Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ -ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ - ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

του Ε. Balibar 
μετάφραση: Τάκης Καναβάρος

Το κείμενο που ακολουθεί, με τίτλο «Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό», είναι το σύνολο των εισηγήσεων του Ε. BALIBAR κατά τη διάρκεια ενός κύκλου 20 σεμιναρίων που πραγματοποιήθηκε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes en Sciences Sociales (έτος 1987-88). Το κείμενο αποτελείται από 13 κεφάλαια, τα οποία συγκεντρώνουν, με τη μορφή κάποιων θέσεων υποθέσεων, τις βασικές ιδέες γύρω από τις οποίες οργανώθηκε η συζήτηση κατά τη διάρκεια των σεμιναρίων. Με αυτή την έννοια, το κείμενο δεν αποτελεί συμπύκνωση θέσεων ή συστηματοποίηση ερευνών γύρω από τη σχέση ρατσισμού εθνικισμού, αλλά περιγράφει, με τη μορφή προτάσεων για συζήτηση, τις διαστάσεις αυτού του σημαντικού πολιτικού και ιδεολογικού ζητήματος.

1. Δομή και συγκυρία

Ο ρατσισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο του οποίου οι μορφές έκφρασης, οι φορείς, τα αντικείμενα (ή θύματα) και τα αποτελέσματα εξαρτώνται και καθορίζονται από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία.

Οι ποικίλες μορφές εμφάνισης και έκφρασης του ρατσισμού καθιστούν προβληματική τη χρησιμοποίηση μιας και μόνης κατηγορίας (ο ρατσισμός) για την περιγραφή αυτού του πολύπλοκου φαινομένου. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο ρατσισμός πρέπει να αποφύγουμε να τον θεωρήσουμε ως μια ουσία διϊστορική ή ως έκφραση μιας άλλης «κρυμμένης» ουσίας (καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, εθνικισμός). Αντίθετα, είναι προφανές ότι ο σύγχρονος ρατσισμός δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα επεισόδιο ή μια επιβίωση παλαιών μορφών, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο με ιστορικές ρίζες, το οποίο αναπτύσσεται συνεχώς.

Πρόκειται για ένα «ψυχολογικό» φαινόμενο; Όχι, αν το θεωρήσουμε ως προκατάληψη ή ως παραλήρημα. Ναι, αν το - αναλύσουμε ως ιδεολογική δομή η οποία συγκροτεί «υποκείμενα» και «συμπεριφορές» (ατομικές ή και συλλογικές, συνειδητές ή και ασυνείδητες).

Ο ρατσισμός (οι διάφορες μορφές του) είναι πάντοτε μια κοινωνική σχέση που σχηματίζει ένα σύστημα αναπαραστάσεων, θεσμών και κινημάτων.

Αυτό το σύστημα αρθρώνεται με το σύστημα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας, την πολιτική πάλη των τάξεων, τις μορφές του Κράτους - Έθνους, την αστική οικογένεια κ.τ.λ. Συνοπτικά: ο ρατσισμός, είναι μία κοινωνική σχέση η οποία σχηματίζει μία ιστορική ενότητα (αντιφατική) με άλλες κοινωνικές σχέσεις. Ο βασικός καθορισμός της σημερινής συγκυρίας είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «πέρασμα στην πράξη» δηλαδή μία τάση μετασχηματισμού του «θεσμικού» ρατσισμού (φυσιολογικά εγγεγραμμένου στις δομές του Σύγχρονου Κράτους) σε θεσμοποιημένο ρατσισμό (συγκρότηση ενός «ρατσιστικού» Κράτους μέσω ενός πολιτικού κινήματος ικανού να ηγεμονεύσει). Για να το πούμε με διαφορετικά λόγιας συλλογικοποίηση «ιδιωτικών» (ρατσιστικών) συμπεριφορών, αμοιβαία αναγνώριση μαζών θεσμών μέσω του ρατσισμού, σχηματισμός ενός διαταξικού consensus, «μετάφραση» των κοινωνικών προβλημάτων σε εθνικά προβλήματα. Στη σημερινή συγκυρία, παρατηρούμε την αποκρυστάλλωση των αποτελεσμάτων της κρίσης της μορφής Έθνος (που δεν αντιφάσκει με την γενίκευση αυτής της μορφής σε όλο τον πλανήτη) και του εργατικού κινήματος (που δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την επέκταση της προλεταριοποίησης ενώ παράλληλα αναδεικνύει τα στενά όρια του διεθνισμού). Στο έδαφος αυτής της διπλής κρίσης και των αποτελεσμάτων της γίνεται φανερό ότι μόνο η αποδιάρθρωση αυτού που θα ονομάζουμε «ρατσιστική» κοινότητα (communauté raciste) μπορεί να αποτελέσει διέξοδο από την σημερινή κρίση. Τα πολιτικά μέσα όμως για την αποδιάρθρωση της «ρατσιστικής» κοινότητας δεν έχουν ακόμη βρεθεί.


2. Οι μεταμορφώσεις της ρατσιστικής ιδεολογίας

Το ερώτημα που έχει τεθεί (στη Γαλλία και άλλες χώρες) είναι αν πρόκειται για ένα «νέο ρατσισμό», μη αναγώγιμο στους «επίσημους» ορισμούς που προτάθηκαν από την ιστορία, τη φιλοσοφία και την ανθρωπολογία μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου και κατά τη διάρκεια της εποχής της αποαποικιοποίησης. Πράγματι, από τη δεκαετία του 60, παρατηρείται μία διαδικασία αντικατάστασης της ρατσιστικής ιδεολογίας που συγκροτείται με βάση τη βιολογική διαφορά από εκείνη που τείνει να «θεσμοποιήσει» την πολιτισμική διαφορά ως πυρήνα του σύγχρονου ρατσισμού.

Αυτή η μετατόπιση, δεν μπορεί να εμφανίζεται με τις ίδιες μορφές σε όλες τις χώρες, γιατί η κυρίαρχη μορφή της εθνικιστικής ιδεολογίας δεν είναι παντού η ίδια. (Στη Γαλλία, η τάση για αφομοίωση των πολιτισμικών διαφορών ήταν ανέκαθεν ισχυρότερη από την ιδεολογία της «βιολογικής» διαφοράς των λαών).

Επί πλέον, η μετατόπιση αυτή ποικίλει ανάλογα με τα «αντικείμενα» του ρατσισμούς ο αντισημιτισμός (θεολογικής προέλευσης ιδεολογία) είναι, με αυτή την έννοια, το χαρακτηριστικό παράδειγμα του «ρατσισμού χωρίς ράτσα». Τέλος, οι μεταλλάξεις του λόγου του ρατσισμού (που είναι δείκτες μετασχηματισμών της ιδεολογικής του δομής) δεν πρέπει να συγκαλύπτουν την αναπαραγωγή ορισμένων κοινωνικών πρακτικών, όπως η απομόνωση πληθυσμών και η κυριαρχία επ' αυτών, που αποτελούν «δομικά» χαρακτηριστικά του ρατσισμού. Στο μέτρο που οι παραπάνω προϋποθέσεις ισχύουν, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι από τη δεκαετία του 60 υπάρχει μια μετατόπιση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Ακόμη και οι κοινωνιοβιολογικές θεωρίες τείνουν περισσότερο να θεσμοποιήσουν τις πολιτισμικές διαφορές ως πυρήνα της σύγχρονης ρατσιστικής ιδεολογίας, παρά να θεμελιώσουν τη διαίρεση της ανθρωπότητας με βάση μια ψευτοεπιστήμη των «φυλών». Κάτω από αυτό το πρίσμα ο «διαλογικός» ρατσισμός του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (κοινωνικός Δαρβινισμός) βρίσκεται σε υποχώρηση. Ο «βιολογικός» ρατσισμός είναι η έκφραση της ιδεολογίας των κληρονομικών διαφορών και του σωματικού «φαντάσματος» (εγγραφή ψυχοκοινωνιολογικών χαρακτηριστικών στο ανθρώπινο σώμα). Αντίθετα, ο «κουλτουραλιαμός» (culturalisme) (δηλ. η θεωρία των πολιτισμικών διαφορών) κατόρθωσε να συγκαλύψει επιφανειακά την ιδέα της ιεραρχίας, η οποία όμως παρουσιάζεται ως αναγκαία συνθήκη «ταξινόμησης» των διαφορετικών πολιτισμών (Bildung σε αντίθεση με την Kultur). Ο «επιστημονικός» ρατσισμός του 19ου αιώνα, ως εφαρμογή των «εξελικτιστικών» θεωριών (théories évolutionistes), βρίσκει τις ρίζες του στις πρώτες επεξεργασίες του «γενεαλογικού» σχήματος κατά την κλασική εποχή, (αυτές οι επεξεργασίες λαμβάνουν χώρα κατά την περίοδο της μετάβασης από τη «θεολογική» στη «φυσιοκρατική» ανθρωπολογία).

Ο σύγχρονος «νεορατσισμός» είναι ίσως ένα φαινόμενο μετάβασης προς το «μεταρατσισμό» (που είναι πάντα ένας ρατσισμός).

Το φαινόμενο αυτό αναπτύσσεται την εποχή της αποαποικιοποίησης και του αυξανόμενου ρόλου του σχολικού μηχανισμού στην αναπαραγωγή και νομιμοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, ο «νεορατσισμός» οφείλει να προσαρμοστεί στη διεθνοποίηση των επικοινωνιών και της κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης, και στο μετασχηματισμό των «συνόρων» σε όργανα κοινωνικής προφύλαξης (η τρομοκρατία, το AIDS). Οι νέες «φυλές», στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι, οι μετανάστες και οι «κοινωνικά αποκλεισμένοι». Σ' αυτές τις νέες κατηγορίες εφαρμόζονται πολιτικά και ανθρωπολογικά σχήματα αποκλεισμού τα οποία θεμελιώνονται στη βάση ενός τριπλού καθορισμού (ταξική καταγωγή, εθνική προέλευση, κοινωνική παθολογία).

Παράλληλα, μέσω αυτών των νέων κατηγοριών πραγματοποιείται αποτελεσματικά η καθημερινή ιδεολογική αναστροφή των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων. (Στη Γαλλία, οι περισσότεροι μετανάστες δεν είναι νομικά ξένοι, και κατά συνέπεια τα προβλήματα της μετανάστευσης είναι προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας, a forriori στη Μ. Βρετανία).

3. Το «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού

Η ιστορία του ρατσισμού σε κάθε χώρα πρέπει να αναλύεται με αναδρομικό τρόπο, ως ένας συνδυασμός πολλών ιδεολογικών σχηματισμών οι οποίοι αναδιοργανώνονται συνεχώς, με τρόπο ώστε να συγκροτούν το πεδίο μιας «μνήμης» που χρησιμεύει για την ερμηνεία του παρόντος με βάση ένα απωθημένο ή εξιδανικευμένο παρελθόν (δεν είναι λοιπόν η φυλή που αποτελεί τη βιολογική μνήμη του είδους, αλλά είναι ο ρατσισμός που συνιστά μια ιδεολογική μνήμη των σύγχρονων κοινωνιών). Η αναφορά στο «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού σημαίνει ότι ο σύγχρονος ρατσισμός παραπέμπει σε γεγονότα (και όχι μόνο σε δομές) και στα ασυνείδητα ή συνειδητά ίχνη που άφησαν αυτά τα γεγονότα (στο πεδίο μιας συλλογικής μνήμης). Πρόκειται αφ' ενός για τα ίχνη του αντισημιτισμού και της κατάληξης του στο ναζισμό και αφ' ετέρου για τα ίχνη της αποικιοκρατίας και της «ελλιπούς» αποαποικιοποίησης.

Ο αντισημιτισμός δεν έχει πλέον μόνο τη παραδοσιακή «αντικαπιταλιστική» του λειτουργία με την οποία συναρθρώνεται η εξιδανίκευση της «χριστιανικής» Ευρώπης.

Παράλληλα, συγκροτεί το μοντέλο μιας οριστικής λύσης του προβλήματος «μετανάστης».

Η νεοαποικιοκρατία επανενεργοποιεί, σε διεθνή κλίμακα, ένα ιδεολογικό σχηματισμό ο οποίος παρουσιάστηκε στη Γαλλία μετά την Επανάσταση και τις Η.Π.Α. μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Πρόκειται για τη «νομιμοποίηση» των ανισοτήτων πέρα από την «τυπική» νομική ισότητα.

Τα ίχνη του αντισημιτισμού και της νεοαποικιοκρατίας συγκροτούν την αναπαράσταση της Δύσης ως εστίας του παγκόσμιου Πολιτισμού η οποία απειλείται από την επιστροφή ή την επιβίωση της «βαρβαρότητας» (που μπορεί να πάρει τη μορφή του επιθετικού καπιταλισμού των Αράδων ή των Ιαπώνων όπως επίσης και τη μορφή της «δημογραφικής» έκρηξης των εξαθλιωμένων πληθυσμών του Νότου).

4. Ο «ταξικός» ρατσισμός

Η πάλη των τάξεων και η πάλη των «φυλών» είναι δύο ανταγωνιστικά σχήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας τα οποία συγκροτούνται όταν οι ιδεολογικές δομές της χριστιανικής φεουδαρχίας αντικαθίστανται από εκείνες του καπιταλισμού. Η αντικατάσταση των τάξεων από τις φυλές είναι συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέκταση και με την «εθνοποίηση» των κρατών. Αυτές οι δύο διαδικασίες συνεισφέρουν στην «εθνοποίηση» των σχέσεων κυριαρχίας. Οι πρώτες «φυλές» είναι οι τάξεις της περιόδου της μετάδοσης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Ήδη όμως, με την εμφάνιση της ισπανικής ιδεολογίας (idéologie espagnole) της «καθαρότητας» του αίματος, οι γενεαλογικοί, πολιτικοί και θεολογικοί καθορισμοί αυτής της ιδεολογίας είχαν ενσωματωθεί στο «εθνικιστικό» σύστημα αναπαραστάσεων και θεσμών.

Η «εθνοποίηση» του «ταξικού» ρατσισμού αναπαράγεται στη σύγχρονη εποχή έχοντας ως αντικείμενο (και στόχο) το προλεταριάτο. Στις αρχές του 19ου αιώνα συγκροτείται στην Ευρώπη μία κοινωνική ανθρωπολογία η οποία κατασκευάζει την έννοια «φυλή των εργατών» (race des ouvriers), θεμελιώνοντας παράλληλα μία σχέση αντιστοιχίας ανάμεσα στην οικονομική αθλιότητα, το βιολογικό εκφυλισμό και την τάση για εγκληματικότητα.

Αυτός ο ιδεολογικός σχηματισμός (ο οποίος «θεωρητικοποιήθηκε» από την Ιατρική, την Ψυχολογία και τη Στατιστική) παραπέμπει σε τρεις ιστορικές διαδικασίες.

α) Την πολιτική Δημοκρατία, δηλ. την πάλη των τάξεων για ισότητα, μετά τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. (Οι εργαζόμενες τάξεις είναι «επικίνδυνες» τάξεις σύμφωνα με τον L. Chevalier).

β) Την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως του «ίδιου» χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών. Αυτό πραγματοποιείται όχι μόνο με τη μορφή που υπήρχε στην αρχαιότητα (το σώμα του υπηρέτη και το πνεύμα του κυρίου) αλλά κυρίως με τη σύγχρονη μορφή που παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας (Taylor)ς Οι άνθρωποι σώματα (ή υποάνθρωποι) και οι υπεράνθρωποι της κυρίαρχης τάξης, που είναι (hommes sans corps) άνθρωποι «χωρίς σώμα» και ταυτόχρονα προικισμένοι με ένα «υπερσώμα» (σεξουαλικό και αθλητικό). γ)Την ανάπτυξη της ανθρωπονομίας (σύμφωνα με την έκφραση του D. Bertaux)ς Δημογραφικές τεχνικές και θεσμοί οικογενειακής και χωροταξικής σχεδιοποίησης συνδεδεμένοι με τις αντιφατικές αναγκαιότητες του καπιταλισμού. (Διατηρώντας ένα υπερπληθυσμό και «σταθεροποιώντας» την εργασιακή δύναμη μέσω της θεσμοποίησης μιας «κοινωνικής κληρονομικότητας» της εργατικής τάξης).

Οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών κατά τον 19ο και 20ο αιώνα (μετανάστευση και μετακινήσεις στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών) και η αποικιοκρατική επέκταση, θεσμοποιώντας στο εσωτερικό των εθνικών χώρων τα σύνορα μεταξύ των «αυθεντικά εθνικών» εργαζόμενων και των «ιθαγενών», επέτρεψαν τη μετατόπιση των «φυλετικών χαρακτηριστικών».

Αφ' ενός, η εργατική τάξη «εθνοποιήθηκε» και μετασχηματίστηκε σε ενεργό παράγοντα της πολιτικής μέσω του θεσμού της καθολικής ψηφοφορίας και του Κράτους Πρόνοιας. Αφ' ετέρου, ο μετανάστης και ο «ιθαγενής» εργαζόμενος στις αποικίες συγκροτούν τη νέα «φυλή των εργατών». Με αυτόν τον τρόπο μεγιστοποιείται η ταύτιση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και την ταξική προέλευση.

Αυτή η μετατόπιση παίζει αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός σχίσματος στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, αλλά δεν ακυρώνει τον «ταξικό» ρατσισμό (και κυρίως την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών). Ο «ταξικός» ρατσισμός ως φαινόμενο, επιτρέπει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η ίδια η εργατική τάξη αυτοπαρουσιάζεται ως «φυλή» (απαντώντας στο «ταξικό» ρατσισμό) αποδίδοντας μια γενεαλογική συνιστώσα στην ταξική της προέλευση και εξιδανικεύοντας τη χειρωνακτική εργασία, η οποία εμφανίζεται ως «αρρενωπή» εργασία. Παράλληλα, αυτό το υποσύνολο της εργατικής ιδεολογίας, συνεισφέρει στην παρουσίαση των «κεκτημένων δικαιωμάτων» της εργατικής τάξης ως «προνομίων» και συμπίπτει συχνά με τον αντισημιτισμό και την ξενοφοβία.

5. Ρατσισμός και γνώση

Είναι απαραίτητο να αναλύουμε το ρατσισμό όχι ως αυθαίρετο παραλήρημα ή" ως προκατάληψη που συντηρείται από την άγνοια, αλλά με θετικό τρόπο, ως σκέψη ικανή να παράγει έννοιες συνδεδεμένες με το πραγματικό.

Για αυτό το λόγο ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να συνιστά μια παιδαγωγική στηριγμένη στην «επιστημονική αλήθεια» ούτε μια πολιτική διαπαιδαγώγηση των «κοινωνικών βάσεων» του ρατσισμού. Πρόκειται, και αυτό είναι ακόμη δυσκολότερο, για μια διαδικασία αλλαγής ενός τρόπου σκέψης, συνθήκη αναγκαία για τη διάλυση της «ρατσιστικής» κοινότητας.

Η «ρατσιστική» κοινότητα σχηματίζεται γύρω από το ρατσισμό στο μέτρο που αυτός συγκροτεί ένα πεδίο «γνώσης». Η σημασία του όρου «γνώση» είναι σ' αυτό το σημείο διπλής αφ' ενός αντιστοιχεί σε μια επιθυμία γνώσης και αφ' ετέρου θεσμοθετεί μια αμοιβαιότητα (αμοιβαία αναγνώριση) μεταξύ μιας «αυθόρμητης» αντίληψης της κοινωνίας και μιας θεωρητικοποίησης της ιστορίας του ρατσισμού.

Τα αντικείμενα αυτής της «γνώσης» είναι απατηλά (πρόκειται για εικόνες του εγώ και του άλλου θεμελιωμένες πάνω σε μια γενίκευση μερικών σταθερών χαρακτηριστικών).

Η ίδια όμως η «γνώση» δεν είναι απατηλή και αναφέρεται σε τρεις, στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες.

α) Προσπάθεια θεωρητικής ταξινόμησης των «κοινωνικών ειδών», β) Ορισμός θέσεων που ένα υποκείμενο μπορεί να καταλάβει στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων (αλλά και των σεξουαλικών σχέσεων), γ) Επεξεργασία ενός συστήματος εξηγήσεων, (το οποίο αναζητά αιτίες) για το προσωπικό και συλλογικό πεπρωμένο.

Οι κατηγορίες αυτής της «γνώσης» είναι πριν απ' όλα προορισμένες: α) Να ενεργοποιήσουν το πέρασμα από ένα αόρατο σ' ένα ορατό (να αποκαλυφθεί η ένταξη σε μία κοινότητα). β) Να καταστήσουν ορατή και σύγχρονη την Προέλευση (αποκαλύπτοντας το μυστικό της διαίρεσης της ανθρωπότητας) και γ) Να δοθεί νόημα στην πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού (μέσω αυτής της νοηματοδότησης γίνεται εφικτή η μετάθεση του πεδίου της πάλης των τάξεων στο πεδίο της πάλης των φυλών). Παράλληλα πολλές «επιστημονικές» περιοχές (κοινωνιοβιολογία, κοινωνική ψυχολογία κ.ο.κ.) καλούνται να νομιμοποιήσουν την εγκυρότητα των κατηγοριών αυτής της «γνώσης». Βασική λειτουργία του ρατσισμού ως γνώση είναι η «αισθητική» αναπαράσταση της πολιτικής ή με άλλα λόγια, η παρουσίαση της πολιτικής ως «αισθητικής». Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός χοίρου άμεσης αναπαράστασης για αυτό το οποίο δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ή να κατανοηθεί (π.χ. αναζήτηση αιτιών της βίας των υποκειμένων ή των μαζών).

6. Ρατσισμός και οικουμενισμός

Πρόκειται για ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό και πολιτικό πρόβλημα. Ο ρατσισμός δεν είναι εν γένει το άλλο του οικουμενισμού, αλλά, παραδόξως, αντιπροσωπεύει μια μορφή του οικουμενισμού, και κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το άλλο του σύγχρονου ανθρωπισμού, στο μέτρο που αυτός γίνεται κατανοητός ως ιδεολογία του «ανθρώπινου είδους». (Αυτή η θεώρηση του ρατσισμού δεν αμβλύνει ούτε κατ' ελάχιστο την αντίθεση μεταξύ ρατσισμού και «πρακτικού» ανθρωπισμού νοούμενου ως ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων). Η αναφορά του ρατσισμού στο ανθρώπινο είδος εγγράφεται στο μοντέλο της θεωρητικής του οργάνωσης που έχει ως βάση οικουμενικά ανθρωπολογικά σύμβολα τα οποία επιτρέπουν την εξιδανίκευση ενός ανώτερου πνευματικά, ηθικά και αισθητικά, ανθρώπινου τύπου. Ακόμα και όταν αυτός ο τύπος ενσαρκώνεται, προνομιακά σε μια ιστορικά καθορισμένη συλλογικότητα (πριν απ' όλα μια εθνική συλλογικότητα, ή ένα λαό) υπάρχει πάντα κάτι ιδανικό που δεν ανάγεται στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Αυτό το μοντέλο μπορεί να είναι βιολογικό (σωματικό) ή πνευματικό ή πολιτιστικός σε πρακτικό επίπεδο, αυτό το μοντέλο είναι ταυτόχρονα σωματικό και πνευματικό (στην ιστορία της Δυτικής ιδεολογίας).

Η οικουμενικότητα του ρατσισμού εκφράστηκε με τη μορφή ενός Ανώτερου Δυτικού πολιτισμού, (κέντρο του κόσμου) που αντιστοιχεί στην κυρίαρχη θέση των ευρωπαϊκών και Βορειοαμερικανικών εθνών. Αλλά, κατά μια έννοια, είναι μόνο σήμερα, την εποχή του σχίσματος της ανθρωπότητας στο εσωτερικό ενός μοναδικού παγκόσμιου χώρου επικοινωνιών και πολιτικής πάλης, που η οικουμενικότητα του ρατσισμού, ως σύνολο πρακτικών, γίνεται παγκόσμια πραγματικότητα (της οποίας το τίμημα είναι να καθοριστεί ποιος πολιτισμός θα είναι κυρίαρχος και πώς αυτός θα συναρθρωθεί με το ζήτημα της εθνότητας και του εθνικισμού).

Η κατηγορία που μεταφράζει ακριβέστερα αυτή την αμφισημία είναι εκείνη των μαζών. Οι μάζες είναι to αντικείμενο του θεσμικού ρατσισμού την ίδια στιγμή που οι θεσμοί του σύγχρονου κράτους αποδίδουν στις μάζες ένα «φυσικό» ρατσισμό. Η «ψυχολογία του όχλου» παρουσιάζεται ως μία περιοχή «γνώσης» που αφ' ενός συγκροτείται για να μελετήσει τη βία (παθολογική και ανορθολογική) των μαζών και αφ' ετέρου συγκροτεί θεωρητικά τις κατηγορίες και τα μοντέλα ανάλυσης που επιτρέπουν την εγγραφή των υποκειμένων στα σχήματα της «ρατσιστικής» αναπαράστασης της κοινωνίας.

7. Ρατσισμός, βία και μάζες


Προτείναμε παραπάνω τη θέση ότι ο ρατσισμός πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνική σχέση. Από την άλλη πλευρά είπαμε ότι ο ρατσισμός είναι μια γνώση που αντιστοιχεί σε μια επιθυμία και σε μια γνωστική δραστηριότητα. Τέλος, εγγράψαμε τον οικουμενισμό στο εσωτερικό της λειτουργίας της ρατσιστικής ιδεολογίας, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί η περιγραφή μιας κοινωνικής ομάδας ως φυλής (racisation) είναι ταυτόχρονα και πάντα αποκλεισμός και ενσωμάτωση (π.χ. οι Εδραίοι, οι μαύροι Αμερικανοί, οι μετανάστες). Αυτή η αντίληψη επιτρέπει να διακρίνουμε το ρατσισμό από το μίσος του «ξένου», την επιθυμία εξανδραποδισμού ή υποταγής του «εξωτερικού» εχθρού (αν και οι δύο αυτές μορφές μπορούν να μετασχηματίζονται η μία στην άλλη στο μέτρο, που τα εθνικά σύνορα μετατίθενται).

8. Ρατσισμός και σεξισμός

Ο ρατσισμός και ο σεξισμός συνιστούν ένα ενιαίο σύστημα στο μέτρο που όλα τα «φυλετικά» σημάδια (ανεξάρτητα από το αν αντιστοιχούν σε σωματικά ή ψυχολογικά φαντάσματα) αποτελούν άμεσες ή έμμεσες μεταφορές της διαφοράς των δύο φύλων.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να αποφύγουμε, δύο συμμετρικά λάθη:

α) Να κατανοηθούν ο ρατσισμός και ο σεξισμός ως δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις τοποθετημένες μέσα στο ενιαίο αφηρημένο σχήμα της κυριαρχίας πάνω στον Άλλο ή της ελαχιστοποίησης του Άλλου (όπου ο όρος αναφοράς θα ήταν το κυρίαρχο σχήμα άνδρας λευκός).

β) Να απομονωθούν ως διακριτές (ιδιαίτερες) ενότητες και να αποδοθεί ο ρατσισμός στο σύστημα καταμερισμού της εργασίας και ο σεξισμός στην «οικονομική» λειτουργία των «νοικοκυριών» (Wallerstein).

Το ότι ο ρατσισμός και ο σεξισμός σχηματίζουν ένα μόνο σύστημα χωρίς όμως να συγχέονται οφείλεται στο γεγονός ότι οι κοινωνικές σχέσεις υπερκαθορίζουν τη βασική κοινωνική δομή που προσιδιάζει στις σχέσεις ρατσισμού σεξισμού, τη σύγχρονη οικογένεια. Με αυτή την έννοια η πάλη των φύλων δεν πρέπει να αναλύεται μόνο ως μετάθεση των ταξικών σχέσεων αλλά και ως μετάθεση της σχέσης μεταξύ των 2 φύλων (τοποθετώντας αυτή τη σχέση στο πεδίο μιας φαντασιακής γενεαλογίας, όπου αναπαράγεται» η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα).

9. Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού

Αν δεχτούμε ότι ο ρατσισμός αναπτύσσεται ιστορικά στο πεδίο του εθνικισμού (δηλαδή ότι ο εθνικισμός είναι μία αναγκαία συνθήκη για την ανάδυση του ρατσισμού ως κοινωνική σχέση αποκλεισμού ενσωμάτωσης (exclusion inclusion) οφείλουμε επίσης να δεχτούμε ότι ο εθνικισμός δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς το ρατσισμό, (αν και η πλειονότητα των ιστορικών του εθνικισμού απομονώνουν τα δύο φαινόμενα, ή διαιρούν τη διφορούμενη έννοια του εθνικισμού για να εισάγουν την «φυσική» διαφορά μεταξύ «καλού» και «κακού» εθνικισμού). Αλλά, αν είναι αλήθεια ότι όλοι οι εθνικισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι στη συγκυρία, αυτή η αμφισημία ανήκει στην ιστορία του καθενός απ' αυτούς, και βρίσκεται στα γεγονότα, πριν ακόμα εκφραστεί με λέξεις.

Αυτή η αμφισημία μπορεί να αναφερθεί στη γενική μορφή ενός κύκλου ιστορικής αμοιβαιότητας, η οποία αποτελεί τη χρονική μορφή κάτω από την οποία εκδηλώνεται η προοδευτική κυριαρχία του Κράτους - Έθνους πάνω στις άλλες μορφές κοινωνικών σχηματισμών. Μέσα σ' αυτόν τον κύκλο, ο ρατσισμός παράγεται αδιάκοπα από τον εθνικισμό, ταυτόχρονα προς τα «μέσα» (εθνικές ή «εθνοποιημένες» μειονότητες») και προς τα «έξω» (όπως το δείχνει η ιστορία των ιμπεριαλισμών).

Και ο εθνικισμός παράγεται αδιάκοπα από το ρατσισμό, με την έννοια ότι τα αυτονομιστικά ή απελευθερωτικά κινήματα δεν θα έπαιρναν τη μορφή εθνικιστικών κινημάτων αν η κυριαρχία δεν ήταν οργανωμένη και ως φυλετική καταπίεση (τα παραδείγματα του σιωνισμού και των πολέμων για εθνική απελευθέρωση). Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού είναι λοιπόν μία διαδικασία που συναρθρώνει ταυτόχρονα τον «εσωτερικό» και «εξωτερικό» ρατσισμό. Και οι δύο παραπέμπουν στην ιστορική αδυναμία να ολοκληρωθεί η σύσταση της εθνικής ενότητας, είτε με τη μορφή της εξωτερικής κατάκτησης (ιμπεριαλισμός) είτε με τη μορφή της πατριωτικής απελευθέρωσης (εσωτερικής).


10. Το συμπλήρωμα του ρατσισμού

Μέσα στο χρονικά προσδιορισμένο σχηματισμό του κύκλου εθνικισμός - ρατσισμός - εθνικισμός (ή αντίστροφα, μια και ο κύκλος δεν έχει τέλος σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή) η εσωτερική διαίρεση του εθνικισμού επιλύεται παίρνοντας τη μορφή μιας αντιφατικής ενότητας.

Ορισμένες όμως συγκυρίες οδηγούν αυτή την αντιφατική ενότητα του εθνικισμού σε ακραίες μορφές. Αυτή είναι η περίπτωση τον ναζισμού, για τον οποίο οι ιστορικοί συζητούν αδιάκοπα με σκοπό να προσδιορίσουν το αν πρόκειται για μια απόλυτη πραγματοποίηση του εθνικισμού ή για το αντίθετο του (δηλαδή την καταστροφή του εθνικισμού από το ρατσισμό, μέσω του οποίου εξηγείται ο ανορθολογισμός της ναζιστικής ιδεολογίας και πρακτικής). Αλλά αυτό που δείχνει ο ναζισμός με στροφή» του εθνικισμού (ή του πατριωτισμού), είτε την «αλήθεια» του. Αυτή η αντίληψη οφείλει επίσης να ανοίξει το πεδίο ανάλυσης των δύο μορφών, από πρώτη άποψη αντιφατικών, κάτω από τις οποίες η ρατσιστική ιδεολογία και οι θεωρητικές παραλλαγές της συναρθρώνονται με τον ορισμό της εθνικής ταυτότητας, α) Είτε με τη μορφή ενός υπερεθνικισμού, δηλαδή ως συμπλήρωμα μιας ιδιαιτερότητας, μιας γενεαλογικής ή πολιτισμικής καθαρότητας, το οποίο θα επέτρεπε να ορισθεί αυθεντικά το «καθαρά εθνικό», β) είτε ως οικουμενικός εθνικισμός ως συμπλήρωμα μιας οικουμενικότητας, η οποία εγγράφει την ιστορική εθνική ταυτότητα στον ορίζοντα μιας ιδανικής κοινότητας, δυνητικά αντιπροσωπευτικής της ανθρωπότητας ή προορισμένης να σώσει την ανθρωπότητα (παραδείγματα: η Δύση, ο λευκός άνθρωπος).

Μόνο ως οικουμενικός εθνικισμός η ιδεολογία της πάλης των φυλών κατόρθωσε να αναμετρηθεί με εκείνη της πάλης των τάξεων, και μόνο ως υπερεθνικισμός κατόρθωσε να θεσμοποιήσει την καταπίεση του εσωτερικού εχθρού. Η αντίθεση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο μορφές είναι ιδιαίτερα οξυμένη στη σημερινή περίοδο κρίσης της μορφής Κράτους - Έθνους, η οποία τείνει να συγκροτήσει υπερεθνικές πολιτικές ενότητες ή να διεθνοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις και να μεταβάλλει τα έθνη, νοούμενα ως «επιχειρήσεις», σε μονάδες οικονομικού ανταγωνισμού.

11. Η ιστορία της μορφής έθνος

Για την αποδιάρθρωση τον μύθου «Έθνος» (ο οποίος συγκροτείται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τις ιδιαίτερες μορφές του Κράτους Έθνους, και τείνει να παρουσιάσει αναδρομικά την ενότητα του ως αείμνηστο πρόταγμα ή ως πεπρωμένο, αναφερόμενος σε θεμελιωτικά θεσμικά «γεγονότα» ή συμβάντα) απαιτείται η σύσταση μιας ιστορίας της ενδεχομενικότητας (contingence) της μορφής Έθνος, η οποία να δείχνει με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες επιβλήθηκε αυτή η μορφή σε παγκόσμιο επίπεδο, θα αναφέρουμε 3 καθοριστικά ζητήματα σε σχέση με την «εθνοποίηση των κοινωνικών σχηματισμών»,

α) Τον πόλεμο

β) Τον οικονομικό έλεγχο των πληθυσμών, ως συλλογικής εργασιακής δύναμης η οποία είναι διαθέσιμη για καθορισμένες μορφές εκμετάλλευσης

γ)Την αποικιοκρατία ως βασική μορφή επέκτασης του «κέντρου» προς την «περιφέρεια» κατά τη διάρκεια των περιόδων της ανάδυσης, της σταθεροποίησης και της κρίσης της μορφής Έθνος. Οι πολιτικές «ηγεμονίες» που θεσμοποίησαν το Κράτος - Έθνος συγκροτήθηκαν, ως αντίπαλοι συνασπισμοί, σε αναφορά με τα τρία παραπάνω ζητήματα, δηλαδή πάντα σε σχέση και μέσω των μηχανισμών του Κράτους. Η περιοδολόγηση των ιστορικών μορφών μέσω των οποίων εμφανίστηκαν οι διαφορετικοί «εθνικοί» κοινωνικοί σχηματισμοί αναδεικνύει τρία σημαντικά ζητήματα, α) Το προεθνικό κράτος Σημαντικοί θεσμοί όπως η μεγάλη ιδιοκτησία γης (γαιοκτησία), η συγκεντροποίηση του Δικαίου και η σύσταση της εθνικής γλώσσας είναι στην πραγματικότητα προγενέστεροι της μορφής Κράτος - Έθνος και ενσωματώνονται αργότερα στις λειτουργίες του. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε την ύπαρξη στοιχείων ιστορικής συνέχειας μεταξύ του προεθνικού και του «εθνικού» κράτους που θεμελιώθηκε από την αστική επανάσταση, β) Το ιστορικό σημείο μη αναστρεψιμότητας.

Δεν μπορούμε να «παράγουμε» τη μορφή Έθνος από τις σχέσεις παραγωγής, αλλά μπορούμε να περιγράψουμε τη διαδικασία που κατέστησε τη μορφή Κράτος Έθνος μη αναστρέψιμη στο πεδίο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Πρόκειται για την περιγραφή του ιστορικού πεδίου πάλης των διαφόρων αστικών τάξεων (βιομηχανική, εμπορική, χρηματιστική) που συνδέονται με ανταγωνιστικές πολιτικές πρακτικές στην αρχική φάση του καπιταλισμού (οι «αυτοκρατορίες», τα «έθνη»). Τελικά, ο κοινωνικό πολιτικός συνασπισμός που συνδέθηκε με τη μορφή Έθνος επέβαλε τη κυριαρχία του γιατί επέτρεπε ταυτόχρονα την οργάνωση της πάλης για παγκοσμία κυριαρχία και την ηγεμονία επί των αγροτικών πληθυσμών που ευρίσκοντο σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, γ) Η καθυστερημένη εθνοποίηση. Ο σχηματισμός ενός Εθνικού Κράτους δεν σημαίνει αυτόματα ότι συγκροτείται μία ιδεολογική ενότητα που θα επέτρεπε την αφομοίωση ή τη σχετικοποίηση άλλων «συλλογικών» ταυτοτήτων και θα υπέτασσε τις κοινωνικές συγκρούσεις στη λογική της αναπαραγωγής του. (Στη Γαλλία, αυτή η ενότητα συγκροτήθηκε ένα αιώνα μετά την Επανάσταση). Είναι το Εθνικό και Κοινωνικό Κράτος (κράτος πρόνοιας), προϊόν της θεσμοποίησης της πάλης των τάξεων στο τέλος του 19ου αιώνα, αυτό που επιτρέπει την ταύτιση του status του «πολίτη» με εκείνο του «μέλους της εθνικής κοινότητας». Αυτή όμως η ενότητα είναι αντιφατική και δεν παρουσιάζεται ως μη αναστρέψιμη παρά μόνο στο μέτρο που συνεχώς ανασυγκροτείται και αναδιαρθρώνεται εναντίον των τάσεων αποσυγκρότησης που παράγει η πολιτική και οικονομική ταξική πάλη.

12. Η πλασματική εθνότητα (L' ethnicité fictive)

Η σύσταση της εθνικής «ατομικότητας» είναι συνώνυμη με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διαδικασία «παραγωγής» τον «λαού». Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει το σχηματισμό ενός ιδανικού Έθνους (του οποίου το όνομα εγκαλεί το σεβασμό και απαιτεί τη θυσία), και προϋποθέτει μία άλλη, πρωτογενή διαδικασία, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σύσταση της πλασματικής εθνότητας.

Κανένα Εθνικό Κράτος δεν έχει εξ αρχής μία εθνική βάση. Αντίθετα, όλα τα Εθνικά Κράτη οφείλουν να συγκροτήσουν τη φαντασίωση μιας «φυσικής» κοινότητας, που θα εξασφαλίζει τη συνοχή των Εθνικών Κρατών και θα επιτρέπει την αλληλοαναγνώριση των μελών της κοινότητας.

Η πλασματική εθνότητα συγκροτείται μέσα από δύο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες. Κατ' αρχή απαιτείται η συγκρότηση μιας γλωσσικής κοινότητας. Αυτό που έχει σημασία σ' αυτή τη διαδικασία δεν είναι η ενότητα ή η καθαρότητα της εθνικής γλώσσας αλλά η ικανότητα της να λειτουργεί ως γλώσσα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, των καθημερινών σχέσεων και των επίσημων θεσμών. Με αυτή την έννοια οι γλωσσικές πρακτικές ενοποιούν τη «γλωσσική» κοινότητα η οποία συγκροτεί «επικοινωνιακές» πρακτικές παράγοντας ταυτόχρονα την «αγάπη» για τη γλώσσα (η «μητρική» γλώσσα) και την αφομοίωση των πληθυσμών (μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών). Εν τούτοις, η «γλωσσική» κοινότητα είναι ανεπαρκής για τη συγκρότηση της «πλασματικής» εθνότητας. Απαιτείται επιπλέον η σύσταση μιας «φυλετικής» κοινότητας, (με την ευρεία σημασία του όρου, δηλαδή με την έννοια μιας συγγένειας διευρυμένης στον εθνικό πληθυσμό). Η φυλετική κοινότητα ενοποιείται στη βάση της ιδεολογίας της ενδογαμίας. Ο μηχανισμός που παίζει εδώ αποφασιστικό ρόλο (με τον ίδιο τρόπο που ο σχολικός μηχανισμός συνεισφέρει στη συγκρότηση της γλωσσικής κοινότητας) είναι η σύγχρονη οικογένεια (αποτέλεσμα της διάλυσης παραδοσιακών μορφών όπως η «γενεά» και το «σόι»). Η σύγχρονη οικογένεια «παράγει» την ιδιωτική ζωή και αποτελεί ταυτόχρονα το βασικό κύτταρο του Κράτους (που προστατεύεται και ελέγχεται όντας ενσωματωμένο στους μηχανισμούς της εκπαίδευσης, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας).

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινότητες που θεμελιώνονται στη βάση διαφορετικών συστημάτων διευρυμένης συγγένειας, η (εθνική) φυλετική κοινότητα, που θεμελιώνεται στις βάσεις της σύγχρονης αστικής οικογένειας, δεν είναι μια κοινότητα ανιούσας συγγενείας (ascendance) αλλά μια κοινότητα κατιούσας συγγένειας (descendance) (εξασφαλίζει τη συνέχεια και την αυθεντικότητα των παιδιών της πατρίδας).

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν οι διαδικασίες συγκρότησης γλωσσικών και φυλετικών κοινοτήτων μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα οι μεν από τις δες Φαίνεται ότι αυτό δεν είναι δυνατό. (Η στενή συσχέτιση των δύο διαδικασιών εκφράζεται μέσω της παρουσίασης των γλωσσικών διαφορών ως φυλετικών διαφορών ή για να το πούμε με διαφορετικό τρόπο, μέσω μιας μετάθεσης, όπου οι «φυλές» (les races) εμφανίζονται ως πολιτισμικές ομάδες με διαφορετική γλώσσα).

13. Ρατσισμός και πολιτική αλλοτρίωση

Ο L. Dumont έθεσε το ερώτημα: ποια σχέση έχει ο ρατσισμός με την ιδεολογία της «ισότητας», που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών; Αυτό το ερώτημα τροποποιείται στο μέτρο που η ιδεολογία της ισότητας αφ' ενός δεν είναι η μοναδική μορφή του οικουμενισμού (υπάρχει και ο ιεραρχικός οικουμενισμός) και αφ' ετέρου εγγράφεται στην ιστορία των εθνικών σχηματισμών, όπου το κράτος ορίζει την έννοια του πολίτη εκτός του πεδίου των πραγματικών οικονομικών και πολιτικών ανισοτήτων. Στη Γαλλία και την Αγγλία ο «ταξικός» ρατσισμός συνδέεται στενά με το ιστορικά διαμορφωμένο ρήγμα ανάμεσα στη τυπική έννοια τον πολίτη και στην νομιμοποίηση θεσμοποίηση της πολιτικής εκπροσώπησης της οργανωμένης εργατικής τάξης. Στις Η.Π.Α., η θεσμοποίηση των πρακτικών αποκλεισμού και η ανάπτυξη του «βιολογικού» ρατσισμού έπονται του πολέμου της Ανεξαρτησίας... Στη σημερινή συγκυρία, οι παλιές αποικίες έχουν μετασχηματισθεί σε ανεξάρτητα κράτη και κατά συνέπεια οι άλλοτε «ιθαγενείς» μετατρέπονται σε πολίτες του κόσμου (citoyens du monde). Είδαμε παραπάνω ότι αυτή η κατάσταση συμπίπτει με την ανάπτυξη του «πολιτισμικού» (ή κουλτουραλιστικού) ρατσισμού.

Ο ρατσισμός εμφανίζεται ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναπαραγωγής της πολιτικής «αλλοτρίωσης» στις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται α) μέσω της αναπαράστασης της ιστορίας των κοινωνιών ως πεπρωμένου. β) μέσω της «αισθητικής» απεικόνισης των κοινωνικών σχέσεων, γ) μέσω της σύστασης της ιρρασιοναλιστικής κατηγορίας «μάζες». δ) μέσω της έξαρσης του εθνικισμού.

Στο πεδίο των αποτελεσμάτων αυτής της διαδικασίας μπορούμε να εγγράψουμε τη σταθερή υποβάθμιση (regression) της έννοιας του πολίτη, (ως δυνατότητας άσκησης «συλλογικού» ελέγχου των κρατικών θεσμών από τα υποκείμενα) η οποία μετατρέπεται σε ένα status ή σύστημα «προνομίων». Στο πεδίο των συνθηκών οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την αμφισημία των σχέσεων που εγκαθιδρύονται μεταξύ των αναπαραστάσεων της φυλής και της τάξης. Πρόκειται για μια διαδικασία αντικατάστασης της έννοιας πάλη των τάξεων από την έννοια πάλη των φυλών (υπάρχουν πάντα «φυλετικές» έννοιες για την αναπαράσταση των τάξεων, κυρίαρχων και κυριαρχούμενων).

Παράλληλα και ταυτόχρονα παρατηρείται μια διάχυση της έννοιας φυλή η οποία γίνεται διαταξική και καλείται να εκφράσει τη «συγγένεια» των μελών της φυλής στο φαντασιακό επίπεδο. Επιπλέον η έννοια φυλή συγκροτεί το πεδίο όπου ταυτόχρονα «εθνοποιείται» και «διεθνοποιείται» η πάλη των τάξεων (ο εσωτερικός εχθρός, η περικύκλωση από τους «βαρβάρους»).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου