού”, “Η Πετρούπολη μπροστά στο θάνατο” – “Αντεπανάσταση στη Ρωσία”, “Φημολογείται ότι ο Γκόργκι το έσκασε για το Λονδίνο”.
Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε. Ο κύριος δολοφόνος του Λίμπκνεχτ πέθανε τυχαία. Οι δολοφόνοι της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι γνωστοί αλλά δεν έχουν διωχθεί. Ένας από αυτούς, ο Runge ομολόγησε. Μπήκε 6 μήνες φυλακή επειδή ήταν αδιάκριτος. Ο δεσμοφύλακας Tanschick από τη φυλακή Moabit, που σκότωσε το Λέο Τίκο και έπειτα τον Dorrenbach, πήρε προαγωγή. Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει. Τώρα έχουμε γευτεί τους καρπούς της νίκης που η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία κέρδισε μ΄ αυτό το κόστος. Εξαιτίας της, η προλεταριακή επανάσταση που μπορούσε να πετύχει στην Κεντρική Γερμανία, δεν νίκησε. Οι όμοιοι του Stinners, Thussen, οι εκατομμυριούχοι και πολλές βιομηχανίες ευημερούσαν. Ο κύριος Κούνο της γραμμής Αμβούργου – Αμερική είναι στην εξουσία.
Η Γερμανία των εργατών που το SPD απείλησε με πείνα και αποκλεισμό στα 1919 αν τόλμαγε να κάνει επανάσταση, δεν έκανε την επανάσταση και παρόλα αυτά πεινά. Η Γερμανία των εργατών που οι Σάϊντεμαν και σία απείλησε με συμμαχική επέμβαση ίσως αυτή τη στιγμή βλέπει τους Σενεγαλέζους να εισβάλουν στη Ρουρ. Ο φασισμός προβάλει. ΟΙ Erzberger και Rathenau, επιφανείς αστοί με κάπως ριζοσπαστικές απόψεις δολοφονήθηκαν. Τον Λούντεντρολφ τον έχουν αφήσει στην ηρεμία και ο συνταγματάρχης Χίτλερ με ηρεμία οργανώνει τα αντεπαναστατικά του στρατεύματα στη Βαυαρία. “Τάξη, σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, κυριαρχία του νόμου, σοσιαλισμός” ήταν τα κύρια θέματα των σοσιαλδημοκρατών όταν ο Καρλ και η Ρόζα πέθαιναν. Η πραγματικότητα έχει άλλα ονόματα: πείνα, αποικιοποίηση της Γερμανίας από το ξένο κεφάλαιο, θρίαμβος της κερδοσκοπίας μεγάλης κλίμακας, κυριαρχία των κερδοσκόπων, επίθεση των εργοδοτών, εξοπλισμός των αντιδραστικών δυνάμεων.
Ως κομμουνιστές δεν εξετάζουμε την ιστορία μοιρολατρικά. Στην ταξική πάλη δεν υπάρχουν αναπόφευκτες ήττες ή νίκες. Υλικές, πνευματικές και ηθικές δυνάμεις συγκρούονται και οι ισχυρότεροι νικούν τις πιο αδύναμες. Τον Ιανουάριο του 1919, αν και σε θανάσιμο κίνδυνο η Ρωσική Επανάσταση στην πάλη της με την αντίδραση έφτασε το απόγειο της δυναμικής της να επεκτείνεται και να δημιουργεί. Η Ουγγαρία, οδηγούνταν προς τη σοβιετική κυριαρχία. Το επαναστατικό κίνημα ήταν σε άνοδο στην Ιταλία. Στα νικηφόρα κράτη είχε πραγματοποιηθεί αποστράτευση: ένοπλοι εργάτες επέστρεφαν από τα χαρακώματα και με βία περιόριζαν την πανίσχυρη οργή τους, παντού η φοβισμένη, δειλή μπουρζουαζία που είχε μείνει πίσω υποχώρησε μπροστά τους. Η προλεταριακή Γερμανία επιθυμούσε να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της κοινής ιδιοκτησίας, να ακολουθήσει το μεγάλο Ρώσικο παράδειγμα. Είχε ακόμα τέσσερα αξιομνημόνευτα μυαλά: το Φράνς Μέρινγκ, ένα διανοούμενο και ένα τολμηρό στοχαστή που αποτελούσε την καρδιά της ομάδας Σπάρτακος, το Λέο Τίκο (Γκοχίγκες), τον καλύτερο υπό τους οργανωτές, τους πιο ικανούς συνωμότες, τον Καρλ και τη Ρόζα. Η προλεταριακή Γερμανία μπορούσε να είχε νικήσει.
Η αστική και η σοσιαλιστική αντεπανάσταση χτύπησε τους τρεις από αυτούς τους διανοούμενους. Τότε ο γέρος Φράνς Μέρινγκ πέθανε στο ξαφνικό μαύρο απελπιστικό λυκόφως της ήττας. Η σοσιαλδημοκρατία κατάλαβε πολύ καλά ότι η τάξη που είχε αποκεφαλιστεί οδεύει προς την ήττα. Οι δολοφόνοι της ολοκλήρωσαν το έργο της εξαχρείωσης που είχε αρχίσει με την προδοσία του SPD. Αν αντί γι΄ αυτό είχε πραγματοποιήσει το πιο θεμελιώδες σοσιαλιστικό καθήκον της, τι μέλλον θα άνοιγε για την εργατική τάξη της Ευρώπης, σίγουρα μετά από σκληρή πάλη. Το ζοφερό παρόν όμως λειτουργεί για να επιβραδύνει και να παρατείνει! Αν σκεφτούμε αυτό την ημέρα του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Πρέπει να θυμόμαστε τι είναι ικανός ο εχθρός να κάνει. Στο έγκλημα της 15ης Ιανουαρίου του 1919, υπάρχει ένα μεγάλο ιστορικό μάθημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου