Σελίδες

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Αποανάπτυξη Τοποικοποιήση

O ανθρωπολογικός τύπος του ύστερου καπιταλισμού

41a2e-vlakeia-300x270
Γ. Κοκκινάκος via: Από Κοινού
Ποτέ άλλοτε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε τόση εντροπία, αλλά και ποτέ ίσαμε τώρα δεν υπήρχε αυτή η ηγεμονία της ιδεολογίας του καπιταλισμού στην κοινωνία.Πραγματικά το καπιταλιστικό φανταστικό έχει καταλάβει και κυριαρχεί στο μυαλό και στην καρδία του σύγχρονου ανθρώπου
Οι άνθρωποι πλέον δεν ονειρεύονται, δε ζητούν ένα άλλο σύστημα πιο ανθρώπινο και πιο ελεύθερο, δεν έχουν κανένα όραμα για μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση. Μέσα ακόμα και από την κρίση του καπιταλισμού , δεν αναδύεται ο άνθρωπος του μέλλοντος όπως συνέβαινε σ όλες τις παλαιότερες κοινωνίες σε κρίση. Ο καπιταλισμός ιδιαίτερα με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» – ή του κρατικού καπιταλισμού καλύτερα – έγινε πιο επιθετικός αλλά και ο πλανήτης πιο ασταθής και πιο ανισσόροπος. Η πρόβλεψη του Κέυνς ότι μέσω του καπιταλισμού όλες οι ανάγκες του ανθρώπου θα ικανοποιούνται –έτσι έλεγε το 1928-με ένα μικρό μόνο μέρος της εργασιακής του απασχόλησης για να ικανοποιηθεί ο παλαιός Αδάμ μέσα μας , όχι μόνο δεν ίσχυσε αλλά δείτε πως είναι ο κόσμος σήμερα.
Η παγκόσμια κρίση πλέον , ιδιαίτερα μετά την επικράτηση των νέων τεχνολογιών και με τα απίστευτα παίγνια γεωστρατηγικής, δεν ξέρουμε καν πως θα ελεγχτεί. Ο κόσμος πλέον και όχι μόνο οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση έχει γίνει αβέβαιος.
Ο καπιταλισμός πριν φανερώσει τα αδιέξοδα του κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων , διαμόρφωσε ένα νέο ανθρωπολογικό τύπο.
Και επειδή  όταν κανείς θέλει δροσερό , γάργαρο νερό να πιει για να ξεδιψάσει πρέπει να πάει στην πηγή την λαλέουσα ακούστε ένα απόσπασμα.
«ότι κατάφεραν οι ταξικές κοινωνίες μέσα στα τελευταία 2500 χρόνια δεν το κατάφεραν οι κοινωνίες των γενών 7500-8000 πριν.
Κατάφεραν δηλαδή να καταστρέψουν ότι καλό, υψηλό και ευγενές έχει το ανθρώπινο είδοςεις βάρος ενός μόνο χαρακτηριστικού του, της λαιμαργίας. Αλλά αυτό δεν θα το κατάφερναν ποτέ αν δεν έπεφτε θεραπαινίδα στην ποδιά τους η Επιστήμη και κατά περιόδους και η Τέχνη»
Το απόσπασμα είναι από την «Καταγωγή της Οικογένειας» του Ένγκελς και έχει γραφεί πριν 150 και πάνω χρόνια την εποχή του πρώιμου καπιταλισμού. Σήμερα δεν θα χρειαζόταν σχεδόν τίποτα επιπλέον για να περιγράψει και να εξηγήσει το γιατί, για την κατάσταση που έχει περιέλθει η κοινωνία και ο άνθρωπος. Ο καπιταλισμός πως κατάφερε να διαμορφώσει αυτόν τον ανθρωπολογικό τύπο; Έναν  άνθρωπο μοναχικό, νευρωτικό, φοβικό και φοβισμένο αλλά και ατομιστή, επιθετικό, λαίμαργο, αποθηκευτικό καταναλωτικό και ενεργοβόρο; Καριερίστα, αμοραλιστή, εγωιστή, αμετροεπή, ασεβή με τη φύση και το περιβάλλον ανταγωνιστικό; έναν άνθρωπο «κάτοικο του εγώ» και απηνή  διώκτη του «εμείς»  έναν άνθρωπο που ακόμα και στη σημερινή γενική καταστροφή, διατηρεί μια ψευδαισθητική πιθανότητα ατομικής διαφυγής; Σε μια πρόσφατη έρευνα οι πολίτες σκόραραν σαν υπέρτατη αξία την οικογένεια. Με σωστή ανάγνωση της έρευνας προκύπτει η αποθέωση του ατομισμού.
Πώς λοιπόν, με ποιους μηχανισμούς, ανεδύθη και συγκροτήθη ως υποκείμενο, το σημερινό υβρίδιο ανθρώπου; Η σημερινή εκτρωματική μορφή του ανθρώπινου όντος; Κατ’ αρχάς υπάρχει ένα πρώτο ερώτημα. Γιατί ο σημερινός άνθρωπος αποτελεί ένα ανθρώπινο υβρίδιο. Η εξήγηση είναι προφανής. Ο καθένας μας πρέπει να σκεφθεί, ότι ατομικός άνθρωπος δεν υπάρχει. Ο καθένας από μας αν μεγάλωνε έξω από τους άλλους ανθρώπους δεν θα ήταν άνθρωπος αλλά κάτι άλλο. Ο άνθρωπος είναι ο κοινωνικός άνθρωπος. Συγκροτούμαι και συμπληρώνομαι ως άνθρωπος επειδή «κλέβω» από τους άλλους ανθρώπους, απ’ την κοινωνία, από ότι με περιβάλλει. Αυτό το μέρος ο άνθρωπος  δεν πρέπει να το καρπούται  ως ατομικό υποκείμενο. Οφείλει να το επιστρέφει στην κοινωνία. Αυτή είναι η ιστορική και επιστημονική νομιμοποίηση του αιτήματος  μιας κοινωνίας της αλληλεγγύης, του μοιράσματος, της συλλογικότητας, της ευθύνης και της ελευθερίας.
Μιας κοινωνίας που θα επιτρέπει σε κάθε μέλος της να αυτοπραγματώνεται. Δεν την ονομάζω κομμουνιστική, επειδή μετά την περιπέτεια των ιδεών του μαρξισμού με την εφαρμογή του στις ανατολικές χώρες, έχει φορτιστεί αρνητικά ο όρος. Όμως πρόκειται για αυτό το πράγμα.
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν κακοποιήθηκε λέξη  —- όπως ο Κομμουνισμός. Ακόμα και ο απολυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας σήμερα Κομμουνισμός ονομάζεται. Καμία σχέση δεν έχουν όλες αυτές οι περιπτώσεις και όλες αυτές οι περιπέτειες  με το όραμα του Μαρξ.
«Ο Κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων» έλεγε ο Μαρξ.
Η τερατώδης αντίληψη της ταύτισης του κομμουνισμού με το υπερτροφικό κράτος και της κοινωνίας με το κόμμα ή του πολιτικού του γραφείου, δεν γέννησε το καινούριο αλλά κυοφόρησε και γέννησε ένα τέρας, στο τέλος.
Κοινωνία «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών» ήταν ο κομμουνισμός για τον Μαρξ. Αλλά ας επανέλθουμε στο πώς και στο γιατί του σημερινού ανθρωπολογικού τύπου.
Δυο λύκους έχει μέσα του κάθε άνθρωπος έλεγε ο γερό-Ινδιάνος στον εγγονό του. Τον καλό και τον κακό. Και ποιος κερδίζει παππού; Ρωτά ο εγγονός. Αυτόν που ταΐζεις παιδί μου.
Ο καπιταλισμός λοιπόν τάισε τον κακό λύκο. Και αυτός μεγάλωσε, θέριεψε, υπερίσχυσε. Και ο καλός έμεινε υποδεέστερος, αδύναμος, για τις δουλειές του σπιτιού. Καχεκτικός και απαξιωμένος.
Προσωπικά πιστεύω πως ο κακός λύκος, ο ζωώδης, ο ενστικτώδης άνθρωπος δηλαδή, ως πρώτος γεννηθείς είναι δυνατότερος. Εκ γενετής. Διότι για τους ψυχαναλυτές και ψυχαναλύζοντες έπιασε πρώτος τη θηλή. Κάτι που φαίνεται να γνώριζαν και οι πρώτες αναδιανεμητικές κοινωνίες και οι Αρχαίοι Αθηναίοι στην Αθηναϊκή δημοκρατία.
Ο καλός κυνηγός που έφερνε στην καλύβα το μεγάλο θήραμα-βαριά βιομηχανία της εποχής μας-έπαιρνε ίσο μερίδιο με όλους στη φυλή. Όχι από αλτρουϊσμό-όπως πιστεύουμε-αλλά από καθήκον, επειδή του το επέβαλε η κοινωνία, παρ’ ότι διεμαρτύρετο.
Οι Αρχαίοι Αθηναίοι είχαν θεσπίσει τον θεσμό των εύθυνων  και των δέκα λογιστών, που κάθε πολίτης που ασκούσε δημόσιο αξίωμα περνούσε απ’ την βάσανο τους.
Απ’ τον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη σας διαβάζω
Σκηνή πρώτη: Κατάκοιτος, με γάγγραινα στο πόδι, ο Μιλτιάδης έχει μεταφερθεί στο δικαστήριο, κι εκεί, με κατάπληξη κι έσχατη αποκαρδίωση ακούει την καταδίκη του.
Σκηνή δεύτερη: Μ’ εγκαρτέρηση, μετά τον εξοστρακισμό του από τους Αθηναίους ο Αριστείδης, ανεβαίνει στο καράβι που θα τον απομακρύνει απ’ την πατρίδα του.
Σκηνή τρίτη: Ο Φειδίας ριγμένος στις φυλακές σαν κακούργος αργοπεθαίνει από γηρατειά και θλίψη.
Σκηνή τέταρτη: Ο Σωκράτης, στο στρώμα της φυλακής μετά την καταδίκη του σε θάνατο πίνει το κώνειο ήρεμος και ξεψυχάει κλπ κλπ
Γι αυτό σήμερα 2500 χρόνια μετά εξακολουθούμε να μελετούμε το φαινόμενο της Αρχαίας Αθηναϊκής δημοκρατίας.
Αλλά εν τω μεταξύ έχομε θεσπίσει το «Νόμο περί ευθύνης υπουργών»  για να κατοχυρωθεί το ακαταδίωκτο σε κάθε λεηλάτη του δημόσιου πλούτου.
Πώς όμως ο σύγχρονος καπιταλισμός-ιδιαίτερα ο ύστερος-μπόρεσε να διαμορφώσει τον ανθρωπολογικό τύπο της κατανάλωσης; Μπόρεσε δηλαδή να διαμορφώσει τον σκελετό του, την σπονδυλική του στήλη; Όλοι καταλαβαίνουμε ότι αν για 5 μήνες σταματήσουν οι άνθρωποι να καταναλώνουν τα «απαραίτητα» ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει. Επομένως όποιος θέλει ανατροπή αρκεί να κάνει αυτό. Χωρίς ρητορείες
και εσχατολογικές ιδέες ή σωτηριολογικές εξαγγελίες. Όμως για να το πούμε στην γλώσσα των μαθηματικών «Δοςμοι πα στω και τα γαν κινάσω» έλεγε ο Αρχιμήδης.
Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός συνέδεσε την καταναλωτική αγορά όχι με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία των ανθρώπων (εφαρμόζοντας ιδέες της ψυχανάλυσης), ο ξέφρενος καπιταλισμός θα έφτανε στα ύψη, η σπατάλη ενέργειας εκεί που ποτέ δεν είχε φτάσει και τα προϊόντα δεν θα σήμαιναν μόνο κάλυψη στοιχειωδών αναγκών, αλλά θα είχαν  και έχουν  και άλλα ψυχολογικά συμφραζόμενα .
Διότι οι ανάγκες έχουν όρια, οι επιθυμίες είναι ακόρεστες. Το αυτοκίνητο πχ πλέον δεν είναι μόνον μέσο μεταφοράς, αλλά καλύπτει κι άλλες ψυχολογικές ανάγκες, είναι ισχυρό σήμα ευμάρειας, καταξίωσης κλπ. Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα αγαθά.
Τα λογικά επιχειρήματα και η λογική αναλυτική σκέψη, τα πολιτικά ενεργήματα και τα στρατηγικά προτάγματα για την κοινωνία, αντικαταστάθηκαν από υποσυνείδητα ορμέμφυτα, εικόνες, επιθυμίες και φαντασιώσεις έτσι όπως ο πολίτης να μην ενεργεί λογικά αλλά συναισθηματικά. Έτσι μπορεί να εξηγήσει κανείς όλη την παθολογία σύζευξης κοινωνίας-αγοράς-πολιτικής.
Ο πλανήτης έχει αρκετό πλούτο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του καθενός, αλλά όχι και την αδηφαγία όλων. Έλεγε ο Μαχάντμα Γκάντι.
Όμως ο καπιταλισμός έχει ανάγκη για να ζει ,την αδηφαγία.
Όλοι διαισθανόμαστε τι θα γίνει σε λίγα χρόνια. Οι επιστήμες και εν μέρει και η τέχνη όπως έλεγε ο Έγκελς αντί να πουν αυτό πρέπει να πουν, βαυκαλίζονται με ιδέες παντοδυναμίας, εμπεδώνοντας στην συνείδηση των ανθρώπων ότι ο άνθρωπος όλα μπορεί να τα λύσει. Ήρθε όμως η Φουκοσίμα για να μας δείξει ότι το αρχαίο Ύβρις-Άτι-δίκη εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Σύμπαν και στα  ανθρώπινα.
Έκανα αυτό τον μακροσκελή πρόλογο γιατί θεωρώ το βιβλίο εξόχως πολιτικό. Γιατί πιστεύω ότι η λύση θα είναι πολιτική και ότι τίποτε δεν κινείται έξω από την σφαίρα της πολιτικής. Ποιας πολιτικής όμως; Της πολιτικής ως τέχνης του εξαπατάν, ως τέχνης της ιδίας κάρπωσης του δημόσιου πλούτου; Ως τέχνης για την προάσπιση των συμφερόντων μιας ελίτ, ή ως πρακτικής για την βελτίωση της ζωής των ανθρώπων; Πρέπει επομένως να επαναορίσομε την Πολιτική. Και κυρίως να επινοήσουμε τρόπους ελέγχου της όποιας εξουσίας. Αλλά πριν ζητήσουμε ένα νέο συλλογικό πολιτικό υποκείμενο που θα ενσαρκώσει τις ιδέες της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοδιαχείρισης, της αυτονομίας, της ελευθερίας  και της συμμετοχής, πρέπει να αλλάξουμε –να αρχίσουμε να αλλάζουμε- τον άνθρωπο. Έχομε ανάγκη από ένα νέο ανθρωπολογικό τύπο, της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, της επανανοηματοδότησης της ζωής, της ολιγάρκειας, της εκ νέου ιεράρχησης των αξιών, αλλιώς κινούμαστε στο ίδιο μοτίβο. Το παλιό σε συσκευασία καινούργιου.
Κοίταξε πως λειτουργεί ένα κόμμα στο εσωτερικό του για να δεις μπροστά σου την μελλοντική κοινωνία. Προσομοίωση της κοινωνίας είναι το κόμμα.
Διότι βασικός νόμος στις θεωρίες της συμπεριφοράς   είναι το εξής: «αν θέλεις να μάθεις κάτι κάντο το. Αν θέλεις να το ξεμάθεις κάνε κάτι άλλο».  Και άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Μόνο έτσι θα έλθει το καινούργιο. Αλλά νησίδες τέτοιου τύπου πρέπει να πολλαπλασιαστούν διότι  μόνο τότε  αυτή  η τρικυμισμένη θάλασσα των πολλαπλών συλλογικοτήτων θα μετατραπεί σε παλμικό κύμα προωθητικό της κοινωνίας.
Οι ιδέες της αποανάπτυξης σήμερα φαντάζουν ουτοπικές, ή γραφικές κατ άλλους. Όμως προσέξτε. Τα μεγάλα  άλματα στο  σκέπτεσθαι  αλλά και στο πράττειν δεν έγιναν όταν δώσαμε διαφορετικές απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα αλλά όταν θέσαμε νέα ερωτήματα. Όπως :
  • Συνιστά η ανάπτυξη πρόοδο και η αποανάπτυξη οπισθοδρόμηση;
  • Η θεωρία ή η πρακτική συμπεριφορά θα αλλάξει τον άνθρωπο;
  • Μπορεί να ζητήσουμε αλλαγή χωρίς εμείς να αλλάξουμε. Μπορεί να αλλάξουμε χωρίς να αλλάξουμε δηλαδή;
  • Είναι οι φυσικοί πόροι περατοί ή θα βρει ο άνθρωπος τρόπους να αντιμετωπίσει το πρόβλημα;
  • Μπορεί να αλλάξει η κοινωνία χωρίς επανανοηματοδότηση των αξιών της ζωής;
  • Τα κόμματα όπως υπάρχουν σήμερα, αυτά που θέλουν να εκσυγχρονίσουν το παλιό, αλλά και αυτά που ευαγγελίζονται ένα νέο μέλλον, είναι σε θέση να το κάνουν, λειτουργώντας με τέτοια ιδεολογικά σχήματα , πρακτικές και λειτουργίες του παρόντος;
  • Υπάρχει πρόβλημα όταν λες ότι θέλεις κάτι και κάνεις κάτι άλλο; Όταν υπάρχει σχάση μεταξύ ιδεών και πρακτικής; Μεταξύ ιδεολογίας και κοινωνικής συμπεριφοράς;
  • Υπάρχει σήμερα επαναστατική προοπτική ριζικής αλλαγής της κοινωνίας, χωρίς τις ιδέες της αποανάπτυξης, της άμεσης δημοκρατίας και της συμμετοχής;
  • Είναι κινδυνολογία όταν λέμε σήμερα κοντοφτάνουνε όπως λέτε εδώ στη Κρήτη ή είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος;
  • Έχει σχέση το ευ  ζην με το ΑΕΠ μόνο;
  • Είναι αξία μόνον η εργασία ή και η τεμπελιά; Ακούστε τι λέει ο Ν.Καρούζος:
    Τέλος, την έβδομη ημέρα ο Θεός αναπαύτηκε. Είν’ ακριβώς η μέρα όπου καθιερώνεται στην ύπαρξη η τεμπελιά, με τον άνθρωπο πλασμένο μέσα στη μακαριότητα της Εδέμ. Αυτή την κατάσταση την ανέτρεψε ο Αδάμ εκλέγοντας. Το παιχνίδι του παράδεισου διαδραματίστηκε ανάμεσα στο δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως. Εάν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν υπήκοοι της απραξίας και υπαρκτικής πληρότητας, τρώγοντας απ’ το δέντρο της ζωής μονάχα, θα ‘χε γλιτώσει ο κόσμος απ’ την Ιστορία, η τεμπελιά θα ‘τανε αδιάκοπη έκφανση αθανασίας (η αιωνιότητα). Ωστόσο, η εξέλιξη υπήρξε εκείνη που ξέρουμε και έτσι ο άνθρωπος εξώστηκε απ’ τον παράδεισο, ήτανε γι’ αυτό προειδοποιημένος (ίσον νους), η αιωνιότητα κομματιάστηκε για να καταντήσει χρόνος, εισέβαλε ο θάνατος, η εργασία έγινε αναγκαιότητα. Πρώτο ερώτημα: τι το ήθελε στον παράδεισο ο Θεός το δέντρο της γνώσεως; Απόκριση: Η νοητική σύλληψη «παιχνίδι», δεν έχει δομική υπόσταση χωρίς κανόνες και επομένως χωρίς τον κίνδυνο για λανθασμένη κίνηση. Δεύτερο ερώτημα: γιατί να εκφράζει αναγκαστικά το δέντρο της γνώσεως όλεθρο; Απόκριση: Η γνώση κρεουργεί την πληρότητα, εισάγει στις μετρήσεις, προκαλεί τη θνητότητα του ενός πράγματος υπέρ του άλλου, θέτει όρια και ιδρύει αέναα τις διαφορές τέμνοντας. Τρίτο ερώτημα: και γιατί η τεμπελιά κι όχι η εργασία; Τρίτη απόκριση: γιατί η τεμπελιά ταυτίζεται με την εσωτερική ζωή, με το άσπιλο, τη νοσταλγία της αδαμικής μακαριότητας, πέραν καλού και κακού, συνυφαίνοντας έτσι μιαν ανώτερη μορφή εργασίας: του απόλυτου τη χρήση.
Σας είπα μερικές σκέψεις που έκανα διαβάζοντας το βιβλίο. Ένα βιβλίο που σου ανοίγει ένα νέο χώρο ιδεών και σκέψεων. Ένα βιβλίο αναστοχασμού.
Σαν ερέθισμα για σκέψη, για μεταβολισμό νέων ιδεών και συναισθημάτων.
Το σύστημα έχει εμπεδώσει στον άνθρωπο πλήθος δοξασιών και στερεοτύπων, έτσι που το φυσικό να φαίνεται αφύσικο. Και κάθε αφύσικο φυσικό. Τσεκάρετε τις πρώτες σκέψεις που σας έρχονται ακούγοντας αυτά, για να δείτε πόσο αλήθεια είναι αυτό που σας λέω. Σκεφθείτε μόνον ότι σήμερα στον πλανήτη 1 έχει να φάει και 4 λιμοκτονούν. Είναι αυτός ένας κόσμος για τα ανθρώπινα μέτρα;
Όμως τίποτα δεν θα αλλάξει χωρίς την δράση των ανθρώπων, ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της ιστορίας του και της μοίρας του.
Όλα τα πράγματα συμβαίνουν για μια πρώτη φορά… Προς το παρόν η ιστορία αναπαύεται στο  ανάκλιντρο της ανάγκης η  δολιχοδρομεί. Εχουμε πολύ δρόμο μέχρι να βγεί στο πάμφωτο μπαλκόνι της ελευθερίας,όχι μόνον ως κοινωνική και ιστορική τάση και όχι νόμο,όχι μόνο ως ηθικό πρόταγμα ,αλλά και κυρίως ως αποτέλεσμα της συνειδητής δράσης των ανθρώπων αν αποφασίσουν να δράσουν ικανοποιώντας την θέληση τους και την επιθυμία τους ,ζώντας σε μια κοινωνία και μια ζωή έμπλεη νοήματος.
Υ.Σ Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή την παρουσίαση στα Χανιά του βιβλίου «Ο Ανθρωπολογικός τύπος της Αποανάπτυξης-Τοποικοποιήσης»

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

εργασια

Ο Πωλ Λαφάργκ, η τεμπελιά και η εργασιακή προπαγάνδα του καπιταλισμού

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές (via: Ερανιστής)
Και τι δεν ειπώθηκε για την εργασία. Για την προσφορά της εργασίας στην κοινωνία, αλλά και στον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά. Για την αναγκαιότητα της εργασίας που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Για τον άνθρωπο που δάμασε τη φύση χάρη στην εργασία και μόνο. Για το πόσο οξύνει το πνεύμα και ενεργοποιεί όλες τις ανθρώπινες δεξιότητες. Για το πόσο οργανώνει τη ζωή του ανθρώπου, αφού χωρίς εργασία όλα βουλιάζουν στο χαοτικό πέρασμα του ανεκμετάλλευτου χρόνου, που αδρανοποιεί τον άνθρωπο και τον υποβιβάζει σε ζώο. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος χωρίς δουλειά, σχεδόν εξ’ ορισμού, ρέπει προς την ακολασία και κάθε είδους αυτοκαταστροφική κι αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ ο εργαζόμενος, κάτω από την ασφαλή στέγη της εργασίας, ξοδεύει το χρόνο του δημιουργικά, αποφεύγοντας όλους αυτούς τους σκοπέλους. Υπό αυτή την έννοια η εργασία αποκτά ακόμη ευεργετικότερες διαστάσεις. Προστατεύει τον άνθρωπο από όλες τις κακοτοπιές της τεμπελιάς και του δίνει ταυτότητα, δηλαδή νόημα ύπαρξης. Το ότι αμέσως μετά το όνομα ακολουθεί η επαγγελματική κατάρτιση σχεδόν σε όλες τις συστάσεις δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το επάγγελμα δεν είναι απλώς ιδιότητα ή δραστηριότητα ή πεδίο προσφοράς ή ενασχόληση ή οτιδήποτε τέτοιο. Είναι η βάση της κοινωνικής αποδοχής, η προσωποποίηση της καταξίωσης. Είναι ο ίδιος ο εαυτός που κατατίθεται ολοκληρωμένα, που προσπαθεί με δυο λόγια να αυτοπροσδιοριστεί και που αδυνατεί να βρει οτιδήποτε πληρέστερο πέραν της επαγγελματικής ταυτότητας. Εξάλλου η επαγγελματική καταξίωση και τα διευθυντηλίκια αποδεικνύουν το μόχθο και την αφοσίωση στην εργασία, τα βασικότερα συστατικά του ευυπολήπτου ανθρώπου. Γι’ αυτό και προηγούνται πάντα. Κι εδώ βέβαια δεν μπορούμε να κρύψουμε και την περηφάνια της μισθολογικής υπεροχής, που όμως ποτέ δεν αναφέρεται αλλά πάντα υπονοείται, γιατί προφανώς είναι ανάρμοστο να μιλάς για οικονομική ανωτερότητα μπροστά στο ηθικό κύρος της άσκησης ενός ανώτερου λειτουργήματος. Γιατί τα βουνά της ηθικής ολοκλήρωσης δεν μετρούνται με το χρήμα. Και κάπως έτσι φτάνουμε στη σύγχρονη καπιταλιστική ιδεολογία που έχει την τάση να επιφέρει εργασιακές προαγωγές και επαγγελματικούς τίτλους, δηλαδή ολοκάθαρη αύξηση ευθυνών και ωραρίου, χωρίς όμως χρηματικό αντίκρισμα ή που το χρηματικό αντίκρισμα είναι πενιχρό σε σχέση με τα εργασιακά επακόλουθα. Ακόμη και σήμερα, η πλειοψηφία νιώθει κολακευμένη όταν προάγεται όσο κι αν η προαγωγή τείνει προς την κοροϊδία. Και μόνο η αίσθηση της καριέρας που εξελίσσεται ή της σημαντικής παρουσίας στην εταιρία που τους εκμεταλλεύεται δρα καταλυτικά. Κι εδώ δεν μιλάμε για τον εργασιακό εκβιασμό μπροστά στο φόβο της ανεργίας που έτσι κι αλλιώς λειτουργεί. Μιλάμε για τη μέγιστη εργασιακή αλλοτρίωση που ταυτίζει την εργασία με την ίδια την ύπαρξη και που μόνο ως λανθάνουσα εξουσία μπορεί να ερμηνευτεί.


Παιδιά που δουλέυουν σε εργοστάσιο, 19ος αιώνας

Η εργασιακή προπαγάνδα οργανώνεται και αναπαράγεται σχεδόν από τη βρεφική ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν για τα επαγγέλματα πριν πάνε σχολείο κι ονειρεύονται ότι θα γίνουν το ένα ή το άλλο. Οι συνήθεις προσχολικές επαγγελματικές επιλογές του γιατρού ή του αστυνόμου κάνουν πάντα τους γονείς περήφανους ακριβώς γιατί νιώθουν ότι το παιδί μαθαίνει, έχει πρότυπα υγιή, με δυο λόγια προσαρμόζεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Εξάλλου η στερεότυπη ερώτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» περιμένει απάντηση και οι συνακόλουθες επευφημίες ανοίγουν τον εργασιακό δρόμο, αφού το παιδί δεν εισπράττει απλώς τη χρησιμότητα του επαγγέλματος που επιλέγει, αλλά τη γενική χρησιμότητα της εργασίας, καθώς, σ’ αυτή την ηλικία τουλάχιστο, κάθε επάγγελμα είναι αποδεκτό. Κι αν τα προσχολικά οικογενειακά χρόνια διατηρούν την αθωότητα της εργασίας το σχολείο αναλαμβάνει την καλλιέργεια των βασικότερων εργασιακών αρχών, της ανταγωνιστικότητας, της αξιολόγησης και κυρίως της προσήλωσης, ως μέγιστο καθήκον, σε δεδομένα που κρίνονται από αδιάφορα έως απεχθή. Η αύξηση των απαιτήσεων της σύγχρονης εκπαίδευσης που ξεκινούν από το δημοτικό δεν λειτουργούν μόνο ως γρήγορος σχολικός αποκλεισμός, αλλά κυρίως ως εντατικοποίηση εργασίας στα μοντέλα του συγχρόνου καπιταλισμού. Το παιδί οφείλει να μάθει ότι ο χρόνος δεν είναι για παιχνίδι και χασομέρι, αλλά για εργασία, δηλαδή για εκπλήρωση απαιτήσεων που δεν είναι επιθυμητές κι ότι το χασομέρι είναι αποδεκτό μόνο αν προηγηθεί σκληρή εργασία. Και κάπως έτσι το καθήκον αποκτά αποθεωτικές διαστάσεις και η εκπαίδευση προσομοιάζει με φάμπρικα οδηγώντας τους μαθητές γυμνασίου σε εξάωρη ή εφτάωρη πρωινή παρακολούθηση στο σχολείο και σε φροντιστηριακές παρακολουθήσεις που ξεκινούν από το μεσημέρι. Τις ελάχιστες ώρες που τους απομένουν οφείλουν να κάνουν τις ασκήσεις και να μάθουν το μάθημα που θα εξεταστούν την άλλη μέρα.
Η εκμάθηση τουλάχιστο δύο ξένων γλωσσών είναι επιβεβλημένη και οι μαθητές γυμνασίου ξέρουν πολύ καλά ότι όλος αυτός ο κόπος καταβάλλεται για ένα καλύτερο εργασιακό μέλλον. Οι καταθλίψεις, ακόμα και αυτοκτονίες, που συναντάμε στο λύκειο είναι η οριστική ματαίωση της σύγχρονης καπιταλιστικής εκπαίδευσης και οι πετυχημένοι όλης αυτής της διαδικασίας είναι αυτοί που θα στελεχώσουν τις εταιρίες και θα δουλεύουν 10 και 12 ώρες ημερησίως, με χυδαίες απολαβές. Γιατί «οι νέοι δεν φοβούνται τη δουλειά» και «η εταιρία είναι η οικογένεια», έτσι τουλάχιστο διαλαλεί η καπιταλιστική προπαγάνδα. Κι όλα είναι τόσο λογικά που ο μαθητής εξοργίζεται περισσότερο με την άδικη ανταμοιβή ενός άλλου, που πήρε μεγάλο βαθμό χωρίς να καταβάλλει τον ανάλογο μόχθο, παρά με την όλη διαστροφή της υπόθεσης. Γιατί ο μαθητής νιώθει την αδικία μόνο μέσα από το πλέγμα της εργασίας που οφείλει να διεκπεραιωθεί. Η υπερεργασία περνά πάντα σε δεύτερο πλάνο, αφού το βασικό ζήτημα είναι να μην αμείβεται όποιος δεν εργάζεται, δηλαδή η έσχατη ανταγωνιστικότητα που μετατρέπεται σε ύψιστη δικαιοσύνη. Κι αυτό είναι το δόγμα της εργασίας.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον τρομερό Λαφάργκ και στο «Δικαίωμα στην Τεμπελιά» που από το 1880 κατακεραύνωσε το γαλλικό προλεταριάτο όταν υιοθέτησε το σύνθημα του δικαιώματος της δουλειάς: «Ποιος να φανταζόταν ότι τα παιδιά των ηρώων της επαναστατικής τρομοκρατίας θα είχαν αφήσει να τα εκφυλίσει σε τέτοιο βαθμό η θρησκεία της δουλειάς ώστε να δέχονται, μετά το 1848, σαν επαναστατική κατάκτηση, τον νόμο που περιόριζε σε δώδεκα ώρες τη δουλειά στα εργοστάσια και να προβάλλουν για βασική επαναστατική αρχή το δικαίωμα στη δουλειά! Ντροπή σου γαλλικό προλεταριάτο». (σελ. 15) Και συνεχίζει: «Αυτή τη δουλειά που απαίτησαν με το όπλο στο χέρι οι εργάτες τον Ιούνιο του 1848, την επέβαλαν και στις οικογένειές τους. Ξεπούλησαν στους βαρόνους της βιομηχανίας τις γυναίκες και τα παιδιά τους».  Η θεοποίηση της εργασίας είναι το μέγιστο καπιταλιστικό δόγμα γιατί εξασφαλίζει υπέρογκα κέρδη και η επικαιρότητα του περιβόητου «δικαιώματος στην εργασία» είναι ο θρίαμβος της καπιταλιστικής προπαγάνδας, που μετατρέπει τον εξαναγκασμό όχι απλώς σε επιλογή, αλλά σε «δικαίωμα». Η υπερεργασία είναι βέβαιο ότι οδηγεί σε υπερπαραγωγή και η υπερπαραγωγή σε κρίση, δηλαδή σε πτώση μισθών και απολύσεις. Η ιστορία του καπιταλισμού το έχει αποδείξει επανειλημμένα κι ακόμα συνεχίζουμε να ζητάμε εργασία, αντί να απαιτούμε την μείωσή της. Η αγορά του δυτικού κόσμου έχει φρακάρει από απούλητα αγαθά και αυτό που διακυβεύεται είναι η σκληρότερη και φθηνότερη εργασία για την παραγωγή κι άλλων. Ο Λαφάργκ βαθύς γνώστης του μαρξισμού και γαμπρός του Μαρξ καταδεικνύει όλο το μεγαλείο του παραλόγου: «Πιστεύοντας τις ψευτιές των οικονομολόγων, οι προλετάριοι παραδίδονται ψυχή τε και σώματι στη διαστροφή της δουλειάς και βυθίζουν την κοινωνία ολόκληρη στις κρίσεις υπερπαραγωγής της βιομηχανίας που σπαράσσουν τον κοινωνικό οργανισμό». (σελ. 20) Η τεχνολογία που εκτοξεύει την παραγωγή σε απίστευτα ύψη λειτουργεί μόνο προς όφελος των καπιταλιστών ιδιοκτητών που απολύουν υπαλλήλους (εξασφαλίζοντας κι άλλα κέρδη) οδηγώντας την κοινωνία στην εξαθλίωση και οι οικονομολόγοι προτείνουν την εργασιακή εντατικοποίηση. Με δυο λόγια κάποιος ή θα είναι άνεργος ή θα δουλεύει 10 και 12 ώρες με εξευτελιστικούς μισθούς, συμβάλλοντας στην ακόμη μεγαλύτερη μελλοντική εξαθλίωσή του.



Τα λόγια του Σερμπυλιέ δεν χρειάζονται επεξηγήσεις: «Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, συντελώντας στη συσσώρευση των παραγωγικών κεφαλαίων, βοηθούν να μειωθεί, αργά ή γρήγορα, ο μισθός τους…».(σελ. 19) Όσο για το ηθικό περιεχόμενο της εργασίας που είναι τιμή και προσφορά και ανάπτυξη δεξιοτήτων και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο ο Λαφάργκ παραθέτει ένα απόσπασμα κάποιου ανώνυμου φυλλαδίου που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1770 δημιουργώντας σάλο: «ο εργαζόμενος όχλος της Αγγλίας έχει βάλει βαθιά στο μυαλό του την ιδέα ότι, αφού είναι Άγγλοι, όλοι οι παρακατιανοί έχουν από καταγωγή το δικαίωμα να είναι πιο ελεύθεροι και πιο ανεξάρτητοι από τους εργάτες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η ιδέα αυτή μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα για τους στρατιώτες, τονώνει την ανδρεία τους. Αλλά οι βιομηχανικοί εργάτες, όσο λιγότερο την έχουν, τόσο το καλύτερο για τους ίδιους και το κράτος. Οι εργάτες δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρούν πως είναι ανεξάρτητοι από τους ανωτέρους τους……….Η θεραπεία θα έχει ολοκληρωθεί μόνον όταν οι φτωχοί της βιομηχανίας μας θα δέχονται να δουλεύουν έξι μέρες με τα ίδια χρήματα που κερδίζουν τώρα σε τέσσερις». (σελ. 14) Αν ο Λαφάργκ προτείνει το 1880 την τρίωρη εργασία ως αρκετή για την παραγωγή των απαραίτητων αγαθών, το 2012 οικονομολόγοι, πολιτικοί και πολυεθνικές κάνουν τα πάντα για να μας πείσουν ότι η κατάργηση ωραρίων, αργιών κλπ είναι η μόνη λύση. Εξάλλου «arbeit macht frei» (Η δουλειά απελευθερώνει) όπως έγραφαν και οι ναζί έξω από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πωλ Λαφάργκ «το δικαίωμα στην τεμπελιά» εκδόσεις «ΝΗΣΙΔΕΣ» Σκόπελοςδεν παει αλλο

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

οργασμός

Νταίηβιντ Κούπερ: ΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΣΜΙΚΗ ΣΕΞΟΥΛΙΚΟΤΗΤΑ

Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν 2 άτομα, μήτε καν 1. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.
Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…
…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.
Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.
Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.
Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.
Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.
Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του...
Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.
Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.
Η καταπίεση όσον αφορά τις υλικές ανάγκες, την τροφή, την ζεστασιά και την στέγη, δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει την ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει βέβαια να επαναστατήσουμε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε «επανάσταση για τι ;». Και αυτό θα γίνει μόνο αφού προηγουμένως διαλύσουμε κάθε ταμπού, όλοι μαζί και με συμμετοχή όλου του κόσμου. Οι καινούργιοι απελευθερωμένοι τρόποι να απολαμβάνουμε τις σχέσεις μας, δεν δημιουργούν ωστόσο αυτόματα και μία αλλαγή στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, συνεπώς ο κατασταλτικός καπιταλιστικός χρόνος πρέπει επίσης να διαλυθεί, να καταστραφεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην «Κομμούνα του Παρισιού», το 1871, οι κομμουνάροι ενστικτωδώς πυροβολούσαν τα ρολόγια, που στα μάτια τους αντιπροσώπευαν τον καπιταλιστικό χρόνο…
…Με το να παράγουμε για τον εαυτό μας και όχι για να δημιουργήσουμε υπεραξία, δημιουργούμε χρόνο για τον εαυτό μας, χρόνο που μας χρειάζεται για να γνωριστούμε, να ζήσουμε, να παίξουμε και να δημιουργήσουμε σχέσεις, χωρίς την καταστολή της ώρας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πολύ περισσότερα αγαθά παράγονται για να εξαπατήσουν τους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην «παραίσθηση της ευτυχία», παρά για να υπηρετήσουν τις ελεύθερες και ειλικρινείς σχέσεις. Και όπως ακριβώς υπάρχει αυτός ο παραλογισμός των άχρηστων καταναλωτικών προϊόντων, έτσι υπάρχει και ο παραλογισμός των εκατομμυρίων εργαζομένων στα μεγάλα εμπορικά υπερκαταστήματα, στην διαφήμιση, στις τράπεζες και σε πολλούς άλλους ατελείωτους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, που δεν παράγουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ εκτός από κέρδη για τους εργοδότες και επίσης τρόπους διαιώνισης της κερδοφορίας αυτής.http://freepsyche.blogspot.gr/2008/09/blog-post_01.html

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Τσε Γκεβάρα:

Τσε Γκεβάρα: Η φλόγα της επανάστασης θα καίει για πάντα

Che Guevara revolutionary 85Με αφορμή τα 85 χρόνια από τη γέννηση του Επαναστάτη.
Ήταν 14 Ιούνη 1928 στην κωμόπολη Ροσάριο της Αργεντινής. Ένα ταξί κινούμενο με ιλλιγγιώδη ταχύτητα μεταφέρει τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και την ετοιμόγεννη σύζυγο του, Σέλια ντε λα Σέρνα σε σπίτι συγγενών τους. Εκεί θα δει για πρώτη φορά το φως της ημέρας ο μικρός Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Οι βασικοί σταθμοί της σύντομης, αλλά έντονης, ζωής του είναι λίγο έως πολύ γνωστοί – θα ήταν τετριμμένο και βαρετό να παραθέσουμε ξερά βιογραφικά στοιχεία για να τιμήσουμε τον σπουδαίο επαναστάτη. Αυτό που αξίζει να θυμηθούμε είναι οι αξίες με τις οποίες πορεύτηκε ο Γκεβάρα, για τις οποίες έδωσε και την ίδια του τη ζωή. Διότι είναι ακριβώς αυτές οι αξίες που σήμερα, ογδοντα πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του, είναι εξαιρετικά επίκαιρες. Είναι αυτές οι αξίες, του επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού, που διατηρούν άσβηστη τη φλόγα της εικόνας του Τσε Γκεβάρα και όχι η ανάδειξη της μορφής του σε fashion icon του καπιταλιστικού μάρκετινγκ.
Ο Τσε ήταν και είναι η προσωποποίηση του συνεπούς κομμουνιστή επαναστάτη, του ανθρώπου που αντιλήφθηκε τον Σοσιαλισμό όχι ως ακαδημαϊκό εγχειρίδιο πολιτικής και οικονομίας αλλά ως βίωμα – «για μας δεν υπάρχει κανένας άλλος ορισμός του Σοσιαλισμού πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» όπως σημείωνε ο ίδιος. Αυτή του την πεποίθηση ο Τσε την έκανε στάση ζωής. Και γι’ αυτό σήμερα, 85 χρόνια μετά, τον θυμόμαστε:
  • Ως παιδί μιας μεσοαστικής αργεντίνικης οικογένειας που πλησίασε τις ιδέες του μαρξισμού μέσα από τις εικόνες και τα βιώματα που είδε και έζησε στη λατινική ήπειρο. Εικόνες και βιώματα της δυστυχίας που το ανώτατο στάδιο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, ο Ιμπεριαλισμός, προκαλεί στους λαούς, στην εργατική τάξη. «Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου […] Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις;» θα γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο το 1952.
  • Ως γιατρό που προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όλους όσους είχαν ανάγκη. Από τους λεπρούς ασθενείς του νοσοκομείου Σαν Πάμπλο μέχρι τους συντρόφους του στο αντάρτικο αλλά και στους τραυματισμένους στρατιώτες της αντίπαλης πλευράς. Σε ομιλία του προς φοιτητές της Ιατρικής Σχολής, τον Αύγουστο του 1960, έλεγε: «Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους».
  • Ως άξιο Κομαντάντε της Κουβανικής Επανάστασης που μια νύχτα του Νοέμβρη του 1956, αφήνοντας πίσω του οριστικά κάθε πιθανότητα για μια ειρηνική και ήσυχη ζωή, επιβιβάστηκε μαζί με άλλους 82 αντάρτες στο πλοιάριο Γκράνμα και το Γενάρη του 1959 έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα. Μια ακανθώδης πορεία, με αφάνταστες δυσκολίες, εμπόδια που έδειχναν απροσπέλαστα, ενάντια σε μια ισχυρή στρατιωτική μηχανή. Σε αυτήν την πορεία ο Τσε ανδρώθηκε πολιτικά και στρατιωτικά. Σε αυτόν το δρόμο η Επανάσταση έγινε κτήμα του λαού και ο Τσε, όπως και οι λοιποί σύντροφοι του στη μάχη, έμαθαν «την άξια της οργάνωσης» διδάσκοντας «την άξια της επανάστασης κι απ’ αυτό τον συνδυασμό γεννήθηκε η οργανωμένη ανταρσία σ’ όλη τη γη της Κούβας».
  • Ως αλτρουϊστή ιδεολόγο που έβλεπε το αντάρτικο όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Ο ένοπλος αγώνας ήταν, για το Γκεβάρα, η μόνη λύση όταν είχε πλέον εξαντληθεί κάθε πολιτικό μέσο για την σοσιαλιστική επανάσταση και την εργατική-λαϊκή εξουσία. Η πηγή της ιδεολογικοπολιτικής σκέψης του Τσε υπήρξε ο μαρξισμός-λενινισμός, όχι ως ξερή θεωρία, αλλά ως στάση ζωής, ως “όχημα” για την αλλαγή του κόσμου, για τη νικηφόρα πορεία του προλεταριάτου προς την κατάκτηση της εξουσίας, τον εξανθρωπισμό των συνειδήσεων και το  «νέο άνθρωπο» της σοσιαλιστικής-κομμουνιστής κοινωνίας.
  • Ως συνεπή επαναστάτη του προλεταριακού διεθνισμού. Τον νεαρό αργεντίνο που πολέμησε για το λαό της Κούβας, αυτόν που παραμέρισε τον υπουργικό θώκο και την πολιτική σταδιοδρομία για να οργανώσει αντάρτικο αγώνα στην καρδιά της Αφρικής και αργότερα στη Βολιβία. «Νιώθω τόσο πατριώτης Λατινοαμερικάνος, από οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο κανένας άλλος, και την ώρα που θα είναι αναγκαίο είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση οποιασδήποτε από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να ζητήσω τίποτα από κανέναν, χωρίς να απαιτήσω τίποτα, χωρίς να εκμεταλλευτώ κανέναν» έλεγε το Δεκέμβρη του 1964 από το βήμα της Γεν.Συνέλευσης του ΟΗΕ.
  • Ως άνθρωπο με ισχυρό αίσθημα δικαίου που έτρεμε απο αγάνακτηση απέναντι σε κάθε αδικία που συντελούνταν στον κόσμο. Τον Στρατηγό του αντάρτικου στρατού που, αρνούμενος να απολαύσει λίγο παραπάνω φαϊ το μοιράζονταν με τους συντρόφους του – τον Στρατηγό που πολεμούσε με όλες του τις δυνάμεις το δικτατορικό καθεστώς αλλά που έδινε εντολή να μην πειραχθεί ούτε τρίχα από τους αιχμάλωτους φαντάρους του κουβανικού στρατού τους οποίους θεωρούσε παιδιά του λαού.
Όσοι αγωνίζονται για ένα καλύτερο μέλλον, για την εξάλειψη της αδικίας και της εκμετάλλευσης, έχουν πολλούς λόγους να θυμούνται τον Τσε και να εμπνέονται απ’ αυτόν. Όχι ως ήρωα μιάς αφημερημένης επαναστατικότητας του παρελθόντος, ούτε ως ποπ ίνδαλμα για αφίσες. Αλλά ως πρότυπο καθημερινής πάλης ενάντια στην αδικία του καπιταλισμού, ως πρότυπο κομμουνιστικής ηθικής, ταξικής αλληλεγγύης και συνείδησης. Ογδοντα-πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του και σχεδόν 46 χρόνια απ’ τη δολοφονία του, το μήνυμα του Τσε παραμένει επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης. Είναι το άσβεστο μήνυμα που καλεί σε ταξικούς αγώνες, για τον σοσιαλισμό και την πραγμάτωση της λαϊκής εξουσίας. Είναι το αναλοίωτο μήνυμα για το ξερίζωμα της παντοκρατορίας των μονοπωλίων (των «καπιταλιστικών χταποδιών» όπως ο ίδιος ο Τσε τα χαρακτήριζε) και την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν αποτελεί αντικείμενο για ιστορική αναπόληση και “πολιτικά μνημόσυνα”. Είναι παράδειγμα που φωτίζει – και θα φωτίζει – τους λαϊκούς αγώνες, μέχρι τη νίκη, για πάντα.
Ν.Μόττας.
Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, 14 Ιούνη 2013. 

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

«Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ»

Ερρίκο Μαλατέστα: «Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ»

«Οι αντίπαλοι μας, ιδιοτελείς υπερασπιστές του συστήματος, συνηθίζουν να λένε, προκειμένου να υπερασπίσουν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία, ότι αυτό αποτελεί συνθήκη και εγγύηση της ελευθερίας.

Συμφωνούμε μαζί τους. Μήπως διαρκώς δεν επαναλαμβάνουμε ότι ο φτωχός είναι δούλος; Τότε, γιατί είναι αντίπαλοι μας; Ο λόγος είναι σαφής και συνίσταται στο ότι, στην πραγματικότητα, η ιδιοκτησία την οποία υπερασπίζονται είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή ιδιοκτησία η οποία επιτρέπει σε ορισμένους να ζουν από την εργασία των άλλων, και η οποία, επομένως, προϋποθέτει μια τάξη απόκληρων, ακτημόνων, αναγκασμένων να πωλούν στους ιδιοκτήτες την εργατική τους δύναμη λιγότερο, από όσο αξίζει.

Ο κύριος λόγος της βάρβαρης εκμετάλλευσης της φύσης, αλλά και των δεινών των εργατών, των ανταγωνισμών και των κοινωνικών αγώνων, είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία που παρέχει στους ιδιοκτήτες της γης, των πρώτων υλών και όλων των μέσων παραγωγής, την δυνατότητα να εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και να οργανώνουν την παραγωγή όχι χάριν της ευημερίας του συνόλου, αλλά για να εξασφαλίσουν ένα μέγιστο κέρδος στον εαυτό τους.

Η ιδιοκτησία συνεπώς πρέπει να καταργηθεί. Η αρχή χάριν της οποίας πρέπει να παλέψουμε και ως προς την οποία δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε, είτε νικήσουμε είτε ηττηθούμε, είναι ότι όλοι, πρέπει να κατέχουν τα μέσα παραγωγής, προκειμένου να εργάζονται χωρίς να υποτάσσονται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, μικρή ή μεγάλη. Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, θα έρθει, εάν έρθει, από την πίεση των περιστάσεων, από τα απτά πλεονεκτήματα της κομμουνιστικής διεύθυνσης και από το αναπτυσσόμενο πνεύμα αδελφοσύνης. Αλλά εκείνο που πρέπει να καταστραφεί αμέσως, ακόμη και βιαίως εάν χρειασθεί, είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, το γεγονός δηλαδή ότι λίγοι ελέγχουν τον φυσικό πλούτο και τα εργαλεία παραγωγής και μπορούν να. υποχρεώνουν τους άλλους να εργάζονται γι' αυτούς. Ένας επιβεβλημένος κομμουνισμός θα ήταν η απεχθέστερη τυραννία που. θα μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Ο δε ελεύθερος και εθελούσιος κομμουνισμός δεν είναι παρά καθαρή ειρωνεία, εάν δεν έχει κανείς το δικαίωμα και την δυνατότητα να ζει σε ένα διαφορετικό καθεστώς, κολεκτιβιστικό, μουτουελιστικό ή ατομικιστικό κατά το δοκούν, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται καμία καταπίεση ή εκμετάλλευση των άλλων.

Ο αγρότης, λοιπόν, είναι ελεύθερος να καλλιεργήσει το χωράφι του μόνος του, εάν το επιθυμεί ο υποδηματοποιός είναι ελεύθερος να συνεχίσει να εργάζεται στο εργαστήριο του και ο σιδηρουργός στο μικρό σιδηρουργείο του. Απομένει να δούμε αν, αδυνατώντας να βρουν βοήθεια ή ανθρώπους για να εκμεταλλευθούν -και δεν θα έβρισκαν κανέναν, διότι ουδείς, έχοντας ένα δικαίωμα επί των μέσων παραγωγής και όντας ελεύθερος να εργασθεί μόνος του ή ως ίσος ανάμεσα σε άλλους στις μεγάλες παραγωγικές οργανώσεις, θα ήθελε να τον εκμεταλλεύεται ένας μικρός εργοδότης- έλεγα λοιπόν, απομένει να δούμε αν αυτοί οι απομονωμένοι εργάτες θα θεωρήσουν βολικότερο να συνδεθούν με άλλους, εντασσόμενοι εκουσίως σε κάποια από τις υφιστάμενες κοινότητες.

Η καταστροφή των τίτλων ιδιοκτησίας δεν θα έβλαπτε τον ανεξάρτητο εργάτη, του οποίου ο πραγματικός τίτλος είναι η ικανότητα του και η εργασία την οποία επιτελεί.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η καταστροφή των τίτλων των ιδιοκτητών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και, προ πάντων, η απαλλοτρίωση τους για να περιέλθουν όντως η γη, τα κτήρια, τα εργοστάσια και όλα τα μέσα παραγωγής σε εκείνους οι οποίοι επιτελούν την εργασία. Είναι αυτονόητο ότι οι πρώην ιδιοκτήτες δεν θα έχουν παρά να συμμετέχουν στην παραγωγή, με όποιον τρόπο μπορούν, για να θεωρούνται ίσοι με όλους τους άλλους εργάτες.

Η ιδιοκτησία [κατά την επαναστατική περίοδο] πρέπει να είναι ατομική ή συλλογική; Και η κολεκτίβα, οποία θα έχει στην διάθεση της τα κοινά αγαθά, θα είναι τοπική ομάδα, η λειτουργική ομάδα, η βασιζόμενη στη πολιτική συγγένεια ομάδα, η οικογενειακή ομάδα - αποτελείται από ολόκληρο τον πληθυσμό ενός έθνος συνολικά και, τελικώς, από όλη την ανθρωπότητα; Ποιες μορφές θα προσλάβουν η παραγωγή και η διανομή; θα είναι ο θρίαμβος του κομμουνισμού (συνεργατική παραγωγή και ελεύθερη κατανάλωση για όλους),του κολεκτιβισμού (συλλογική παραγωγή και διανομή αγαθών βάσει της εργασίας που επιτελεί κάθε άτομο), ατομικισμού (στον καθένα ξεχωριστά η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η απόλαυση όλων προϊόντων της εργασίας του), ή άλλων σύνθετων μορφών τις οποίες θα υποδείξουν το ατομικό συμφέρον και' κοινωνικό ένστικτο, φωτισμένα από την εμπειρία;

Πιθανώς, κάθε εφικτή μορφή κατοχής και αξιοποίησης των μέσων παραγωγής και κάθε τρόπος διανομής των προϊόντων, θα δοκιμασθούν ταυτοχρόνως σε μια ή πολλές περιοχές, συνδυαζόμενα και τροποποιούμενα μέχρις όπου η εμπειρία δείξει ποια μορφή ή μορφές είναι η καταλληλότερη ή οι καταλληλότερες. Εν τω μεταξύ... η ανάγκη να μην διακοπεί η παραγωγή και η αδυναμία αναστολής της κατανάλωσης των αναγκαίων προς το ζην, θα καταστήσουν απαραίτητη την λήψη αποφάσεων για την συνέχιση της καθημερινής ζωής παράλληλα με την συνέχιση της απαλλοτρίωσης, θα πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, στο μέτρο δε που θα εμποδίζεται η δημιουργία και η εδραίωση νέων προνομίων, θα υπάρχει χρόνος για να βρεθούν οι καλύτερες λύσεις. Ποια είναι κατά την γνώμη μου η καλύτερη λύση την οποία θα έπρεπε κανείς να προσπαθεί να προσεγγίσει;

Χαρακτηρίζω τον εαυτό μου κομμουνιστή, διότι ο κομμουνισμός μου φαίνεται ότι είναι το ιδανικό το οποίο πρέπει να επιδιώκει η ανθρωπότητα, καθώς η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων και η αφθονία των αγαθών θα τους απαλλάξουν από τον φόβο της πείνας, καταστρέφοντας έτσι το μείζον εμπόδιο για την αδελφοσύνη τους.

Αλλά, πραγματικά, πολύ σημαντικότερα και από τις πρακτικές μορφές οργάνωσης, οι οποίες πρέπει αναπόφευκτα να εναρμονισθούν με τις συνθήκες και οι οποίες θα βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής, είναι το πνεύμα από το οποίο θα εμφορούνται οι οργανώσεις αυτές και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί για την δημιουργία τους. To πλέον σημαντικό, πιστεύω, είναι ότι θα πρέπει να κατευθύνονται από το πνεύμα της δικαιοσύνης και την επιθυμία του γενικού καλού, και ότι θα πρέπει να επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους πάντοτε ελευθέρως κι εθελουσίως.

Εάν όντως θα υπάρχει ελευθερία και πνεύμα αδελφοσύνης, τότε όλες οι λύσεις θα έχουν τον ίδιο στόχο τη, χειραφέτησης και της διαφώτισης του ανθρώπου και θα καταλήξουν να εναρμονισθούν δια της συγχωνεύσεως. Εάν, αντιθέτως, δεν θα υπάρχει ελευθερία και η επιθυμια για το καλό όλων θα απουσιάζει, η όποια μορφή οργάνωσης δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την αδικία την εκμετάλλευση και τον δεσποτισμό».

Πηγή: http://politikokafeneio-com.anatolikos.net/anarxia/malatesta2110.htm

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ




Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας, που λέει κι ο Μπουνιουέλ, είναι καλά κρυμμένη στους τρεις κύριους θεσμούς του καπιτα­λισμού, την Τράπεζα, την Ανώνυμη Εταιρεία και το Χρηματι­στήριο (…).
Αν και η τράπεζα είναι θεσμός πολύ προγενέστερος του καπιταλισμού, εξ αυτής απορρέουν οι δυο αποκλειστικά καπιταλιστικοί θεσμοί, η ανώ­νυμος εταιρεία και το χρηματιστήριο. Κατά κάποιον τρόπο, η τράπεζα συνδέει τον καπιταλισμό με τα προηγούμενα κοινωνι­κά και οικονομικά συστήματα και τούτη η σύνδεση δείχνει πολύ παραστατικά πως το μεταγενέστερο σύστημα οργάνωσης της κοινωνικής ζωής βγαίνει από το προγενέστερο, με συνέπεια και αναγκαιότητα.
Ο Μαρξ ονόμασε το χρηματιστήριο ναό του καπιταλισμού. 
Όντως, η μόνη θεότητα που λατρεύεται εκεί μέσα είναι το χρή­μα και γενικότερα οι αξίες. Εννοείται, οι οικονομικές αξίες (τρα­πεζογραμμάτια, χρεόγραφα, μετοχές κ,λπ.) και όχι οι ηθικές. 
Ο καπιταλισμός έκανε κατανομή έργου. Τις ηθικές αξίες τις ενα­πόθεσε προς φύλαξη στις εκκλησίες. Όμως,
αν εμπιστευτείς την Ελλάδα στον πατριωτισμό των Ελλήνων και την ηθική στο χριστιανισμό των Ελλήνων χριστια­νών, κάηκες. Άλλωστε, δεν θα ήταν δυνατό να έχουμε όλοι μας την ίδια άποψη για τον πατριωτισμό και την ηθική. Γι” αυτό ακριβώς και επεμβαίνει ο χωροφύλακας. Για να σου διδάξει εθνικοφροσύνη κατά τον επίσημο τρόπο. Ενώ ο παπάς επεμβαί­νει για να σου διδάξει την ηθική όπως αυτός την καταλαβαίνει. Αλλά δεν νομίζω πως είναι σε θέση να καταλάβει και πολλά πράγματα ένας παπάς. Αν μπορούσε να καταλάβει πολλά πράγματα ένας παπάς, θα έκανε ένα άλλο επάγγελμα, που προϋποθέτει μυαλό και σπουδές.
Η τράπεζα είναι ναός του χρήματος εν γένει: του φεουδαρχικού, του καπιταλιστικού, του σοσιαλισμού. Η τράπεζα είναι κάτι σαν την κόκκινη γραβάτα: φοριέται μ” όλα. Εννοώ όλα τα κοινωνικά συστήματα που χρησιμοποιούν χρήμα. Χρήμα ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες το χρήσιμο πράγμα. Η σοφή Eλληνική γλώσσα άλλη μια φορά κυριολεκτεί απολύτως. Δεν φαντάζομαι να υπάρχει κάποιος που να πιστεύει πως το χρήμα δεν είναι χρήσιμο πράγμα.
Το χρήμα προηγείται και λογικά και ιστορικά του νομίσματος. Χρήμα μπορεί να είναι οποιοδήποτε χρήσιμο πράγμα που ανταλλάσσει κανείς με οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο πράγμα. Π.χ. μπορείς να δώσεις δυο κιλά αγγουράκια και να πάρεις από έναν άλλο παραγωγό ένα κιλό κολοκυθάκια. Θα πάρεις λιγότερα, διότι τα κολοκυθάκια χρειάζονται μεγαλύτερη φροντίδα και συνεπώς περισσότερη εργασία. Στο παράδειγμα το αγγούρι είναι χρήμα αφού σου χρησιμεύει για να το ανταλλάσσεις με άλλα χρήσιμα πράγματα. Θα μπορούσες όμως να χρησιμοποιήσεις το κολοκύ­θι σαν χρήμα. Κάθε χρήσιμο πράγμα μπορεί να ανταλλαγεί με ένα άλλο χρήσιμο πράγμα. Εμπόριο θα ήταν δυνατό να υπάρξει σ” αυτή την πρώτη, την ανταλλακτική μορφή που είναι, βέβαια, πάρα πολύ άβολη. Θα γίνει όμως βολική όταν το νόμισμα πάρει τη θέση χρήματος.
Νόμισμα είναι αυτό που… νομίζει κανείς. Αλλά με την αρ­χαιοελληνική έννοια του ρήματος. Νομίζω στα αρχαία ελληνικά σημαίνει θεωρώ, παραδέχομαι, αναγνωρίζω κάτι από έθος, από έθιμο, από συνήθεια, ή αποδέχομαι διά νόμου. Έτσι, «νομίζω τους θεούς» σημαίνει αναγνωρίζω τους θεούς, και συνεπώς πι­στεύω στους θεούς που πιστεύουν και οι άλλοι σ” ένα συγκεκρι­μένο τόπο. Ενώ «νομίζω θεούς» (χωρίς το άρθρο) σημαίνει πι­στεύω στον Θεό, έτσι γενικά.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμισμα είναι αυτό που κατ” έθιμο ή κατά νόμο παραδεχόμαστε όλοι πως έχει μια αξία. Του αναγνωρίζουμε, δηλαδή, μια αξία που μπορεί και να μην την έχει, όπως ακριβώς κι ο Θεός. Το χαρτονόμισμα π.χ. δεν έχει καμία αξία καθεαυτό. Ένα χρωματιστό χαρτάκι είναι, που σαν ζωγραφιά αποσπά αμέσως την προσοχή του μωρού- αλλά και των μωρών. Όμως, αποφασίσαμε κάποτε να του δώσουμε μια αξία για να μπορούμε να κάνουμε εύκολα τη δουλειά μας όταν  συναλλασσόμαστε με τους άλλους.
Το νόμισμα, νοούμενο σαν μια συμβολική, συμβατική αξία, που όμως παραπέμπει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο (θα δούμε σε τι) είναι εφεύρεση μάλλον των Ελλήνων της Ιωνίας. Οι Ίωνες, οι δημιουργοί του ελληνικού πολιτισμού, ή κάποιος άλλος λαός της Μικράς Ασίας, είχαν τη φαεινή ιδέα να «υποχρεώσουν» τα εμπορεύματα να «αντιπροσωπευτούν» με κάτι που δεν είναι εμπόρευμα, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπόρευμα, αρκεί η κοινωνία να συμφωνούσε πως το κοινό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων, το νόμισμα, έχει πράγματι μια αξία, παρόλο που δεν του φαίνεται άμεσα αφού η αξία του είναι συμβολική. Από τότε, λοιπόν, όταν οι άνθρωποι έχουν στην τσέπη τους Α ποσό νομισμάτων είναι σαν να έχουν οποιοδήποτε εμπόρευμα θα μπορούσε να αγοράσει κανείς μ” αυτό το ποσό.
Εντελώς εκπληκτική εφεύρεση το νόμισμα: σου επιτρέπει να βάζεις στην τσέπη σου ας πούμε εκατό κιλά πατάτες, ή να χώσεις στην τσάντα σου, ας πούμε, ένα αυτοκίνητο. Το νόμισμα ευκο­λύνει τις συναλλαγές. Ευκολύνει όμως και την κλοπή. Είναι δύ­σκολο να κλέψεις ένα αεροπλάνο, όμως είναι εύκολο να κλέψεις χρήμα ίσο προς την αξία ενός αεροπλάνου.
Το κοσμοϊστορικό γεγονός της κοπής του πρώτου στον κό­σμο επισήμου νομίσματος συνέβη γύρω στα 700 π.Χ., στην Ιω­νία. Αλλά οι Έλληνες, καλλιτέχνες απ” τη φύση τους (οι αρ­χαίοι Έλληνες, εννοώ) αντιμετώπισαν το νόμισμα εξαρχής σαν σύμβολο. Και γι” αυτό τα πρώτα νομίσματα που έκοψαν ήταν από ήλεκτρο. Σκεφτείτε να έχετε στο χέρι σας ένα κομπολόι από κεχριμπάρι (ήλεκτρο) και να κάνετε τις πληρωμές σας με χάντρες ελέγχοντας τις χάντρες που απομένουν στο κομπολόι και που όσο λιγοστεύουν, τόσο δυσκολεύει το «μπεγλέρι», το παιχνίδι με το κομπολόι. Όμως, το ήλεκτρο ήταν αρκετά άφθο­νο στην Μικρά Ασία. Κι έτσι, ο καθένας θα μπορούσε μάλλον άνετα να βάζει όσα κεχριμπαρένια νομίσματα ήθελε στο πορτο­φόλι του. Η παραχάραξη ήταν εύκολη.
Οι γείτονες των Ελλήνων της Ιωνίας, οι Λυδοί, διαπίστωσαν πως είναι αδύνατο να εμπιστευτείς την οικονομία στον «πα­τριωτισμό των Ελλήνων», γιατί εκτός από ευφυείς ήταν και πονηροί. Οι ακόμα πιο πονηροί Λυδοί, λοιπόν, οι γείτονες των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, τους την έφεραν. Αντικατέστησαν το κεχριμπάρι με χρυσάφι, που ήταν σπάνιο και δεν μπορούσε ο καθένας να το αρπάξει απ” τη φύση απλώνοντας το χέρι, όπως περίπου γινόταν με το κεχριμπάρι, που ήταν σχετικά άφθονο.
Οι Λυδοί λοιπόν είναι οι εφευρέτες του περίφημου χρυσού κανόνα: δεν αρκεί να έχεις στο χέρι σου ένα σύμβολο που το λεν νόμισμα, πρέπει αυτό το σύμβολο να μπορεί να αντικατα­στήσει τη συμβολική του αξία με πραγματική, ώστε να σταμα­τήσουν τα εκ του συμβολισμού απορρέοντα παρατράγουδα. Όντως, μετά την επέμβαση των Λυδών η πραγματική αξία του συμβολικού νομίσματος θα μετριέται με χρυσό. Στο εξής το νόμισμα δεν θα είναι απλώς σύμβολο όταν έχει αντίκρισμα σε χρυσό.
Πρέπει, λοιπόν, στις σημερινές εκδοτικές τράπεζες (είναι αυτές που εκδίδουν, που κόβουν το νόμισμα) να υπάρχει στα υπόγειά τους αντίκρισμα σε χρυσό, κάλυμμα του νομίσματος που κυκλο­φορεί σε χρυσό, πράγμα που δίνει πραγματική αξία στο συμβο­λισμό των νομισμάτων. Όλα τα νομίσματα που κυκλοφορούν και που δεν είναι χρυσά ή αργυρά, αλλά χάρτινα, πρέπει να είναι καλυμμένα, δηλαδή εγγυημένα με μια Α ποσότητα χρυσού το καθένα με τρόπον τέτοιο, που όταν πηγαίνεις στην τράπεζα και δίνεις Α ποσό νομισμάτων αυτή να μπορεί να σου δώσει αμέσως και χωρίς περιστροφές το αναλογούν σε αυτό το ποσό χρυσάφι.
Ο καπιταλισμός, ως αξιόπιστο οικονομικό σύστημα νοούμε­νος, χρωστάει πολλά στον πανάρχαιο χρυσό κανόνα. Όμως, πηγαίνετε σήμερα στην τράπεζα και πέστε στον υπάλληλο: Πάρε αυτά τα χρήματα και δώσε μου το χρυσάφι που αναλογεί. Θα ανοίξει το στόμα του με εύλογη απορία. Ίσως σε περάσει για εξωγήινο, αφού ακόμα δεν πληροφορήθηκες πως ο χρυσός κα­νόνας, το καύχημα και το αγλάισμα του καπιταλισμού, πήγε προ πολλού περίπατο και ότι το νόμισμα ξέφυγε από τη λογική των αρχαίων Λυδών και απόκτησε και πάλι μόνο συμβολική αξία, όπως τον καιρό των αρχαίων Ελλήνων Ιώνων.
Να πώς έγινε και καταργήθηκε ο χρυσός κανόνας. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα στην αναμπουμπούλα, τα χρυσωρυχεία ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Άλλα υπερπαρήγαγαν χρυσάφι, κι άλλα έκλεισαν, με συνέπεια να αναστατωθεί η παγκόσμια αγορά χρυσού. Τούτη η αναστάτωση, μεταξύ άλλων οδήγησε στη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929.
Κατόπιν τούτου, οι οικονομολόγοι σκέφτηκαν και είπαν πως δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη στο χρυσό, γιατί η σπέκουλα έγινε πάρα πολύ εύκολη και μ” αυτόν. Ο στυλοβάτης του καπι­ταλισμού (κι όχι μόνο), το χρυσάφι, έγινε ο εφιάλτης του καπιταλισμού. Έπρεπε λοιπόν να καταργηθεί ο χρυσός κανόνας. Κι έτσι, το Σεπτέμβριο του 1931 πρώτη η πάντα πρωτοπόρο Αγ­γλία, παρά την πανίσχυρη χρυσή της λίρα, καταργεί το χρυσό κανόνα.
Στο εξής μόνο η καλή πίστη και η εντιμότητα ή ο αυστηρός έλεγχος θα μπορούσαν να εγγυηθούν την αξία ενός νομίσματος. Κι έτσι άρχισαν να εμφανίζονται για πρώτη φορά στον κόσμο τα ισχυρά και τα ασθενή νομίσματα, ανάλογα με το πόσο αξιό­πιστη από οικονομικής απόψεως είναι η χώρα που εκδίδει ένα συγκεκριμένο νόμισμα, και όχι ανάλογα με το πόσο χρυσάφι έχει στα ταμεία η εκδοτική της τράπεζα.
Αντί, λοιπόν, για αντίκρισμα σε χρυσό που καλύπτει τα νο­μίσματα που δεν είναι χρυσά, οι τράπεζες σήμερα εγγυώνται την αξία του κυκλοφορούντος νομίσματος με ένα άλλο νόμισμα, ισχυρό.Kι έτσι, αντί να υπάρχει μόνο χρυσός στα υπόγεια των τραπεζών, υπάρχουν μαζί με το χρυσό και δολάρια και μάρκα και άλλα ισχυρά νομίσματα.

Βασίλης Ραφαηλίδης

Απόσπασμα από το βιβλίο του ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, εκδόσεις του 21ου.αλεπου του ολυμπου

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Οι εκλογές στην Ευρώπη δεν παίζουν πια σχεδόν κανένα ρόλο

Τσόμσκι: Οι εκλογές στην Ευρώπη δεν παίζουν πια σχεδόν κανένα ρόλο


Με θέμα το μέλλον της δημοκρατίας και κομβικά σημεία τις αγκυλώσεις της στην Ευρώπη της κρίσης αλλά και στις ΗΠΑ, μίλησε ο Νόαμ Τσόμσκι σε ειδική εκδήλωση του Global Media Forum της DW στη Βόννη

«Χάραξη πορείας προς ένα δίκαιο κόσμο-Ανανοηματοδοτώντας τη δημοκρατία». Αυτός ήταν ο τίτλος της πολυεπίπεδης διάλεξης του αμερικανού πολιτικού φιλοσόφου και ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT) Νόαμ Τσόμσκι στο Global Media Forum της Deutsche Welle στη Βόννη.


Στη σκιά της ευρωκρίσης και των διαδηλώσεων στην Τουρκία αλλά και με φόντο την επίσκεψη Ομπάμα στο Βερολίνο, ο αμερικανός φιλόσοφος σχολίασε «όλα εκείνα τα θέματα που θα έπρεπε να βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αλλά καταλήγουν τελικά να γίνονται ψιλά γράμματα».

Αποφεύγοντας τα κλισέ και τις ακαδημαϊκές μακρηγορίες, ο 85 ετών πλέον διανοητής ανέλυσε με ενάργεια πτυχές της κρίσης του κοινοβουλευτισμού, τις στρεβλώσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε ΗΠΑ και ΕΕ αλλά και του ρόλου των ΜΜΕ. Δε δίστασε να μιλήσει με οξεία γλώσσα κατά της αμερικανικής «ρητορείας της τρομοκρατίας» που έχει γίνει το βασικότερο «εξαγώγιμο προϊόν» των ΗΠΑ από το 1945 και μετά, ασκώντας δριμεία κριτική στην εξωτερική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα και των προκατόχων του.

Η Ευρώπη στο έλεος της μακροοικονομίας

Σημείο εκκίνησης ήταν η γηραιά ήπειρος, στο συγκείμενο της οικονομικής κρίσης. «Για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών το ζητούμενο είναι η εργασία. Για τους υπερεθνικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όμως, το διακύβευμα έγκειται στη μείωση των ελλειμμάτων. Τα ελλείμματα διαμορφώνουν πλέον την πολιτική. Και ως προς αυτό η Ευρώπη βρίσκεται σε αλγεινότερη κατάσταση σε σχέση με τις ΗΠΑ», είπε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον Τσόμσκι το κέντρο βάρος στην ευρωπαϊκή ήπειρο έχει μετατοπιστεί ανεπιστρεπτί από την πολιτική στην οικονομία, η οποία αποτελεί το αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα. Στις χώρες της κρίσης ήρθαν αίφνης στο προσκήνιο τα ασαφή όρια μεταξύ σύγχρονης αριστεράς και δεξιάς ως προς την κατάστρωση πολιτικών, ώστε οι βασικοί ιδεολογικοί διαχωρισμοί να καθίστανται πλέον δυσδιάκριτοι.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτό ανέφερε την Κύπρο και τις πρόσφατες περιπέτειές της. Η άρση των διαφορών και η σύγκλιση εν τέλει αριστεράς και δεξιάς έγκειται στο γεγονός ότι «οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεσμεύονται να ακολουθούν προγράμματα μακροοικονομικής φύσης, τα οποία θέτει η Κομισιόν». Αυτό συνεπάγεται την επιλογή σκληρής λιτότητας και αύξησης των φόρων σε βάθος χρόνου, ανεξαρτήτως «πολιτικού χρώματος».

Ο αμερικανός διανοητής εκτιμά πως οι χειρισμοί στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης είναι αποτυχημένοι και πως η αναγωγή τους στην αυθεντία διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είχε αρνητικές επιπτώσεις. Κατά τον Τσόμσκι, «το θεωρητικό μοντέλο των λεγόμενων συστημικών κινδύνων, κατά το οποίο εάν αποτύχει μία οικονομική διαπραγμάτευση, το συνολικό σύστημα καταρρέει» είναι προβληματικό και δρα εις βάρος της παραγωγικής οικονομίας.

«Τρίτο κόσμο» θυμίζουν τα κοινοβούλια της Ευρώπης

Όλες αυτές οι μεταμορφώσεις στα σύγχρονα μοντέλα διακυβέρνησης έχουν βέβαια και ένα υψηλό τίμημα: «την σταδιακή απώλεια της δημοκρατίας». Η αντιπροσώπευση εξαντλείται -στην Ευρώπη προσφάτως ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν εξ υπαρχής -στην εκπροσώπηση οικονομικών συμφερόντων. «Μόλις του 1/10 του 1%, στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, καταφέρνει να παίρνει αυτό που θέλει. Αυτό σημαίνει πως καθορίζουν την πολιτική. Έτσι η δημοκρατία μετατρέπεται σε πλουτοκρατία» με συνέπεια να παρατηρείται μία συνεχής «παρακμή των δικαιωμάτων των πολιτών».

Στις ευρωπαϊκές χώρες της κρίσης, παρατηρεί ο Τσόμσκι, «οι εκλογές δεν παίζουν πια σχεδόν κανένα ρόλο, ακριβώς όπως και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που διοικούνται από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα» υπογραμμίζοντας ωστόσο σκωπτικά πως «η ίδια η Ευρώπη επέλεξε να γίνει έτσι. Δεν ήταν υποχρεωμένη να το κάνει».

Ο Tσόμσκι αναφέρθηκε και σε πρόσφατο δημοσίευμα της Wall Street Journal περί «εξαφάνισης της δημοκρατίας από την Ευρώπη», σύμφωνα με το οποίο: «Γάλλοι, Ισπανοί, Ιρλανδοί, Ολλανδοί, Πορτογάλοι, Έλληνες, Σλοβάκοι, Σλοβένοι και Κύπριοι έχουν, ο καθένας στο δικό του μέτρο, καταψηφίσει πολλά από τα μέτρα που επιβλήθηκαν στη βάση του οικονομικού μοντέλου της ευρωζώνης από τότε που ξέσπασε η κρίση. Εντούτοις οι οικονομικές πολιτικές έχουν αλλάξει ελάχιστα σε σχέση με τις διαδοχικές εναλλαγές στην εξουσία περισσότερων κομμάτων».

Η πραγματική συναίνεση και τα ΜΜΕ

Ο Νόαμ Τσόμσκι δεν φάνηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, η οποία δίνει την εντύπωση να πορεύεται σπασμωδικά, δεχόμενη κλυδωνισμούς από εξωπολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Το ίδιο παρατηρεί και στις ΗΠΑ αλλά και σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες του «υπαρκτού καπιταλισμού», όπως τις αποκαλεί.

Από την άλλη πλευρά, οι εξελίξεις στην Πλατεία Ταξίμ της Κων/πολης στέλνουν, για τον αμερικανό φιλόσοφο, ένα θετικά μήνυμα υπέρ της διασφάλισης μίας δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας, η οποία θα υπερτερεί από οποιοδήποτε οικονομικό συμφέρον. Στην κάλυψη της απόστασης μεταξύ πολιτών και όλων όσων χαράσσουν κυβερνητική πολιτική, σημαντικός είναι ο ρόλος των ανεξάρτητων ΜΜΕ, του πλέον καθοριστικού παράγοντα σήμερα στη διαμόρφωση και συχνά επιβολή πολιτικής και ηθικής νόρμας. Τα ΜΜΕ καλούνται να συνδράμουν υπεύθυνα στη διαμόρφωση πραγματικής και όχι πλασματικής συναίνεσης, παρουσιάζοντας στους πολίτες μόνο «την αλήθεια για όλα τα σημαντικά γεγονότα. Κάτι το οποίο είναι σχετικά εύκολο».

Δήμητρα Κυρανούδη
Υπεύθ. Σύνταξης: Σταμάτης Ασημένιοςhttp://aetostz.blogspot.gr/2013/06/blog-post_4760.html