Σελίδες

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

David Graeber, ανθρωπολόγος, ακτιβιστής, αναρχικός.

David Graeber, ανθρωπολόγος, ακτιβιστής, αναρχικός.


 
Με αφορμή την ομιλία του στην Αθήνα δημοσιεύουμε ένα από τα διάσημα κείμενά του. Ο David Graeber είναι ο άνθρωπος πίσω από το σύνθημα «We are the 99%».
Μπορείς να διαβάσεις τα κείμενά του στον Guardian, να τον δεις να δίνει συνεντεύξεις στο RT, να βρεις παρουσιάσεις για τα βιβλία του στους New York Times. Aλλά ο διάσημος ανθρωπολόγος είναι ένας αναρχικός, όσο κι αν αυτός ο τίτλος «τρομάζει» τον πολύ κόσμο. Έχει πολεμήσει στις εξεγέρσεις του Σιάτλ και τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης. Tο μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά, καθώς και οι δύο γονείς του είχαν αγωνιστική δράση -ο πατέρας του μάλιστα πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο. Σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής του κολεγίου Goldsmith στο Λονδίνο αλλά έχει διδακτική θητεία ακόμα και στο Yale -χωρίς να το έχει παραδεχτεί επίσημα το Yale, ο λόγος της εκδίωξης ήταν η πολιτική του δράση.
Ο Graeber ήταν μία από τις κεντρικές φιγούρες στην πρώιμη φάση του Occupy Wall Street, στο οποίο μάλιστα απέδωσε αναρχικές ιδιότητες. Όμως αρκετά με τη βιογραφία του: όποιος θέλει να μπει πιο πολύ στο πνεύμα του δεν έχει παρά να διαβάσει τα βιβλία του («Θραύσματα μιας Αναρχικής Ανθρωπολογίας» (2004), «Κίνημα, Βία, Τέχνη & Επανάσταση», «Το Χρέος: Τα πρώτα 5.000 χρόνια» κ.ά). Έχει επίσης σημαντική αρθρογραφία σε εφημερίδες που αξίζει να αναζητήσει κανείς στα άδυτα του διαδικτύου. Η ομιλία του (το Σάββατο στις 20.00, στα πλαίσια του τριήμερου φεστιβάλ Occupy Planet Earth στο Πολυτεχνείο όπου θα βρίσκεται και η ομάδα του Occupy Athens). Σας παραθέτουμε ένα κείμενό του για τα κινήματα Occupy που φυσικά είναι μόνο η αφορμή.
ΓΙΑΤΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΤΑΙ; Υπάρχουν προφανείς λόγοι. Γινόμαστε μάρτυρες της προκλητικής αυτοπροβολής μιας νέας γενιά Αμερικάνων, μιας γενιάς που προσβλέπει στο να τελειώσει τις σπουδές της μην έχοντας δουλειές, μην έχοντας μέλλον αλλά που εξακολουθεί να επιβαρύνεται με τεράστια και ασυγχώρητα χρέη. Οι περισσότεροι, όπως ανακάλυψα, προέρχονται από την εργατική ή τη μεσαία τάξη, παιδιά που έκαναν ακριβώς αυτό που τους είπαν να κάνουν: Μελέτησαν, πήγαν πανεπιστήμιο, και τώρα όχι μόνο τιμωρούνται για αυτό, αλλά εξευτελίζονται -αντιμέτωποι με μια ζωή όπου τους φέρονται σαν να είναι ξοφλημένοι και ηθικά απόκληροι. Αποτελεί πραγματικά έκπληξη που θα ήθελαν να πουν δυο κουβεντούλες με τους οικονομικούς μεγιστάνες που τους έκλεψαν το μέλλον τους;
Όπως και στην Ευρώπη, βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής αποτυχίας. Οι καταληψίες είναι εκείνο το είδος ανθρώπων, γεμάτων με ιδέες, την ενέργεια των οποίων μια υγιής κοινωνία θα έπρεπε να χρησιμοποιεί για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης για όλους. Αντί για αυτό, τη χρησιμοποιούν (οι καταληψίες) για την εξεύρεση τρόπων κατάρρευσης ολόκληρου του συστήματος.
Αλλά εδώ, η υπέρτατη αποτυχία είναι της φαντασίας. Αυτό στο οποίο γινόμαστε μάρτυρες μπορεί να ιδωθεί και ως μια απόπειρα να κάνουμε, εν τέλη, τη συζήτηση που υποτίθεται έπρεπε να είχαμε κάνει όλοι πίσω στο 2008. Υπήρχε μια στιγμή, μετά από τη παρ’ ολίγο κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομικής δομής, που οτιδήποτε έμοιαζε πιθανό.
Ότι μας έχουν πει τη τελευταία δεκαετία αποδείχθηκε πως ήταν ψέμα. Οι αγορές δεν αυτορυθμίζονται. Οι δημιουργοί οικονομικών εργαλείων δεν ήταν αλάνθαστες ιδιοφυΐες και τα χρέη δεν χρειάζονται πραγματικά να αποπληρώνονται, -για την ακρίβεια το ίδιο το χρήμα αποκαλύφθηκε ότι είναι ένα πολιτικό εργαλείο. Τρισεκατομμύρια δολάρια τα οποία μπορούν να δημιουργηθούν ή να εξαφανιστούν σε μια νύχτα αν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες το απαιτήσουν. Ακόμα και ο Economist είχε πρωτοσέλιδα όπως : «Καπιταλισμός: Ήταν μια καλή ιδέα;»
Φαινόταν ότι είχε έρθει ο καιρός να ξανασκεφτούμε τα πάντα: Την ίδια τη φύση των αγορών, του χρήματος, του χρέους. Να ρωτήσουμε τι ακριβώς εκφράζει η οικονομία. Αυτό κράτησε, ίσως, δύο εβδομάδες. Τότε, σε μια από τις πλέον τεράστιες αποτυχίες θάρρους στην ιστορία, χειροκροτήσαμε με τα χέρια πάνω από τα αυτιά μας και προσπαθήσαμε να επαναφέρουμε τα πράγματα όσο το δυνατόν περισσότερο κοντά στην αρχική τους κατάσταση.
Ίσως, δεν αποτελεί έκπληξη. Γίνεται αυξανόμενα προφανές πως η πραγματική προτεραιότητα, εκείνων που ελέγχουν το κόσμο, τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν ήταν η δημιουργία ενός βιώσιμου καπιταλισμού, αλλά να μας πείσουν όλους ότι η παρούσα μορφή καπιταλισμού είναι το μοναδικό πιθανό οικονομικό σύστημα, άρα και τα ελαττώματα του άσχετα. Σαν αποτέλεσμα, ακόμα καθόμαστε στα αυγά μας, κατάπληκτοι καθώς το οικοδόμημα καταρρέει.
Αυτό που έχουμε μάθει τώρα είναι ότι η οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70, στη πραγματικότητα δεν τελείωσε ποτέ. Αποκρύφτηκε με φτηνές πιστώσεις στο εσωτερικό και με μια μαζική λεηλασία στο εξωτερικό -η τελευταία στο όνομα της «κρίσης χρέους του τρίτου κόσμου». Αλλά ο παγκόσμιος Νότος αντιστάθηκε. Το κίνημα της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», ήταν στο τέλος, επιτυχές: Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκδιώχθηκε από την Ανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική, όπως τώρα εκδιώχνεται από τη Μέση Ανατολή.
Ως αποτέλεσμα, η κρίση χρέους γύρισε πίσω στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική, κορεσμένη με την ίδια προσέγγιση: Ανακοίνωση οικονομικής κρίσης, διορισμός υποτιθέμενων ουδέτερων τεχνοκρατών να τη διαχειριστούν, και συμμετοχή σε ένα όργιο λεηλασίας στο όνομα της «λιτότητας».
Η μορφή αντίστασης που αναδύθηκε μοιάζει εξαιρετικά με το κίνημα για τη παγκόσμια δικαιοσύνη, επίσης. Βλέπουμε την απόρριψη της παλιάς κομματοκεντρικής πολιτικής, τον εναγκαλισμό με τη ριζοσπαστική διαφορετικότητα, την ίδια έμφαση στην επινόηση νέων μορφών δημοκρατίας από τα κάτω.
Αυτό που είναι διαφορετικό είναι σε μεγάλο βαθμό ο στόχος: Πίσω στο 2000 η στόχευση ήταν στη δύναμη των πρωτοεμφανιζόμενων πλανητικών γραφειοκρατιών (ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου, το Δ.Ν.Τ, η Παγκόσμια Τράπεζα, η NAFTA), θεσμών χωρίς δημοκρατική λογοδοσία, που υπήρχαν μόνο για να υπηρετούν τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου. Τώρα, είναι ενάντια σε ολόκληρες τις πολιτικές τάξεις χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και, τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες -για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Για αυτό και οι διαδηλωτές είναι συχνά επιφυλακτικοί ακόμα και στο να ανακοινώσουν επίσημα αιτήματα, μιας και αυτό μπορεί να υπονοήσει την αναγνώριση του πολιτικού προσωπικού με το οποίο είναι εξοργισμένοι.
Εν’ τούτοις, όταν η ιστορία γραφτεί, είναι πιθανό όλες αυτές οι περιπέτειες -αρχίζοντας με την Αραβική Άνοιξη- να περάσουν στην ιστορία ως το προοίμιο για ένα κύμα διαπραγματεύσεων σχετικά με την διάλυση της Αμερικάνικης αυτοκρατορίας. Τριάντα χρόνια αδίστακτης προτεραιότητας στη προπαγάνδα παρά στην ουσία και αποψίλωση οπουδήποτε πράγματος θα έμοιαζε σαν μια πολιτική βάση για αντιπολίτευση, μπορεί να καταστούν ζοφερές τις προοπτικές για τους νέους διαδηλωτές. Και είναι σαφές ότι οι πλούσιοι είναι αποφασισμένοι να αρπάξουν όσο μεγαλύτερο μερίδιο μπορούν από τα λάφυρα που μένουν, πετώντας μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων στου λύκους ώστε να το καταφέρουν. Αλλά η ιστορία δεν είναι με το μέρος τους.
Καλό θα ήταν να αναλογιστούμε την κατάρρευση των Ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών. Σίγουρα δεν οδήγησε τους πλούσιους να αρπάξουν όλο το «βάζο με το μέλι» αλλά στην δημιουργία του σύγχρονου κράτους πρόνοιας. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα προκύψει από αυτό το γύρο. Αλλά αν οι καταληψίες τελικά καταφέρουν να σπάσουν τη 30χρονη θηλιά που έχει τοποθετηθεί στην ανθρώπινη φαντασία, όπως σε εκείνες τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη του 2008, τα πάντα θα είναι ξανά στο τραπέζι -και οι καταληψίες της Γουόλ Στρήτ και άλλων πόλεων, θα μας έχουν κάνει τη μεγαλύτερη χάρη που μπορεί να μας κάνει κανένας.
   Μετάφραση: risinggalaxy  Πηγή: Παραλληλόγραφος

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Μήπως το παιδί σας είναι αναρχικός;



Μήπως το παιδί σας είναι αναρχικός;

Μετά και το πρόσφατο δημοσίευμα της φυλλάδας “Πρώτο Ψέμα” για τον προσηλυτισμό νεαρών στην Αναρχία και κατά προέκταση στην τρομοκρατία, είναι πια επιτακτική η ανάγκη να αναχαιτισθεί ο κίνδυνος που μας απασχολεί όλους. Διότι το θέμα που καίει όλους τους γονείς δεν είναι ο βιοπορισμός, το ενοίκιο ή το δάνειο που τρέχει, οι λογαριασμοί που καταφθάνουν συνεχώς και το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον. Το πραγματικό πρόβλημα για κάθε ελληνική οικογένεια είναι μήπως το παιδί τους γίνει αναρχικός.

Σας παραθέτουμε λοιπόν 5+1 ενδείξεις, για να γνωρίζει ο κάθε γονέας εάν το παιδί του έχει πέσει στην Αναρχία.


1. Προβλήματα στις κοινωνικές σχέσεις:

Εάν παρατηρήσετε ότι το παιδί σας δείχνει μια αδικαιολόγητη ευαισθησία για τα προβλήματα άλλων ανθρώπων, ακόμη κι αγνώστων, είναι μάλλον ώρα να ανησυχήσετε. Έχει παρατηρηθεί πως τα παιδιά που έχουν λάβει τον χαρακτηρισμό του “αναρχικού” δείχνουν 5-6 φορές περισσότερο ενδιαφέρον για τον “άλλον” σε σχέση με τα φυσιολογικά παιδιά. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να παραβλέπουν βασικές διαφορές που διατηρούν με άλλους ανθρώπους, όπως η εθνικότητα και το φύλο.

2. Προβλήματα με την Δικαιοσύνη:

Η παραβατική συμπεριφορά ανέκαθεν αποτελούσε σοβαρή ένδειξη για τα προβληματικά παιδιά. Στην περίπτωση των “αναρχικών” παιδιών, η παραβατικότητα αυτή εμφανίζεται πρώτα σε θεωρητικό επίπεδο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κυρίας Κ. ” Όλα ξεκίνησαν όταν ο γιος μου (15 ετών) επιστρέφοντας απ’ το σχολείο με ρώτησε αν πρέπει να υπακούμε σε νόμους που δεν είναι δίκαιοι”. Εμφανώς ταραγμένη η μητέρα, είπε πως ο γιος της δεν είχε εμφανίσει ποτέ παρόμοια προβλήματα πριν από το περιστατικό. “Με τον καιρό, το παιδί μου άλλαξε εντελώς, αρνείται να υπακούσει πια ακόμα και σε βασικές εντολές όταν δεν τις θεωρεί δίκαιες. Δεν τον αναγνωρίζω πλέον”.

3. Προβλήματα σχετιζόμενα με το διάβασμα:

Ενώ τα περισσότερα παιδιά φαίνεται να αρκούνται στην ανάγνωση όσων τους ανατίθενται, τα “αναρχικά” παιδιά εμφανίζουν τάσεις να διαβάζουν αναγνώσματα που δεν περιέχονται στην διδακτική ύλη. Σε πολλές περιστάσεις, μάλιστα, η επιθυμία αυτή τους εμποδίζει από την παρακολούθηση τηλεόρασης και βιντεοπαιχνιδιών. Αν και φαινομενικά το συγκεκριμένο πρόβλημα ταυτίζεται με τα προβλήματα παραβατικότητας, τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να εμφανιστούν και χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία άλλων συμπτωμάτων. Θεματικά φαίνεται να εξιτάρονται κυρίως από την ανάγνωση Ιστορίας, πολιτικών επιστημών αλλά και ποίησης.

4. Προβλήματα αυτοπεποίθησης:

Όπως έχει δείξει η διεθνής βιβλιογραφία, τα περισσότερα παιδιά καταφέρνουν να αναπτύξουν την αυτοπεποίθηση τους σε φυσιολογικά επίπεδα χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Τα αναρχικά παιδιά, αντιθέτως, δείχνουν πολλές φορές σημάδια ακραίας αυτοεκτίμησης που φτάνει σε επίπεδα έντονου ναρκισσισμού. Σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά αυτά, ακόμα και σε προσχολική ηλικία, φαίνεται να πιστεύουν ότι είναι σε θέση να ξεπεράσουν προκλήσεις χωρίς την παρέμβαση ή τις οδηγίες μεγαλύτερων. Ενώ κάτι τέτοιο μπορεί να μην φαντάζει ως σοβαρό πρόβλημα αρχικά, ενδέχεται να επιφέρει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα στη συνέχεια.

5. Προβλήματα στη λήψη τροφής:

Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα που παρατηρείται στα παιδιά αυτά αφορά στη λήψη τροφής. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν μαρτυρίες γονέων που αναφέρουν ότι τα παιδιά αυτά αρνούνται εντελώς να καταναλώσουν κουτόχορτο. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες γονέων και φορέων (σχολείο, Εκκλησία, ΜΜΕ) να πείσουν τα παιδιά να συνεχίσουν την κατανάλωση, εντούτοις η αναγκαστική πρόσληψη του δεν φαίνεται να αποδίδει θετικά αποτελέσματα. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έχει παρατηρηθεί ότι, πέρα από την άρνηση καθ’ αυτή, πολλά παιδιά οδηγούνται και στην αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεων και δογμάτων με απρόβλεπτες συνέπειες.

6. Προβλήματα σχετιζόμενα με τον ύπνο:

Ίσως η σοβαρότερη απ’ όλες τις υπόλοιπες ενδείξεις. Ενώ τα περισσότερα παιδιά βλέπουν όνειρα μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου, τα αναρχικά παιδιά συνεχίζουν να τα βλέπουν και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πλήθος ερευνών σε νευρολογικό επίπεδο έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν αυτό το περίεργο φαινόμενο χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Σε αυτό που συμφωνούν πάντως οι περισσότεροι επιστήμονες είναι πως, αν το πρόβλημα δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να οδηγήσει σε περαιτέρω ενοχλήσεις, έως και εμμονές, για την πραγματοποίηση των ονείρων αυτών.



πηγή


RAMNOUSIA

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

David Graeber Χρέος: τα πρώτα 5000 χρόνια”

http://parallhlografos.wordpress.com/



Ο ανθρωπολόγος David Graeber λέει ότι μονάχα διαμέσου μιας γενικής ιστορικής κατανόησης του χρέους και της σχέσης του με τη βία, μπορούμε να εκτιμήσουμε την εποχή μας που τώρα γεννιέται. Εδώ προσπαθεί να καλύψει το ιστορικό μας κενό.
Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα απόσπασμα ενός κατά πολύ μεγαλύτερου σχεδίου έρευνας, σχετικά με το χρέος και το πιστωτικό χρήμα στην ανθρώπινη ιστορία. Το πρώτο και συναρπαστικό συμπέρασμα αυτού του σχεδίου έρευνας είναι ότι κατά τη μελέτη της οικονομικής ιστορίας, τείνουμε συστηματικά να αγνοούμε το ρόλο της βίας, τον απόλυτα κεντρικό ρόλο του πολέμου και της δουλείας, στη δημιουργία και σχηματοποίηση των βασικών θεσμών, αυτού που σήμερα αποκαλούμε «οικονομία». Επιπλέον, σημασία έχουν και οι προελεύσεις. Η βία μπορεί να είναι αόρατη, αλλά παραμένει τυπωμένη στη φιλοσοφία της κοινής οικονομικής λογικής μας, στην προφανέστατα αυταπόδεικτη φύση των θεσμών, που απλά ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν έξω από το μονοπώλιο της βίας – αλλά και της συστηματικής απειλής της βίας – που διατηρείται από το σύγχρονο κράτος.
Ας ξεκινήσω με το θεσμό της δουλείας, της οποίας ο ρόλος κατά τη γνώμη μου, είναι κομβικός. Τις περισσότερες στιγμές και στους περισσότερους τόπους η δουλεία θεωρείται συνέπεια του πολέμου. Μερικές φορές οι περισσότεροι δούλοι στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτοι πολέμου, άλλες φορές όχι. Παρ’ όλα αυτά σχεδόν όμοια και απαράλλαχτα και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος θεωρείται η βάση και η δικαιολόγηση της ύπαρξης αυτού του θεσμού. Αν παραδοθείς στον πόλεμο, αυτό που παραδίδεις είναι η ζωή σου. Ο κατακτητής σου έχει το δικαίωμα να σε σκοτώσει και συχνά το κάνει. Αν επιλέξει να μην το κάνει, τότε κυριολεκτικά του οφείλεις τη ζωή σου. Ένα χρέος που γίνεται αντιληπτό ως απόλυτο, διαρκές, μη εξαγοράσιμο. Μπορεί να σου αφαιρέσει δικαιωματικά ό,τι επιθυμεί. Όλα τα χρέη ή υποχρεώσεις που μπορεί να οφείλεις σε άλλα άτομα (φίλους, οικογένεια, πρώην πολιτικές συμμαχίες), ή άλλα άτομα να οφείλουν σε σένα, θεωρείται ότι σου αφαιρούνται απόλυτα. Το χρέος σου στον ιδιοκτήτη σου είναι πλέον ό,τι υπάρχει.
Αυτού του είδους η λογική έχει τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες συνέπειες, αν και μπορεί να ειπωθεί ότι τείνουν προς σχετικά αντίθετες κατευθύνσεις. Πρώτα απ’ όλα ακόμα μια – που πιθανώς την ορίζει – ιδιότητα της δουλείας, είναι ότι οι δούλοι μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν. Σ’ αυτή την περίπτωση το απόλυτο χρέος παύει πλέον (υπό μια άλλη έννοια, αυτή της αγοράς) να είναι απόλυτο. Στην πραγματικότητα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί επακριβώς. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να πιστέψουμε ότι ήταν ακριβώς αυτή η λειτουργία, που κατέστησε ικανό το να δημιουργηθεί κάτι όμοιο με τη σημερινή μορφή του χρήματος, τη στιγμή που αυτό το οποίο οι ανθρωπολόγοι συνήθως αποκαλούσαν «πρωτόγονο χρήμα», αυτό που κανείς βρίσκει σε κοινωνίες δίχως κράτος (τα φτερά που χρησιμοποιούνταν ως χρήμα στα νησιά του Σολομώντα ή τα περιδέραια από κοχύλια οι ινδιάνοι Iroquois αντίστοιχα), περισσότερο χρησιμοποιούνταν για διακανονισμούς γάμων, επίλυση βεντετών και για την ανάμιξη σε άλλου είδους σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, παρά για την αγοραπωλησία αγαθών. Για παράδειγμα, αν η δουλεία είναι χρέος, τότε το χρέος μπορεί να οδηγήσει στη δουλεία. Ένας βαβυλώνιος χωρικός μπορεί να είχε πληρώσει ένα γενναίο ποσό σε ασήμι στα πεθερικά του, για να επισημοποιήσει το γάμο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν του άνηκε η σύζυγός του. Σίγουρα δεν μπορούσε να αγοράσει ή να πουλήσει τη μητέρα των παιδιών του. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να αλλάξουν αν αυτός έπαιρνε ένα δάνειο. Αν αποδεικνυόταν επισφαλής, οι πιστωτές του μπορούσαν αρχικά να του κατασχέσουν τα πρόβατα και τα έπιπλά του, έπειτα το σπίτι του, χωράφια, τους οπωρώνες και τελικά να του πάρουν τη σύζυγο, το παιδιά, ακόμα και τον  ίδιο σαν χρεωστικούς «δουλοπάροικους», μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα (το οποίο καθώς οι πόροι του εξαφανιζόταν γινόταν ολοένα και δυσκολότερο). Το χρέος ήταν αυτό που κατέστησε δυνατό να φανταστούμε το χρήμα, ως οτιδήποτε σχετικό με τη σημερινή του έννοια και γι’ αυτό επίσης να γεννήσει αυτό που αποκαλούμε «αγορά»: μια αρένα όπου οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί, γιατί όλα τα αντικείμενα (όπως και οι δούλοι) απαξιώνονται από τις προηγούμενες κοινωνικές τους σχέσεις και υπάρχουν μόνο σε σχέση με το χρήμα.
Όμως την ίδια στιγμή η λογική του χρέους ως κατάκτηση μπορεί, όπως προανέφερα, να τείνει προς άλλη κατεύθυνση. Οι βασιλιάδες μέσα στην ιστορία, τείνουν να είναι βαθέως διχασμένοι σχετικά με το ζήτημα να αφήσουν τη λογική του χρέους να καταστεί εκτός ελέγχου. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι εχθρικοί απέναντι στις αγορές. Αντιθέτως τις ενθαρρύνουν κανονικά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να πάρουν με τη μορφή κατάσχεσης, ό,τι χρειάζονται (μετάξι, ρόδες για άρματα, γλώσσες από φλαμίνγκο (εκλεκτό έδεσμα κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα), λάπις λάζουλι (αλλιώς κυανός λίθος, ένας πολύτιμος λίθος)) απ’ ευθείας από τον υποτελή σ’ αυτές πληθυσμό. Είναι πολύ πιο εύκολο να ενθαρρυνθούν οι αγορές και έπειτα τα αναγκαία αγαθά να αγοραστούν. Οι πρώιμες αγορές συχνά ακολουθούσαν τους στρατούς, ή τις βασιλικές ακολουθίες, ή σχηματίζονταν κοντά σε παλάτια, ή στις παρυφές στρατιωτικών θέσεων. Αυτό στην πραγματικότητα βοηθά στην ερμηνεία της αρκετά συγκεχυμένης συμπεριφοράς των βασιλικών αυλών: αφού οι βασιλιάδες έλεγχαν συνήθως τα ορυχεία χρυσού και ασημιού, ποιο το νόημα να τυπώνεις τα μούτρα σου πάνω σε κομμάτια του προϊόντος που εξορύσσεις (δλδ. να τυπώνεις νομίσματα), να τα ξεφορτώνεσαι στους πολίτες και έπειτα να ζητάς να σου τα δώσουν πίσω υπό τη μορφή φόρων; Έχει νόημα μόνο αν η επιβολή φόρων είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος να επιβάλεις σε όλους να αποκτήσουν και να διατηρούν χρήματα, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των αγορών, καθώς η ύπαρξη των αγορών εξυπηρετούσε γενικότερα. Όμως για τους σκοπούς της ανάλυσής μας το κρίσιμο ερώτημα είναι: πως δικαιολογούνταν αυτοί οι φόροι; Γιατί οι υποτελείς τους χρωστούσαν και ποιο χρέος ξεπλήρωναν όταν τους απέδιδαν; Εδώ επιστρέφουμε ξανά στο δίκαιο της κατάκτησης (στην πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο οι ελεύθεροι πολίτες – είτε στη Μεσοποταμία, είτε στην Ελλάδα ή στη Ρώμη, συνήθως δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν άμεσους φόρους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απλά όπως καταλαβαίνει κανείς, απλουστεύω τα πράγματα εδώ). Αν οι βασιλιάδες είχαν εξουσία πάνω στη ζωή και στο θάνατο των υποτελών τους, αποκτημένη από το δίκαιο της κατάκτησης, τότε και το χρέος των υποτελών τους ήταν απόλυτα αέναο. Επίσης τουλάχιστον υπό αυτήν την έννοια, οι σχέσεις μεταξύ των υποτελών ατόμων, τα χρέη που όφειλε το ένα στο άλλο, ήταν ασήμαντα. Το μόνο που υπήρχε ήταν η σχέση τους με το βασιλιά. Αυτό με τη σειρά του εξηγεί γιατί οι βασιλιάδες και ομοίως οι αυτοκράτορες, προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τις εξουσίες που είχαν οι αφέντες πάνω στους δούλους και οι πιστωτές πάνω στους οφειλέτες. Το ελάχιστο στο οποίο πάντα θα επέμεναν, αν είχαν τη δύναμη, ήταν αυτά τα φυλακισμένα άτομα που ήδη τους είχε χαριστεί η ζωή, να μην είναι δυνατόν να σκοτωθούν από τους αφέντες τους. Στην πραγματικότητα μόνο οι ηγεμόνες μπορούσαν να έχουν αυθαίρετη εξουσία πάνω στη ζωή και το θάνατο. Το απόλυτο χρέος κάποιου ατόμου ήταν απέναντι στο κράτος. Ήταν το μοναδικό το οποίο ήταν πραγματικά απεριόριστο, που είχε τη δυνατότητα για απόλυτες εγκόσμιες απαιτήσεις.
Ο λόγος που διατυπώνω αυτό, είναι επειδή αυτή η λογική ενυπάρχει σε μας ακόμη. Όταν κάνουμε λόγο για κάποια «κοινωνία» (γαλλική κοινωνία, τζαμαϊκανή κοινωνία), μιλάμε στην πραγματικότητα για ανθρώπους που οργανώνονται υπό την έννοια ενός κράτους – έθνους. Αυτό τέλος πάντων είναι το εννοούμενο μοντέλο. Οι «κοινωνίες» είναι στην πραγματικότητα κράτη, η λογική των κρατών είναι αυτή της κατάκτησης, η λογική της κατάκτησης είναι εν τέλει ταυτόσημη με αυτή της δουλείας. Είναι γεγονός ότι αυτό στα χέρια των υπέρμαχων του κράτους αποκτά ένα νόημα ενός πιο καλοκάγαθου «κοινωνικού χρέους». Ορίστε λοιπόν μια μικρή ιστορία, ένα είδος μύθου. Γεννιόμαστε όλοι με ένα αέναο χρέος στην κοινωνία που μας μεγάλωσε, μας έθρεψε, μας τάισε και μας έντυσε, ένα χρέος σε εκείνους που έχουν πεθάνει προ πολλού και ανακάλυψαν τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας, σε όλους εκείνους που έχουν καταστήσει δυνατή την ύπαρξή μας. Στους αρχαίους καιρούς, νομίζαμε ότι το οφείλαμε αυτό στους θεούς (το χρέος αυτό ξεπληρωνόταν με θυσίες, ή η θυσία ήταν απλώς η αποπληρωμή του τόκου, στο τέλος ξεπληρωνόταν με το θάνατο). Αργότερα το χρέος υιοθετήθηκε από το κράτος, ένας θεϊκός θεσμός, με φόρους σε αντικατάσταση των θυσιών και στρατιωτική θητεία σε αντικατάσταση του χρέους της ζωής. Το χρήμα είναι απλά η απτή μορφή αυτού του κοινωνικού χρέους, έτσι όπως γίνεται η διαχείρισή του. Οι κεϋνσιανοί αρέσκονται σ’ αυτού του είδους τη λογική. Το ίδιο ισχύει και για κάποιες τάσεις σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών, ακόμα και κρυπτοφασιστών, όπως είναι ο Auguste Comte (ο πρώτος απ’ όσο ξέρω που πραγματικά επινόησε τη φράση «κοινωνικό χρέος»). Όμως αυτή η φιλοσοφία διατρέχει επίσης μεγάλο μέρος της κοινής μας λογικής: πάρτε για παράδειγμα τη φράση: «να πληρώσει το χρέος του στην κοινωνία», ή «ένιωσα ότι χρωστούσα κάτι στη χώρα μου», ή «ήθελα να δώσω κάτι πίσω». Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις – ένα είδος σχέσεων, με το οποίο θα μπορούσαν να συμβιώσουν αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι – τείνουν να γίνουν υποσύνολο σε μια αίσθηση «κοινωνίας», όπου όλα τα άτομα είναι ίσα, μονάχα ως απόλυτοι οφειλέτες της (τώρα αφανούς) φιγούρας του βασιλιά, που πλέον αντικαθιστά τη μητέρα σου και κατ’ επέκταση την ανθρωπότητα.
Αυτό που προτείνω λοιπόν είναι ότι καθώς οι διεκδικήσεις της απρόσωπης αγοράς και αυτές της «κοινωνίας» συχνά αντιπαρατίθενται – και σίγουρα έχουν μια τάση να παλαντζάρουν με όλους τους τρόπους – έχουν εν τέλει ιδρυθεί με μια πολύ όμοια λογική με αυτή της βίας. Ούτε είναι αυτό ένα απλό θέμα ιστορικών προελεύσεων, το οποίο μπορεί να αποδιωχτεί ως ασήμαντο: ούτε οι αγορές, ούτε τα κράτη μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη διαρκή απειλή δύναμης.
Κάποιο άτομο μπορεί να ρωτήσει, τότε ποια είναι η εναλλακτική;
Προς μια ιστορία εικονικού χρήματος
Εδώ μπορώ να επιστρέψω στην αρχική μου τοποθέτηση: ότι το χρήμα δεν πρωτοεμφανίστηκε σ’ αυτή την κρύα μεταλλική και απρόσωπη μορφή. Πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή της μονάδας μέτρησης, της αφαίρεσης, αλλά επίσης ως σχέση (χρέους και υποχρέωσης) μεταξύ των ανθρώπων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ιστορικά εκείνο που πάντα ήταν το πιο άμεσα συνδεδεμένο με τη βία, είναι το χρήμα-εμπόρευμα. Όπως το έθεσε και ένας ιστορικός, «ο χρυσός και τα πολύτιμα μεταλλεύματα είναι παρελκόμενο του πολέμου και όχι του ειρηνικού εμπορίου1.»
Ο λόγος είναι απλός. Το χρήμα-εμπόρευμα συγκεκριμένα σε μορφή χρυσού και ασημιού, διακρίνεται από το πιστωτικό χρήμα περισσότερο απ΄ όλα, λόγω μιας θεαματικής ιδιότητας: μπορεί να κλαπεί. Καθώς μια ράβδος χρυσού ή ασημιού είναι ένα αντικείμενο χωρίς γενεαλογία, διαμέσου μεγάλου μέρους της ιστορίας, τα πολύτιμα μέταλλα έχουν παίξει τον ίδιο ρόλο με τη σημερινή περίπτωση μιας βαλίτσας γεμάτη δολάρια ενός εμπόρου ναρκωτικών, δηλαδή ως αντικείμενα χωρίς ιστορία τα οποία θα γίνουν οπουδήποτε αποδεκτά για συναλλαγές, με οτιδήποτε έχει χρηματική αξία, χωρίς εξηγήσεις. Ως συνέπεια, κάποιος μπορεί να θεωρήσει τα τελευταία 5000 χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, ως την ιστορία ενός είδους εναλλαγής. Πιστωτικά συστήματα φαίνεται να αναδύονται και να επικρατούν, σε περιόδους σχετικής κοινωνικής ειρήνης, δια μέσου δικτύων (εμπορικής) πίστης, είτε που έχουν δημιουργηθεί από κράτη, είτε στις περισσότερες περιόδους, από διεθνείς οργανισμούς, ενώ από την άλλη, τα πολύτιμα μέταλλα αντικαθιστούν αυτά τα συστήματα σε περιόδους, που χαρακτηρίζονται από ευρύ πλιάτσικο. Ληστρικά δανειστικά συστήματα ασφαλώς υπάρχουν σε κάθε περίοδο, αλλά φαίνεται ότι είχαν δεχθεί τα πιο καταστροφικά πλήγματα σε περιόδους, όπου το χρήμα ήταν ιδιαιτέρως εύκολα μετατρέψιμο σε ρευστό.
Έτσι λοιπόν ως αρχικό σημείο για κάθε εγχείρημα διάκρισης των μεγάλων ρυθμών, που ορίζουν την τρέχουσα ιστορική στιγμή, ας προτείνω την ακόλουθη ανάλυση της ευρασιατικής ιστορίας, με κριτήριο την εναλλαγή μεταξύ περιόδων εικονικού και μεταλλικού χρήματος.
Ι. Εποχή των πρώτων αγροτικών αυτοκρατοριών (3500-800 π.χ.)
Επικρατούσα χρηματική μορφή: εικονικό πιστωτικό χρήμα.
Οι εγκυρότερες πληροφορίες μας σχετικά με την προέλευση του χρήματος γυρνούν πίσω στην αρχαία Μεσοποταμία, αν και δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος να πιστέψει κανείς ότι τα πράγματα ήταν ριζικά διαφορετικά στην Φαραωνική Αίγυπτο, στην Κίνα της εποχής του ορείχαλκου, ή στην κοιλάδα του Ινδού. Η οικονομία της Μεσοποταμίας κυριαρχούταν από μεγάλα δημόσια ιδρύματα (ναούς και παλάτια), των οποίων οι γραφειοκρατικοί διαχειριστές είχαν ικανώς δημιουργήσει λογιστικό χρήμα, εγκαθιδρύοντας μια σταθερή ισοτιμία μεταξύ του ασημιού και του βασικού αγαθού, του κριθαριού. Τα χρέη υπολογίζονταν σε ασήμι, αλλά το ασήμι σπανίως χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές. Αντ’ αυτού οι πληρωμές γίνονταν σε κριθάρι, ή σε οτιδήποτε άλλο που τύγχανε να είναι αποδεκτό και να εξυπηρετεί. Τα μεγάλα χρέη γραφόταν σε σφηνοειδείς πλάκες, ως διασφάλιση για τα δυο μέρη της συναλλαγής.
Ασφαλώς αγορές υπήρχαν. Οι τιμές συγκεκριμένων αγαθών που δεν παραγόταν υπό τον έλεγχο του ναού, ή του παλατιού και που συνεπώς δεν υπόκειντο σε  διαχειριζόμενους πίνακες τιμών, είχαν την τάση να κυμαίνονται, σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες της προσφοράς και ζήτησης. Όμως οι περισσότερες πραγματικές καθημερινές αγοραπωλησίες, συγκεκριμένα εκείνες που δεν γίνονταν μεταξύ απολύτως ξένων, φαίνεται να έχουν γίνει με πίστωση. Οι «γυναίκες της μπύρας» και οι τοπικοί ξενοδόχοι λόγου χάρη, πουλούσαν μπύρα και συχνά νοίκιαζαν δωμάτια. Οι πελάτες δεν τους πλήρωναν αμέσως, αλλά «τα έγραφαν» (π.χ. στο τεφτέρι). Συνήθως τα πλήρωναν μαζεμένα τον καιρό της συγκομιδής. Οι πωλητές των αγορών προφανώς ενεργούσαν, όπως κάνουν σήμερα σε μικρές αγορές στην Αφρική ή την κεντρική Αμερική, όπου δημιουργούν λίστες από έμπιστους πελάτες, στους οποίους μπορούν να επεκτείνουν την πίστωση.
Το συνήθειο του χρήματος με τόκο επίσης προέρχεται από τη Σουμερία. Παρέμενε λόγου χάρη άγνωστο στην Αίγυπτο. Τα επιτόκια σταθερά στο 20%, παρέμειναν έτσι για 2000 χρόνια (αυτό δεν ήταν σημάδι κυβερνητικού ελέγχου στην αγορά: σ’ εκείνη τη φάση τέτοιοι θεσμοί κατέστησαν δυνατή την ύπαρξη αγορών). Αυτό όμως οδήγησε σε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ειδικά σε χρονιές με κακές σοδειές, οι χωρικοί άρχιζαν να γίνονται απελπιστικά χρεωμένοι στους πλούσιους, να παραδίδουν τα χωράφια τους και εν τέλει τα μέλη της οικογένειάς τους σε χρεωστικά δεσμά. Σταδιακά αυτή η κατάσταση φαίνεται να έχει επιφέρει κοινωνική κρίση – όχι τόσο οδηγώντας σε λαϊκές εξεγέρσεις – όσο αναγκάζοντας τους μέσους πολίτες να εγκαταλείπουν εξολοκλήρου τις πόλεις και τις κατοικημένες περιοχές και να γίνονται ημινομάδες ληστές και επιδρομείς. Σύντομα έγινε παράδοση για κάθε νέο ηγεμόνα να κάνει μια νέα αρχή, ακυρώνοντας όλα τα χρέη και δηλώνοντας γενική αμνηστία ή ελευθερία, έτσι ώστε οι υπόχρεοι εργάτες να μπορέσουν να γυρίσουν στις οικογένειές τους (είναι σημαντικό ότι η πρώτη γνωστή στην ανθρωπότητα λέξη που αναφέρεται στην έννοια της ελευθερίας, η σουμέρια λέξη «αμαργκα», κυριολεκτικά σημαίνει «επιστροφή στη μητέρα»). Οι βιβλικοί προφήτες θεσμοθέτησαν μια παρόμοια συνήθεια το Ιωβηλαίο, όπου ομοίως έπειτα από επτά χρόνια όλα τα χρέη ακυρώνονταν. Αυτό είναι και ο άμεσος πρόγονος της έννοιας της «λύτρωσης» της καινής διαθήκης. Όπως τόνισε και ο οικονομολόγος Michael Hudson, φαντάζει μια από τις δυστυχίες της παγκόσμιας ιστορίας, το γεγονός ότι ο θεσμός του δανεισμού χρημάτων με τόκο διαδόθηκε από τη Μεσοποταμία, χωρίς ως επί το πλείστο να συνοδεύεται από τα πρώιμά του ισοζύγια και ελέγχους
II. Αξονική περίοδος (800 π.χ. – 600 μ.Χ.)
Επικρατούσα χρηματική μορφή: μεταλλικά νομίσματα και πολύτιμα μέταλλα.
Αυτή ήταν η εποχή που είδε τη γέννηση του συστήματος των μεταλλικών νομισμάτων καθώς και όλων των μεγάλων θρησκειών2 στην Κίνα, στην Ινδία και στη Μέση ανατολή. Από την εποχή των Εμπόλεμων Κρατών στην Κίνα, μέχρι τη διάσπαση της Ινδίας και τη σφαγή και μαζική υποδούλωση, που συνόδευσε την επέκταση (και έπειτα διάλυση) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ήταν μια περίοδος θεαματικής δημιουργικότητας στα περισσότερα μέρη του κόσμου, αλλά επίσης και ισότιμα θεαματικής βίας.
Το σύστημα των μεταλλικών νομισμάτων, που επέτρεψε την κυριολεκτική χρήση του χρυσού και του ασημιού ως μέσο συναλλαγών, επίσης κατέστησε δυνατή τη δημιουργία των αγορών με τη σημερινή περισσότερο γνωστή και απρόσωπη έννοια του όρου. Τα πολύτιμα μέταλλα ήταν πολύ πιο κατάλληλα σε μια εποχή γενικευμένου πολέμου, για τον προφανή λόγο ότι μπορούσαν να κλαπούν. Το σύστημα των μεταλλικών νομισμάτων ασφαλώς δεν ανακαλύφθηκε για να διευκολύνει το εμπόριο (οι Φοίνικες οι ικανότεροι έμποροι του αρχαίου κόσμου, ήταν από τους τελευταίους που το υιοθέτησαν). Φαίνεται ότι πρωτοανακαλύφθηκε για την πληρωμή των στρατιωτών, πιθανώς πρώτα από όλους, από τους πρώτους ηγεμόνες της Λυδίας στη Μικρά Ασία, για να πληρώνουν τους Έλληνες μισθοφόρους. Η Καρχηδόνα, άλλο ένα μεγάλο εμπορικό έθνος, άρχισε να κόβει νομίσματα πολύ αργά και ευρέως για να πληρώνει τους ξένους στρατιώτες.
Διαμέσου της αρχαιότητας κάποιος μπορεί να συνεχίσει να συζητά γι’ αυτό που ο Geoffrey Ingham έχει ονομάσει «σύμπλεγμα του στρατιωτικού συστήματος νομισμάτων». Θα ήταν καλύτερα να το αποκαλούσε «σύμπλεγμα της δουλείας και του στρατιωτικού συστήματος νομισμάτων», καθώς η εξάπλωση των νέων στρατιωτικών τεχνολογιών (Έλληνες οπλίτες, ρωμαϊκές λεγεώνες) πάντα ήταν στενά συνδεδεμένη με την αιχμαλώτιση και το εμπόριο δούλων. Η άλλη μεγάλη πηγή δούλων ήταν το χρέος: τώρα που τα κράτη δεν έσβηναν πια τα χρέη περιοδικά (όπως γινόταν στο παρελθόν), τα άτομα που δεν είχαν την τύχη να είναι πολίτες των μεγάλων στρατιωτικά πόλεων-κρατών (των οποίων οι πολίτες γενικώς προστατευόταν από ληστρικούς δανειστές), ήταν απλά θύματα κυνηγιού. Τα πιστωτικά συστήματα της Εγγύς Ανατολής δεν κατάρρευσαν λόγω οικονομικού ανταγωνισμού. Καταστράφηκαν από τις στρατιές του Αλέξανδρου – στρατιές που χρειάζονταν μισό τόνο ασημιού τη μέρα για μισθούς. Τα ορυχεία όπου ο ορυκτός πλούτος εξορυσσόταν, γενικότερα λειτουργούσαν με δούλους. Οι στρατιωτικές εκστρατείες με τη σειρά τους διασφάλιζαν μια ατέρμονη ροή νέων δούλων. Τα αυτοκρατορικά φορολογικά συστήματα, όπως προαναφέρθηκε, σχεδιάστηκαν για να υποχρεώσουν ευρέως τους υποτελείς της αυτοκρατορίας να δημιουργήσουν αγορές, έτσι ώστε οι στρατιώτες (και ασφαλώς και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι) να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν αυτόν τον ορυκτό πλούτο, αγοράζοντας ό,τι επιθυμούσαν. Το είδος των απρόσωπων αγορών που κάποτε έτειναν να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στις κοινωνίες, ή στις παρυφές των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τώρα είχαν αρχίσει να διαπερνούν την κοινωνία ως σύνολο.
Όσο αμαρτωλή και να είναι η προέλευσή τους, η δημιουργία νέων μέσων συναλλαγής (το σύστημα των μεταλλικών νομισμάτων φαίνεται να έχει εμφανιστεί σχεδόν ταυτόχρονα στην Ελλάδα, στην Ινδία και στην Κίνα), φαίνεται να έχει βαθιές πνευματικές επιπτώσεις. Κάποιοι έχουν υπερβάλει τόσο, ώστε να λένε ότι η ύπαρξη της ελληνικής φιλοσοφίας κατέστη δυνατή, εξαιτίας εννοιολογικών καινοτομιών, που έγιναν γνωστές από το σύστημα των μεταλλικών νομισμάτων. Η πιο εντυπωσιακή άποψη όμως είναι η εμφάνιση αυτού που έπειτα θα γινόταν οι σύγχρονες θρησκείες: προφητικός ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, βουδισμός, τζαϊνισμός, κομφουκιανισμός, ταοϊσμός και κάποια στιγμή ισλαμισμός, σχεδόν στις ακριβείς στιγμές και τοποθεσίες, όπου κάποιος επίσης βλέπει την πρώιμη διάδοση του συστήματος των μεταλλικών νομισμάτων. Αν και οι ακριβείς σύνδεσμοι ακόμα μένει να εξερευνηθούν πλήρως, με κάποιο τρόπο αυτές οι θρησκείες φαίνεται να έχουν εμφανιστεί με άμεση απόκριση στη λογική των αγορών. Για να θέσουμε το ζήτημα κάπως ωμά:  αν κάποιος υποβιβάζει έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο απλώς στην εγωιστική απόκτηση υλικών αγαθών, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι σύντομα κάποιος άλλος θα έρθει να αντιπαραθέσει ένα άλλο πεδίο, μέσω του οποίου θα κηρύσσει – από μια ύψιστη αξιακή άποψη – ότι τα υλικά αγαθά είναι ασήμαντα κι ο εγωισμός – ή ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός – απατηλός.
III. Μεσαίωνας (600 μ.Χ. – 1500 μ.Χ.)3
Η επιστροφή στο εικονικό πιστωτικό χρήμα.
Αν η «Αξονική περίοδος» ήταν μάρτυρας στην εμφάνιση συμπληρωματικών ιδανικών σε εκείνα των αγορών αγαθών και των παγκόσμιων θρησκειών, ο Μεσαίωνας ήταν η περίοδος όπου αυτοί οι δύο θεσμοί άρχισαν να ενοποιούνται. Οι θρησκείες άρχισαν να επικρατούν των συστημάτων αγορών. Καθετί από το διεθνές εμπόριο μέχρι την οργάνωση τοπικών εμποροπανηγυριών, περατωνόταν ολοένα και περισσότερο διαμέσου κοινωνικών δικτύων, που ορίζονταν και ρυθμίζονταν από τις θρησκευτικές αρχές. Αυτό με τη σειρά του κατέστησε δυνατή την επιστροφή σε όλη την Ευρασία, διαφόρων μορφών εικονικού πιστωτικού χρήματος.
Στην Ευρώπη όπου όλο αυτό έλαβε χώρα υπό την αιγίδα του χριστιανισμού, η κυκλοφορία και χρήση νομισμάτων ήταν σποραδική και άνισα διαθέσιμη. Οι τιμές μετά το 800 μ.Χ. υπολογιζόταν ευρέως σε όρους μιας παλιάς καρολίγγειας (αλλιώς καρλομαγνικής) ισοτιμίας, που πλέον δεν υπήρχε (στην πραγματικότητα γινόταν αναφορές σε αυτή ως «φανταστικό χρήμα»), όμως παρ’ όλα αυτά οι καθημερινές αγοραπωλησίες διεκπεραιώνονταν ως επί το πλείστο με άλλους τρόπους. Ένα σύνηθες μέσο για παράδειγμα ήταν η χρήση των tally-sticks (θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «χρεωστικά ξυλάκια»). Επρόκειτο για κάποια κομμάτια ξύλου που πάνω είχαν χαραγμένο το χρέος και τα έσπαζαν στα δύο. Το ένα κομμάτι το κρατούσε ο οφειλέτης και το άλλο ο πιστωτής. Συνηθισμένη ήταν η χρήση αυτών σε μεγάλο μέρος της Αγγλίας μέχρι και τον 16ο αιώνα. Τις μεγαλύτερες συναλλαγές τις διαχειριζόταν με συναλλακτικούς λογαριασμούς, με τα μεγάλα εμπορικά πανηγύρια να εξυπηρετούν ως τα κέντρα συναλλαγών τους. Εν τω μεταξύ η εκκλησία πρόσφερε ένα νόμιμο πλαίσιο, επιβάλλοντας αυστηρούς ελέγχους στη χρηματική πίστωση και απαγορεύσεις στις χρεωστικές δεσμεύσεις.
Το πραγματικό νευρικό κέντρο του μεσαιωνικού οικονομικού κόσμου ήταν ο ινδικός ωκεανός, οποίος μαζί με τους δρόμους των καραβανιών της κεντρικής Ασίας, συνέδεε τους μεγάλους πολιτισμούς της Ινδίας, της Κίνας και της Μέσης Ανατολής. Εδώ το εμπόριο συντελούνταν μέσα στο πλαίσιο του Ισλάμ, το οποίο όχι μόνο παρείχε μια νόμιμη δομή αρκετά αγώγιμη στις εμπορικές δραστηριότητες (ενώ απαγόρευε εξολοκλήρου τον έντοκο δανεισμό χρημάτων), αλλά επίσης επέτρεπε τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ εμπόρων σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο μέρος του κόσμου, επιτρέποντας έτσι τη δημιουργία μιας ποικιλίας εξελιγμένων εργαλείων πίστωσης. Στην πραγματικότητα η δυτική Ευρώπη ήταν όπως σε πολλά πράγματα άλλωστε, σχετικά καθυστερημένη από αυτή την άποψη: οι περισσότερες από τις οικονομικές καινοτομίες που έφτασαν στην Ιταλία και στη Γαλλία τον 11ο και 12οαιώνα, ήδη χρησιμοποιούνταν ευρέως στην Αίγυπτο ή στο Ιράκ από τον 8ο ή 9ο αιώνα. Η λέξη «τσεκ» (επιταγή) για παράδειγμα, προέρχεται από την αραβική λέξη «sakk» και δεν είχε εμφανιστεί στα αγγλικά παρά μόνο γύρω στο 1220 μ.Χ.
Η περίπτωση της Κίνας είναι ακόμα πιο περίπλοκη: ο Μεσαίωνας εκεί ξεκίνησε με την ταχεία διάδοση του βουδισμού, ο οποίος ενώ δεν ήταν σε θέση να ενεργοποιήσει νόμους ή να ρυθμίσει το εμπόριο, κινήθηκε γρήγορα ενάντια στους τοπικούς τοκογλύφους, με την ανακάλυψη του ενεχυροδανειστηρίου – με τα πρώτα εξ αυτών να βρίσκονται σε βουδιστικούς ναούς, προσφέροντας στους φτωχούς αγρότες μια εναλλακτική λύση από εκείνη του τοπικού τοκογλύφου. Παρ’ όλα αυτά, πολύ πιο πριν το κράτος είχε επαναδιεκδικήσει το ρόλο του, όπως συνηθίζει άλλωστε να κάνει το κράτος στην Κίνα. Όμως καθώς το έκανε αυτό, όχι μόνο ρύθμισε τα επιτόκια και επιχείρησε να καταργήσει το θεσμό της υποχρεωτικής εργασίας προς αποπληρωμή χρεών, αλλά επίσης απομακρύνθηκε εντελώς από το σύστημα των μεταλλικών νομισμάτων, ανακαλύπτοντας τα χαρτονομίσματα. Όλο αυτό συνοδεύτηκε πάλι από την ανάπτυξη μιας ποικιλίας σύνθετων οικονομικών εργαλείων.
Όλο αυτό δεν σημειώνεται για να ειπωθεί ότι αυτή η περίοδος δεν είχε σφαγές και πλιάτσικα (ιδίως κατά τις μεγάλες νομαδικές εισβολές), ή ότι το σύστημα των μεταλλικών κερμάτων δεν ήταν σε αρκετούς τόπους και στιγμές ένα σημαντικό μέσο συναλλαγών. Παρ’ όλα αυτά αυτό που πραγματικά χαρακτηρίζει αυτήν την περίοδο, φαίνεται να είναι μια κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα είδε το χρήμα να είναι αρκετά αποσυνδεδεμένο από καταναγκαστικούς οργανισμούς. Κάποιος θα μπορούσε να μας πει ότι οι ανταλλακτές χρημάτων καλούνταν πίσω στους ναούς, όπου και ήταν δυνατόν να εποπτευτούν. Το αποτέλεσμα ήταν η άνθιση θεσμών, που προϋπέθεταν ένα μεγαλύτερο βαθμό κοινωνικής εμπιστοσύνης.
IV. Εποχή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών (1500-1971)
Η επιστροφή των πολύτιμων μετάλλων
Με τον ερχομό των μεγάλων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών – της ιβηρικής και έπειτα της βορειοατλαντικής – ο κόσμος έγινε μάρτυρας μιας επιστροφής στη μαζική δουλεία, στο πλιάτσικο, στους πολέμους καταστροφών και την επακόλουθη ταχεία επιστροφή των χρυσών και ασημένιων νομισμάτων ως πρωταρχική μορφή κυκλοφορούντος νομίσματος. Η ιστορική έρευνα πιθανώς να καταλήξει δείχνοντας ότι η προέλευση αυτών των αλλαγών ήταν πολύ πιο σύνθετη απ’ ό,τι συνηθισμένα θα υποθέταμε. Μερικές από αυτές είχαν αρχίσει να συμβαίνουν ακόμα και πριν από την κατάκτηση του Νέου Κόσμου. Ένας από τους βασικούς παράγοντες της επιστροφής στα μεταλλικά νομίσματα για παράδειγμα, ήταν η εμφάνιση λαϊκών κινημάτων στην Κίνα κατά την πρώιμη δυναστεία των Μινγκ, τον 15οκαι 16ο αιώνα, που τελικά ανάγκασε την κυβέρνηση να εγκαταλείψει όχι μόνο τα χαρτονομίσματα, αλλά και κάθε προσπάθεια να επιβάλλει το δικό της νόμισμα. Αυτό οδήγησε στην επιστροφή της τεράστιας κινέζικης αγοράς στη χρήση ασημιού μη κομμένου σε νομίσματα. Καθώς οι φόροι επίσης σταδιακά μετατρεπόταν σε ασήμι, σύντομα η μέση επίσημη κινέζικη πολιτική έγινε η προσπάθεια να έρθει όσο το δυνατόν περισσότερο ασήμι στη χώρα, έτσι ώστε να κρατηθεί το επίπεδο των φόρων χαμηλό και να αποφευχθούν μελλοντικές εξεγέρσεις και κοινωνικές αναταραχές. Η ξαφνική τεράστια ζήτηση ασημιού είχε επιπτώσεις σε όλη την υφήλιο. Τα περισσότερα από τα πολύτιμα μεταλλεύματα που λαφυραγώγησαν οι ισπανοί κατακτητές και αργότερα εξόρυξαν από τα ορυχεία του Μεξικού και του Ποτόσι (με σχεδόν ανυπολόγιστο κόστος ανθρώπινων ζωών), κατέληξαν στην Κίνα. Αυτές οι παγκόσμιας κλίμακας επαφές που τελικά αναπτύχθηκαν στον Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό ωκεανό, έχουν καταγραφεί με μεγάλη λεπτομέρεια. Το σημαντικό σημείο εδώ είναι ότι η αποσύνδεση του χρήματος από τους θρησκευτικούς οργανισμούς και η επανασύνδεσή του με καταναγκαστικούς (συγκεκριμένα με το κράτος), συνοδεύτηκε από μια ιδεολογική επιστροφή στον «μεταλλισμό»4.
Η πίστωση υπό αυτή την έννοια ήταν εξολοκλήρου ένα θέμα των κρατών που διέπονταν ευρέως από ελλειμματική χρηματοδότηση, μια είδους πίστωση που με τη σειρά της ανακαλύφθηκε για να χρηματοδοτήσει ολοένα και πιο πολυδάπανους πολέμους. Σε διεθνές επίπεδο η βρετανική αυτοκρατορία ήταν πιστή στη διατήρηση του κανόνα του χρυσού το 19ο και στις αρχές του 20ουαιώνα, ενώ στις Η.Π.Α. λάμβαναν χώρα μεγάλες πολιτικές μάχες σχετικά με το αν ο κανόνας του χρυσού ή του ασημιού θα έπρεπε να επικρατήσει.
Αυτή επίσης ήταν φανερά η περίοδος την ανόδου του καπιταλισμού, της βιομηχανικής επανάστασης, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ούτω καθ’ εξής. Αυτό που προσπαθώ να κάνω τώρα δεν είναι να αρνηθώ τη σημασία τους, αλλά να προσφέρω ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να δει τέτοια οικεία συμβάντα, μέσα από ένα λιγότερο οικείο πρίσμα. Λόγου χάρη, γίνεται ευκολότερος ο εντοπισμός των δεσμών μεταξύ πολέμου, καπιταλισμού και δουλείας. Ο θεσμός της μισθωτής εργασίας για παράδειγμα, έχει προέλθει ιστορικά από αυτόν της δουλείας (τα πιο πρώιμα συμβόλαια μισθών που γνωρίζουμε, από την Ελλάδα μέχρι τις μαλαισιανές πόλεις κράτη, ήταν στην πραγματικότητα ενοικιάσεις δούλων) και επίσης πάντα είχε την τάση ιστορικά να είναι στενά συνδεδεμένος με διάφορες μορφές υποχρεωτικής εργασίας για την αποπληρωμή χρέους – όπως άλλωστε παραμένει και σήμερα. Το γεγονός ότι έχουμε συμπεριλάβει τέτοιες έννοιες σε μια γλώσσα ελευθερίας, δεν σημαίνει ότι αυτό που σήμερα θεωρούμε οικονομική ελευθερία, δεν βασίζεται εν τέλει σε μια λογική που κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, έχει θεωρηθεί η απόλυτη ουσία της δουλείας.
V. Σημερινή εποχή (1971 και έπειτα)
Η αυτοκρατορία του χρέους
Η σημερινή εποχή μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ξεκινήσει στις 15 Αυγούστου του 1971, όταν ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Richard Nixon επίσημα ανέστειλε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό και δημιούργησε με αποτελεσματικό τρόπο τα σημερινά καθεστώτα των κυμαινόμενων ισοτιμιών. Έχουμε επιστρέψει αν μη τι άλλο, σε μια εποχή εικονικού χρήματος, στην οποία οι καταναλωτικές αγορές στις πλούσιες χώρες σπανίως περιλαμβάνουν ακόμα και χαρτονομίσματα και οι εθνικές οικονομίες έχουν ως κανόνα το καταναλωτικό χρέος. Είναι αυτή η έννοια κατά την οποία μπορούμε να μιλήσουμε για «οικονομικοποίηση» του κεφαλαίου, όπου η κερδοσκοπία στις ισοτιμίες και στα οικονομικά εργαλεία εδραιώνεται, αποκομμένη από κάθε άμεση σχέση με την παραγωγή ή ακόμα και με το εμπόριο. Αυτός είναι ασφαλώς ο τομέας που έχει εισέλθει σήμερα σε κρίση.
Τι μπορούμε να πούμε στα σίγουρα για αυτήν τη νέα εποχή; Μέχρι τώρα πολύ πολύ λίγα. Τριάντα ή σαράντα χρόνια είναι τίποτα σχετικά με τα χρόνια που εξετάσαμε. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η εποχή έχει μόλις ξεκινήσει. Παρ’ όλα αυτά η συνεχιζόμενη ανάλυση όσο ωμή και να είναι αυτή, μας επιτρέπει να κάνουμε, κατόπιν ενημέρωσης, κάποιες προτάσεις.
Ιστορικά όπως έχουμε δει, οι εποχές του εικονικού πιστωτικού χρήματος έχουν συμπεριλάβει τη δημιουργία κάποιων ειδών επιβαλλόμενων θεσμών – η ιερή βασιλεία της Μεσοποταμίας, οι μωσαϊκές επέτειοι (Ιωβηλαία), η Σαρία και οι εκκλησιαστικοί νόμοι – οι οποίοι θέτουν ενός είδους ελέγχους στις πιθανές καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες του χρέους. Σχεδόν ομοίως συμπεριλαμβάνουν θεσμούς (συνήθως όχι αυστηρά ισομεγέθεις του κράτος, αλλά μεγαλύτερους) για την προστασία των οφειλετών. Μέχρι στιγμής η κίνηση αυτή τη φορά ήταν προς την αντίθετη κατεύθυνση: αρχίζοντας από τη δεκαετία του ’80 ξεκινήσαμε να βλέπουμε τη δημιουργία του πρώτου αποτελεσματικού πλανητικού διαχειριστικού συστήματος, που λειτουργεί διαμέσου του ΔΝΤ, της παγκόσμιας τράπεζας, εταιριών και άλλων οικονομικών οργανισμών, κατά βάση για να προστατέψουν τα συμφέροντα των οφειλετών. Όμως αυτός ο μηχανισμός σύντομα έπεσε σε κρίση, πρωτίστως από την υπερβολικά ταχεία ανάπτυξη παγκόσμιων κοινωνικών κινημάτων (το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης), το οποίο αποτελεσματικά κατέστρεψε την ηθική εξουσία οργανισμών όπως το ΔΝΤ, άφησε αρκετούς από αυτούς στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και τώρα στο έλεος της παρούσας τραπεζικής κρίσης και της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης. Καθώς η νέα εποχή του εικονικού χρήματος έχει μόλις ξεκινήσει και οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι εξολοκλήρου θολές, μπορούμε ήδη να πούμε ένα ή δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι μια κίνηση προς το εικονικό χρήμα δεν είναι αναγκαστικά από μόνη της μια ύπουλη συνέπεια του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Για ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας συστήματα εικονικού χρήματος σχεδιάστηκαν και ρυθμίστηκαν, για να εξασφαλίσουν ότι τίποτε σαν τον καπιταλισμό δεν θα μπορούσε να προκύψει – τουλάχιστον όχι με την παρούσα του μορφή, όπου το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται σε μια συνθήκη, που σε πολλές άλλες περιόδους της ιστορίας θα θεωρούνταν ισοδύναμη της δουλείας. Το δεύτερο σημείο είναι η υπογράμμιση του απόλυτα κρίσιμου ρόλου της βίας, κατά τον προσδιορισμό των όρων με τους οποίους φανταζόμαστε την «κοινωνία» και τις «αγορές» – και κατ’ επέκταση αρκετών από τις πιο βασικών μας απόψεων για την ελευθερίας. Ένας κόσμος λιγότερο διαποτισμένος από βία, αμέσως θα άρχιζε να αναπτύσσει άλλους θεσμούς. Εν τέλει αν σκεφτούμε το χρέος έξω από τις δίδυμες ιδεολογικές χειροπέδες του κράτους και της αγοράς, τότε ανοίγουν συναρπαστικές δυνατότητες. Λόγου χάρη μπορούμε να ρωτήσουμε: σε μια κοινωνία, όπου αυτή η θεμελίωση της βίας θα είχε εν τέλει αποταχθεί, τι ακριβώς θα όφειλαν οι ελεύθεροι άνθρωποι ο ένας στον άλλο; Τι είδους υποσχέσεις και δεσμεύσεις θα έκαναν μεταξύ τους;
Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα το κάθε άτομο θα είναι σε θέση να υποβάλλει τέτοιες ερωτήσεις. Σε τέτοιες εποχές, ποτέ δεν ξέρεις.
Σημειώσεις
1. Geoffrey W. Gardiner, ‘The Primacy of Trade Debts in the Development of Money\\\’, in Randall Wray (ed.), Credit and State Theories of Money: The Contributions of A. Mitchell Innes, Cheltenham: Elgar, 2004, p.134.
2. Η φράση «Αξονική εποχή» πρωτοδιατυπώθηκε από τον Karl Jaspers, για να περιγράψει τη σχετικά σύντομη περίοδο μεταξύ των 800 π.χ. και 200 π.χ. όπου όπως πίστευε, όλες οι κύριες φιλοσοφικές παραδόσεις τις οποίες γνωρίζουμε σήμερα προέκυψαν ταυτόχρονα στην Κίνα, Ινδία και ανατολική Μεσόγειο. Εδώ το χρησιμοποιώ σύμφωνα με την – κατά τοMumford – πιο ευρεία χρήση του όρου, ως η περίοδος που ήταν μάρτυρας στη γέννηση όλων των υπαρχόντων παγκόσμιων θρησκειών, επεκτείνοντάς την από την εποχή του Ζωροάστρη μέχρι αυτή του Μωάμεθ.
3. Εδώ παραπέμπω το μεγαλύτερο μέρος από αυτό που γενικώς αναφέρεται ως Μεσαίωνας στην Ευρώπη, σε μια πρόωρη περίοδο που χαρακτηρίζεται από τον ληστρικό μιλιταρισμό και την ακόλουθη σημασία του ορυκτού πλούτου: οι επιδρομές των Βίκινγκς και η περίφημη αποκομιδή του danegeld (ετήσιος φόρος που πλήρωναν οι Αγγλοσάξονες στους Δανούς προκειμένου εκείνοι να μην κάνουν επιδρομές, το οποίο έπειτα συνέχισε ως έγγειος φόρος) από την Αγγλία στα 800 μ.Χ., μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις τελευταίες εκδηλώσεις μιας εποχής, όπου ο ληστρικός μιλιταρισμός πήγαινε χέρι χέρι με σωρούς από πλούτη σε χρυσό και ασήμι.
4. Ο μύθος του αντιπραγματισμού και θεωρίες χρήματος-εμπορεύματος ασφαλώς είχαν αναπτυχθεί σ’ εκείνη την περίοδο.
Αρχική πηγή: Mute
μετάφραση : Φάμπρικα Υφανέτ

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Είσαι αναρχικός-η; Η απάντηση μπορεί να σε εκπλήξει

David Graeber :

Είσαι αναρχικός-η; Η απάντηση μπορεί να σε εκπλήξει


Το κείμενο του David Graeber που ακολουθεί, υπάρχει σε πολλά site αναρχικής θεωρίας και λόγου στο διαδίκτυο. 

Η μετάφραση που έχω κάνει είναι χωρίς επιμέλεια, οπότε όπως πάντα να συγχωρέσετε την όποια χοντράδα. Ο Ντέιβιντ Γκράεμπερ είναι ένας από τους πλέον γνωστούς ανθρωπολόγους της γενιάς του, και για τη πρωτογενή έρευνα που έκανε στο νησί της Μαγαδασκάρης αλλά και για την πολιτική του δράση ως αναρχικός στο κίνημα κατά της Παγκοσμιοποίησης της τελευταίας δεκαετίας. Δίδασκε στο πανεπιστήμιο του Γέηλ από όπου και εκδιώχθηκε λόγω της πολιτικής του δράσης. Τώρα διδάσκει στο πανεπιστήμιο Γκόλντσμιθς του Λονδίνου. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: “Αποσπάσματα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας”και “Κίνημα , Βία , Τέχνη και Επανάσταση” , από τις ελευθεριακές εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ενώ ετοιμάζονται το “Τέλος των Πρωτοποριών” και το “Το Χρέος : Τα πρώτα 5.000 χρόνια” το οποίο είναι και το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο είναι απλά εκπληκτικό. 


Πιθανώς να έχεις ήδη ακούσει ένα-δυο πράγματα για τους αναρχικούς και τι υποτίθεται ότι πιστεύουν. Το πιθανότερο είναι πως ότι έχεις ακούσει είναι ανοησίες. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι αναρχικοί είναι υποστηρικτές της βίας, του χάους και της καταστροφής ή ότι είναι τρελαμένοι μηδενιστές που απλά θέλουν να τινάξουν τα πάντα στον αέρα. Στη πραγματικότητα τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Οι αναρχικοί είναι απλά άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να συμπεριφέρονται με εύλογο τρόπο χωρίς να τους το επιβάλουν. Είναι μια πολύ απλή σκέψη. Μα είναι μια που οι πλούσιοι και δυνατοί έβρισκαν πάντοτε πολύ επικίνδυνη.

Στην πιο απλή μορφή τους τα αναρχικά πιστεύω καταλήγουν σε δύο βασικές υποθέσεις. Η πρώτη είναι ότι τα ανθρώπινα όντα είναι, υπό κανονικές συνθήκες, όσο λογικά και αξιοπρεπή τους επιτρέπεται να είναι και μπορούν να οργανώνουν τον εαυτό τους αλλά και τις κοινότητες τους, χωρίς να χρειάζεται να τους πουν το πως. Η δεύτερη είναι ότι η εξουσία διαφθείρει. Περισσότερο απ΄όλα, ο αναρχισμός σημαίνει απλά να έχεις το κουράγιο να παίρνεις τις αρχές της κοινής ευπρέπειας, με τις οποίες όλοι ζούμε, και να τις ακολουθείς μέσα από τα λογικά συμπεράσματα τους. Όσο παράξενο και αν φαίνεται, στα πιο σημαντικά πράγματα είσαι ήδη αναρχικός-ή, απλά δεν το συνειδητοποιείς.

Ας αρχίσουμε παίρνοντας μερικά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή.
Αν υπάρχει μια γραμμή για να ανέβεις σε ένα λεωφορείο με πολύ κόσμο, περιμένεις τη σειρά σου και αποφεύγεις να ανοίξεις δρόμο με τον αγκώνα σου, ακόμα και όταν δεν υπάρχει τριγύρω αστυνομία;

Αν απάντησες “ναι”, τότε είσαι συνηθισμένος να συμπεριφέρεσαι σαν αναρχικός-η!

Η πιο βασική αναρχική ιδέα είναι η αυτο-οργάνωση: η υπόθεση ότι τα ανθρώπινα όντα δεν χρειάζονται να απειλούνται με διώξεις για να είναι ικανά να φτάσουν σε λογική κατανόηση το ένα με το άλλο ή να συμπεριφερθούν μεταξύ τους με αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Όλοι πιστεύουν ότι είναι ικανοί να συμπεριφέρονται εύλογα από μόνοι τους. Αν σκέφτονται ότι οι νόμοι και η αστυνομία είναι απαραίτητα, είναι γιατί νομίζουν ότι όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν είναι ικανοί να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.

Αλλά αν το καλοσκεφτείς, ακριβώς έτσι δεν σκέφτονται και όλοι αυτοί οι άνθρωποι για εσένα; Οι αναρχικοί υποστηρίζουν πως όλη η αντικοινωνική συμπεριφορά- που μας κάνει να νομίζουμε ότι είναι απαραίτητο να έχουμε στρατούς, αστυνομία, φυλακές και κυβερνήσεις να ελέγχουν τη ζωή μας- στη πραγματικότητα βασίζεται στις συστημικές ανισότητες και την αδικία που οι στρατοί, η αστυνομία, οι φυλακές και οι κυβερνήσεις κάνουν δυνατές. Όλα είναι ένας φαύλος κύκλος. Αν οι άνθρωποι συνηθίζουν στο να τους συμπεριφέρονται σαν η γνώμη τους να μην έχει σημασία, πολύ πιθανώς να θυμώσουν,να γίνουν κυνικοί, ακόμα και βίαιοι – που φυσικά κάνει ευκολότερο για αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία να λένε πως η γνώμη τους δεν μετράει. Μόλις καταλάβουν ότι οι γνώμες τους πραγματικά έχουν την ίδια σημασία σαν και όλων των υπολοίπων, έχουν την τάση να γίνονται αξιοθαύμαστα κατανοητικοί. Εν συντομία: Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι είναι η ίδια η εξουσία και τα αποτελέσματα της, που κάνουν τους ανθρώπους ανόητους και ανεύθυνους.
Είσαι μέλος μιας λέσχης ή αθλητικής ομάδας, μιας οποιασδήποτε συλλογικότητας όπου οι αποφάσεις δεν επιβάλλονται από έναν αρχηγό αλλά παίρνονται στη βάση της γενικής συναίνεσης;

Αν η απάντηση σου είναι “ναι”, τότε ανήκεις σε έναν οργανισμό που λειτουργεί με αναρχικές αρχές! Μια άλλη αναρχική αρχή είναι η εθελοντική ένωση. Πρόκειται απλά για την εφαρμογή δημοκρατικών αρχών στη καθημερινή ζωή. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι αναρχικοί πιστεύουν πως θα πρέπει να είναι δυνατό να υπάρχει μια κοινωνία, στην οποία τα πάντα θα οργανώνονται σύμφωνα με αυτό το πλαίσιο -όλες οι ομάδες βασισμένες στην ελεύθερη συναίνεση των μελών τους- και για αυτό, όλες οι “από τα πάνω προς τα κάτω” δομές στρατιωτικού τύπου όπως οι στρατοί, οι γραφειοκρατίες ή οι μεγάλες εταιρίες, που βασίζονται σε ιεραρχίες, δεν θα είναι πλέον απαραίτητες. Ίσως δεν πιστεύεις ότι αυτό θα είναι δυνατό. Ίσως και να το πιστεύεις. Όμως, κάθε φορά που φτάνεις σε συμφωνία μέσω της συναίνεσης, παρά μέσω των απειλών, κάθε φορά που έρχεσαι σε μια εθελοντική ρύθμιση με ένα άλλο πρόσωπο, φτάνεις στην κατανόηση ή φτάνεις σε συμβιβασμό παίρνοντας υπόψιν την κατάσταση του άλλου προσώπου εν προκειμένω ή τις ανάγκες του, είσαι αναρχικός -ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνεις.

Ο αναρχισμός είναι απλά ο τρόπος που οι άνθρωποι δρουν όταν είναι ελεύθεροι να πράξουν όπως επιλέξουν, και όταν έχουν να κάνουν με άλλους που είναι εξίσου ελεύθεροι -και για αυτό έχουν συνείδηση της ευθύνης ,που αυτό συνεπάγεται, απέναντι στους άλλους. Αυτό οδηγεί σε ένα άλλο κρίσιμο σημείο: Ενώ οι άνθρωποι μπορούν να είναι λογικοί και διακριτικοί όταν έχουν να κάνουν με ίσους, η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια που δεν γίνεται να τους εμπιστευτούμε όταν τους δίνεται η εξουσία πάνω σε άλλους. Δώσε σε κάποιον τέτοια εξουσία. Αναπόφευκτα σχεδόν, θα τη καταχραστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Πιστεύεις ότι οι περισσότεροι πολιτικοί είναι εγωιστές, επηρμένα γουρούνια που δεν τους νοιάζει πραγματικά για το δημόσιο συμφέρον; Πιστεύεις ότι ζούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που είναι ηλίθιο και άδικο;

Αν απάντησες “ναι”, τότε προσυπογράφεις την αναρχική κριτική στη κοινωνία του σήμερα -τουλάχιστον στο ευρύτερο πλαίσιο της. Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι η εξουσία διαφθείρει, και ότι αυτοί που περνούν όλη τους τη ζωή αναζητώντας την εξουσία είναι οι τελευταίοι που θα πρέπει να την έχουν. Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι το παρόν οικονομικό σύστημα, είναι ποιο πιθανό να ανταμείψει τους ανθρώπους για την εγωιστική και αδίστακτη συμπεριφορά τους, παρά για την αξιοπρέπεια και την τρυφερότητα τους ως ανθρώπινα όντα. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται έτσι. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονται πως μπορεί να γίνει κάτι για αυτό, ή τέλος πάντων -και αυτό είναι κάτι στο οποίο οι πιστοί υπηρέτες των δυνατών είναι σχεδόν σίγουρο ότι επιμένουν- οτιδήποτε που δεν θα καταλήξει να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Αλλά τι γίνεται αν αυτό δεν είναι αλήθεια;

Και υπάρχει πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος να το πιστεύεις αυτό; Στην πραγματικότητα, όταν τις περνάς από τέστ, οι περισσότερες προβλέψεις για το τι θα συμβεί χωρίς κυβερνήσεις ή καπιταλισμό αποδεικνύονται εξολοκλήρου αναληθείς. Για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς κυβερνήσεις. Σε πολλά μέρη του κόσμου οι άνθρωποι ζουν έξω από τον έλεγχο των κυβερνήσεων, σήμερα. Βέβαια, σε μια πολύπλοκη, αστική, τεχνολογική κοινωνία όλο αυτό θα ήταν πιο περίπλοκο: αλλά η τεχνολογία μπορεί επίσης να διευκολύνει την επίλυση όλων αυτών των προβλημάτων. Για την ακρίβεια, δεν έχουμε ξεκινήσει καν να σκεφτόμαστε πως θα ήταν οι ζωές μας αν η τεχνολογία ανταποκρίνονταν αληθινά στις ανθρώπινες ανάγκες. Πόσες ώρες θα έπρεπε να δουλεύουμε αλήθεια ώστε να διατηρούμε μια λειτουργική κοινωνία – αν ξεφορτωνόμασταν δηλαδή όλα τα άχρηστα ή καταστροφικά επαγγέλματα όπως διαφημιστές, δικηγόρους, ανθρωποφύλακες, οικονομικούς αναλυτές, ειδικούς δημοσίων σχέσεων, γραφειοκράτες και πολιτικούς, και στρέφαμε τα καλύτερα επιστημονικά μυαλά μακριά από τους διαστημικούς εξοπλισμούς ή τα συστήματα των χρηματαγορών, ώστε να μηχανοποιήσουν τις επικίνδυνες ή ενοχλητικές εργασίες όπως η εξόρυξη μεταλλευμάτων η ο καθαρισμός της τουαλέτας, και να διανείμουν την υπόλοιπη εργασία σε όλους ισότιμα; Πέντε ώρες την ημέρα; Τρεις; Δύο; Κανείς δεν ξέρει γιατί ποτέ κανένας δεν ρωτάει αυτού του είδους τις ερωτήσεις. Για τους αναρχικούς, αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα έπρεπε να ρωτάμε.
Πιστεύεις πραγματικά αυτά που λες στα παιδιά σου (ή έλεγαν σε εσένα οι γονείς σου);

“Δεν έχει σημασία ποιος το ξεκίνησε”. “Δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”[1]. “Κάνε στους άλλους ότι θα ήθελες να κάνουν και οι άλλοι για εσένα..” “Καθάρισε την ακαταστασία σου”. “Μην είσαι κακός στους ανθρώπους επειδή είναι διαφορετικοί”. Ίσως θα έπρεπε να αποφασίσουμε, αν λέμε ψέμματα στα παιδιά μας όταν τους μιλάμε για το κακό και το καλό ή αν είμαστε πρόθυμοι να πάρουμε στα σοβαρά τις παραινέσεις μας. Διότι, αν ακολουθήσετε αυτές τις ηθικές αρχές μέχρι τα λογικά συμπεράσματα τους, καταλήγετε στον αναρχισμό.

Πάρτε για παράδειγμα την αρχή “δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”. Αν πραγματικά το έπαιρνες στα σοβαρά, αυτό από μόνο του θα τίναζε στον αέρα ολόκληρη τη βάση για τον πόλεμο και το σύστημα ποινικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει για το μοίρασμα: πάντα λέμε στα παιδιά ότι πρέπει να μάθουν να μοιράζονται, να αλληλοκατανοούν τις ανάγκες τους, να βοηθούν το ένα το άλλο. Μετά βγαίνουμε έξω στον πραγματικό κόσμο όπου υποθέτουμε ότι όλοι είναι εκ του φυσικού τους εγωιστές και ανταγωνιστικοί. Αλλά όπως θα σημείωνε ένα αναρχικός: στη πραγματικότητα, ότι λέμε στα παιδιά μας είναι σωστό. Σχεδόν οποιοδήποτε μεγάλο επίτευγμα που άξιζε το κόπο στην ανθρώπινη ιστορία, κάθε ανακάλυψη ή κατόρθωμα που βελτίωσε τις ζωές μας, βασίστηκε στην συνεργασία και την αλληλοβοήθεια. Ακόμα και τώρα, οι περισσότεροι από εμάς ξοδεύουμε περισσότερα για τις οικογένειες και τους φίλους μας παρά για τους εαυτούς μας. Ενώ, πιθανόν, πάντα θα υπάρχουν ανταγωνιστικοί άνθρωποι στο κόσμο, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί η κοινωνία πρέπει να βασίζεται στην ενθάρρυνση τέτοιων συμπεριφορών, πόσο μάλλον κάνοντας τους ανθρώπους να ανταγωνίζονται για τις βασικές ανάγκες της ζωής. Αυτό υπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των ανθρώπων στην εξουσία, που μας θέλουν να ζούμε μέσα στο φόβο τους ενός για τον άλλο. Γι’ αυτό οι αναρχικοί καλούν για μια κοινωνία βασισμένη όχι μόνο στην ελεύθερη ένωση αλλά και στην αλληλοβοήθεια. Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν πιστεύοντας στην αναρχική ηθική και σταδιακά έχουν να κατανοήσουν ότι ο κόσμος των ενηλίκων δεν λειτουργεί με αυτό το τρόπο. Για αυτό και τόσα πολλά γίνονται επαναστατικά ή αποξενωμένα, ακόμα και αυτοκτονικά ως έφηβοι, και τελικά, παραιτημένα ως ενήλικες. Η μόνη τους παρηγοριά, συχνά, είναι η δυνατότητα να μεγαλώσουν οι ίδιοι παιδιά και να υποκρίνονται ότι ο κόσμος είναι δίκαιος. Αν όμως μπορούσαμε να ξεκινήσουμε πραγματικά να χτίζουμε ένα κόσμο που, έστω στο ελάχιστο, θα ήταν βασισμένος σε δίκαιες αρχές;

Δεν θα ήταν αυτό το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να δώσει κανείς στα παιδιά του;
Πιστεύεις ότι τα ανθρώπινα όντα είναι θεμελιωδώς διεφθαρμένα και κακά, ή ότι συγκεκριμένα ήδη ανθρώπων (γυναίκες, άνθρωποι διαφορετικού χρώματος, λαϊκοί άνθρωποι που δεν είναι πλούσιοι ή δεν έχουν ανώτερη εκπαίδευση) είναι υποδεέστερα δείγματα, προορισμένα να κυβερνώνται από ανώτερους από αυτούς ;

Αν απάντησες “ναι”, ε λοιπόν, δεν είσαι τελικά αναρχικός. Αλλά αν απάντησες “όχι”, τότε, κατά πάσα πιθανότητα προσυπογράφεις το ενενήντα τις εκατό των αναρχικών αρχών, και πιθανόν, σε μεγάλο βαθμό να ζεις τη ζωή σου σύμφωνα με αυτές.

Κάθε φορά που συμπεριφέρεσαι σε έναν άλλο άνθρωπο με κατανόηση και σεβασμό, είσαι αναρχικός. Κάθε φορά που επιλύεις τις διαφορές σου με άλλους με το να έρχεσαι σε έναν λογικό συμβιβασμό, ακούγοντας τι έχει να πει ο καθένας παρά να αφήνεις ένα άτομο να αποφασίζει για όλους τους άλλους, είσαι αναρχικός.Κάθε φορά που έχεις την ευκαιρία να επιβάλεις με τη δύναμη σε κάποιον να κάνει κάτι, αλλά αποφασίζεις να απευθύνεσαι στη λογική του, είσαι αναρχικός. Το ίδιο ισχύει κάθε φορά που μοιράζεσαι κάτι με έναν φίλο, η αποφασίζεις ποιος θα πλύνει τα πιάτα, η κάνεις οτιδήποτε και έχεις τη προσοχή σου στραμμένη στη δικαιοσύνη.

Τώρα, μπορεί να διαφωνήσεις με όλα αυτά ότι είναι ωραία και καλά ως ένα τρόπος για μικρές ομάδες ανθρώπων να συνεννοηθούν μεταξύ τους, αλλά η διαχείριση μιας πόλης ή μιας χώρας, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Και φυσικά υπάρχει κάτι σε αυτό. Ακόμα και αν αποκεντροποιήσεις τη κοινωνία και βάλεις όσο περισσότερη δύναμη είναι δυνατή στα χέρια μικρών κοινοτήτων, θα υπάρχουν ακόμα πολλά πράγματα που θα χρειάζονται συντονισμό, από τη λειτουργία των σιδηροδρόμων μέχρι τις αποφάσεις για το ποια κατεύθυνση θα πρέπει να πάρει η ιατρική έρευνα. Αλλά μόνο και μόνο επειδή κάτι είναι περίπλοκο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τρόπος να το κάνεις δημοκρατικά. Απλά θα είναι περίπλοκο. Για την ακρίβεια, οι αναρχικοί έχουν ένα σωρό διαφορετικές ιδέες και οράματα για την αυτο-διεύθυνση μιας περίπλοκης κοινωνίας. Το να τα εξηγήσω θα έπαιρνε πολύ περισσότερο από το μέγεθος και τις προθέσεις ενός μικρού εισαγωγικού κειμένου σαν και αυτό. Αρκεί να πούμε, πρώτα απ’ όλα, ότι πολλοί άνθρωποι έχουν ξοδέψει πολύ χρόνο επινοώντας μοντέλα για το πως θα δούλευε μια πραγματικά δημοκρατική και υγιής κοινωνία. Βεβαίως, κανένας αναρχικός δεν ισχυρίζεται ότι έχει το τέλειο σχέδιο. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε είναι να επιβάλουμε προκατασκευασμένα μοντέλα στη κοινωνία ούτως ή άλλως. Η αλήθεια είναι ότι πιθανότατα δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε τα μισά από τα προβλήματα που θα προκύψουν στη προσπάθεια μας να δημιουργήσουμε μια δημοκρατική κοινωνία. Ακόμα και έτσι, είμαστε πεπεισμένοι ότι -με την ανθρώπινη επινοητικότητα να είναι αυτό που είναι- τέτοια προβλήματα μπορούν πάντα να λυθούν, όσο γίνεται σύμφωνα με το πνεύμα των βασικών αρχών μας, οι οποίες σε τελική ανάλυση είναι οι αρχές της θεμελιώδους ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

ο σύγχρονος εκμηχανισμένος πόλεμος

Brecht: Όπλο του προλεταριάτου ενάντια στην φασιστική αποβλάκωση http://leninreloaded.blogspot.gr

ο σύγχρονος εκμηχανισμένος πόλεμος, ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η βιομηχανία της καταστροφής, δεν απαιτεί οι εργάτες να αντλούν ευχαρίστηση από τον πόλεμο. Η καταστροφή είναι το εμπόρευμα με το οποίο ασχολούνται. Τέτοια είναι η τεχνικο-οικονομική πλευρά ενός κοινωνικού συστήματος που υποβιβάζει το συνηθισμένο άνθρωπο στο επίπεδο ενός εργαλείου, τόσο από πολιτική όσο και από οικονομική σκοπιά.

η εργατική τάξη [...] έπρεπε να ανεχτεί τον πόλεμο γιατί ανέχεται ένα σύστημα που απαιτεί -μεταξύ άλλων- και πολέμους.

Καμία ομάδα που έχει κάτι στην ιδιοκτησία της δεν είναι εναντίον του πολέμου.

τι ισχύει με το υπόλοιπο τμήμα του γερμανικού λαού, το ενενήντα εννέα τοις εκατό; Είναι ο πόλεμος και προς το δικό τους συμφέρον; Χρειάζονται αυτοί τον πόλεμο; Οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα είναι κάτι παραπάνω από βιαστικοί, αν απαντήσουν γεμάτοι αυτοπεποίθηση: όχι. Αυτή θα ήταν μία ανακουφιστική απάντηση, αλλά δε θα ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι ο πόλεμος είναι προς όφελός τους για όσο δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αποτινάξουν το σύστημα στο οποίο ζουν. [...] Το σύστημα δεν μπορούσε να τους βρει δουλειά, δεν μπορούσε καν να τους προσφέρει το βοήθημα. Οταν βρέθηκε γι’ αυτούς δουλειά, αυτή ήταν μόνο στον τομέα της βιομηχανικής προετοιμασίας του πολέμου.

Μόνο το άτομο μπορεί να σκεφτεί. Μόνο η ομάδα μπορεί να ξεκινήσει πόλεμο. Είναι πιο εύκολο για το άτομο να ακολουθήσει την ομάδα από το να σκεφτεί μόνο του.



ο πόλεμος είναι ένα γεγονός, ενώ η σκέψη είναι αδύνατη και μη πρακτική, μία υπόθεση που μοιάζει με τα όνειρα. Ο πόλεμος τα απαιτεί όλα, αλλά φροντίζει επίσης και για όλα.

Το καθεστώς έπρεπε να επιλέξει τον πόλεμο επειδή όλοι οι άνθρωποι χρειάζονταν πόλεμο· αλλά οι άνθρωποι χρειάζονταν πόλεμο μόνο κάτω από αυτό το καθεστώς και γι’ αυτό πρέπει να αναζητήσουν έναν άλλο τρόπο ζωής.

Η ιστορία δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν προχωρούν εύκολα σε ριζικές αλλαγές στο οικονομικό σύστημα. Οι άνθρωποι δεν είναι τζογαδόροι. Δε σπεκουλάρουν. Μισούν και φοβούνται την αταξία που συνοδεύει μία κοινωνική αλλαγή. Μόνο όταν η τάξη, κάτω από την οποία ζούσαν, μετατραπεί σε αδιαμφισβήτητη και αφόρητη αταξία τολμούν οι άνθρωποι - και ακόμα και τότε το κάνουν νευρικά, αβέβαια, τρομάζοντας κάθε λίγο και έχοντας ενδοιασμούς να αλλάξουν την κατάσταση.

Αυτοί που είχαν συνηθίσει να δίνουν διαταγές, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως ειδικοί της τάξης και οι υπηρεσίες τους έγιναν αποδεκτές.

Οι άνθρωποι μπορούν μόνο να αυτομορφωθούν· και θα εγκαθιδρύσουν λαϊκή κυβέρνηση όχι όταν τη συλλάβουν με τα μυαλά τους, αλλά όταν την αρπάξουν με τα χέρια τους.

το «πολεμοχαρές πνεύμα», που απελευθερώνουν οι πόλεμοι, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς δε θα μπορούσαν ποτέ να κυριαρχούνται από κάποιο πιο ειρηνικό πνεύμα, είναι το πνεύμα των επιχειρήσεων. Δεν ισχύει ότι κάποιο καταστροφικό, πολεμοχαρές στοιχείο (το οποίο όμως μπορεί ενδεχόμενα να εξουδετερωθεί) διακόπτει ξανά και ξανά την ειρηνική παραγωγή, αλλά η ίδια η παραγωγή βασίζεται στην αρχή της καταστροφής και του πολέμου.

Ολόκληρη τη ζωή μας παλεύουμε για την ύπαρξή μας - ο ένας ενάντια στον άλλο. Οι γονείς παλεύουν για τα παιδιά, τα παιδιά για την κληρονομιά. Ο μικρός έμπορος παλεύει με τους άλλους μικρούς, καθώς και με τους μεγάλους εμπόρους για το μαγαζί του. Ο εργάτης παλεύει για μια θέση εργασίας με τους επιχειρηματίες και με τους άλλους εργάτες. Ο αγρότης παλεύει με τον άνθρωπο της πόλης. Οι μαθητές παλεύουν με τους δασκάλους. Το κοινό παλεύει με τις Αρχές. Οι βιομηχανίες παλεύουν με τις τράπεζες, οι επιχειρηματικοί όμιλοι παλεύουν με τους επιχειρηματικούς ομίλους. Και πάει λέγοντας. Πώς γίνεται στο τέλος να μην παλεύουν οι λαοί με τους λαούς;

Οσο μπορούμε να ζούμε μόνο στηριζόμενοι στο δικό μας όφελος, όσο ισχύει το «εσύ ή εγώ» και όχι το «εσύ κι εγώ», όσο δεν πρόκειται για την πρόοδο αλλά για το προβάδισμα - τόσο θα υπάρχει ο πόλεμος. Οσο θα υπάρχει καπιταλισμός, θα υπάρχει και ο πόλεμος.

Ο αγώνας για την ειρήνη είναι αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό.

οποιοσδήποτε έχει μελετήσει μία επαναστατική εξέγερση, ξέρει ποιες εσωτερικές δυσκολίες αντιμετωπίζει η μάζα για να εξεγερθεί. Ο άνθρωπος ρίχνεται στο καινούριο μόνο σε περίπτωση ανάγκης.

η ίδια η ζωή προσεγγίζεται μυστηριωδώς ως το λιγότερο που έχουν να ρισκάρουν. Αυτή συχνά ρισκάρεται πιο εύκολα από μία φτωχική κατοικία.

Οταν η κυρίαρχη τάξη χάνει τον έλεγχο της κατάστασης, οι κυριαρχούμενοι τις περισσότερες φορές τα χάνουν.[...] Εναντίον τους βρίσκεται η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, τον οποίο έχουν μάθει με κόπο, μερικοί από αυτούς από τον εχθρό, μερικοί από αυτούς από τον αγώνα ενάντια στον εχθρό. Ενα σύνθετο οπλοστάσιο από συνήθειες και αρχές.

για να γίνει υπόθεση των μαζών, η ίδια η ανατροπή πρέπει να προσλάβει κάτι το επαγγελματικό, πρέπει να έχει χαρακτήρα οργανωμένης επιχείρησης, στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν μικρά και λογικά σημάδια της καθημερινότητάς τους.