Σελίδες

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η εξέγερση των Σπαρτακιστών



 
Η εξέγερση των Σπαρτακιστών ή αλλιώς εξέγερση του Ιανουαρίου, ξεκίνησε στις 5 Ιανουαρίου του 1919 και έληξε, βουτηγμένη στο αίμα, μια εβδομάδα αργότερα. Επρόκειτο για μια γενική απεργία που εξελίχθηκε σε εμφύλια ένοπλη σύρραξη, η οποία θεωρείται ως το σημείο λήξης της Γερμανικής Επανάστασης (1918-1919).
Το 1919 η κυβέρνηση της Βαϊμάρης αναδύθηκε μέσα από την επανάσταση της Γερμανίας και αντικατέστησε την κυβέρνηση της μοναρχίας. Η χώρα ήταν διχασμένη όμως μεταξύ της εικονικής εξουσίας της κυβέρνησης και της πραγματικής εξουσίας των συμβουλίων των εργαζόμενων, στρατιωτών και ναυτών που ήταν παρόμοια με τα ρωσικά σοβιέτ.
Αφορμή για την εξέγερση αποτέλεσε η αποπομπή του επικεφαλής της Αστυνομίας του Βερολίνου και μέλους του Ανεξάρτητου Σοσιολδημοκρατικού Κόμματος (USPD), Emil Eichhorn, από το «Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού», του οποίου οι πολιτικές ελεγχόταν κυρίως από τον Friedrich Ebert του Σοσιολδημοκρατικού Κόμματος (SPD), από την αποχώρηση του USPD από την επιτροπή τον προηγούμενο Δεκέμβριο.
Ο Eichhorn είχε αρνηθεί να σηκώσει τα όπλα εναντίον απεργών κατά τις αναταραχές της παραμονής των Χριστουγέννων, κάτι που για τον Friedrich Ebert τον κατέστησε αναξιόπιστο για τη θέση που κατείχε. Με το άκουσμα της είδησης, ομάδες εργατών έστησαν οδοφράγματα στους δρόμους του Βερολίνου, ενώ κατέλαβαν μια εφημερίδα στην οδό Kochstraße.
Σύντομα ενώθηκαν μαζί τους και απέκλεισαν αρκετές οδούς στην περιοχή όπου στεγάζονταν πολλές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και το επίσημο όργανο του SPD, Vorwärts, το οποίο δημοσίευε άρθρα εχθρικά προς το κίνημα των Σπαρτακιστών από το προηγούμενο φθινόπωρο. Η ηγεσία του USPD αλλά και του Κομουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (KPD ή πρώην Λεγεώνα του Σπάρτακου) αποφάσισαν να στηρίξουν τις ενέργειες των εργατών και κάλεσαν για γενική απεργία στο Βερολίνο στις 7 Ιανουαρίου.
Ανταποκρίθηκαν 500.000 άνθρωποι οι οποίοι κατέκλυσαν το κέντρο του Βερολίνου εκείνο το Σαββατοκύριακο. Τις επόμενες δυο μέρες ωστόσο, η ηγεσία της απεργίας, η αποκαλούμενη Επαναστατική Επιτροπή, απέτυχε να συμφωνήσει στον τρόπο συνέχισης των κινητοποιήσεων, με άλλους να ζητούν ένοπλη στάση και άλλους να ζητάνε διαβουλεύσεις με τον Ebert.
Οι εργάτες εξοπλίστηκαν παρόλα αυτά. Διχογνωμίες υπήρχαν ακόμα και στο εσωτερικό του Κομουνιστικού Κόμματος. Ο Karl Liebknecht, αντίθετα με την Rosa Luxemburg, ζητούσε την βίαια ανατροπή της κυβέρνησης του Ebert, για να μην απομακρυνθεί από τους εργάτες που ούτως ή άλλως αυτό σκόπευαν να πράξουν.
Την ίδια ώρα, μέλη του KPD επιχείρησαν να πάρουν με το μέρος τους τα τάγματα που στάθμευαν στο Βερολίνο, χωρίς ωστόσο να σημειώσουν επιτυχία. Στις 8 Ιανουαρίου, το Κομουνιστικό Κόμμα αποχώρησε από την Επαναστατική Επιτροπή, κατόπιν πρόσκλησης του Friedrich Ebert από το USPD, για συνομιλίες. Την ίδια ώρα, υπέπεσε στην αντίληψη των εργατών φυλλάδιο της Vorwärts με τον τίτλο «Η ώρα της εκδίκησης φτάνει!» που ανέφεραν επίσης τις παραστρατιωτικές οργανώσεις Freikorps, οι οποίες είχαν ταχθεί κατά της δημοκρατίας και αντιτάχθηκαν στην κυβέρνηση της Βαϊμάρης.
Η κυβέρνηση του SPD είχε προσλάβει τα Freikorps για να καταστείλει τους απεργούς, ύστερα από διαταγή του Ebert προς τον υπουργό Άμυνας Gustav Noske, στις 6 Ιανουαρίου. Η Επαναστατική Επιτροπή διέκοψε τις συνομιλίες με το SPD και η Λεγεώνα των Σπαρτακιστών κάλεσε τα μέλη της να λάβουν μέρος στις ένοπλες μάχες. Την ίδια μέρα, ο Ebert διέταξε τα ακόμα εξοπλισμένα με όπλα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Freikorps να επιτεθούν στους εργάτες. ΟΙ παραστρατιωτικοί, λόγω της υπεροχής του εξοπλισμού τους, σύντομα επανακατέλαβαν τους δρόμους και τα κτίρια του Βερολίνου.
Πολλοί εργάτες παραδόθηκαν – κάτι που δεν απέτρεψε τους πρώην στρατιώτες από το πυροβολήσουν εκατοντάδες εξ αυτών. Κατά τις μάχες έχασαν τη ζωή τους πλήθος πολιτών, ο αριθμός των οποίων παραμένει αδιευκρίνιστος. Τα Freikorps συνέλαβαν επίσης τον Karl Liebknecht και τη Rosa Luxemburg, τους οποίους και εκτέλεσαν στη συνέχεια. Όσο για τη φιλελεύθερη δημοκρατία της Βαϊμάρης, κατέρρευσε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, με την άνοδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος της Γερμανίας (NSDAP) του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία.http://gregordergrieche.blogspot.gr/2014/01/blog-post_1525.html

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ισπανία 1938: Αποχώρηση των Διεθνών Ταξιαρχιών


unna-2Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά την  αποχώρηση των Διεθνών Ταξιαρχιών από την Ισπανία τίποτα δεν είναι ίδιο στην Ευρώπη και την ίδια την Ισπανία ταυτόχρονα όμως η φασιστική απειλή  και ο νέου τύπου ολοκληρωτισμός στην ΕΕ δείχνει, όπως θα έλεγε και το τραγούδι, πως τίποτα δεν έχει αλλάξει…
Μάκης Γεωργιάδης
Το Έπος των Διεθνών Ταξιαρχιών -Ανάχωμα στην επέλαση του Φράνκο
Ένα δάκρυ κύλησε στην ισπανική γη. Ένα ποτάμι δάκρυα που διέσχισαν  το έδαφος της  χώρας της Ιβηρικής για να χυθούν στη Μεσόγειο. Δάκρυα του αποχαιρετισμού, του πόνου, του θανάτου και του αποχωρισμού. Είναι κάπως παράδοξο  η απόσυρση ενός στρατιώτη από τα μέτωπα του πολέμου αντί για δάκρυα χαράς  και λύτρωσης να  προκαλεί  προβληματισμό και απόγνωση. Όπως συνέβη την 1η του Νοέμβρη του 1938 στη Βαρκελώνη.
Αυτήν την «ματωμένη» Τρίτη που στην πρωτεύουσα της Καταλονίας κυματίζουν οι σημαίες  της δημοκρατικής Ισπανίας, κατεβαίνουν τα λάβαρα των Διεθνών Ταξιαρχιών.
Δεκάδες χιλιάδες αγκαλιές που σφίγγουν ακατάπαυστα αυτούς που δεν  πρόκειται να αντικρύσουν ίσως ποτέ ξανά όσο ζουν. Αυτούς, τους γίγαντες του αλτρουισμού και της αυτοθυσίας. Τους ξεχωριστούς διεθνιστές. Τους επαναστάτες χωρίς πατρίδα. Αυτούς που θυσίασαν  χρόνια απ΄ τη ζωή τους ή και την ίδια τους τη ζωή εγκαταλείποντας  εστίες και οικογένειες. Έκαναν πατρίδα τους την Ισπανία και τώρα δεν έχουν πια – πολλοί από αυτούς – πατρίδα να επιστρέψουν.  Κατάμεστοι οι δρόμοι, οι πλατείες, τα θέατρα της Βαρκελώνης για τον αποχαιρετισμό στους ήρωες  με τη φωνή της Πασιονάρια να αντηχεί προσφωνώντας την ελπίδα  στον ιστορικό εκείνο λόγο του αποχαιρετισμού :
«…Δεν θα σας ξεχάσουμε. Και όταν ανθίσει η ελιά της ειρήνης πλεγμένη με τα νικηφόρα δάφνινα στεφάνια της Δημοκρατίας της Ισπανίας, επιστρέψτε. Επιστρέψτε στο πλευρό μας, εδώ θα βρείτε πατρίδα – αυτοί που δεν έχουν πατρίδα ή φίλους, που πρέπει να ζήσουν στερημένοι της φιλίας – όλοι, όλοι θα έχουν τη στοργή και την ευγνωμοσύνη του ισπανικού λαού, που σήμερα και αύριο θα ζητωκραυγάζει με ενθουσιασμό: Ζήτω οι ήρωες των Διεθνών Ταξιαρχιών»(1).
Η δημοκρατία κι η ελευθερία όμως ποτέ δεν άνθησαν. Η επανάσταση χάθηκε και μια τεράστια νύχτα  εδραιώθηκε για τέσσερις δεκαετίες στην Ισπανία μετά  την επικράτηση του φασιστικού συνασπισμού υπό τον στρατηγό Φ. Φράνκο.  Τέσσερις δεκαετίες ως το θάνατό του και άλλες τόσες από τότε και ακόμη πολλές πτυχές του ισπανικού εμφυλίου παραμένουν σκοτεινές.
Η χαραυγή του 1939 θα βρει τους περισσότερους μαχητές των Διεθνών ταξιαρχιών να έχουν εγκαταλείψει την Ισπανία, τις πόλεις προπύργια των δημοκρατικών δυνάμεων να καταρρέουν η μια μετά την άλλη και χιλιάδες  διωκόμενοι  Ισπανοί  κάθε ιδεολογικής απόχρωσης είτε κομμουνιστές είτε αναρχικοί είτε σοσιαλιστές να  υποχωρούν προς τα Πυρηναία δίνοντας μάχες οπισθοφυλακών ώστε να προλάβουν οι πολιτικοί πρόσφυγες να  διαβούν τα γαλλικά σύνορα έπειτα από  διπλωματικό μαραθώνιο και ισχυρές πιέσεις στη γαλλική κυβέρνηση. Σκηνές τις οποίες περιγράφει στο συγκλονιστικό του έργο «Οι κομμουνιστές» ο Λουί Αραγκόν.
Της Ισπανίας το αθάνατο χώμα unna-1
Από το ξέσπασμα του στρατιωτικού πραξικοπήματος  στις 17 Ιουλίου 1936 μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών με την κατάληψη της Μαδρίτης την 28η Μαρτίου 1939, η Ισπανία αποτέλεσε ένα πραγματικό πεδίο δοκιμής για τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και για τον διαφαινόμενο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πόλεμος στην Ισπανία ήταν πραγματικός και αντανακλούσε με δραματικό τρόπο και το διπλωματικό παρασκήνιο το οποίο εκτυλισσόταν παράλληλα.

Η υποχωρητικότητα των Βρετανών και των Γάλλων έναντι του Χίτλερ οδήγησε όχι απλώς στην πολιτική «ουδετερότητας» έναντι της Ισπανίας, αλλά κατέληξε  στην προσάρτηση από τους ναζί της Αυστρίας και στην εισβολή τους στην Τσεχοσλοβακία μετά την υπογραφή της περιβόητης  «συνθήκης του Μονάχου» στις 30 Σεπτεμβρίου 1938.  Όλο αυτό το διάστημα βασική επιδίωξη των δύο αστικών τάξεων ήταν να στρέψουν την επιθετικότητα της Γερμανίας κυρίως εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης Από την άλλη πλευρά και οι Σοβιετικοί θέλοντας να διαφυλάξουν τα νώτα τους  να προχωρήσουν στην σύναψη του περιβόητου συμφώνου Ρίπεντροπ -  Μολότοφ» το 1939 όταν φυσικά στη Ισπανία τα  πάντα είχαν κριθεί.
Στην Ισπανία ωστόσο οι φασιστικές ενισχύσεις στον Φράνκο  από Ιταλία και Γερμανία κατέφθαναν με αμείωτο ρυθμοί. Υπολογίζεται ότι πάνω από 100.000 ιταλοί στρατιώτες συνέδραμαν τους φαλαγγίτες ενώ η ναζιστική Γερμανία διά της Λουφτβάφε  ξεκίνησε τις θηριωδίες της από την Γκέρνικα στη Χώρα των Βάσκων τον Απρίλιο του 1937.
Το δημοκρατικό στρατόπεδο είχε αφεθεί ουσιαστικά στην τύχη του καθώς οι όποιες «υπόγειες» ενισχύσεις και η συνδρομή της ΕΣΣΔ δεν έφταναν για να κάμουν την υπεροπλία των φασιστών. Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία των ηρώων των Διεθνών Ταξιαρχιών επίσης δεν αρκούσε αν και από τους περίπου 32500  μαχητές που πέρασαν  τα σύνορα στο πλευρό της Ισπανικής Δημοκρατίας, οι περισσότεροι χάθηκαν πολεμώντας. Στις πρώτες μάχες στην κοιλάδα του Χάραμα και στη Γουαδαλαχάρα το Νοέμβριο του 1936 όπου ανακόπηκε η πορεία του Φράνκο προς τη Μαδρίτη αφανίστηκαν ολόκληρα συντάγματα και λόχοι. Ο ηρωισμός δεν έφτανε ούτε στις μεγάλες μάχες στον ποταμό Έβρο, στην Γκραντέθα, το Τερουέλ ή το Μπελτσίτε.
Πριν καταλήξει στον επίλογο του αποχαιρετισμού της η Πασιονάρια είχε αναφέρει χαρακτηριστικά :
«…Σύντροφοι των Διεθνών Ταξιαρχιών: Πολιτικοί λόγοι, κρατικοί λόγοι, το συμφέρον της υπόθεσης που σας οδήγησε να προσφέρετε το αίμα σας με τόσο ειλικρινή γενναιοδωρία, σας στέλνει τώρα πίσω, μερικούς στις χώρες τους και άλλους σε αναγκαστική εξορία. Μπορείτε να φύγετε υπερήφανοι. Έχετε γράψει ιστορία. Είσαστε θρύλος».  (2)  
Ήδη απ΄τον 15 Απριλίου του 1938 ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλαιν και ο Μουσολίνι είχαν υπογράψει «σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας. Για να είναι εν ισχύ θα έπρεπε να αποχώρησουν 10000 μαχητές  των Διεθνών Ταξιαρχιών, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο 80% των ηρώων που πολεμούσαν στην Ισπανία. Αντίστοιχο αριθμό στρατιωτών θα απέσυρε η Ιταλία  που μεταφραζόταν σε 80000 από τους περίπου 100000 φασίστες που πολεμούσαν στο πλευρό του Φράνκο.
unnaΕκμεταλλευόμενος τη συγκυρία και διαβλέποντας την κατάσταση στα μέτωπα των επιχειρήσεων, ο Φράνκο  αντέτεινε τη «γενναιόδωρη» πρόταση απόσυρσης 10.000 φασιστών κατ΄ αντιστοιχία των Διεθνών Ταξιαρχιών. Η πολιτική της «επιτροπής μη επέμβασης» στην Ισπανία ήταν έτσι καταστροφική. Τα αποτελέσματα περιγράφει ο  επί δωδεκαετία πρεσβευτής της ΕΣΣΔ στο Λονδίνο :
«…Στις 11 Οκτώβρη ρώτησα ορθά κοφτά τον Χάλιφαξ [υπουργό Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας]: Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί επαρκή την απομάκρυνση των 10.000 Ιταλών από την Ισπανία ώστε να επικυρώσει το αγγλο-ιταλικό σύμφωνο; Ο Χάλιφαξ μου απάντησε κατά τρόπο διφορούμενο και νεφελώδη. Επεξετάθη πολλή ώρα στο γεγονός ότι έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει κανείς το ζήτημα της απομάκρυνσης των ξένων στρατευμάτων από μια γενικότερη σκοπιά κ’ ιδιαίτερα από την ανάγκη του κλεισίματος όσο γίνεται ταχύτερα του “ισπανικού προβλήματος” που κατάντησε πηγή “οξύτατης διεθνούς ανησυχίας”». (3) Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Η Ισπανική Δημοκρατία είχε οριστικά αφεθεί στο έλεος του φασισμού και λίγες μέρες αργότερα οι Διεθνείς Τααξιαρχίες αποχωρούσαν από την ισπανική γη…
Μια διαχρονική όσο και τραγική εποποιία
Στις 25 Ιουλίου του 1938 τα δημοκρατικά στρατεύματα ξεκίνησαν την τελευταία μεγάλη επιθετική ενέργεια. Την ύστατη προσπάθεια αντεπίθεσης με βασικό στόχο το πέρασμα του ποταμού Έβρου. Του στρατηγικού  σημείου και της διάβασης εκείνης που εξασφάλιζε  στη μόρτη ανεφοδιασμό από το λιμάνι  της Βαλένθια ενώ διατηρούσε  ανέπαφη την ανατολική πλευρά και την  Βαρκελώνη. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έδωσαν  σκληρές μάχες στο πλευρό  του δημοκρατικού στρατού, έδωσαν το αίμα και τη ζωή τους τα πεδία των μαχών.
Η μάχη του Έβρου  ήταν το ρέκβιεμ της επανάστασης και του αγώνα του ισπανικού λαού για δημοκρατία κι ελευθερία. Έπειτα από 116 ημέρες  στις 15 Νοεμβρίου σκληρότατων μαχών  και έπειτα από ανηλεείς βομβαρδισμούς  των γερμανικών πολεμικών αεροσκαφών, το μέτωπο έσπασε. Η αρχική ορμή των  δημοκρατικών δυνάμεων και των Διεθνών Ταξιαρχιών οδήγησε  σε μια προέλαση ως και 80 χιλιόμετρα  μέσα στην περιοχή του εχθρού, ενώ από τις 6 Αυγούστου ξεκίνησε μια από τις σημαντικότερες επιμέρους μάχες για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας πόλης Γκραντέθα.
Το μέτωπο της Γκραντέθα  και η  γενναιότητα των στρατιωτών του Δημοκρατικού Στρατού  υμνήθηκε σε ένα από τα πιο γνωστά εμβατήρια  εκείνης της εποχής, το Άι Καρμέλα ή αλλιώς η στρατιά του Έβρου (Ay Carmela -  El ejercito del Ebro).  Εμβατήριο βασισμένο πάνω σε μια παραδοσιακή ισπανική μελωδία με στίχους οι οποίοι  πλέκονταν ανάλογα με την περίσταση και φυσικά τραγουδιόταν κι από τους  άντρες  των Διεθνών Ταξιαρχιών. unnam
Ανάμεσα σε αυτούς βρέθηκαν  σύμφωνα με τα υπάρχοντα έως τώρα στοιχεία 278 Έλληνες οι οποίοι ήταν κυρίως διωκόμενοι στην Ελλάδα κομμουνιστές αλλά και Έλληνες της ομογένειας όπως ήταν αρκετοί μαχητές από την Αίγυπτο. Όλοι αυτοί συγκρότησαν στην αρχή το λόχο «Ρήγας Φεραίος» ενώ αργότερα ο λόχος μετονομάστηκε σε «Νίκος Ζαχαριάδης» και είχε ενταχθεί στην ταξιαρχία «Αβραάμ Λίνκολν» η οποία απαρτιζόταν από βορειοαμερικανικής προέλευσης αγωνιστές. Από  τους Έλληνες μαχητές στη γη της Ισπανίας έμεινε για πάντα πάνω από το ¼ των μελών του ελληνικού λόχου, δηλαδή 78  διεθνιστές μαχητές.
Παρά τον ανυπέρβλητο ηρωισμό και την αυτοθυσία των χιλιάδων διεθνιστών που στρατεύτηκαν και πολέμησαν στο πλευρό των Ισπανών για την ελευθερία και την κοινωνική επανάσταση  η αντεπίθεση των φασιστικών στρατευμάτων του Φράνκο με τη συνεχή υποστήριξη των ναζί και των Ιταλών φασιστών  οδήγησε τελικά και στην στρατιωτική όσο και στην πολιτική ήττα η οποία βάζει ακόμη και σήμερα ζητήματα για τη σχέση του αντιφασιστικού μετώπου και της επαναστατικής διαδικασίας.
Η υποχώρηση πίσω από τον ποταμό Έβρο προς τα ανατολικά και τα νότια ήταν η αρχή του τέλους  την ώρα που οι Διεθνείς Ταξιαρχίες ήταν ήδη παρελθόν έχοντας γράψει τις δικές τους λαμπρές σελίδες ιστορίας σε έναν από τους πλέον δολοφονικούς και άγριους πολέμους, αλλά ταυτόχρονα και σε  μια απαράμιλλη αποθέωση του επαναστατικού ρομαντισμού και  ευγενών ουμανιστικών αξιών.  Δεν μπορεί κανείς να πει πολλά περισσότερα λόγια από αυτά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ ο οποίος έγραψε για όλους τους χαμένους συντρόφους: 
«Παγωμένοι οι νεκροί μας στο σπανιόλικο χώμα κοιμούνται
Χιόνι βολοδέρνει μανιασμένα μέσα απ’ των λιόδεντρων τις ρίζες
Κομμάτι απ το χώμα αυτό είναι τώρα οι νεκροί μας
Μέσ’ της Ισπανίας το αθάνατο το χώμα
Μα μονάχα για τον χειμώνα ο θάνατος θα τους σκεπάζει
Σαν η άνοιξη θα ‘ρθεί να δώσει την πνοή της
οι πεθαμένοι μας με τούτη την πνοή για πάντοτε  θα ζήσουν»
Ίσως να ηχεί  άξια δίπλα στα λόγια του Χέμινγουέι το επιτάφιο μήνυμα που προτίμησε ο παλαίμαχος των Γάλλων στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, Πώλ Ρισάρ στον δικό του τάφο :«  Η Ισπανία ήταν ό,τι το καλλίτερο έκανα εγώ στην ζωή μου. Ο,τι ο καθένας από μας έκανε καλλίτερο στην ζωή του». ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
(1)   και (2) Ντολόρες Ιμπαρούρι – Αποχαιρετιστήριος λόγος στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, Βαρκελώνη 1η Νοεμβρίου 1938. (2)    Ιβάν Μάισκι «Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ” (σελ. 125-127, εκδ. “Θεμέλιο 1966)
Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 8.12.2013

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Τρελοχώρα ή μαλακοχώρα;;

Τρελοχώρα ή μαλακοχώρα;

Πολιτικο Κορακι
 
Η κυβέρνηση των δύο εταίρων, υπό την αυστηρά
παρακολούθηση του τρίτου -άνευ χαρτοφυλακίου- μάχεται!!

Μάχεται εικονικά, διαπραγματεύεται προσχηματικά.
"Στημένο κι από πριν ξεπουλημένο" το ματς.
Εχοντας δαπανήσει ανοήτως όλα τα μυθεύματα
που μπόρεσε να επινοήσει (success stories,
grecovery, μείωση στον φπα εστίασης, μείωση του
ειδικού φόρου στο πετρέλαιο, κλπ ), υλοποιεί
κατά γράμμα τις εντολές δανειστών/τοκογλύφων
και πλουτοκρατών,
οδηγώντας -ασφαλώς- τους Ανθρώπους στη
φτωχοποίηση/εξαθλίωση και
τη Χώρα στην πλήρη Υποταγή/Ξεπούλημα.

Τα καθεστωτικά ΜΜΕ μεταβλήθηκαν σε οίκους Ομορφιάς,
από τα στασίδια των οποίων παρελαύνει κάθε καρυδιάς
τσόγλανος για να εξωραϊσει, χτενίσει και αρωματίσει
την επιβαλλόμενη Βαρβαρότητα, η μπόχα της οποίας
πνίγει ακόμη και τον πεθαμένο Φρίντμαν.
Ενα "σύστημα" καθηγητάδων", "ειδικών" και
λαμογιών...φερέφωνα πλουτοκρατών και τοκογλύφων,
λειαίνουν τον επερχόμενο Θάνατο, προσδοκώντας
ανάλογα αργύρια, κάποιας θέσης συμβούλου,
υφυπουργού ή κάποιας "προαγωγής".

Οι Αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις παραμένουν
σταθερές στο αναποτελεσματικό και
μακάριο ύφος και "ύψος" τους.
Θεωρούν ότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των
καιρών, μέσω καταγγελιών,ωραίων λόγων και ευχών.
Απορρίπτουν την εκάστοτε νέα "σωτηρία",
άλλες τζογάροντας στο "σάπιο μήλο",
άλλες στα αιώνια σύμβολα του Γένους και
άλλες στον εκφασισμό της Κοινωνίας.
Πράττουν- και αυτές- το καθήκον τους!!

Και ο καταδικασμένος σε ισόβια λιτότητα λαουτζίκος,

περιδρομιάζει Φόβο και Τρόμο και, επαναπαυμένος
σε καναπέδες ατομικούς και οικογενειακούς,
απολαμβάνει
φραπέδες οι ενήλικες και χυμούς μανταρινιού οι νεώτεροι.
Καταναλωτής Χαρατσιών, Φόρων και περικοπών,
απορεί με τη δύναμη/αντοχή της πλάτης του και με
το βάρος που αυτή α κ ό μ η υπομένει!!

Λοιπόν;;
Δεν είμαστε μία ωραία χώρα, που κατάφερε
να εκπλήξει ΑΡΝΗΤΙΚΑ, φίλους και εχθρούς;;!!!

Τρελοχώρα ή μαλακοχώρα;;

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Angst, «ανγκστ». Σημαίνει «φόβος»

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ. Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.





 Ασυνήθιστα σύντομη για γερμανική είναι η λέξη που φιγουράρει στον τίτλο του κύριου άρθρου του χριστουγεννιάτικου τεύχους του γνωστού συντηρητικού βρετανικού περιοδικού «Εκόνομιστ». Ενα φωνήεν που ακολουθείται από τέσσερα συνεχόμενα σύμφωνα - τα οποία μάλιστα γίνονται πέντε (!), αν η προφορά της λέξης αποδοθεί με ελληνικούς χαρακτήρες: Angst, «ανγκστ». Σημαίνει «φόβος».

Ο υπότιτλος του κύριου άρθρου του «Εκόνομιστ» επιτείνει το κλίμα ανησυχίας: «Μετά από έναν αιώνα, υπάρχουν ενοχλητικοί παραλληλισμοί με την εποχή που οδήγησε στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου»! Και τότε, την Πρωτοχρονιά του 1914, οι Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν με αισιοδοξία το μέλλον τους κατά το Νέο Ετος. Κυριαρχούσε, όπως γράφει το βρετανικό περιοδικό, «το επιχείρημα ότι οι οικονομίες της Ευρώπης ήταν τόσο ολοκληρωμένες μεταξύ τους ώστε ο πόλεμος ήταν μάταιος. Μέσα όμως στον χρόνο, ο κόσμος είχε εμπλακεί σε έναν άκρως τρομακτικό πόλεμο που κόστισε 9 εκατομμύρια ζωές...».

Ο «Εκόνομιστ» υποδεικνύει τον ένοχο: «Η κινητήρια δύναμη πίσω από την καταστροφή που έλαβε χώρα στον κόσμο πριν από έναν αιώνα ήταν η Γερμανία, η οποία έψαχνε να βρει μια δικαιολογία για έναν πόλεμο που θα της επέτρεπε να κυριαρχήσει στην Ευρώπη». Το βρετανικό περιοδικό όμως επικρίνει και την «αυταρέσκεια», όπως την αποκαλεί, την ικανοποίηση δηλαδή με την κατάσταση των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης: «Πάρα πολλοί άνθρωποι στο Λονδίνο, στο Παρίσι και αλλού πίστευαν ότι επειδή η Βρετανία και η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος η μία της άλλης μετά την Αμερική και έτσι δεν υπήρχε οικονομική λογική πίσω από τη σύγκρουση, δεν θα γινόταν πόλεμος».

Διαψεύστηκαν οικτρά, τότε. Υπάρχει άραγε περίπτωση να διαψευστούν και σήμερα, ακριβώς έναν αιώνα μετά, το 2014, όσοι σκέπτονται με ανάλογο τρόπο; «Η πιο ανησυχητική ομοιότητα ανάμεσα στο 1914 και τώρα είναι η αυταρέσκεια. Οι επιχειρηματίες σήμερα είναι σαν τους επιχειρηματίες τότε. Υπερβολικά πολύ απασχολημένοι με το να βγάζουν χρήματα για να δώσουν σημασία στα ερπετά που κινούνται πέρα-δώθε στο κάτω μέρος της οθόνης με την οποία διενεργούν τις εμπορικές τους δραστηριότητες», επισημαίνει το κύριο άρθρο του «Εκόνομιστ» και αναδεικνύει έναν επιπρόσθετο λόγο ανησυχίας: «Η Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία συγκροτήθηκε ως αντίδραση στο αιματοκύλισμα του 20ού αιώνα, φαίνεται περισσότερο κομματιασμένη και ''σκισμένη'' από ανερχόμενο εθνικισμό παρά σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά τον σχηματισμό της» πριν από σχεδόν εξήντα χρόνια.

Μία εβδομάδα νωρίτερα, είχε προηγηθεί η γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» στην έμμεση καλλιέργεια αντιγερμανικού κλίματος με ένα ολοσέλιδο δημοσίευμα, ιστορικού επιφανειακά χαρακτήρα. «Αιώνιες αντιπαλότητες από τις δύο όχθες του Ρήνου», ήταν ο εύγλωττος τίτλος. «Μεγάλος Πόλεμος - Μετά τον Ναπολέοντα, τα συμφέροντα της Πρωσίας, κατόπιν της Γερμανίας και της Γαλλίας ποτέ δεν έπαψαν να συγκρούονται μέχρι την αναμέτρηση του 1914-1918», διακήρυσσε ο υπέρτιτλος του άρθρου.

Ο Ναπολέων «οδήγησε σε κατάρρευση το 1806 το βασίλειο της Πρωσίας και τα υπολείμματα της Αγίας Ρωμαϊκής (γερμανικής) Αυτοκρατορίας και συγκρότησε τη Συνομοσπονδία του Ρήνου, το Μέγα Δουκάτο της Βαρσοβίας και το βασίλειο της Βεστφαλίας, συρρικνώνοντας την (γερμανική) αυτοκρατορία μόνο στην Αυστρία», γράφει με έκδηλη υπερηφάνεια η «Μοντ», υποθάλποντας τον σοβινισμό των Γάλλων. Αμέσως μετά προχωρεί στο κέντρισμα του συναισθήματος εθνικής ταπείνωσης των Γάλλων από τους Γερμανούς, οξύνοντας έτσι με τέχνη τα αντιγερμανικά αισθήματα του γαλλικού πληθυσμού, με αφορμή την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870-71.

«Το Δεύτερο Γερμανικό Ράιχ ανακηρύχθηκε από τον Βίσμαρκ στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών στις 18 Ιανουαρίου 1871, ο βασιλιάς της Πρωσίας έγινε ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Γουλιέλμος Α'», γράφει η «Μοντ» και προσθέτει: «Η Συνθήκη της Φρανκφούρτης, η οποία υπογράφτηκε στις 10 Μαΐου 1871, τιμώρησε σκληρά τη Γαλλία για την ήττα της και ήταν μία από τις αιτίες του πολέμου του 1914». Το τελικό συμπέρασμα αυτού του ιστορικού, κατ' επίφαση, άρθρου είναι έτσι διατυπωμένο ώστε να μπορεί να ισχύει και σήμερα: «Η συσσώρευση εντάσεων, πικριών, συγκρούσεων συμφερόντων κατέληγε σε ένα κλίμα επιθετικότητας που καθιστούσε την ειρήνη όλο και περισσότερο εύθραυστη». Ο νοών νοείτω...

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Λόμπι και Χόμπι

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι

Οι νέοι ζουν σε μια κοινωνία όπου όλες οι «αξίες» έχουν αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο».
Ούτε θρησκεία, ούτε ιδέες, ούτε αλληλεγγύη.
(Καστοριάδης, δεκαετία του ’80)
Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά- και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.
‘Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά την αμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν’ αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.
Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).
To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρόνια σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι -ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα- δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διαδοθούν.
Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες, αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, που κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι’ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία το προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση.
Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι η απόκτηση ενός «χαρτιού» που θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε -έως πρόσφατα- όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.
Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει -ή και όχι- σ’ ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μία ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι,
Κορνήλιος Καστοριάδης – Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον, 2000, μετάφραση Κώστα Κουρεμένου

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

καπιταλιστική οικονομική κρίση

-Τι είναι τελικά η καπιταλιστική οικονομική κρίση;

Το πρώτο που πρέπει να σκεφτεί κανείς στις παρούσες συνθήκες είναι η ουσία της λέξης που πολλές φορές χρησιμοποιεί για να περιγράψει την κατάσταση και τις εξελίξεις: η ΚΡΙΣΗ. Τι είναι τελικά η καπιταλιστική οικονομική κρίση;

Ανατρέχοντας απλά στην Πολιτική Οικονομία, με τον ίδιο τρόπο που κάνουν όλοι όσοι θέλουν μια επιστημονική εξήγηση για τους νόμους κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας θα βρει κανείς χοντρικά και απλοποιημένα τα παρακάτω.

Σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου όλα φαινομενικά δουλεύουν ρολόι, τα μονοπώλια επιδίδονται σε έναν ατέρμονο ανταγωνισμό για το ποιος θα υπερισχύσει και θα …μονοπωλήσει την αγορά, ώστε να την ελέγξει.

Από πότε γίνεται αυτό;
Είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε με την ίδια την καπιταλιστική οικονομία, ο ανταγωνισμός για το μεγαλύτερο κέρδος.

Πώς ξεκίνησε και πώς λειτουργεί;

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας επικεντρώνοντας σε ένα δεδομένο προϊόν, ας πούμε λοιπόν ότι αυτό το προϊόν θα είναι η καρέκλα.
Η καρέκλα λοιπόν έχει μια αξία χρήσης και μια ανταλλακτική αξία. Η αξία χρήσης της είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους, να καθόμαστε. Πάντα όσο υπήρχαν και θα υπάρχουν καρέκλες αυτή τη χρήση θα εξυπηρετούν εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που γίνεται αντικείμενο τέχνης και εκεί αλλάζει βέβαια πολύ περίπλοκα το όλο σύστημα. Όμως οι παραγωγοί καρέκλας ξέρουν όλοι ότι τις φτιάχνουν για να καθόμαστε.

Η καρέκλα έχει και μια ανταλλακτική αξία, δηλαδή για να το πούμε απλά «κοστίζει» κάτι για να την αποκτήσεις. Αυτό το κόστος είθισται για τις καθημερινές συναλλαγές να μεταφράζεται σε χρήμα, όμως στην πραγματικότητα το χρήμα λειτουργεί μόνο ως ένα μέσο για να εξαλείφεται η δαιδαλώδης διαδικασία της αντιστοίχησης των πολυάριθμων εμπορευμάτων με κάποια άλλα.

Αντί λοιπόν να λέμε ότι μια καρέκλα αντιστοιχεί σε 100 αυγά ή 50 φρατζόλες ψωμί ή 1/100 ενός βοδιού ή οτιδήποτε άλλο (αναλογίες εντελώς τυχαία γραμμένες), αποφασίζουμε ότι τα 100 αυγά, οι 50 φρατζόλες ψωμί και το 1/100 του βοδιού, όπως και μια κοινή καρέκλα θα κοστίζουν, ας πούμε, 10 χρηματικές μονάδες. Η χρηματική αυτή μονάδα είναι το νόμισμα, εθνικό νόμισμα. Απλό να καταλάβει κανείς ότι μια καρέκλα που κοστίζει σήμερα 10 ευρώ, θα κοστίζει 13.50 δολάρια ΗΠΑ κ.ο.κ.

Πώς ορίζεται όμως αυτή η τιμή; Αρχικά ορίζεται πολύ απλά, με τον Κοινωνικά Αναγκαίο Χρόνο Εργασίας (στο εξής ΚΑΧΕ). Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι μια καρέκλα χρειάζεται 10 ώρες δουλειάς για να κατασκευαστεί, 10 ώρες δουλειάς χρειάζονται και για να παραχθούν 100 αυγά, ή 50 φρατζόλες ψωμί, ενώ 1000 ώρες δουλειάς χρειάζονται για να εκτραφεί και να μεγαλώσει ώστε να πουληθεί ένα βόδι.
Έτσι λειτούργησε αρχικά ο καπιταλισμός. Όμως από εμφάνισης περισσεύματος παραγωγής, άρα ιδιοκτησίας, στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών (και όχι από εμφάνισης ανθρώπου όπως λανθασμένα υποστηρίζουν αρκετοί), ο ιδιοκτήτης του παραγόμενου πλούτου επιδιώκει τη μεγιστοποίησή του.

Με ποιον τρόπο;
Ο καταφανέστατος αρχικός τρόπος με βάση τα παραπάνω είναι να μειώσει τον ΑΧΕ, με τη χρήση καινοτομιών, ώστε αυτός να είναι λιγότερος από τον ΚΑΧΕ. Έτσι, αν κάποιος παράγει την κάθε καρέκλα σε 9 ή 8 ώρες, την ώρα που οι υπόλοιποι τις κατασκευάζουν σε 10, μπορεί να τις ανταλλάσσει πιο «φτηνά», με αποτέλεσμα να συγκεντρώνει την εκτίμηση των καταναλωτών, ή «ανταλλακτών». Έτσι οι υπόλοιποι παραγωγοί, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν αυτό τον ανταγωνισμό αναγκάζονται να σταματήσουν να εμπορεύονται τις καρέκλες. Τι κάνουν στη συνέχεια; Υπάρχει μια μικρή περίπτωση να στραφούν σε διαφορετική παραγωγή, όμως ως επί το πλείστον συνεχίζουν να παράγουν καρέκλες για αυτόν που έχει κυριαρχήσει στην αγορά.
Έτσι ο μικρός παραγωγός καρέκλας, που ήταν ένας παραγωγός δίπλα στους άλλους, πλέον έχει μια επιχείρηση παραγωγής καρέκλας με αρκετούς εργαζόμενους. Το γεγονός ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερο εργατικό δυναμικό, να κάνει καταμερισμό της εργασίας και να τελειοποιήσει μηχανήματα που αφού χρησιμοποιούνται από περισσότερους χειριστές είναι πιο «παραγωγικά» τον οδηγεί στο να μειώσει ακόμα περισσότερο το κόστος της καρέκλας. Έτσι μπορεί η συγκεκριμένη καρέκλα να φτάσει να ισοδυναμεί με 1 ώρα του ΚΑΧΕ.

Όλα καλά φαίνονται ως εδώ, πολύ θετική η εξέλιξη της μείωσης της «τιμής» ή πιο σωστά της ανταλλακτικής αξίας του προϊόντος. Όμως σιγά σιγά αρχίζει να εμφανίζεται το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού ως εκμεταλλευτικού συστήματος.

Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης καρεκλοποιίας δε θα μειώσει την ανταλλακτική αξία το ίδιο ανάλογα με τη μείωση του κόστους παραγωγής. Αν η καρέκλα κοστίζει στον ίδιο 1 χρηματική μονάδα για να κατασκευαστεί, με δεδομένο ότι έχει κυριαρχήσει στην αγορά και έχει κλείσει τους υπόλοιπους που πλέον είναι το εργατικό δυναμικό που εργάζεται για λογαριασμό του, μπορεί να πουλήσει την καρέκλα όσο θέλει.
Έτσι ας υποθέσουμε ότι για να μπορεί να πουλάει πολλές καρέκλες, ορίζει μια τιμή στις 2 χρηματικές μονάδες. Αν για κάθε καρέκλα που παράγει ξοδεύει 0.2 χρηματικές μονάδες για τα απαραίτητα μηχανήματα μέχρι την απόσυρσή τους και 0.8 χρηματικές μονάδες ως μισθό στους εργαζόμενους, δηλαδή σύνολο 1 χρηματική μονάδα, γίνεται κατανοητό ότι κερδίζει κυριολεκτικά «από το πουθενά» 1 χρηματική μονάδα.

Εδώ εμφανίζεται ξεκάθαρα η πρώτη έννοια της εκμετάλλευσης, η «υπεραξία». Όταν λοιπόν ο εργαζόμενος πληρώνεται 0.8 χρηματικές μονάδες για ένα προϊόν από το οποίο ο καπιταλιστής κερδίζει 1.8 χρηματικές μονάδες (βγάζοντας έξω το κόστος των μηχανών), στην ουσία πληρώνεται μόνο για το 44% της δουλειάς του. Έτσι αν ο εργαζόμενος αυτός δουλεύει 8 ώρες τη μέρα, τις 3.56 δουλεύει για να πληρωθεί και τις 4.44 για να προσφέρει κέρδος στον καπιταλιστή. Με λίγα λόγια φαίνεται το πρώτο «ξεζούμισμα».

Εδώ πρέπει να οριστεί κάτι. Ότι η τιμή του μισθού είναι για την πολιτική οικονομία η τιμή στην οποία ο εργαζόμενος νοικιάζει στον καπιταλιστή την ικανότητά του να δουλέψει. Έτσι σ’ αυτή τη σχέση ο εργαζόμενος είναι αυτός που προσφέρει (την ικανότητά του) και ο καπιταλιστής αυτός που ζητάει. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι βασική οικονομική σχέση για την οποία έχουν γίνει τεράστιοι συνδικαλιστικοί αγώνες κατά τη διάρκεια του καπιταλισμού σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αγώνες που δεν αφορούν μονάχα την πληρωμή της κάθε ώρας, αλλά το πόσες ώρες θα δουλεύει ο εργαζόμενος, το τι άλλες παροχές θα μπορεί να εξασφαλίζει με την προσφορά της εργασίας του πέρα από το ημερομίσθιο (ασφάλιση, υγεία, παιδεία κ.α.) κλπ. Αυτή η σχέση στην ουσία γέννησε του πρώτους αγώνες της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό και τις πρώτες προσπάθειες να συγκροτήσει αιτήματα, που αρχικά ήταν οικονομικά.
Ο Μαρξ, στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» αναφέρει ξεκάθαρα ότι αυτή είναι μια σχέση που ορίζεται εν πολλοίς από τη σχέση προσφοράς-ζήτησης. Έτσι όταν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά εργατικής δύναμης από τη ζήτηση πέφτει η τιμή της. Μπορεί έτσι εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί είναι αρχή για τους καπιταλιστές να υπάρχει η ανεργία, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ποσοστό.

Ως εδώ, έχουμε αφήσει του καπιταλιστές που μονοπωλούν την αγορά να ρυθμίζουν τις τιμές και με δεδομένο το γεγονός ότι η ζήτηση για εργατική δύναμη είναι μικρότερη από την προσφορά, να έχουν και το πάνω χέρι στη ρύθμιση της τιμής της εργατικής δύναμης, δηλαδή των μισθών, που αναγκάζονται να τους αυξήσουν όταν βλέπουν ότι κινδυνεύει η ίδια η παραγωγή τους, με απεργίες και αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζόμενων.

Οι καπιταλιστές αυτοί βεβαίως, δε μένουν σε ένα μόνο προϊόν ή ένα μόνο κλάδο. Επεκτείνονται στο να κυριαρχήσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς. Ένα πεδίο στο οποίο επεκτείνονται είναι σε ήδη υπάρχοντες κλάδους. Ένας τρόπος είναι να αγοράσουν έτοιμες επιχειρήσεις άλλων κλάδων που δε μπορούν να συναγωνιστούν τις τιμές. Πώς γίνεται αυτό; Όταν ο παραγωγός ψωμιού, για παράδειγμα, δεν μπορεί να πουλήσει τις 50 φρατζόλες ψωμί φτηνότερα από 2 χρηματικές μονάδες, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης καρέκλας μπορεί ρίχνοντας την τιμή της καρέκλας τόσο όσο χρειάζεται για να μπορεί να αγοράζει και όλα τα ψωμιά αν θέλει, εξαγοράζει και την επιχείρηση αρτοποιίας και αντίστοιχα και το πτηνοτροφείο που παράγει αυγά και το κτηνοτροφείο που εκτρέφει τα βόδια.
Άλλος τρόπος είναι όταν λίγοι καπιταλιστές έχουν ένα σημαντικό κομμάτι της συνολικής παραγωγής στα χέρια τους, να σχηματίζουν ενώσεις, τραστ, καρτέλ κλπ ώστε από κοινού να αποφασίζουν πόσο θα πουλιέται και πόσο θα αγοράζεται το καθετί. Αντίστοιχα ενωμένοι είναι και στο ζήτημα της τιμής της εργατικής δύναμης που τους καίει όσο οτιδήποτε άλλο, καθώς από τη μεγαλύτερη υπεραξία βγάζουν μεγαλύτερα κέρδη, ουσιαστικά η υπεραξία είναι η πηγή του κέρδους τους.
Καταλαβαίνει λοιπόν εδώ ο καθένας ότι ο καλός καπιταλισμός που ξεκίνησε με κάποιους ελεύθερους παραγωγούς που εμπορεύονταν τα προϊόντα που κατασκεύαζαν, σε αυτό το σημείο έχει γίνει ένα σύστημα που η εκμετάλλευση φαίνεται ξεκάθαρα και μάλιστα είναι απόλυτα αδύνατο για κάποιον να «τρυπώσει» μέσα στη μικρή κάστα που συγκεντρώνει τον πλούτο στα χέρια της. Άρα η «ελεύθερη αγορά» δεν είναι και τόσο …ελεύθερη.

Αυτό που επιζητούν πλέον οι καπιταλιστές είναι να «ρίχνουν» κεφάλαιο στην παραγωγή εμπορευμάτων, να επενδύουν και αυτό κάνοντας τον κύκλο του μέχρι την πραγματοποίηση του προϊόντος (σημαίνει παραγωγή και πώληση) να τους επιστρέφεται όχι απλά στο ακέραιο, όχι απλά με κέρδος, αλλά με το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, για να μπορούν να βρίσκονται σε θέση ισχύος και σε σχέση με άλλους καπιταλιστές για να κυριαρχούν στην αγορά. Γιατί όποιος δεν έχει το μέγιστο κέρδος κινδυνεύει άμεσα να εξαγοραστεί, να κλείσει, από τους υπόλοιπους. Άρα οι καπιταλιστές δεν το κάνουν μόνο από τρέλα, αλλά και από ανάγκη. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα συμπιέζουν την τιμή της εργατική δύναμης, δημιουργούν φτωχούς εργαζόμενους που εργάζονται για τα αμύθητα κέρδη τους. Αυτή η επιλογή είναι μονόδρομος.

Ένας τρόπος για να μπορούν να κινούνται ακόμα πιο ελεύθερα στις επενδύσεις τους και στον τρόπο που χρησιμοποιούν τα κεφάλαια είναι να δημιουργήσουν ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, από το οποίο θα μπορούν να παίρνουν όποτε θέλουν όσα θέλουν, όσα τους λείπουν, για να επενδύσουν εκεί που θα μπορέσουν να βγάλουν μεγαλύτερα κέρδη. Έτσι, αν κάποιος κλάδος τους ξεφεύγει, με τη «μαγική λύση» που ονομάζεται τράπεζα, μπορούν να βρίσκουν τα απαραίτητα για να εξαγοράζουν ότι χρειάζονται και να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Για το λόγο αυτό οι τράπεζες δεν αποτελούν εξωτερικό σύστημα, αλλά μηχανισμό στα χέρια τους. Το βιομηχανικό που πολλοί θέλουν να το παρουσιάζουν ως «παραγωγικό» κεφάλαιο είναι ένα με το τραπεζικό κεφάλαιο.

Στη διαδικασία αυτή για να βρίσκουν πάντα ρευστότητα χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους. Ένας είναι ότι βάζουν τους ίδιους τους εργαζόμενους να αφήνουν εκεί το κομπόδεμά τους, ώστε να μαζεύονται χρήματα. Με απλές τοκογλυφικές μεθόδους καταφέρνουν και οι τράπεζες να μαζεύουν όλο και περισσότερα και οι ίδιοι να μπορούν να βρίσκουν όσα θέλουν. Σε πολλές περιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν συγκεκριμένα αποθέματα, εφευρίσκουν τρόπους για να βρίσκουν κι άλλα κεφάλαια.

Ένας από αυτούς τους τρόπους είναι να χρεώνουν τις τράπεζες. Έτσι δανείζονται στην ουσία το ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα από το άλλο (σε επίπεδο εθνικών οικονομιών) για να βρίσκονται αυτά τα χρήματα. Όσο μπορούν όλοι και προχωρούν με μεγαλύτερα κέρδη είναι ικανοποιημένοι. Όμως υπάρχουν κάποια σημεία που τα πράγματα σκουραίνουν…

Με τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης οι εργαζόμενοι κάποια στιγμή δεν μπορούν να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγουν, κοινώς δεν τους φτάνουν τα λεφτά. Έτσι, αν και έχει φτάσει η παραγωγή στο να φτιάχνει τεράστιες ποσότητες από τα διάφορα αγαθά, αυτά είναι καταδικασμένα να μείνουν απούλητα. Τι κάνουν τότε οι καπιταλιστές; Δανείζουν τους εργαζόμενους μέσω του δικού τους χρηματοπιστωτικού συστήματος! Τι τους δανείζουν ουσιαστικά; Τους δανείζουν με τόκο τα χρήματα που οι ίδιοι τους έχουν κλέψει από τη δουλειά τους! Εξαίσια εφεύρεση!!! Έτσι για κάποιο διάστημα μπορούν να συνεχίσουν να πουλάνε τα προϊόντα τους με αυτή την πλαστή οικονομική δυνατότητα της εργατικής τάξης.

Το τρικ για να μπορέσει μέσα σ’ αυτό το διάστημα να ανορθωθεί η καπιταλιστική οικονομία είναι αυτό που αν το έβρισκε κάποιος αστός οικονομολόγος, οι καπιταλιστές θα είχαν από ένα άγαλμά τους έξω από κάθε βιομηχανική μονάδα τους, από κάθε τράπεζα και κάθε χρηματιστήριο. Έχουν προταθεί πολλοί τρόποι, όμως η ιστορία τους έχει απορρίψει όλους. Γιατί; Επειδή όταν είναι αναγκαίο να ανεβάσεις την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης με πολύ συμπιεσμένα τα περιθώρια επίτευξης του μέγιστου κέρδους είναι απόλυτα αδύνατο να το πετύχεις. Είναι σα να θες να σπρώξεις κάτι που το τραβάς με το σκοινί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Έτσι φτάνει η ώρα που τα προϊόντα μένουν απούλητα, επιχειρηματικοί όμιλοι δεν εξασφαλίζουν το μέγιστο κέρδος και κλείνουν, καταρρέουν τραπεζικά συστήματα που τα έχουν καταληστεύσει οι ιδιοκτήτες τους καπιταλιστές και ο εργαζόμενος λαός μένει στην ανέχεια, στην ανεργία. Είναι η ώρα της ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.
Μέσα στην Κρίση αυτή λοιπόν κοιτάει ο καθένας από πού θα πιαστεί. Αφ’ ενός τελειώνουν τα παιχνιδάκια με τους δανεισμούς και την επίπλαστη ρευστότητα, κυρίως απέναντι στους πιο αδύναμους. Έτσι είναι εύκολο αυτή η κρίση που οφείλεται στην υπερπαραγωγή και την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου να εμφανιστεί ως κρίση χρέους. Αυτό βοηθάει ώστε οι μάζες να μη βλέπουν και την ουσία του εμπαιγμού, δηλαδή της ίδιας της εκμετάλλευσης που οδήγησε σε αυτό το σημείο και να ψάχνουν αλλού τις λύσεις, ως και την ηθική.

Τότε οι καπιταλιστές χωρίς ενδοιασμού ψάχνουν να εντείνουν όλους εκείνους τους τρόπους που τους οδηγούν στο μέγιστο κέρδος ώστε να καταφέρουν να επιβιώσουν στο περιβάλλον αυτό της κόλασης. Συμπιέζουν ακόμα περισσότερο τους μισθούς, αυξάνουν τη φορολογία προς το κράτος, το δικό τους κράτος, που τους δίνει ρευστότητα για να καλύπτουν ότι κενά έχουν από αναγκαία κεφάλαια, αυξάνουν την ανεργία με τρικ στο βαθμό που θα μπορέσουν να φτιάχνουν όσα μπορούν να διοχετεύσουν στην αγορά, ψάχνουν πολύ πιο άμεσα και γρήγορα νέους κλάδους που δεν είναι και τόσο εύκολο να βρουν, καταστρέφουν την παραγωγή.

Η διαχείριση αυτής της κατάστασης είναι ακριβώς η δουλειά των αστών οικονομολόγων, που ψάχνουν τους τρόπους με τον οποίο θα σώσουν το σύστημά τους που δείχνει να καταρρέει. Η περιπλοκότητα της κατάστασης είναι η ανάγκη που έχει οδηγήσει τη διαδικασία εύρεσης της λύσης της να γίνει επιστημονική διαδικασία όπου ολόκληρη η ανθρώπινη γνώση προσπαθεί να βρει διέξοδο ακυρώνοντας ακριβώς την ίδια την επιστημονική ανθρώπινη γνώση που από πολύ πριν έχει αποδείξει το άλυτο αυτών των αντιθέσεων!
Αυτή η αλήθεια, που τη γνωρίζουν, είναι και ο μόνος φόβος τον καπιταλιστών. Το γεγονός δηλαδή ότι η ανθρωπότητα έχει βρει τη διέξοδο από αυτό τον παραλογισμό της εκμετάλλευσης, με τη λεπτομέρεια ότι τη διέξοδο την έχει βρει έξω από τον καπιταλισμό και τη δική τους κυριαρχία.
Γιατί η κινητήρια δύναμη της παραγωγής είναι η εργατική δύναμη που αν δουλέψει χωρίς σκοπό την παραγωγή του μέγιστου κέρδους μπορεί να εξασφαλίσει σε αφάνταστο βαθμό την ικανοποίηση όλων των αναγκών της. Εύκολο να το καταλάβει κανείς αν σκεφτεί ότι η καρέκλα που πρέπει να αγοραστεί 2 χρηματικές μονάδες, στην ουσία μπορεί να αγοραστεί λιγότερο από μισή πλέον, αφού δεν υπάρχει η ανάγκη για το μέγιστο κέρδος και την ίδια ώρα να πληρώνεται με πολύ καλύτερους όρους η εργατική δύναμη αφού μπορεί να ορίζεται η γενική τιμή της χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για τον «αυθόρμητο» ορισμό της μέσω της προσφοράς και της ζήτησης, αφού όλοι όσοι μπορούν να δουλέψουν θα έχουν δουλειά, γιατί είναι προς το συνολικό συμφέρον να συμβάλλουν στην άνοδο της παραγωγής που καταναλώνεται από τους παραγωγούς της κι όχι από τα παράσιτα που αποτελούσαν απλούς ιδιοκτήτες της.
Για να γίνει ακόμα πιο σαφές, κάποια στιγμή δεν υπάρχει καν η αναγκαιότητα να οριστεί τιμή, γιατί η ικανότητα παραγόμενου προϊόντος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την όποια δυνατότητα ζήτησης. Τότε η ανθρωπότητα περνάει από το βασίλειο της ανάγκης, στο βασίλειο της ελευθερίας και μπορεί αφού έχει λύσει το ζήτημα της ύπαρξής της να λύσει πολλά άλλα ζητήματα στη μεγάλη ιστορική της πορεία.fadomduck2.blogspot.gr
Πηγή: Aegletes Coelispex

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ιδιοκτησία

Ερρίκο Μαλατέστα, Η ιδιοκτησία







Οι αντίπαλοί μας, ιδιοτελείς υπερασπιστές του συστήματος, συνηθίζουν να λένε, προκειμένου να υπερασπίσουν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία, ότι αυτό αποτελεί συνθήκη και εγγύηση της ελευθερίας.

Συμφωνούμε μαζί τους. Μήπως διαρκώς δεν επαναλαμβάνουμε ότι ο φτωχός είναι δούλος; Τότε, γιατί είναι αντίπαλοι μας; Ο λόγος είναι σαφής και συνίσταται στο ότι, στην πραγματικότητα, η ιδιοκτησία την οποία υπερασπίζονται είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή ιδιοκτησία η οποία επιτρέπει σε ορισμένους να ζουν από την εργασία των άλλων, και η οποία, επομένως, προϋποθέτει μια τάξη απόκληρων, ακτημόνων, αναγκασμένων να πωλούν στους ιδιοκτήτες την εργατική τους δύναμη λιγότερο από όσο αξίζει.

Ο κύριος λόγος της βάρβαρης εκμετάλλευσης της φύσης, αλλά και των δεινών των εργατών, των ανταγωνισμών και των κοινωνικών αγώνων, είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, που παρέχει στους ιδιοκτήτες της γης, των πρώτων υλών και όλων των μέσων παραγωγής τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και να οργανώνουν την παραγωγή όχι χάριν της ευημερίας του συνόλου, αλλά για να εξασφαλίσουν ένα μέγιστο κέρδος στον εαυτό τους.Η ιδιοκτησία συνεπώς πρέπει να καταργηθεί. Η αρχή χάριν της οποίας πρέπει να παλέψουμε, και ως προς την οποία δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε, είτε νικήσουμε είτε ηττηθούμε, είναι ότι όλοι πρέπει να κατέχουν τα μέσα παραγωγής, προκειμένου να εργάζονται χωρίς να υποτάσσονται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, μικρή ή μεγάλη.

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, θα έρθει, εάν έρθει, από την πίεση των περιστάσεων, από τα απτά πλεονεκτήματα της κομμουνιστικής διεύθυνσης και από το αναπτυσσόμενο πνεύμα αδελφοσύνης. Αλλά εκείνο που πρέπει να καταστραφεί αμέσως, ακόμη και βιαίως εάν χρειασθεί, είναι η καπιταλιστική ιδιοκτησία, το γεγονός δηλαδή ότι λίγοι ελέγχουν τον φυσικό πλούτο και τα εργαλεία παραγωγής, και μπορούν να υποχρεώνουν τους άλλους να εργάζονται γι' αυτούς. Ένας επιβεβλημένος κομμουνισμός θα ήταν η απεχθέστερη τυραννία που θα μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Ο δε ελεύθερος και εθελούσιος κομμουνισμός δεν είναι παρά καθαρή ειρωνεία εάν δεν έχει κανείς το δικαίωμα και τη δυνατότητα να ζει σε ένα διαφορετικό καθεστώς, κολεκτιβιστικό, μουτουαλιστικό ή ατομικιστικό κατά το δοκούν, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται καμία καταπίεση ή εκμετάλλευση των άλλων.

Ο αγρότης, λοιπόν, είναι ελεύθερος να καλλιεργήσει το χωράφι του μόνος του, εάν το επιθυμεί, ο υποδηματοποιός είναι ελεύθερος να συνεχίσει να εργάζεται στο εργαστήριό του και ο σιδηρουργός στο μικρό σιδηρουργείο του. Απομένει να δούμε αν, αδυνατώντας να βρουν βοήθεια ή ανθρώπους για να εκμεταλλευθούν - και δεν θα έβρισκαν κανέναν, διότι ουδείς, έχοντας ένα δικαίωμα επί των μέσων παραγωγής και όντας ελεύθερος να εργασθεί μόνος του ή ως ίσος ανάμεσα σε άλλους στις μεγάλες παραγωγικές οργανώσεις, θα ήθελε να τον εκμεταλλεύεται ένας μικρός εργοδότης - έλεγα λοιπόν, απομένει να δούμε αν αυτοί οι απομονωμένοι εργάτες θα θεωρήσουν βολικότερο να συνδεθούν με άλλους, εντασσόμενοι εκουσίως σε κάποια από τις υπάρχουσες κοινότητες.Η καταστροφή των τίτλων ιδιοκτησίας δεν θα έβλαπτε τον ανεξάρτητο εργάτη, του οποίου ο πραγματικός τίτλος είναι η ικανότητά του και η εργασία την οποία επιτελεί. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η καταστροφή των τίτλων των ιδιοκτητών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και, προ πάντων, η απαλλοτρίωσή τους για να περιέλθουν όντως η γη, τα κτήρια, τα εργοστάσια και όλα τα μέσα παραγωγής σε εκείνους οι οποίοι επιτελούν την εργασία. Είναι αυτονόητο ότι οι πρώην ιδιοκτήτες δεν θα έχουν παρά να συμμετέχουν στην παραγωγή, με όποιον τρόπο μπορούν, για να θεωρούνται ίσοι με όλους τους άλλους εργάτες.

Η ιδιοκτησία [κατά την επαναστατική περίοδο] πρέπει να είναι ατομική ή συλλογική; Και η κολεκτίβα, η οποία θα έχει στη διάθεσή της τα κοινά αγαθά, θα είναι τοπική ομάδα, λειτουργική ομάδα, βασιζόμενη στην πολιτική συγγένεια ομάδα, οικογενειακή ομάδα, θα αποτελείται από ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας συνολικά ή, τελικώς, από όλη την ανθρωπότητα; Ποιες μορφές θα προσλάβουν η παραγωγή και η διανομή; Θα είναι ο θρίαμβος του κομμουνισμού (συνεργατική παραγωγή και ελεύθερη κατανάλωση για όλους), του κολεκτιβισμού (συλλογική παραγωγή και διανομή αγαθών βάσει της εργασίας που επιτελεί κάθε άτομο), του ατομικισμού (στον καθένα ξεχωριστά η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η απόλαυση όλων των προϊόντων της εργασίας του), ή άλλων σύνθετων μορφών τις οποίες θα υποδείξουν το ατομικό συμφέρον και το κοινωνικό ένστικτο φωτισμένα από την εμπειρία;

Πιθανώς, κάθε εφικτή μορφή κατοχής και αξιοποίησης των μέσων παραγωγής και κάθε τρόπος διανομής των προϊόντων θα δοκιμασθούν ταυτοχρόνως σε μια ή πολλές περιοχές, συνδυαζόμενα και τροποποιούμενα μέχρις ότου η εμπειρία δείξει ποια μορφή ή μορφές είναι η καταλληλότερη ή οι καταλληλότερες. Εν τω μεταξύ… η ανάγκη να μην διακοπεί η παραγωγή και η αδυναμία αναστολής της κατανάλωσης των αναγκαίων προς το ζην θα καταστήσουν απαραίτητη τη λήψη αποφάσεων για τη συνέχιση της καθημερινής ζωής παράλληλα με τη συνέχιση της απαλλοτρίωσης. Θα πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, στο μέτρο δε που θα εμποδίζεται η δημιουργία και η εδραίωση νέων προνομίων, θα υπάρχει χρόνος για να βρεθούν οι καλύτερες λύσεις. Ποια είναι κατά τη γνώμη μου η καλύτερη λύση την οποία θα έπρεπε κανείς να προσπαθεί να προσεγγίσει;Χαρακτηρίζω τον εαυτό μου κομμουνιστή, διότι ο κομμουνισμός μου φαίνεται ότι είναι το ιδανικό το οποίο πρέπει να επιδιώκει η ανθρωπότητα, καθώς η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων και η αφθονία των αγαθών θα τους απαλλάξουν από το φόβο της πείνας, καταστρέφοντας έτσι το μείζον εμπόδιο για την αδελφοσύνη τους.

Αλλά, πραγματικά, πολύ σημαντικότερα και από τις πρακτικές μορφές οργάνωσης, οι οποίες πρέπει αναπόφευκτα να εναρμονισθούν με τις συνθήκες και οι οποίες θα βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση αλλαγής, είναι το πνεύμα από το οποίο θα εμφορούνται οι οργανώσεις αυτές και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία τους· το πλέον σημαντικό, πιστεύω, είναι ότι θα πρέπει να κατευθύνονται από το πνεύμα της δικαιοσύνης και την επιθυμία του γενικού καλού, και ότι θα πρέπει να επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους πάντοτε ελευθέρως κι εθελουσίως.


Εάν όντως υπάρχει ελευθερία και πνεύμα αδελφοσύνης, τότε όλες οι λύσεις θα έχουν τον ίδιο στόχο, της χειραφέτησης και της διαφώτισης του ανθρώπου, και θα καταλήξουν να εναρμονισθούν δια της συγχωνεύσεως. Εάν, αντιθέτως, δεν υπάρχει ελευθερία και η επιθυμία για το καλό όλων απουσιάζει, η όποια μορφή οργάνωσης δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την αδικία, την εκμετάλλευση και τον δεσποτισμό.http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/theory/555-2012-11-28-11-55-45

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Αποανάπτυξη σημαίνει ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού

Κάρλος Τάιμπο: Αποανάπτυξη σημαίνει ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού


Συνέντευξη στον Τάσο Τσακίρογλου
Τον συναντήσαμε στα Εξάρχεια, καθώς βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος από τρία συνεταιριστικά εγχειρήματα («Εφημερίδα των Συντακτών», «Συν Αλλοις» και «Εκδόσεις των Συναδέλφων») για μια εκδήλωση στην οποία παρουσιάστηκε η ιδέα της αποανάπτυξης. Προσηνής και φιλικός, μας μίλησε για τα όρια της Προόδου και της Ανάπτυξης, δύο εννοιών που έχουν οδηγήσει τον πλανήτη και τους κατοίκους του στο χείλος της καταστροφής.
«Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα». Πώς μπορεί αυτή η αρχή της αποανάπτυξης να γίνει κατανοητή από ανθρώπους που σήμερα δέχονται τη νεοφιλελεύθερη επίθεση και στερούνται πολλά από τα βασικά για τη ζωή;
Το βασικό θέμα της αποανάπτυξης δεν είναι τεχνικό, αλλά αλλαγής στη νοοτροπία. Το να έρθουμε σε ρήξη με τη λογική του καπιταλισμού. Πρέπει να τονίσουμε ότι η αποανάπτυξη δεν είναι απλώς ότι μπορούμε να ζήσουμε με λιγότερα, αλλά πρέπει να βγούμε από τη λογική του καπιταλισμού. Αυτό συνεπάγεται αναδιανομή της εργασίας και ταυτόχρονα αναδιανομή του πλούτου. Και πιστεύω ότι σ΄ αυτό το πλαίσιο ο κόσμος που σήμερα έχει πολλά οικονομικά προβλήματα, μ΄ αυτόν τον τρόπο θα καλυτέρευε τη ζωή του. Από την άλλη, τα προνομιούχα στρώματα της κοινωνίας θα έχαναν.
Γράφετε: «Δύσκολα θα μπορούσαμε να αξιώσουμε ριζοσπαστικές αλλαγές, εάν δεν είμαστε ικανοί να τις εντάξουμε στην καθημερινότητά μας». Πόσο εύκολο είναι αυτό σήμερα;
Η αποανάπτυξη είναι μια διαδικασία ατομική και συλλογική ταυτόχρονα. Εάν ήταν μόνο μια ατομική επιλογή, μειώνοντας τις ανάγκες, τότε ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να κάνει καμία επίθεση. Από την άλλη θα ήταν παράλογο να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε συλλογικά την αποανάπτυξη, εάν σε ατομικό επίπεδο δεν γίνει κάτι στις σχέσεις μας με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι αυτό εξηγεί το γιατί ο ελευθεριακός κόσμος βρίσκεται κοντά και στηρίζει την αποανάπτυξη. Μιλάμε την ίδια στιγμή για το συλλογικό και για την ατομική αυτονομία.
Σ΄ αυτό το επίπεδο, τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει μια ριζοσπαστική εκπαίδευση για την αλλαγή της ατομικής συνείδησης;
Είναι εξαιρετικά σημαντική η εκπαίδευση, αλλά φοβάμαι ότι δεν έχουμε χρόνο. Διότι τα υγιή αποτελέσματα της εκπαίδευσης θα αργήσουν πάρα πολύ να φανούν, την ώρα που η κατάρρευση βρίσκεται πολύ κοντά. Η εκπαίδευση είναι κάτι που έχει κάποια όρια. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να στηρίξουμε μια κριτική εκπαίδευση και μια εκπαίδευση αργών ρυθμών. Ισως αυτό έρχεται σε αντίφαση μ΄ αυτό που ήδη είπα, αλλά έτσι είναι.
Η σημερινή κρίση, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός ριζοσπαστικού κινήματος αντίστασης, γεννά νέες αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, χωρίς την παρέμβαση ενός πολιτικού υποκειμένου. Πόσο κοντά στην αλήθεια είναι αυτό;
Πιστεύω ότι είναι ένα πολύ σοβαρό επιχείρημα. Δεν είναι καταστροφολογικό. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας καταστροφής. Δεν μιλάω για μια κρίση οικονομική ή μια κρίση του κράτους Πρόνοιας. Αναφέρομαι στην οικολογική κρίση, στην κλιματική αλλαγή, στην έλλειψη πετρελαίου. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που ιστορικά έχει επιδείξει μια τρομερή ικανότητα προσαρμογής στις διάφορες προκλήσεις. Το μεγάλο ερώτημα σήμερα είναι το εάν έχει χάσει τους μηχανισμούς αναχαίτισης [των προβλημάτων] που τον βοηθούσαν στο παρελθόν να προχωρά μπροστά.
Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο έλεγε στη δεκαετία του 1990 ότι ο Τρίτος Κόσμος υποφέρει από το σύνδρομο «Να γίνουμε σαν εσάς», δηλαδή τη Δύση. Πόσο έχει απελευθερωθεί το φαντασιακό των μη δυτικών λαών απ΄ αυτό το σύνδρομο;
Ενα βασικό ζήτημα που έχει να κάνει με την αποανάπτυξη είναι ότι πρέπει να δούμε πώς λειτουργούν οι λαοί του Τρίτου Κόσμου. Γιατί; Διότι πολλοί από τους κατοίκους του Τρίτου Κόσμου, παραδόξως, βρίσκονται σε πολύ καλύτερη μοίρα αυτή τη στιγμή από εμάς που βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας κατάρρευσης. Ζουν σε μικρές ανθρώπινες κοινότητες, έχουν πολύ πιο πλούσιες κοινωνικές σχέσεις, διατηρούν μια πιο ισορροπημένη σχέση με τη φύση. Σε τελική ανάλυση είναι πολύ πιο ανεξάρτητοι απ΄ ό,τι εμείς. Αρκεί να φανταστούμε τι θα γινόταν σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, εάν σταματούσαν οι εισαγωγές πετρελαίου. Ολη η κοινωνία θα πήγαινε κατά διαόλου.
Καταναλώνοντας πόρους πάνω από τις δυνατότητές μας, υπονομεύουμε το φυσικό κεφάλαιο, και άρα, ζούμε σε βάρος του μέλλοντος. Το ίδιο κάνουμε με το Ασφαλιστικό και τα Εργασιακά, μεταθέτοντας όλα τα βάρη στις επόμενες γενιές. Εχει πεθάνει η αλληλεγγύη των γενεών;
Εάν δεν έχει πεθάνει, είναι βαριά τραυματισμένη. Στη Μεσόγειο οι αγρότες φύτευαν δέντρα και ήξεραν ότι τους καρπούς τους δεν πρόκειται να τους φάνε οι ίδιοι, αλλά τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Η οπτική μας είναι πλέον εγωιστική και βραχυπρόθεσμη. Πάντως πιστεύω ότι στο μυαλό του καθενός εξακολουθεί να υπάρχει ένα μικρό κομμάτι αλληλεγγύης. Η κρίση διεγείρει τόσο τον εγωισμό όσο και την αλληλεγγύη.
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην «ανάπτυξη», την ταχύτητα και τελικά στη σκλαβιά που επιβάλλει ένα σύστημα που καταβροχθίζει τον χρόνο μας;
Τα κινήματα που μιλούν για αργές διαδικασίες βρίσκονται πολύ κοντά στην αποανάπτυξη. Το γνωστότερο είναι το κίνημα «αργής τροφής» (slow food). Στο επίκεντρο αυτών των κινημάτων βρίσκεται η λογική ότι πρέπει να επανακτήσουμε την κοινωνική ζωή και να βγούμε από τη λογική της κατανάλωσης και της ανταγωνιστικότητας. Να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στα αγαθά που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις και λιγότερο στα υλικά αγαθά.
Ο Μίλαν Κούντερα λέει ότι υπάρχει ένας μυστικός δεσμός ανάμεσα στην ταχύτητα και τη λήθη, ανάμεσα στη βραδύτητα και τη μνήμη. Συμφωνείτε;
Ναι, συμφωνώ απολύτως.
Με τα προβλήματα της φτώχειας και το Περιβαλλοντικό σε όξυνση, αναβιώνουν νεομαλθουσιανές απόψεις, οι οποίες ζητούν μείωση του πληθυσμού, ακόμα και «από τα πάνω». Τι απαντάτε;
Οχι, η ιδέα της αποανάπτυξης δεν είναι αυτή. Ισως σε κάποια περίπτωση να υπάρχει πρόταση για τον έλεγχο των γεννήσεων, αλλά σε καμία περίπτωση η λογική της εξολόθρευσης. Πρέπει να δούμε τις πρακτικές των Ναζί στη Γερμανία πριν από ογδόντα χρόνια. Οι σημερινές πολιτικές φτιάχνουν ένα σκηνικό, το οποίο έπειτα από τόσα χρόνια μπορεί να επανέλθει. Γι΄ αυτό οι απαντήσεις που είχε πάντα το εργατικό κίνημα πρέπει να ξαναέρθουν στο προσκήνιο. Δεν αντιλαμβάνομαι την αποανάπτυξη ως κάποιους ανθρώπους που παίρνουν τα βουνά για να εκτρέφουν κάποιες αγελάδες. Βλέπω ανθρώπους που ζουν εδώ και παλεύουν για την απλότητα της καθημερινής ζωής.
Για την αναβίωση του φασισμού: στην Ελλάδα έχουμε ένα ναζιστικό κόμμα, αλλά το πιο επικίνδυνο είναι ότι οι ιδέες του διαχέονται στην κοινωνία. Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό;
Είναι ένα πολύ επικίνδυνο φαινόμενο. Οι κρίσεις είναι κατάλληλες στιγμές για την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων. Και όχι μόνο αυτό. Σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο, στη Δυτική Ευρώπη επιστρέφουμε στα πρότυπα του 19ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος συνδικαλισμός δεν προσφέρει πλέον απαντήσεις. Εγώ πιστεύω σε ελευθεριακού τύπου πρακτικές που θα έρθουν σε όλες τις χώρες. Εννοώ αυθόρμητα ελευθεριακές και όχι ιδεολογικά.
Τελικά, μπορούμε να ελπίζουμε;
Ναι, υπάρχει ελπίδα. Στην Ισπανία τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί ριζοσπαστικά κινήματα. Πιστεύω ότι οι πολύ απλοί άνθρωποι φτάνουν στα ίδια συμπεράσματα και στα ίδια πράγματα που λέμε εμείς, χωρίς να περάσουν μέσα από τις ίδιες ιδεολογικές ατραπούς. Από την άλλη, εάν το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να αποφύγουμε την κατάρρευση, πιστεύω πως όχι. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να την καθυστερήσουμε και να μειώσουμε τα αρνητικά της αποτελέσματα.
Μετάφραση από τα ισπανικά: Νίκος Κοκκάλας
Ποιος είναι
Γεννημένος στην Ισπανία το 1956, είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Ενταγμένος ιδεολογικά στο ελευθεριακό ρεύμα, συμμετείχε στα κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης και της αποανάπτυξης. Ανάμεσα στα τελευταία του έργα περιλαμβάνονται τα «Δεν είναι όπως μας τα λένε -Μια κριτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης» (2004), «Μια αναρχική-ελευθεριακή ανθολογία για χρήση των νέων γενιών» (2010), «Το κίνημα 15 Μάη σε εξήντα ερωτήσεις» (2011). Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων το βιβλίο του «Η πρόταση της αποανάπτυξης: καπιταλισμός, κρίση και βαρβαρότητα» (2012).
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών