Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

τιποτα σ αυτην την ζωη δεν ειναι τσαμπα

τελικα τιποτα σ αυτην την ζωη δεν ειναι τσαμπα  η Gmail  ζηταει λεφτα για να συνεχισω να κανω αναρτησεις γιατι λεει εχω καλυψει 1 giga  στις φωτογραφιες του  Picasa του χωρου που παρεχει οποτε θα σκεφτω πολυ αν συνεχισω να κανω αναρτησεις μου στειλαν αυτο το μηνυμα                                             
Ωχ! Ο αποθηκευτικός χώρος εξαντλήθηκε. Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιείτε το 100% του ορίου των 1 GB για φωτογραφίες. Αναβάθμιση αποθηκευτικού χώρου
Οι φωτογραφίες αποθηκεύονται στον λογαριασμό σας στα Λευκώματα Ιστού Picasa και συμπεριλαμβάνονται στο δωρεάν χώρο αποθήκευσης 1 GB που διατίθεται για φωτογραφίες. Ο πρόσθετος χώρος αποθήκευσης που αγοράζετε μοιράζεται σε διάφορα προϊόντα Google, μαζί με το δωρεάν χώρο αποθήκευσής σας. 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

"Πονάνε τα παλουκάρια;"

Λέω σήμερα, έτσι για αλλαγή, να συζητήσουμε για τα προφανή. Μη με παρεξηγήσεις –λατρεύω τη μυθιστορηματική φαντασία και όλα τα παρακλάδια της, αλλά κάποιες μέρες με πιάνει αυτή η περίεργη διάθεση ρε παιδί μου, και θέλω να βλέπω ρόδες στα λεωφορεία και ράγες στο μετρό (κι όχι το ανάποδο).
Τα προφανή λοιπόν...

Έχω παρακολουθήσει πολύ Κασιδιάρη στο youtube αυτές τις μέρες, το προμοτάρουν το παλουκάρι ως φαίνεται, επειδή έχει πέραση στις αγάμητες έτσι ευθυτενής που είναι (σα να κατάπιε ομπρέλα και να του κάθισε η λαβή στο λαιμό). Δεν τον είχα μελετήσει ιδιαιτέρως μέχρι τώρα –το παραδέχομαι. Παρατήρησα λοιπόν οτι το άτομο αυτό έχει ένα τικ στα μάτια, κλασικό σύμπτωμα παιδικού τραύματος το οποίο συνήθως αφήνει φοβικά κατάλοιπα (φόβος του πατέρα το λένε οι ψυχολόγοι).
Παραπέρα, παρακολούθησα δυο ομιλίες του. Μια στο Αγρίνιο (μπερδεύτηκα κάπως στην αρχή γιατί έλεγε στον κόσμο πόσο περήφανος πρέπει να είναι για την ιερά πόλις του Μεσολογγίου!!!)  και άλλη μια στην Χερσόνησο στην Κρήτη. Δεν θα ασχοληθώ με το ξεκατινάζ στο οποίο επιδίδεται το συγκεκριμένο άτομο πετώντας ονόματα τύπου Τσατσόπουλος, Ρεπούση κλπ –αυτά είναι δικά του κόμπλεξ και ποσώς με απασχολούν. Άλλωστε, το διασκεδαστικό είναι, τόσο το περιεχόμενο των ομιλιών του όσο και οι εκφραστικές μέθοδοι τις οποίες χρησιμοποιεί.

Ξεκινάω από τις «μέθοδοι» και υποθέτω οτι κάποιος σ΄αυτή την οργάνωση έχει αγοράσει ληγμένα εγχειρίδια δημοσίων σχέσεων γιατί τέτοιες τεχνικές (του περασμένου αιώνα) εφαρμόζουν. Όπως ας πούμε, το κλασσικό «εκεί που καθόμασταν και τα λέγαμε τι μας πέρασε από το μυαλό!» Πριν έρθω για την ομιλία είχαμε μια συζήτηση περί ιστορίας με τον συναγωνιστή τον τάδε (βάλε όνομα βουλευτή της Χρυσής Αυγής άφοβα) και κουβεντιάζαμε για το τάδε (βάλε ιστορικό γεγονός της επανάστασης του ’21 κατά προτίμηση), αρέσκεται να λέει συνέχεια ο Κασιδιάρης. Δηλαδή, σκέψου το λίγο. Κάθεται ο Κασιδιάρης με τον Παναγιώταρο και πίνουν τον φρουτοχυμό τους (καθότι και γυμνασμένα παλουκάρια). Οπότε λέει ο ένας: «Θυμάσαι ρε συναγωνιστή τότε στα Δερβενάκια;» κι απαντάει ο άλλος «Ξεχνιούνται τα Δερβενάκια; Άσε που έμαθα κάτι φρέσκα καυτά γκόσιπ περί του θέματος –ξέρεις τι μάρκα τσαρούχι φορούσε ο Νικηταράς;» Σε πείθει αυτό το σκηνικό; Το θεωρείς αληθοφανές; Όχι βέβαια! Πρόκειται για ένα «ρητορικό τέχνασμα» της συφοράς ανάλογο του μπουρδολογήματος που χρησιμοποιούσαν οι καθηγητές μας στο γυμνάσιο: «για πες μου παιδί μου, αν, όταν θα πας στη στάση του λεωφορείου, σε ρωτήσει κάποιος κύριος με τι ισούται το τετράγωνο της υποτείνουσας ορθογωνίου τριγώνου τι θα του απαντήσεις;» Όσο σε ρώτησε κάποιος για την υποτείνουσα στη στάση του λεωφορείου, άλλο τόσο κουβεντιάζουν οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής για ιστορία όταν πίνουν το ενεργειακό φρουτοποτό σους. Απλώς, κάποτε (τα πολύ παλιά χρόνια) η μεταφορά ενός επιστημονικού θέματος σε συνθήκες καθημερινότητας (θεωρούταν ότι) έκανε το θέμα λιγότερο βαρετό.
Η άλλη μέθοδος που χρησιμοποιεί ο συγκεκριμένος Κασιδιάρης είναι του «αστείου οικειότητας» στην έναρξη κάθε ομιλίας. Εμείς (πάντα το ‘εμείς’ σε αντιπαράθεση με το ‘οι άλλοι’ –το ψωμοτύρι του φασίστα δηλαδή) δεν έχουμε ανάγκη από μικρόφωνα γιατί τα ίδια λέγαμε εκτός βουλής και τα ίδια λέμε τώρα που είμαστε εντός (το μικρόφωνο παρουσιάζεται ως μηχάνημα προώθησης του ψευδούς λόγου!) Εμείς μπήκαμε στη βουλή για να διευκολυνθούμε στον αγώνα μας (ποιον αγώνα δε μας λέει ο ποιητής), να μπορούμε να οπλοφορούμε νόμιμα (αααα! αυτόν τον αγώνα!) και να γλιτώνουμε το αυτόφωρο –κατά τα άλλα εξακολουθούμε να είμαστε αντίθετοι σ΄αυτό το σάπιο κοινοβουλευτικό σύστημα (στην αμέσως προηγούμενη σκηνή του βίντεο βέβαια, έχεις δει το Λιάκο το λεβέντη να διαμαρτύρεται γιατί εμποδίζεται το νόμιμα εκλεγμένο κόμμα του να κάνει συγκεντρώσεις –αλλά δε βαριέσαι... ποιος έχασε τη συνοχή σκέψεων για να τη βρει ο Ηλίας;)
Ένα κλασσικό τρικ των ομιλιών αυτών των κυρίων έχει ξεπατικωθεί, όχι από εγχειρίδια δημοσίων σχέσεων, αλλά από την αθάνατη ελληνική μεθοδολογία κι αυτό είναι το τοπικιστικό γλείψιμο. Εσείς είσαστε οι μοναδικοί από όλους τους Έλληνες πού... λέει σε κάθε περιοχή που πηγαίνει ο Κασιδιάρης. Οι Αγρινιώτες είναι μοναδικοί επειδή στο νομό τους ανήκει η ιερά πόλις του Μεσολογγίου, οι Κρητικοί είναι μοναδικοί επειδή ο Λιάκος, όταν ήταν παιδί, μάθαινε οτι κάνανε ανδραγαθήματα μαζί με τους Μανιάτες –εγώ θυμάμαι κάτι Αρβανίτες στη Λακόπετρα που βγάζανε κάτι καρπούζια ναααα, με το συμπάθιο –περιμένω ν΄ακούσω λοιπόν που θα εντοπίσει τη μοναδικότητά τους ο Λιάκος όταν τους επισκεφτεί. 
Τέλος, ο επιστήμονας παύλα παιδί του λαού Κασιδιάρης δεν χάνει ευκαιρία να διηγηθεί ένα ιστορικό «γεγονότο» –έτσι, για να ζεσταθεί ο κόσμος και να ευθυμήσουμε λιγάκι βρε παιδί μου! Μόνο που την πατάει όπως κάθε άνθρωπος ο οποίος διαβάζει επειδή τον βάλανε κι όχι γιατί του αρέσει κι έτσι θεωρεί οτι το γραπτό «αστείο» μπορεί να μεταφερθεί άνετα στον προφορικό λόγο. Οι Έλληνες ύψωσαν έναν περίεργο πύργο έξω από την Τριπολιτσά, φτιαγμένο με κεφάλια Τούρκων, λέει ο καλλιτέχνης παίζοντας τα τσαχπίνικα ματάκια του όταν προφέρει τη λέξη «περίεργο» με πάθος χουντικού γυμνασιάρχη ο οποίος εξυμνεί τις αρετές της φυλής μας. Φυσικά κανένας δεν γελάει με το αστείο, ούτε ο Παναγιώταρος (αυτός ο μέγας λογοπλάστης) δεν το αντιλαμβάνεται.

Γιατί τόση ιστοριολαγνεία; Πολιτική ομιλία κάνει το άτομο ή διάλεξη στον Πολιτιστικό Σύλλογο Τραχανοπλαγιωτών; Μα –επειδή στο πολιτικό σκέλος της ομιλίας του, πέρα από συνθήματα του τύπου θα κάνουμε, θα φτιάξουμε, θα γαμήσουμε και θα δείρουμε δεν έχει να πει τίποτα άλλο ο καλλιτέχνης! Όμως στον τομέα του θα-θαϊσμού διαπρέπουν άλλες πριμαντόνες που έχουν γράψει χιλιόμετρα στο σανίδι –οι θέσεις της Χρυσής Αυγής δεν αντέχουν ούτε σε ρητορική ερώτηση. Γι΄αυτό και ρίχνουν έναν δεκάρικο με αθάνατες ελληνικές επιτυχίες και ξεμπερδεύουν.
Αλλά ακόμα κι εκεί την πατάνε τα παλουκάρια. Κάνανε πύργο τα τούρκικα κεφάλια οι Έλληνες στην Τριπολιτσά, ισχυρίστηκε ο Λιάκος. Μα, δεν του είπαν οτι ημείς οι Έλληνες ποτέ δεν σφάζουμε και ποτέ δεν μακελεύουμε; Δεν του είπαν οτι κτηνωδίες κάνουν μόνοι οι κακοί Τούρκοι, αλλά εμείς ποτέ των ποτών;
Διηγείται ο Λιάκος την ιστορία του Καλαποθάκη ο οποίος ξεκίνησε, λέει, από την Αθήνα για να φτιάξει το Ελληνικό Κομιτάτο (Μακεδονικό το έλεγε τότε ο Καλαποθάκης, αλλά δε βαριέσαι...) και στρατολόγησε κάτι Μανιάτες μαχαιροβγάλτες από τις χαρτοπαικτικές λέσχες και κάτι Κρητικούς με μούσια (εννοεί νταβατζήδες και πληρωμένους φρουρούς αλλά δεν το λέει στα ίσα) επειδή μόνο αυτοί έρχονταν –ούτε από την Ακαδημία, ούτε από τα Πανεπιστήμια βρήκε ανταπόκριση! Τι μας λέει εδώ ο ποιητής;
Πρώτον, οτι το Μακεδονικό Κομιτάτο δεν καταγόταν από τη Μακεδονία! Άρα, επρόκειτο για πράκτορες των Ελλήνων στην καλύτερη περίπτωση, οι οποίοι δεν είχαν έρεισμα στον ντόπιο πληθυσμό.
Δεύτερον, οτι το Μακεδονικό Κομιτάτο επανδρώθηκε στην πρώτη φάση του από μισθοφόρους μαχαιροβγάλτες (εκτός αν πιστεύει κανείς οτι τέτοια άτομα απέκτησαν όψιμα εθνική συνείδηση και γι΄αυτό παράτησαν τις κλοπές, το νταβατζιλίκι και την προστασία για να πάνε να πολεμήσουν στη Μακεδονία!)
Λοιπόν, η Ρεπούση, την οποία συνεχώς σκυλοβρίζει ο Κασιδιάρης δεν έχει διανοηθεί ποτέ να πει ή να γράψει τέτοια πράγματα –οτι οι Έλληνες έκαναν κτηνωδίες κι ότι στη Μακεδονία στάλθηκαν δολοφόνοι και νταβατζήδες! Μήπως τελικά ο Λιάκος είναι ακροαριστερός και τον έχουμε παρεξηγήσει;

Εντάξει, θα πεις –τα άτομα είναι αμόρφωτα κι έχουν μπλέξει την ελληνική ιστορία με τις ταινίες της Σινετσιτά, τύπου Ο Τζέισον και οι Αργοναύτες, Ηρακλής εναντίον Γκοτζίλαδυο έργα σεξ. Εντάξει, δεν τους ψήφισε ο κόσμος για τις θεωρητικές τους γνώσεις (αν ήταν έτσι, θα ψήφιζε την Αρβελέρ) αλλά επειδή θέλανε να φέρουν το κάτι διαφορετικό. Ας δούμε λοιπόν τι έχουν φέρει μέχρι σήμερα στην κοινοβουλευτική τους σταδιοδρομία:

-Ξύλο στην Κανέλη, μπουγέλο στη Δούρου και χειροφίλημα στη Ντόρα (κλείνατε επί δε-ξιά!)
-Μποϊκοτάρισμα των προσπαθειών των υπολοίπων κομμάτων της αντιπολίτευσης σχετικά με την διεξαγωγή έρευνας σχετικά με την πώληση της Αγροτικής από τη Βουλή (‘Σάλα, σάλα μες στη σάλα/ τα μιλήσαμε/ να με πάρεις να σε πάρω/ συμφωνήσαμε’ παραδοσιακό δημώδες)
-Πρόταση για μείωση της φορολογίας των πλοίων με ελληνική σημαία (εφ –όπλου-ιστής, προφέρεται πλέον το γνωστό πρόσταγμα)
-Τραμπουκισμοί εναντίον μεταναστών και επιθέσεις σε στρατόπεδα μεταναστών ταυτόχρονα! (δηλαδή, δεν θέλουν τους μετανάστες να κυκλοφορούν ελεύθεροι και δεν τους θέλουν πίσω από τα συρματοπλέγματα –βγάζεις νόημα;)
-Χάπενινγκ σε πανηγύρια και απέξω από θεατρικές παραστάσεις (για να τους παίρνουν οι κάμερες).
-Επιστροφή των βρώμικων βουλευτικών αποζημιώσεων στο λαό με τη διανομή τροφίμων μόνο σε Έλληνες (συγνώμη κιόλας αλλά ο παπάς της ενορίας μου έχει δώσει περισσότερα τρόφιμα αυτό το χρόνο –μήπως κονομάει περισσότερο απ΄ότι όλοι μαζί οι 18 βουλευτές της Χρυσής Αυγής;)

Αυτά έχουν κάνει σε γενικές γραμμές, ως σήμερα, τα παλουκάρια της Χρυσής Αυγής κι αν ο ψηφοφόρος τους νιώθει ικανοποιημένος από την επιλογή του, μάλλον θα πρέπει να το κοιτάξει το θέμα σε κάναν ψυχίατρο.
Αλλά, θα πεις, τα παιδιά δεν μπόρεσαν ακόμα να αναπτύξουν το πρόγραμμά τους καθότι τους πολεμάει το φαύλο σύστημα! Εντάξει –ας δούμε λοιπόν προς τα πού θέλουν να κινηθούν...

Δηλώνουν λάτρεις του Μεταξά και του Παπαδόπουλου –δυο δικτατόρων, σωστά; Υποθέτω λοιπόν οτι αυτά είναι και τα διαχειριστικά τους πρότυπα –κάπως έτσι θα ήθελαν να κυβερνήσουν. Πολύ ωραία!

Θυμούνται όμως οι ψηφοφόροι του συγκεκριμένου κόμματος οτι οι παραπάνω λατρεμένοι (κοντοί) δικτάτορες διακήρυτταν ότι έχουν κάμνει επανάστασιν στην οποία, αν δεν ήσουν ενεργός σε θεωρούσαν αντεπαναστάτη και σε μπουζουριάζανε;
Με απλά λόγια –έχουν όρεξη οι ψηφοφόροι του συγκεκριμένου κόμματος να σηκώνονται από τις καναπεδούμπες τους για να πάνε να παρελάσουν κάθε τρεις και δύο έξω από την (κλειστή πλέον) Βουλή; Και κάθε Κυριακή να πηγαίνουν για εθελοντική εργασία σαν τα προσκοπάκια παρατώντας τα κοψίδια τους άψητα κι αφάγωτα;
Θέλουν να κοπούν τα τούρκικα σήριαλ από την τηλεόραση και ν΄αντικατασταθούν με επικούς μονολόγους του Αρχηγού (ένας είναι ο Αρχηγός) και άλλων θεωρητικών περί ελληνισμού και φυλετικής ανωτερότητας;
Θέλουν να απαγορευτεί το προκλητικό ντύσιμο των γυναικών όπως τότε παλιά;
Θέλουν η προσβολή προς τα θεία (η χριστοπαναγία ρε παιδί μου!) να τιμωρείται με αυτόφωρο;
Θέλουν να ισχύσει ξανά ο στρατιωτικός νόμος και να κηρυχτεί η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας;
Θέλουν να ζουν σε μια χώρα με πρωθυπουργό τον Μιχαλολιάκο, τον οποίο (όταν ξεμωραθεί εντελώς) θα τον αντικαταστήσει ο Παπάς ας πούμε;

Αν όλα αυτά αρέσουν σε κάποιους –καλώς ψηφίζουν Χρυσή Αυγή. Διάβαζα μάλιστα, τις προάλλες, οτι το συγκεκριμένο κόμμα αρχίζει να έχει απήχηση και στα σχολεία –θα ήθελα λοιπόν να ρωτήσω ειδικά αυτούς τους μαθητές που φτιάχνονται με τη Χρυσή Αυγή:

-Γουστάρετε να κάνετε περισσότερες ώρες αρχαία (τη μοναδική γλώσσα που έχει περισσότερους γραμματικούς κανόνες απ΄ότι λέξεις) από όσες κάνετε σήμερα;
-Γουστάρετε κάθε πρωί να κάνετε προσευχή και έπαρση σημαίας κι όποιος δεν τραγουδάει με ζήλο να τρώει αποβολή;
-Γουστάρετε να κάνετε συνέχεια παρελάσεις;
-Γουστάρετε να φοράνε ποδιές τα κορίτσια και στολές τα αγόρια;
-Γουστάρετε υποχρεωτικό κούρεμα;
-Γουστάρετε αποβολές για ψύλλου πήδημα (ανάρμοστη συμπεριφορά, χρήση κινητού, χρήση κραγιόν, κατούρημα πορσελάνης τουαλέτας κλπ);
-Γουστάρετε στρατιωτική πειθαρχία πριν καν πάτε στρατιώτες;
-Γουστάρετε μπλοκαρισμένο ίντερνετ με μπαναρισμένα τα «αντεθνικά» σάιτ;
-Γουστάρετε περισσότερες ώρες ιστορία, πατριδογνωσία και θρησκευτικά και μηδέν ώρες τεχνολογία, αγωγή του πολίτη ή κοινωνικές επιστήμες;
-Γουστάρετε να σας βαράνε οι μπάτσοι στη μέση του δρόμου και να σας ξεφτιλίζουν λόγω της εμφάνισής σας;
-Γουστάρετε να μη μπορείτε να μπείτε πανεπιστήμιο επειδή οι γονείς σας είναι «αντεπαναστάτες»;
-Γουστάρετε να ελέγχει ο στρατονόμος την εξωσχολική σας ζωή;

Αν ναι –να πάτε να γαμηθείτε. Γιατί αυτά σας τα γούστα δεν είναι φυσιολογικά –απλώς είσαστε μαζοχιστές και καλύτερα να βρείτε κάποιον άλλον τρόπο να ικανοποιείστε μόνοι σας, δεν σας φταίει ο υπόλοιπος κόσμος.

Κι αν όλα τα παραπάνω είναι προφανή, η καραμελίτσα που πιπιλάει ο κάθε κρετίνος περί «γενικευμένης καταδίκης της βίας απ΄όπου κι αν προέρχεται» είναι το απαύγασμα της μπαρουφολογίας.
Κατά πρώτον, η μόνη αποδεκτή γενίκευση που υπάρχει είναι οτι δεν υπάρχουν αποδεκτές γενικεύσεις. Δείξε μου μια γενίκευση για να σου δείξω έναν ηλίθιο ακριβώς από πίσω της. Δεν υπάρχει τίποτα που να ισχύει γενικώς –υπάρχουν πράγματα που ισχύουν για τους περισσότερους, για τους λιγότερους ή για ένα ορισμένο ποσοστό ανθρώπων. Μέχρι εκεί. Κι αν ποτέ βρεις κάτι που να ισχύει γενικώς τότε συγχαρητήρια γιατί μόλις ανακάλυψες κάτι πασιφανές και, άρα, ανάξιο λόγου! Ας πούμε, ισχύει γενικώς οτι όταν έχει ήλιο χωρίς σύννεφα σε μια περιοχή, τότε βλέπουμε καλύτερα από όταν έχει φεγγάρι με σύννεφα στην ίδια περιοχή. Σωστά; Βεβαίως. Υπάρχει κανένας λόγος να το διαπιστώσουμε αυτό; Βεβαίως και όχι –γιατί είναι πασιφανές!
Κατά δεύτερον, η βία είναι μέσο κι όχι σκοπός. Το να καταδικάζεις τη βία είναι σα να καταδικάζεις το πιστόλι. Βεβαίως, όλοι γνωρίζουμε οτι τα πιστόλια είναι φτιαγμένα για να σκοτώνουν αλλά αυτό τι σημαίνει; Οτι όταν εγώ πάρω ένα κουμπούρι και καθαρίσω έναν άνθρωπο θα μπει φυλακή το κουμπούρι κι εγώ θα τη γλιτώσω; Άρα, η καταδίκη της βίας σαν ενέργειας είναι άσκοπη, βλακώδης και ανούσια (είναι επίσης και προφανής –κανένας δεν καταφεύγει στη βία όταν μπορεί να πετύχει τον σκοπό του με άλλα μέσα, ή, αν το κάνει, είναι ψυχολογικά διαταραγμένος).
Κατά τρίτον, όταν χρησιμοποιείται βία, θα πρέπει να εξετάζουμε (και να καταδικάζουμε ή όχι) τον σκοπό τον οποίο προσπάθησε να εκπληρώσει το άτομο με τη χρήση βίας. Γι΄αυτό άλλωστε και τα δικαστήρια τιμωρούν την πρόθεση –αν σε πυροβολήσω αλλά αστοχήσω, μπαίνω φυλακή κι ας μην σου άσκησα άμεσα βία, ενώ αν μου ξεφύγει ένα πιάνο και σε ισοπεδώσω μπαίνω φυλακή για αμέλεια, όχι για τη βία που σου άσκησα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Τίποτα περισσότερο από τα προφανή –ή μάλλον τις προφανείς ερωτήσεις: Για πες μου καλό μου παιδί, τι σκοπό είχες και γιαούρτωσες τον δείνα πολιτικό; Να διαμαρτυρηθείς; Να κάνεις γνωστές τις ιδέες σου; Να κάνεις χαβαλέ; Και τι έγινε τελικά; Σε βγάλανε στα μπλογκ, σε παίξανε και στα δελτία. Άρα, απλώς κέρδισες δημοσιότητα τριακοσίων κλικ και τριάντα δευτερολέπτων. Αν δεν αποσκοπούσες σε αυτό, η ενέργειά σου είναι καταδικαστέα εκ του αποτελέσματος κι εσύ ένας αποτυχημένος. Φέρνω ένα χοντρικό παράδειγμα –μην κολλήσεις σε αυτό.

Και για να ξεμπερδεύουμε με τις τερατολογίες που κυκλοφορορούν βορβοροειδώς περί ομοιότητας του κομμουνισμού με τον φασισμό τον οποίο πρεσβεύει η Χρυσή Αυγή, ας δώσουμε λίγη βάση στην καταγραφή του προφανούς από τον Κάιν:


Έτσι έχουν τα πράγματα κι αν είσαι φασίστας, ναζιστής, χουντικός ή κάτι αναλόγως γελοίο καλά θα κάνεις να το παραδέχεσαι στα ίσα –επειδή τα προφανή σε καρφώνουν ανελέητα παλουκάρι μου...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

αναρχισμός

Τί είναι αναρχισμός;


http://anarchyarchives.blogspot.gr/
Αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία που επιδιώκει να δημιουργήσει την αναρχία, «την απουσία κάποιου αφέντη, κάποιου κυρίαρχου.» (Προυντόν Τι είναι Ιδιοκτησία, σελ. 264)


Με άλλα λόγια, αναρχισμός είναι μία πολιτική θεωρία που στοχεύει να δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία τα άτομα συνεργάζονται ελεύθερα και ισότιμα. Όντας μια τέτοια θεωρία ο αναρχισμός αντιτίθεται σε όλες τις μορφές ιεραρχικού ελέγχου – είτε πρόκειται για τον έλεγχο από το κράτος είτε από κάποιον καπιταλιστή – θεωρώντας τον επιζήμιο για το άτομο και την ατομικότητά του, καθώς και περιττό.


Ενώ η κοινή αντίληψη για τον αναρχισμό είναι ότι πρόκειται για ένα βίαιο, αντι-Κρατικό κίνημα, ο αναρχισμός αποτελεί μία πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένη και γεμάτη αποχρώσεις παράδοση από το να είναι μια απλή αντίσταση στην κρατική εξουσία. Οι αναρχικοί αντιτίθενται στην αντίληψη ότι η εξουσία και η κυριαρχία είναι απαραίτητες για την κοινωνία και αντιθέτως είναι υπέρμαχοι περισσότερο συνεργατικών, αντιιεραρχικών μορφών κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. («Η Πολιτική της Ατομικότητας» σελ. 106)


Αυτή η διαδικασία δυσφήμισης δεν έχει ιστορικό αντίστοιχο. Για παράδειγμα, σε χώρες όπου έχουν θεωρήσει απαραίτητη τη διακυβέρνηση από ένα πρόσωπο (μοναρχία), οι λέξεις «ρεπουμπλικανισμός» ή «δημοκρατία» έχουν χρησιμοποιηθεί ακριβώς όπως η λέξη «αναρχία», για να υπαινιχθούν αταξία και σύγχυση. Εκείνοι που έχουν ένα ισχυρό συμφέρον να διατηρηθεί η καθεστηκυία τάξη, προφανώς θα θελήσουν να υπαινιχθούν ότι η αντίπαλη προς το παρόν σύστημα ιδεολογία δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη και πως μια νέα μορφή κοινωνίας δε θα οδηγούσε παρά στο χάος. Ή όπως το εκφράζει ο Ερρίκος Μαλατέστα:

«από τη στιγμή που θεωρήθηκε ότι κάποια κυβέρνηση είναι απαραίτητη και πως χωρίς κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να υπάρξει τίποτα άλλο παρά αταξία και σύγχυση, ήταν φυσικό και λογικό πως η αναρχία, που σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θα ακουγόταν αναγκαστικά ως απουσία τάξης.» («Αναρχία», σελ. 16)


«Αλλάξτε τους γνώμη, πείστε το λαό ότι η κυβέρνηση δεν είναι μόνο περιττή, αλλά και εξαιρετικά επιζήμια, και τότε η λέξη αναρχία, μόνο και μόνο με το να σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θα φτάσει για τον καθένα να σημαίνει : φυσική τάξη, ενότητα των ανθρώπινων αναγκών και των συμφερόντων όλων, ολοκληρωμένη ελευθερία μέσα σε ολοκληρωμένη αλληλεγγύη». [Op. Cit., pp. 16]


Παράλληλα με την καταπολέμηση των διαστρεβλώσεων που παράγονται απ’ την «κοινή αντίληψη» της έννοιας «αναρχία», πρέπει επίσης να καταπολεμήσουμε τις διαστρεβλώσεις στις οποίες ο αναρχισμός και οι αναρχικοί έχουν υποβληθεί διαχρονικά από τους πολιτικούς και κοινωνικούς εχθρούς μας. Διότι, όπως το θέτει ο Βαρθολομαίος Βαντζέτι, οι αναρχικοί είναι «οι πιο ριζοσπάστες από τους ριζοσπάστες – οι μαύρες γάτες, το φόβητρο πολλών, όλων των στενόμυαλων, των εκμεταλλευτών, των τσαρλατάνων, των απατεώνων και των καταπιεστών. Κατά συνέπεια είμαστε, επίσης, οι πλέον συκοφαντημένοι, δυσφημισμένοι, παρεξηγημένοι και κυνηγημένοι απ’ όλους.» (Νικόλα Σάκκο και Βαρθολομαίου Βαντζέτι. Γράμματα του Σάκκο και του Βαντζέτι, σελ. 174)


Ο Βαντζέτι ήξερε για τι πράγμα μιλούσε. Ο ίδιος και ο σύντροφός του Νικόλα Σάκκο ενοχοποιήθηκαν από το κράτος των ΗΠΑ για ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν και, τελικώς, εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα για το ότι ήταν ξένοι αναρχικοί στα 1927. Έτσι θα πρέπει να αναιρέσουμε τις συκοφαντίες και τις διαστρεβλώσεις στις οποίες οι αναρχικοί έχουν υποβληθεί από τα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης, τους πολιτικούς, τους ουτοπιστές και τα αφεντικά (για να μην αναφέρουμε τις διαστρεβλώσεις από τους πρώην συντρόφους μας ριζοσπάστες όπως οι ελευθεριακοί και οι Μαρξιστές). Ελπίζουμε ότι όταν θα έχουμε ολοκληρώσει θα έχετε καταλάβει γιατί εκείνοι που είναι στην εξουσία έχουν ξοδέψει τόσο πολύ χρόνο σε επιθέσεις εναντίον του αναρχισμού – είναι αυτή η μόνη ιδεολογία που μπορεί αποτελεσματικά να εξασφαλίσει την ελευθερία για όλους και να δώσει τέλος σε όλα τα συστήματα που βασίζονται στην εξουσία των λίγων επί των πολλών.


Α.1. 1 Τι σημαίνει «αναρχία»;


Η λέξη «αναρχία» προέρχεται από το ελληνικό πρόθεμα αν (ή α), που σημαίνει «όχι», «έλλειψη κάποιου πράγματος», «απουσία κάποιου πράγματος», «υστέρηση σε κάτι», συν το «αρχός», που σημαίνει «κυβερνήτης», «προϊστάμενος», «αρχηγός», «επικεφαλής» ή «αυτός που έχει την εξουσία». Ή, όπως το θέτει ο Π.Κροπότκιν, η Αναρχία προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις που σημαίνουν «ενάντια στην εξουσία».


Ενώ οι ελληνικές λέξεις «άναρχος» και «αναρχία» συχνά εκλαμβάνονται ως «να μην υπάρχει κυβέρνηση» ή «να είσαι χωρίς κυβέρνηση», όπως μπορεί να δει κανείς, η ακριβής, αρχική σημασία του αναρχισμού δεν ήταν απλώς «χωρίς κυβέρνηση». «Αν – αρχία» σημαίνει «χωρίς κυβερνήτη» ή γενικότερα «χωρίς εξουσία», και με αυτή τη σημασία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη οι αναρχικοί. Για παράδειγμα, βλέπουμε τον Κροπότκιν να επιχειρηματολογεί πως η αναρχία «δεν επιτίθεται μόνο στο κεφάλαιο, αλλά και στις βασικές πηγές της ισχύος του καπιταλισμού: το νόμο, την εξουσία και το Κράτος».[ Op. Cit., p. 150] Για τους αναρχικούς, αναρχία σημαίνει «όχι κατ’ ανάγκην έλλειψη τάξης, όπως γενικά θεωρείται, αλλά έλλειψη αρχής» [Benjamin Tucker, Instead of a Book, p. 13] Hence David Weick's excellent summary: Η εξαιρετική σύνοψη του Χενς Ντέηβιντ Γουεϊκ για το «Αντί Βιβλίου» του Μπέντζαμιν Τάκερ:


«Ως αναρχισμός μπορεί εννοηθεί η γενικότερη κοινωνική και πολιτική αντίληψη που εκφράζει άρνηση όλων των εξουσιών, των εθνικών κυριαρχιών, των επικυριαρχιών και ιεραρχικών καταμερισμών και μια βούληση για την κατάλυσή τους. Ως εκ τούτου ο αναρχισμός είναι κάτι περισσότερο από αντι-κρατισμός…(ακόμα κι αν) η κυβέρνηση (το κράτος)…είναι, ως το πλέον πρόσφορο, το επίκεντρο της αναρχικής κριτικής. (Ξαναεπινοώντας την Αναρχία, σελ. 139)


Γι’ αυτό το λόγο, περισσότερο απ’ το να είναι απλώς αντι-κυβερνητικός ή αντι-κρατικός, ο αναρχισμός είναι πρωταρχικά ένα κίνημα που εναντιώνεται στις ιεραρχίες. Γιατί; Διότι η ιεραρχία είναι εκείνη η οργανωτική δομή που εμπεριέχει εξουσία. Δεδομένου ότι το κράτος είναι η «ανώτατη» μορφή ιεραρχίας, οι αναρχικοί είναι, εξ ορισμού, αντι-κρατιστές, κι ωστόσο αυτός δεν είναι ένας επαρκής ορισμός του αναρχισμού. Αυτό σημαίνει ότι οι πραγματικοί αναρχικοί αντιτίθενται σε όλες τις μορφές ιεραρχικής οργάνωσης, όχι μόνο στο κράτος. Με τα λόγια του Μπράιαν Μόρρις;


Ο όρος αναρχία προέρχεται από το ελληνικά, και ουσιαστικά σημαίνει «χωρίς κυβερνήτη (ηγεμόνα, άρχοντα)». Οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που απορρίπτουν όλες τις μορφές κυβέρνησης ή επιβαλλόμενης εξουσίας, όλες τις μορφές ιεραρχίας και κυριαρχίας. Κατά συνέπεια αντιτίθενται σε αυτό που ο Μεξικάνος αναρχικός Φλόρες Μαγκόν αποκάλεσε «ζοφερή τριάδα» - το κράτος, το κεφάλαιο και την εκκλησία. Οι αναρχικοί, συνεπώς, αντιτίθενται τόσο στον καπιταλισμό και το κράτος όσο και σε όλες τις μορφές της θρησκευτικής εξουσίας. Όμως οι αναρχικοί αναζητούν, επίσης, να εγκαθιδρύσουν ή να επιφέρουν με διάφορα μέσα, μια συνθήκη αναρχίας, δηλαδή, μια αποκεντρωμένη κοινωνία χωρίς επιβαλλόμενους θεσμούς, μια κοινωνία οργανωμένη μέσω μιας συνομοσπονδίας αυτόβουλων συσχετισμών. (Ανθρωπολογία και Αναρχισμός, σελ. 35-41)


Η αναφορά στην ιεραρχία σε αυτό το πλαίσιο είναι μια σχετική πρόσφατη εξέλιξη – οι «κλασικοί» αναρχικοί όπως ο Προυντόν, ο Μπακούνιν και ο Κροπότκιν χρησιμοποιούσαν κι αυτοί τη λέξη, σπάνια ωστόσο (συνήθως προτιμούσαν την «εξουσία», που χρησιμοποιούνταν ως συντομογραφία του «εξουσιαστικού καθεστώτος»). Ωστόσο, είναι εμφανές από τα γραψίματά τους ότι τους χαρακτήριζε μια φιλοσοφία ενάντια στην ιεραρχία, ενάντια στην ανισοκατανομή της ισχύος ή των προνομίων μεταξύ των ατόμων. Ο Μπακούνιν μίλησε για αυτό όταν επιτέθηκε την «επίσημη» εξουσία αλλά υπερασπίστηκε τη «φυσική επιρροή» και επίσης όταν είπε:


«Θέλετε να καταστήσετε αδύνατο για οποιονδήποτε να καταπιέζει ένα συνάνθρωπό του; Τότε εξασφαλίστε ότι κανείς δεν θα κατέχει εξουσία» (Η Πολιτική Φιλοσοφία του Μπακούνιν, σελ. 271)


Όπως παρατηρεί ο Τζεφ Ντρον, «ενώ πάντοτε υπήρξε ένα λανθάνον κομμάτι του «επαναστατικού προγράμματος, μόλις πρόσφατα έχει αυτή η ευρύτερη αντίληψη της αντι-ιεραρχίας αναδειχθεί προς λεπτομερέστερη διερεύνηση. Παρ’ όλα αυτά, τη ρίζα της μπορεί εύκολα να τη δει κανείς στις ελληνικές ρίζες της λέξης «αναρχία» (Μεταξύ Αναρχισμού και Ελευθεριακής ιδεολογίας: Ορίζοντας ένα Νέο Κίνημα)


Επισημαίνουμε ότι αυτή η αντίθεση στην ιεραρχία δεν περιορίζεται, για τους αναρχικούς, μόνο στο κράτος ή την κυβέρνηση. Περιλαμβάνει όλες τις εξουσιαστικές οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις καθώς και τις πολιτικές, κι ιδιαίτερα εκείνες που έχουν σχέση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την μισθωτή εργασία. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από το επιχείρημα του Προυντόν ότι «το Κεφάλαιο…στο πολιτικό πεδίο είναι το ανάλογο της κυβέρνησης….Η οικονομική έννοια του Καπιταλισμού, της πολιτικής της κυβέρνησης ή της εξουσίας και η θεολογική έννοια της Εκκλησίας είναι τρεις ταυτόσημες έννοιες, που συνδέονται με διάφορους τρόπους. Το να επιτεθεί κανείς στη μία ισοδυναμεί με το να επιτεθεί σε όλες τους…Αυτό που κάνει το κεφάλαιο στην εργασία, και το Κράτος στην ελευθερία, το κάνει η Εκκλησία στο πνεύμα. Η τριάδα της απολυταρχίας είναι εξίσου ολέθρια στις πρακτικές της όσο και στη φιλοσοφία της. Το πλέον αποτελεσματικό μέσο καταπίεσης των ανθρώπων θα ήταν να υποδουλώσεις ταυτόχρονα το σώμα, τη βούληση και τη λογική τους. (Η Κόκκινη Έμμα μιλά, σελ. 50). Σαράντα χρόνια νωρίτερα ο Μπακούνιν έκανε την ίδια επισήμανση όταν τόνισε ότι κάτω απ’ το παρόν σύστημα «ο εργάτης πουλάει τον εαυτό του και την ελευθερία του για ορισμένο χρόνο» στον καπιταλιστή με αντάλλαγμα κάποιο μισθό. (. [Op. Cit., p. 187]).

Επομένως, «αναρχία» σημαίνει κάτι περισσότερο από «χωρίς κυβέρνηση» απλώς, σημαίνει αντίθεση σε όλες τις μορφές της εξουσιαστικής οργάνωσης και ιεραρχίας. Με τα λόγια του Κροπότκιν, «η πηγή της αναρχικής πρωταρχικής αντίληψης για την κοινωνία…(βρίσκεται στην) κριτική…των ιεραρχικών οργανώσεων και της εξουσιαστικής αντίληψης για την κοινωνία, και…την ανάλυση των τάσεων που έχουν εκδηλωθεί στα προοδευτικά κινήματα της ανθρωπότητας [Op. Cit., p. 158]. Για τον Μαλατέστα, ο αναρχισμός «γεννήθηκε ως μια ηθική εξέγερση ενάντια στην κοινωνική αδικία» και «τα συγκεκριμένα αίτια της κοινωνικής παθογένειας» θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην «καπιταλιστική ιδιοκτησία και το Κράτος». Όταν οι καταπιεζόμενοι «επεδίωξαν να ανατρέψουν τόσο το Κράτος όσο και την ιδιοκτησία—τότε ήταν που γεννήθηκε ο αναρχισμός» (Ερρίκος Μαλατέστα: Η ζωή και οι ιδέες του, σελ. 19)


Συνεπώς κάθε απόπειρα ισχυρισμού ότι η αναρχία είναι απλώς αντι-κρατική είναι διαστρέβλωση της λέξης και του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε από το αναρχικό κίνημα. Όπως το θέτει ο Μπράιαν Μόρις «όταν μελετά κάποιος τα κείμενα των κλασικών αναρχικών…καθώς και τον χαρακτήρα των αναρχικών κινημάτων…γίνεται προφανές ότι ποτέ δεν είχε (η ιδεολογία αυτή) αυτή την περιορισμένη οπτική (του να είναι απλώς αντικρατική). Πάντοτε συγκρουόταν με όλες τις μορφές εξουσίας και εκμετάλλευσης και έχει υπάρξει εξίσου επικριτική απέναντι στον καπιταλισμό και τη θρησκεία όσο υπήρξε και στο κράτος». [Op. Cit., p. 40]


Ενώ πραγματευτήκαμε πώς θα μπορούσε να είναι μια αναρχική κοινωνία στο πρώτο μέρος, ο Νόαμ Τσόμσκι συνοψίζει την βασική πτυχή της δηλώνοντας πως σε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία «κάθε αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων που υπερβαίνει τη διαπροσωπική – με την έννοια ότι παίρνει κάποιου είδους θεσμική μορφή- στην κοινότητα, το χώρο δουλειάς, την οικογένεια, την ευρύτερη κοινωνία, όποια κι αν είναι αυτή, θα πρέπει να υπόκειται στον άμεσο έλεγχο των συμμετεχόντων σε αυτήν. Αυτό θα σήμαινε εργατικά συμβούλια στη βιομηχανία, λαϊκή δημοκρατία στις κοινωνίες, αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ελεύθερες συνενώσεις σε μεγαλύτερες ομάδες, μέχρι και στο επίπεδο της οργάνωσης μια διεθνούς κοινωνίας». [Anarchism Interview].

Η κοινωνία θα έπαυε να διαιρείται σε μια ιεραρχία αφεντικών και εργατών, κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιθέτως, μια αναρχική κοινωνία θα βασιζόταν στον ελεύθερο συσχετισμό εντός συμμετοχικών οργανισμών και θα λειτουργούσε από τα κάτω προς τα πάνω. Οι αναρχικοί, θα πρέπει να σημειωθεί, προσπαθούν να δημιουργήσουν σε όσο μεγαλύτερο βαθμό μπορούν αυτού του είδους την κοινωνία σήμερα, στις οργανώσεις, τους αγώνες και τις δραστηριότητές τους.


Α.1.2 Τι σημαίνει «αναρχισμός»;


Για να παραπέμψουμε στον Π.Κροπότκιν, Αναρχισμός είναι «το χωρίς-κυβέρνηση σύστημα σοσιαλισμού» (Αναρχισμός, σελ.46). Με άλλα λόγια, «η κατάργηση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας (καπιταλισμός) και της κυβέρνησης.» (Ερρίκος Μαλατέστα, Προς τον Αναρχισμό, σελ. 75).


Ο Αναρχισμός, ως εκ τούτου, είναι η πολιτική θεωρία που επιδιώκει να δημιουργήσει μια κοινωνία που δεν θα έχει πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές ιεραρχίες. Οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι η αναρχία, η απουσία εξουσιαστών, είναι μια βιώσιμη μορφή κοινωνικού συστήματος και έτσι εργάζονται για τη μεγιστοποίηση της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας. Βλέπουν τους στόχους της ελευθερίας και της ισότητας ως αμοιβαία αλληλοϋποστηριζόμενους. Με άλλα λόγια, στο διάσημο απόφθεγμα του Μπακούνιν:


«Είμαστε πεπεισμένοι ότι ελευθερία χωρίς Σοσιαλισμό σημαίνει ευνοιοκρατία και άδικία, και πως ο Σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι σκλαβιά και κτηνωδία» («Η Πολιτική Φιλοσοφία του Μπακούνιν, σελ. 269)


Η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών αποδεικνύει την άποψη αυτή. Η ελευθερία χωρίς την ισότητα είναι ελευθερία μόνο για τους ισχυρούς, ενώ η ισότητα χωρίς την ελευθερία είναι αδύνατη και νομιμοποιεί τη σκλαβιά.


Ενώ υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές αναρχισμού (από τον ατομικιστικό αναρχισμό μέχρι τον κομμουνιστικό-αναρχισμό –βλέπε στο Α.3 μέρος για περισσότερες λεπτομέρειες), υπήρξαν πάντοτε δύο κοινές θέσεις στον πυρήνα όλων τους –η εναντίωση στην κυβέρνηση και η εναντίωση στον καπιταλισμό. Με τα λόγια του ατομικιστή-αναρχικού Μπέντζαμιν Τάκερ, ο αναρχικός εμμένει «στην κατάργηση του Κράτους και την κατάργηση της τοκογλυφίας – να μην υπάρχει κυβέρνηση ανθρώπου από άνθρωπο και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο." [cited by Eunice Schuster, Native American Anarchism, p. 140]. Όλοι οι αναρχικοί αντιλαμβάνονται το κέρδος, τον τόκο, το ενοίκιο ως τοκογλυφία (ως εκμετάλλευση) και έτσι εναντιώνονται σε αυτά και τις συνθήκες που τα δημιουργούν εξίσου με το να εναντιώνονται στην κυβέρνηση και το Κράτος.


Γενικότερα, με τα λόγια της Λ.Σούζαν Μπράουν ο «ενωτικός δεσμός» εντός του αναρχισμού «είναι η παγκόσμια καταδίκη της ιεραρχίας και της κυριαρχίας και η επιθυμία να πολεμήσει κανείς για την ελευθερία της ατομικότητας του ανθρώπου» (Η Πολιτική του Ατομικισμού, σελ. 108). Για τους αναρχικούς ένα άτομο δεν μπορεί να είναι ελεύθερο όταν υπόκειται στην κρατική η καπιταλιστική εξουσία. Όπως το διατύπωσε επιγραμματικά Voltairine de Cleyre:


«Ο αναρχισμός…διδάσκει ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία στην οποία οι ανάγκες της ζωής μπορούν να καλύπτονται πλήρως για όλους και στην οποία οι ευκαιρίες για ολοκληρωμένη ανάπτυξη του μυαλού και του σώματος θα είναι κληρονομιά όλων…Διδάσκει πως η παρούσα άδικη οργάνωση της παραγωγής και της διανομής του πλούτου πρέπει στο τέλος να ξεθεμελιωθεί εντελώς και να αντικατασταθεί από ένα σύστημα το οποίο θα εξασφαλίζει στον καθένα την ελευθερία να εργάζεται, χωρίς προηγουμένως να αναζητά κάποιον αφέντη στον οποίο θα πρέπει να παραδώσει ένα φόρο για το προϊόν που παράγει και το οποίο θα εγγυάται την ελεύθερη πρόσβαση στις πηγές και τα μέσα παραγωγής….Από τους τυφλά υπάκουους διαμορφώνει τους δυσαρεστημένους, από τους ασυνείδητα μη ικανοποιημένους, διαμορφώνει τους συνειδητά μη ικανοποιημένους…Ο αναρχισμός επιζητά να αφυπνίσει τη συνειδητοποίηση της καταπίεσης, την επιθυμία για μια καλύτερη κοινωνία και την αίσθηση της αναγκαιότητας για ασίγαστο πόλεμο εναντίον του καπιταλισμού και του Κράτους» (Αναρχία! Μια Ανθολογία της Μητέρας Γης από την Έμμα Γκόλντμαν, σελ. 23-4).

Επομένως ο αναρχισμός είναι η πολιτική θεωρία που προκαλεί την δημιουργία της αναρχίας, μιας κοινωνίας βασισμένης στο απόφθεγμα «χωρίς άρχοντες (κυρίαρχους, ηγεμόνες). Για να το επιτύχει αυτό «από κοινού με όλους τους σοσιαλιστές, οι αναρχικοί θεωρούν ότι έχει περάσει πλέον η εποχή της ατομικής ιδιοκτησίας γης, κεφαλαίων, μηχανημάτων, ότι είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί και ότι όλα όσα είναι αναγκαίο να παράγονται πρέπει να και πρόκειται να γίνουν κοινή ιδιοκτησία της κοινωνίας και η διαχείρισή τους θα γίνεται από κοινού από τους παραγωγούς του πλούτου. Ακόμα υποστηρίζουν ότι το ιδανικό της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι μια κατάσταση στην οποία οι λειτουργίες της κυβέρνησης έχουν μειωθεί στο ελάχιστο…(και) πως ο τελικός στόχος της κοινωνίας είναι η μείωση των λειτουργιών της κυβέρνησης μέχρι του σημείου να εκμηδενιστούν – δηλαδή, μέχρι του σημείου να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, μέχρι την αναρχία. (Π.Κροπότκιν. Op. Cit., p. 46)


Κατά συνέπεια ο αναρχισμός είναι τόσο θετικός όσο και αρνητικός. Αναλύει και επικρίνει την παρούσα κοινωνία ενώ ταυτόχρονα προσφέρει το όραμα μιας πιθανής νέας κοινωνίας – μιας κοινωνίας που ικανοποιεί ορισμένες ανθρώπινες ανάγκες τις οποίες η παρούσα δεν αναγνωρίζει. Αυτές οι ανάγκες, κατά βάση, είναι η ελευθερία, η ισότητα και η αλληλεγγύη, που θα τις πραγματευτούμε στο Α.2 μέρος.


Ο αναρχισμός ενώνει την κριτική ανάλυση με την ελπίδα, διότι, όπως ο Μπακούνιν (στις προ-αναρχισμού μέρες του) υπογράμμισε, «η ορμή για καταστροφή είναι μια δημιουργική ορμή». Δεν μπορεί κάποιος να οικοδομήσει μια καλύτερη κοινωνία, χωρίς να κατανοήσει τι πρόβλημα υπάρχει στην παρούσα.


Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι ο αναρχισμός είναι κάτι περισσότερο από τα μέσα μιας ανάλυσης ή ένα όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας. Η βάση του βρίσκεται, επίσης, στην πάλη, στην πάλη των καταπιεσμένων για την ελευθερία τους. Με άλλα λόγια, παρέχει τα μέσα επίτευξης ενός νέου συστήματος βασισμένου στις ανάγκες των ανθρώπων, όχι στην εξουσία, ένα σύστημα το οποίο βάζει τον πλανήτη πάνω από τα κέρδη. Η ρήση του Σκοτσέζου αναρχικού Στιούαρτ Κρίστι:


«Ο αναρχισμός είναι ένα κίνημα για την ανθρώπινη ελευθερία. Είναι χειροπιαστό, δημοκρατικό και υπέρ της ισότητας. Ο αναρχισμός ξεκίνησε – και παραμένει – μια άμεση μορφή αντίδρασης των μη προνομιούχων εναντίον της καταπίεσης και της εκμετάλλευσής τους. Αντιτίθεται τόσο στην επίβουλη ανάπτυξη της κρατικής ισχύος όσο και στον ολέθριο εθισμό του κτητικού ατομικισμού, ο οποίος, από κοινού ή και χώρια, τελικά υπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των λίγων εις βάρος των υπολοίπων.»


«Ο αναρχισμός είναι τόσο θεωρία όσο και τρόπος ζωής. Φιλοσοφικά, στοχεύει στη μέγιστη εναρμόνιση μεταξύ του ατόμου, της κοινωνίας και της φύσης. Πρακτικά, στοχεύει στο να οργανώσουμε και να ζούμε τις ζωές μας με τρόπο ώστε να γίνουν περιττοί οι πολιτικοί, οι κυβερνήσεις, τα κράτη και οι αξιωματούχοι τους. Σε μια αναρχική κοινωνία, αυτόνομα άτομα με αλληλοσεβασμό θα είναι οργανωμένα σε μη-καταπιεστικές σχέσεις εντός φυσικά καθορισμένων κοινοτήτων, στις οποίες τα μέσα παραγωγής και διανομής θα τα κατέχουν όλοι από κοινού.»


«Οι αναρχικοί δεν είναι ονειροπόλοι παθιασμένοι με αφηρημένες αρχές και θεωρητικές κατασκευές…Οι αναρχικοί συνειδητοποιούν πλήρως ότι μια τέλεια κοινωνία δεν είναι κάτι που θα αποκτηθεί αύριο. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας θα κρατήσει για πάντα! Ωστόσο, είναι το όραμα είναι που δίνει το κίνητρο για αγώνα ενάντια στα πράγματα ως έχουν, και υπέρ των πραγμάτων που μπορεί να υπάρξουν…»


«Τελικά, μόνο ο αγώνας καθορίζει το αποτέλεσμα, και η πρόοδος προς μια καλύτερη κοινωνία πρέπει να αρχίζει με την βούληση για αντίσταση σε κάθε αδικία. Σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει την αντίδραση σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και την περιφρόνηση της νομιμότητας όλων των μορφών καταπιεστικής εξουσίας. Αν οι αναρχικοί έχουν μία αρχή που την πιστεύουν ακλόνητα, αυτή είναι, από τη στιγμή που ο εθισμός της υπακοής στους πολιτικούς ή τους ουτοπιστές χάνεται ,και η αντίσταση στην επικυριαρχία και την εκμετάλλευση γίνεται τρόπος ζωής, τότε οι συνηθισμένοι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να οργανώσουν κάθε πτυχή της ζωής τους με βάση τα δικά τους συμφέροντα, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, τόσο ελεύθερα όσο και δίκαια.»


«Οι αναρχικοί δεν απέχουν από τους λαϊκούς αγώνες ούτε προσπαθούν να κυριαρχήσουν σε αυτούς. Επιζητούν να συμβάλλουν πρακτικά με όποιον τρόπο μπορούν και επίσης ενισχύουν στο εσωτερικό τους το μέγιστο δυνατό επίπεδο τόσο ατομικής αυτοπραγμάτωσης όσο και συλλογικής αλληλεγγύης. Είναι πιθανό να εντοπίσει κανείς αναρχικές ιδέες σχετικές με τις αυτόβουλες σχέσεις, την ισότιμη συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, την αλληλοβοήθεια και την αντίστοιχη κριτική όλων των μορφών κυριαρχίας σε φιλοσοφικά, κοινωνικά και επαναστατικά κινήματα όλων των καιρών και των τόπων.» (Η Γιαγιά μου με έκανε Αναρχικό, σελ. 162-3)


Ο αναρχισμός, πρεσβεύουν οι αναρχικοί, είναι απλώς η θεωρητική έκφραση της ικανότητάς μας να οργανωνόμαστε και να λειτουργούμε την κοινωνία χωρίς αφεντικά ή πολιτικούς. Επιτρέπει στην εργατική τάξη και σε άλλους καταπιεζόμενους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την δύναμη που έχουν ως τάξη, να υπερασπιστούν τα άμεσα συμφέροντά τους και να αγωνιστούν για την επαναστατικοποίηση της κοινωνίας συνολικά. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία κατάλληλη γι’ ανθρώπους.


Δεν είναι αφηρημένη φιλοσοφία. Οι αναρχικές ιδέες εφαρμόζονται στην πράξη κάθε μέρα. Οπουδήποτε καταπιεσμένοι άνθρωποι ορθώνουν το ανάστημά τους διεκδικώντας τα δικαιώματά τους, αναλαμβάνουν δράση για να υπερασπιστούν την ελευθερία τους, εφαρμόζουν την αλληλεγγύη και την συν-εργασία, μάχονται ενάντια στην καταπίεση, οργανώνονται χωρίς ηγέτες και αφεντικά, ζει το πνεύμα του αναρχισμού. Οι αναρχικοί απλώς επιζητούν να ενδυναμώσουν αυτές τις ελευθεριακές τάσεις και να τις οδηγήσουν στην πλήρη τους καρποφορία. Καθώς πραγματευτήκαμε στο τμήμα J, οι αναρχικοί εφαρμόζουν τις ιδέες τους με πολλούς τρόπους εντός του καπιταλισμού προκειμένου να τον αλλάξουν προς το καλύτερο μέχρι να έλθει η εποχή κατά την οποία θα απαλλαγούμε εντελώς απ’ αυτόν. Το τμήμα Ι πραγματεύεται με τι σκοπεύουμε να τον αντικαταστήσουμε, σε τι αποσκοπεί ο αναρχισμός

Α.1.3 Γιατί ο αναρχισμός αποκαλείται επίσης και ελευθεριακός σοσιαλισμός;


Πολλοί αναρχικοί, βλέποντας την αρνητική διάσταση του ορισμού του «αναρχισμού», έχουν χρησιμοποιήσει άλλους όρους για να δώσουν έμφαση στην δομικά θετική και εποικοδομητική πλευρά των ιδεών του. Οι πιο συνηθισμένοι όροι είναι «ελεύθερος σοσιαλισμός», «ελεύθερος κομμουνισμός», «ελευθεριακός σοσιαλισμός» και «ελευθεριακός κομμουνισμός». Για τους αναρχικούς, ο ελευθεριακός σοσιαλισμός, ο ελευθεριακός κομμουνισμός και ο αναρχισμός είναι στην ουσία εναλλακτικοί ο ένας του άλλου. Όπως το θέτει ο Βαντζέτι:


«Σε τελική ανάλυση, είμαστε σοσιαλιστές όπως οι σοσιαλδημοκράτες, οι σοσιαλιστές, και οι κομμουνιστές είναι όλοι Σοσιαλιστές. Η διαφορά – η βασική διαφορά- που μας ξεχωρίζει απ’ όλους τους άλλους είναι ότι υποστηρίζουν την εξουσία ενώ εμείς την ελευθερία. Πιστεύουν στο Κράτος ή την Κυβέρνηση τους, εμείς πιστεύουμε στο να μην υπάρχει Κράτος ή Κυβέρνηση» (Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντζέτι, Τα γράμματα του Σάκκο και Βαντζέτι, σελ.274).


Όμως είναι σωστό αυτό; Μελετώντας ορισμούς από το Λεξικό της Αμερικανικής Κληρονομιάς, βλέπουμε ότι:


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ: κάποιος που πιστεύει στην ελευθερία πράξης και σκέψης, κάποιος που πιστεύει στην ελεύθερη βούληση.


ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι παραγωγοί κατέχουν τόσο την πολιτική ισχύ όσο και τα μέσα παραγωγής και διανομής αγαθών.


Αν απλώς συγχωνεύσουμε αυτούς τους δύο πρώτους ορισμούς προκύπτει:


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ένα κοινωνικό σύστημα που πιστεύει στην ελευθερία πράξης και σκέψης και στην ελεύθερη βούληση, στο οποίο οι παραγωγοί κατέχουν τόσο την πολιτική ισχύ όσο και τα μέσα παραγωγής και διανομής αγαθών. (Παρόλο που πρέπει να προσθέσουμε ότι τα συνηθισμένα σχόλιά μας για την έλλειψη πολιτικής κουλτούρας των λεξικών εξακολουθούν να ισχύουν. Ο μόνος λόγος που χρησιμοποιούμε αυτούς τους ορισμούς είναι για να δείξουμε ότι με το «ελευθεριακός» δεν υποδηλώνεται ο καπιταλισμός της «ελεύθερης αγοράς» ούτε ο “σοσιαλισμός» με το κράτος ιδιοκτήτη. Άλλα λεξικά, προφανώς, θα έχουν διαφορετικούς ορισμούς – ειδικά για τον σοσιαλισμό. Εκείνοι που επιθυμούν να ερίζουν γύρω από ορισμούς λεξικών είναι ελεύθεροι να ακολουθήσουν αυτό το ατέρμονο και πολιτικά άχρηστο χόμπι, εμείς ωστόσο δε θα το κάνουμε).


Ωστόσο, λόγω της δημιουργίας του Ελευθεριακού Κόμματος στις ΗΠΑ, πολλοί άνθρωποι θεωρούν τώρα ότι η ιδέα του «ελευθεριακού σοσιαλισμού» είναι αντιφατική ως προς τους όρους της. Για την ακρίβεια πολλοί «Ελευθεριακοί» πιστεύουν ότι οι αναρχικοί απλώς επιχειρούν να συσχετίσουν τις «αντι-ελευθεριακές» ιδέες του «σοσιαλισμού» (όπως τον αντιλαμβάνονται οι Ελευθεριακοί) με την ελευθεριακή ιδεολογία προκειμένου να κάνουν αυτές τις «σοσιαλιστικές ιδέες» πιο «αποδεκτές» - με άλλα λόγια προσπαθούν να κλέψουν την ταμπέλα του «ελευθεριακού» από τους νόμιμους ιδιοκτήτες της.


Τίποτα δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο απ’ την αλήθεια. Οι αναρχικοί χρησιμοποιούν τον όρο «ελευθεριακός» για να περιγράψουν τους εαυτούς τους και τις ιδέες τους από τη δεκαετία του 1850. Σύμφωνα με τον αναρχικό ιστορικό Μαξ Νετλώ ο επαναστάτης αναρχικός Ζόζεφ Ντεζάκ δημοσίευσε το Le Libertaire Journal du Mouvement Social, (O Ελευθεριακός, Εφημερίδα του Κοινωνικού (σοσιαλιστικού) Κινήματος) στη Νέα Υόρκη μεταξύ του 1858 και 1861 ενώ η χρήση του όρου «ελευθεριακός κομμουνισμός» χρονολογείται από το Νοέμβριο του 1880, όταν ένα γαλλικό αναρχικό συμβούλιο την υιοθέτηση (Μαξ Νετλώ, Σύντομη Ιστορία του Αναρχισμού, σελ. 75 και σελ.145). Η χρήση του όρου «Ελευθεριακός» από τους αναρχικούς έγινε δημοφιλέστερη από τη δεκαετία του 1890 και στο εξής, αφότου χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των αντι-αναρχικών νόμων και αποφυγής της αρνητικής συσχέτισης της λέξης «αναρχία» στον κοινό νου. (Σεμπάστιαν Φωρ και Λουιζ Μισέλ δημοσίευσαν την εφημερίδα Le Libertaire – ο Ελευθεριακός – στη Γαλλία το 1895 για παράδειγμα). Από τότε, ειδικά εκτός της Αμερικής, πάντα η λέξη σχετιζόταν με τις αναρχικές ιδέες και τα κινήματα. Παίρνοντας ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, στις ΗΠΑ, οι αναρχικοί οργάνωσαν την «Ελευθεριακή Λίγκα» τον Ιούλιο του 1954, που διαπνεόταν από αναρχοσυνδικαλιστικές αρχές και κράτησε μέχρι το 1965. Από την άλλη πλευρά το «Ελευθεριακό» κόμμα με έδρα τις ΗΠΑ, υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, πάνω από 100 χρόνια μετά την πρώτη φορά που οι αναρχικό χρησιμοποίησαν τον όρο για να περιγράψουν τις πολιτικές τους αντιλήψεις. (και 90 χρόνια αφότου υιοθετήθηκε η έκφραση «ελευθεριακός κομμουνισμός». Το κόμμα είναι, κι όχι οι αναρχικοί, αυτό που «έκλεψε» τη λέξη. Στη συνέχεια στο τμήμα Β θα πραγματευτούμε το γιατί η αντίληψη περί ενός «ελευθεριακού» καπιταλισμού (όπως τον επιθυμεί το Ελευθεριακό Κόμμα) αποτελεί μία αντίφαση ως προς τους όρους της.


Επιπλέον, όπως, θα εξηγήσουμε στο τμήμα Ι, μόνο το ελευθεριακό-σοσιαλιστικό σύστημα ιδιοκτησίας μπορεί να μεγιστοποιήσει την ατομική ελευθερία. Περιττό να αναφέρουμε ότι το σύστημα κρατικής ιδιοκτησίας – που συχνά αποκαλείται «σοσιαλισμός» - είναι για τους αναρχικούς κάθε άλλο παρά «σοσιαλισμός». Στην πραγματικότητα, όπως θα αναλύσουμε στο τμήμα Η, ο κρατικός «σοσιαλισμός» είναι απλώς μια μορφή καπιταλισμού, χωρίς κανένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Όπως σημείωσε ο Ρούντολφ Ρόκερ, για τους αναρχικούς ο σοσιαλισμός δεν απλώς ζήτημα «γεμάτης κοιλιάς», αλλά ένα ζητούμενο ενός πολιτισμού που θα έχει περιλάβει την έννοια της προσωπικότητας και της ελεύθερης πρωτοβουλίας του ατόμου. Χωρίς την ελευθερία θα οδηγούσε μόνο σε ένα ζοφερό κρατικό καπιταλισμό που θα θυσίαζε κάθε ατομική σκέψη και συναίσθημα στο βωμό ενός εικονικού συλλογικού συμφέροντος. (παραπομπή από την «Εισαγωγή» του Κόλιν Γουάρντ για τα Χρόνια του Λονδίνου του Ρούντολφ Ρόκερ, σελ.1)


Δεδομένης της αναρχικής καταγωγής της λέξης «ελευθεριακός», λίγοι αναρχικοί είναι ευτυχείς να διαπιστώνουν ότι την κλέβει μια ιδεολογία που έχει ελάχιστα κοινά με τις δικές μας αντιλήψεις. Στις ΗΠΑ, όπως σημείωσε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, ο ίδιος ο όρος «ελευθεριακός», ασφαλώς, εγείρει ένα πρόβλημα, ειδικά, την παραπειστική ταύτιση μιας αντιεξουσιαστικής ιδεολογίας με ένα κίνημα που παλεύει για «αγνό καπιταλισμό» και «ελεύθερη αγορά». Αυτό το κίνημα δε δημιούργησε ποτέ τη λέξη, την σφετερίστηκε από το αναρχικό κίνημα του (δεκάτου ενάτου) αιώνα. Και θα πρέπει να ανακτηθεί από εκείνους τους αντιεξουσιαστές…που προσπαθούν να κάνουν λόγο για καταπιεσμένους ανθρώπους συνολικά, όχι για εγωτικά άτομα που ταυτίζουν την ελευθερία με την επιχειρηματικότητα και το κέρδος.» Γι’ αυτό οι αναρχικοί στην Αμερική θα πρέπει να «επαναφέρουν στην πράξη μια παράδοση που έχει μεταλλαχθεί από την» δεξιά της ελεύθερης αγοράς.

(Η Σύγχρονη Κρίση, σελ. 154-5). Και κάνοντάς το αυτό, θα συνεχίσουμε να αποκαλούμε τις ιδέες μας ελευθεριακό σοσιαλισμό.


Α.1.4 Είναι οι αναρχικοί σοσιαλιστές;


Ναι. Όλα τα παρακλάδια του αναρχισμού αντιτίθενται στον καπιταλισμό. Αυτό συμβαίνει διότι ο καπιταλισμός βασίζεται στην καταπίεση και την εκμετάλλευση (δες τα τμήματα B και C). Οι αναρχικοί απορρίπτουν την «αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να εργάζονται μαζί εκτός και αν έχουν έναν αφέντη που τους καθοδηγεί να παίρνει ένα ποσοστό του προϊόντος τους» και πιστεύουν ότι στην αναρχική κοινωνία «οι πραγματικοί εργαζόμενοι θα φτιάχνουν τους δικούς τους κανονισμούς, θα αποφασίζουν πότε και πού και πώς θα γίνονται τα πράγματα.». Κάνοντάς το αυτό οι εργάτες θα απελευθερωθούν από τα «φοβερά δεσμά του καπιταλισμού.» [Voltairine de Cleyre, "Anarchism", Exquisite Rebel, p. 75 and p. 79]. Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι οι αναρχικοί αντιτίθενται σε όλες τις μορφές οικονομίας που βασίζονται στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένων του φεουδαλισμού, του σοβιετικού τύπου «σοσιαλισμού» - ή καλύτερα να τον αποκαλέσουμε «κρατικό καπιταλισμό» - της δουλείας και ούτω καθεξής. Επικεντρωνόμαστε στον καπιταλισμό γιατί αυτός είναι που κυριαρχεί για την ώρα στον κόσμο σήμερα.

Οι ατομικιστές όπως ο Μπέντζαμιν Τάκερ μαζί με τους κοινωνιστές αναρχικούς όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν αυτοαποκαλούνταν «σοσιαλιστές». Αυτό το έκαναν, επειδή, όπως το θέτει ο Κροπότκιν στην κλασική πραγματεία του «Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός» «όσο υπήρχε η αντίληψη για τον Σοσιαλισμό στην πλατιά, γενική και πραγματική έννοιά του – ως μια προσπάθεια να καταργηθεί η εκμετάλλευση της Εργασίας από το Κεφάλαιο – οι αναρχικοί πορεύονταν χέρι χέρι με τους Σοσιαλιστές εκείνης της εποχής» (Εξέλιξη και Περιβάλλον, σελ.81). Ή με τα λόγια του Τάκερ, «η βασική διεκδίκηση του Σοσιαλισμού (είναι) ότι η εργασία θα πρέπει να περιέλθει στην κατοχή αυτού που την προσφέρει», μια διεκδίκηση στην οποία και οι δύο «σχολές σοσιαλιστικής σκέψης…ο Κρατικός Σοσιαλισμός και ο Αναρχισμός» συμφωνούσαν. [The Anarchist Reader, p. 144]. Γι’ αυτό το λόγο η λέξη «σοσιαλιστής» αρχικά οριζόταν με τρόπο ώστε να περιλαμβάνει «όλους εκείνους που πιστεύανε στο δικαίωμα του ατόμου να κατέχει αυτό που παρήγε». [Lance Klafta, "Ayn Rand and the Perversion of Libertarianism," in Anarchy: A Journal of Desire Armed, no. 34]. Αυτή η αντίθεση στην εκμετάλλευση (ή την κερδοσκοπία) αποτελεί κοινό τόπο όλων των πραγματικών αναρχικών και τους τοποθετεί κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού.


Για τους περισσότερους σοσιαλιστές «η μόνη εγγύηση για να μην σας κλέβουν τους καρπούς της εργασίας σας είναι να κατέχετε τα εργαλεία γι’ αυτή την εργασία.» [Peter Kropotkin, The Conquest of Bread, p. 145]. [Για το λόγο αυτό ο Προυντόν, για παράδειγμα, υποστήριζε τις επιχειρήσεις που διοικούν από κοινού οι εργάτες, όπου «κάθε άτομο που απασχολείται στο συνεταιρισμό…έχει ένα ίσο μερίδιο της ιδιοκτησίας της εταιρείας», διότι με «τη συμμετοχή στις ζημιές και τα κέρδη…η συλλογική ισχύς (το πλεόνασμα) παύει να αποτελεί πηγή κερδών για μια μικρή ομάδα διευθυντικών στελεχών, γίνεται ιδιοκτησία όλων των εργαζομένων.» (Η Γενική Ιδέα της Επανάστασης, σελ.222 και σελ.223]. Κατά συνέπεια, μαζί με την επιθυμία για το σταμάτημα της εκμετάλλευσης της εργασίας απ’ το κεφάλαιο, οι πραγματικοί σοσιαλιστές επιθυμούν επίσης μια κοινωνία στην οποία οι παραγωγοί κατέχουν και ελέγχουν τα μέσα παραγωγής (συμπεριλαμβανομένων, θα πρέπει να τονιστεί, εκείνων των χώρων εργασίας που παρέχουν υπηρεσίες). Τα μέσα με τα οποία οι παραγωγοί θα το πετύχουν αυτό αποτελούν σημείο διαμάχης στους αναρχικούς και τους άλλους σοσιαλιστικούς κύκλους, όμως η επιθυμία παραμένει κοινή. Οι αναρχικοί είναι υπέρμαχοι του άμεσου ελέγχου από τους εργάτες και υπέρ της ιδιοκτησίας είτε από τους συνεταιρισμούς των εργατών είτε από την κοινότητα (βλ. τμήμα Α.3 για τα διαφορετικά είδη αναρχικών).


Επιπλέον, οι αναρχικοί απορρίπτουν επίσης τον καπιταλισμό τόσο επειδή είναι εξουσιαστικός όσο και επειδή είναι εκμεταλλευτικός. Στον καπιταλισμό, οι εργάτες δεν έχουν αυτοδιοίκηση στην παραγωγική διαδικασία ούτε έλεγχο επί του προϊόντος της εργασίας τους. Μια τέτοια κατάσταση κάθε άλλο παρά βασίζεται στην ισότιμη ελευθερία για όλους ούτε μπορεί να είναι μη εκμεταλλευτική, και γι’ αυτό βρίσκει αντίθετους τους αναρχικούς. Αυτή η διάσταση (του αναρχισμού) μπορεί κατεξοχήν να διαπιστωθεί στο έργο του Προυντόν (που ενέπνευσε τόσο τον Τάκερ όσο και τον Μπακούνιν) όπου υποστηρίζει ότι ο αναρχισμός θα επιδιώξει «η καπιταλιστική και ιδιοκτησιακή εκμετάλλευση να σταματήσει παντού (και) το σύστημα μισθοδοσίας να καταργηθεί» διότι «είτε ο εργαζόμενος…θα είναι απλώς ο υπάλληλος τους ιδιοκτήτη-καπιταλιστή-προαγωγού είτε θα συμμετέχει….Στην πρώτη περίπτωση ο εργαζόμενος υποτάσσεται και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης: βρίσκεται μόνιμα σε κατάσταση υπακοής…Στην δεύτερη περίπτωση ανακτά την αξιοπρέπειά του ως άνθρωπος και πολίτης, διαμορφώνει εν μέρει την οργάνωση της παραγωγής, της οποίας προηγουμένως δεν ήταν παρά σκλάβος…δεν πρέπει να διστάσουμε, διότι δεν έχουμε άλλη επιλογή…είναι απαραίτητο να συγκροτήσουμε ένα ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ μεταξύ των εργατών…διότι χωρίς αυτό, θα παραμείνουν σε σχέσεις υπηκόων-ανωτέρων, κι απ’ αυτό θα προκύπτουν δύο κάστες, των αφεντικών και των μισθωτών, πράγμα ασύμβατο με μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία. [Op. Cit., p. 233 and pp. 215-216]


Κατά συνέπεια, όλοι οι αναρχικοί είναι αντικαπιταλιστές («Αν οι εργάτες κατείχαν τον πλούτο που παρήγαν, δε θα υπήρχε καπιταλισμός» (Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Τι είναι Αναρχισμός; Σελ.44). Ο Μπέντζαμιν Τάκερ, για παράδειγμα – ο αναρχικός που κατεξοχήν επηρεάστηκε απ’ τον φιλελευθερισμό/ελευθεριακή ιδεολογία (όπως θα πραγματευτούμε στη συνέχεια) – αποκαλούσε τις ιδέες του «Αναρχιστικό-Σοσιαλισμός» και αποκήρυσσε τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα βασισμένο στον «τοκογλύφο, τον αποδέκτη του τόκου, το ενοίκιο και το κέρδος». Ο Τάκερ θεωρούσε ότι σε μια αναρχική, μη-καπιταλιστική, ελεύθερης αγοράς κοινωνία οι καπιταλιστές θα γίνονταν περιττοί και η εκμετάλλευση της εργασίας απ’ το κεφάλαιο θα σταματούσε να υπήρχε, απ’ τη στιγμή που «η εργασία…θα …εξασφαλίσει το φυσικό μισθό της, το σύνολο του προϊόντος.» (Οι Ατομικιστές Αναρχικοί, σελ. 82 και σελ.85). Μια τέτοιου είδους οικονομία θα είναι βασισμένη στην αλληλεξάρτηση και την ελεύθερη ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ συν-εργατών, τεχνιτών και αγροτών. Για τον Τάκερ και τους Ατομικστές Αναρχικούς, ο καπιταλισμός δεν είναι μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, καθώς στιγματίζεται από μια σειρά από νόμους και μονοπώλια που διασφαλίζουν ότι οι καπιταλιστές έχουν το πλεονέκτημα έναντι των εργαζομένων και μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν την εκμετάλλευση των τελευταίων μέσω του κέρδους, του τόκου και του ενοικίου (βλέπε τμήμα G για πληρέστερη επεξεργασία του θέματος). Ακόμα και ο Μαξ Στίρνερ, ο αρχι-ατομιστής, δεν ένιωθε παρά περιφρόνηση για την καπιταλιστική κοινωνία και τα διάφορα «στοιχειά» της, που γι’ αυτόν σήμαινε τις αντιλήψεις που αντιμετωπίζονται ως ιερές και θρησκευτικές, όπως η ατομική ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός εργασίας και τα παρόμοια.


Επομένως, οι αναρχικοί θεωρούν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές, αλλά σοσιαλιστές ενός ορισμένου είδους – ελευθεριακούς σοσιαλιστές. Καθώς ο ατομικιστής αναρχικός Ζοζέφ Λαμπαντιέ το θέτει (απηχώντας τόσο τον Τάκερ όσο και τον Μπακούνιν) :


«Λέγεται ότι ο Αναρχισμός δεν είναι σοσιαλισμός. Αυτό είναι λάθος. Ο Αναρχισμός είναι ο αυτόβουλος Σοσιαλισμός. Υπάρχουν δύο είδη Σοσιαλισμού, ο αρχηγικός και ο αναρχικός, ο εξουσιαστικός και ο ελευθεριακός, ο κρατικός και ο ελεύθερος. Για την ακρίβεια, κάθε πρόταση για καλυτέρευση της κοινωνίας είναι είτε προς την ενίσχυση είτε προς την αποδυνάμωση των δυνάμεων που επιβάλλονται έξωθεν και των καταναγκασμών επί του ατόμου. Καθώς αυξάνονται αυτές γίνονται αρχηγικές καθώς μειώνονται γίνονται αναρχικές.» (Αναρχισμός: Τι Είναι και Τι Δεν Είναι;)


Ο Λαμπαντιέ δήλωσε σε πολλές περιπτώσεις ότι «όλοι οι αναρχικοί είναι σοσιαλιστές, αλλά δεν είναι όλοι οι σοσιαλιστές αναρχικοί». Κατά συνέπεια, το σχόλιο του Ντάνιελ Γκουερίν ότι ο «Αναρχισμός είναι στην πραγματικότητα ένα συνώνυμο του σοσιαλισμού. Ο αναρχικός είναι πρωταρχικά ένας σοσιαλιστής που επιδιώκει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» αντηχεί σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αναρχικού κινήματος, είτε στις κοινωνιστικές είτε στις ατομικιστικές πτέρυγές του. (Αναρχισμός, σελ.12). Για την ακρίβεια, ο μάρτυρας Άντολφ Φίσερ χρησιμοποιούσε ακριβώς τα ίδια λόγια με τον Λαμπαντιέ για να εκφράσει το ίδιο γεγονός «κάθε αναρχικός είναι σοσιαλιστής, αλλά κάθε σοσιαλιστής δεν είναι απαραίτητα αναρχικός» - ταυτόχρονα διαπιστώνει ότι το κίνημα ήταν «διαιρεμένο σε δύο φατρίες, τους κομμουνιστές αναρχικούς και του Προυντόν ή μεσοαστούς αναρχικούς.» [The Autobiographies of the Haymarket Martyrs, p. 81].


Έτσι ενώ οι κοινωνιστές και οι ατομικιστές αναρχικοί πράγματι διαφωνούν σε πολλά θέματα – για παράδειγμα στο κατά πόσον μια πραγματική, δηλαδή μη-καπιταλιστική, ελεύθερη αγορά θα ήταν το καλύτερο μέσο για την μεγιστοποίηση της ελευθερίας – συμφωνούν ότι πρέπει να είναι αντίθετοι με τον καπιταλισμό διότι είναι εκμεταλλευτικός και καταπιεστικός και πως η αναρχική κοινωνία πρέπει εξορισμού να βασίζεται στη συνεταιρική κι όχι στη μισθωτή εργασία. Μόνο με την συνεταιρική εργασία θα «μειωθούν οι δυνάμεις των εξωτερικών επιβολών και οι καταναγκασμοί επί του ατόμου»

στη διάρκεια του ωραρίου και μια τέτοια αυτοδιαχείριση της εργασίας από εκείνους που την κάνουν είναι ο πυρήνας των ιδεωδών του πραγματικού σοσιαλισμού. Αυτή η διάσταση μπορεί να διαπιστωθεί σε αυτό που ο Ζόζεφ Λαμπαντιέ υποστήριξε, δηλαδή ότι το εργατικό σωματείο αποτελούσε «την απενοχοποίηση της απόκτησης ελευθερίας μέσω του συνεταιρισμού» και «χωρίς το σωματείο του, ο εργαζόμενος είναι περισσότερο σκλάβος του εργοδότη του απ’ ότι είναι χωρίς αυτό». [Διαφορετικές φάσεις του Εργατικού Ζητήματος].


Ωστόσο, οι σημασίες των λέξεων άλλαξαν με το χρόνο. Σήμερα η λέξη «σοσιαλισμός» αναφέρεται σχεδόν πάντοτε στον κρατικό σοσιαλισμό, ένα σύστημα στο οποίο όλοι οι αναρχικοί αντιτίθενται αφού αρνείται την ελευθερία και τα αυθεντικά σοσιαλιστικά ιδανικά. Όλοι οι αναρχικοί θα συμφωνούσαν με την δήλωση του Νόαμ Τσόμσκι στο θέμα αυτό:


«Αν η αριστερά θεωρείται ότι περιλαμβάνει το «μπολσεβικισμό», τότε θα διαχώριζα κατηγορηματικά τη θέση μου απ’ την αριστερά. Ο Λένιν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς του σοσιαλισμού.» (Μαρξισμός, Αναρχισμός και Εναλλακτικό Μέλλον, σελ. 779).


Ο Αναρχισμός αναπτύχθηκε σε μόνιμη αντίθεση με τις ιδέες του Μαρξισμού, της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού. Πολύ πριν έλθει στην εξουσία ο Λένιν, ο Μιχαήλ Μπακούνιν προειδοποίησε τους οπαδούς του Μαρξ κατηγορώντας την «κόκκινη γραφειοκρατία» ότι θα συγκροτήσει «τη χειρότερη απ’ όλες τις δεσποτικές κυβερνήσεις», αν οι κρατικο-σοσιαλιστικές απόψεις του Μαρξ εφαρμόζονταν ποτέ. Πράγματι στα έργα τους ο Στίρνερ, ο Προυντόν και ειδικά ο Μπακούνιν προβλέπουν όλοι τους τη φρίκη του κρατικού Σοσιαλισμού με μεγάλη ακρίβεια. Επιπλέον, οι αναρχικοί ήταν μεταξύ των πρώτων και πιο έντονων επικριτών και αντιτιθέμενων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων στη Ρωσία.


Παρ’ όλα αυτά, όντας σοσιαλιστές, οι αναρχικοί πράγματι έχουν κάποιες κοινές αντιλήψεις με κάποιους Μαρξιστές (παρότι όχι με τους Λενινιστές). Τόσο ο Μπακούνιν όσο και ο Τάκερ δέχτηκαν την ανάλυση και την κριτική του Μαρξ για τον καπιταλισμό καθώς και την θεωρία του για την αξία της εργασίας (Βλέπε τμήμα C). Ο ίδιος ο Μαρξ επηρεάστηκε έντονα από το βιβλίο του Μαξ Στίρνερ «Το Εγώ και Το Δικό του», που περιέχει μια εξαιρετική κριτική σε αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «βάναυσο/χυδαίο» κομμουνισμό καθώς και κρατικό σοσιαλισμό. Υπάρχουν επίσης στοιχεία του μαρξιστικού κινήματος που έχουν απόψεις πολύ κοντινές στο σοσιαλιστικό αναρχισμό (ειδικά το αναρσυνδικαλιστικό παρακλάδι του σοσιαλιστικού αναρχισμού) – για παράδειγμα, ο Αντον Πανεκοεκ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Πωλ Ματίκ και άλλοι, που απέχουν πολύ από τον Λένιν. Ο Καρλ Κορς και άλλοι έγραψαν λόγια συμπάθειας για την αναρχική επανάσταση στην Ισπανία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία συνέχειας από το Μαρξ στο Λένιν, όμως υπάρχουν πολλά στοιχεία συνέχειας και από το Μαρξ σε περισσότερο ελευθεριακούς Μαρξιστές, που υπήρξαν σφοδροί επικριτικές του Λένιν και του Μπολσεβικισμού και που οι ιδέες τους προσεγγίζουν την επιθυμία του αναρχισμού για ελεύθερο συνεταιρισμό μεταξύ ίσων.


Συνεπώς ο αναρχισμός είναι κατά βάση μια μορφή σοσιαλισμού, που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα αυτού που συνήθως ορίζεται ως «σοσιαλισμός» (κρατική ιδιοκτησία και έλεγχος). Αντί για «κεντρικό σχεδιασμό» τον οποίο πολλοί άνθρωποι συσχετίζουν με τη λέξη «σοσιαλισμός», οι αναρχικοί συνηγορούν υπέρ του ελεύθερου συνεταιρισμού και της συν-εργασίας μεταξύ ατόμων, χώρων εργασίας και κοινοτήτων, γι’ αυτό και αντιτίθενται στον «κρατικό» σοσιαλισμό ως μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, στην οποία «κάθε άντρας (και γυναίκα) θα είναι αποδέκτης μισθού και το Κράτος ο μόνος πληρωτής μισθού» (Μπέντζαμιν Τάκερ, Οι Ατομικιστές Αναρχικοί, σελ. 81.] Κατά συνέπεια οι αναρχικοί απορρίπτουν τον Μαρξισμό (που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως «σοσιαλισμό) ως απλώς «την αντίληψη του Κράτους ως Καπιταλιστή, στην οποία το Σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του μεγάλου Σοσιαλιστικού Κόμματος προσπαθεί πλέον να μειώσει το Σοσιαλισμό» (Π.Κροπότκιν, Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, τόμος 1, σελ.31) . Η αντίρρηση των αναρχικών στην ταύτιση του Μαρξισμού, του “κεντρικού σχεδιασμού» και του Κρατικού Σοσιαλισμού/Καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό θα αναλυθεί στο τμήμα Η.


Είναι εξαιτίας αυτών των διαφορών με τους κρατικούς σοσιαλιστές και προκειμένου να μειώσουν τη σύγχυση που οι περισσότεροι αναρχικοί αυτοαπακαλούνται απλώς «αναρχικοί», καθώς θεωρείται δεδομένο ότι οι αναρχικοί είναι σοσιαλιστές. Ωστόσο, με την άνοδο της λεγόμενης «ελευθεριακής» δεξιάς στις ΗΠΑ, μερικοί υπέρμαχοι του καπιταλισμού άρχισαν να αυτοαποκαλούνται «αναρχικοί» και αυτός είναι ο λόγος που επεξεργαστήκαμε σε ένα βαθμό τη θέση αυτή εδώ. Ιστορικά, και λογικά, ο αναρχισμός υποδηλώνει αντικαπιταλισμό, δηλαδή σοσιαλισμό, που είναι κάτι, το τονίζουμε, στο οποίο όλοι οι αναρχικοί συμφωνούν. (για πληρέστερη πραγμάτευση του γιατί ο «αναρχο-καπιταλισμός» δεν είναι αναρχικός βλέπε στο τμήμα F).


A.1.5 Από πού προέρχεται ο
αναρχισμός;

Από πού προέρχεται ο αναρχισμός; Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραπέμψουμε στην Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών διαμορφωμένη από συμμετέχοντες στο Μαχνοβιτικό κίνημα στην Ρωσική Επανάσταση (βλ. τμήμα Α.5.4). Επισημαίνουν ότι :


«Η ταξική πάλη που προκλήθηκε από την υποδούλωση των εργατών και την λαχτάρα τους για ελευθερία γέννησε, ενώ καταπιέζονταν, την ιδέα του αναρχισμού: την ιδέα της συνολικής άρνησης ενός κοινωνικού συστήματος βασισμένου στις αρχές των τάξεων και του Κράτους και την αντικατάστασή του από μια ελεύθερη, όχι κρατιστική κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενων εργατών.» Επομένως, ο αναρχισμός δεν πηγάζει από αφηρημένους στοχασμούς κάποιου διανοούμενου ή κάποιου φιλόσοφου, αλλά από την άμεση πάλη των εργατών εναντίον του καπιταλισμού, από τις ανάγκες και αυτά που είναι απαραίτητα για τους εργάτες, από το πάθος τους για ελευθερία και ισότητα, πάθος που έγινε ιδιαίτερα εναργές στην πλέον ηρωική περίοδο της ζωής και της πάλης των εργατικών μαζών.


«Οι διακεκριμένοι αναρχικοί στοχαστές, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν και άλλοι, δεν επινόησαν την ιδέα του αναρχισμού, αλλά, έχοντάς την ανακαλύψει στις μάζες, απλώς βοήθησαν με τη δύναμη της σκέψης και της γνώσης τους να την συγκεκριμενοποιήσουν και να την διαδώσουν.» (σελ.15-16).


Όπως γενικότερα το αναρχικό κίνημα, οι Μαχνοβίτες ήταν ένα μαζικό κίνημα ανθρώπων της εργατικής τάξης που αντιστέκονταν στην εξουσία, τόσο την Κόκκινη (Κομμουνιστική) όσο και τη Λευκή (του Τσάρου/την Καπιταλιστική) στην Ουκρανία από το 1917 ως το 1921. Όπως σημειώνει ο Πήτερ Μάρσαλ «ο αναρχισμός έχει παραδοσιακά βρει τους κύριους υποστηρικτές τους μεταξύ των εργατών και των αγροτών.» (Απαιτώντας το Αδύνατο, σελ. 652).


Ο αναρχισμός δημιουργήθηκε μέσα στην και από την πάλη των καταπιεσμένων για ελευθερία. Για τον Κροπότκιν για παράδειγμα, «Ο Αναρχισμός …πήγασε από τους καθημερινούς αγώνες» και ο «το Αναρχικό κίνημα ανανεωνόταν κάθε φορά που δεχόταν την επίδραση κάποιου σπουδαίου πρακτικού μαθήματος: η αφετηρία του προερχόταν από τα διδάγματα της ίδιας της ζωής.» (Εξέλιξη και Περιβάλλον, σελ. 58 και σελ.57). Για τον Προυντόν «η απόδειξη» των αντιλήψεών του περί αμοιβαιότητας (μιουτουαλισμού) βρίσκεται στην «παρούσα πρακτική, την επαναστατική πρακτική εκείνων των εργατικών συνεταιρισμών…που έχουν αυθόρμητα διαμορφωθεί στο Παρίσι και τη Λυών…(δείχνουν ότι) η οργάνωση των αντιλήψεων και η οργάνωση των εργατών έχουν την ίδια και την αυτή σημασία» (Χωρίς Θεούς, Χωρίς Αφέντες, τόμος 1, σελ. 59-60). Πράγματι, καθώς κάποιος ιστορικός υποστήριξε, υπήρχε «μεγάλη ομοιότητα μεταξύ του συνεταιριστικού ιδανικού του Προυντόν και του προγράμματος των Μιουτουαλιστών(αμοιβαία συνεργασία) της Λυών» και ότι υπήρχε «μια αξιοσημείωτη σύγκλιση (απόψεων) και είναι πιθανόν να ήταν ο Προυντόν σε θέση να διατυπώσει το πρακτικό του πρόγραμμα με μεγαλύτερη λογική συνέπεια εξαιτίας του παραδείγματος των εργατών του μεταξιού της Λυόν. Το σοσιαλιστικό ιδανικό που προασπίστηκε είχε ήδη συνειδητοποιηθεί σε ένα ορισμένο βαθμό από τέτοιου είδους εργάτες.» (Κ. Στήβεν Βίνσεντ, Π.Ζ.Προυντόν η Άνοδος του Γαλλικού Λαοκρατικού Σοσιαλισμού σελ. 164)


Συνεπώς, ο αναρχισμός προέρχεται από τον αγώνα για ελευθερία και τις επιθυμίες μας να πορευτούμε μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ζωή, στην οποία θα έχουμε χρόνο να ζήσουμε, να ερωτευτούμε και να παίξουμε. Δεν δημιουργήθηκε από κάποιους λίγους ανθρώπους αποκομμένους από τη ζωή, σε φιλντισένιους πύργους απ’ τους οποίους κοιτούσαν αφ’ υψηλού την κοινωνία και προέβαιναν σε κρίσεις βασισμένοι στις απόψεις τους για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Απεναντίας, ήταν προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης και της αντίστασης στην εξουσία, την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Όπως το θέτει ο Άλμπερτ Μέλτζερ:


«Δεν υπήρχαν πότε καθεαυτό θεωρητικοί του Αναρχισμού, όμως παρήγαγε έναν αριθμό θεωρητικών που πραγματεύτηκαν διάφορες πτυχές της φιλοσοφίας του. Ο Αναρχισμός παρέμεινε ένα σύστημα ιδεών που υπέστη επεξεργασία στην πράξη περισσότερο παρά η εφαρμογή μιας διανοητικής σύλληψης. Πολύ συχνά, κάποιος αστός συγγραφέας εμφανίζεται και καταγράφει ότι έχει ήδη υποστεί επεξεργασία στην πράξη από εργάτες και αγρότες, αυτός (ή αυτή) πιστώνεται από αστούς ιστορικούς τον τίτλο του ηγέτη και από επιτυχημένους αστούς συγγραφείς (που βασίζονται σε αστούς ιστορικούς) αναφέρεται ως μία ακόμα περίπτωση όπου η εργατική τάξη στηρίζεται στην αστική ηγεσία.» (Αναρχισμός, Επιχειρήματα υπέρ και κατά, σελ.18)


Σύμφωνα με τον Κροπότκιν, «ο αναρχισμός έχει τις αφετηρίες του στην ίδια δημιουργική, εποικοδομητική δραστηριότητα των μαζών η οποία σε παρελθόντες καιρούς έχει επεξεργαστεί όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της ανθρωπότητας – και στις εξεγέρσεις …εναντίον των εκπροσώπων της εξουσίας, που βρίσκονται έξω απ’ αυτούς τους κοινωνικούς θεσμούς κι οι οποίοι έβαλαν χέρι σ’ αυτούς τους θεσμούς και τους χρησιμοποίησαν προς όφελός τους.». Πιο πρόσφατα, «η αναρχία ήρθε στο προσκήνιο από την ίδια κριτική και επαναστατική αμφισβήτηση που γέννησε τον Σοσιαλισμό γενικά.». Ο αναρχισμός, αντίθετα με τις άλλες μορφές σοσιαλισμού, «ύψωσε το βέβηλο χέρι του, όχι μόνο εναντίον του Καπιταλισμού, αλλά επίσης ενάντια σε αυτές τις κολώνες που στηρίζουν τον Καπιταλισμό :το Νόμο, την Εξουσία και το Κράτος.» Όλο κι όλο αυτό που έκαναν οι αναρχικοί συγγραφείς ήταν να «επεξεργαστούν τη γενική έκφραση των αρχών (του αναρχισμού) και τη θεωρητική και επιστημονική βάση αυτών που διδάσκει», που αντλήθηκε από τις εμπειρίες των ανθρώπων της εργατικής τάξης η οποία παλεύει καθώς και αναλύει τις επαναστατικές τάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία γενικά.

Ωστόσο, οι αναρχικές τάσεις και οι οργανώσεις υπήρχαν στην κοινωνία πολύ προτού ο Προυντόν τα βάλει στο χαρτί το 1840 και αυτοχαρακτηριστεί ως αναρχικός. Ενώ ο αναρχισμός, ως συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, γεννήθηκε με την άνοδο του καπιταλισμού (ο Αναρχισμός «αναδύθηκε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα…και ανέλαβε τη διπλή πρόκληση της ανατροπής τόσο του Κεφαλαίου όσο και του Κράτους.» (Πήτερ Μάρσαλ Op. Cit., p. 4 ) οι αναρχικοί συγγραφείς έχουν αναλύσει την ιστορία των ελευθεριακών τάσεων. Ο Κροπότκιν, για παράδειγμα, διατύπωσε την άποψη ότι «σε όλες τις εποχές υπήρξαν Αναρχικοί και Κρατιστές» [Op. Cit., p. 19 and p. 57]. [Στην Αλληλοβοήθεια (και αλλού) ο Κροπότκιν ανέλυσε τις ελευθεριακές πτυχές προηγούμενων κοινωνιών και επισήμανε εκείνες που εφάρμοσαν επιτυχώς (σε κάποιο βαθμό) την αναρχική οργάνωση ή πλευρές του αναρχισμού. Αναγνώρισε την τάση αυτή των παραδειγμάτων πραγμάτωσης των αναρχικών ιδεών να προηγείται της δημιουργίας του «επίσημου» αναρχικού κινήματος και υποστήριξε ότι :


«Από την πιο απομακρυσμένη, την αρχαιότητα της λίθινης εποχής, οι άντρες (και οι γυναίκες) είχαν συνειδητοποιήσει τα δεινά που επέφερε το να αφήσουν κάποιους εξ αυτών να αποκτήσουν ως άτομα εξουσία…Γι’ αυτό ανέπτυξαν στην πρωτόγονη φυλή, στην κοινότητα του χωριού, στη μεσαιωνική συντεχνία…και τελικά στην ελεύθερη μεσαιωνική πόλη, τέτοιους θεσμούς που τους επέτρεπαν να αντιστέκονται στις καταπατήσεις της ζωής τους και τις επιδιώξεις τόσο εκείνων των ξένων που τους κατακτούσαν όσο και εκείνων των μελών της ίδιας τους της φυλής που επιχειρούσαν να εγκαθιδρύσουν την προσωπική τους εξουσία. (Αναρχισμός, σελ.158-9). Ο Κροπότκιν έβαλε την πάλη των ανθρώπων της εργατικής τάξης (από όπου ξεπήδησε ο σύγχρονος αναρχισμός) στην ίδια μοίρα με τις παλιότερες μορφές οργάνωσης του λαού. Υποστήριξε ότι «οι συνεργασίες μεταξύ των εργατών…ήταν αποτέλεσμα της ίδιας λαϊκής αντίστασης κατά της αυξανόμενης εξουσίας των λίγων- εν προκειμένω των καπιταλιστών», όπως η φυλή, η κοινότητα του χωριού και ούτω καθεξής, όπως ήταν και «η εντυπωσιακά ανεξάρτητη, ελεύθερα ομόσπονδες δραστηριότητα των «Τομέων» του Παρισιού και όλων των μεγάλων πόλεων και πολλών μικρών οι «Κομμούνες» στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1793. [Op. Cit., p. 159]


Κατά συνέπεια, ενώ ο αναρχισμός ως πολιτική θεωρία αποτελεί μια έκφραση της πάλης της εργατικής πάλης και της αυτενέργειας ενάντια στον καπιταλισμό και το σύγχρονο κράτος, οι ιδέες του αναρχισμού εκφράζονταν συνεχώς στην πράξη σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Πολλοί αυτόχθονες της Βόρειας Αμερικής και αλλού, για παράδειγμα, εξασκούσαν τον αναρχισμό για χιλιάδες χρόνια προτού ο αναρχισμός υπάρξει ως συγκεκριμένη πολιτική θεωρία. Ομοίως, οι αναρχικές τάσεις και οι οργανώσεις υπήρξαν σε κάθε μεγάλη επανάσταση – στις Συναντήσεις της Πόλης του Νιου Ήνγκλαντ (Νέας Αγγλίας) στη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, στους Παρισινούς «Τομείς» στη διάρκεια της «Γαλλικής Επανάστασης», στα εργατικά συμβούλια και τις εργοστασιακές επιτροπές στη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης, για να αναφέρουμε μόνο λίγα παραδείγματα (Βλέπε για λεπτομέρειες στην Τρίτη Επανάσταση του Μάρεϊ Μπούκτσιν). Αυτό είναι αναμενόμενο εφόσον ο αναρχισμός, όπως ισχυριζόμαστε, είναι προϊόν της αντίστασης στην εξουσία, τότε στις κοινωνίες με εξουσίες θα προκαλέσει αντίσταση σ’ αυτές και θα παράξει αναρχικές τάσεις (και, φυσικά, σε κοινωνίες χωρίς εξουσίες δεν μπορεί να συμβάλλει μιας και είναι αναρχικές)


Με άλλα λόγια, ο αναρχισμός είναι μια έκφραση της πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, μια γενίκευση των εμπειριών και των αναλύσεων των εργαζόμενων για το τι είναι λάθος στο παρόν σύστημα και μια έκφραση των ελπίδων και των ονείρων μας για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η πάλη υπήρχε πολύ προτού ονομαστεί αναρχισμός, όμως το ιστορικό αναρχικό κίνημα (ομάδες ανθρώπων που ονόμαζαν τις ιδέες τους αναρχικές και επιδίωκαν μια αναρχική κοινωνία) είναι ουσιαστικά ένα προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος, ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση και υπέρ μιας ελεύθερης κοινωνίας ισότιμων ατόμων. [Op. Cit., p. 16]

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Εργασία και Ελεύθερος Χρόνος

– Άντον Πάνεκουκ

http://coghnorti.wordpress.com/texts/panekoek-arbeit-und-musse/Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Funken 6, Nr 5 (1955)
Ο σύντροφος Rabasseire στο Funken του Φεβρουαρίου του 1955, ως συμπλήρωση στο άρθρο μου “Η Εργασία στο Σοσιαλισμό” (Funken Nr.11, Νοέμβριος 1954), παρέπεμψε στο έργο του Πωλ Λαφάργκ με τον τίτλο “Δικαίωμα στην Τεμπελιά”. Όταν είχε πρωτοεμφανιστεί αυτό το βιβλιαράκι στα πρώτα χρόνια του σοσιαλισμού μας είχε ενθουσιάσει, καθώς φώτιζε το χαρακτήρα της εργασίας με τρόπο διαφορετικό από την υπόλοιπη σοσιαλιστική γραμματεία. Όταν ο σ. Rabasseire παίρνει την τεμπελιά και τονίζει ότι είναι ένα δικαίωμα του ανθρώπου, πρέπει με τη σειρά μας να αναλογιστούμε ότι η αναγκαιότητα της εργασίας δεν επιβάλλεται πάνω μας λόγω μιας “ηθικής της εργασίας”, αλλά από την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Μπορεί η εργασία μέσω της εκμετάλλευσης να έχει καταλήξει να είναι μια αφόρητη τυραννία, όμως αρχικά δεν ήταν παρά μια προσταγή της φύσης. Πρέπει να εργαζόμαστε επειδή τρεφόμαστε, και επειδή χρειαζόμαστε ρούχα για την αντιμετώπιση του κρύου. Ας προσπαθήσει όποιος θέλει να διεκδικήσει το δικαίωμά του στη τεμπελιά ενάντια στη φύση! Η τεμπελιά μπορεί να είναι μια απόλαυση· αλλά ως σύστημα ζωής σημαίνει ότι κάποιος άλλος πρέπει να εργάζεται για σένα.
Η σχέση του ανθρώπου με την εργασία εξαρτάται κατά πρώτο λόγο από το κλίμα. Λόγω της κουβανικής του καταγωγής ο Λαφάργκ ήξερε από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη και εξαντλητική είναι κάθε δραστηριότητα σε θερμό κλίμα. Επειδή εκεί οι ανάγκες είναι λίγες και η φύση δίνει τα δώρα της πλουσιοπάροχα, ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει την ενστικτώδη τάση του για αδράνεια –σε κάθε περίπτωση, αυτά ίσχυαν μέχρι που ήρθαν οι λευκοί κύριοι επιβάλλοντας την καταναγκαστική εργασία. Όταν οι σοσιαλιστές όπως ο Rabasseire, λες και “ξεπήδησαν από τη ρομανική κουλτούρα”, γράφουν λιγότερο για την εργασία και περισσότερο για την τεμπελιά και την ανάπαυση, τούτο συμβαίνει επειδή το εύκρατο κλίμα της νότιας Ευρώπης τους σαγηνεύει με απολαύσεις. Και η βιβλική ρήση “με τον ιδρώτα του μετώπου σου” προήλθε από θερμές περιοχές.
Αντίθετα, στο μετρίως ψυχρό κλίμα της κεντρικής Ευρώπης, μόνο με κοπιώδη εργασία μπορεί να κερδηθούν τα αναγκαία προς το ζην από τη φύση. Εδώ η τεχνική, ο καρπός της πνευματικής εργασίας, εμφανίζεται ως δύναμη απελευθέρωσης. “Η μηχανή είναι η μεγάλη απελευθερώτρια του ανθρώπου από τη σκλαβιά”. “Η μηχανή έχει μια διττή αποστολή: να αυξήσει την παραγωγή, και άρα και τα αγαθά — και ταυτόχρονα να ελαττώσει και να κάνει πιο εύκολη την εργασία. Με την αύξηση της παραγωγής η μηχανή θα συντρίψει την ανέχεια — με την μείωση της εργασίας τη σκλαβιά.” Έτσι εκφράζει ο R. N. Coudenhove Kalergi, ο γνωστός υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο αξιόλογο βιβλίο του Επανάσταση μέσω της Τεχνικής τη σημασία της τεχνικής προόδου. Δεν είναι σοσιαλιστής και δεν αναγνωρίζει την πάλη των τάξεων· γι’ αυτό πρέπει να συμπληρώσουμε αυτά που λέει: οι μηχανές στα χέρια του κεφαλαίου έχουν οξύνει τη σκλαβιά της εργασίας, ενώ οι μηχανές στα χέρια των εργατών θα καταργήσουν την ανέχεια μαζί με τη σκλαβιά της εργασίας.
Ο σύντροφος Rabasseire συμπεραίνει από το “Δικαίωμα στην Τεμπελιά” το πρακτικό αίτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας. Αυτό που φέρνει η αύξηση της παραγωγικότητας ως προς την εργασία δεν είναι απλώς μια μείωση του χρόνου εργασίας, αλλά ακόμη, και πιο σημαντικά, η δυνατότητα να διαμορφώσουμε τη ζωή μας στη βάση νέων αρχών. Ας μην ξεχνάμε ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι απλά αποτέλεσμα του εξαναγκασμού της πείνας. Αποτελεί την δραστηριοποίηση των λειτουργιών της ζωής ως χρήση των οργάνων του σώματος, ως εξάσκηση των μυών, του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου. Αυτή η δραστηριοποίηση αποτελεί άμεση ανάγκη για τον οργανισμό, τόσο στον άνθρωπο όσο στα ζώα. Η ευλογία της τεχνικής δε συνίσταται στην αύξηση του χρόνου που σπαταλιέται στη μακάρια απραξία, αλλά στον εμπλουτισμό της ζωής με νέες μορφές δραστηριότητας. Για το μεμονωμένο άτομο αύξηση του ελεύθερου χρόνου σημαίνει τη δυνατότητα να τον αφιερώσει κατά τη βούλησή του στην απόλαυση της γαλήνης, στη σοβαρή μελέτη, στα σπορ, στις τέχνες κ.ο.κ. Για την εργατική τάξη ως ολότητα, το πράγμα έχει αλλιώς. Ο καπιταλισμός έχει από καιρό κατανοήσει ότι η μείωση του χρόνου εργασίας γεννά νέες δυνατότητες και νέα καθήκοντα για τον ίδιο. Ο καπιταλισμός δημιούργησε έτσι έναν τεράστιο μηχανισμό εκπαίδευσης, και μια ολόκληρη βιομηχανία διασκέδασης. Η τελευταία πιάνεται από την ανάγκη ανάπαυσης των μαζών, και παρέχοντάς τες ανώφελες και επιπόλαιες τέρψεις τις παρασύρει σε ακίνδυνα για τον καπιταλισμό μονοπάτια. Ακόμη και ο εργάτης που διψά για γνώση θα ικανοποιήσει αυτή τη δίψα με “κουλτούρα”, δηλ. με αστική κουλτούρα, η οποία τον προσδένει στον καπιταλισμό και τον κάνει να μη σκέφτεται την ταξική πάλη. Το κεφάλαιο δεν κυβερνά τους εργάτες μόνο κατά τη διάρκεια της εργασίας, αλλά και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Όλη τους η ζωή, όλη τους η ημέρα, βρίσκεται υπό την εξουσία του κεφαλαίου.
Αυτό θα αλλάξει μόνον όταν οι εργάτες κατακτήσουν την εξουσία, έχοντας άμεσα στα χέρια τους τα μέσα παραγωγής. Περιττό να πούμε ότι αυτή η κατάκτηση δε θα ολοκληρωθεί με μια κίνηση, αλλά θα αφορά σε μια ολόκληρη περίοδο κοινωνικής ανατροπής. Ακόμη, αυτή η κατάκτηση είναι το αντίθετο της κρατικοποίησης της παραγωγής. Μου φαίνεται ότι ο σύντροφος Rabasseire δεν έχει συνειδητοποιήσει επαρκώς τη διαφορά ανάμεσα σε έναν ηπιότερο λόγω μεταρρυθμίσεων (πχ. μείωση του χρόνου εργασίας) καπιταλισμό, και σε μια σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Όταν οι εργάτες θα έχουν στα χέρια τους την παραγωγή και θα μπορούν να καθορίζουν τα της εργασίας τους, θα τους φανεί παιχνιδάκι η παραγωγή ενός πλεονάσματος για όλους. Όμως ο πραγματικός τους στόχος θα είναι η οργάνωση της τεχνικής με τέτοιον τρόπο ώστε η ανθρωπότητα να απελευθερωθεί από κάθε καταπίεση.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΕΝΔΟΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ!

Ο ανένδοτος δρόμος πρός την Σοσιαλδημοκρατία



ΝA ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΝΕΝΔΟΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ!

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Η εσωτερική τρόικα δεν θα πέσει από μόνη της. Όσο το σύστημα καίει τις εφεδρείες του, η απειλή ενός απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης θα ενισχύεται. Μόνο μεγάλες αγωνιστικές πρωτοβουλίες με ευρεία πολιτική στήριξη μπορούν να ακυρώσουν τη μετατροπή της Ελλάδας σε νεοαποικία χρέους και να ανοίξουν μια νικηφόρα προοπτική.

Η κρίση που απειλούσε να διαρρήξει την ευρωζώνη μοιάζει να εκτονώθηκε. Η κυβέρνηση Σαμαρά και λοιπών μνημονιακών δυνάμεων πέρασε, έστω και δύσκολα, τα μέτρα και πάει να σταθεροποιηθεί. Οι “επικίνδυνες” κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πάλι σήκωσαν κεφάλι και πάλι ηττήθηκαν. Η βαθειά Ελλάδα υψώνει λευκή σημαία, παραδομένη στη μάχη της επιβίωσης μπροστά στον πιο βαρύ χειμώνα από την κατοχή και τον εμφύλιο. Έτσι σκέφτοναι οι πιο ανόητοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, που πιστεύουν μόνο ό,τι θέλουν να πιστέψουν και οι πιο ασταθείς εκπρόσωποι των κυριαρχούμενων, που ταλαντεύονται διαρκώς ανάμεσα στην ανυπομονησία και την απελπισία.

Πλανώνται πλάνην μεγάλην! Η κρίση της ευρωζώνης όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε, αλλά είναι καθαρά θέμα χρόνου πότε θα εκδηλωθεί με πιο βίαιο τρόπο. Ήδη, από την περασμένη εβδομάδα το σύνολο της ευρωζώνης βυθίστηκε στη δεύτερη ύφεση, ποιοτικά χειρότερη από εκείνη του 2008. Πρώτον, γιατί τότε ήταν κυρίως “εισαγόμενη” από τη Γουόλ Στριτ, ενώ τώρα είναι ενδογενής. Δεύτερον, γιατί μέχρι χθες εστιαζόταν στην περιφέρεια- Μεσογειακές χώρες, Ιρλανδία, Πορτογαλία- ενώ τώρα αγγίζει το σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, η οποία περιγράφεται από το Βερολίνο ως οΜεγάλος Ασθενής της ευρωζώνης. Και τρίτον, γιατί αυτή τη φορά δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ατμομηχανή, ικανή να ξεκολήσει την παγκόσμια οικονομία από το βάλτο. Η Ιαπωνία πάει ακόμη χειρότερα από την Ευρώπη, η Αμερική βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε μια αναιμική ανάπτυξη και σε μια δεύτερη ύφεση- ιδίως αν ο Ομπάμα υποχωρήσει άτακτα στην πίεση που δέχεται ενόψει των σκληρών δημοσιονομικών αποφάσεων που καλείται να λάβει- ενώ η Κίνα και οι λοιπές υπερτιμημένες “αναδυόμενες οικονομίες” των BRICs χωλαίνουν.

Στο εσωτερικό, κάτω από τη λεπτή κρούστα της απογοήτευσης, συσσωρεύονται τεράστια αποθέματαλαϊκού μίσους, σαν μάγμα που όσο περισσότερο συμπιέζεται, τόσο πιο τρομερή προοιωνίζεται την αναπόφευκτη έκρηξη. Κι αυτό, ενώ ακόμη ο πολύς κόσμος δεν έχει ακόμη νοιώσει στο πετσί του τι εστί Μνημόνιο ΙΙΙ. Ακόμη δεν έχουν έρθει οι κουτσουρεμένες συντάξεις, ακόμη δεν έχουμε πληρώσει τοπετρέλαιο- φωτιά, ακόμη δεν έχουν αρχίσει για τα καλά οι απολύσεις στο Δημόσιο- αλλά όλα αυτά θα γίνουν μέσα στις αμέσως προσεχείς εβδομάδες ή μήνες, πυρακτώνοντας την ήδη ηλεκτρισμένη κοινωνική ατμόσφαιρα.







Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΕΟΑΠΟΙΚΙΑ ΧΡΕΟΥΣ


Στο μεταξύ, η ελληνική ολιγαρχία κυριεύεται από το φόβο του τερματοφύλακα πριν απ' τα πέναλτι. Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι πάνω στο χαρτί όπου τυπώθηκε το Μνημόνιο ΙΙΙ κι έρχονται οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που επέβαλε στα ασπόνδυλα της τρικομματικής κυβέρνησης το σιδερένιο χέρι της τρόικα, ως όρο για την εκταμίευση των δανειακών δόσεων. Είναι ζήτημα αν υπάρχει Μπανανία της Λατινικής Αμερικής που να έχει υπογράψει τόσο εξευτελιστικούς όρους: Η παραμικρή δαπάνη από τον ειδικό λογαριασμό του χρέους θα απαιτεί τρεις υπογραφές: του Έλληνα υπουργού Οικονομικών, του εκπροσώπου της ΕΚΤ και εκείνου του EFSF, θέτοντας και τυπικά τη χώρα μας σε καθεστώς νεοαποικίας χρέους.

Παράλληλα, το μάνατζμεντ των ελληνικών τραπεζών θα περάσει, με τους προβλεπόμενους όρους ανακεφαλαιοποίησής τους, κυρίως στους Γερμανούς και δευτερευόντως στους ελλάσσονες, πλεονασματικούς εταίρους τους (Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία κ.α.). Κατ' αυτό τον τρόπο, το ξένο κεφάλαιο θα καταλάβει αναίμακτα τα στρατηγικά υψώματα της ελληνικής οικονομίας. Την επόμενη ημέρα, οι υπό ξένο έλεγχο διοικήσεις των τραπεζών θα αρχίσουν να εκβιάσουν στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις του παραγωγικού τομέα, εκδοτικούς ομίλους και άλλες εταιρείες που έχουν μεγάλα χρέη, να δεχθούν επιθετικές εξαγορές ή συγχωνεύσεις, επί ποινή εξώθησής τους στη χρεοκοπία. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου, κατ' εξοχήν υπέρμαχους των μνημονίων, να “επαναστατούν” ξαφνικά εναντίον της Μέρκελ και της “νέας αποικιοκρατίας”, λες και είδαν το φως το αληθινό στο δικό τους δρόμο προς τη Δαμασκό.

ΔΕΙΛΟΙ, ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΚΑΙ ΑΒΟΥΛΟΙ ΑΝΤΑΜΑ...

Τελευταία Μεγάλη Ιδέα της ελληνικής αστικής τάξης, ο ευρωπαϊσμός εξέφραζε τη φιλοδοξία της να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα του δυτικού κόσμου. Η παλιά Ψωροκώσταινα φαντασιωνόταν ότι θα γίνει κάτι σαν Βέλγιο ή Αυστρία του μεσογειακού Νότου. Αλλοίμονο, η κτηνωδώς ιμπεριαλιστική Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε δεν μπορεί να ξεφύγει από την ανισόμετρη ανάπτυξη και τη δομική πόλωση, όπως η χελώνα δεν μπορεί να ξεφύγει από το καβούκι της. Στη μνημονιακή κοιλάδα των δακρύων, η Ελλάδα κατρακυλάει ταχύτατα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, για να γίνει εξίσου “ισότιμος” εταίρος των ισχυρών στην Ε.Ε. όσο “ισότιμος εταίρος” της Αμερικής είναι το Μεξικό στο πλαίσιο της NAFTA.

Με τους όρους μιας δογματικά οικονομίστικης ανάλυσης, αυτή η ζοφερή πραγματικότητα θα ήταν θεωρητικά δυνατό να τροφοδοτεί “ριζοσπαστικές” τάσεις σε ένα μέρος της αστικής τάξης, τουλάχιστον σε αυτό που συνδέεται περισσότερο με την εσωτερική αγορά. Κάτι τέτοιο υπονόησε η Αλέκα Παπαρήγα με την πολύκροτη τοποθέτησή της στη Βουλή, όπου διαπίστωσε εσωτερικό διχασμό της αστικής τάξης σε “κόμμα του ευρώ” και “κόμμα της δραχμής”, με βασικό πολιτικό εκπρόσωπο του τελευταίου τον ΣΥΡΙΖΑ.















Οι 500 εμπορικές επιχειρήσεις
που αύξησαν τις επιδόσεις τους στην ύφεση

Βελτίωσαν την κερδοφορία του κατά 18,8% φτάνοντας τα 854 εκατομμύρια ευρώ. Οι αντίστοιχες «500» βιομηχανικές είχαν συνολικά κέρδη που προσέγγισαν τα 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ. 

Αυξημένα κατά 18,8% εμφανίζονται τα συνολικά καθαρά κέρδη των 500 πιο κερδοφόρων εισαγωγικών και αμιγώς εμπορικών επιχειρήσεων της χώρας κατά το 2011. Αυτό προκύπτει από μεγάλη πανελλαδική έρευνα της Τράπεζας Πληροφοριών για την Οικονομία και τις Επιχειρήσεις STAT BANK σύμφωνα με την οποία τα συνολικά προ φόρων κέρδη των «500» πιο κερδοφόρων εμπορικών εταιρειών της χώρας αυξήθηκαν από 718,5 εκατομμύρια ευρώ το 2010 σε περίπου 853,9 εκατομμύρια ευρώ το 2011. (Ας σημειωθεί ότι οι αντίστοιχες 500 πιο κερδοφόρες βιομηχανικές επιχειρήσεις είχαν συνολικά κέρδη που προσέγγισαν τα 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ).

Οι «500 χρυσοτόκες όρνιθες» του ελληνικού εμπορίου διαχειρίστηκαν έναν συνολικό τζίρο της τάξης των 26 δισεκατομμυρίων ευρώ ο οποίος παρέμεινε σταθερός σε σχέση με το 2010. (Ο αντίστοιχος τζίρος των βιομηχανικών ήταν 34 δισεκατομμυρίων ευρώ).


Πρόκειται- για να το θέσουμε όσο πιο ευγενικά γίνεται- για εσφαλμένη εκτίμηση, η οποία υπερτονίζει τον οικονομικό παράγοντα και υποτιμά τον πολιτικό. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε “εθνική αστική τάξη” ούτε στις εποχές της ταχείας εκβιομηχάνισης και της μετεμφυλιακής συντριβής της Αριστεράς. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα, στην εποχή της αποβιομηχάνισης, όπου κυριαρχούν τα πιο αντιδραστικά, τα πιο διαπλεκόμενα με τον ξένο παράγοντα τμήματα του κεφαλαίου (τράπεζες, εφοπλιστές, κατασκευές). Κυρίως δεν μπορεί να υπάρξει γιατί η ελληνική αστική τάξη τρέμει τον λαϊκό παράγοντα πολύ περισσότερο από όσο φοβάται την υποβάθμισή της σε ρόλο υπεργολάβου του ξένου κεφαλαίου.

Ακόμη κι αν κάποιες στιγμές δελεάζεται να “παίξει” προσωρινά με το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά για να έχει κάποια διαπραγματευτικά ατού με τους ξένους, την επόμενη στιγμή σκέφτεται ότι, όπως θάλεγε ο Μάο, το πιο δύσκολο δεν είναι να καβαλήσεις την τίγρη, αλλά να κατέβεις από τη ράχη της και να μείνεις ζωντανός. Γιαυτό και οι κονδυλοφόροι που εξεγείρονται το πρωί με τη Μέρκελ, κατακεραυνώνουν το βράδυ τους εργάτες που αποδοκιμάζουν τον Φούχτελ και τους δασκάλους που απάγονται γκανγκστερικά από τους ασφαλίτες. Μπροστά στη μείζονα απειλή του “εσωτερικού εχθρού”, καταπίνουν γογγύζοντας κάθε ταπείνωση από τους “συμμάχους”¨τους- δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, σαν να προσμένουν κάποιο θάμα...

Η ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΗ!

Ο συνδυασμός οικονομικής διάλυσης, κοινωνικής πόλωσης και εθνικής ταπείνωσης δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, μια “κρίση ηγεμονίας” του κυρίαρχου μπλοκ. Τα δύο προηγούμενα μνημόνια έφαγαν τις κυβερνήσεις τους και το τρίτο δεν προοιωνίζεται τίποτα διαφορετικό. Φυσικά, το σύστημα διαθέτει ακόμη κάποιες εφεδρείες-η απλή αναλογική θα ήταν ενδεχομένως μία από αυτές, αν και θα σήμαινε ότι ο Σαμαράς αναγνωρίζει πως η Αριστερά θα είναι πρώτη δύναμη στις επόμενες εκλογές, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει την αποδόμηση του αστικού μπλοκ- και ελπίζει να δημιουργήσει εν θερμώ κάποιες άλλες, όπως ένα νέο κεντρώο κόμμα.

Το πιθανότερο είναι, όμως, ότι όλα τα σενάρια “ομαλών” λύσεων θα αποτύχουν αν δεν γίνει κάποιο “θαύμα”- εκτόνωση της παγκόσμιας κρίσης, ανατροπές στην ευρωζώνη- που δεν φαίνονται στον ορίζοντα, ούτε εξαρτώνται στο ελάχιστο από τη δική μας ολιγαρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά κέντρα δελεάζονται ολοένα και περισσότερο από σενάρια κάποιου είδους απολυταρχικής εκτροπής. Δεν μιλάμε, βέβαια, για παραδοσιακό φασισμό ή χούντα, αλλά για μια “κυριαρχία χωρίς ηγεμονία”, για την προσφυγή σε ένα είδος “απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης” μέσα από ένα γύρο ακραίων κοινωνικών φαινομένων και πολιτικής προβοκάτσιας.





 Όσα ζήσαμε το τελευταίο διάστημα στις γενικές απεργίες, στο γιορτασμό του Πολυτεχνείου, στη Θεσσαλονίκη με τις συλλήψεις συνδικαλιστών, αλλά και όσα προοιωνίζεται η ευρεία υιοθέτηση της υπεραντιδραστικής θεωρίας των “δύο άκρων” αποτελούν προανάκρουσμα πολύ επικίνδυνων τάσεων.
Όλα αυτά διαμορφώνουν συνθήκες γενικευμένης “εθνικής κρίσης” στον ελληνικό, κοινωνικό σχηματισμό. Ευρύτατα λαϊκά- δημοκρατικά αιτήματα, όπως η αντιμετώπιση της οικονομικής καταστροφής, η αποτροπή της κοινωνικής διάλυσης, η προστασία της δημοκρατίας και η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, αποκτούν σ'αυτή τη συγκυρία εκρηκτικά ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Γιατί, αν και θεωρητικά θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από το σύστημα, είναι αδύνατο να υιοθετηθούν και πολύ περισσότερο να γίνουν αντικείμενο μαχητικής διεκδίκησης από την ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της. Στη σημερινή συγκυρία, η σημαία της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας είναι κόκκινη! Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, και στην ΕΑΜική εποποιία, η ελληνική εργατική τάξη και τα κόμματά της είναι οι μόνοι δραστήριοι παράγοντες που μπορούν να σηκώσουν στους ώμους τους το μεγάλο ιστορικό φορτίο της λαϊκής σωτηρίας και της εθνικής αναγέννησης, απέναντι σε μια παρηκμασμένη, σε μεγάλο βαθμό παρασιτική και ξεκάθαρα αντιδραστική αστική τάξη, που είναι καταδικασμένη να προδίδει ακόμη και το δικό της, φιλελεύθερο παρελθόν.


Ο ΑΔΥΝΑΤΟΣ ΚΡΙΚΟΣ

Αν αυτή η γραμμή ανάλυσης περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας, τότε η ελληνική Αριστερά θα πρέπει να προετοιμάζεται όχι για έναν εκλογικό περίπατο, αλλά για μια αποφασιστική σύγκρουση ζωής ή θανάτου. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ή τουλάχιστον αυτό που επικρατεί επικοινωνιακά ως συνισταμένη της, δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των διακυβευμάτων και πολύ περισσότερο να προετοιμάζει τις λαϊκές δυνάμεις για τη σφοδρότητα των αναμετρήσεων που μας περιμένουν. Ειδικά το τελευταίο διάστημα συμπεριφέρεται λες κι έχει στην τσέπη της την κυβέρνηση και, πολύ περισσότερο, την πραγματική εξουσία- χωρίς να προβληματίζεται για το γεγονός ότι στο μαζικό κίνημα μετράει πολύ λιγότερο από το ΚΚΕ ή και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή από το γεγονός ότι στις συνελεύσεις για το νέο κόμμα μαζεύονται βασικά αριστεροί σαραντάρηδες και πενηντάρηδες από τις δύο διασπάσεις του ενιαίου Συνασπισμού.

Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται καμμία ουσιαστική πίεση από τα αριστερά, παρά μόνο από τα δεξιά του. Γεγονός για το οποίο δεν φταίνε μόνο τα εκλογικά ποσοστά της υπόλοιπης Αριστεράς, αλλά κατά κύριο λόγο η πολιτική της γραμμή, ή μάλλον η ανυπαρξία πολιτικής γραμμής. Μιλάμε βέβαια κυρίως για το ΚΚΕ, το οποίο αντιμετωπίζει το ΣΥΡΙΖΑ όχι ως ιδεολογικό αντίπαλο, αλλά ως ταξικό εχθρό και μάλιστα ως τον κυριότερο ταξικό εχθρό της περιόδου, αναπαράγοντας τις χειρότερες σεχταριστικές στιγμές του “σοσιαλφασισμού”. Μ΄αυτό τον τρόπο χάνει το δίκιο του, όποτε έχει δίκιο (και πολλές φορές έχει) και καταλήγει να πυροβολεί τον ίδιο τον εαυτό του, διευκολύνοντας την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ- ιδίως όταν οι τοποθετήσεις του ευλογούνται από τα πιο αντιδραστικά επιτελεία της αστικής τάξης, όπως την περίοδο του Τζαννετακισμού.


Ακόμη δυστυχέστερα, τη λογική της ηγεσίας του ΚΚΕ φαίνεται να υιοθετούν, φυσικά από άλλες ιδεολογικές αφετηρίες και τμήματα της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Δέσμιοι ενός μηχανιστικού, δογματικού “μαρξισμού”, έχουν διαρκώς δεμένο στο ζωνάρι ένα “αριστερόμετρο” παντός καιρού, με το οποίο μετράνε ποιοι στόχοι ή/και μορφές πάλης είναι παντού και πάντα “ρεφορμιστικοί” και ποιοι “επαναστατικοί”. Αυτή η λογική δεν έχει τίποτα το κοινό με τη λενινιστική αντίληψη της πολιτικής, που συμπυκνώνεται στην έννοια του αδύνατου κρίκου. Του ζητήματος ή του πλέγματος ζητημάτων σε κάθε συγκυρία, που μπορεί να μην είναι εξ αρχής επαναστατικά- σοσιαλιστικά, αλλά αποτελούν τον αποφασιστικό κόμβο που οδηγεί τελικά, από την ίδια την εσωτερική διαπλοκή των προβλημάτων και της ταξικής πάλης, στον αγώνα για την πραγματική εξουσία, δηλαδή την επανάσταση (βλέπε, για παράδειγμα “Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας”, Απρίλης 1918).





 Έτσι, επαναστατική πολιτική το 1973-74 δεν ήταν να θέτεις στην ημερήσια διάταξη θέμα σοσιαλισμού και αυτοδιαχείρισης, αλλά να πιαστείς από τον αδύνατο κρίκο στο σύστημα της αστικής κυριαρχίας εκείνη τη στιγμή, δηλαδή τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και της δημοκρατίας και να ενώσεις με τις κατάλληλες μορφές πάλης τις ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις σε μια ρήξη, που αργά ή γρήγορα θα έθετε επί τάπητος την κοινωνική αλλαγή σε όλες τις διαστάσεις της. Ανάλογα σήμερα, επαναστατική πολιτική δεν είναι να ονειρεύεσαι Σοβιέτ ή να ζητάς αύριο το πρωί την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, αλλά να συγκεντρώσεις όλη τη δύναμη πυρός απέναντι στους αδύνατους κρίκους του συστήματος- χρέος, μνημόνια- απ' όπου θα ξετυλιχτεί ολόκληρη η αλυσίδα, από την έξοδο από το ευρώ, μέχρι το πρόβλημα της εξουσίας.

ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πρέπει να είναι πολιτικά τυφλός κανείς για να μην κατανοεί ότι η στάση πληρωμών και η μονομερής ακύρωση των μνημονίων, έστω και από έναν συνασπισμό δυνάμεων υπό ρεφορμιστική ηγεμονία, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε σκληρή σύγκρουση με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Στη συνέχεια, θα επιβάλει ριζοσπαστικά μέτρα, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής εκτάκτου ανάγκης- με πρώτα βήματα την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη σχεδόν βέβαιη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα- που θα φέρουν τις λαϊκές δυνάμεις σε μετωπική ρήξη με την ελληνική ολιγαρχία. Μια παρόμοια, ιστορικών διαστάσεων σύγκρουση απαιτεί πολιτική στήριξη και διεύθυνση από ένα ενιαίο μέτωπο των αριστερών, ριζοσπαστικών δυνάμεων, πολύ ευρύτερο από τις πολύτιμες, αλλά περιορισμένες δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς.

Ενιαίο μέτωπο δεν σημαίνει συγχώνευση, ούτε πολιτική ουράς. Ασφαλώς, υπάρχουν πάμπολλοι λόγοι να μην έχουν οι αγωνιστές της επαναστατικής Αριστεράς εμπιστοσύνη στο ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαχωρίζονται από αυτόν σε καίρια ζητήματα στρατηγικής σημασίας, με πρώτο τον δεισιδαιμονικό σεβασμό του στο ευρώ, την Ε.Ε. και την αστική νομιμότητα. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι το σημείο του να θεωρούν το ΣΥΡΙΖΑ τυπικό αστικό κόμμα απέναντι στο οποίο δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να το “αποκαλύψουν”, ποντάροντας στην όσο γίνεται πιο γρήγορη χρεοκοπία του, η απόσταση είναι τόσο τεράστια όσο αυτή που χωρίζει μια επαναστατική γραμμή μαζών από μια πολιτική σέχτα.






Η γραμμή του ενιαίου μετώπου δεν είναι νεολογισμός κάποιων “όψιμων συνοδοιπόρων του ΣΥΡΙΖΑ”. Είναι η στρατηγική που χάραξε η Τρίτη Διεθνής για τη Δυτική Ευρώπη στο Τρίτο και το Τέταρτο Συνέδριο, τα τελευταία που έγιναν ζώντος του Λένιν και υπό την καθοδήγησή του. Στη σχετική έκκλησή της, τον Ιανουάριο του 1922, η Διεθνής υπογράμμιζε, μπροστά στην απειλητική επίθεση της διεθνούς αντίδρασης, μια “κοινή πλατφόρμα με τους σοσιαλδημοκράτες” εκείνης της εποχής για ένα “ελάχιστο πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων”. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, η απόφαση του Τετάρτου Συνεδρίου ρίχνει μάλιστα το σύνθημα για μια “κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου” ή “εργατική κυβέρνηση”, με στήριξη ή και συμμετοχή των κομμουνιστών, ενδεχομένως και υπό την ηγεμονία των ρεφορμιστών, η οποία θα μπορούσε να προκύψει μέσα από το γενικό εκλογικό δικαίωμα, προτού κριθεί με επαναστατικό τρόπο το πρόβλημα της πραγματικής εξουσίας. Στη σχετική απόφαση τονίζεται ότι μια τέτοια κυβέρνηση “δεν θα είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε καν μια αναγκαία μεταβατική μορφή προς αυτήν. Αποτελεί ωστόσο μια αφετηρία για την κατάκτησή της”.

Μήπως η πρόσφατη ιστορική εμπειρία στη Λατινική Αμερική και ιδιαίτερα στη Βενεζουέλα δεν επιβεβαιώνει τη γονιμότητα και την επικαιρότητα αυτής της γραμμής; Ο Ούγκο Τσάβες και οι σύντροφοί του δεν ήταν πεπεισμένοι κομμουνιστές. Βγήκαν από τους κόλπους ενός αστικού στρατού, ο οποίος τους ανέχθηκε προσωρινά για να αποφύγει το χειρότερο- έναν ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, όπου θα μπορούσαν να χαθούν τα πάντα για το σύστημα που ήταν ταγμένος να στηρίζει. Οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας, αλλά και της Ελλάδας αν δεν κάνουμε λάθος, στήριξαν τον Τσάβες στη σύγκρουσή του με τον ιμπεριαλισμό, χωρίς να συγχωνεύονται μαζί του και χωρίς να παραιτούνται από την κριτική, την αντιπαράθεση και την αυτονομία δράσης. Ήταν άραγε η αριστερή κυβέρνηση του Τσάβες εμπόδιο στην ανάπτυξη του αριστερού ριζοσπαστισμού, στη Βενεζουέλα και σ' ολόκληρη τη Λατινική Αμερική τα τελευταία 14 χρόνια; Και δεν έδειξε η πολυκύμαντη διαδρομή της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας, με τις νίκες και τις ήττες της, τα επιτεύγματα και τους δισταγμούς της, ότι περίοδοι παραλυτικής ισορροπίας δυνάμεων ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση, περίοδοι σκληρού αγώνα για την κατάκτηση της εργατικής ηγεμονίας, μπορεί να κρατήσουν πολύ και να πάρουν τις πιο απρόβλεπτες μορφές στην εποχή μας;

ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΛΑΪΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Το μείζον πρόβλημα με την Αριστερά, στη σημερινή συγκυρία, είναι ότι αδυνατεί να παίξει το ρόλο της στη συλλογική οργάνωση και πολιτική διεύθυνση ενός κινήματος μαζών με προοπτική νίκης- ο μεν ΣΥΡΙΖΑ γιατί περιμένει να του πέσει στο πιάτο η κυβέρνηση, σαν ώριμο φρούτο, το δε ΚΚΕ και οι απροσδόκητοι συνοδοιπόροι του γιατί περιμένουν να αποδομηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας ότι θα πέσουν στο δικό τους πιάτο κάποια θραύσματα του αντιπάλου τους. Στο μεταξύ, το λαϊκό κίνημα, αφού δοκίμασε 30 γενικές και πολλαπλάσιες κλαδικές απεργίες, Αγανακτισμένους, πορείες και εκλογές, φτάνει σε κάποια όρια και δυσκολεύεται να βρει το μοχλό για το επόμενο, αποφασιστικό άλμα.

Ο κίνδυνος είναι να περάσει οριστικά η πρωτοβουλία των κινήσεων στα χέρια του αντιπάλου και να υποστεί το ελληνικό εργατικό κίνημα μια ήττα όχι απλά στρατηγικών, αλλά ιστορκών διαστάσεων, που θα πάει την ελληνική κοινωνία δεκαετίες πίσω και για να αντιστραφεί θα χρειστεί να περάσουν όχι ένα ή δύο χρόνια, αλλά ένα ή δύο γενιές. Μπροστά στο μέγεθος των διακυβευμάτων, καταντά εντελώς σχιζοφρενική αυτή η ενδοαριστερή αλληλοεξόντωση, η πανσερμία της προσωπικής μωροφιλοδοξίας, ο εύκολος στιγματισμός της ειλικρινούς αγωνίας ως πολιτικής ιδιοτέλειας.





Ο πόλεμος δεν έχει κριθεί. Τίποτα πραγματικά καίριο δεν έχει χαθεί ακόμη. Το παράθυρο που μας άνοιξε αυτή η ιστορική κρίση δεν έχει κλείσει. Αλλά δεν θα είναι ανοιχτό επ' άπειρον. Το λαϊκό κίνημα δεν θα κάνει το αποφασιστικό άλμα μόνο του, ούτε πολύ περισσότερο όσο επαφίεται στις ντουφεκιές στον αέρα των όποιων Παναγόπουλων. Εκείνο που χρειάζεται, πιστεύουμε, είναι μια μεγάλη αγωνιστική πρωτοβουλία με την ευρύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και με πρωτοβουλία των δυνάμεων της Αριστεράς, που θα ανεβάσει κατακόρυφα την αυτοποποίθηση των λαϊκών δυνάμεων και θα τους προσφέρει ορατή προοπτική νίκης.

Σχηματικά, θα μιλάγαμε για έναν κοινωνικό και πολιτικό Ανένδοτο διαρκείας, με άμεσο στόχο την κατάργηση των μνημονίων και του χρέους και την ανατροπή της τρικομματικής κυβέρνησης. Μια γενική απεργία διαρκείας θα ήταν ο πιο ευθύς δρόμος, αλλά οι συνθήκες και η συνείδηση των μαζών δεν το επιτρέπουν ακόμη. Το πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία της σύνολης Αριστεράς: Με αφορμή την επισημοποίηση της μετατροπής της Ελλάδας σε μνημονιακό προτεκτοράτο, να θέσει θέμα συνταγματικής εκτροπής και εθνικής προδοσίας, να δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει πλέον τη νομιμότητα αυτής της κυβέρνησης και να εγκαινιάσει μια πανελλαδική, αλυσιδωτή κινητοποίηση με στόχο τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη εκλογών και τη δημιουργία μιας νέας, συντακτικής, λαϊκής Εθνοσυνέλευσης.



 Στο πλαίσιο αυτό, οι βουλευτές της Αριστεράς να απέχουν από κάθε ψηφοφορία στο κοινοβούλιο πέρα από τις συζητήσεις για πρόταση μομφής, όποτε επιλέξουν παρόμοια κίνηση. Το κυριότερο, να μεταφέρουν το κέντρο βάρους της πολιτικής δράσης στους δρόμους και τις πλατείες, αρχίζοντας από επαρχιακές πόλεις και γειτονιές και καταλήγοντας σε μια ειρηνική κατάληψη διαρκείας του κέντρου της Αθήνας, μέχρι να πέσει η κυβέρνηση. Συμβολικές καταλήψεις δημοσίων χώρων, εναλλακτικά μέσα μαζικής αντιπληροφόρησης, νεανικά δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, κλαδικές απεργίες και στο βαθμό που δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες γενική απεργία, θα συνοδεύουν και θα δώσουν άλλη διάσταση σε αυτό το μεγάλο αγώνα, που θα γράφει στη σημαία του:




Θέλουμε πίσω τη ζωή μας!
Θέλουμε πίσω τη χώρα μας!
Θέλουμε πίσω το μέλλον μας!





 Πηγή: Iskra