Σελίδες

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας

Σλάβοι Ζίζεκ: Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας




Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας[i],






Πώς έγινε ο Μπιλ Γκέιτς [Bill Gates] ο πλουσιότερος άνθρωπος στις ΗΠΑ; Ο πλούτος του δε σχετίζεται με το κόστος παραγωγής των προϊόντων της Microsoft: δεν είναι αποτέλεσμα παραγωγής λογισμικού σε χαμηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές του ή πιο επιτυχημένης “εκμετάλλευσης” των εργαζομένων του (η Microsoft πληρώνει τους διανοητικά εργαζόμενούς της ένα σχετικά υψηλό μισθό). Αν ήταν έτσι, η Microsoft θα είχε χρεοκοπήσει εδώ και πολύ καιρό: οι άνθρωποι θα επέλεγαν ελεύθερα λογισμικά όπως το Linux, που είναι το ίδιο καλό ή και καλύτερο από τα προϊόντα της Microsoft. Εκατομμύρια άνθρωποι αγοράζουν ακόμα το λογισμικό της Microsoft, επειδή η ίδια έχει επιβληθεί σαν ένα σχεδόν καθολικό πρότυπο, πρακτικά μονοπωλώντας το πεδίο, ενσάρκωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε “γενική διάνοια” , εννοώντας τη συλλογική γνώση σε όλες τις μορφές, από την επιστήμη ως την πρακτική τεχνογνωσία. O Γκέιτς ιδιωτικοποίησε ουσιαστικά μέρος της γενικής διάνοιας και έγινε πλούσιος από την ιδιοποίηση του μισθώματος που επακολούθησε.

Το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας ήταν κάτι που ο Μαρξ ποτέ δεν προέβλεψε στα γραπτά του για τον καπιταλισμό (εν πολλοίς επειδή παρέβλεπε την κοινωνική διάσταση του ζητήματος). Κι όμως, αυτό το ζήτημα είναι στον πυρήνα των σύγχρονων αγώνων σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία: ο ρόλος της γενικής διάνοιας – βασισμένος στην συλλογική γνώση και την κοινωνική συνεργασία- έχει αυξηθεί στο μετά-βιομηχανικό καπιταλισμό, έτσι που ο πλούτος συσσωρεύεται εντελώς δυσανάλογα σε σχέση με την εργασία που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του. Το αποτέλεσμα δεν είναι, όπως ο Μαρξ φαίνεται να είχε προβλέψει, η αυτο-διάλυση του καπιταλισμού, αλλά η σταδιακή μετατροπή του κέρδους που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας, στην ιδιοποίηση του μισθώματος από την ιδιωτικοποίηση της γνώσης.



Το ίδιο συμβαίνει και με τα φυσικά αποθέματα, η αξιοποίηση των οποίων είναι μια από τις κύριες πηγές μισθώματος στον κόσμο. Επακόλουθο είναι μια μόνιμη πάλη για το ποιος λαμβάνει το μίσθωμα: οι πολίτες του τρίτου κόσμου ή οι δυτικές επιχειρήσεις. Είναι ειρωνικό ότι στην εξήγηση της διαφοράς ανάμεσα στην εργατική δύναμη (που κατά τη χρήση της παράγει υπεραξία) και σε άλλα εμπορεύματα (που καταναλώνουν όλη την αξία στη χρήση τους) ο Μαρξ δίνει το παράδειγμα του πετρελαίου σαν ένα “συνηθισμένο” εμπόρευμα. Κάθε προσπάθεια που γίνεται να συνδεθεί η άνοδος και η πτώση στην τιμή του πετρελαίου με την άνοδο ή την πτώση στο κόστος παραγωγής ή στην τιμή της εργατικής δύναμης είναι χωρίς νόημα: το κόστος παραγωγής είναι μηδαμινό ποσοστό της τιμής που πληρώνουμε για πετρέλαιο, μια τιμή που στην πραγματικότητα είναι το μίσθωμα που μπορεί να διαμορφώσουν οι ιδιοκτήτες εξαιτίας των περιορισμένων αποθεμάτων.


Μια συνέπεια της ανόδου της παραγωγικότητας, που προήλθε από την εκθετικά αυξανόμενη επίδραση της συλλογικής γνώσης, είναι η αλλαγή του ρόλου της ανεργίας. Είναι η ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού (μεγαλύτερη αποδοτικότητα, αυξημένη παραγωγικότητα κτλ) που παράγει την ανεργία, καθιστώντας όλο και περισσότερους εργάτες άχρηστους: αυτό που θα έπρεπε να είναι ευλογία – λιγότερο αναγκαία βαριά εργασία – μετατρέπεται σε κατάρα. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η πιθανότητα να γίνει κανείς αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια μακροχρόνια δουλειά βιώνεται σαν προνόμιο. Η παγκόσμια αγορά, όπως το έθεσε ο Φρέντρικ Τζέιμσον [Fredric Jameson], είναι τώρα “ένας χώρος στον οποίο ο καθένας έχει υπάρξει κάποια στιγμή παραγωγικός εργαζόμενος, και στον οποίο η εργασία έχει αρχίσει παντού να αυτο-κοστολογείται εκτός του συστήματος”[ως ασύμφορη].Στην τρέχουσα διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η κατηγορία των ανέργων δεν περιορίζεται πλέον σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε “εφεδρικό εργατικό στρατό
[ii] : περιλαμβάνει επίσης, όπως περιγράφει ο Τζέιμσον “τους τεράστιους πληθυσμούς ανά τον κόσμο που μοιάζουν σα να έχουν ‘πεταχτεί από την ιστορία’, που έχουν εσκεμμένα αποκλειστεί από τα εκσυγχρονιστικά σχέδια του καπιταλιστικού πρώτου κόσμου και καταγραφεί ως χαμένες ή ανίατες υποθέσεις”: τα αποκαλούμενα κράτη αποτυχίες [fail states] (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Σομαλία), θύματα της πείνας ή της οικολογικής καταστροφής, παγιδευμένα σε ψευδο-αρχαϊκά “εθνικά μίση”, αντικείμενα φιλανθρωπίας και ΜΚΟ ή στόχοι του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Η κατηγορία των ανέργων λοιπόν έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει αχανείς ομάδες ανθρώπων, από τους προσωρινά άνεργους, μέχρι τους μόνιμα άνεργους ή αυτούς που πλέον δεν είναι απασχολήσιμοι, στους κατοίκους των γκέτο και των παραγκουπόλεων (όλους αυτούς που συχνά απορρίπτονταν από τον ίδιο το Marx σαν “λούμπεν-προλεταριάτο”), και τελικά σε ολόκληρους πληθυσμούς ή κράτη που έχουν αποκλειστεί από το παγκόσμιο καπιταλιστικό προτσές, όπως οι κενές περιοχές σε αρχαίους χάρτες.

Κάποιοι λένε ότι αυτή η νέα μορφή καπιταλισμού παρέχει νέες χειραφετητικές δυνατότητες. Αυτή είναι η θέση του “πλήθους” των Χαρντ [Hardt] και Νέγκρι [Negri], που προσπαθεί να ριζοσπαστικοποιήσει το Μαρξ, που υποστήριζε ότι αν απλά κόψουμε το κεφάλι του καπιταλισμού, θα πάρουμε σοσιαλισμό. Ο Μαρξ, όπως το βλέπουν, ήταν ιστορικά περιορισμένος από την ιδέα της συγκεντρωτικής, αυτοματοποιημένης και ιεραρχικά οργανωμένης βιομηχανικής παραγωγής, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί τη “γενική διάνοια” σαν κάτι που μοιάζει με “υπηρεσία” κεντρικού σχεδιασμού: μόνο σήμερα, με την άνοδο της “άυλης εργασίας” μια επαναστατική ανατροπή γίνεται “αντικειμενικά δυνατή”. Η άυλη αυτή εργασία εκτείνεται μεταξύ δύο πόλων: από την διανοητική εργασία (παραγωγή ιδεών, κειμένων, προγραμμάτων κλπ) στην εργασία συναισθηματικής επιρροής (που γίνεται από γιατρούς, babysitters και αεροσυνοδούς). Σήμερα, η άυλη εργασία είναι “ηγεμονική” υπό την ίδια έννοια που ο Μαρξ ισχυριζόταν ότι, στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα, η μεγάλης κλίμακας βιομηχανική παραγωγή ήταν ηγεμονική: επιβάλλεται όχι αριθμητικά, αλλά επειδή παίζει τον κεντρικό, εμβληματικό, δομικό ρόλο. Αυτό που προκύπτει είναι ένας αχανές νέο πεδίο που ονομάζεται ως “το κοινό”: διαμοιρασμένη γνώση και νέες φόρμες επικοινωνίας και συνεργασίας. Τα προϊόντα της άυλης παραγωγής δεν είναι αντικείμενα αλλά νέες κοινωνικές ή διαπροσωπικές σχέσεις: η άυλη παραγωγή είναι βιοπολιτική, η παραγωγή της κοινωνικής ζωής.


Οι Χαρντ και Νέγκρι περιγράφουν εδώ τη διαδικασία που οι ιδεολόγοι του σημερινού “μεταμοντέρνου” καπιταλισμού γιορτάζουν σαν το πέρασμα από την υλική στη συμβολική παραγωγή, από την κεντρική-ιεραρχική λογική, στη λογική της αυτοοργάνωσης και της πολυπολικής συνεργασίας. Η διαφορά είναι πως οι Χαρντ και Νέγκρι είναι ουσιαστικά πιστοί στο Μαρξ: προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Μαρξ είχε δίκιο, ότι η άνοδος της γενικής διάνοιας είναι μακροπρόθεσμα ασύμβατη με τον καπιταλισμό. Οι ιδεολόγοι του μεταμοντέρνου καπιταλισμού ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο: Η μαρξιστική θεωρία (και πρακτική), λένε, παραμένει εντός των περιορισμών της ιεραρχικής λογικής ή του κεντρικού ελέγχου του κράτους και άρα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις κοινωνικές συνέπειες της πληροφοριακής επανάστασης. Υπάρχουν καλοί εμπειρικοί λόγοι για τον ισχυρισμό αυτό: αυτό που ουσιαστικά διέλυσε τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν η αδυναμία τους να δεχθούν τη νέα κοινωνική λογική που υποστήριξε την πληροφοριακή επανάσταση: προσπάθησαν να κατευθύνουν την επανάσταση κάνοντας την ένα ακόμα μεγάλης κλίμακας σχέδιο κρατικού κεντρικού σχεδιασμού. Το παράδοξο είναι ότι αυτό που οι Χαρντ και Νέγκρι γιορτάζουν σαν τη μοναδική ευκαιρία να ξεπεραστεί ο καπιταλισμός, γιορτάζεται από τους ιδεολόγους της πληροφοριακής επανάστασης ως η άνοδος ενός νέου καπιταλισμού, “χωρίς τριβές”.


Η ανάλυση των Χαρντ και Νέγκρι έχει μερικά αδύναμα σημεία, που μας βοηθούν να καταλάβουμε πως ο καπιταλισμός κατάφερε να επιβιώσει αυτό που θα έπρεπε (με κλασικούς μαρξιστικούς όρους) να είναι μια νέα οργάνωση της παραγωγής που τον καθιστούσε παρωχημένο. Υποτιμούν την έκταση στην οποία ο σημερινός καπιταλισμός έχει επιτυχώς (τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα) ιδιωτικοποίησει την ίδια τη γενική διάνοια, αλλά και το εύρος στο οποίο, περισσότερο από τους αστούς, οι εργάτες έχουν γίνει περιττοί (με ολοένα και μεγαλύτερα ποσοστά ανάμεσα τους να γίνονται όχι απλά προσωρινά άνεργοι αλλά δομικά μη απασχολήσιμοι).


Αν το ιδανικό του παλιού καπιταλισμού περιλάμβανε έναν επιχειρηματία που επένδυε (δικό του ή δανεισμένο) χρήμα στην παραγωγή που οργάνωνε και διηύθυνε και έπειτα καρπωνόταν το κέρδος, ένας νέος ιδεότυπος αναδύεται σήμερα: όχι πλέον ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, αλλά ο ειδικός μάνατζερ (ή ένα συμβούλιο μάνατζερ υπό την προεδρία ενός CEO) που διευθύνει μια εταιρία που ανήκει σε τράπεζες (που επίσης διευθύνονται από μάνατζερ που δεν είναι ιδιοκτήτες της τράπεζας) ή διεσπαρμένους επενδυτές. Σε αυτό το νέο ιδεότυπο καπιταλισμού, η παλιά μπουρζουαζία, καθιστάμενη μη λειτουργική, επαναχρησιμοποιείται σαν μισθωτό μάνατζμεντ[διευθυντικό προσωπικό]): η νέα μπουρζουαζία παίρνει μισθούς, κι ακόμα κι αν είναι ιδιοκτήτες μέρους της εταιρίας, κερδίζουν μετοχές σαν μέρος της ανταπόδοσης για τη δουλειά τους (“μπόνους” για την “επιτυχία” τους).


Αυτή η νέα μπουρζουαζία ακόμα αποσπά υπεραξία, αλλά με τη (μυστικοποιημένη) μορφή αυτού που έχει ονομαστεί “υπερ-μισθός”
[iii]: πληρώνεται περισσότερο από τον προλεταριακό “κατώτατο μισθό” (ένα συχνά μυθικό σημείο αναφοράς που το μοναδικό του πραγματικό παράδειγμα στο σημερινό παγκόσμιο καπιταλισμό είναι ο μισθός ενός εργάτη σ’ ένα κάτεργο στην Κίνα ή την Ινδονησία), και αυτή είναι η διαφοροποίησή του από τους κοινούς προλετάριους που καθορίζει και τη θέση του. Ο αστός με την κλασική έννοια του όρου τείνει να εξαφανιστεί: οι καπιταλιστές επανεμφανίζονται σαν ένα υποσύνολο των μισθωτών, σαν μάνατζερ που έχουν τα προσόντα να κερδίζουν περισσότερα χάρη στην ανταγωνιστικότητα τους (γι’ αυτό η ψευδο-επιστημονική “αξιολόγηση” είναι σημαντική: νομιμοποιεί τη διαφορά στις απολαβές). Πέρα απ’ το να περιορίζεται στους μάνατζερ, η κατηγορία των εργαζομένων που κερδίζουν ένα τέτοιο υπερ-μισθό εκτείνεται σε διαφόρων ειδών ειδικούς, διευθυντές, δημοσίους υπαλλήλους,γιατρούς, δικηγόρους, δημοσιογράφους, διανοούμενους και καλλιτέχνες. Η “υπεραξία” που παίρνουν έχει δύο μορφές: περισσότερα λεφτά (για μάνατζερ κτλ), αλλά επίσης λιγότερη δουλειά και περισσότερος ελεύθερος χρόνος (για -κάποιους- διανοούμενους, αλλά και για διευθυντικά στελέχη της κρατικής διοίκησης)

Η αξιολογητική διαδικασία που ξεχωρίζει κάποιους εργαζόμενους ώστε να λαμβάνουν υπερ-μισθό είναι ένας αυθαίρετος μηχανισμός εξουσίας και ιδεολογίας, χωρίς σοβαρή σχέση με την πραγματική ανταγωνιστικότητα: ο υπερ-μισθός υπάρχει για πολιτικούς και όχι οικονομικούς λόγους: για να διατηρήσει μια “¨μεσαία τάξη” με σκοπό την κοινωνική σταθερότητα. Η αυθαιρεσία της κοινωνικής ιεραρχίας δεν είναι ένα λάθος, αλλά ακριβώς η ουσία, με την αυθαιρεσία της αξιολόγησης να παίζει έναν ανάλογο ρόλο με την αυθαιρεσία της επιτυχίας στην αγορά. Η βία απειλεί να ξεσπάσει όχι όταν υπάρχει ενδεχομενικότητα στον κοινωνικό χώρο, αλλά όταν ακριβώς γίνεται προσπάθεια αυτή να εξαλειφθεί. Στο “La Marque du Sacre”, ο Ζαν-Πιερ Ντουπουί [Jean-Pierre Dupuy] προσλαμβάνει την ιεραρχία σαν μία από τις τέσσερις διαδικασίες ['dispositifs symboliques'] της οποίας η λειτουργία είναι να κάνει τη σχέση υπεροχής μη εξευτελιστική: η ιεραρχία καθαυτή (μια εξωτερικά επιβαλλόμενη τάξη που μου επιτρέπει να βιώσω την κατώτερη κοινωνική μου θέση σαν ανεξάρτητη από την εσώτερη μου αξία), η απομυστικοποίηση (η ιδεολογική διαδικασία που καταδεικνύει ότι η κοινωνία δεν είναι αξιοκρατική αλλά το προϊόν αντικειμενικών κοινωνικών συγκρούσεων, μου επιτρέπει να αποφύγω το επώδυνο συμπέρασμα ότι η ανωτερότητα κάποιου άλλου είναι το αποτέλεσμα των πλεονεκτημάτων και των επιτευγμάτων του, η ενδεχομενικότητα(ένας παρόμοιος μηχανισμός, δια μέσω του οποίου αντιλαμβανόμαστε ότι η θέση μας στην κοινωνική κλίμακα εξαρτάται από μια φυσική και κοινωνική λοταρία: οι τυχεροί είναι αυτοί που γεννιούνται με τα σωστά γονίδια σε πλούσιες οικογένειες), και η πολυπλοκότητα (ανεξέλεγκτες δυνάμεις έχουν απρόβλεπτες συνέπειες: για παράδειγμα, το αόρατο χέρι της αγοράς ίσως με οδηγήσει σε αποτυχία ενώ το γείτονά μου σε επιτυχία, ακόμα κι αν εγώ δουλεύω πιο σκληρά και είμαι πιο έξυπνος). Αντίθετα με το τι φαίνεται, αυτοί οι μηχανισμοί δεν ανταγωνίζονται ούτε απειλούν την ιεραρχία, αλλά την κάνουν ευκολοχώνευτη, αφού “αυτό που πυροδοτεί την αναταραχή του φθόνου είναι η ιδέα ότι οι άλλοι αξίζουν την καλή τους τύχη και όχι το αντίθετο-που είναι και το μόνο που μπορεί να εκφραστεί ανοιχτά”. O Ντουπουί αντλεί από την παραδοχή του το συμπέρασμα πως είναι μεγάλο λάθος να νομίζει κανείς ότι μια εύλογα δίκαιη κοινωνία που προσλαμβάνει τον εαυτό της ως τέτοια θα είναι απαλλαγμένη από δυσαρέσκεια: αντιθέτως, είναι ακριβώς σε μία τέτοια κοινωνία όπου αυτοί που βρίσκονται σε κατώτερες θέσεις θα βρουν μια διέξοδο για την πληγωμένη τους περηφάνεια σε βίαια ξεσπάσματα οργής.


Σχετικό με τα παραπάνω είναι το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η σημερινή Κίνα: ο ιδανικός στόχος των μεταρρυθμίσεων του Ντενγκ [Deng Xiaoping]ήταν να εισάγει έναν καπιταλισμό χωρίς μπουρζουαζία (καθώς αυτοί θα ήταν η νέα άρχουσα τάξη): τώρα, παρόλαυτα, οι ηγέτες της Κίνας κάνουν την επώδυνη ανακάλυψη ότι ο καπιταλισμός χωρίς σταθερή ιεραρχία (που προέκυπτε από την ύπαρξη μιας μπουρζουαζίας) προκαλεί μόνιμη αστάθεια. Τι μονοπάτι θα πάρει η Κίνα; Οι πρώην κομμουνιστές, εν τω μεταξύ, αναδύονται σαν οι πιο αποτελεσματικοί μάνατζερ επειδή η ιστορική τους εχθρότητα απέναντι στην μπουρζουαζία σαν τάξη ταιριάζει τέλεια με τη σημερινή τάση του καπιταλισμού να γίνει ένας διευθυντικός[managerial] καπιταλισμός χωρίς μπουρζουαζία- και στις δύο περιπτώσεις, όπως το είχε θέσει ο Στάλιν καιρό πριν, “τα στελέχη αποφασίζουν τα πάντα”. (Μια ενδιαφέρουσα διαφορά μεταξύ της σημερινής Κίνας με τη Ρωσία: στη Ρωσία, οι καθηγητές πανεπιστημίου είναι εξευτελιστικά κακοπληρωμένοι- είναι de facto ήδη μέρος του προλεταριάτου- ενώ στην Κίνα τους παρέχεται ένας υπερ-μισθός σαν μέσο εγγύησης της υπακοής τους).


Η έννοια του υπερ-μισθού ρίχνει νέο φως στις τρέχουσες “αντικαπιταλιστικές” διαδηλώσεις. Σε καιρούς κρίσης, οι προφανείς υποψήφιοι για “σφίξιμο της ζώνης” είναι τα χαμηλότερα στρώματα της μισθωτής μπουρζουαζίας: οι πολιτικές διαδηλώσεις είναι η μόνη διέξοδος, αν θέλουν να αποφύγουν την ένταξη στο προλεταριάτο. Παρόλο που οι διαμαρτυρίες τους απευθύνονται ονομαστικά στη βάρβαρη λογική της αγοράς, στην πραγματικότητα διαδηλώνουν εναντίον της βαθμιαίας διάβρωσης της δικής τους (πολιτικά) προνομιακής οικονομικής θέσης. H Άυν Ραντ [Ayn Rand] έχει μια φαντασίωση στο “Ο Άτλας επαναστάτησε”[Atlas Shrugged], της απεργίας των “δημιουργικών” καπιταλιστών, μια φαντασίωση που βρίσκει τη διεστραμμένη πραγματοποίησή της στις πρόσφατες απεργίες, που είναι κυρίως απεργίες από μέρους της “μισθωτής μπουρζουαζίας” που καθοδηγούνται από το φόβο ότι θα χάσει τα προνόμιά της (την προστιθέμενη αξία σε σχέση με τον κατώτατο μισθό). Δεν είναι προλεταριακές διαδηλώσεις αυτές, αλλά διαδηλώσεις ενάντια στην απειλή της προλεταριοποίησης. Ποιος τολμάει να απεργήσει σήμερα, όταν το να έχει κανείς μια μόνιμη δουλεία έχει γίνει προνόμιο; Όχι οι χαμηλόμισθοι εργάτες της (ότι έχει απομείνει από) βιομηχανίας της κλωστοϋφαντουργίας, αλλά οι προνομιακοί εργαζόμενοι με εγγυημένες δουλειές (δάσκαλοι, εργαζόμενοι στα δημόσια μέσα μεταφοράς, αστυνομικοί). Αυτό ισχύει και για το κύμα φοιτητικών διαδηλώσεων: το βασικό κίνητρο είναι αναμφισβήτητα ο φόβος ότι η ανώτατη εκπαίδευση δε θα μπορεί πλέον να τους εγγυηθεί έναν υπερ-μισθό αργότερα στη ζωή τους.


Ταυτόχρονα, είναι φανερό ότι η τεράστια αναβίωση διαδηλώσεων τον τελευταίο χρόνο, από την Αραβική Άνοιξη στη Δυτική Ευρώπη, από το Occupy Wall Street στην Κίνα, από την Ισπανία στην Ελλάδα, δε θα έπρεπε να απορριφθεί απλώς σαν η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας. Κάθε περίπτωση θα πρέπει να μελετάται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Οι φοιτητικές διαδηλώσεις εναντίον των μεταρρυθμίσεων στα πανεπιστήμια ήταν ξεκάθαρα διαφορετικές από τις ταραχές του Αυγούστου, που ήταν ένα καταναλωτικό καρναβάλι καταστροφής, ένα αληθινό ξέσπασμα των αποκλεισμένων. Θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι ο ξεσηκωμός στην Αίγυπτο ξεκίνησε εν μέρει σαν εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας (μορφωμένοι νέοι που διαδηλώνουν για την έλλειψη προοπτικής), αλλά αυτό ήταν μόνο μία πλευρά μιας μεγαλύτερης διαμαρτυρίας εναντίον ενός καταπιεστικού καθεστώτος. Από την άλλη, η διαμαρτυρία μετά βίας κινητοποίησε φτωχούς εργάτες και αγρότες και η εκλογική νίκη των Ισλαμιστών είναι μια ένδειξη της στενή κοινωνικής βάσης των αρχικής κοσμικής διαμαρτυρίας. Η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση: τις τελευταίες δεκαετίες, μια νέα μισθωτή μπουρζουαζία (ειδικά στον υπερ-εκτεταμένο τομέα δημόσιας διοίκησης) δημιουργήθηκε χάρη στην οικονομική βοήθεια και τα δάνεια της ΕΕ, και οι διαμαρτυρίες κινητοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την απειλή να χαθεί αυτό το προνόμιο.


Εν τω μεταξύ, η προλεταριοποίηση του χαμηλότερου στρώματος της μισθωτής μπουρζουαζίας συνοδεύεται στο άλλο άκρο από παράλογα υψηλά απολαβές από κορυφαίους μάνατζερ και τραπεζίτες. Οι απολαβές αυτές είναι οικονομικά ανορθολογικές καθώς, όπως έδειξαν έρευνες στις ΗΠΑ, τείνουν να είναι αντιστρόφως ανάλογες με την επιτυχία μιας εταιρίας. Αντί να υποβάλλουμε αυτές τις τάσεις σε ηθικιστική κριτική, θα πρέπει να τις διαβάσουμε σαν σημάδια πως το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, δεν είναι πλέον ικανό να βρει ένα επίπεδο αυτορυθμιζόμενης σταθερότητας- απειλείται, με άλλα λόγια, να βγει εκτός ελέγχου.


  Στμ: Ο Ζίζεκ χρησιμοποιεί τον όρο “bourgeoisie”, ο οποίος, όπως έχει καθιερωθεί, χαρακτηρίζει την αστική τάξη (με τους παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους) αλλά και σε άλλα πλαίσια τα εύρωστα, ανώτερα μεσαία στρώματα. Στο κείμενο ο όρος φαίνεται να χρησιμοποιείται και με τις δύο έννοιες, χωρίς να γίνεται σαφής διάκριση, οπότε προτιμήθηκε η ευρεία απόδοση “μπουρζουαζία” από την “αστική τάξη” ή “μισθωτός αστός”
  ο Μαρξ τους αποκαλούσε εφεδρικό βιομηχανικό στρατό
  Στμ: στο πρωτότυπο: surplus wage. Με μια πρόχειρη αναζήτηση δε βρέθηκε προηγούμενη απόδοση στα Ελληνικά. Χρησιμοποιείται κατ’ αντιστοιχία του όρου υπεραξία[surplus value] του Μαρξ. Προτιμήθηκε ο αδόκιμος όρος “υπερ-μισθός” αντί του πιο “λογικού” “πλεονάζον μισθός” ακριβώς για να τονιστεί ότι πρόκειται για ένα διαφορετικό τρόπο, κατά το συγγραφέα, απόσπασης υπεραξίας.

δημοσιεύτηκε στο London Review of Books
http://www.lrb.co.uk/v34/n02/slavoj-zizek/the-revolt-of-the-salaried-bourgeoisie

Μετάφραση: Γιώργος Μαριάς



Πηγή: Λέσχη

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Χρόνης Μίσσιος:

  Είναι επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών

Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη, Tvxs, 2.1.12 
 Ζούμε σ’ ένα σύστημα ανήθικο, παράλογο, αφύσικο και παραπλανητικό" ο Χρόνης Μίσσιος, σ' αυτό το δεύτερο και τελευταίο μέρος της συνέντευξης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη τονίζοντας μεταξύ άλλων, ότι "για πρώτη φορά, ίσως, στην ιστορία του κόσμου, είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών σ’ ένα παγκόσμιο κίνημα, το οποίο θα φέρει την αλλαγή" και πως "δεν αρκεί, απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε!".
Η σημερινή αντίσταση, ρωτάς, αν είναι να είσαι ο εαυτός σου; Αυτό είναι το σημαντικότερο. Αλλά κι ο εαυτός προς τα πού; Ε, στις πιο μαύρες ώρες ο άνθρωπος ξεφυτρώνει κάτι κάποια στιγμή, αν νιώθει! Για να έχεις συναισθήματα, όμως, πρέπει να νιώθεις συναισθήματα, να έχεις την απαραίτητη αυτογνωσία. Αλλά η σημερινή ζωή των ανθρώπων όπως είναι οργανωμένη είναι και αποσυναισθηματοποιημένη, ή τα συναισθήματα που νιώθει ο σημερινός άνθρωπος, και ιδίως ο νέος άνθρωπος, είναι κυρίως αρνητικά. Είναι συνεχώς αρνητικά φορτισμένος! Είτε θα δει τον προϊστάμενο, είτε θα δει τον μπάτσο, είτε θα δει οποιονδήποτε μέσα σε κάποιες σχέσεις, οι οποίες είναι αρνητικές.

Ζούμε σ’ ένα σύστημα ανήθικο, παράλογο, αφύσικο και παραπλανητικό. Λέει ο Μπορις Βιαν: «σ’ ένα σύστημα που εκθειάζει τον πόλεμο και απαγορεύει τον έρωτα», που θεωρεί τον έρωτα αμαρτία, σ’ ένα σύστημα που καθαγιάζει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, σ’ ένα σύστημα που δεν σέβεται την προσωπικότητα του ανθρώπου, τον υποτάσσει κάτω από μια εξουσία, σ’ ένα σύστημα που παράγει άχρηστα πράγματα.

Σε ένα σύστημα, που η διαφήμιση, είναι ο τρομακτικότερος οδοστρωτήρας του καταναλωτισμού που ισοπεδώνει την ψυχή του ανθρώπου, το νόημα της ζωής του και μετατρέπει τους πόρους του πλανήτη σε απορρίμματα και που δυστυχώς, κανείς τον δεν καταγγέλλει αυτόν τον καρκίνο που λέγεται διαφήμιση, και που «καβαλάει» σε κάθε δημιούργημα ανθρώπινο, είτε πρόκειται για κάποιο κινηματογραφικό έργο, είτε πρόκειται για κάποια συνέντευξη, διακόπτοντας, για να πλασάρει  π.χ. την κυρία που γλύφει το παγωτό! Βλέπεις κάτι και σου βάζουν αυτές τις αηδίες και μετά λες τι να έβλεπα πριν; Έχεις ξεχάσει! Πολτοποιούν το μυαλό του θεατή.

Ο ρατσισμός, δε, εναντίον του θηλυκού γένους μέσα στην ελληνική κοινωνία είναι κυρίαρχο στοιχείο. Τι μου λες, εσύ, για Αλβανούς και γι’ άλλους ξένους. Υπάρχει μεγαλύτερος ρατσισμός από το πώς αντιμετωπίζεται η γυναίκα μέσα στην ελληνική κοινωνία; Είναι φριχτά πράγματα αυτά. Δηλαδή, αν κάτσουμε να μιλήσουμε για το πόσες πλευρές του ανθρώπου αγγίζει αυτό το θέμα, θα καταλάβουμε τι έγκλημα συντελείται σήμερα εναντίον της ανθρώπινης ζωής.

Και το πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά; Εκεί είναι τεράστιο πρόβλημα, άλλο πρόβλημα. Τα βάζουν, ενώ απαγορεύεται να δουλεύουν, και τα εκπορνεύουν από μικρά, και κανείς δεν διαμαρτύρεται αν ένα ανήλικο παιδί διαφημίζει γαριδάκια. Τι έγκλημα είναι αυτό; Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα... Είναι, περίπου: ο σώζον εαυτόν σωθήτω. Στο Πήλιο, οι φίλοι μου που έχουν πάει εκεί και ζουν καλλιεργώντας τη  γη, βρήκαν ένα σύνθημα που λέει: «Μας σκοτώνουν από δέκα χρονών και μας θάβουν στα ογδόντα». Σκοτώνουμε τα παιδάκια, τα θάβουμε μετά στα ογδόντα και λέμε ότι ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε!

Τους βλέπεις και αραδιάζουν παιδιά σ’ έναν κόσμο ο οποίος είναι εφιάλτης και ταυτόχρονα δεν νοιάζονται για τίποτα. Και αναρωτιέσαι: γιατί το κάνουν αυτό και ταυτόχρονα δεν νοιάζονται για τίποτα; Να διαιωνίσουν μόνο τα γονίδια και το DNA; Και σε όλα αυτά, επίσης, κανείς δεν αντιδρά.

Εγώ, νιώθω πλούσιος επειδή συμμετείχα στα οράματα και στα ιδανικά της εποχής μου, έστω κι αν αυτά εξελίχτηκαν, όπως εξελίχτηκαν. Γιατί δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος ζωντανός και να μην συμμετέχεις στο γίγνεσθαι της εποχής σου! Τότε, δεν είσαι τίποτα, δεν είσαι πολίτης, είσαι υπήκοος, είσαι οπαδός, είσαι ένα «ζώον». Και δυστυχώς, έχουμε γεμίσει από οπαδούς και υπηκόους αντί από πολίτες, διότι η λέξη πολίτης, σημαίνει ότι συμμετέχεις, ότι δρας, ότι σκέφτεσαι, ότι έχεις κριτική σκέψη, ότι έχεις φαντασία, ότι έχεις θέληση…

Όταν μεταλλάσσονται οι άνθρωποι, και παύουν να είναι άνθρωποι, μαθαίνουν να παίρνουν μονάχα και όχι να δίνουν. Και αυτό είναι μια μονοσήμαντη σχέση και αρνητική. Είναι η κυρίαρχη σκέψη του λογοκρατούμενου δυτικού πολιτισμού. Διότι υπάρχει και μια άλλη σκέψη και φιλοσοφία: όταν δίνω κάτι, κερδίζω περισσότερο! Όταν έχω οχτώ και δώσω τα τρία έχω έντεκα, λένε οι σοφοί μας. Ενώ ο λογοκρατούμενος δυτικός πολιτισμός λέει, αντίθετα, ότι όταν έχω οχτώ και δώσω τα τρία, μού μένουν πέντε. Γιατί; Διότι το κεντρικό σημείο της «φιλοσοφίας» τους είναι τα αντικείμενα και όχι τα συναισθήματα.

Αυτό, δηλαδή, που είχε πει ο Επίκουρος πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια: προσέχτε, γιατί οι κτήσεις γίνονται κτήτορες και σας κάνουν δούλους! Ποιος τον άκουσε; Ποιός μπορεί σήμερα να καταλάβει αυτό το… ανώμαλο αριθμητικό σύνολο: 8-3=11;

Κι όμως… Παλιότερα, που έρχονταν οι Αλβανοί και τους αντιμετωπίζαμε σαν εγκληματίες, κλέφτες, φονιάδες, γύριζα από τον Αγ. Στέφανο, ήταν χειμώνας και χιόνιζε στον δρόμο και βλέπω ένα ζευγάρι να περπατάει μέσα στο χιόνι και στο βοριά, η γυναίκα κρατούσε ένα μωρό τυλιγμένο με κουβέρτες στην αγκαλιά της και ο άντρας πήγαινε από δίπλα. Σταμάτησα δίπλα τους και τους ρώτησα που πάτε; Μου λένε -στραβά κουτσά συνεννοηθήκαμε- πάμε στο Κέντρο Υγείας. Τους βάζω, λοιπόν, μέσα στο αυτοκίνητο – αυτοί απόρησαν- και τους πάω στο Κέντρο Υγείας. Κανονίζω, εκεί, να τους δει ο γιατρός... Ε, αυτό το βλέμμα που μου έριξε η γυναίκα, είχε τόση ευγνωμοσύνη, τόσες  ευχαριστίες, που εγώ δεν θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Κάθε φορά που κάνω μια τέτοια πράξη, ζω πολύ καλά για αρκετό καιρό. Όταν δίνεις κάτι, πάντα κερδίζεις και κερδίζεις τα πιο πολύτιμα. Κερδίζεις τα καλά συναισθήματα.

Πώς να γεμίσεις συναισθήματα τα οποία να γεννήσουν και πράγματα μέσα σου; Περιμένουν οι σύγχρονοι άνθρωποι πότε θα έρθουν οι διακοπές, να πάνε να κάτσουνε είκοσι μέρες να δούνε κανένα ηλιοβασίλεμα! Αλλά, όταν συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας εκείνο το οποίο διαστρέφεται είναι και η αισθητική πλευρά της ζωής μας. Δηλαδή, δεν είναι μονάχα η ποιότητα ζωής, είναι και αυτή η προσέγγιση, η οποία γίνεται κιτς, που βλέπεις στην τηλεόραση, στα σκουπίδια που μας πετάνε στη μάπα…

Γι’ αυτό λέω, κατ΄ αρχήν να σπάσουμε τις μεγάλες πόλεις, να πάμε στα χωριά μας, να πάμε σε μικρές κοινότητες, σε ανθρώπινα μέτρα. Η κοινωνία είμαστε και εμείς. Όταν αλλάζουμε τον εαυτό μας, αλλάζουμε και την κοινωνία. Δεν φεύγουμε απ’ την κοινωνία, συγκροτούμε μια άλλη στην οποία θέλουμε να ζήσουμε. Ανθρώπινη. Όπου θα μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια, όπου οι λέξεις θα χουν νόημα, το καλημέρα θα ‘ναι καλημέρα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, η τρυφερότητα, η αγάπη, ο έρωτας, η δημιουργία, η ζωή, η ανταλλαγή των απόψεων, των ιδεών, της κριτικής σκέψης κι όλα αυτά τα καταπληκτικά πράγματα θα έχουν νόημα. Ξέρετε με πόσα πράγματα όμορφα μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει έξω από αυτά που μας υποχρεώνει το σύστημα να κάνουμε;

Θυμάμαι μια φορά, μου έχει πει η γυναίκα μου η Ρηνιώ, παλιά στο Σουφλί τον χειμώνα, οι κοπέλες μαζεύονταν σε μια αποθήκη και ξεκούκιζαν το καλαμπόκι και η μία ήτανε αναγνώστρια, είχε ένα βιβλίο και διάβαζε και οι άλλες ακούγανε. Φαντάζεσαι μια τέτοια συντροφιά μια χειμωνιάτικη νύχτα; Να διαβάζει καλή λογοτεχνία; Πόσες συγκινήσεις, πόσα συναισθήματα ενώνει αυτή την παρέα εκείνη τη στιγμή, πόσο την ανεβάζει σε αισθητικό επίπεδο, πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει αυτό το πράγμα;
Λοιπόν, μπορούμε να ξαναζήσουμε τέτοιες ανθρώπινες στιγμές, να ξαναβρεθούμε σαν άνθρωποι. Αυτό είναι το σημαντικό, αυτό πρέπει να αναζητήσουμε, το τι θα φάμε και πως θα επιβιώσουμε είναι άλλο πρόβλημα το οποίο επίσης μπορούμε να λύσουμε πάρα πολύ απλά.

Με την τεχνολογία που έχουμε σήμερα, -αφού την πληρώσαμε που την πληρώσαμε πανάκριβα- μπορούμε να κάνουμε τα πάντα από το χωριό μας. Μέσα από το ίντερνετ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, και συγχρόνως να αξιοποιήσουμε και τη γη μας, γύρω γύρω. Όπου να ‘ναι τέτοια θα κάνουμε, θα φυτεύουμε μαρούλια να τρώμε, θα έχουμε και μια κατσίκα που είναι η αγελάδα του φτωχού, γιατί βγάζει τα πάντα: γάλα, τυρί, βούτυρο, ότι θες…

Δεν αρκεί απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε! Πρέπει να ξαναβρούμε τα συναισθήματά μας τα χαμένα, πρέπει να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Είναι δύσκολα τα πράγματα για τους νέους. Για μας ήταν πιο εύκολα, γιατί στους νέους το σύστημα βομβαρδίζει την ψυχούλα τους. Εμάς μας δέρνανε, μας κλείνανε στις φυλακές, μας εκτελούσανε. Εντάξει. Είμαστε ζωντανοί όμως.

Ο πολιτισμός είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων και η παιδεία τους. Αυτό είναι πολιτισμός. Δεν είναι τα μάρμαρά μας! Στην Ελλάδα, σήμερα, ποιος παράγει τέχνη και πολιτισμό; Έχουμε βουλιάξει εντελώς. Που είναι οι διανοούμενοι να βγούνε μπροστά; Να δώσουνε διέξοδο, να δώσουνε ελπίδα; Δεν ξέρω.

Κάθε χρόνο βγαίνουν εκατοντάδες χιλιάδες από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα. Είδε κανένας καμία θετική επιρροή στην κοινωνία από την παιδεία αυτών των εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ε, δεν βλέπω μέσα στην κοινωνία κάποιον από αυτούς που να 'χει παιδεία! Άλλοι ‘γιναν υπουργοί, άλλοι ‘γιναν βουλευτές. Η ικανότητα απορρόφησης του συστήματος της αθωότητας και της προσωπικότητας του ανθρώπου στην εποχή μας είναι τρομακτική.
Ό άνθρωπος μεταλλάσσεται  συναισθηματικά, ψυχολογικά, βιολογικά, πνευματικά. Πρέπει να το πάρουμε χαμπάρι. Καθημερινά τα πράγματα γίνονται χειρότερα.

Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου, αν θυμάμαι καλά, το οποίο μιλούσε για την θηλυκοποίηση των ανθρώπων μέσω της διατροφής που μας επιβάλλουν. Ξέρεις με τι ταχύτητα περνάνε τα χημικά στη διατροφή μας; Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς τους συγχρόνους Φρανκενστάϊν που εν ονόματι της επιστήμης βάζουν τα βρωμοχέρια τους στα μυστικά της φύσης και προσπαθούν να την αντιγράψουν, να την μετατρέψουν σε εργαστήριο, να την ελέγξουν, να την υποτάξουν;

Κι από την άλλη μεριά λέει ο Ελύτης, κάπου, ότι με τα εργαλεία ενός υψηλού ανθρωποκεντρικού τεχνοκρατικού πολιτισμού, προσπαθούμε να διορθώσουμε τις βλάβες που επέφερε στον πλανήτη και στην κοινωνία ένας ανθρωποκεντρικός – τεχνοκρατικός πολιτισμός. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο βρίσκεται σήμερα ο άνθρωπος! Σαν το χαμστεράκι στο κλουβί που γυρίζει συνεχώς στη ρόδα, χωρίς να το οδηγεί πουθενά!

Κι ο Κέφνερ, ένας άλλος μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, λέει, ό,τι κάθε επινόημα, κάθε εφεύρεση του ανθρώπινου μυαλού το υιοθετεί το σύστημα, το παίρνουν οι πολυεθνικές. Δες σήμερα, (οι γερμανοί το ‘παν πρώτοι, τότε που είχαμε τα κινήματα της γερμανικής νεολαίας) τα πανεπιστήμιά μας είναι campus, είναι στρατόπεδα που παράγουν ηλιθίους υψηλής τεχνολογίας. Δες και όταν ξεχωρίζουν κάποια μυαλά, πώς τα επισημαίνουν αμέσως από το δεύτερο - τρίτο έτος, οι πολυεθνικές εταιρίες, τα καπαρώνουν και τα παίρνουν…

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Και φωνάζουμε για τους μετανάστες... Τα λεφτά τους ζητάνε πίσω οι άνθρωποι! Ο δυτικός κόσμος απορρόφησε όλους τους πόρους τους, τους ρήμαξε, τους υποδούλωσε. Κι αντί λοιπόν να πούνε, ρε παιδιά, για καθίστε, να δώσουμε τη δυνατότητα σ’ αυτούς τους λαούς να φτιάξουν την πατρίδα τους έτσι ώστε να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή, συνεπώς θα τους δώσουμε κεφάλαια πίσω, ώστε να συγκροτηθούν τα κράτη τους και να ζήσουν οι άνθρωποι στη χώρα τους κι όχι να φεύγουν απ’ την  πατρίδα τους και να ζήσουν στα ξένα… Αλλά που να τη βρεις τη λογική;

Βλέπεις όλοι είναι εναντίον της τρομοκρατίας αλλά κανείς δε λέει ότι είναι εναντίον της βίας! Κανένας.

Είμαι εναντίον της βίας, όπως είμαι και εναντίον της εξουσίας. Όταν λοιπόν κάποιος μιλάει για τρομοκρατία δεν μπορεί να αναφέρεται μόνον σε ένα παιδάκι, σ’ έναν Παλαιστίνιο ή κάποιον απ’ αυτές τις χώρες, το οποίο κάτω από την καταπίεση αιώνων του λαού του, που έστω γιατί πιστεύει ότι θα πάει στον παράδεισο, φορτώνεται με δυναμίτιδα και τινάζει στον αέρα την ίδια τη ζωή του «μετά των αλλοφύλων», που λένε και οι Εβραίοι στα Ευαγγέλια.

Αυτός είναι τρομοκράτης, αλλά ο πιλότος που πάει και βομβαρδίζει χωριά, νοσοκομεία, σχολεία σε μια χώρα και την καταστρέφει, παρασημοφορείται και είναι ήρωας; Αυτό, πραγματικά, δεν το καταλαβαίνω! Γιατί να ορίζουμε ως τρομοκρατία την εξωθεσμική βία; Ενώ οι ίδιοι, και με το σύστημα και με τους πολέμους… διότι τι τα θέλουν όλα αυτά τα αεροπλανοφόρα, τα αεροπλάνα, τα τανκς; Λοιπόν, αυτοί είναι οι τρομοκράτες!

Πολλοί, ξαφνικά από επαναστάτες γίνανε πολιτικοί και μπήκανε σε παιχνίδια, τέτοια, που ήταν και άγνωστα και ανήθικα, που δεν τα καταλάβαιναν δηλαδή. Και δεν μπορούσα να βλέπω τους συντρόφους μου… Όμως, οι περισσότεροι από όσους τουλάχιστον ξέρω και έχω επαφή, κυρίως τα παιδιά του Ρήγα Φεραίου που ήμασταν φυλακή μαζί, όλοι είναι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Γράφουν, μελετούν, ασχολούνται ακόμα με πράγματα αλλά σε μια άλλη πορεία σκέψης πια…

Γιατί πρέπει να μαθαίνουμε αντί να κοιτάμε, να βλέπουμε, να εμβαθύνουμε σ’ αυτό που βλέπουμε, σ’ αυτό που σκεφτόμαστε. Είναι καλά παιδιά, και όταν συναντιόμαστε, είμαστε πάντα φορτισμένοι από συγκίνηση. Κλαίμε, συχνά, κιόλας. Ναι, κλαίμε.

Εγώ, από την άλλη, όταν συνειδητοποίησα τι συμβαίνει, κι ότι τέλειωσα μ’ αυτή την ιστορία, ήμουν σχεδόν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Δηλαδή, έλεγα, τώρα τι κάνεις; Τότε η Ρηνιώ πήρε το πρώτο μας σκυλί, την Stormy, ένα λυκόσκυλο. Και αυτή με έμαθε να ξανασκέφτομαι και να βλέπω τις ομορφιές του κόσμου, κι ότι η ζωή είναι όμορφη, είναι πάρα πολύ όμορφη, έχει πάρα πολύ όμορφες στιγμές. Μια μέρα είναι γεμάτη αιωνιότητες. Εάν μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε κάθε στιγμή, ποιοι είμαστε και που είμαστε.

Μέσα από την Stormy, λοιπόν, και την παρέα μαζί της αναζήτησα νέα μονοπάτια σκέψης. Ξέφυγα από τον ορθολογισμό του Μαρξισμού -ντε και καλά- και άρχισα να ανιχνεύω τελικά το ποιός είμαι εγώ και ποιά είναι η φύση που με περιβάλλει. Πώς ήρθα εδώ, τί κάνω, από πού ήρθα, πού θα πάω;

Κι έτσι έγραψα το πρώτο μου βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», οπού ξεμπέρδευα πια με όλο αυτό το άγχος και τους κόμπους που κουβαλούσα μέσα μου. Και μετά έγραψα και το δεύτερο το «Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;» οπού ξέμπλεκα πια με την πολιτική: ότι η πολιτική είναι ένα χυδαίο, ανήθικο και βρώμικο παιχνίδι και δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παραμείνει αθώος συμμετέχοντας στην πολιτική. Ξεμπέρδεψα επίσης με την εξουσία, με τη βία και με την οργάνωση. Μετά έγραψα το τρίτο βιβλίο, «Τα κεραμίδια στάζουν», όπου ανιχνεύω τους ανθρώπινους και κάποιους άλλους δρόμους επίσης, και μετά έγραψα «Το κλειδί είναι κάτω απ΄ το γεράνι», που είναι το καταστάλαγμά μου, είναι πρόταση ζωής διαφορετικής. Μετά γράφω τη «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» που καταγγέλλω όλον αυτό το θεσμό των λεγομένων επιστημόνων, οι οποίοι ‘κάναν αυτά τα πράγματα… Ε, και στο μέλλον φιλοδοξώ να γράψω ένα τελευταίο βιβλίο.

Τώρα, ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έχουμε στην Ελλάδα είναι ότι το δημόσιο αποτέλεσε την αποθήκη όλων των ρουσφετιών όλων των πολιτικών. Ρουσφέτι, ρουσφέτι, ρουσφέτι! Άκουγα ότι στη Γερμανία, υπάρχει μονιμότητα αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι, εκεί, απαγορεύεται να απεργήσουν, γιατί ο δημόσιος υπάλληλος είναι κρατικός λειτουργός. Και οι μισθοί τους είναι πολλές φορές χαμηλότεροι από τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα. Γιατί; Γιατί ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα, κάθε μέρα πρέπει να αποδείξει την ικανότητα, την παραγωγική του ικανότητα στο αφεντικό για να μπορέσει να παραμείνει. Ενώ ο δημόσιος υπάλληλος από τη στιγμή που διορίζεται, είναι για όλη του τη ζωή.

Εμείς, εγώ με τη Ρηνιώ για παράδειγμα, ξέρουμε τέσσερις- πέντε ανθρώπους -συγγενής μας, όχι στον περίγυρο- που διορίστηκαν χωρίς αξιολόγηση, χωρίς κάποια μόρφωση ιδιαίτερη, λόγω του βουλευτή που ψήφισαν. Για να μην πω για μια ξαδέρφη μου, μέλος του ΚΚΕ, αν και τόσα χρόνια που ήμουν σε εξορίες-φυλακές, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ και γι αυτό δεν την είχα γνωρίσει, επικοινώνησε κάποια στιγμή μαζί μου, επειδή νόμιζε ότι είχα επαφές με την Κυβέρνηση, για να μεσολαβήσω, ώστε να διοριστούν οι γιοί της… Που λες; Ανθρωποφύλακες! Ε, τρελάθηκα.

Στο δημόσιο, λοιπόν, στην Ελλάδα, μόνο κρατικοί λειτουργοί δεν είναι, αυτοί οι περίφημοι δημόσιοι υπάλληλοι. Υπάρχουν και άνθρωποι βέβαια που δουλεύουν, αλλά πώς να ξεκαθαρίσουν αυτά τα πράγματα, με τα ρουσφέτια τους; Άσε, που και να μπορούσες, για να τους απολύσεις, θα έπρεπε να τους δώσεις αποζημιώσεις, συντάξεις… Και τι; Να ξαναγίνουμε πλατεία Κλαυθμώνος; Άλλωστε, δεν ξέρουμε με ποιους πολιτικούς έχουμε να κάνουμε; Κάθε φορά που θα έρχεται καινούρια κυβέρνηση θα απολύει τους προηγούμενους δημόσιους υπαλλήλους και θα γυρίζει στους καινούριους και άντε να γίνει δουλειά εκεί μέσα!

Το Σύνταγμα αν είναι να αλλάξει; Εγώ δεν ξέρω, δεν είμαι και μορφωμένος, αλλά γνωρίζω κάτι: Αν θέλουμε να ανοίξουμε ένα δρόμο όπου θα έχει κάποια δυνατότητα ο κόσμος να εκφραστεί, αυτός είναι το εκλογικό σύστημα που λέγεται απλή αναλογική, ώστε να εκφράζονται όλες οι ομάδες μέσα στο κοινοβούλιο και αυτό ίσως υποχρεώσει τελικά, τις όποιες πολιτικές δυνάμεις σε συνθέσεις και συνεργασίες. Κι αυτό, θα σημάνει ένα σημαντικό βήμα προς τον πολιτικό πολιτισμό.

Όταν βλέπεις την Παπαρήγα από τη μια, τον Τσίπρα από την άλλη, τον Αλαβάνο απ’ την άλλη, τον Κουβέλη απ’ την άλλη, ο καθένας να τρέχει και να λέει τα δικά του, και ούτε οι ίδιοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν, τι σκατά Κυβέρνηση να κάνουνε; Άντε και να ψηφίσουμε ένα εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής, άντε και να βγούνε, θα μπορέσουν να το κρατήσουν; Σ’ ένα μήνα θα το διαλύσουν. Εκεί στηρίζεται και το περίφημο πλειοψηφικό, το οποίο, λέει, θέλουμε σταθερές κυβερνήσεις και κολοκύθια…

Ξέρεις ποια είναι η πεποίθηση μου; Ότι οι άνθρωποι οι έξυπνοι φοβούνται να αντικρύσουν την αλήθεια της ζωής τους. Θα φέρω ένα παράδειγμα: Πριν καιρό ήμασταν καλεσμένοι σε μια γιορτή, όπου ήταν όλοι καθηγητές πανεπιστημίων, επιστήμονες, κλπ. και πήγαμε και τους βρήκαμε πάνω σ’ έναν καβγά. Γιατί λές; Τότε, είχε διοριστεί ο Χριστόδουλος, ο Αρχιεπίσκοπος, και όλη η συζήτηση ήταν σχετικά με αυτόν: και αμάν ο Χριστόδουλος, και δώσ’του ο Χριστόδουλος, και είναι κίνδυνος ο Χριστόδουλος…

Κάποια στιγμή γυρίζω και τους λέω, τι Χριστόδουλος ρε παιδιά, ποιός είναι ο Χριστόδουλος; Από πού κι ως πού αποτελεί κίνδυνο ο Χριστόδουλος για το επαναστατικό κίνημα; Τι λέτε; Δεν βλέπετε τον καταναλωτισμό που μας οδηγεί; Και πετάγεται κάποια και μου λέει: «γιατί είναι κακό πράγμα ο καταναλωτισμός;». Λέω, ναι, γιατί αυτή τη στιγμή τρως τις σάρκες των παιδιών της Αφρικής. Κι όχι μόνον αυτό…

Τους είπα, αν νομίζετε ότι είναι ζωή αυτή που ζείτε με γεια σας και χαρά σας και με τα… τενεκεδένια φέρετρά σας θα ‘στε μια χαρά! Ξέραν την αλήθεια, ξέραν το άσκοπο της ζωής τους, τα ήξεραν, ήταν έξυπνοι άνθρωποι, αλλά φοβούνταν να την αντικρύσουν. Και θα πούνε κάποια στιγμή, τι κάνω ρε μαλάκα, που ζω; Είναι δυνατόν να είναι αυτή η ζωή μου; Πρωί, μεσημέρι, βράδυ… κι όταν τελειώνει η μέρα να λέω «Αχ! Έφυγε ακόμη μια μέρα!». Ένα κεράκι που έσβησε ακόμα ήταν, αυτό ήταν.

Βέβαια, για να αναλάβεις μια ευθύνη για μια χώρα, δεν χρειάζονται μονάχα οι καλές προθέσεις και τα τρυφερά συναισθήματα. Χρειάζεται και μια τεχνογνωσία πάρα πολύ υψηλή για να διαχειριστείς αυτό το φοβερό σύστημα το οποίο έχουν κάνει.

Σήμερα, παραδείγματος χάριν, αν κάναμε μια επανάσταση τύπου Οκτωβριανής, μπολσεβίκικης, και ανατρέπαμε το σύστημα, την επόμενη μέρα θα είχαμε χάος. Χάος! Τίποτα δεν θα μπορούσε να διορθώσει αυτή την καταστροφή. Γι' αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να χτυπάμε, να καταργούμε, τις δομές του συστήματος και να το μεταρρυθμίζουμε προς τον άνθρωπο.

Μιλάνε τώρα για πράσινη ανάπτυξη και πράσινα άλογα, μα είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και να έχουμε πολεμικές βιομηχανίες; Λοιπόν, υπάρχουν πράγματα θεσμικά που πρέπει να αλλάξουν, αλλά όπως είπα, αυτά πλέον δε με ενδιαφέρουν, όσο δεν βλέπω κάτι να γίνεται. Εγώ μιλάω. Αυτό μπορώ να κάνω, αυτό κάνω, γράφω και κανά βιβλίο, τί άλλο να κάνω;

Είναι και ντροπή, νιώθω, εγώ, ντροπή. Όχι ντροπή, μάλλον νιώθω ένα αίσθημα κινδύνου, διότι υπό μία έννοια είναι και ολίγον φασισμός: εγώ, με το ένα πόδι στον τάφο, να διατυπώνω το όραμα της ζωής που θα ζήσετε εσείς. Δεν είναι φασισμός αυτό το πράγμα; Δηλαδή σ’ έναν κόσμο ο οποίος εξελίσσεται με τόση ταχύτητα τρομακτική, ένας άνθρωπος από το παρελθόν, ο οποίος σήμερα είναι ογδόντα χρονών, να ηγηθεί για τη ζωή των σημερινών παιδιών, η οποία αύριο θα είναι εντελώς διαφορετική;

Υπάρχει, άρα, ένα πρόβλημα ευθύνης. Και μου λέει η Ρηνιώ πολλές φορές, «είσαι απαισιόδοξος και σ’ ακούνε τα παιδιά και είσαι μες στη μαυρίλα!». Τι να κάνω, ρε παιδί μου; Στα ογδόντα μου χρόνια να λέω ψέματα; Είμαι απαισιόδοξος. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Οποιεσδήποτε άλλες διαδικασίες, η ιστορία πια μας πείθει ότι είναι επικίνδυνες. Σκεφτείτε αυτό το παλικάρι, τον Φιντέλ Κάστρο που πολεμούσε στα βουνά, αυτός ο ρομαντικός, ο ωραίος τύπος… δικτάτορας κατάντησε! Ο Τσε, ευτυχώς, σκοτώθηκε νωρίς, όπως κι ο Ιησούς. Οι δυο αυτοί έσωσαν την αθωότητά τους.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Η αγάπη είναι κάτι που το ζεις, δεν νομίζω ότι είναι κάτι που μπορείς να του δώσεις έναν ορισμό. Η αγάπη είναι αυτό που αισθάνεσαι. Η λογική έχει όρια στην ερμηνεία της πραγματικότητας, η ψυχοσωματική εμπειρία, όμως, είναι του καθενός. Η αγάπη, είναι ένα συναίσθημα που είναι για τον καθένα ιδιαίτερο και για τον καθένα διαφορετικό επίσης. Δεν μπορείς να το ορίσεις απλώς σαν συναίσθημα. Σαν συναίσθημα το ορίζουμε, αλλά στην πράξη, στη ζωή μέσα στην υπόστασή του, είναι του καθενός εμπειρία. Όπως και ο έρωτας επίσης. Ο έρωτας. Αυτό το καταπληκτικό συναίσθημα, το μοναδικό, το οποίο το έχουν βρωμίσει και το έχουν φορτώσει  τόση σκουριά και τόση ανηθικότητα που πραγματικά είναι έγκλημα.

Αλλά αυτή ήταν και η κουλτούρα μας. Δηλαδή, εγώ θυμάμαι τις γυναίκες που κάθονταν στο σκαλοπάτι και βλέπαν ένα ζευγαράκι να πηγαίνει αγκαλιασμένο προς το βουνό απάνω και λέγανε: πάνε να βγάλουν τα μάτια τους! Λοιπόν, για τα παιδιά που μεγάλωναν και άκουγαν αυτά τα πράγματα, ο έρωτας σήμαινε «να πάνε να βγάλουν τα μάτια τους».

Είμαι με τη Ρηνιό από το 62 μαζί και από το 64 παντρεμένοι… Κατ’ αρχήν ο γάμος είναι καταναγκασμός. Τώρα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, να παντρεύονται οι άνθρωποι! Τι είναι αυτό; Τι θα πει παντρεύομαι; Από την αρχή λένε ψέματα, από τους όρκους: αιώνια, μια ζωή… Τί λες, βρε μαλάκα! Σε λίγο, σε ένα, δύο, πέντε χρόνια, το σεξ τελειώνει πια, από κει και πέρα τι γίνεται; Θα ζήσετε και οι δυο με έναν έρωτα στη ζωή σας; Αν η σχέση ακουμπάει σε πολύ περισσότερα πράγματα, δηλαδή βρίσκεται σε ένα ίδιο φιλοσοφικό στίγμα, κι έχει πνευματικό ενδιαφέρον, μπορεί το ζευγάρι να ταξιδέψει και σε άλλους δρόμους ερωτικούς και να ξαναγυρίσει, κι όπως λέει ο Καβάφης, να γυρίσει με πλούτη, με φλουριά με καινούρια πράγματα και να εμπλουτίσει αυτή τη σχέση, αλλιώς αυτό το μέλι θα γίνει φαρμάκι και ο ένας θα μισήσει τον άλλον.

Η κατάσταση, δηλαδή, πρέπει να εκτονώνεται! Ο γάμος είναι κατάλοιπο της αντίληψης ότι ο έρωτας είναι αναπαραγωγική διαδικασία και τίποτα περισσότερο. Τέτοια φτώχεια γι’ αυτό το καταπληκτικό συναίσθημα του ανθρώπου που λέγεται έρωτας; Αυτό είναι έγκλημα! Αρκεί να υπάρχει πολιτισμός. Όταν υπάρχει πολιτισμός σε μια σχέση…

Πιτσιρικάς συμμετείχα σε αυτό το όνειρο του κομμουνισμού ολόκληρος, κυτταρικά… και καμιά φορά μες το κελί σκεφτόμουνα μοναχός μου κι έλεγα, εντάξει, θα λύσουμε όλα τα προβλήματα των ανθρώπων αλλά πως θα απαντήσουμε στο πρόβλημα όταν ένα αγόρι αγαπάει ένα κορίτσι και εκείνη δεν τον θέλει ή όταν ένα κορίτσι αγαπάει ένα αγόρι κι εκείνος δεν την θέλει, και βασανιζόμουνα και έλεγα πως θα το λύσουμε ρε παιδί μου αυτό το πράγμα; Πώς θα λύσουμε αυτό τον κόμπο; Και βρήκα, όμως, λύση: λέω, μα θα ‘ναι τόσο ελεύθερη και ανοιχτή η κοινωνία ώστε οι άνθρωποι, το κάθε αγόρι και το κάθε κορίτσι θα χει πολλές επιλογές γύρω του ώστε να μπορεί να ολοκληρώσει και να εκφράσει τις επιθυμίες του.

Ταυτόχρονα, δεν θα υπάρχουν άσχημοι και όμορφοι άνθρωποι, αυτό είναι μια εφεύρεση της ανώμαλης κοινωνικής αισθητικής που εδραιώσαμε. Η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου είναι ομορφιά, ο κάθε άνθρωπος μέσα του έχει ομορφιά, κουβαλάει ομορφιά κι όταν ανακαλύπτεις αυτό το πράγμα, όταν συνδέεσαι με αυτού του είδους την ομορφιά, όταν τέτοιου είδους είναι οι σχέσεις, ε, αυτές δεν κινδυνεύουν. Έστω και αν μπουν στη συνήθεια και στην κούραση, δεν κινδυνεύουν να εκφράσουν κάποια βαρβαρότητα ή δυστυχία κλπ. Θα ‘ναι μια πολιτισμένη πάλι όμορφη συναισθηματική, αγαπησιάρικη δύση αυτής της σχέσης, προσωρινής ή μονιμότερης.

Εγώ, δηλαδή, πιστεύω ότι η ζωή είναι αιώνια και κινείται με κύκλους: ζωή - θάνατος, ηδονή- πόνος, λύπη- χαρά κλπ. Εάν η ζωή δεν είχε αυτές τις συγκρούσεις, αν δεν υποχρέωνε ανά πάσα στιγμή τους ανθρώπους, να περάσουν τα συναισθήματά τους πάνω από την πυρρά, θα ήταν μια ζωή αδιάφορη, γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον η ζωή γιατί έχει αυτές τις συγκρούσεις!

Όμως αυτές οι συγκρούσεις πρέπει να στηρίζονται σε ένα υπόβαθρο πολιτισμού, αλληλοσεβασμού, αλληλοεκτίμησης, αναγνώριση της διαφορετικότητας, κατανόησης των αναγκών του άλλου. Και είπα, αν δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα δεν γίνεται τίποτα, γεννάται δυστυχία, πίκρα…

Αν θέλεις να ζήσεις μόνο χαρά στη ζωή σου… Δεν γίνεται αυτό! Σκεφτείτε, ρε, τι βαρεμάρα θα είχε η ζωή να ήταν σαν ένα συριανό λουκούμι που το γλύφεις το πρωί, το γλύφεις το μεσημέρι, το γλύφεις το βράδυ… Ε, δεν λες, αϊ σιχτίρ από δω;

Αλλά εκλογικεύσαμε τελείως την πραγματικότητα. Και αυτός ο Άγγλος ο φιλόσοφος και ποιητής, ο Blake, λέει, ότι η λογική έχει όρια στην ερμηνεία της ρομαντικότητας, η φαντασία είναι δημιουργία. Χωρίς φαντασία δεν μπορεί να πορευθεί ο άνθρωπος. Εδώ ο γαλλικός Μάης είχε μια αντίφαση σε ένα απ’ τα συνθήματά του: «η φαντασία στην εξουσία». Μα, είναι δυνατόν να συνυπάρξουν αυτά τα πράγματα; Φαντασία και εξουσία; Γι’ αυτό τα περισσότερα στελέχη του ‘γίναν μέλη των πολυεθνικών εταιριών.

Για την γενιά του Πολυτεχνείου; Τι να πω ρε παιδί μου; Μια εξέγερση με όνειρα και αιτήματα της νεολαίας εκείνη της εποχής την οποία απορρόφησε το σύστημα, τους έβγαλε υπουργούς, βουλευτές, και τέλειωσε η υπόθεση. Και τα αιτήματα και τα συνθήματα και τα όνειρα. Και το Πολυτεχνείο, έγινε σαν τις μυγοχεσμένες εικόνες του Χριστού που κρέμονται πάνω από τα δικαστήρια. Σουβλάκια έγινε, ότι θες έγινε, εκτός από κείνο που ονειρευόταν.

Γι’ αυτό δεν πάτησα ποτέ σε δεξιώσεις που κάνανε για αντιστασιακούς στο Προεδρικό Μέγαρο. Κάθε χρόνο δεν καλούσανε δαύτους; Του είπα κάποτε του Μίκη Θεοδωράκη, δεν καταλαβαίνεις ότι μ’ όλα αυτά που κάνουν, πως τάχα μου σε τιμάνε και τέτοια, ότι εσύ τους τιμάς; Τους τιμάς, δε σε τιμάνε! Όταν ένας άνθρωπος έχει μια ασφάλεια και μια καθαρότητα και πάει κάπου, ε, καθαρίζει και τους άλλους.

Δεν πήγα ποτέ σε προσκλήσεις. Εδώ, ανάβω το τζάκι μου. Και παράσημο μου είπαν να μου δώσουν, τους είπα να το βάλουν στον κώλο τους. Πήγα, μόνο, να μου δώσουν τα ένσημα, διότι ειδικά για τα 6 χρόνια που κάναμε φυλακή στη χούντα, μας δώσανε ένσημα, λες και δουλεύαμε! Ευτυχώς, όμως, γιατί έτσι πήρα μια αναπηρική σύνταξη.

Και τους χουντικούς τους δικάσανε. Αυτούς εδώ, ποιος θα τους δικάσει; Η ιστορία; Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι να την γράψουν ακόμα, αν υπάρχουν άνθρωποι, γιατί τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Σε πενήντα χρόνια τα νερά του πλανήτη δε θα πίνονται! Αυτά λένε οι επιστήμονες με τον τρόπο που πάμε και καταστρέφουμε συνεχώς υδροφόρους ορίζοντες, τα ποτάμια, τις λίμνες, οι όξινες βροχές, κι όλα αυτά.

Θέλω να πω, ότι είμαι απαισιόδοξος. Γιατί; Επειδή είμαστε σ’ έναν κόσμο, ο οποίος είναι, πια, μια γειτονιά. Μια γειτονιά μικρή. Έχουνε μηδενιστεί σχεδόν οι αποστάσεις, συνεπώς και ο εφιάλτης των καταστροφών είναι κοινός.

Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία του κόσμου είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών σ’ ένα παγκόσμιο κίνημα το οποίο θα φέρει την αλλαγή. Μια χώρα μόνη της, έστω κι αν καταφέρει τελικά να διαμορφώσει ένα διαφορετικό ανθρώπινο σύστημα, μια άλλη ποιότητα ζωής για τον λαό της, δεν είναι σίγουρη για το μέλλον όταν π.χ. στην Αλβανία χτίζεται πυρηνικό εργοστάσιο, στη Βουλγαρία το ίδιο, στη Ρουμανία πυρηνικό εργοστάσιο, στην Τουρκία πάνω στο σεισμογενές ρήγμα πυρηνικό εργοστάσιο…

Ο άνθρωπος υποτάχθηκε στην τεχνολογία αλλά δεν μπορεί να την ελέγξει. Παραδείγματος χάριν, τι πιο φυσικό θα ήταν, αφού τα πυρηνικά εργοστάσια αποδείχθηκαν ότι είναι πυρηνικές βόμβες κάτω από ορισμένες συνθήκες και μπορούν να καταστρέψουν, να μην μπορεί κανείς να χτίσει πυρηνικό εργοστάσιο χωρίς τη σύμφωνη απόφαση των όμορων χωρών.

Διότι αν εκραγεί το περιβόητο εργοστάσιο της Τουρκίας, καταστρέφεται η Ελλάδα, αν εκραγεί το πυρηνικό εργοστάσιο στην Αλβανία καταστρέφεται η Ελλάδα. Τι μέλλον μπορούμε να έχουμε εμείς; Τι μέλλον μπορούμε να διαμορφώσουμε; Κι αν δεν καταφέρουμε να πείσουμε τους Τούρκους, τους Αλβανούς και τους άλλους σε ένα κίνημα μιας άλλης ζωής, ενός άλλου τρόπου ζωής, στην αναζήτηση ενός άλλου τρόπου ενέργειας, π.χ. ηλιακής ή άλλης; Αυτό ακουμπάει κι άλλα προβλήματα και δεν μπορούμε να λύσουμε τέτοιου είδους στοιχειώδη προβλήματα! Που πάμε; Πώς μπορούμε να ονειρευτούμε εμείς σ’ έναν τόπο διαφορετικό αυτή τη στιγμή;

Συνεπώς πρέπει να συναντηθούμε και με τους άλλους λαούς. Δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα μέλλον διαφορετικό αν δε διαμορφώσουμε πρώτα μια πολιτισμική ενότητα του κόσμου, διατηρώντας τη διαφορετικότητα του καθενός. Μέσα σε δυο αιώνες έχουμε καταστρέψει εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους ζωής.
Αυτό ήταν πλούτος για την ανθρωπότητα, και τον καταστρέψαμε, τον ισοπεδώσαμε. Πρέπει να βρούμε ότι διασώθηκε και να ξανανταμώσουμε γύρω απ’ αυτά τα πράγματα.

Γι’ αυτό πιστεύω, πάντα, ότι αν υπάρχει μια αισιόδοξη προοπτική αυτή είναι τα πολυεθνικά κοινόβια, δηλαδή, άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της γης οι οποίοι επιχειρούν να συμβιώσουν. Μου λέγε μια φίλη μου η οποία έχει ταξιδέψει πολύ σ’ όλο τον κόσμο κι έχει ζήσει σε τέτοιου είδους κοινόβια «Χρόνη, δεν μπορείς να φανταστείς τι θαύμα ήταν η ζωή. Διαφορετικά φαγητά, διαφορετικό φλερτ, διαφορετική έκφραση και συμπεριφορά του καθενός, διαφορετικές γιορτές, διαφορετικά γλέντια ακόμη και διαφορετικό φιλί!" Ίδια συναισθήματα όμως...

Ένας πλούτος, στον οποίο ζούσαν οι άνθρωποι, ούτε έπληττες, ούτε τίποτα, ο καθένας έκανε τη δουλειά του… Ε, μόνο έτσι θα καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε, αλλά αυτά είναι πολύ δύσκολα πράγματα. Επιχειρήθηκαν στην αρχή με το μεγάλο χίπικο κίνημα, το οποίο το σακατέψανε με τα χημικά ναρκωτικά και τα ρέστα, και το τσακίσανε, το δυσφημίσανε, και βέβαια μετά το έκανε και μόδα το σύστημα. Είναι δύσκολα αυτά.

Όπως είναι και δύσκολο -επειδή όλοι μας, από την κούνια μας εισπράττουμε αυτή την κουλτούρα- να συνυπάρξουμε χωρίς προβλήματα, γιατί είναι φυσικό σε μια κοινότητα να υπάρχουν και τα ανθρώπινα  προβλήματα, που τα περιγράφω και στο «κλειδί» με έναν τρόπο.

Πολλοί νέοι, μου στέλνουν οι περισσότεροι ποιητικές συλλογές… Το ενενήντα εννιά τοις εκατό των Ελλήνων είναι ποιητές! Και έρχονται και παιδιά που με ρωτάνε, πώς γράφεται ένα βιβλίο; Εγώ τους απαντάω το εξής: Βάλτε μια λευκή κόλλα μπροστά σας και πάρτε και ένα μολύβι και καθίστε. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Αν έχετε να βγάλετε κάτι θα το βγάλετε, κι αν έχετε να γράψετε κάτι θα το γράψετε. Λευκό χαρτί και μολύβι! Τα άλλα όλα είναι εκ του περισσού. Αν θες να γράψεις με το συναίσθημά σου, με αυτό που πιστεύεις, με αυτό που σε συνεπαίρνει αυτή τη στιγμή, δε χρειάζεσαι τίποτα. Ούτε καμιά οδηγία, ούτε καμιά τεχνική. Καλύτερα άσε την κόλλα άσπρη μέχρι να σου ‘ρθει!

Καμιά φορά διαβάζω συγγραφείς που βλέπω πίσω στο βιογραφικό τους ότι πήγαν στην τάδε σχολή συγγραφέων… Εγώ έμαθα γράμματα απ’ την λογοτεχνία, από κει έμαθα και μαρξισμό, από κει έμαθα και κοινωνιολογία, από κει έμαθα και οικονομία. Διάβασα όλη τη Ρώσικη κλασσική και σοσιαλιστική λογοτεχνία, διάβασα όλη τη γαλλική λογοτεχνία, η οποία είναι καταπληκτική, διάβασα σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία. Μέσα από τη λογοτεχνία μαθαίνεις τη γλώσσα, μαθαίνεις να μιλάς, παίρνεις γνώσεις τρομακτικές από όλους τους χώρους...

Εύχομαι να χιονίσει

Εύχομαι να χιονίσει.

Στο πλαίσιο του μεταμοντερνισμού(μία μεταγενέστερη διόρθωση όπως ορθώς με επισήμανε κάποιος φίλος: Αυτονόητα θα έλεγα, η έννοια του μεταμοντερνισμού είναι απλά η ολοκλήρωση του νεοφιλελεύθερου μοντερνισμού και όχι κάποιο νέο σύστημα. Προς αποφυγήν θεωρητικών λαθών.) και του μεσαίωνα με τον οποίο διαπνέονται όλα τα δυτικά δημοκρατικά καθεστώτα, είμαστε και θεωρείται βέβαια αναγκαίο, σε θέση να κρίνουμε και να παίρνουμε θέση για την κρίση του συστήματος. Μίας κρίσης (από τις πολλές) του συστήματος, η οποία δεν οφείλεται φυσικά, σε κάποια  κακιά ιδεολογία(αυτό για παράδειγμα, η Γιαγιά μου μαζί με την κυρά Θεοδώρα το διατυμπανίζουν, όπου κάνουν εκτενείς πολιτικές συζητήσεις, ανώτερες βέβαια του επιπέδου των περισσότερων, που ήμαστε πολύ χαμηλά ομολογουμένως.)

Το γράφω με επίγνωση του θέματος καθώς παρουσιάζονται διάφορα βιβλία ξένα και μη, για το «δόγμα του νεοφιλελευθερισμού» και τα οποία προωθούνται ιδιαίτερα από τις ίδιες τις τάξεις όπου ελέγχουν την παραγωγή και επωφελούνται από τον νεοφιλελευθερισμό! Μάλλον, θέλουν να τον αποτάξουν και αυτοί, και όπως λένε κάποιες μυστικές πληροφορίες, θα υιοθετήσουν νέο δόγμα, βαρέθηκαν με αυτό. Το νέο θα βασίζεται στον αντίχριστο και στον σοσιαλισμό. Ο λόγος είναι βασικά απλός.

Ο αντίχριστος συν του σοσιαλισμού, κακοποιήθηκαν ιδιαίτερα από την ανθρωπότητα και θέλουν οι ανώτερες τάξεις(όχι μόνο οικονομικές) να επαναπροσδιορίσουν αυτές τις έννοιες και να μας δώσουν απέραντη χαρά και ίσως ένα νέο παράδεισο. Προσπαθούν βέβαια να βρουν το μέρος του, εφόσον ο επίγειος κακοποιείται από αυτό που ονομάζουμε «Πρόοδος».

Επί της ουσίας, σε μία παρελθούσα εποχή, όπου η βαρβαρότητα ήταν Θεοκρατία και στρατός εναντίον δούλων(απλοϊκά), κάποιοι μέσα από την εξέλιξη, επεξεργασία και την μετάδοση των ιδεών συνέλαβαν την δημοκρατία ως πολίτευμα.

Τώρα έχουμε επιστημονικές ανακαλύψεις τεράστιας έκτασης, όλων των επιστημών και κυρίως της ηλεκτρονικής Φυσικής, της Ιατρικής κ.α. επομένως και τεχνολογία. Μέσα όμως σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικής οργάνωσης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν θα μπορούσε να ανθίσει η έκρηξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, σε άλλη μορφή κοινωνικής θέσμισης.

«Δεν θα μπορούσε» λένε..

Ίσως; Υπό αυτή την έννοια και οργανώνοντας την σκέψη μου γύρω από τις παρελθούσες εποχές με τις Θεοκρατίες και τα βάρβαρα καθεστώτα, δεν θα μπορούσε να οργανωθεί μία ανθρώπινη κοινωνία σε δημοκρατική βάση… Κι όμως αυτό συνέβη, στον αρχαίο κόσμο και συγκεκριμένα στην Αθήνα! Μία πόλη που τώρα χιονίζεται αξιόλογα στην ευρύτερη περιοχή βέβαια, όπως αναμενόταν απ’ όλα τα προγνωστικά στοιχεία(!!). Είχε βέβαια τις τεράστιες αδυναμίες της η αρχαία δημοκρατία. Για τα δεδομένα της εποχής της, λιγότερες αδυναμίες από τις σημερινές δημοκρατίες! Σε άλλο άρθρο, θα αναφερθώ εκτενέστερα…

Πάμε τώρα στα σημερινά, χιονισμένα τοπία. Πανέμορφα!

Όμως το χιόνι είναι επιθυμητό ή όχι στους ανθρώπους. Στην φύση μία μορφή ατμοσφαιρικής κατακρήμνισης! Ομολογώ, πώς το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που αφιερώνω στην ανάλυση των προγνωστικών μοντέλων καιρού, είναι για να προβλέψω σωστά μία χιονο-κακοκαιρία. Είναι μαγεία και το ξέρουν, οι ειδικοί αυτό, που έχουν βέβαια πάθος με τον καιρό, όπως εγώ.

Το χιόνι είναι λατρεία για μένα. Όχι για άλλους. Και αδιάφορο σε πολλούς.
Κυκλοφορεί όπως ήδη θα έχετε δει, αν διαβάζετε τις γραμμές αυτές, αν δεν την είδατε ενώ φτάσατε ως αυτή την παράγραφο, είσθε κοντόφθαλμοι με παραισθήσεις, μία εικόνα ενδιαφέρουσα. Υπέπεσε εις την λίγην αντίληψην μου, στο facebook που αλλού(;) στην οποία τα likes κάνουν θραύση ή οι κοινοποιήσεις(δεν γνωρίζω την αρχική προέλευση της).

Σκέψου πριν ευχηθείς να χιονίσει ότι πεθαίνει κάποιος στο δρόμο επειδή είναι άστεγος. Εκτός από το ότι γενικά είναι ρηχό επιχείρημα είναι και ανορθολογικό κάργα! Στο δρόμο καθημερινά διαπιστώνονται συστημικοί θάνατοι(μιλάω συγκεκριμένα και όχι γενικά για τον θάνατο που είναι σίγουρος), και φυσικά όχι μόνο όταν χιονίζει. Φυσικοί θάνατοι που προκαλούνται έμμεσα ή άμεσα από την υπάρχουσα κατάσταση, όπως και οικονομικοί, ελευθερίας, ανθρώπινων δικαιωμάτων υπό την ευρεία έννοια.

Μία παγωνιά εκτεταμένη είναι ανεπιθύμητη απ’ όλους. Η παγωνιά δεν σχετίζεται όμως πάντα με το χιόνι. Ούτε έχει να κάνει με την ευχή! Δηλαδή, όποιος εύχεται να χιονίσει, δεν σημαίνει πως εύχεται να πεθάνει ένας άστεγος ή ότι πρέπει να σκεφτεί τον άστεγο οπωσδήποτε, αν θέλει να λέγεται «άνθρωπος». Η ουσία είναι να παλέψεις ώστε ανατρέψεις το σύστημα που οδηγεί σε αυτά τα φαινόμενα, που αποδεικνύουν το έκτρωμα των σημερινών κοινωνιών και αντίστοιχα τον τρόπο οργάνωσης των, σε πολιτική και οικονομική βάση.
Ή να αναρωτιόμαστε που είναι το κράτος; Κανένα κράτος δεν μπορεί να εκφράσει την (γενική) πολιτική μας βούληση! Άρα, το φιλελεύθερο κράτος, για μένα είναι μία μορφή προοδευτικής ολιγαρχίας. Όσοι προσπαθούν λοιπόν να φέρουν στην συνείδηση του κόσμου ότι υπάρχουν άστεγοι(δεδομένο στις σημερινές κοινωνίες ανά τον κόσμο), και απαιτούν από το κράτος(!) να φροντίσει για τους ταλαιπωρημένους δηλαδή από τον ίδιο τον εχθρό μίας κοινωνίας, τότε πετούν απλά στα σύννεφα ή είναι αφελείς.

Έτσι λοιπόν, μπορεί εκ πρώτης όψεως η εικόνα να είναι σωστή, όμως όχι σε μία πιο προσεκτική «ματιά».

Θεός. Ένα επιχείρημα κατά του, είναι ότι επειδή θα ήθελα να υπάρχει τόσο πολύ ένας Θεός που θα αναστήσει τους χαμένους μου ανθρώπους και θα μου χαρίσει και αιώνια ζωή, και επειδή όλο αυτό φαίνεται τόσο απίστευτο για να είναι αλήθεια, είναι και ένας λόγος να θεωρώ πως η επιθυμία μου, είναι μία επιθυμία. Δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα. Αντίθετα, η πραγματικότητα την καθορίζει.  Και σκορπίζει και τον Θεό εν τέλει.

Έτσι, ο καιρός, καθώς βλέπω τώρα τα προγνωστικά στοιχεία έχει να δώσει και άλλα χιόνια αυτή την φορά στην κεντρική και την βόρεια Ελλάδα. Αυτό προκύπτει από την ανάλυση των προσομοιωτών της ατμόσφαιρας, ανεξάρτητα των «ευχών» μας.
Εξάλλου, η ίδια η ευχή για να χιονίσει, είναι από μόνη της μυθική, γλυκιά, και σε αρκετούς συνδέεται με μία παιδική ανάμνηση ή από την ρομαντική λογοτεχνία.


Μπορεί η εικόνα να μην είναι κατά των ευχών, όμως επιφανειακά αυτό δείχνει να είναι. Διότι ο κόσμος γνωρίζει ότι υπάρχουν χιλιάδες άστεγοι.

Ένας χειμώνας, θα φέρει παγωνιές και πιθανώς χιόνια. Θα φύγει, και η άνοιξη θα φέρει και ζέστες, και ήπιες μέρες. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτό θα συμβεί στην ζωή μας, αφού επιλέγουμε την «υποταγή». Έτσι οι ευχές για χιόνι, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Το ίδιο και η ευχή για καλύτερο κόσμο. Παραμένει ευχή.

Σκληρή πραγματικότητα! Η ζωή. Όμως το ίδιο  το σύστημα που μας κυβερνά, καθορίζει αν θα είναι λιγότερο οδυνηρή ή και ακόμα, καλύτερη και αυτό πρέπει να γαμήσουμε. Όχι τις ευχές μας, αν πρέπει να χιονίσει. Η αλληλεγγύη εκφράζεται με τον αγώνα, όχι με τις ευχές οι οποίες είναι καθαρά φανταστικές οι περισσότερες τέτοιου τύπου.

Εν αναμονή λοιπόν του κεντρο-βόρειου χιονιά, το ψύχος γενικά φέτος, δείχνει εμμονή στα ανατολικά της Ευρώπης(μετράμε νεκρούς ήδη) ενώ οι Ισπανοί έχουν άνοιξη από τον Οκτώβριο Και ένα θετικό είναι ότι από αύριο, στην δυτική, και νότια Ελλάδα το γυρίζει σε νοτιά και ανεβαίνει η θερμοκρασία, κυρίως βέβαια από Πέμπτη θα γίνει αισθητή η άνοδος εκεί.

Επιστροφή στην μιζέρια. Ένα προτεινόμενο μέτωπο για τους μεταμοντέρνους αναρχικούς θα ήταν ίσως:  «Έξω οι χιονολάτρεις, από τις γειτονιές μας!» κάνοντας πορείες μέσω fb κυρίως, εναντίον όσων εύχονται να χιονίσει ενώ θα χρηματοδοτείται βέβαια από διάφορους οργανισμούς, την Ε.Ε.  και άλλους θεσμούς, μη τυχόν και διανοηθείς πως οι χιλιάδες άστεγοι αλλά και οι φτωχοί γενικότερα, οφείλονται ως επί το πλείστον στους θεσμούς της επονομαζόμενης ελεύθερης αγοράς(!!). Α, και για σένα που αμφισβητείς τον «αναρχισμό». Διάβασε Τσόμσκι… μπες και εσύ στον λάκκο με τους φιλελεύθερους σαν χριστιανός πρωτάρης.
.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

ο καπιταλισμός έχει ξεφύγει

Η ψυχή του καπιταλισμού





Η διαπίστωση είναι γενική: ο καπιταλισμός έχει ξεφύγει. Δεν είναι τόσο ότι διέρχεται κρίση. Είναι ότι δεν υπηρετεί πια τον κεντρικό του ρόλο: να παρέχει ευκαιρίες και να ανταμείβει την αξία, την εργασία και το ταλέντο. Εδώ και τουλάχιστον τέσσερα χρόνια ευνοεί μονάχα τους προνομιούχους. Αντί να απελευθερώνει δυνάμεις, τις φυλακίζει. Αντί να ενθαρρύνει το καινούργιο, το πνίγει. Αντί για δύναμη δημιουργίας, έχει γίνει δύναμη καταστροφής.

Μια σειρά από σοβαρά έντυπα βάλθηκαν να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο, να διερευνήσουν την εξέλιξή του και να προτείνουν λύσεις. Το περιοδικό ΤΙΜΕ επισημαίνει ότι χωρίς μια βαθειά μεταρρύθμιση, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κίνδυνο καθώς αποξενώνει τους πληθυσμούς σε όλο τον πλανήτη. Πρέπει λοιπόν να αποκατασταθεί αυτό που έσβησε η παγκοσμιοποίηση, να ξαναβρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στις οικονομικές και πολιτικές εξουσίες και να αποδοθούν ευθύνες στους διοικητές των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Οι κίνδυνοι που αναλήφθηκαν χωρίς να δοθούν εξηγήσεις και οι αστρονομικές αμοιβές που δόθηκαν και εξακολουθούν να δίνονται χωρίς καμιά δικαιολογία «καταστρέφουν την ηθική αιτιολόγηση της ύπαρξης ενός καπιταλιστικού συστήματος που στηρίζεται στην αξία».

Η σημερινή εκδοχή του καπιταλισμού πρέπει να εγκαταλειφθεί, καθώς αποδείχθηκε όχι μόνο ασταθής αλλά και άδικη, παρατηρούν από την πλευρά τους οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, που ξεκίνησαν εδώ και τρεις εβδομάδες μια σειρά με τίτλο «Ο καπιταλισμός σε κρίση». Η αύξηση των ανισοτήτων απειλεί τα θεμέλια των δημοκρατιών μας. Ακόμη κι οι Αμερικανοί έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους: μόλις το 50% έχει σήμερα μια θετική ιδέα για τον καπιταλισμό. «Η σύγχρονη οικονομία μοιάζει να έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας», έγραψε ένας από τους σχολιαστές της εφημερίδας, ο Τζον Πλέντερ. «Η μία είναι πολύ γρήγορη και προορίζεται για τους πολύ πλούσιους. Η άλλη, που αφορά όλους τους υπόλοιπους, είναι μπλοκαρισμένη».

Η σύγκριση του αμερικανικού μοντέλου με το γερμανικό είναι πλέον ξεπερασμένη, γράφει ο Εκόνομιστ στο προηγούμενο τεύχος του με τίτλο «Η άνοδος του κρατικού καπιταλισμού». Αυτό που θριαμβεύει είναι το συγκεντρωτικό μοντέλο της Κίνας. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: υπάρχει ακόμη μια δημιουργική σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και την αγορά ή ο πρώτος ισοπέδωσε και μηδένισε τη δεύτερη; Για να οικοδομήσουν τις οικονομίες τους, οι χώρες που ξεπέρασαν τη φτώχεια χάρις στην παγκοσμιοποίηση καταφεύγουν στη δημιουργία τεραστίων εταιρειών που λειτουργούν με τη λογική του καπιταλισμού αλλά ελέγχονται από το Κράτος. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνται στην ενέργεια – όπως η σαουδαραβική Aramco, η ρωσική Gazprom και η Petrochina – στις κατασκευές, στα μεταλλεύματα, στον τραπεζικό τομέα. Και η επίθεσή τους εναντίον του ιδιωτικού μοντέλου που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα στέφεται σε γενικές γραμμές με επιτυχία.

Μήπως λοιπόν ο καπιταλισμός έχει χάσει την ψυχή του; Κι αν συνεχίσει αυτόν τον δρόμο, μήπως η επανάληψη θαυμάτων όπως η Google, η Apple ή το Facebook θα είναι πλέον αδύνατη;