Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου Μια κοινοτιστική ουτοπία

Στο έργο του Θανάση Παπακωνσταντίνου τόσο οι αμιγώς μουσικολογικές όσο και οι στιχουργικές επιλογές συστρατεύονται για τη δημιουργία ενός συνεκτικού νοηματικού σύμπαντος. Η μόχλευση της παραδοσιακής μουσικής, του δημοτικού τραγουδιού, συνεπικουρούμενη από τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών οργάνων ανατολίτικης, μεσογειακής, ακόμα και αφρικανικής προέλευσης και από μια γλώσσα διανθισμένη με τις ντοπιολαλιές της ελληνικής επαρχίας και ρίζες στην οθωμανική εποχή αρθρώνουν μάλιστα μια συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση.
Ο Παπακωνσταντίνου εμφορείται πρώτα απ’ όλα από μια πηγαία αποστροφή προς τη ζωή στην πόλη, τη «σαβούρα των Αθηνών»,1 όπως λέει κι ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχει επιλέξει να ζει τα τελευταία χρόνια σαν αναχωρητής κοντά στη γενέτειρά του, στις παρυφές του Ολύμπου. Εκεί φαίνεται να αναζητά την απολεσθείσα αγνότητα, εμπνεόμενος από τις εικόνες της φύσης, τα πουλιά, τ’ άστρα, τα ζαρκάδια, τις πηγές και τ’ απάτητα βουνά. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν να ’ναι για τον Θανάση εικόνες στρατευμένες σε μια κεντρική αντίθεση που διαπερνά την ψυχοσύνθεση και το έργο του. Πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ της αλλοτριωμένης πόλης, του βάρβαρου πολιτισμένου κόσμου και της απροσποίητης ζωής μέσα στη φύση. Αυτή εδώ φαίνεται να ’ναι και η πηγή της Αγίας Νοσταλγίας, όπως θα ονομάσει τον πρώτο δίσκο του, οριοθετώντας προδρομικά μια πορεία που χαρακτηρίζεται από την επίμονη αναζήτηση της χαμένης αθωότητας.
Η γενικόλογη όμως αναβίωση αυτής της παλιάς ρουσοϊκής ιδέας, πως ο άνθρωπος είναι καλός και αγνός όσο ζει στην αγκαλιά της φύσης πριν την καταστροφική επίδραση των θεσμών που επιφέρουν την αλλοτρίωσή του, αποτελεί ιδέα κοινή, σχεδόν κλισέ, τόσο για την πολιτισμική κριτική που άσκησαν τα κινήματα των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όσο και για τη θολή, ανεξέταστη αναρχική κοσμοθεωρία από την οποία ο Παπακωνσταντίνου εμπνέεται. Ο ίδιος προχωράει όμως, σαν να μην μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, και παρακάτω. Βρίσκει αποκούμπι και συνδέεται τελικά με τις εικόνες, τις συνήθειες, τους ρυθμούς της ελληνικής κοινοτιστικής παράδοσης, συγκροτώντας αναπόφευκτα μια πολιτική και πολιτισμική πρόταση που λοξοκοιτάζει προς το παρελθόν με τον τρόπο που η εθνικιστική ανάγνωση του κοινοτισμού μάς είχε συνηθίσει. Έτσι, μέσα από τους στίχους και την έτσι κι αλλιώς δημοτικογενή μουσική, αναδίνονται παραστάσεις των κοινοτήτων της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας, περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, φιγούρες της βαλκανικής πατριάς και ένα βλέμμα στραμμένο διαρκώς στην Ανατολή. Πιο χαρακτηριστική, συνοπτική αλλά περιεκτική διατύπωση αυτής της απόβλεψης αποτελεί το «Όνειρο»: «Τράβηξα δειλά-δειλά / της κερκόπορτας το σύρτη / και πήραν φωτιά τα μάτια μου / μάγκα μου απ’ όσα είδα./ Πολιτεία απέραντη / από γυαλί και κεχριμπάρι, / τα χρώματα της ίριδας / της έπλεκαν στεφάνι. / Στα στενά της σέρνονταν/ άγιοι σκοτεινοί κι αγύρτες / και στο λιμάνι αθίγγανοι / μοιρίζανε παλάμες. / Ο Ανέστος τρυφερά / γέμιζε καρφιά τα χέρια / κι ο Μεβλανά Tζελαλεδίν / γυρνούσε και γυρνούσε. / Κι έτσι όπως χάζευα / ντερβισάδες, μπεκτασήδες, / άλαλοι με κυκλώσανε / μα ακόμα τους ακούω. / Σεμ ολντού ασίκ λαρί / άνθρωπέ μου τί ξεφτίλα / να σου χαλάνε το όνειρο / κι εσύ να τους αφήνεις».2 Aυτός ο οριενταλισμός είναι μια ντε φάκτο προσανατολισμένη προς τα πίσω, τουτέστιν συντηρητική απάντηση, στην κεντρική εθνική δισυποστασία, στον φαντασιακό —φαντασιακό, όχι φανταστικό— διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης που ταλανίζει τη νεοελληνική ιδεολογία από τη σύστασή της, ο οποίος όμως, εγγραφόμενος στις καλένδες της μεταμοντέρνας εποχής, οφείλει να αναγιγνώσκεται επίσης ως συγκρουσιακή αντίθεση νεωτερικότητας και αντινεωτερικότητας.
Η έλξη που του ασκεί η φαντασίωση της Ανατολής είναι ακατανίκητη. Με την επιλογή του καταφάσκει την οριστική κατάταξή μας στον χώρο της Ανατολής έναντι της αλλοτριωτικής, υλόφρονος Δύσης, που ως γνωστόν υστερεί από την εποχή των απομαγευτικών μεταμεσαιωνικών χρόνων ως προς την πνευματικότητα, την αυθεντικότητα και το μυστικιστικό βάθος. Έτσι, ο Θανάσης αναπαράγει τη μελωδική γραμμή των βυζαντινών καλάντων και μελοποιεί στίχους του Πτωχοπρόδρομου,3 αναδεικνύοντας επίσης τις ιστορικές ρίζες της πολιτισμικής επιλογής του. Ο ουτοπικός του κόσμος, που ορίζεται από σταχυολογικές αναφορές στην αρχαιοελληνική μυθολογία, από την ακούραστη εξιδανίκευση του βυζαντινού και του οθωμανικού παρελθόντος, από τον απόηχο κάθε ανατολίτικης επιρροής, της περσικής ποίησης, του βουδισμού και του ινδουισμού περιλαμβανομένων, συνέχεται από την κεντρική ιδέα ενός λειτουργικού αντιδυτικισμού. Στα πλαίσια ετούτης της αντι-φωταδιστικής αποστροφής πρέπει ίσως να αναγνωστεί και η απέχθεια προς την πόλη, το συμβολικό πεδίο της εκδήλωσης των αστικών αξιών, της κοινής ζωής υπό το απρόσωπο καθεστώς του νόμου, τον διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, τη διάκριση κράτους και κοινωνίας, την αποξενωτική ανωνυμία των μητροπόλεων. Στον αντίποδα προβάλλει η κατασκευή της κοινοτιστικής φαντασίωσης, μιας κλειστής κοινωνίας που, ιδωμένη παραμορφωτικά, μετατρέπεται στο πρότυπο των «μικρών κοινωνικών ομάδων που γνωρίζονται μεταξύ τους».4 Εκεί η διευθέτηση της πολιτικής, των όρων της κοινής ζωής, επιλύεται άμα τη εμφανίσει των προσωπικών σχέσεων, χωρίς τις αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις που αλλοιώνουν την ντε φάκτο «φυσική καλοσύνη» του ανθρώπου. Στο ίδιο φόντο προτάσσονται οι αφελώς εξιδανικευτικές, αντιφατικές και ανεπεξέργαστες, τιμητικές αναφορές σε φιγούρες τόσο Λατινοαμερικάνων ή Ευρωπαίων επαναστατών (Μπακούνιν, Ραμόν, Φορτίνο Σαμάνο, ναύτης της Κροστάνδης) όσο και εγχώριων ληστών (Θωμάς Γκαντάρας, Μπαμπάνης, ο ήρωας του «Μου ’κλασες τ’ αρχίδια, κύριε μοίραρχε» κ.ά.), η αγιοποίηση των οποίων αποτελεί μόνιμη επωδό της κυρίαρχης αριστερής και εθνικιστικής ιδεολογίας.
Προς επίρρωσιν της παραπάνω ρητής απόρριψης της νεωτερικής απομαγευτικής κληρονομιάς, καλλιεργείται το γνωστό συγκροτητικό της μυθολογίας του ανατολίτικου εξωτισμού στερεότυπο, η βασιλική οδός προς την κατάκτηση της αυθεντικότητας: η κατίσχυση του συναισθήματος έναντι της λογικής. Μακριά από την αύρα των δυτικότροπων λύσεων, πλατωνικών, καντιανών ή άλλων, που αποζητούν την κυριαρχία του Λόγου αναγνωρίζοντας τη δυναμική του θυμικού, εδώ οι απαντήσεις είναι μονοκόμματες: «Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι […] Bάστα το νου, βάστα το νου, / να μην γκρινιάξει του καιρού / που ’φτιαξε με τον πόνο κλίκα / και τσιγκουνεύεται στη γλύκα».5 Στα ίδια πλαίσια υποστηρίζεται τόσο η παντοδυναμία του πάθους6 όσο και η έννοια μιας μεταφυσικού τύπου ελευθερίας χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.7 Η ρομαντική απογείωση από τον χώρο της πραγματικότητας επιτρέπει τα πάντα, ενώ τροφοδοτεί τον λυρισμό — εγγύηση επιτυχίας κάθε αισθαντικής δημιουργίας.
Η συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίσουμε την καλλιτεχνική αξία του έργου του, στον βαθμό που οι δύο αυτές πτυχές μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά. Αφήνοντας κατά μέρος και τον, πολύ συχνά ατυχή, στερεοτυπικό και αμήχανο δημόσιο λόγο του Παπακωνσταντίνου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τραγουδοποιία του —προϊόν κοπιώδους εργασίας, αναζήτησης και ειλικρινούς αγωνίας— ανταποκρίνεται σε κεντρικά ψυχικά διακυβεύματα. Υπόκειται λοιπόν στον κανόνα της τέχνης εκείνης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της έκφρασης ενός συλλογικού εσωτερικού διχασμού, ως μετουσιωτικό παράγωγο της έντασης που βιώνουν οι δυστυχείς συνειδήσεις, και δεν μπορεί παρά να αποφορτίζει πρόσκαιρα πλην λυτρωτικά κοινά μας αδιέξοδα, ακόμα και αν προγραμματικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει ως το σημείο της επίλυσής τους. Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο δικαιώνεται ως τέτοιο, αφού εκπληρώνει τους εκφραστικούς του σκοπούς, τη στιγμή που η πολιτισμική και πολιτική πρόταση παραμένει μετέωρη και ατελέσφορη, εισερχόμενη στο πεδίο όπου ο ρόλος του συναισθήματος παραμένει εκ των πραγμάτων περιθωριακός.

Σημειώσεις:
1. Συνέντευξη στην εφημερίδα Εποχή, 30.05.1993.
2. «Όνειρο», Αγία Νοσταλγία, 1993. Ο «Ανέστος» είναι ο ρεμπέτης Ανέστης Δελλιάς, ο οποίος πέθανε από χρήση ηρωίνης. Ο Μεβλανά Τζελαλεδίν Ρουμή ήταν μουσουλμάνος μύστης του 13ου αιώνα, ιδρυτής του σουφικού τάγματος των Μεβλεβήδων, γνωστού για τον περιστροφικό τους χορό κατά την τελετουργία της Σεμά. «Μεβλανά» σημαίνει στα τουρκικά «δάσκαλος». Δερβίσηδες είναι τα περιπλανώμενα μέλη μουσουλμανικών θρησκευτικών ταγμάτων. Μπεκτασήδες είναι τα μέλη του δερβισικού τάγματος που ίδρυσε ο Χατζή Μπεκτάς τον 14ο αιώνα. «Τζεμ ολντού ασικλαρί» σημαίνει στα τουρκικά «μαζευτήκανε οι θαυμαστές του».
3. Πρβλ. «Ο μεθυστής», Ο Σαμάνος, 2008. Ο Πτωχοπρόδρομος ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, που συνέταξε τον 12ο αιώνα στη δημώδη γλώσσα τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά, μια συλλογή σατιρικών ως επί το πλείστον μικρών ποιημάτων γραμμένων σε δεκαπεντασύλλαβο.
4. Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή, 17.12.2006.
5. «Στις χαραυγές ξεχνιέμαι», Αγία Νοσταλγία, 1993.
6. «Άντε, δω σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος, / άντε, λεν πως φυλακίζουνε το πάθος. / Άντε, ρίχνουν χώμα, με λουλούδια ραίνουν / άντε, και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν» («Ανδρομέδα», Ανδρομέδα, 1995).
7. «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές / κι αν ο κλοιός στενεύει / ο νους μας είν' αληταριό / π’ όλο θα δραπετεύει. / Σαν αερικό θα ζήσω, / σαν αερικό» («Αερικό», Λάφυρα, 1998).

1 σχόλιο:

  1. Ωραίο κείμενο. Δεν κατάλαβα όμως πολλά. Νίκο βόηθα, εσύ το διάλεξες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή