Σελίδες

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Αριστερά, το κίνημα και το ζήτημα της εξουσίας

Η Αριστερά, το κίνημα και το ζήτημα της εξουσίας: για έναν απολογισμό της προεκλογικής περιόδου 2012 – 2015*

CMYK básico
Toυ Νικόλα Γκίμπη
Ήταν Ιούνης του 2011 όταν στις εσωτερικές διεργασίες της λαϊκής συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος, που ήταν η οργανωτική δομή των «Αγανακτισμένων» στην Αθήνα, διαμορφώθηκαν δύο ανταγωνιστικές προτάσεις. Η μια εξ αυτών, με σαφή δημοκρατικό προσανατολισμό αν και μειοψηφική στις τάξεις του «κινήματος των πλατειών» αφορούσε τη δημιουργία Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης με πολιτειακό μετασχηματισμό προς την άμεση δημοκρατία, ενώ η άλλη, προερχόμενη από μια λαϊκίστικων καταβολών ανίερη συμμαχία Αριστεράς και λαϊκής Δεξιάς, επιζητούσε απλώς «να φύγουν αυτοί». Η επικράτηση της δεύτερης τάσης, σε συνδυασμό με τις τακτικές που ακολουθήθηκαν για να την νομιμοποιήσουν (αποκλεισμός της Βουλής, μπαράζ αντιμνημονιακών συλλαλητηρίων, αταβιστική συνθηματολογία), θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά κάποιο τρόπο έθεσε τα θεμέλια για τα διλήμματα που ακολούθησαν στο δημόσιο διάλογο που ταλανίζουν τον πολιτικό ανταγωνισμό μέχρι σήμερα: «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους», «λιτότητα – ανάπτυξη». Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά απ’ αυτούς τους κλυδωνισμούς στη φαντασιακή συγκρότηση του πολιτικού, οι οποίοι διαμηνύουν το εδώ και χρόνια εξαγγελθέν «τέλος της Μεταπολίτευσης», θα μπορούσε κάποιος εύκολα να διαβεβαιώσει πως η λαϊκίστικη τάση της Πλατείας Συντάγματος φτάνει στην επιδιωκόμενη γι’ αυτήν κορύφωσή της: την κυβερνητική συνεργασία Συ.Ριζ.Α. και Ανεξάρτητων Ελλήνων.
Παραπάνω από ένας μήνας έχει περάσει και η νέα κυβέρνηση ήδη, όπως ήταν αναμενόμενο, δείχνει ανίκανη στη χαλιναγώγηση της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου και των ωμών εκβιασμών της πολιτικής ολιγαρχίας που, για λόγους ευγενείας, τους ονομάζουμε «διαπραγμάτευση». Οπότε μπορούμε να φανταστούμε τι θα επακολουθήσει κατά τον Ιούνη, όταν το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί, η νωπή λαϊκή εντολή θ’ αρχίσει να μπαγιατεύει. Σίγουρα στο ενδιάμεσο να δοθούν ορισμένα ψίχουλα εν είδει κρατικής φιλανθρωπίας προκειμένου οι ριζοσπάστες να βαυκαλίζονται για το τέλος της λιτότητας ή την αντεπίθεση στον νεοφιλελευθερισμό. Βέβαια αυτή η δονκιχωτική μάχη έχει και θα έχει σύμμαχο την ευρύτερη κοινωνική λιποταξία απ’ το πολιτικό ζήτημα. Επομένως, ακόμη και για τη χειρότερη των εξελίξεων πιθανότατα ένα αποφασιστικό κομμάτι της κοινωνίας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και να ανησυχεί, καθότι δεν τρέφει και τρομερές αυταπάτες ότι υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν «θαύματα»· η σχιζοφρένεια και η απόγνωση που έφερε ο νεοφιλελευθερισμός αρχίζουν να εμπεδώνονται, να κανονικοποιούνται· there is no alternative.
Άλλωστε, κύριο μέλημα ενός πλειοψηφικού ρεύματος της κοινωνίας ήταν και είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, «να φύγουν αυτοί» ή, έστω, «να δούμε και κάτι καινούριο». Από τη στιγμή που το εκλογικό σώμα ταυτίζει την πολιτική στάση με την καταναλωτική συμπεριφορά, τότε εύλογο είναι πως υπό το άγχος μην αφήσουμε κάποια ευκαιρία να μας προσπεράσει και κάποια ηδονή να μείνει ανεκμετάλλευτη, θα πρέπει «να τους δοκιμάσουμε κι αυτούς»: η πολιτική αυτομάτως υποβιβάζεται σε κάτι μεταξύ τηλεοπτικού show και ζητήματος καλαισθητικής κρίσης, γευσιγνωσίας. Αυτό όμως που μένει επιτέλους να διατυπωθεί από όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική ζωή αυτού του τόπου είναι πού οδήγησε τελικά η «ψήφος ανοχής» που δόθηκε στον Συ.Ριζ.Α. απ’ τα κοινωνικά κινήματα εδώ και κοντά τρία χρόνια, και τη στιγμή που οι σύντροφοι της Κουμουνδούρου πανηγυρίζουν μεθυσμένοι για την «κυβέρνηση της Αριστεράς» -με μια χείρα βοηθείας απ’ την αντιμνημονιακή Δεξιά– να γίνει και μια εκλογοαπολογιστική συνέλευση και στους κόλπους των κινημάτων.
Το κίνημα και η γραφειοκρατικοποίησή του
Είναι κοινός τόπος πλέον στις αναλύσεις που γίνονται απ’ την πλευρά των «από τα κάτω», ότι υπάρχει ένα γενικευμένο λίμνασμα της αδιαμεσολάβητης πολιτικής δράσης και των κινηματικών διαδικασιών εν γένει την τελευταία τριετία – μετά τον Φλεβάρη του 2012 και κυρίως από το καλοκαίρι του 2012 κι έπειτα που για πρώτη φορά είχαμε την εκτόξευση των ποσοστών του Συ.Ριζ.Α. Από κει και πέρα, όποιες προσπάθειες κι αν έγιναν γρήγορα καταδικάστηκαν στην αφάνεια ενώ τις περισσότερες φορές η ανοργανωσιά δεν έφερε καν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα παρά τη μαζικότητα: από τις απεργιακές κινητοποιήσεις που δεν απέτρεψαν κανένα νομοσχέδιο απ’ το να μην ψηφιστεί, το αντιφασιστικό κίνημα που δεν έριξε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, τα διάφορα SOS-κινήματα, τις προοδευτικές συμμαχίες των «ΟΧΙ-το-ένα», «ΟΧΙ-το-άλλο» και την αλληλεγγύη προς πάσα κατεύθυνση η κατάσταση μπορούμε να πούμε χειροτέρευσε ραγδαία. Σ’ αυτά κάλλιστα θα μπορούσε να προστεθεί ο εσωτερικός αλληλοσπαραγμός και ο ναρκισσισμός του «ποιος είναι ικανός να παίξει τον ρόλο της αξιόπιστης πρωτοπορίας» αντί να συγκροτηθούν δημοκρατικές συντονιστικές επιτροπές μεταξύ ίσων προκειμένου να υπάρξει μια οργάνωση και μια πολιτική δέσμευση της κάθε ομάδας, κοινωνικής συσσωμάτωσης, πολιτικής οργάνωσης, του κάθε σωματείου, συνδικάτου, καταναλωτικού συνεταιρισμού εντός ενός συγκεκριμένου καταστατικού πλαισίου αρχών και ενός συντακτικού σχεδίου για τις δυνατότητες μιας άλλης κοινωνίας. Όχι τυχαία, αυτή την παρακμή και εξουθένωση εκμεταλλεύτηκε ο Συ.Ριζ.Α. και αυτήν την παρακμή επιθυμούσε ανέκαθεν η ηγεσία του να διαχειριστεί. Ενώ τα κινήματα παίξανε όλα τα δοκιμασμένα σενάρια διαμαρτυρίας αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι το «κοινωνικό συμβόλαιο» έσπασε απ’ την πλευρά των εγχώριων και ευρωπαϊκών ολιγαρχικών δυνάμεων τότε, λόγω έλλειψης σθένους, οράματος και απουσίας μιας έστω και υποτυπώδους οργάνωσης και θετικής πρότασης για το παρόν και το μέλλον, στράφηκαν μαζικά και άνευ απαιτήσεων προς τον Συ.Ριζ.Α. παραδίδοντάς του τα κλειδιά της αντίστασης και αναθέτοντάς του να λύσει όλα τα προβλήματα.
Αυτή η στάση δείχνει καθαρά την αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο όπου το καθένα θα υπερβεί τη λογική της ικανοποίησης των συντεχνιακών του αιτημάτων και θα προσανατολίσει τις δραστηριότητές του προς τον συλλογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αν θα μπορούσαμε να διδαχτούμε κάτι από αυτή την εξέλιξη είναι δύο πράγματα: α) καταρχήν ότι από το μερικό, όπως είναι ο αντιφασισμός, οι οικονομικές διεκδικήσεις, οι περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες, η αλληλεγγύη προς ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ο ακτιβισμός εν γένει κ.α., δεν υπάρχει δίοδος μετάβασης προς το καθολικό, δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αλλάξει η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας ως σύνολο β) η κλασική, χριστιανικών καταβολών και ντετερμινιστική αντίληψη ότι οι καταπιεσμένοι επαναστατούν όταν υποτιμάται το βιοτικό τους επίπεδο· η επαναστατική προοπτική μάλλον καθορίζεται από άλλους παράγοντες και όχι από την οικονομική αδικία, οπότε όσοι ευαγγελίζονται την ταυτότητα του επαναστάτη για τον εαυτό τους μάλλον θα έπρεπε να αναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο του πολιτικού τους προβληματισμού.
Βέβαια όλη αυτή η διαδικασία δεν συνέβη στο κενό· σίγουρα η στρατηγική του σοκ και η βαθιά αναδιάρθρωση του συλλογικού βίου σε κάθε επίπεδο τα τελευταία χρόνια που σημαδεύτηκαν απ’ το πραξικόπημα της αριστοκρατίας του χρήματος και της πολιτικής ολιγαρχίας συνέβαλλε τα μέγιστα σ’ αυτήν την υποχώρηση της πολιτικής και την παράλληλη κατάσταση ενδοσκόπησης και ενασχόλησης του κάθε ατόμου ή ομάδας με «τα του οίκου». Κάπως έτσι φτάσαμε σ’ αυτόν τον ολοκληρωτικό κατακερματισμό και στη μετάβαση απ’ το «δημόσιο αγαθό» στα «ατομικά συμφέροντα». Η τακτική της Αριστεράς εδώ ήταν υποδειγματική: καταρχήν διαμέσου της ουδετεροποίησης του λαϊκισμού εκ μέρους των οργανικών της διανοουμένων ως ριζοσπαστική και προοδευτική απάντηση στον τεχνοκρατισμό και κατ’ επέκταση διαμέσου του περάσματος από τη θεωρία του λαϊκισμού στην πράξη, δηλαδή στην εξίσωση του γενικού συμφέροντος με το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων· μ’ αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες ομάδες πίεσης που διεκδικούν ή απαιτούν από μια κυβέρνηση αποκλειστικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους δίχως να προτάσσουν μια ευρύτερη εικόνα για την κοινωνία ή για κάποιο συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο βαφτίζονται με την αφηρημένη έννοια του «λαού» το οποίο τις περισσότερες φορές σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Στον βαθμό όμως που τα ατομικά συμφέροντα τυγχάνουν αυτής της μεταμφίεσης, και στον βαθμό που κάθε ομάδα επιθυμεί με οποιοδήποτε τρόπο την ικανοποίηση απλώς των συμφερόντων της τότε η πολιτική δράση απογυμνώνεται από κάθε νόημα και, επομένως, η ανάθεση έρχεται να ενδύσει αυτή τη γύμνια.
Η κατάσταση που έχει μέχρι στιγμής διαμορφωθεί τόσο στους κόλπους των βουλιαγμένων κοινωνικών κινημάτων όσο και στους κόλπους της κοινωνίας έχει περίπου ως εξής: οι άνεργοι ευελπιστούν ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι ευελπιστούν ότι θα πάει ο κατώτατος στα 751 και ότι θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, οι συνταξιούχοι ευελπιστούν ότι θα γίνει κάτι με τα όρια ηλικίας και τα επίπεδα των συντάξεων, οι μικροεπιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες ακινήτων ευελπιστούν ότι θα πάρουν μια κάποια φορολογική ανάσα, οι εξαθλιωμένοι ευελπιστούν για λίγα παραπάνω συσσίτια, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι καθαρίστριες, οι σχολικοί φύλακες και όσοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ευελπιστούν στην επαναπρόσληψή τους, οι αναρχικοί ευελπιστούν να μετριαστεί η καταστολή, οι δανειστές και οι ολιγάρχες ευελπιστούν ότι δεν θα υπάρξει καμιά σύγκρουση αναφορικά με τις δεσμεύσεις του ελληνικού Κράτους, τη δανειακή σύμβαση του χρέους και το Ευρώ. Μέσα σ’ αυτά να προσθέσουμε την αδιαφορία της μιας κοινωνικής κατηγορίας για την άλλη και την αδιαφορία όλων προς τις δυνατότητες νέων τρόπων διακυβέρνησης που τόσο θα διασφαλίζουν μέσω του απαραίτητου θεσμικού υπόβαθρου πως τα συλλογικά προβλήματα θα λύνονται με δίκαιο για όλους τρόπο όσο και θα προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής αρετής ελεύθερων ανθρώπων ικανών να επωμιστούν τις ευθύνες για τις πράξεις τους δίχως την ανάγκη ύπαρξης κάποιας διαχωρισμένης πολιτικής οντότητας.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο προβληματισμός εδώ δεν υπονοεί ότι κακώς υπάρχουν αυτά τα αιτήματα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι περισσότεροι έχουμε συντριβεί και εξαντληθεί οικονομικά τα τελευταία χρόνια. Ο προβληματισμός μάλλον προσπαθεί αφενός να διερωτηθεί «τι είναι αυτό που οδήγησε σ’ αυτόν τον συμβιβασμό των πολιτικών και κινηματικών δυνάμεων με την επιλογή τους να στηρίξουν έμμεσα ή άμεσα τον Συ.Ριζ.Α.» και αφετέρου να διαβεβαιώσει πως η διορθωτική δικαιοσύνη που επαγγέλλεται η νέα «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική χειραφέτηση του ανθρώπου. Άλλο διόρθωση και υπεράσπιση των οικονομικών κεκτημένων και άλλο αλλαγή των πολιτικών δομών και νέες μορφές διακυβέρνησης των ανθρώπων. Και δυστυχώς αυτή η συνταύτιση είναι που θολώνει το τοπίο του πολιτικού ζητήματος και διαστρεβλώνει τις προϋποθέσεις να ενεργήσουμε ως πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων έχει φθαρεί, επειδή απλώς έχουν καταντήσει να συνιστούν μια μικρογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας δίχως πρόταγμα και θεσμισμένες ηθικο-πολιτικές πρακτικές, επιδιώκοντας τελικά απλώς την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η εμφάνιση του Συ.Ριζ.Α. στο πολιτικό προσκήνιο είναι γεγονός επειδή έρχεται ακριβώς να πατήσει σ’ αυτόν τον ιστορικό συμβιβασμό και να τον επικυρώσει, προσπαθώντας παράλληλα να διαγράψει κατά το δυνατόν απ’ τη συλλογική μνήμη το πολιτικό ζήτημα που διατυπώθηκε, έστω και εν σπέρματι, ρητά στο «κίνημα των πλατειών» όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου – βέβαια, όχι χωρίς την απαραίτητη συναίνεση των ίδιων των «από τα κάτω» και των «αμεσοδημοκρατών».
Η κυβέρνηση της Αριστεράς
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα σιωπηρής συναίνεσης που χαρακτηρίζει τους φορείς της πολιτικής δράσης, και πέρα από κάποιες υποχρεωτικές και άνευ νοήματος τελετουργίες που έρχονται να ξορκίσουν το «Κακό» (συγκέντρωση του Κ.Κ.Ε. στο Σύνταγμα, διαμαρτυρίες έξω απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αντικρατική πορεία των αναρχικών κ.ο.κ.), έρχεται η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς. Έχοντας μια κοινωνία ποδοπατημένη που το μόνο που δείχνει να ζητάει είναι την ησυχία της, το έργο αυτής της κυβέρνησης δεν θα ‘ναι ιδιαίτερα δύσκολο ως προς τις τακτικές εφησυχασμού της κοινής γνώμης και πιθανότατα θα χωριστεί σε δυο βασικούς πυλώνες: τον επικοινωνιακό και τον διαχειριστικό.
Προς τέρψιν των αριστερών και των επαναστατημένων τηλεθεατών θα υπάρξει αναμφισβήτητα μια αριστερή επικοινωνιακή πολιτική που θα επεκτείνεται από τους «όρκους του Βουνού» όπως έκανε η Ρένα Δούρου κατά την ορκωμοσία της ως Περιφερειάρχης Αττικής, με τους πανηγυρισμούς υπό τον ύμνο της ΕΛΑΣ όπως έκανε ο βουλευτής Κώστας Λαπαβίτσας, τους φόρους τιμής προς τους πεσόντες της Καισαριανής, τις σφιχτές γροθιές στον αέρα να υπενθυμίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι, τα σφυροδρέπανα και τις bandiere rosse στις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις, τη νεκρανάσταση της κάθε ξεχασμένης απ’ την Ιστορία αριστερίστικης γκρούπας στην Ευρώπη που βαυκαλίζεται ότι στην Ελλάδα πραγματοποιείται καμιά επανάσταση, τους βαρουφάκειους τσαμπουκάδες στους νεοφιλελεύθερους λύκους, μέχρι το κόκκινο φόντο στις αίθουσες τύπου, τις υπογραφές κειμένων εκ μέρους των προοδευτικών διανοουμένων παγκοσμίως και τις προσκλήσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ, του Νόαμ Τσόμσκι και της Τζούντιθ Μπάτλερ σε εκδηλώσεις και συνέδρια για μια άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Πρόκειται για την κατασκευή μιας βιομηχανίας πολιτισμικής ανακύκλωσης όπου η αυτοκρατορία της πολιτικής ανάθεσης θα λειτουργεί σαν μοντέλο προσομοίωσης του επαναστατικού πράττειν.
Κι όσο οι ριζοσπάστες θα τρέφουν την ανεπάρκειά τους με ιδεολογία, ο Συ.Ριζ.Α. θα πρέπει να διαχειριστεί τον κρατικό μηχανισμό και να επανεκκινήσει με κάποιον τρόπο την καπιταλιστική οικονομία. Έτσι, είτε το θέλει είτε όχι θα χτίζει το προφίλ της υπεύθυνης Αριστεράς που είναι πρόθυμη να χρηματοδοτήσει Μελισσανίδη και λοιπούς να κάνουν «business as usual», θα φέρει την «ανάπτυξη» στο λιμάνι του Πειραιά, θα καθησυχάζει τους δημοσιογράφους, θα συνασπιστεί με την Εκκλησία, θα διαβεβαιώνει στους ανθρώπους των Αγορών πως τίποτα δεν θα πάει στραβά (άλλωστε δεν ήρθε δα και κανένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που θ’ ανατρέψει τον καπιταλισμό!), και το ευρώ, πάνω απ’ όλα το ευρώ δεν κινδυνεύει από τις στοιχειώδεις πρώτες βοήθειες στα καθημαγμένα πρώην μικρομεσαία στρώματα. Λέγεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό πως ζούμε μια ιστορική στιγμή. Όντως. Πρόκειται για τη στιγμή της αριστερής διακυβέρνησης του καπιταλισμού. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σύμφωνα με τα λόγια του γερο-Μαρξ, ακριβώς επειδή αυτή η ιστορική στιγμή έχει επαναληφθεί 2 με 3 φορές ακόμα στην Ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα, πλέον δεν πρόκειται περί αυθεντικής ανάδυσης ενός γεγονότος άνευ προηγουμένου αλλά περί φάρσας. Διότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως επιστροφή στην προ κρίσης εποχή θα αναχαιτιστεί τόσο από τους μηχανισμούς εξουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τους βαρόνους του τραπεζικού συστήματος, τους κεφαλαιοκατόχους και τους υποψήφιους επενδυτές. Και οι διοικητικού τύπου μεταρρυθμίσεις κοινωνικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού που προτείνει ο Συ.Ριζ.Α. ως προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό και την τακτοποίηση του Κράτους πιθανότατα δεν θα κατευνάσουν τους ανοιχτούς εκβιασμούς του κεφαλαίου αν δεν καταστούν αυτομάτως αποδοτικές οικονομικά, αν δεν καταφέρουν με άλλα λόγια να εντείνουν τον εσωτερικό ανταγωνισμό των «από τα κάτω» αποσυμπιέζοντας ακόμη περισσότερο την αυτοϋποτίμησή τους έστω και με πλάγιους τρόπους.
Μέχρι στιγμής, το κυβερνητικό apparatus του Τσίπρα δείχνει να τα πηγαίνει καλά τόσο στο επικοινωνιακό όσο και στο διαχειριστικό κομμάτι, αν είναι να κρίνουμε τις καταστάσεις μέσα απ’ το κλίμα αυτής της άνευ όρων υπομονής στις τάξεις των ψηφοφόρων αλλά και της σχετικής επιδοκιμασίας στα δελτία των 8, όπου ο Πρωτοσάλτε, ο Παπαδημητρίου και ο Πρετεντέρης, παρά τις όποιες κριτικές στις λεπτομέρειες, δείχνουν να πιστεύουν στη νέα κυβέρνηση και στη στροφή στον ρεαλισμό. Έτσι έχουμε αφενός επικοινωνιακά το cool, ανέμελο και νεανικό προφίλ της κυβέρνησης που δείχνει να είναι ελκυστικό στους μεταμοντέρνους, κοσμοπολίτες μικροαστούς ή τον αναίμακτο και δίχως πολιτικές επιπτώσεις επαναστατισμό του Μηλιού, του Γλέζου και του Λαπαβίτσα για να ικανοποιηθούν οι απαιτητικοί αριστεροί και αφετέρου έχουμε την υλική κατοχύρωση και τη συμβολική επισφράγιση, στο πολιτικό επίπεδο, της νέας πραγματικότητας στη χώρα: το χρέος της χώρας τελικά αναγνωρίζεται ως βιώσιμο – τουλάχιστον μέχρι ν’ ανέβουν οι PODEMOS στην εξουσία–, οι ρυθμίσεις στα χρέη και η αναγκαιότητα για την αποπληρωμή τους από την πλευρά των υποτελών («πατριωτικό καθήκον» ο ΕΝΦΙΑ!) σημαίνει πως όλη αυτή η υπερχρέωση των «από τα κάτω» τα τελευταία πέντε χρόνια εξαιτίας της υπερφορολόγησης των πολιτών από τα μνημονιακά μέτρα αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση της Αριστεράς ως ηθική και νόμιμη με την υποσημείωση μιας κάποιας διευκόλυνσης, η διαγραφή όλων των άγριων νεοφιλελεύθερων μέτρων με ένα μόνο νόμο έχει ξεχαστεί, ο ευρωμονόδρομος είναι γεγονός, η Βουλή θα συνεχίσει να παρακάμπτεται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ενώ ο περίφημος 4ος Πυλώνας του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης περί «εκδημοκρατισμού του Κράτους», «αποκέντρωσης της εξουσίας» και δυνατότητας για «λαϊκές πρωτοβουλίες για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων» δεν συζητιέται καν ίσως και γιατί δεν αφορά μάλλον κανέναν.
Η δημοκρατία και το ζήτημα της εξουσίας
Ο παραγκωνισμός οποιουδήποτε διαλόγου γύρω απ’ το ζήτημα της εξουσίας δείχνει πραγματικά την υποχώρηση του πολιτικού ή μάλλον, από τη στιγμή που διαφαίνεται αυτός ο λανθάνων ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ κοινωνίας, κοινωνικών κινημάτων και Αριστεράς, της διαβεβαίωσης ότι η πολιτική λύση είναι ο Συ.Ριζ.Α. Επομένως, με το πολιτικό ζήτημα διευθετημένο, το μόνο που απομένει είναι να εγγυηθεί εκ νέου το κομματικό μοντέλο διακυβέρνησης μέσω του κοινοβουλευτισμού την έξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο. Με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ότι το κόμμα του και η κοινοβουλευτική του ομάδα θα υπερασπιστούν «κάθε λέξη του Συντάγματος» μπορούμε να πούμε ότι μπαίνει, έστω και προσωρινά, ένα τέλος στην «κρίση της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού». Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μόλις τελείωσε· πλέον, τα κεφάλια μέσα, ξαναμπαίνουμε σιγά σιγά σε τροχιά πολιτικού αυτοματισμού με το κοινοβούλιο και το κυβερνητικό σχήμα να έχουν όλη την εξουσία και τους πολίτες να υποβιβάζονται εκ νέου σε καταναλωτές, ψηφοφόροι και φορολογούμενοι.
Αν υπάρχει μια ιστορική ιδιαιτερότητα σ’ αυτή τη νέα συνθήκη, της οποίας τις ρίζες μπορούμε να βρούμε στην άνοδο της μετανεωτερικότητας και στο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» και του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, είναι πως για πρώτη φορά τόσο η Αριστερά όσο και τα κινήματα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν έχουν ένα πρόγραμμα εξουσίας, που να τους διακρίνει ριζικά απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους της φιλελεύθερης Δεξιάς, ένα πρόγραμμα με άλλα λόγια μεταβατικής εξόδου απ’ τον καπιταλισμό που να σκοπεύει στην χειραφέτηση και την αυτεξουσιότητα των ανθρώπων. Ακόμα και οι λενινιστικές υπόνοιες περί εργαλειακής κατάληψης της κρατικής εξουσίας από τον Συ.Ριζ.Α. προκειμένου να ξεκινήσει η νέα χρυσή εποχή της ελευθερίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού δεν έχουν καμιά πραγματική βάση. Η Αριστερά σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και σχεδόν παντού στον κόσμο, το μόνο που επιδιώκει είναι να διαχειριστεί με λίγο πιο ανθρώπινο τρόπο την ακραία εξαθλίωση και τη φτωχοποίηση, σίγουρα όχι να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους πολίτες, δημόσια ηθικά πρόσωπα. Από τη «διακυβέρνηση των ανθρώπων» περνάμε στη «διαχείριση των πραγμάτων».
Ίσως μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, οι λόγοι που θα έκαναν κάποιον να ψηφίσει Αριστερά να στηριζόταν στην πολιτική του στράτευση γύρω απ’ τον μετασχηματισμό της εξουσίας, για τη δημιουργία ενός καθεστώτος με περισσότερες ελευθερίες, ανεκτικότητα και δικαιότερη νομή της εξουσίας στο σώμα των πολιτών. Δεν βρισκόμαστε πλέον εκεί. Και αυτό φαίνεται με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο στην εθελούσια απαλλοτρίωση της όποιας αντι-εξουσίας μπορεί να είχαν τα κοινωνικά κινήματα στην προ-Συ.Ριζ.Α. εποχή και εν μια νυκτί να μετατρέπονται από κοινότητες αντίστασης και αυτοθέσμισης σε πρώην αντιπολιτευτικές και νυν φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Και αυτή η αποκάλυψη δείχνει την παντελή απουσία μιας πολιτικής αυτοσυνειδησίας και εικόνας των περισσότερων κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν στην Ελλάδα της κρίσης που θα έδινε το έναυσμα ώστε να παίξουν τον ρόλο όχι απλώς του τελετουργικού αριστερισμού της καταγγελίας αλλά να δημιουργήσουν μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, να κυοφορήσουν το νέο μέσα στο παλιό και να αρχίσουν να θέτουν ερωτήματα ουσίας για τον τρόπο που θα μπορούσε αυτή η νέα φαντασιακή θέσμιση να διαδεχτεί τη σημερινή παρακμή: «ποιος αποφασίζει;», «τι αποφασίζει;», «με ποιους τρόπους αποφασίζει;».
Αυτή η αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων, του αντιεξουσιαστικού χώρου και όλων των πρωτοβουλιών για την άμεση δημοκρατία και την αυτοδιεύθυνση να μετατραπούν από μεταεφηβικές αφορμαλιστικές αδελφότητες σε πολιτικό υποκείμενο έχει οδηγήσει στη σημερινή αναδίπλωση, υποχώρηση και παραίτηση. Με την ιδεολογική και εργαλειακή χρήση της (άμεσης) δημοκρατίας εδώ και αρκετά χρόνια το στοίχημα τελικά ήταν η αποθέωση της διαδικασίας και η χαρά της συμμετοχής και όχι η απάντηση των υπαρκτών και συγκεκριμένων προβλημάτων των συμμετεχόντων και της υπόλοιπης κοινωνίας. Οπότε, όταν προέκυπτε κάποιο πραγματικό δίλημμα ή μια εσωτερική αντίφαση στο δημοκρατικό κίνημα, αυτό συνήθιζε να αναθέτει τη λύση της στο Κράτος. Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε με την πλήρη ανικανότητα του υπό διάλυση δημοκρατικού κινήματος να απαντήσει στα ζωτικής σημασίας διλήμματα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει απ’ τα ιδανικά του, να διατηρεί τη δημοκρατία υπόθεση «ομοϊδεατών» (ακάθαρτων αμεσοδημοκρατών, αριστερών και αντιεξουσιαστών) για άνευ σημασίας ζητήματα και να περιοριστεί σε μια αριστερή αντιπολίτευση – όπως κάνει μέχρι και σήμερα.
Αυτή η περιθωριοποίηση της δημοκρατίας έπληξε ανεπανάληπτα τον πολιτικό λόγο και το ίδιο το περιεχόμενο της δράσης των κινημάτων. Και αν υπάρχει κάποια τύχη να ξαναγεννηθεί ένα κίνημα το οποίο θα βρει το θάρρος και το σθένος να θέσει το επαναστατικό ζήτημα, το ζήτημα με άλλα λόγια της τροπικότητας της εξουσίας αυτό θα γίνει μόνο εφόσον αυτό το κίνημα αποκτήσει πολιτικά και πολιτειακά χαρακτηριστικά και ξαναθέσει τη δημοκρατία ως πρόταγμα συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στο πολιτικό, οικονομικό, ηθικό, ψυχολογικό επίπεδο· εκεί, με άλλα λόγια, όπου το άτομο απελευθερώνει τις δυνάμεις του μέσα στον κοινό χώρο της πράξης και της ομιλίας. Όσο όμως τα κινήματα δεν οικοδομούν από τώρα την αναπαράσταση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όσο δεν προτάσσουν αυτή την εικόνα στην εσωτερική τους οργάνωση και την ομοσπονδιακή συνεργασία τους και όσο δεν προωθούν πολιτειακές αλλαγές εκδημοκρατισμού, τότε τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν, να περιοριζόμαστε δηλαδή να καταγγέλλουμε την κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει τις προγραμματικές τις θέσεις ή που δεν είναι τόσο φιλελεύθερη και ανοιχτόμυαλη όσο θα θέλαμε.
* Το παρόν κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015. Η ευφορία εκείνων των ημερών ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη αλλάζουν, η κρυφή γοητεία των νέων κυβερνώντων και οι φιλοκυβερνητικές ανάσες αξιοπρέπειας οδήγησαν το κείμενο στο συρτάρι. Πλέον που η σκόνη έχει καθίσει και αρχίζουμε σιγά σιγά να συνερχόμαστε απ’ το εκλογικό hangover, ίσως να βρεθούν και ευήκοα ώτα που να συμμερίζονται τους προβληματισμούς του κειμένου χωρίς να προβούν στις απαραίτητες τελετουργίες κατηγοριοποίησης των απόψεων που εκφράζονται ως «φασιστικές», «σαμαρικές» και «ελιτίστικες». Έγιναν γι’ αυτόν τον λόγο κάποιες επικαιροποιήσεις που φέρνουν το κείμενο λίγο πιο κοντά στα νέα δεδομένα, ενώ κατά τ’ άλλα ο κορμός του προβληματισμού έμεινε άθικτος.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

γκραφιτι πολυτεχνειου

Γκράφιτι κάλυψε το ιστορικό κτίριο του Πολυτεχνείου

Γκράφιτι κάλυψε το ιστορικό κτίριο του Πολυτεχνείου

Η όψη του ιστορικού κτιρίου του Πολυτεχνείου επί της οδού Στουρνάρη είναι καλυμμένη με ένα γιγαντιαίο γκράφιτι, που καλύπτει σχεδόν όλη την επιφάνεια του τοίχου, γεγονός που καθιστά την αφαίρεση σχεδόν αδύνατη.




.






Ενώ η συζήτηση για το γκράφιτι που κάλυψε σε μια νύχτα το Πολυτεχνείο έχει πάρει διαστάσεις αστικού σκανδάλου με εκατέρωθεν αντικρουόμενες απόψεις, οι δημιουργοί του φαίνεται πως θέλουν να παραμείνουν άγνωστοι.
Ωστόσο η Athens Voice έψαξε και βρήκε έναν γκραφιτά που τους γνωρίζει και του ζήτησε να πει δυο λόγια γι αυτούς, τη δουλειά τους και τα κίνητρά τους:
"Σίγουρα τον τελευταίο χρόνο ο κάθε ένας από εμάς θα έχει σταθεί έστω και για λίγο μπροστά στα τεράστια μαυρόασπρα graffiti που κατά καιρούς δημιουργούνται σε διάφορα σημεία της πόλης.  Oι καλλιτέχνες που τα δημιουργούν υπογράφουν με τα ονόματα «Icos&Case» και κατατάσσονται κατά κάποιο τρόπο στη βερολινέζικη σχολή του graffiti.
Λειτουργούν μεθοδικά, ως ομάδα, όχι ιδιαίτερα πολυμελή, με πλάνο Α και πλάνο Β, ετοιμάζουν τα σχέδια από πριν, προμηθεύονται τα υλικά, ντύνονται κατάλληλα για να μη κινούν καμία υποψία (κάποιοι ισχυρίζονται ότι τους έχουν δει να είναι ντυμένοι ακόμα και με τις φλούο στολές του Δήμου) και μετά επιδίδονται στο έργο τους με ακαριαίο τρόπο και εξωφρενικές ταχύτητες αφήνοντας τα επικών διαστάσεων εικαστικά τους στίγματα στα πιο κεντρικά σημεία της πόλης.
Τα μπλεγμένα τους γράμματα (wildstyle) μαζί με τους ασπρόμαυρους εξωγήινους χαρακτήρες δημιουργούν ένα πολύ ιδιαίτερο αποτέλεσμα που σίγουρα τους κάνει μοναδικούς. Η εικαστική σύνθεση, το μήνυμα, τα υλικά παρουσιάζουν μια διαφορετική πρόταση προς το μεγάλο κοινό, κάτι παρόμοιο δεν νομίζω να έχει υπάρξει στη χώρα μας. Αυτό που σε εντυπωσιάζει με τη πρώτη επαφή είναι το σοκ του μεγέθους. Όλα τα υπόλοιπα έπονται".
Πώς έφτιαξαν το γιγαντιαίο γκράφιτι στο Πολυτεχνείο
"Πριν λίγες μέρες οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες παρουσίασαν μια μοναδική εικαστική πρόταση για την πόλη της Αθήνας στο κτίριο του Πολυτεχνείου Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. Πραγματικά όταν το αντικρίζεις νοιώθεις δέος ως προς τον όγκο του, τη σύνθεση, τη ταχύτητα της διεκπεραίωσης, την επικινδυνότητα της αποστολής.
Το έργο έγινε μέσα σε 3 διαφορετικά sessions με ρολό και πλαστικό χρώμα, όχι σπρέι, η πράξη αυτή έχει αρκετά μηνύματα για όλους εμάς. Οι καλλιτέχνες θέλουν να υπενθυμίσουν μάλλον ότι το graffiti σαν τέχνη έχει τεράστια δυναμική χωρίς όρια και μπορεί να γίνει παντού. Όλα βάφονται: παράθυρα, αφίσες, πεζοδρόμια, στάσεις λεωφορείων, κολώνες και ότι άλλο φυσικό εμπόδιο υπάρχει, με ανελέητο τρόπο ακριβώς για να προκαλέσει το σοκ. Καλό θα ήταν να μην κρίνεις αρνητικά ότι δεν αντιλαμβάνεται η οπτική σου αντίληψη, υπάρχουν «ψυχές» που αντιδρούν με αυτό τον τρόπο σε αυτό το παγκόσμιο δράμα που λέγεται κρίση. Εσύ αντιδράς έτσι, ο άλλος αλλιώς.
Για το συγκεκριμένο graffiti μαίνεται ένας πόλεμος ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους πολέμιους αλλά για τους καλλιτέχνες που το υπόγραψαν έχει ήδη αποπερατώσει την αποστολή του".



Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Αναρχικό Λεξικό Β´ τόμος (Ν-Ω)

Κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του «Αναρχικού Λεξικού»


 anarchistlexikon_bΓιάννης Φούντας
Αναρχικό Λεξικό
…μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού σύμπαντος…
Β´ τόμος (Ν-Ω)
Παράρτημα: Έντυπες διαδρομές στον Ελλαδικό Αντιαυταρχικό Γαλαξία (1971-2014)
Σχήμα: 17Χ24 • Σελίδες: 456 • Τιμή: 23 ευρώ • ISBN 978-960-9797-37-5
«Η Αναρχία είναι ασφαλώς μια ψυχολογική, πολιτισμική και ιστορική σταθερά, όμως αυτή η σταθερά είναι ασυνεχής, σχεδόν ασύλληπτη. Δεν υπάρχει αλληλουχία στην Αναρχία γιατί είναι ανάβλυσμα εξ ορισμού.
Η Αναρχία (ή ο αναρχισμός) δεν αναγνωρίζεται ποτέ στην κατάσταση των πραγμάτων. Εξ αυτού άλλωστε του γεγονότος, είναι αδύνατον να σκεφθεί ή να γράψει κανείς μια ιστορία της Αναρχίας στο στυλ ενός μυθιστορήματος του Μπαλζάκ με μια αρχή, μια ομοιόμορφη εξέλιξη και ένα τέλος. Είναι γεμάτη με κενά και ιλίγγους. Είναι φτιαγμένη με ξεφτίδια. Η γέννησή της πάντα μας διαφεύγει. Δεν ξέρουμε καν αν απλώς αναδύεται με μια εκθαμβωτική μυθική ανάταση. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποκαταστήσουμε τις σκόρπιες στιγμές της και να προσπαθήσουμε να μετρήσουμε τον πυρετό που τη διατρέχει».
Αντρέ Νατάφ
Αυτό επιχειρεί το Αναρχικό Λεξικό. Να ταξιδέψει, ως έντυπη χρονομηχανή, τους αναγνώστες του σε ένα εν πολλοίς άγνωστο, αθέατο ή πολλαπλά παραμορφωμένο παράλληλο κοινωνικό σύμπαν, ένα σύμπαν πολυδιάστατο και πολύμορφο και ως εκ τούτου αρκούντως σαγηνευτικό και να τους προτείνει να ανασυνθέσουν με τον τρόπο τους την ούτως ή άλλως φαντασμαγορική ιστορία της αναρχίας ή, αν μη τι άλλο, να τη διαβάσουν σαν ένα τερπνό, σπονδυλωτό, περιπετειώδες, κοινωνικό μυθ-ιστόρημα.
Ο δεύτερος τόμος του Λεξικού είναι εμπλουτισμένος με έντυπα και βιβλία από την ελληνική αντιαυταρχική εκδοτική παραγωγή.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Για τα αυτοοργανωμένα σχολειά αμεσοδημοκρατίας. Του Νικόλα Κοσματόπουλου


enallaktikos.gr

Για τα αυτοοργανωμένα σχολειά αμεσοδημοκρατίας: Αντιπολιτικός νομαδισμός, αλληλέγγυα έρευνα, δημοκρατικός ανιμισμός


Νικόλας Κοσματόπουλος 



Η δική μου συνεισφορά βασίζεται από τη μια σε μια κινηματική πρακτική κι από την άλλη στην ακαδημαική εμπειρία μου ως πολιτικού ανθρωπολόγου, πανεπιστημιακού δάσκαλου κι ερευνητή των ειδικών της ειρήνευσης στην Μέση Ανατολή. Ας πω λοιπόν από την αρχή ότι προτείνω την ανάσταση των περίφημων πλατειών μέσα από την επανανοηματοδότηση τους ως μόνιμων δομών άμεσοδημοκρατικής δράσης αλλά και συλλογικής, οργανωμένης (αυτο)μάθησης κι (αυτο)μόρφωσης. Εν συντομία, προτείνω το συνδυασμό της οριζοντιότητας της πλατείας με την βαθύτητα ενός κοινωνικού πανεπιστημίου. Αυτά τα μαζικά κι αυτοοργανωμένα σχολειά αμεσοδημοκρατίας θα λειτουργούν τις μέρες κι ώρες που θα προκύψουν από την προτεινόμενη από άλλους (π.χ. Γιώργος Καλλής) μείωση του ωραρίου εργασίας. 

Η ιδέα μου για το «πρόγραμμα σπουδών» αυτών των σχολειών είναι οι ακόλουθοι τρείς άξονες: αντιπολιτικός νομαδισμός, αλληλέγγυα έρευνα και δημοκρατικός ανιμισμός. Οι άξονες αυτοί προκύπτουν μέσα από τρεις ανθρωπολογικές κριτικές στην σχέση δημοκρατίας και γνώσης, στην σχέση (πολιτικής) εξουσίας και (δυτικής) επιστήμης σήμερα. Θέση μου είναι ότι η τόσο η αστική όσο και μια σοσιαλιστική «δημοκρατία» προκύπτουν μέσα από αλλεπάλληλες περιφράξεις κι όχι απελευθερώσεις. Οι περιφράξεις γης και παραγωγικών μέσων ήταν μόνο η αρχή. Η σύγχρονη δημοκρατία περιέφραξε την πολιτική γνώση μέσα από την ανάδειξη ειδικών, την κοινωνική αλληλεγγύη και φροντίδα μέσα από την σύνδεσή της με τον εγκλεισμό, και την φύση μέσα από την αποθέωση κι απομόνωση του ανθρώπου. Πιστεύω λοιπόν ότι στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, δημοκρατίας και πολιτικής ζωής, το πρόταγμα του φόρουμ, η «ευημερία χωρίς ανάπτυξη», μεταφράζεται σε μια δημοκρατία χωρίς περιφράξεις, χωρίς ειδικούς, χωρίς εγκλεισμούς αλλά και χωρίς ανθρωποκεντρισμούς. Πιο συγκεκριμένα: 

1. Αντιπολιτικός νομαδισμός - Για μια δημοκρατία χωρίς ειδικούς

Οι Ινδιάνοι Γκουαρανί πίστευαν ότι η απονομή μόνιμης πολιτικής εξουσίας σε κάποιους θα οδηγήσει αναγκαστικά στην σύσταση καταπιεστικών δομών για όλους, τις οποίες σήμερα εμείς ονομάζουμε κράτος. Για τους αυτόχθονες λαούς της Νότιου Αμερικής, η μόνη εγγύηση απέναντι στην απειλή ενός ανελεύθερου κράτους, ήταν μια ριζοσπαστική μορφή νομαδισμού, τόσο στο έδαφος, όσο και στην εξουσία. Αυτά ισχυρίζεται ο αναρχικός ανθρωπολόγος Πιερ Κλαστρ στο κλασικό του έργο «Η κοινωνία ενάντια στο κράτος».
Η αταξική ινδιάνικη κοινωνία, λοιπόν, μας διδάσκει ότι η υπεράσπιση της κοινωνίας απέναντι στην απολυταρχία του κράτους δεν περνάει μόνο μέσα από την κατάργηση της ταξικής κυριαρχίας, αλλά κυρίως μέσα από την κατάργηση της πολιτικής εξουσίας, η οποία ενυπάρχει στην δυνατότητα λίγων να ελέγχουν πολλούς μέσα από την περίφραξη και την κατοχή όχι τόσο των μέσων παραγωγής αλλά κυρίως των μέσων αναγωγής μέσα από τα οποία η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη νοηματοδοτείται και γνωρίζει την θέση της μέσα στην κοινωνία. 
Ο αντιπολιτικός νομαδισμός έχει σκοπό την κατάργηση της πολιτικής ως σχέσης εξουσίας και την σταδιακή εξαφάνιση των ειδικών μέσα από την κοινωνικοποίηση της γνώσης σε όλους. Οι ειδικοί της πολιτικής θα εξαλειφτούν μόνο όταν γίνουμε όλοι κι όλες πολιτικοί - μέσα από την κοινωνικοποίηση της γνώσης που αφορά στην συλλογική μας ζωή και την εμπέδωση της νομαδικής αντίληψης στις βασικές παραμέτρους της. Νομαδισμός της σκέψης, της εργασίας και της γνώσης, αλλά και νομαδισμός στον αυτοπροσδιορισμό (και στην συχνή αυταρέσκειά) μας ως μονάδες μέσα σε μη νομαδικές ομάδες, όπως το έθνος, η τάξη, η θρησκεία, το φύλο. 

Οι ειδικοί της εθνικής ιστορίας, της δημοκρατικής διαδικασίας, της αναπτυγμένης οικονομίας παίζουν βασικό ρόλο στην καταπίεση του εγγενούς νομαδισμού μας, γιατί αυτοί μας λένε πού ανήκουμε και τι πρέπει να θέλουμε. 
Απέναντι σε αυτά, αντιπολιτικός νομαδισμός σημαίνει οργάνωση μαζικών δομών αυτομάθησης που να περιλαμβάνουν την διδασκαλία της ανθρωπολογίας του πλανήτη κι όχι της εθνικής ιστορίας; διάδοση της πολιτικής ανθρωπολογίας και ειδικά των γνώσεων πάνω σε μορφές πολιτικής οργάνωσης της ανθρωπότητας που έχουν καταδικαστεί από έναν ευρωκεντρικό διαφωτισμό ως προμοντερνικές; το πιο σημαντικό όμως είναι η συστηματική και συλλογική αυτομόρφωση πάνω σε βασικά προβλήματα της κοινής μας ζωής με στόχο την ριζική αμφισβήτηση της «οικονομίας» αλλά και της «πολιτικής» ως αυθύπαρκτα και αυτόνομα πεδία ειδικών και εμπειρογνωμώνων. Σε μια τέτοια λογική λοιπόν, προτείνω την άμεση μονιμοποίηση του παρόντος φόρουμ στο διηνεκές ως διαρκές συνέδριο ενάντια στους ειδικούς της ανάπτυξης! 
  
2. Αλληλλέγυα έρευνα – Για μια δημοκρατία χωρίς εγκλεισμούς

Στην ισπανική κωμωδία επιστημονικής φαντασίας Accion Mutante, του σκηνοθέτη ντε λα Ιγκλεσια και παραγωγού μεταξύ άλλων Πέδρο Αλμοδόβαρ, μια συμμορία αναπήρων και “μη κανονικών” διεξάγει ένα λυσσαλέο αντάρτικο εναντίων των καλοφτιαγμένων, όμορφων και πλούσιων της γης. Στην διάρκεια της ταινίας οι μη κανονικοί γίνονται όλο και πιο ...κανονικοί σφάζοντας, ανατινάζοντας και κατακρεουργώντας αθώους στο διάβα τους. Η αποθέωση της κανονικοποίησής τους συντελείται όταν ο τελευταίος επιζών της συμμορίας αποχωρίζεται τον ήδη νεκρό σιαμαίο αδερφό του με μια μίνι πυρηνική βόμβα και το σκάει με την όμορφη κόρη ενός δισεκατομμυριούχου. Στην ίδια λογική ίσως, η ανθρωπολογία της θρησκείας μας λέει ότι για πολλούς λαούς της Ανατολής και της Ιθαγενούς Αμερικής η μορφή του σαμάνου, του τρελού, του “μη κανονικού” ήταν ιερή κι ανέγγιχτη όχι μόνο γιατί γεφύρωνε τον φυσικό κόσμο με τον μεταφυσικό αλλά και γιατί αποτελούσε βασική έμπνευση αντίστασης κι ιστορικής μνήμης απέναντι στην καταστροφική μηχανή της αποικιοκρατίας.
Από την άλλη, η κριτική μελέτη των σύγχρονων μορφών εγκλεισμού έχει δείξει ότι η έννοια του σύγχρονου πληθυσμού - του «δήμου» της δημοκρατίας - βασίζεται στην διάκριση ελεύθερου κι έγκλειστου πολίτη, υγειούς κι υπολειμματικού ανθρώπου, κοινωνικής κανονικότητας και κοινωνικής παθογένειας. Η διάκριση αυτή είναι βασική για την λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας όχι μονάχα γιατί οδηγεί στην περίφραξη, στον εγκλεισμό και την επιτήρηση δηλαδή μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, όπως μετανάστες και Ρομά, ψυχικά και σωματικά άρρωστοι, ποινικοί και πολιτικοί κρατούμενοι, οροθετικοί, ανάπηροι κι ανήλικοι, αλλά κυρίως γιατί πάνω στα σώματά τους παράγεται η επιστημονική «αλήθεια» που ορίζει τον κανονικό πολίτη και τα όρια της κανονικής δημοκρατίας.
Απέναντι στον εγκλεισμό των μη κανονικών και την παραγωγή της επιστημονικής αλήθειας για τους κανονικούς, μια πρώτη απάντηση μπορεί να είναι η αλληλλέγυα έρευνα, η άμεση σύνδεση δηλαδή της συλλογικής φροντίδας για τους μη κανονικούς με αντιιεραρχικούς, ανοικτούς και δημοκρατικούς τρόπους να έρθουμε όλοι μας σε επαφή και να γνωρίσουμε την δική τους «αλήθεια», τις απόψεις, ανάγκες κι αντιρρήσεις τους απέναντι στον εγκλεισμό. Κάτι τέτοιο προυποθέτει την αποσύνδεση της επιστημονικής έρευνας από την παθογένεια και την ταύτισή της με την συλλογική φροντίδα! Σημαίνει την αποευγονοποίηση της σύγχρονης επιστήμης και την ερευνητική αποδοχή της μη κανονικότητας ως βάση πλουραλισμού αλλά κι επιβίωσης του ανθρώπου μέσα σε ένα μη κανονικό, χαοτικό και άρα ανθεκτικό σύμπαν. Σημαίνει την κατάργηση των κοινωνικών λειτουργών και των «ψυχο-ειδικών», την διάδοση των κοινωνικών δομών αλληλλεγύης με την μετατροπή του κάθε ενός, κάθε μιας τόσο σε ερασιτέχνη ερευνητή της κοινωνικής κανονικότητας και σε συστηματικό αρωγό των κοινωνικά μη κανονικών. Αυτή είναι μια επιλογή εκπορευόμενη όχι από οίκτο και συμπόνοια, αλλά από ισότιμη αλληλλεγύη και ίσως από την υπόσχεση μιας ακόμα πιο βαθιάς κατανόησης της ανθρώπινης υπόστασης, από την υπόσχεση δηλαδή μιας ακόμα πιο ελεύθερης ζωής. 
     


3. Δημοκρατικός ανιμισμός – Για μια δημοκρατία χωρίς ανθρωποκεντρισμό

Το 1550 οι κονκισταδόρες είχαν ήδη υποτάξει τους Ινδιάνους στην Καραιβική κι έτσι η πασίγνωστη φιλοσοφική/θεολογική κόντρα στην αυλή του Ισπανού βασιλιά στο Βαγιαδολίδ αφορούσε στο αν οι Ινδιάνοι έχουν ανθρώπινη ψυχή κι άρα μπορούν να προσηλυτιστούν ή όχι και να σφαγιαστούν. Τι έλεγαν όμως οι Ινδιάνοι για όλα αυτά? Ο βραζιλιάνος ανθρωπολόγος Βιβέριο ντε Σάντος γράφει ότι αφού για αυτούς όλα τα όντα της φύσης έχουν ψυχή, η βασική τους απορία σε σχέση με τους κατακτητές ήταν τι είδους σώμα έχουν! Για αυτό το λόγο επιδίδονταν σε μαζικούς πνιγμούς Ισπανών για να δούν αν το σώμα τους επιπλέει. Η δομική ανθρωπολογία ισχυρίζεται λοιπόν ότι η Ινδιάνικη σκέψη θεωρούσε την φύση ενιαία και είχε μια ενιαία μέθοδο κι αντίληψη για να την προσεγγίσει. 

Από την άλλη, η φιλοσοφική διδασκαλία κι η επιστημονική πρακτική του δυτικού διαφωτισμού ανύψωσε τον άνθρωπο στο βάθρο του Θεού επί της γής με αποτέλεσμα να διαρρυχθεί η σχέση υπαρξιακής αλληλοεξάρτησης και ηθικής ισορροπίας με τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη και με την ίδια την Φύση. Τι σχέση έχει αυτό με την δημοκρατία όμως? Απόλυτη και καθοριστική, σύμφωνα με την ανθρωπολογία της επιστήμης, γιατί σήμερα όλα τα μεγάλα δημοκρατικά διλήμματα αποτελούν πολύπλοκα μίγματα επιστημονικών και πολιτικών προβλημάτων. Κάθε μέρα προκύπτουν και νέοι φυσικοπολιτικοί παράγοντες, που δεν είναι ανθρώπινοι αλλά που έχουν συχνά αυτόνομη επίδραση στην ανθρώπινη εξέλιξη, όπως οι μέλισσες κι οι πάγοι της Αρκτικής, αλλά και τα φυτοφάρμακα, τα μεταλλαγμένα, τα βλαστικά κύτταρα.  

Σε αυτό το σημείο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύγκλιση απόψεων μεταξύ ... Ινδιάνων κι επιστημόνων, ότι δηλαδή τα όντα της φύσης έχουν ψυχή και λόγο. Αρα θα πρέπει να έχουν και ...ψήφο, θα πρόσθετε κανείς. Και οι δύο φαίνεται να συμφωνούν ότι η Γη είναι ο κοινός μας πολιτικός πολιτισμός κι όχι η Αγορά της Αθήνας, σύντροφε Καστοριάδη. Κι ότι η διάκριση φύσης και πολιτισμού – nature vs. culture - είναι μια καταστροφική δυτική επινόηση, όπως επίσης και η απίστευτα αλλαζονική έκφραση «το φυσικό μας περιβάλλον». Ένας δημοκρατικός ανιμισμός λοιπόν θα αποτελούσε αληθινή εκβάθυνση της δημοκρατίας ακυρώνοντας την διάκριση αυτή και αποκαθιστώντας την φύση όχι απλά ως καταφύγιο σε καιρούς κρίσης ή ως πολιτική στάση στα πλαίσια της δυτικής οικολογίας, αλλά ως προνομιακό πεδίο μιας νέας δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης, του οποίου το σύνταγμα και οι νόμοι θα γραφτούν με βάση την ενεργειακή δικαιοσύνη του πλανήτη και στου οποίου τα ανιμιστικά κοινοβούλια θα έχουν εξέχουσα θέση οι μέλισσες, τα δελφίνια και τα «ακραία καιρικά φαινόμενα», για παράδειγμα. Αυτόν τον καιρό, τα κινήματα (π.χ. των ιθαγενών) της Λατινικής Αμερικής κινούνται προς την θεώρηση και πραγμάτωση μιας γεωκεντρικής, θα έλεγα ανιμιστικής, δημοκρατίας με μόνο ηθικό-πολιτικό άξονα την κοινή μας γη και φιλοσοφικό ορίζοντα την κοινή «καλή ζωή» (bien vivir) όλων των πλασμάτων πάνω της. 

Αντί επιλόγου μια διευκρίνιση. Η ανιμιστική δημοκρατία, η δημοκρατία της γης, το buen vivir δεν είναι οικολογικά συνθήματα, εκπορευόμενα από μια χιλιαστική (και απόλυτα νεωτερική) θέση για τις επερχόμενες καταστροφές που θα υποστούμε αν το αγνοήσουμε, αλλά ούτε από μια ρομαντική επιστροφή στην φύση, βασισμένη στην άλλη όψη του δυτικού νεωτερισμού, την μονολιθική απέχθεια απέναντι στην πόλη και την τεχνολογία. Η ανιμιστική δημοκρατία είναι συλλογικές μορφές αυτομόρφωσης ανοικτές σε έναν παγκόσμιο διάλογο με βάση και στόχο όχι την πρωτοκαθεδρία της δυτικής επιστήμης, ούτε την μοναδικότητα του ιδιαίτερου χωριού μας. Πρόταγμα και πρόκληση είναι μια αντιπολιτικά νομαδική, ερευνητικά αλληλλέγυα, δημοκρατικά ανιμιστική και άρα αληθινά παγκόσμια - αλλά και χαοτική - αλήθεια.   

Κείμενο εισήγησης στο φόρουμ "Ευημερία χωρίς Ανάπτυξη"


Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας


laxeio
Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.
Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.
Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]
Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».
Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.
Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί
Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».
Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.
Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].
Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.
Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.
Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.
Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.
Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.
_____________________________________________________________________________
[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Αποανάπτυξη: Το τέλος (;) της ανάπτυξης

Γιώργος Καλλής: «Αποανάπτυξη: Το τέλος (;) της ανάπτυξης»

αποαναπτ1
Το Περιοδικό - Οικολογία + Περιβάλλον - 19/02/2015
Με αφορμή το Φόρουμ – Πολιτικό εργαστήρι «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη: προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού», που διεξάγεται στο Πολυτεχνείο από τις 20 έως και τις 22 Φεβρουαρίου, αναδημοσιεύουμε μία συνέντευξη που έδωσε στον Αλέξανδρο Παναγόπουλο, για το περιοδικό fractal, ο Γιώργος Καλλής, καθηγητής πολιτικής οικολογίας και οικολογικών οικονομικών στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ο οποίος θα συμμετέχει στο τριήμερο αυτό Φόρουμ στο Πολυτεχνείο.
Θεωρούμε, όπως γράφαμε και σε ένα από τα πρώτα άρθρα -και όχι μόνο- που ανεβάσαμε στο Περιοδικό, ότι το ζήτημα της ευημερίας αποτελεί βασικό ζητούμενο και κριτήριο προόδου μιας κοινωνίας και ότι είναι καιρός να αρχίσουμε να αποσυνδέουμε την έννοια και τη διαδικασία της ευημερίας από την κυρίαρχη αντίληψη της σχέσης της με την ανάπτυξη. Κι αν ακόμα μας φαίνεται δύσκολο να φανταστούμε μία κοινωνία χωρίς το ζητούμενο της οικονομικής ανάπτυξης να την οδηγεί, ας σκεφτούμε, τουλάχιστον, με πόσα πράγματα είναι συνυφασμένο το ζητούμενο αυτό: ανισότητα, εξαθλίωση, κοινωνική αδικία, καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, εξάντληση των φυσικών πόρων. Αλήθεια, μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη; Ή, μήπως, θα ήταν καλύτερο –βιωσιμότερο- να στρέψουμε την προσοχή μας αλλού; Περισσότερα, στη συνέντευξη που ακολουθεί:
Kallis2
Γιώργος Καλλής
«… Ήταν μία ψεύτικη ανάπτυξη, ανάπτυξη στα χαρτιά βασισμένη στο χρέος…». Με τα λόγια αυτά περιγράφει στο fractal ο Γιώργος Καλλής τη διαδικασία παραγωγής πλούτου τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια στη Δύση στιγματίζοντάς την ως βασική αιτία της κρίσης. Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις ακαδημαϊκών δασκάλων, ιδίως του κλάδου της οικονομικής επιστήμης, που τολμούν να μιλούν και να προωθούν προτάσεις και ιδέες εκτός της ορθοδοξίας που επικρατεί στον χώρο τους. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι προτάσεις αυτές αμφισβητούν ευθέως το κυρίαρχο μοντέλο της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης ως αντιοικολογικό και αντικοινωνικό. Σ΄ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο καθηγητής πολιτικής οικολογίας και οικολογικών οικονομικών στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης Γιώργος Καλλής, ο οποίος μιλάει στο fractal για την ιδέα της αποανάπτυξης. Μία θεωρία που ξεπήδησε από τον κλάδο των οικολογικών οικονομικών και αρνείται την ανάπτυξη με την παραδοσιακή της έννοια υποσχόμενη ταυτόχρονα οικολογική ευαισθησία και δημοκρατική εμβάθυνση.
- Ακούμε διαρκώς τα τελευταία 4-5 χρόνια ερμηνείες και προσεγγίσεις από οικονομολόγους από διαφορετικές σχολές γύρω από τις αιτίες και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης όπως και για πιθανές λύσεις. Πώς θα μπορούσε όμως να περιγραφεί η κρίση με όρους των οικονομικών της οικολογίας; Ποια μπορεί να είναι η αφήγηση της από οικολογική σκοπιά;
H οικολογία λέει ότι η ιδέα της διαρκούς ανάπτυξης χωρίς όρια είναι ανθρώπινη επινόηση και δεν είναι συμβατή με τη φύση. Τίποτα στον φυσικό κόσμο δεν αναπτύσσεται επ’ αόριστον. Η ιδέα ότι η οικονομία συνεχώς μπορεί να αυξάνεται στους ρυθμούς ανάπτυξης που εμείς έχουμε αποφασίσει ότι χρειαζόμαστε για να αναπαράγεται το κεφάλαιο, δηλαδή 2-3% τον χρόνο, αυτή η ιδέα λοιπόν συναντά αργά ή γρήγορα οικολογικά, και όχι μόνον, όρια. Επί του προκειμένου, ήδη από τη δεκαετία 1970-80 συνάντησε ενεργειακά όρια, με την αύξηση της τιμής του πετρελαίου αλλά και της τιμής των πρώτων υλών. Συνάντησε όμως και κάποια άλλα όρια. Στις αναπτυγμένες οικονομίες της δύσης – πράγμα που γνωρίζουμε από τα παραδοσιακά οικονομικά όχι μόνο από τα οικολογικά οικονομικά – οι ταχείς ρυθμοί ανάπτυξης συναντώνται είτε σε μια οικονομία στα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισής της είτε μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Η περίοδος ταχείας ανάπτυξης στην Δύση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Το ίδιο και η Κίνα σήμερα, μία μικρή οικονομία που τώρα εκβιομηχανίζεται, αλλά αφού ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, θα φτάσει και αυτή χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για μία ήδη μεγάλη οικονομία να συνεχίζει να μεγαλώνει συνέχεια με 2, 3 ή 4% κάθε χρόνο. Είναι και μαθηματικά αδύνατο αλλά και οικολογικά αφού, αργά ή γρήγορα, υπεισέρχονται σημαντικοί περιορισμοί. Αυτό που συνέβη από τη δεκαετία του 1980 και μετά ήταν ότι, αφού δεν ήταν δυνατή η περαιτέρω μεγέθυνση των οικονομιών στις χώρες της Δύσης, αλλά ήταν απαραίτητη δεδομένου του τρόπου που λειτουργεί ο καπιταλισμός, η λύση που βρέθηκε – και δεν εννοώ εδώ ότι υπήρχε κάποια συνωμοσία – αλλά η λύση στην οποία έμμεσα κατέληξαν τα πράγματα ήταν ο δανεισμός και η αύξηση του χρέους. Αύξηση και του δημόσιου χρέους, όπως στην Ελλάδα, αλλά και του ιδιωτικού χρέους όπως στις περισσότερες άλλες χώρες. Δεν κάναμε κάτι ιδιαίτερο εμείς εδώ να αυτομαστιγωνόμαστε. Όλοι δανείστηκαν προκειμένου να διατηρήσουν αυτή την ψεύτικη ανάπτυξη, η οποία ήταν ανάπτυξη στα χαρτιά, ανάπτυξη με χρέος, με χρηματικά παράγωγα, με λογικές «θα πληρώσουμε μετά από 20 χρόνια …» κλπ.. Αυτό συνέβη σε όλες τις χώρες με φούσκες, στην αγορά κατοικίας, στα χρηματοπαράγωγα, στον οικογενειακό δανεισμό κοκ.
- Δηλαδή όπως το περιγράφετε τα οικολογικά οικονομικά κατά κάποιον τρόπο επαναφέρουν στη συζήτηση για την οικονομική ανάπτυξη το ζήτημα των φυσικών πόρων. Ότι δηλαδή η εκμετάλλευση και διανομή τους έχει κάποια όρια.
Ναι, όμως τα οικολογικά οικονομικά μας υπενθυμίζουν και κάτι άλλο: ότι υπάρχουν και επιπτώσεις. Η οικονομική διαδικασία παράγει και απόβλητα. Και όταν λέω απόβλητα δεν εννοώ μόνο σκουπίδια και τοξικά απόβλητα, τα οποία επίσης είναι σημαντικά, αλλά το πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή είναι οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα, που είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο σαν στρουθοκάμηλοι επιμένουμε να αγνοούμε. Η αλλαγή του κλίματος, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη, ένα προς ένα, με τη μεγέθυνση της οικονομίας είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, στο οποίο δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να υπάρχει λύση. Yποτίθεται ότι ειδικοί και κυβερνήσεις συζητούν, ενημερώνονται και διαπραγματεύονται, αλλά φυσικά ποτέ δεν καταλήγουν σε καμία συμφωνία, αφού κανείς δεν τολμά να πει όχι στην ανάπτυξη. Το πρόβλημα εν τω μεταξύ διογκώνεται και ήδη βιώνουμε τα πρώτα αποτελέσματα. Aν οι επιστήμονες έχουν δίκιο, σε 20-30 χρόνια θα μιλάμε για τεράστιες αλλαγές και καταστροφές. Oπότε και από τις δύο πλευρές, και από την πλευρά της εκμετάλλευσης πόρων αλλά και από την πλευρά της εκροής αποβλήτων, η οικονομία περιορίζεται από το φυσικό περιβάλλον, θα έλεγα καλύτερα ότι εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον.
- Στην έρευνα και το έργο σας κεντρική θέση κατέχει η έννοια της «αποανάπτυξης» η οποία συνδέεται με αυτές τις οικολογικές διαστάσεις. Μπορείτε να μας εξηγήσετε σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η έννοια σε σχέση την οικονομία;
Ναι, ας το δούμε με την ανάγνωση που έκανα πριν. Δηλαδή της κρίσης, και της οικολογικής και της οικονομικής, ως προϊόν της υπέρμετρης ανάπτυξης η οποία ούτε εφικτή είναι ούτε επιθυμητή. Και δεν είναι εφικτή για τους λόγους που είπα, διότι υπάρχουν όρια στους πόρους και γιατί την κάνουμε εφικτή με δανεισμό και με ψεύτικο χρήμα. Aλλά δεν είναι και επιθυμητή γιατί, ακόμη και αν συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε, έστω και με 1-2 % τον χρόνο, αυτό σημαίνει τεράστια αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε 30-40 χρόνια, πράγμα που θα είναι καταστροφικό για τον πλανήτη. Δεν είναι και επιθυμητή όμως γιατί σε τίποτα δεν βελτιώνει το επίπεδο ζωής. Είναι μήπως ο μέσος Έλληνας πιο ευτυχισμένος σήμερα από ότι ήταν 30 χρόνια πριν επειδή η οικονομία μας είναι δυο φορές μεγαλύτερη; Οπότε υπό καμία έννοια δεν νομίζω ότι υπαρχει λόγος να συνεχίσουμε την ανάπτυξη. Αλλά ξέρουμε, και το ξέρουμε πολύ καλά εδώ στην Ελλάδα, ότι η έλλειψη ανάπτυξης εντός ενός συστήματος καπιταλιστικού, η έλλειψη αύξησης του ΑΕΠ δηλαδή, σύντομα φέρνει προβλήματα, ανεργία, αδυναμία αποπληρωμής χρεών, κ.ο.κ. Οπότε η αποανάπτυξη τι λέει; Η αποανάπτυξη λέει ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε και να αυτοκαταστρεφόμαστε. Πρέπει να ξεφύγουμε, να δραπετεύσουμε από αυτόν τον στόχο της ανάπτυξης, να φτιάξουμε ένα καλύτερο αύριο αλλά χωρίς να πρέπει να αναπτύσσεται η οικονομία, χωρίς να προσπαθούμε συνέχεια να αυξάνουμε το ΑΕΠ. Γνωρίζουμε βέβαια ότι αυτό εντός των οικονομιών που ζούμε δεν γίνεται, οπότε πρέπει να φτιάξουμε κάτι καινούργιο, μια κοινωνία η οποία να είναι βιώσιμη χωρίς ανάπτυξη. Αυτή είναι πολύ χονδρικά η ιδέα της αποανάπτυξης. Αυτό δεν σημαίνει την αντίστροφη διαδικασία της ανάπτυξης, δεν σημαίνει μείον 2% ΑΕΠ τον χρόνο. Αυτό είναι ύφεση, είναι καταστροφή. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την έλλειψη ανάπτυξης σε μια κοινωνία ανάπτυξης. Απονανάπτυξη σημαίνει απελευθέρωση, να απελευθερωθούμε από την μανία της ανάπτυξης, να επιδιώξουμε το συλλογικό ευ ζην, χωρίς να το μετράμε σε ευρώ.
- Είναι λοιπόν μία θεωρία οικονομική-οικολογική αλλά και βαθιά πολιτική όπως την περιγράφετε. Από αυτή την άποψη τα γνωστά οικολογικά πολιτικά κόμματα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη έχουν εγγράψει στοιχεία αυτής της θεωρίας στα προγράμματά τους;
Φυσικά την συζητούν αφού είναι μια ιδέα η οποία προέρχεται από το οικολογικό κίνημα. Τη συζητούν αλλά θα έλεγα ότι διστάζουν γιατί, όπως καταλαβαίνετε, πολιτικά ο όρος είναι ριψοκίνδυνος και δύσκολος να τον εξηγήσεις στον πολύ κόσμο στα 5 λεπτά που έχεις πρόσβαση στην τηλεόραση τον χρόνο. Θα έλεγα ότι γενικώς είναι μοιρασμένα τα πράγματα εντός των πράσινων κομμάτων. Δηλαδή κάποιοι την πιστεύουν την ιδέα, γιατί έχει να κάνει με βασικές αρχές του οικολογικού κινήματος. Κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να είναι αιθεροβάμονες. Πιστεύουν ότι με ανάπτυξη και τεχνολογική πρόοδο μπορούμε και να λύσουμε τα οικολογικά προβλήματα και να συνεχίσει να αναπτύσσεται εσαεί η οικονομία, πράσινη αυτή την φορά. Τώρα κάποια πράσινα κόμματα, όπως στην Καταλονία για παράδειγμα, βάζουν επιλεκτικά το θέμα της αποανάπτυξης στο πρόγραμμά τους εννοώντας κυρίως μείωση της κατανάλωσης φυσικών πόρων. Δεν εννοούν όμως απαραίτητα εγκατάλειψη του στόχου της ανάπτυξης της οικονομίας, συνήθως μιλούν για επιλεκτική αποανάπτυξη κάποιων συγκεκριμένων τομέων, τομέων που μολύνουν πολύ.
 Kallis1
- Άρα θα λέγαμε ότι η όλη ιδέα της «αποανάπτυξης» για την ώρα έχει περισσότερο κινηματικό χαρακτήρα παρά καθαρά πολιτικό.
Ναι, κινηματικό και επιστημονικό .
- Στη συζήτηση για την αποανάπτυξη η Αριστερά τι θέση μπορεί να έχει κατά τη γνώμη σας;
Ποια θέση μπορεί ή ποια θέση θα έπρεπε να έχει; Πιστεύω ότι θα έπρεπε να την ενστερνιστεί μια και είναι μια ιδέα κατεξοχήν αριστερή. Ο κινηματικός χαρακτήρας του εγχειρήματος είναι εντός της Αριστεράς. Και στην Ελλάδα και στην Ισπανία που γνωρίζω, στη βάση της Αριστεράς, στα νέα παιδιά που είναι οργανωμένα στον αριστερό ή στον αυτόνομο χώρο, η αποανάπτυξη είναι μια ιδέα που είναι αρκετά προσφιλής. Από την άλλη, η παραδοσιακή Αριστερά έχει και αυτή την αναπτυξιομανία της. Περισσότερο οι παλαιότερες γενιές θα έλεγα, αυτοί που μεγαλώσαν με τον Δρόμο με τις Φάμπρικες και τα 5ετή προγράμματα και είναι προσκολλημένοι στην ιδέα της εγχώριας παραγωγής και της κρατικής παρέμβασης προκειμένου να αναπτυχθεί η οικονομία. Υπάρχει φυσικά και θεωρητικό υπόβαθρο σε αυτές τις ιδέες που, απλουστευτικά, μπορούμε να πούμε ότι έχουν να κάνουν με την ιδέα ότι η έλευση του σοσιαλισμού απαιτεί πρώτα την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής. Φυσικά, από την εποχή που έγραφε ο Μαρξ, τα μέσα παραγωγής έχουν υπεραναπτυχθεί, ένας φτωχός σήμερα ζει πιο πολλά χρόνια και με πρόσβαση σε περισσότερα υλικά αγαθά απ’ ότι ένας βιομήχανος την εποχή του Μαρξ, αλλά ο σοσιαλισμός ακόμα να έρθει και οι ανισότητες συνεχίζουν να αυξάνονται. Όχι, ο σοσιαλισμός και η ιδέα της ισότητας τίποτα δεν έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη. Μάλλον το αντίθετο. Αν αποφασίσουμε ότι έχουμε αρκετά πια, ίσως έρθει η ώρα να τα μοιράσουμε και πιο δίκαια.
Νομίζω λοιπόν ότι η ιδέα της αποανάπτυξης ταιριάζει πολύ στην Αριστερά υπό την έννοια ότι δίνει και ένα νέο λεξιλόγιο, μία νέα ιδέα, για να πει και να προτείνει κάτι καινούριο. Διότι νομίζω ότι δεν πείθει πια αυτή η ιστορία, δηλαδή άντε να πάρει η Αριστερά στα χέρια της το κράτος, να σταματήσει τις ιδιωτικοποιήσεις, να αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται και να λυθούν όλα τα προβλήματα. Άλλωστε τα ίδια προβλήματα αναπαράγει η Αριστερά και εκεί που έχει πάρει την πολιτική εξουσία. Δείτε τι γίνεται στην Λατινική Αμερική. Ο Μοράλες ή ο Κορέα εκλέχθηκαν στηριζόμενοι στα αυτόχθονα και στα οικολογικά κινήματα που ήταν ενάντια στις εξορύξεις. Και τι έκαναν αυτοί; Συνέχισαν τις εξορύξεις εντατικότερα, και κερδίζουν τις εκλογές στην πλάτη νέων φουσκών, με επενδύσεις σε δρόμους, χτισίματα και τα γνωστά αναπτυξιακά. Δεν θα αμφισβητήσω ότι διένειμαν τον πλούτο καλύτερα από τους κλεπτοκράτες τους οποίους διαδέχθηκαν, δηλαδή ότι έδωσαν μεγαλύτερο μέρος της πίτας στα χαμηλά στρώματα, αλλά συνεχίζουν με πολιτικές οι οποίες είναι καταστροφικές, τόσο για το περιβάλλον όσο και για τις ίδιες τις χώρες τους. Και σε τίποτα φυσικά δεν τα έβαλαν με το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπως διατείνονταν, αντιθέτως έγιναν οι καλύτεροι προμηθευτές του. Ο Κορέα τώρα καθιστά παράνομες τις περιβαλλοντικές οργανώσεις στον Ισημερινό, και ο Μοράλες τα βάζει με τους αυτόχθονες. Αυτούς που τους ψήφισαν.
- Η ίδια η αποανάπτυξη όμως δεν προϋποθέτει και μία αλλαγή σχετική με ζητήματα πολιτικής εκπροσώπησης; Πώς αντιμετωπίζει δηλαδή τους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας (κοινοβουλευτισμό, εκλογές, κόμματα, δικαιώματα); Αναγνωρίζει την αξία και τη σημασία τους ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να συγκροτηθεί ένα αυταρχικό κράτος στο όνομά της;
Όχι, αυτό το ενδεχόμενο δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το πώς εννοώ εγώ την αποανάπτυξη, αν και είναι αλήθεια ότι ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος αν κρίνω από αυτά που ακούω από ορισμένους αντιδραστικούς ή συντηρητικούς οικολόγους, οι οποίοι λένε ότι, αφού ο απλός κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα, χρειάζεται μια παγκόσμια κυβέρνηση να επιβάλλει αυστηρά όρια. Ποιος θα εκλέξει και ποιος θα ελέγξει όμως αυτή την κυβέρνηση αν όχι οι απλοί άνθρωποι που υποτίθεται ότι δεν ξέρουν και χρειάζονται τους ειδικούς για να τους πουν τι πρέπει να κάνουν;
Όχι, η ιδέα που έχω εγώ και έχουν και οι άνθρωποι που δουλεύουμε μαζί, είναι ότι αποανάπτυξη και εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κρατάμε δηλαδή τους δημοκρατικούς θεσμούς που έχουμε κατακτήσει, και οι οποίοι εκφυλίζονται, και όχι μόνο αυτό, τους πάμε πολύ βαθύτερα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα κενό δημοκρατίας σε μεγάλο βαθμό. Δηλαδή πηγαίνουμε να ψηφίσουμε κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ δυο κομμάτων που πάνω κάτω λένε τα ίδια πράγματα και, στη συνέχεια, όποιο εκλεγεί, ό,τι αποφασίζει και υποδείξει, αυτό πρέπει να το δεχόμαστε για τέσσερα χρόνια, επειδή ψηφίσαμε μια φορά. Και ποιοι ψηφίζουν; Ψηφίζουν το 40% του πληθυσμού, στις δημοτικές εκλογές βλέπω σε διάφορους δήμους ψηφίζει το 10%. Αυτά είναι πληγή της δημοκρατίας, δεν είναι μία κανονική δημοκρατία.
- Ναι, πιο πολύ μοιάζει με τη μεταδημοκρατία που περιγράφει ο Κόλιν Κράουτς.
Ναι, είναι μεταδημοκρατία, γιατί δεν έχουμε πια πραγματική επιλογή. Αυτό βλέπει ο κόσμος και δεν πάει να ψηφίσει. Η αποανάπτυξη, ή τουλάχιστον αυτοί που γράφουμε για την αποανάπτυξη, εμπνεόμαστε από θεωρίες περί άμεσης δημοκρατίας. Δηλαδή περί διαδικασίων οι οποίες κάνουν τη δημοκρατία όχι απλώς μόνο ένα εκλογικό δικαίωμα κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά την καθιστούν βαθιά και ουσιαστική. Ο Καστοριάδης φυσικά έχει γράψει πολλά για αυτό το θέμα και είναι ένας από τους συγγραφείς που διαβάζεται πολύ από αυτούς που μιλούν για αποανάπτυξη. Επίσης, το κίνημα των πλατειών συμβολίζει πάρα πολύ αυτή την ιδέα, την ιδέα δηλαδή ότι δεν μας αρκεί πια αυτή η κοινοβουλευτική δημοκρατία, θέλουμε πραγματική, άμεση δημοκρατία. Δεν θέλουμε φυσικά να καταργηθεί το κοινοβούλιο, αλλά θέλουμε να ανοίξει η δημοκρατία ως διαδικασία.
- Το ρωτάω περισσότερο διότι θα μπορούσε από κάποιους να χρησιμοποιηθεί πιθανώς κι εκ του πονηρού ως μία αντιδημοκρατική πρόταση.
Το να λέμε ότι η υπάρχουσα δημοκρατία δεν αρκεί, δεν σημαίνει ότι είμαστε κατά της δημοκρατίας, σημαίνει ότι θέλουμε να την πάμε παραπέρα. Τα πολιτικά συστήματα είναι για να αλλάζουν, η ιδέα του τέλους της ιστορίας ευτυχώς τελείωσε. Αυτό που λέω είναι ότι ο κοινοβουλευτισμός και έχει εκφυλιστεί και δεν αρκεί. Μπορούμε να πούμε ότι ο κοινοβουλευτισμός και η αντιπροσώπευση σε κάποια θέματα από αιρετούς, που επιλέγουμε κάθε τέσσερα χρόνια, είναι το ελάχιστο. Από εκεί και πέρα υπάρχει η καθημερινότητα και η καθημερινή διαβούλευση. Η δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας, που παίρνουμε σαν παράδειγμα, δεν είχε σχέση με την σημερινή δημοκρατία. Δεν ψήφιζαν κάθε τέσσερα χρόνια και μετά πηγαίναν σπίτια τους και έκαναν τη δουλειά τους. Σήμερα αυτή είναι η ιδέα της δημοκρατίας. Δεν μπορείς να διαμαρτύρεσαι για τίποτα μας λένε, αφού ψήφισες πριν τέσσερα χρόνια, αν θες περίμενε για να ξαναψηφίσεις σε άλλα τέσσερα. Δεν ήταν ποτέ αυτό αυτή η ιδέα της δημοκρατίας.
αποαναπτ2
- Κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης στην Ελλάδα οργανώθηκε μία συστηματική προσπάθεια από τις οικονομικές, πολιτικές και μιντιακές ελίτ της χώρας να αποδοθεί η κρίση σε χρόνιες ελληνικές στρεβλώσεις και παθογένειες ώστε αφενός να περάσουν ομαλότερα τα μέτρα λιτότητας και αφετέρου να απαξιωθεί ακόμη περισσότερο ο ρόλος του κράτους στην οικονομία με αποτέλεσμα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις να φαντάζουν αναπόφευκτες. Αν και στην Ισπανία η κρίση ξεκίνησε από το τραπεζικό σύστημα (φούσκα στεγαστικών δανείων), παρατηρήθηκε εκεί μία αντίστοιχη δαιμονοποίηση του κράτους, το μεγάλο ή κακό κράτος;
Παντού υπάρχει αυτή η δαιμονοποίηση, η οποία έχει αρχίσει από την εποχή της Θάτσερ και του Ρήγκαν, και κάθε τόσο επιστρέφει δριμύτερη. Πάντως, αν ήθελα να μπω σε συγκρίσεις, θα έλεγα ότι στην Ισπανία ακούμε λιγότερο για το κακό κράτος ή τους υπεράριθμους υπαλλήλους, αν και οι περικοπές στα νοσοκομεία και στα σχολεία και εδώ καλά κρατούν. Η διαφορά φυσικά από την Ελλάδα είναι ότι εδώ δεν είναι τόσο το κράτος το ίδιο το οποίο είναι χρεωμένο, όσο οι τράπεζες οι οποίες έδωσαν απλήρωτα στεγαστικά δάνεια σε πολύ κόσμο. Πάνω από τρία εκατομμύρια σπίτια στην Ισπανία παραμένουν άδεια. Αν φυσικά καταρρεύσουν οι τράπεζες το κράτος θα κληθεί να τις καλύψει. Για αυτό και είχε μεγαλώσει τόσο το κόστος δανεισμού της Ισπανίας, το οποίο μετά τις διαβεβαιώσεις του Ντράγκι έχει πέσει πάλι σε χαμηλά επίπεδα. Το μεγάλο αναπτυξιακό φαγοπότι στην Ισπανία είχε άλλα χαρακτηριστικά από το δικό μας. Έγινε από τις περιφερειακές τράπεζες στα συμβούλια των οποίων είχαν θέση οι τοπικοί κυβερνώντες και οι οποίες έδιναν απίστευτα δάνεια για να στηρίζουν τους μεγαλοεργολάβους με «αναπτυξιακά» έργα όπως το αεροδρόμιο φάντασμα της Ciudad Real, το οποίο είναι έτοιμο αλλά παραμένει κλειστό, αφου κανείς δεν θέλει να πετάξει εκεί. Μιλάμε για ένα κύκλωμα πολιτικών, εργολάβων και τραπεζιτών οι οποίοι καταλήστευσαν ουσιαστικά τον δημόσιο πλούτο.
Το ζήτημα εδώ λοιπόν δεν είναι η διαχείριση των ταμειών, των συντάξεων ή των δημόσιων οργανισμών. Οι περικοπές γίνονται απλώς για να αυξηθεί η πιστοληπτική ικανότητα της Ισπανίας και να πέσει το κόστος δανεισμού. Τώρα βέβαια γίνεται και στην Ισπανία όλη αυτή η κουβέντα «δεν κάναμε το ένα, δεν κάναμε το άλλο, δεν παράγουμε τίποτα, είμαστε τεμπέληδες, να κόψουμε τις σιέστες…», πράγματα τελείως γελοία. Να πεις στην Ελλάδα ότι δεν έχουμε παραγωγική οικονομία, πάει κι έρχεται, που πάλι αλήθεια δεν είναι. Να το πεις στην Ισπανία όμως, χώρα με βιομηχανίες κολοσσούς, στον χώρο της ένδυσης ή του αυτοκινήτου, με τεράστια εξαγωγική αγροτική οικονομία, μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου; Για ποιους τεμπέληδες Μεσόγειους μιλάμε; Το ξέρετε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ οι Έλληνες δουλεύουν πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε λαό στην Ευρώπη και οι Γερμανοί ή οι Ολλανδοί το λιγότερο; Το να έχουν οι εργαζόμενοι κοινωνικά δικαιώματα και ελεύθερο χρόνο είναι στοιχείο πολιτισμού, όχι τεμπελιά. Ας αφήσουμε την σιέστα ήσυχη.
- Κατά τη γνώμη σας αυτή η διαδικασία δημιουργίας και αναπαραγωγής δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού έχει ποτέ τέλος;
Το ύστερο καπιταλιστικό σύστημα βασίζεται στο δανεισμό, δεν μπορεί να προχωρήσει, δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς δανεισμό. Πρόκειται για φαύλο κύκλο. Δανείζεσαι για να αναπτυχθείς και μετά υποτίθεται αναπτύσσεσαι για να αποπληρώνεις τα δάνεια. Δεν υπάρχει χώρος για μια σταθερή οικονομία, για μια στιγμή που θα μπορεί η οικονομία να πει, όπως ο λέει ο καθένας μας “αρκετά, έχω αρκετά”. Νομίζω ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί μόνο να μεγαλώνει ή να καταρρέει και εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα. Δηλαδή αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα πρέπει να πουλήσουμε τα πάντα για να αρχίσουμε να αναπτυσσόμαστε 6-7% το χρόνο για να ξεπληρώσουμε τα δάνεια, και μετά να δανειστούμε για να διατηρήσουμε τους ρυμούς ανάπτυξης κ.ο.κ.. Ένας τεράστιος φαύλος κύκλος ο οποίος κάπως πρέπει να σπάσει. Αυτό είναι η αποανάπτυξη. Η πρόταση ότι αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί και πρέπει επιτέλους να σπάσει.http://www.toperiodiko.gr