Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Μαζική δράση ή ιδεολογικός διαμελισμός των μαζών;
 Δύο αντιλήψεις για την ελευθεριακή πρακτική

11071701_1630383867174548_4314193643135559779_n
του Γιάννη Ανδρουλιδάκηhttp://www.provo.gr
Από ποια σκοπιά δηλώνουμε και είμαστε ελευθεριακοί; Ή ακόμα αντιεξουσιαστές ή αναρχικοί, όπως επιλέγουν να αυτοπροσδιορίζονται αρκετοί; Είτε εξετάζοντας την απάντηση στην ιστορική της διάσταση είτε επιχειρώντας απλά να προσεγγίσουμε την κυριολεξία, οι προσδιορισμοί αυτοί είναι προθέματα που τονίζουν την ένταξή μας σε μια ευρύτερη «οικογένεια» και διευκρινίζουν το είδος της ένταξής μας σε αυτήν. Η οικογένεια αυτή είναι η σοσιαλιστική. Ως τμήμα της προσδιορίζουμε κάθε αντίληψη που πρεσβεύει την αναγκαιότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού με τρόπο τέτοιο ώστε η οικονομική διαδικασία, η παραγωγή και τα μέσα που την εξασφαλίζουν να πάψουν να αποτελούν κτήμα μιας τάξης και να μετατραπούν σε συλλογική ιδιοκτησία.
Οι ιδέες για το ποια μπορεί να είναι η μορφή αυτής της συλλογικής ιδιοκτησίας, ωστόσο, ποικίλλουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε συζήτηση ή συνεργασία ανάμεσα σε μερικά ρεύματα του σοσιαλισμού να είναι απολύτως αδύνατη. Για παράδειγμα, η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη πρεσβεύει την ιδέα ότι η συλλογική ιδιοκτησία είναι εφικτή ακόμα και με τον στενό έλεγχο του αστικού Κράτους και τη ριζοσπαστική (ή και όχι) αλλαγή του ρόλου του μέσα στην οικονομία. Αντίθετα, η ελευθεριακή αντίληψη θεωρεί ότι η ύπαρξη όχι μόνο του αστικού αλλά και οποιουδήποτε άλλου Κράτους καθιστά το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό αδύνατο και αναπαράγει την εκμετάλλευση και την υποδούλωση της κοινωνίας. Ανάμεσα σε δύο τέτοιες σχολές σκέψεις, ο διάλογος –τουλάχιστον από την οπτική της σοσιαλιστικής στρατηγικής– είναι περιττός. Θα αποτελούσε μεγάλη σπατάλη δυνάμεων.
Η θέση για το Κράτος είναι και η συμβολική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ελευθεριακές και τις μη ελευθεριακές σοσιαλιστικές αντιλήψεις. Συμβολική αλλά όχι περιοριστική, καθώς πίσω από αυτή τη διάσημη αξιωματική διαφωνία παρατάσσονται δύο αντίπαλοι στρατοί συνεκδοχικών επιχειρημάτων και απόψεων, που αφορούν την αποδοχή ή όχι της πολιτικής ως μέσο πάλης, το είδος της οργάνωσης της εργατικής τάξης, το επίπεδο δημοκρατισμού των μέσων και τη συσχέτισή τους με τους σκοπούς, καθώς και μια σειρά ακόμη αντιθετικών σκέψεων, που δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν ως ήσσονος σημασίας.
Εντούτοις, έστω και σχηματικά, θα μπορούσαμε σε αυτή τη βάση να ορίσουμε το ελευθεριακό κίνημα ως τη συνισταμένη των κοινωνικών δυνάμεων και δράσεων εκείνων που στοχεύουν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, απορρίπτοντας το Κράτος (σε κάθε μορφή του και με όλες τις συνεκδοχές του) ως μηχανισμό ωφέλιμο σε αυτή την κατεύθυνση. Να γιατί οι ελευθεριακοί μπορούμε να διαφωνούμε όσο θέλουμε αναφορικά με τις τακτικές και τις στρατηγικές μας, στο βαθμό που δεν αμφισβητούνται αυτά τα δύο αξιώματα: η σοσιαλιστική-κοινωνική διάσταση από τη μία και η αντικρατική διάσταση από την άλλη. Είναι δυνατόν, βέβαια, κάθε διαφορετική ελευθεριακή τάση να δίνει περισσότερο ή λιγότερο βάρος στη μία ή την άλλη παράμετρο, αλλά ποτέ να απορρίπτει εξ ολοκλήρου κάποια από τις δύο. Στη δεύτερη περίπτωση παύει εξ αντικειμένου να είναι ελευθεριακή ή αντιεξουσιαστική/αναρχική.
Οποιαδήποτε συζήτηση γίνεται σχετικά με τις ελευθεριακές στρατηγικές οφείλει επομένως να αφήσει απ’ έξω –αν θέλει στοιχειωδώς να είναι σοβαρή– όλες εκείνες τις τάσεις που παριστάνουν ότι είναι ελευθεριακές ή αναρχικές κατά παράβαση κάθε λογικής και καλής πίστης, την ίδια στιγμή που παραβιάζουν τις δύο αυτές διαστάσεις. Δεν μπορεί να γίνει λόγος επομένως ούτε για «αναρχο-καπιταλισμό» ούτε για «αναρχο-ατομικισμό» ούτε, φυσικά, για «αναρχο-εθνικισμό» –ένας εντελώς παράλογος νεολογισμός που αντλεί την καταγωγή του από το αυτονομιστικό κίνημα των περιφερειών της Ισπανίας. Κι αυτό γιατί ο μεν «αναρχο»-καπιταλισμός βιάζει τη σοσιαλιστική/κοινωνική διάσταση του ελευθεριακού κινήματος, ο δε «αναρχο»-εθνικισμός την αντικρατική του διάσταση. Όσο για τον «αναρχο»-ατομικισμό, αυτός βιάζει και τις δύο διαστάσεις, εφόσον όχι μόνο αρνείται την κοινωνία, αλλά επιθυμεί να επιβάλει το δικό του αυθαίρετο Κράτος πάνω της.
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε κάτι ακόμα. Αν και η σοσιαλιστική και η αντικρατική παράμετρος είναι αναγκαίες και ικανές συνθήκες στην ελευθεριακή αντίληψη, αυτό δεν καθιστά την ελευθεριακή αντίληψη τμήμα ή υποσύνολο δύο διαφορετικών οικογενειών. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας συνεκτικός «αντικρατισμός» στον οποίο η ελευθεριακή αντίληψη ρίχνει τον σπόρο του σοσιαλισμού. Μια τέτοια αντίληψη θα καθιστούσε τους αναρχικούς πρωτοξάδερφα των πιο σκληρών οπαδών του οικονομικού φιλελευθερισμού –κάτι που ούτε λογικά ισχύει ούτε ιστορικά απαντάται. Αντίθετα, η ελευθεριακή αντίληψη εμφανίζεται ως η τάση της άρνησης του Κράτους μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα – αυτή είναι η πράξη γέννησής της. Τούτο δεν πρέπει να συγχέεται με την προσωπική εξέλιξη των θέσεων των ελευθεριακών θεωρητικών, πολλοί από τους οποίους πρώτα συνέλαβαν την άρνηση του Κράτους και μόνο αργότερα εξελίχθηκαν σε σοσιαλιστές, γιατί η εμφάνιση του αναρχισμού είναι κάτι διάφορο από την εξέλιξη των θέσεων των θεωρητικών του. Η ελευθεριακή αντίληψη είναι λοιπόν ο αντικρατικός σοσιαλισμός και όχι ο σοσιαλιστικός αντικρατισμός.
Ανάμεσα στα ρεύματα που αναπτύχθηκαν ιστορικά, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι εκείνος που περισσότερο από όλα εκπληρώνει αυτή τη διπλή διάσταση της ελευθεριακής σκέψης. Γιατί στην προφανή σοσιαλιστική του διάσταση προσθέτει μια μεθοδολογία άρνησης του Κράτους που δεν περιορίζεται στη στατική μηχανιστική αντίληψη που έχουν αρκετά ελευθεριακά ρεύματα για αυτό, αλλά εισχωρεί τόσο στο πεδίο της καταγωγής του όσο και στις δομές που προκαλούν την αναπαραγωγή του με άλλα μέσα. Με τον τρόπο αυτό, στην ολοκληρωμένη μορφή του μετατρέπει τις δύο αυτές αξιωματικές παραμέτρους της ελευθεριακής σκέψης από μεταβλητές μιας δευτεροβάθμιας εξίσωσης σε κοινωνική σχέση ενιαία και πολλαπλασιαστική, μετασχηματίζοντας την προοπτική του κοινωνικού πίνακα. Υπό μία έννοια, θα λέγαμε ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός αποτελεί για την ιστορία της ελευθεριακής σκέψης ό,τι αποτελεί ο κυβισμός για την ιστορία της τέχνης.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τη σοσιαλιστική του διάσταση, ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν έχει να κρύψει ούτε να αποδείξει πολλά. Είναι μια πρόταση για την οργάνωση και την πάλη της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της και στην προοπτική της μια πρόταση για την άρση της καπιταλιστικής οικονομικής κατοχής, άρα και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αποκλείοντας μάλιστα από τις τάξεις του κάθε εξωτερική ή ένθετη μορφή οργάνωσης πέρα από τις ίδιες τις οικονομικές οργανώσεις των εργατών, συντάσσεται πλήρως με τον θυρεό του καταστατικού της Διεθνούς, σύμφωνα με τον οποίο «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας», αλλά και με τη θέση που βρίσκουμε στο ίδιο αυτό κείμενο ότι «κάθε πολιτική σκοπιμότητα υποτάσσεται στον στόχο της οικονομικής χειραφέτησης». Ως προς τον σοσιαλισμό του λοιπόν, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι εντελής και πλήρης με τρόπο μινιμαλιστικό. Μόνο στον πρώτο φλοιό της επιφάνειας όμως.
Όσον αφορά την αντικρατική του διάσταση, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι καταρχήν πιο πολύπλοκος. Διότι δεν αρκείται στην άρνηση του Κράτους ως προσωρινού μηχανισμού επιβολής της εργατικής τάξης πάνω στο Κεφάλαιο («εργατικό κράτος»), ως πεδίου παρέμβασης στο πλαίσιο της ταξικής πάλης (κοινοβούλιο, αυτοδιοικητικοί οργανισμοί κοκ) ή ακόμα και ως ευκαιριακού συνεργάτη, κάτι που συμβαίνει με την πλειονότητα των ελευθεριακών ρευμάτων. Επεκτείνεται επίσης στις ρίζες της κρατικής καταπίεσης, που συνδέεται με την αναπαραγωγή της οικονομικής κυριαρχίας και το κάνει με τρόπο πολύ πιο σφαιρικό και πολυδιάστατο από όσο οι μαρξιστές. Αν για τους μαρξιστές το Κράτος είναι κυρίως έκφραση της εκάστοτε οικονομικής κυριαρχίας, για τους αναρχοσυνδικαλιστές η σχέση αυτή έχει χαρακτηριστικά αμοιβαίας ανατροφοδότησης και η αναπαραγωγή αυτής της κυριαρχίας είναι πάντοτε και οικονομική. Καταρχήν οικονομική, αλλά όχι περιοριστικά. Επομένως, η άρνηση του Κράτος είναι για τον αναρχοσυνδικαλισμό τμήμα και προϋπόθεση της σοσιαλιστικής του αντίληψης και όχι ανεξάρτητη από αυτήν.
Πάνω σε αυτήν ακριβώς την άρνηση του Κράτους ως συνθήκης αναγκαίας (αλλά όχι ικανής) για τον σοσιαλισμό βασίζεται η επακόλουθη άρνηση από τη μεριά του αναρχοσυνδικαλισμού κάθε δομής η οποία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που παρουσιάζεται, αποτελεί στην ουσία της θεωρητική συνεκδοχή του Κράτους. Και από εδώ πηγάζει και η περίφημη συνδικαλιστική άρνηση της πολιτικής.
Οι μαρξιστές μεταφράζουν αυτή τη θέση περί αποχής από την πολιτική ως δείγμα ενός πρωτόλειου και ατελή σοσιαλισμού, ενός τρεϊντγιουνισμού πασπαλισμένου με επαναστατικές δοξασίες. Στη συνδικαλιστική επιμονή στην οικονομική πάλη διαβλέπουν μια άρνηση συνολικής οπτικής των στρατηγικών αναγκών της εργατικής τάξης, έναν περιορισμό στα συμβατικά καθήκοντα που είναι εντελώς ανεπαρκής από την άποψη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Στην πραγματικότητα, οι μαρξιστές μεταθέτουν στον αναρχοσυνδικαλισμό την εικόνα που οι ίδιοι έχουν για την εργατική τάξη. Δηλαδή την εικόνα ενός σώματος ανίκανου να κατανοήσει τις ανάγκες του και να δράσει ολοκληρωμένα γι’ αυτές. Η οικονομική πάλη είναι ατελής και ανεπαρκής μόνο στον βαθμό που η εργατική τάξη είναι ατελής και ανεπαρκής και αυτή είναι η θέση των περισσότερων μαρξιστών – αν και όχι ακριβώς του Μαρξ.
Στον Ένγκελς πρώτα συναντάμε με τρόπο μανιακό αυτή την άποψη, ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο εξωτερικό από την ίδια, δηλαδή έργο μιας οργάνωσης με ανώτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά από την ίδια την τάξη. Την ίδια θέση θα υπερασπιστεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και θα την ακολουθήσει τελικά και ο Λένιν, ο οποίος αν και θα διαφοροποιηθεί από ορισμένες δεξιές παρεκκλίσεις των σοσιαλδημοκρατών, δεν θα αμφισβητήσει αυτό το αξίωμα. Βέβαια, ο ιδρυτής της Σοβιετικής Ένωσης έχει ορισμένες δικαιολογίες: την εξαιρετικά αδύναμη οργάνωση της εργατικής τάξης στη Ρωσία και τη μικρή δύναμη των μπολσεβίκων, που τον αποθαρρύνουν αναφορικά με τις επαναστατικές δυνατότητες των μαζών, καθώς επίσης και τη ρωσική σοσιαλιστική παράδοση, μέσα στην οποία ο μετασχηματισμός της κοινωνίας και τα επαναστατικά κινήματα είναι κυρίως υπόθεση των διανοουμένων και της μεσαίας άρχουσας τάξης. Οι δικαιολογίες αυτές δεν θα αλλάξουν βέβαια το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της λενινιστικής οργάνωσης, που είναι η δικτατορία του κόμματος, η γραφειοκρατία και τελικά η νέα υποδούλωση των αδαών μαζών.
Ο Μαρξ, αντίθετα, είναι πιο εφεκτικός και αμφιταλαντευόμενος πάνω σε αυτό το ζήτημα. Επιχειρώντας να ορίσει τον πολιτικό αγώνα σε αντιπαραβολή με τον οικονομικό, φθάνει να αναφέρει ως τέτοιον τη Γενική Απεργία, η οποία αντιδιαστέλλεται με τον οικονομισμό των κλαδικών και των τρεϊντγιουνιστικών αγώνων. Έτσι, όμως, ο Μαρξ καταλήγει να προσεγγίσει –άθελά του ίσως– τον αναρχοσυνδικαλισμό, που βλέπει ακριβώς στη Γενική Απεργία –κι ακόμη περισσότερο στη Γενική Επαναστατική Απεργία– την τελειοποίηση και την ολοκλήρωση του οικονομικού αγώνα. Αν όμως αυτό συνιστά πολιτικό αγώνα, όπως λέει ο Μαρξ και δεν έχουμε διάθεση να τον αμφισβητήσουμε, τότε η τάξη παράγει πολιτική για τον εαυτό της διά της εξέλιξης του οικονομικού αγώνα. Πρόκειται για την τέλεια αναρχοσυνδικαλιστική θέση.
Βέβαια, ο Μαρξ δεν θα καταλήξει ποτέ να ορίσει συγκεκριμένα ποιος είναι αυτός που θα οδηγήσει τις μάζες στο πέρασμα από τον ειδικό στον γενικό οικονομικό αγώνα, δηλαδή από τον οικονομισμό στην πολιτική, και όταν το ψελλίσει δεν θα αναγνωρίσει ποτέ ότι οι μάζες μπορούν να οδηγηθούν μόνες τους, ακριβώς μέσα από τη συνείδηση που τους παρέχει ο οικονομικός αγώνας και η οικονομική οργάνωσή τους σε συνδικαλιστικές ενώσεις με επαναστατικό περιεχόμενο. Έτσι, δεν θα φτάσει ποτέ σε πλήρη ρήξη με τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη μέσα στο εργατικό κίνημα και θα αφήσει το περιθώριο σε πολλαπλές ερμηνείες, συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού συγκεντρωτισμού που άλλωστε καθόλου δεν του έλειπε και του ίδιου.
Κι όμως είναι ο ίδιος αυτός που έχει θέσει τις προϋποθέσεις για να απαντηθεί το ερώτημα ετούτο, όταν στη Γερμανική Ιδεολογία θα δηλώσει ρητά: «Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει τη ζωή, αλλά η ζωή που καθορίζει τη συνείδηση». Ποιος λοιπόν είναι αυτός που μπορεί να υποστηρίξει ότι η συνείδηση δεν είναι κάτι που η εργατική τάξη αποκτά φυσικά μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες υπόκειται, αλλά κάτι που της προσδίδεται απ’ έξω σε ενέσιμη μορφή από ένθετες πολιτικές δομές και πρωτοπόρα σύμμαχα στρώματα, χωρίς να θεωρεί ότι αντιφάσκει ολοκληρωτικά με αυτή τη φράση του Μαρξ;
Όπως η ιστορία απέδειξε, σχεδόν όλοι οι μαρξιστές επίγονοί του.

Και όχι μόνο οι επίγονοι, αλλά και οι σύγχρονοί με αυτόν υποστηρικτές του και πρώτος από όλους ο βασικός συνεργάτης του ο Ένγκελς, ο οποίος θα υποσκάψει αυτή τη θέση ζώντος του Μαρξ –και χωρίς εκείνος να αντιδράσει– και θα την εγκαταλείψει πλήρως και ολοκληρωτικά μετά τον θάνατό του.
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, αντίθετα, θα κάνει αυτό το βήμα και θα προχωρήσει σε κάτι ακόμα: θα εισάγει την ιδέα της εργατικής οργάνωσης-κύτταρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δηλαδή τη διάχυση των σοσιαλιστικών σχέσεων μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της οργανωμένης εργατικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό, θα βγάλει από το σώμα του το σαράκι του οικονομισμού και της μετάθεσης, διεκδικώντας για την τάξη τη δυνατότητα να ξεκινήσει από σήμερα τη δημιουργία ενός διαφορετικού κόσμου. Δεν είναι επομένως μια δύναμη που πολιορκεί την καπιταλιστική τάξη για να την καταλάβει και να εγκαθιδρύσει το δικό της βασίλειο, αλλά η δύναμη που μετασχηματίζει από σήμερα τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τη δράση της. 

Καταλήγουμε εδώ πάλι σε μια διάσημη ρήση του Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία «ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, (αλλά) η πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν». Να υπό ποια έννοια ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν είναι μόνο ένας μινιμαλιστικά εντελής σοσιαλισμός, αλλά αποτελεί την ενσάρκωση εκείνου που ονομάζουμε κομμουνισμό, στη δυναμική του μορφή, δηλαδή όχι ως προφητεία ή ιδανικό αλλά ως κοινωνική σχέση.
Τις θέσεις αυτές θα υπερασπιστεί ο Μπακούνιν κατά τα ταραγμένα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1870 που θα οδηγήσουν στη διάσπαση της Διεθνούς. Ο Μπακούνιν θα θέσει τις θεωρητικές βάσεις για την επαναστατική οικονομική οργάνωση που θα επικαλεστεί στη συνέχεια ο αναρχοσυνδικαλισμός, ιδιαίτερα στα δύο κείμενά του «Η οργάνωση της Διεθνούς» και «Η πολιτική της Διεθνούς». Η πιο εμβληματική δε από τις ομοσπονδίες της Διεθνούς που θα ακολουθήσουν τον Μπακούνιν στη διάσπαση, η Ομοσπονδία του Ζιρά, στελεχωμένη από Ελβετούς εργάτες, ωρολογοποιούς στην πλειονότητά τους, μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση στην ιστορία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι η πρώτη μορφή δράσης που με μαζικούς όρους θα αναπτύξουν ο αναρχισμός και οι αναρχικοί. Η εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε διαφορετική.
Από την Κομμούνα στον Μηδενισμό
Στην είσοδο του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα η κατάσταση του εργατικού κινήματος φαινόταν να διαψεύδει τις επαναστατικές προσδοκίες που είχαν γεννήσει οι προηγούμενες δεκαετίες. Η συντριβή της Κομμούνας του Παρισιού και η γενικευμένη καταστολή που την ακολούθησε σε όλη την Ευρώπη είχαν θέσει το επαναστατικό προλεταριάτο στο περιθώριο και είχαν ακυρώσει τις όποιες επαναστατικές στρατηγικές των δύο μεγάλων σοσιαλιστικών ρευμάτων, τόσο του εξουσιαστικού σοσιαλισμού που εμπνεόταν από τον Μαρξ όσο και του ελευθεριακού σοσιαλισμού ή αναρχισμού. Για να επιβιώσουν και τα δύο ρεύματα είχαν καταφύγει έξω από τη μαζική κοινωνική επαναστατική πάλη, αναδιπλωμένα σε θέσεις και πρακτικές που προϋπήρχαν στο περιθώριό της.
Έτσι, οι μαρξιστές από τη μία μετατράπηκαν σε κοινοβουλευτικά κατοικίδια του συστήματος, ακολουθώντας άλλωστε τις διδαχές του θεωρητικού τους στους ελιγμούς που έκανε προκειμένου να αποκλείσει τους αναρχικούς από την Α΄ Διεθνή και να τη διαλύσει, θέτοντας ως προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή σε αυτήν την κοινοβουλευτική δράση. Με αυτόν τον τρόπο γιγαντώθηκε η σοσιαλδημοκρατία, ως κύριο ρεφορμιστικό μαρξιστικό ρεύμα. Οι αναρχικοί, από την άλλη, αφοσιώθηκαν με τρόπο εμμονικό στην ατομική τρομοκρατία και την «προπαγάνδα με τη δράση», εισάγοντας έτσι στον αναρχισμό στοιχεία ατομικισμού και μηδενισμού. Και το ρεύμα αυτό έχει τις καταβολές του στις θέσεις του Μπακούνιν, ιδιαίτερα στις σολιψιστικές και συνωμοτικές πλευρές τους, τροφοδοτήθηκε ωστόσο επίσης από τις απόψεις του Μαξ Στίρνερ, που βαπτίστηκε με αυτόν τον τρόπο αναρχικός εν αγνοία του και παρά τη θέλησή του. 

Ο ίδιος ο Στίρνερ θα πέθαινε μάλλον δυσαρεστημένος εάν μάθαινε ότι μετά τον θάνατό του το όνομά του θα το επικαλείται ένα εργατικό σοσιαλιστικό ρεύμα όπως ο αναρχισμός (ή έστω ένα μέρος του), ενώ ακόμα και ο Μαρξ, που του επιτέθηκε με σφοδρότητα, δεν έφτασε καθώς φαίνεται να τον συσχετίσει με τον αναρχισμό. Άλλωστε, αναγνώριζε στους αναρχικούς και τον Μπακούνιν ότι κατανόησαν τον Χέγκελ και τη διαλεκτική, αναγνώριση που αντίθετα αρνήθηκε να προσφέρει στον Στίρνερ.

Επομένως θα ήταν εκτός από άδικο και ανακριβές να θεωρήσουμε είτε ότι η σοσιαλδημοκρατία –στην αρχική της τουλάχιστον μορφή– αποτελεί απόλυτη εκτροπή από τον μαρξισμό είτε ότι ο μηδενισμός και η ένοπλη «προπαγάνδα με τη δράση» αποτελούν απόλυτη εκτροπή από τον αναρχισμό, έτσι όπως αυτός μπορεί να ιδωθεί από το σύνολο των έργων και των ημερών του Μπακούνιν από το 1864 μέχρι τον θάνατό του, δηλαδή την αναρχική περίοδό του. Και η μεν και ο δε έχουν πραγματικές ρίζες στις θεωρίες των δύο ισχυρότερων προσωπικοτήτων στην Α΄ Διεθνή, ή ορθότερα σε τμήματα της θεωρίας τους. Κι αν ακόμη κάποιος παρατηρούσε ότι βρίσκονται σε αντίφαση με άλλα τμήματα αυτών των θεωριών, αυτό δεν αλλοιώνει το συμπέρασμα. Και τούτο γιατί και τα θεωρητικά πιο «ορθόδοξα» ρεύματα του μαρξισμού και του αναρχισμού αντιφάσκουν σε κομμάτια των εκφρασμένων αντιλήψεων των θεωρητικών τους, κάτι λογικό εφόσον πολλές φορές και οι δύο θεωρητικοί εμφανίζονταν να φάσκουν και να αντιφάσκουν οι ίδιοι. 

Ο μεν Μαρξ τραμπαλίζοντας από την επαναστατική προφητεία στην πίστη ότι ο καπιταλισμός θα μετεξελιχθεί ομαλά στο διάδοχό του κοινωνικό σύστημα (στο ακροτελεύτιο γράμμα προς τον Ένγκελς εμφανίζεται να είναι σχεδόν πεπεισμένος για αυτό), ο δε Μπακούνιν αμφιταλαντευόμενος διαρκώς ανάμεσα στην καταστροφή και τη δημιουργία, αλλά κυρίως ανάμεσα στη δημόσια δράση και τη σκοτεινή συνωμοσία. Ερμηνεύοντας κάπως βιαστικά αυτό το φαινόμενο, θα λέγαμε ότι ο μεν Μαρξ διατηρεί έναν υπερβολικά μεγάλο θαυμασμό για τον καπιταλισμό και έναν αντίστοιχα μικρό για τις φυσικές ικανότητες των μαζών, έτσι ώστε να δυσκολεύεται να διατηρήσει ακλόνητη την πεποίθηση ότι από τις δεύτερες θα αντληθεί η απαραίτητη ενέργεια για να ξεπεραστεί ο πρώτος χωρίς να μεσολαβήσει αποφασιστικά ένας ορισμένος οικονομικο-ιστορικός ντετερμινισμός. Ο δε Μπακούνιν, αντίθετα, έχει τέτοια μεταφυσική προσδοκία για την αυθόρμητη δράση των μαζών, ώστε κάθε διάψευση τον οδηγεί στην ανάγκη να αναζητήσει ένα συγκεντρωτικό μετασχηματιστή, ο οποίος, δίχως καν να γίνει ορατός, θα «σπρώξει» τα πράγματα προς την υποτιθέμενη φυσική τους ροπή –πρακτική που, προς τραγική ειρωνεία, στον 20ό αιώνα θα ακολουθήσει πολύ αποτελεσματικότερα (ή καταστροφικότερα, σύμφωνα με μια άλλη αντίληψη) από τους αναρχικούς ο… Λένιν.
Εάν, αντίθετα, επιθυμούσαμε να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε να πούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο αναρχικός μηδενισμός αποτελούν όχι εκτροπή από τον μαρξισμό και τον αναρχισμό, αλλά εγκατάλειψη της επαναστατικής τους πλευράς. Είναι δηλαδή η θεωρητική και πρακτική αντεπαναστατική τους καταφυγή, στις περιόδους κατά τις οποίες ο επαναστατικός τους σχεδιασμός δείχνει να μη βρίσκει εφαρμογή στην πραγματικότητα, είτε γιατί το επαναστατικό κίνημα διάγει φάση υποχώρησης είτε γιατί η ανάπτυξή του δεν συμβαδίζει δογματικά με τις αντιλήψεις τους. Ένα, θα λέγαμε, είδος αστικού πυρετού που εμφανίζεται στο σώμα τους.
Για να είμαστε μάλιστα ειλικρινείς, αυτή η δεύτερη εκδοχή επηρεάζει και τις επαναστατικές πτέρυγες των δύο ρευμάτων, που ελάχιστα ευνοϊκές υπήρξαν προς τις επαναστάσεις που δεν κινήθηκαν στην τροχιά τους. Ορίζοντας τις δύο αυτές αντιλήψεις ως αντεπαναστατικές εδώ, δεν αναφερόμαστε ευθέως σε δράση που αντιστρατεύεται την επαναστατική διαδικασία όταν αυτή αναπτύσσεται (αν και υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, ιδιαίτερα στην ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας), αλλά κυρίως στην αντιπαράθεση με την επαναστατική τάση μέσα στην κοινωνία, η οποία προκύπτει μέσα από την κίνηση των μαζών ή, σύμφωνα με μια πιο αισιόδοξη οπτική που εξετάσαμε προηγουμένως, συνίσταται στην κίνηση των μαζών.
Επιχειρώντας να ορίσουμε τις προϋποθέσεις της αντεπαναστατικής τάσης, όπως εμφανίζονται κοινές στη σοσιαλδημοκρατία και τον αναρχικό μηδενισμό, θα καταλήγαμε στις εξής:

  • 

1. Την πεποίθηση περί ανωριμότητας των μαζών, που δεν θεωρούνται ικανές να φέρουν σε πέρας το σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού για τον εαυτό τους.
  • 

2. Την ανάπτυξη μιας δράσης, λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένης, η οποία έχει ως σκοπό να υπερβεί από μόνη της αυτή την ανωριμότητα για λογαριασμό των μαζών.
  • 3. Τη σταδιακή μετατροπή του υποκειμένου αυτής της δράσης σε καθαυτό κοινωνικό υποκείμενο στη θέση της έκπτωτης μάζας που αποδείχτηκε ανίκανη να εκπληρώσει το καθήκον για το οποίο ήταν προορισμένη.
  • 4. Την τελική μετατροπή του νεογέννητου αυτού κοινωνικού υποκειμένου σε ξεχωριστό στρώμα το οποίο ανοιχτά πλέον θεωρεί ότι δικαιούται να δρα για λογαριασμό του εαυτού του και να απολαμβάνει ως εκ τούτου τυπικά καθορισμένα ή άτυπα προνόμια. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο στη σοσιαλδημοκρατία όσο και στον αναρχικό μηδενισμό καταλήγουμε στη δημιουργία μίας νέας ελίτ –η οποία μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως πνευματική, πολιτική, ιδεολογική ή να αποφεύγει εντελώς να αυτοπροσδιοριστεί– που δρα παρά ή και εναντίον της κοινωνίας εν ανάγκη, άρα σε έναν τύπο εξουσίας. Όπως κάθε εξουσία όμως, έτσι και αυτή δεν μπορεί να έχει ως βασική προτεραιότητα άλλη από την αναπαραγωγή της. Εξ ου και το κλείσιμο του λογικού κύκλου της ρήξης με την επαναστατική κίνηση και της αντεπαναστατικής φύσης αυτών των αντιλήψεων και των πρακτικών τους.
Αν και ορίζουμε τη σοσιαλδημοκρατία και τον αναρχικό μηδενισμό ως γεννήτορες αυτής της αντεπαναστατικής τάσης μέσα στα ρεύματα που προέκυψαν από την Α΄ Διεθνή, συνεχίζουμε να τη συναντάμε στην ιστορική πορεία μέσα σε πολλές ακόμα αντιλήψεις, όπως ο σταλινισμός (και ως ένα βαθμό όλες οι ιδεολογικές φράξιες που ξεπήδησαν από τον μπολσεβικισμό), η εργατική αυτονομία, τα αντάρτικα κινήματα, ο διαταξικός «αναρχισμός» (ή «μετα-αναρχισμός») κ.ά., που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ορίζονται από αυτές τις τέσσερις συνισταμένες.
Εφόσον από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η άρνηση αναγνώρισης στην κοινωνία της δυνατότητας να φέρει σε πέρας την επαναστατική διαδικασία αποτελεί άρνηση της επανάστασης συνολικά, απομένει να αναζητήσουμε την επαναστατική τάση στα ρεύματα σκέψης και δράσης εκείνα που εμπλέκονται με την κοινωνία προκειμένου να επηρεάσουν τη συνείδησή της. Όταν επομένως, στο λυκόφως του 19ου αιώνα οι Γάλλοι αναρχικοί άρχισαν να οργανώνουν τα πρώτα εργατικά κέντρα στη χώρα, τα οποία κατέληξαν να ομοσπονδιοποιηθούν γύρω από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) το 1895, μέχρι να περιγράψουν τις θεωρητικές αρχές του επαναστατικού συνδικαλισμού (όπως ονομάστηκε το ρεύμα αυτό) το 1906 με τη δημοσίευση της «Χάρτας της Αμιένης», αυτό που έκαναν στην ουσία ήταν να εισάγουν στην Ιστορία την επαναστατική περίοδο του αναρχικού ρεύματος, 30 χρόνια πάνω-κάτω μετά την εμφάνισή του ως σοσιαλιστικής τάσης.
Ορίζουμε ως επαναστατική περίοδο του αναρχικού ρεύματος εκείνη κατά την οποία αυτό το τελευταίο αναπτύσσει μια συγκεκριμένη επαναστατική στρατηγική στις μάζες ως τέτοιο και όχι όλη την περίοδο κατά την οποία οι αναρχικοί συμμετέχουν σε επαναστατικές διαδικασίες –η οποία άλλωστε θα ταυτιζόταν τότε με την ιστορία του αναρχισμού, οδηγώντας μας σε μια περιττή ταυτολογία.
Έτσι, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι στην Κομμούνα του Παρισιού εμφανίζονται δείγματα κοινωνικής οργάνωσης που παραπέμπουν στις αντιλήψεις των αναρχικών θεωρητικών (ζήτημα για το οποίο αναπτύχθηκε μία ακόμα αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Μπακούνιν), δεν μπορούμε να την καταμετρήσουμε στην επαναστατική περίοδο του αναρχικού κινήματος, καθότι αυτό δεν παρεμβαίνει ως οργανωμένη δύναμη στο εσωτερικό της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά ως τάση στην κοινωνία.
Η αναρχική τάση στην κοινωνία, ωστόσο, εμφανίζεται συνειδητά ή ασυνείδητα σε κάθε επαναστατική κίνηση της ανθρωπότητας από τις απαρχές της ιστορίας της. Λιγότερο ή περισσότερο, τη συναντάμε στην επανάσταση των μονομάχων, στις εξεγέρσεις των χωρικών του Μεσαίωνα ή στις θρησκευτικές ανταρσίες των Αναβαπτιστών, και το γεγονός ότι ο Σπάρτακος ή ο Τόμας Μίνστερ αγνοούν αυτό το γεγονός (αναμφίβολα, καθώς ο αναρχισμός ως συγκροτημένη θεωρία αναπτύσσεται αιώνες αργότερα, στο πλαίσιο του μοντερνισμού), ενώ η Λουίζ Μισέλ το αναγνωρίζει όταν συμμετέχει στα οδοφράγματα της Κομμούνας, δεν αναιρεί την κύρια διαίρεση, που είναι η επαναστατική μαζική οργάνωση του αναρχικού ρεύματος μέσα στην κοινωνία ως τέτοιου ή όχι.

Στο σημείο αυτό ωστόσο συναντιόμαστε με την πρώτη αντίφαση του οργανωμένου επαναστατικού αναρχισμού: η εμφάνιση του οργανωμένου αναρχικού κινήματος ως τέτοιου συμπίπτει ακριβώς με την αυτο-ακύρωσή του. Δηλαδή οι οργανωμένοι επαναστάτες αναρχικοί αποκτούν κοινωνική υπόσταση, άρα οργανωμένη επαναστατική δράση, όταν παύουν να επικαλούνται την αναρχική τους ιδιότητα και αντιπροτείνουν τη διάχυση των ιδεών τους μέσα σε μη ιδεολογικές ομαδοποιήσεις της τάξης, με οικονομικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό συνιστά φαινομενικά μια λογική αντίφαση από μόνο του, την ίδια στιγμή όμως συνάδει απόλυτα με τις αντιλήψεις των αναρχικών θεωρητικών της Α΄ Διεθνούς. 

Ο Γκαστόν Λεβάλ, αναρχικός και αναρχοσυνδικαλιστής θεωρητικός και αγωνιστής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, αναλύει αρκετά εύστοχα αυτή την ιδιαιτερότητα στο κείμενό του «Μπακούνιν, ο θεμελιωτής του επαναστατικού συνδικαλισμού», εξηγώντας την αρχή της αντιεξουσιαστικής σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας από τον ίδιο της τον εαυτό χωρίς πολιτική παρέμβαση. Μάλιστα, ο Λεβάλ όχι μόνο δεν θεωρεί ότι ο Μπακούνιν διαφοροποιείται από τον επαναστατικό συνδικαλισμό ως προς το ότι είναι πιο πολιτικός από τον τελευταίο, αλλά αντίθετα εκτιμά ότι στις θεωρητικές αρχές του Μπακούνιν βρίσκεται το αντίδοτο στις «πολιτικές παρεκκλίσεις» στις οποίες ο «καθαρός» επαναστατικός συνδικαλισμός είναι πιο ευάλωτος .
Η κριτική αυτή που κάνει ο Λεβάλ στρέφεται κύρια ενάντια στον Ζορζ Σορέλ, έναν Γάλλο θεωρητικό της βίας και ένθερμο υπερασπιστή –με τους δικούς του όρους– του επαναστατικού συνδικαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα. Ο Σορέλ, ανάμεσα σε άλλες θέσεις, θεωρεί ότι ο επαναστατικός συνδικαλισμός μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των εργατών, από την άποψη ότι σηματοδοτεί την είσοδο των αναρχικών και των βίαιων μεθόδων τους στον ρεφορμιστικό οικονομικό αγώνα. Με τον τρόπο αυτό, ο ρεφορμιστικός αγώνας εκτρέπεται σε πιο ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και είναι ικανός να οδηγήσει την εργατική τάξη στη νίκη περίπου παρά τη θέλησή της και πάντως παρά τη φυσική της ροπή προς τον ρεφορμισμό και την ήττα.
Στη θέση αυτή του Σορέλ εμπεριέχεται η άρνηση της πρωταρχικής αναρχικής θέσης, όπως την εξετάσαμε προηγουμένως. Ενώ ο αναρχισμός δημιουργήθηκε στη βάση της άρνησης της αντίληψης που θεωρεί αναγκαία την ένθετη πολιτική οργάνωση στον οικονομικό αγώνα και τις οικονομικές οργανώσεις των εργατών, ο Σορέλ αντιλαμβάνεται τους αναρχικούς ακριβώς ως αυτή την αναγκαία ένθεση. Μία θέση που είναι δηλαδή ταυτόχρονα αντι-αναρχική και αντι-συνδικαλιστική.
Οι θέσεις του Σορέλ δεν απέκτησαν ιδιαίτερες ρίζες στο ελευθεριακό και τελικά ούτε στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αντίθετα, γοήτευσαν ιδιαίτερα μερικούς ιδιότυπους ριζοσπάστες της εποχής που γυρόφερναν τα ρεύματα της περιόδου, μέχρι να αποφασίσουν πού να εναποθέσουν το ραντικαλισμό τους – ανάμεσά τους ξεχωρίζει αναμφίβολα ο Μπενίτο Μουσολίνι. Ωστόσο η ιδέα αυτή, η ιδέα της «ένθεσης» των αναρχικών στα κοινωνικά κινήματα ή ενίοτε ακόμα και η ιδέα της αποχής από αυτά προκειμένου οι αναρχικοί να παραμείνουν ένα αμόλυντο και συνεπές ιδεολογικό στρώμα που θα λειτουργεί ως ξυπνητήρι της κοινωνίας αποφεύγοντας την τριβή με την πραγματικότητα, υπήρξε αρκετά ελκυστική για αρκετούς ελευθεριακούς.
Ο αναρχισμός ως ιδεολογική φράξια

Ένας από τους γνωστότερους ελευθεριακούς θεωρητικούς που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Ιταλός Ερίκο Μαλατέστα. Ο Μαλατέστα, που υπήρξε υπόδειγμα υπερδραστήριου και ακάματου αναρχικού αγωνιστή, από αυτούς που καλλιέργησαν τον αντιφατικό μύθο του αναρχισμού κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και κατά τις αρχές του 20ού, στη θεωρία του και την πρακτική του υπήρξε εισηγητής μιας ιδιότυπης αναρχικής μεταφυσικής. Στο ξεκίνημα της δράσης του συμμετείχε σε ένα είδος αναρχικού αντάρτικου –όσο τέλος πάντων μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο κατά κυριολεξία– το οποίο αναπτυσσόταν στα βουνά της ανατολικής Ιταλίας και καταπιανόταν με τις «απελευθερώσεις» χωριών. Αυτή η συνήθεια μεταφέρθηκε και στην Ισπανία και μάλιστα με πιο μαζικούς όρους, αν και εκεί η πρακτική αυτή τέθηκε εξ αντικειμένου στη σκιά της πολύ μεγάλης δύναμης των ελευθεριακών μέσα στο εργατικό κίνημα.
Αφού πέρασε ένα μεγάλο διάστημα στην εξορία, αποτέλεσμα της αναπόφευκτης αποτυχίας αυτής της δράσης, ο Μαλατέστα επέστρεψε στην Ευρώπη το 1889 και, ζώντας κατά κύριο λόγο στο Λονδίνο, ξεκίνησε σταδιακά να αναπτύσσει και να παρουσιάζει τις θέσεις του, τις οποίες υπερασπίστηκε ιδιαίτερα στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Άμστερνταμ το 1907, όπου συγκρούστηκε ιδιαίτερα με τον Πιερ Μονά, υπέρμαχο του επαναστατικού συνδικαλισμού και σημαντική αναρχική προσωπικότητα της CGT.

Ο Μαλατέστα αναποδογυρίζει πλήρως τη βασική θέση της ελευθεριακής σκέψης, σύμφωνα με την οποία τα ίδια τα συμφέροντα της εργατικής τάξης την καθιστούν τάξη με φυσική ροπή προς τον σοσιαλισμό. Όπως είδαμε παραπάνω, η θέση αυτή οδηγεί τους ελευθεριακούς να αρνούνται την ανάγκη ένθετης οργάνωσης και εξωτερικής καθοδήγησης, όχι μόνο γιατί τη θεωρούν πηγή μιας νέας καταπίεσης, αλλά και γιατί εκτιμούν ότι η οικονομική πάλη των εργατών εμπεριέχει στο εσωτερικό της την κομμουνιστική τάση και οδηγείται στον επαναστατικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, στον βαθμό που διεξάγεται από οικονομικές οργανώσεις που πιστεύουν και προωθούν την εργατική αλληλεγγύη. Ο Μπακούνιν είναι απολύτως πεπεισμένος γι’ αυτό όταν γράφει: 

«”Η απελευθέρωση των εργαζομένων πρέπει να είναι έργο των εργαζομένων των ίδιων”», λέει το προοίμιο του Γενικού Καταστατικού [της Διεθνούς]. Και έχει χίλιες φορές δίκιο να το λέει. Αυτή είναι η βασική αρχή της μεγάλης μας Ένωσης. Αλλά ο εργατικός κόσμος είναι γενικά αμόρφωτος, του λείπει ακόμα εντελώς η θεωρία. Του μένει λοιπόν ένας μόνο δρόμος, αυτός της απελευθέρωσής του μέσω της πράξης. Ποια πρέπει, όμως, να είναι η πράξη αυτή; Μία μόνο υπάρχει. Είναι αυτή του αλληλέγγυου αγώνα των εργατών ενάντια στα αφεντικά. Είναι οι συνδικαλιστικές ενώσεις, η οργάνωση και η ομοσπονδία των ταμείων αντίστασης. (…)Η οικονομική πάλη, καθώς θα απλώνεται ολοένα και περισσότερο, θα κάνει τον εργάτη να γνωρίζει όλο και πιο πολύ, με τον πρακτικό τρόπο και τη συλλογική εμπειρία, τους πραγματικούς του εχθρούς που είναι οι προνομιούχες τάξεις, συμπεριλαμβανομένου του κλήρου, της μπουρζουαζίας, των ευγενών και του Κράτους. Αυτό το τελευταίο βρίσκεται εκεί μόνο για να προστατεύει τους προνομιούχους αυτών των τάξεων και παίρνει αναγκαστικά πάντα το μέρος τους ενάντια στο προλεταριάτο. Όταν θα μπει έτσι στον αγώνα, ο εργάτης θα καταλήξει οπωσδήποτε να κατανοήσει τον αδιάλλακτο ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτά τα υποχείρια της αντίδρασης και τα δικά του ευγενικά ανθρώπινα συμφέροντα. Φθάνοντας σε αυτό το σημείο, δεν θα διστάσει να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαφώς ως έναν επαναστάτη σοσιαλιστή».
Και δύο χρόνια αργότερα, προσθέτει στο ίδιο ύφος:
«Η οργάνωση της Διεθνούς, έχοντας σαν σκοπό όχι τη δημιουργία νέων Κρατών και νέων δεσποτισμών, αλλά την καταστροφή από τη ρίζα κάθε ιδιαίτερης κυριαρχίας, οφείλει να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την οργάνωση των Κρατών. Όσο αυταρχική, εξουσιαστική, τεχνητή, βίαιη και εχθρική προς τη φυσική ανάπτυξη των λαϊκών συμφερόντων και ενστίκτων είναι αυτή η τελευταία τόσο η οργάνωση της Διεθνούς πρέπει να είναι σύμφωνη σε κάθε σημείο αυτών των συμφερόντων και αυτών των ενστίκτων. Ποια είναι όμως η φυσική οργάνωση των μαζών; Είναι αυτή που βασίζεται στους ιδιαίτερους προσδιορισμούς της πραγματικής ζωής, στους καθημερινούς χώρους εργασίας, κατά επάγγελμα ή κατά επαγγελματικό κλάδο. Τη στιγμή που όλοι οι τομείς της παραγωγής θα εκπροσωπούνται στη Διεθνή, συμπεριλαμβανομένων και των εργατών γης, η οργάνωση των λαϊκών μαζών θα έχει ολοκληρωθεί».
Είναι λοιπόν προφανές ότι για τον Μπακούνιν και την αναρχική τάση της Διεθνούς, η έννοια του συμφέροντος είναι προωθητική για την υπόθεση της επανάστασης. Είναι ακριβώς υπηρετώντας το άμεσο συμφέρον τους που οι εργάτες θα συναντηθούν με το συνολικό τους συμφέρον, που καταλήγει να είναι ο σοσιαλισμός χωρίς Κράτος. Η προσέγγιση της συνείδησης είναι για τον Μπακούνιν μια υλική διαδικασία, δημιουργείται μέσα από την πραγματική ζωή και τις διαδικασίες της και όχι διά της επιφοίτησης. Είναι επίσης, εξ αυτού, και μια εξελικτική διαδικασία: ο εργάτης διαμορφώνει τη συνείδησή του σταδιακά, καθώς παρεμβαίνει με τις δυνάμεις του –ανάμεσα στις οποίες διακρίνεται η αλληλεγγύη με τους άλλους εργάτες– στη μοίρα του. Δεν «πείθεται», αλλά φτιάχνει τη συνείδησή του ο ίδιος, και η οικονομική οργάνωση, το συνδικάτο, η αλληλεγγύη του με τους άλλους εργαζόμενους είναι ο μετασχηματιστής που καθιστά αυτή τη διαδικασία παραγωγική, λειτουργώντας εκθετικά ως προς τη συνείδηση.

Τι υποστηρίζει αντίθετα ο Μαλατέστα; Για τον Ιταλό αναρχικό η έννοια του συμφέροντος είναι από τη φύση της συντηρητική και αυτή του οικονομικού συμφέροντος ακόμη περισσότερο. Αυτό που έχει σημασία είναι να γιγαντωθεί μια ιδέα, που στην περίπτωσή του είναι η επανάσταση και η αναρχία. Ως εκ τούτου, οι οικονομικές ενώσεις είναι από τη φύση τους όχι απλά ρεφορμιστικές αλλά και στην προοπτική τους αντεπαναστατικές, συντηρητικές ενώσεις. Ο Μαλατέστα αποδέχεται την ύπαρξή τους, αφού ομολογεί πως δεν θα ήταν δυνατό «να ζητήσουμε από τους εργάτες να εγκαταλείψουν τις προσπάθειές τους για άμεσες βελτιώσεις, έστω και μικρές, περιμένοντας τον συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό που θα έρθει με την επανάσταση», αλλά με μισή καρδιά. «Οι βελτιώσεις που μπορεί να υπάρξουν μέσα από τους εργατικούς αγώνες (…) αφήνουν άθικτη την αρχή της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης της μίας τάξης από την άλλη και δημιουργούν τον κίνδυνο της αυταπάτης», προσθέτει.
Ο Μαλατέστα επαναλαμβάνει εδώ αυτούσια τη θέση του Λένιν για τα συνδικάτα. Ταυτόχρονα εγγράφεται στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση σύμφωνα με την οποία η πολιτική έχει προτεραιότητα έναντι της οικονομίας. Όπως ο Λένιν και ο Ένγκελς, δεν θεωρεί ότι οι εργάτες είναι ικανοί να αποκτήσουν συνείδηση διαμέσου της οργάνωσής τους. Όπως οι σοσιαλδημοκράτες, είναι πεπεισμένος ότι η πολιτική είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να κόψει δρόμο η συνειδητοποίηση. Όμως, αντίθετα από τον Λένιν και τους σοσιαλδημοκράτες, ο Μαλατέστα αρνείται την εξουσία. Κάθε μορφή συγκεντρωτικής οργάνωσης που θα χαράξει αυτόν τον συντομότερο δρόμο τού είναι απεχθής. Να πώς καταφεύγει στον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική.
Αφού ο αναρχισμός δεν μπορεί να έρθει μέσα από τη φυσική συνειδητοποίηση των μαζών που προέρχεται από την οικονομική πάλη ούτε όμως πρέπει να επιβληθεί ως καθεστώς απ’ έξω, ποιος είναι ο τρόπος να γίνει κτήμα των μαζών; Το ιδανικό, απαντά ο Ιταλός αναρχικός, που αντιλαμβάνεται την επανάσταση και την αναρχία πρωτίστως ως ένα ζήτημα ηθικής. Και από αυτό το συμπέρασμα και μετά, ο Μαλατέστα αρχίζει το κήρυγμα: η διάχυση αυτού του ιδανικού, δηλαδή αυτής της ηθικής στάσης, είναι υπόθεση του βολονταρισμού των πεισμένων, δηλαδή μια υπόθεση ιεραπόστολων. Οι αναρχικοί μετατρέπονται έτσι σε ένα είδος παραδείγματος, το οποίο στη σκέψη του Μαλατέστα λίγο απέχει από εκείνο των πρωτοχριστιανών. Στο έργο του περίεργου αυτού θεωρητικού, ζητήματα προσωπικής στάσης αποσπούν ένα πρωτόγνωρα μεγάλο τμήμα στην ιστορία της επαναστατικής πολιτικής θεωρίας. Το ζήτημα της βίας και των ορίων της τον απασχολεί διαρκώς μέχρι το τέλος της ζωής του. Η αποφυγή κάθε υποψίας ιεραρχίας μέσα στις αναρχικές οργανώσεις (που πρέπει να είναι διαχωρισμένες και ανεξάρτητες από όλες τις υπόλοιπες) γίνεται αντικείμενο συνεχούς ανάλυσης και επαναλαμβανόμενων προειδοποιήσεων. Ο ελεύθερος έρωτας και η ενδελεχής εξερεύνηση των προϋποθέσεών του επίσης. Τα συμπεράσματά του διακρίνονται συχνά από μια αίσθηση φιλοσοφίας της ελευθερίας, την οποία συναντάμε ξανά στον υπαρξισμό. Όμως, ενώ ο υπαρξισμός δεν διεκδικεί να αποτελέσει πρόταση για την κοινωνική οργάνωση, ο αναρχισμός του Μαλατέστα είναι από τη φύση της μια τέτοια. Και πληρώνει όλες τις συνέπειες του ιδεαλισμού της: όταν ο φασισμός προελαύνει στην Ιταλία, ο Μαλατέστα θα είναι ένας από εκείνους που λιγότερο θα διαβλέψουν τον κίνδυνό του. Οι ταξικές, οικονομικές και τελικά πολιτικές παράμετροι αυτής της ανόδου είναι ξένες προς την αντίληψή του. Οι αναρχικοί, κατά τη γνώμη του, πρέπει να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Αυτό δεν θα τον εμποδίσει φυσικά να αντιταχθεί στη φασιστική εξουσία και να τελειώσει τη ζωή του έγκλειστος από το φασιστικό καθεστώς.
Ο Μαλατέστα δεν αρνείται την εξελικτική φύση της επαναστατικής διαδικασίας. Όμως αυτή την εξέλιξη δεν την αναγνωρίζει στην κοινωνία αλλά στις επαναστατικές οργανώσεις και μάλιστα στις αναρχικές. Μέσα σε αυτές εξελίσσεται το άτομο, κατανικώντας τις εξουσιαστικές τάσεις και τις παρορμήσεις του που αφορούν κάθε πτυχή της ζωής του. Η ίδια η αναρχική οργάνωση τροφοδοτεί αυτόν τον διαρκή ηθικό του αγώνα, ο οποίος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του μαρτυρίου, αφού πρέπει να αντιταχθεί και στην «αμαρτωλή» φύση του ανθρώπου. Όταν γράφει ότι μια οργάνωση μπορεί να είναι επαναστατική «μόνο αν τη διαπερνά το πνεύμα της θυσίας και εφόσον το ιδανικό έχει μεγαλύτερη αξία από το συμφέρον, δηλαδή εφόσον δεν είναι ένα οικονομικό συνδικάτο, αλλά μια πολιτική ομάδα με ιδανικά, κάτι αδύνατο στις μεγάλες οργανώσεις που είναι αναγκασμένες, προκειμένου να δράσουν, να εξαρτιούνται από τη συναίνεση της μάζας που διαπνέεται πάντα από εγωισμό, φόβο και καθυστέρηση», θυμίζει βέβαια τον Λένιν σε ορισμένες διατυπώσεις του, αλλά πολύ περισσότερο θυμίζει καλόγερο που θέλει να απομακρυνθεί από τους πειρασμούς της μάζας.
Και συνεπής προς τη μεταφυσική του προσέγγιση, ο Μαλατέστα θα καταλήξει να πει ότι δεν πρέπει παρασυρμένοι από το γεγονός ότι η καταπίεση των εργατών είναι το πιο προφανές από τα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας, να κατανοούμε τον αναρχισμό ως ένα πρόταγμα για την εργατική τάξη. Η σημασία του, σημειώνει, είναι οικουμενική.
Οι θέσεις αυτές του Μαλατέστα θα επιδράσουν περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου ελευθεριακού θεωρητικού στο ρεύμα που θα ονομαστεί στην πορεία αναρχική σύνθεση. Και το ρεύμα αυτό θα παραμείνει το κυρίαρχο ρεύμα του πολιτικού αναρχισμού, ακόμα κι όταν τo 1926 μια ομάδα Ρώσων αναρχικών, με επικεφαλής τον Πιοτρ Αρσίνοφ και τον Νέστορ Μάχνο, θα επιχειρήσει να εισάγει σε αυτόν τις ιδέες του πλατφορμισμού, μιας αντίληψης οργανωμένου πολιτικού αναρχισμού που δίνει έμφαση στην ταξική πάλη. Κατοπινές ή σύγχρονες θεωρητικές επεξεργασίες ελευθεριακών συγγραφέων θα ενισχύσουν αυτή την τάση, όπως εκείνες του μεγάλου γεωγράφου Πιοτρ Κροπότκιν που αντιλαμβάνεται τον αναρχισμό ως μια τάση του ανθρώπου που συναντάται στο φυσικό περιβάλλον ή του εξίσου σημαντικού συναδέλφου του Ελιζέ Ρεκλί. Ακόμα και ο Ρούντολφ Ρόκερ, ένας από τους σημαντικότερους αναρχοσυνδικαλιστές θεωρητικούς του 20ού αιώνα, θα «δανειστεί» ορισμένες από αυτές τις ιδέες στην προσπάθειά του να αυτονομήσει ως ένα βαθμό το Κράτος από τις κοινωνικές σχέσεις που το συνθέτουν.
Κοινωνική και πολιτική οργάνωση
Δύο μεγάλες στρατηγικές, δύο «γραμμές» κατά την πολιτική ορολογία, διαμορφώνονται λοιπόν μέσα στο ελευθεριακό κίνημα. Η μία, αυτή που προέρχεται από τις εργατικές ρίζες του, από τη συμμετοχή του στην Α’ Διεθνή και τη μάχη που έδωσε εκεί απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις. Η στρατηγική αυτή ξεκινά από μια βασική παραδοχή: τη δυνατότητα των μαζών να αναπτύξουν επαναστατική δράση για τον εαυτό τους, χωρίς την παρέμβαση της πολιτικής διαφώτισης. Μπορούμε συνοπτικά να πούμε ότι είναι η τάση της ελευθεριακής αντίληψης που προτάσσει την οργάνωση σε ταξική και την κοινωνική κατεύθυνση. Βασική της έκφραση είναι ο αναρχοσυνδικαλισμός. Η άλλη στρατηγική ξεκινά από μια φιλοσοφική αποδοχή του αναρχισμού ως ιδανικού και αρνείται αυτή την παραδοχή: θεωρεί τις μάζες σε γενικές γραμμές ανίκανες να οργανωθούν ανεξάρτητα και να χειραφετηθούν από μόνες τους και προτάσσει ως εκ τούτου την ειδική αναρχική οργάνωση, τα χαρακτηριστικά της οποίας ποικίλλουν ανάλογα με το ρεύμα που την επικαλείται. Ο αναρχο-μηδενισμός αναφέρεται κυρίως σε οργανώσεις που ασκούν κοινωνική βία επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να προκαλέσουν ρωγμές στην κυρίαρχη τάξη. Η αναρχική σύνθεση, ή πιο απλά πολιτική αναρχία, αναφέρεται κατά κανόνα σε δημόσιες οργανώσεις αναρχικής προπαγάνδας και δράσης που άπτεται των ελευθεριακών ιδεών. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, παρά όσα πολλά τις χωρίζουν, ο τρόπος οργάνωσης που προτείνεται είναι η πολιτική, δηλαδή ο διαχωρισμός από τις μάζες.

Η πρώτη αντίληψη δεν κατάφερε μέχρι τώρα να πετύχει όσα ευαγγελίζεται. Μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές της ιστορίας οι μάζες κατόρθωσαν να αναπτύξουν οργανωμένη επαναστατική δράση που να συνοψίζεται σε αυτό που ονομάζουμε κομμουνιστική τάση στην κοινωνία και, κατά κανόνα, ακόμα και τότε ηττήθηκε. Τη συναντάμε ωστόσο κάθε φορά που η κομμουνιστική τάση επανεμφανίζεται στην ιστορία και παρεμβαίνει στη ροή της. Τη συναντάμε πρωτίστως σε κάθε αυθόρμητη οργάνωση των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς τους, σε κάθε ομαδοποίηση που προωθεί την αλληλεγγύη ανάμεσα στις καταπιεζόμενες μάζες, που υπενθυμίζει ότι το ελευθεριακό σοσιαλιστικό ενδεχόμενο παραμένει εναλλακτική προοπτική στον κόσμο που ζούμε.
Η δεύτερη, όποτε δοκιμάστηκε, δοκιμάστηκε στην αυθεντική της μορφή, είτε τη σοσιαλδημοκρατική (σε αντιπαραβολή με τον αναρχικό μηδενισμό) είτε την τριτοδιεθνιστική – κομμουνιστική (σε αντιπαραβολή με την πολιτική αναρχία). Και στις δύο περιπτώσεις τα αποτελέσματα υπήρξαν εντελώς αντίθετα με τις προσδοκίες των ελευθεριακών : ενίσχυσαν την κρατική δομή χωρίς να εξαλείψουν τις κοινωνικές αντιθέσεις. Μέχρι τώρα καμία πειστική εξήγηση δεν έχει υπάρξει για το πώς τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά αν στη θέση των σοσιαλδημοκρατών ή των μαρξιστών κομμουνιστών ήταν οι αναρχικοί. Ακόμα περισσότερο, η διατήρηση των αποστάσεων από τις μάζες δεν έδειξε να προστατεύει πάντα αυτές τις αναρχικές ομάδες ούτε από εξουσιαστικές εκτροπές ούτε από τον ρεφορμισμό.
Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοιχτό, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς από τη στιγμή που παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης –και είναι αμφίβολο αν θα απαντηθεί ποτέ στο σύνολό του. Ωστόσο, ορισμένα σημεία του ερωτήματος έχουν ήδη απαντηθεί: η ελευθεριακή αντίληψη είναι πρόταση για τη μαζική δράση και όχι πρόταγμα ιδεολογικού διαμελισμού των μαζών. Αν διεκδικεί τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την κατάργηση του Κράτους, το κάνει γιατί θεωρεί ότι οι μάζες, οι εργατικές μάζες και οι υπόλοιπες καταπιεζόμενες μάζες είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτόν τον στόχο. Ο ελευθεριακός βολονταρισμός είναι ένας εξωστρεφής βολονταρισμός και αφορά τις δυνατότητες της κοινωνίας, και αντιπαραβάλλεται στον εσωστρεφή βολονταρισμό των κλειστών ομάδων συγγένειας και των πολιτικών οργανώσεων που επιχειρούν να χειραφετήσουν την κοινωνία.
Ο αναρχο-μηδενισμός, ρεύμα που αντιδιαστέλλεται στην πηγή των ελευθεριακών θέσεων, λειτούργησε ιστορικά ως ένας εξουσιαστικός μαγνήτης για πολλά ελευθεριακά ρεύματα, στρέφοντάς τα προς την πολιτική οργάνωση και την αποστασία από τη μαζική οικονομική δράση. Απέναντι σε αυτόν τον ιδεολογικό διαμελισμό της κοινωνίας, που προτείνεται ως εργαλείο καθαρότητας, ο επαναστατικός συνδικαλισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός, αντιπροτείνει την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις των εργαζομένων. Δεν είναι βέβαιο ότι θα δικαιωθεί. Αλλά είναι βέβαιο ότι δεν γίνεται να διαψευστεί χωρίς να διαψευστεί μαζί του και ο πόθος για την ανθρώπινη χειραφέτηση, το μεγάλο αυτό ταξίδι που ξεκίνησε προς την ανεξαρτησία του κόσμου.
Το κείμενο του Γιάννη Ανδρουλιδάκη δημοσιεύεται από το δεύτερο τεύχος της θεωρητικής επιθεώρησης της Αναρχοσυνδικαλιστικής Πρωτοβουλίας Ροσινάντε “Καινά Δαιμόνια”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου