Σελίδες

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ο φράχτης της Ελευθερίας

Ο φράχτης της Ελευθερίας (αναδημοσίευση)




Την επόμενη ημέρα θα σε δω σκυφτό στην πόρτα με το χαρτί της κατάσχεσης στο χέρι. Θα σε δω στα εξωτερικά ιατρεία των δημοσίων νοσοκομείων να παρακαλάς να εισαχθείς και θα παίρνεις ως απάντηση “δεν έχεις ασφαλιστική κάλυψη”. Θα σε δω στα σκαλιά της εφορίας να κρατάς τους φακέλους που δικαιολογούν το “δεν έχω” αλλά δεν θα δικαιολογούν πώς έχεις το δικαίωμα να αναπνέεις αφορολόγητα....

Θα σε δω στην αναμονή της εισόδου των δικαστικών αιθουσών να περιμένεις να απολογηθείς με δικηγόρους τραπεζών απέναντί σου γιατί είχες το όνειρο κάποτε να στεγάσεις την ζωή σου είτε σε σπίτι, είτε σε μια δουλειά κάνοντας τα χέρια σου χρήσιμα. Θα δω να σου κόβουν τα χέρια και την γλώσσα στο εδώλιο του δικαστηρίου καταντώντας σε άχρηστο και ακίνδυνο.

Θα σε δω στους δρόμους να παραπατάς και να μην λες “καλημέρα” σε κανέναν. Θα σε δω να ψάχνεις τον εχθρό στον διπλανό σου και θα δω τον διπλανό σου να σε προσπερνά ως αόρατο. Ακόμα αυτός έχει να εισπράττει από το καθήκον του υπέρ Προδοσίας.

Ξέρω τι θα δω γιατί το έχω ξαναδεί, γιατί με έχω δει έτσι όπως θα δω εσένα. Ξένο ανάμεσα στους συμπατριώτες σου να ψάχνεις το γιατί σε πρόδωσαν πάλι τα “ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα” που ξεστομίστηκαν με άνεση και άνευ αιδούς πάνω σε προεκλογικές εξέδρες από ανθρωπάρια του κερατά. Θα βρίζεις τον εαυτό σου που πάλι πιάστηκες στα δίχτυα των λόγων και όχι των πράξεων. Που άκουγες αλλά δεν έβλεπες τι έκρυβε το βλέμμα τους όταν ξεστόμιζαν "πατρίδα", "Ελλάδα", "ελπίδα", "αξιοπρέπεια" και "ΟΧΙ".

Την επόμενη ημέρα θα ανοίξεις το παράθυρο και δεν θα σε συγκινεί πια ο ελληνικός ήλιος. Θα κλείνεις τα παντζούρια μη και σταματήσει η φασαρία των “Γιατί” που ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι σου. 
Στα μαγνητάκια στην πόρτα του ψυγείου δεν θα κολλάς πια το “Να μην ξεχάσω να ζήσω” αλλά το “Δεν πάει άλλο”. Θα φθάσεις στο σημείο να συρρικνωθείς τόσο ψυχολογικά που θα νομίζεις ότι το μυρμήγκι που τρύπωσε στο κουτί με την λιγοστή σου ζάχαρη μπορεί να σε καταπιεί.
Θα δω το περήφανο παράστημά σου να γίνεται φιγούρα με τους ώμους σκυφτούς. 
Θα σε δω να σταματάς στην πλατεία της πόλης σου και να κοιτάς την ελληνική σημαία που κρέμεται στα κατοχικά κτήρια δημοσίων υπηρεσιών και θα αναρωτιέσαι ποιας χώρας σημαία είναι τούτη. Της δικής σου ή των προδοτών; Θα νιώσεις ότι σου πήραν την σημαία από τα χέρια ύπουλα και μεθοδικά χωρίς να έχουν τον ανδρισμό να σε απειλήσουν.

Την επόμενη ημέρα που τα έδρανα της Βουλής θα έχουν τακτοποιήσει τους κατοχικούς υπαλλήλους τους να ξεκινήσουν το νέο θέατρο της κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μέσα στο παλάτι του Συντάγματος, εσύ θα στέκεις μπροστά από το δέντρο του Χριστούλα ψάχνοντας να βρεις μία ξεραμένη στάλα αίματος να σου θυμίζει ότι το Σύνταγμα υπερασπίζεται ελεύθερους ανθρώπους και όχι σκλάβους.

Την επόμενη ημέρα δεν θα με ξέρεις, ούτε θα σε ξέρω. Σίγουρα όμως θα ξέρουμε και οι δυο ότι ο φράχτης που χώριζε τα χωράφια μας πριν την επόμενη ημέρα μπήκε ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς. 
Η μοναξιά στην Ελλάδα ήταν πάντα ζυγού αριθμού, προδομένε συνάνθρωπε. 
Την επόμενη ημέρα μετά την τέλεση του δημοκρατικού σου καθήκοντος θα σταθείς στο πλάι αυτού που είδε νωρίτερα αυτά που θα δεις εσύ την επόμενη ημέρα. 

Το καθήκον σου δεν ορίζεται από την ψήφο, αλλά από την ανάγκη σου για ελευθερία. Εκεί θα μπει το σύνορο του φράχτη και εκεί θα δεις ότι Ελλάδα είμαι εγώ, είσαι Εσύ, είναι ο κάθε αντιρρησίας μισθωμένης συνείδησης. http://dikaex.blogspot.gr/2015/09/blog-post_20.html

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

το Ταξίδι στο Παρελθόν του AbelPaz

Για το Ταξίδι στο Παρελθόν του AbelPaz

Η εξουσία είναι της ιστορίας η ευκοιλιότητα
 Νίκος Καρούζος
  Ο ευρύτερος αναρχικός και αντιεξουσιαστικός χώρος, παρασυρμένος από τη σαγήνη του ακτιβισμού και της άμεσης δράσης, συχνά παραβλέπει –αν δεν περιφρονεί κιόλας– την αξία της θεωρίας. Η πολιτική ηγεμονία όμως, πριν γίνει τέτοια, είναι ηγεμονία στο χώρο των ιδεών, των κυρίαρχων αντιλήψεων και των φαντασιακών σημασιών. Μια ελπιδοφόρα στροφή, ωστόσο, του χώρου αυτού σε εκδοτικά εγχειρήματα και περιοδικά παρατηρείται σταθερά τα τελευταία χρόνια, δείχνοντας πως αρκετοί αντιλαμβάνονται, επιτέλους, τη σημασία της ρήσης του Ντουρούτι ότι «σε κάθε πόλη πρέπει να στηθεί κι ένας αναρχικός εκδοτικός οίκος». Καμιά ουσιαστική επαναστατική αλλαγή, εσωτερική και εξωτερική, δεν μπορεί ποτέ να γίνει με άναρθρες κραυγές και συνθήματα. Σαφώς, τα εγχειρήματα αυτά δεν προσφέρονται για άμεσα, εύκολα και εντυπωσιακά αποτελέσματα· απαιτούν από τους φορείς τους κόπο, αφοσίωση, υπομονή κι επιμονή, και λειτουργούν μόνο σε βάθος χρόνου, όπως συμβαίνει με κάθε τι ουσιαστικό στη ζωή. Ό,τι είναι η ανθρακιά για τη φλόγα, είναι και οι επαναστατικές ιδέες για τον σκοπό της ανθρώπινης χειραφέτησης.
      Στην προοπτική αυτή, μόνο ευπρόσδεκτη μπορεί να είναι η εμφάνιση ενός νέου εκδοτικού οίκου, του Κουρσάλ, που εγκαινιάζει την παρουσία του με την επανέκδοση του πολύ σημαντικού βιβλίου του Abel Paz Ταξίδι στο παρελθόν που είχε κυκλοφορήσει πριν χρόνια από την αναρχική εφημερίδα ΑΛΦΑ, σε προσεκτική και καμωμένη με μεράκι μετάφραση του Νίκου Νικολαΐδη.
      Ο Abel Paz (Diego Camacho το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε το 1921 και μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αταλάντευτα αναρχικός καθώς και ένας άνθρωπος γεμάτος πάθος για τη ζωή.1 Αυτό που καθιστά ιδιαιτέρως σημαντικό το βιβλίο του Paz είναι ότι συνδυάζει το πρωτογενές βίωμα ενός που έζησε τη δίνη των γεγονότων (και μάλιστα «από τα κάτω», ως απλός συμμετέχων και όχι ως κάποιος ηγέτης της CNT), με τον αναστοχασμό του ανθρώπου που γράφει για αυτά τα γεγονότα χρόνια μετά (κάθε τόσο ο συγγραφέας επαναλαμβάνει φράσεις του τύπου «βλέποντας τα πράγματα με χρονική απόσταση», «αυτά όμως που περιγράφω τώρα δεν τα αισθανόμασταν έτσι τότε» κλπ.). Το Ταξίδι στο παρελθόν δεν είναι ούτε μαρτυρία που γράφεται ενώ διαδραματίζεται η επανάσταση, αλλά ούτε και η «επιστημονικά ουδέτερη» καταγραφή ενός ιστορικού.
      Ο συγγραφέας του βιβλίου, μολονότι τυπικά όχι λόγιος, διαθέτει μια εκπληκτική συγγραφική δεινότητα στο να μεταφέρει με ζωντάνια τα κρίσιμα στοιχεία αυτού που ως έφηβος έζησε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Εδώ δεν έχουμε τον χώρο να αναφερθούμε εκτενώς σε τέτοιες σκηνές του βιβλίου, αλλά ούτε και χρειάζεται καθώς αυτό μένει να το απολαύσει ο εκάστοτε αναγνώστης, δεν μπορώ ωστόσο να μην μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα. Ο νεαρός Abel Paz έχοντας πάρει κατά τις πρώτες μέρες της επανάστασης ένα τουφέκι αρνείται πεισματικά να το δώσει όταν του το ζητάνε για να φυλάξει σκοπιά με αυτό κάποιος άλλος σύντροφος. Τότε, ένας αναρχικός μεγαλύτερος σε ηλικία τον πλησιάζει και του λέει: «Άκου, μέχρι τώρα η ατομική ιδιοκτησία έχει γεννήσει πολλές αθλιότητες. Η ατομική ιδιοκτησία, για να διατηρηθεί, έχει πάντα ανάγκη από στρατιώτες. Αν είσαι τόσο δεμένος με ένα τουφέκι, εκτός του ότι εκφράζεις το ένστικτο της ιδιοκτησίας, κινδυνεύεις και να μετατραπείς σε στρατιώτη. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε ούτε για την ατομική ιδιοκτησία, ούτε και για να υπάρχουν στρατιώτες». Και συνεχίζει ο Paz: «Ήμουν μπερδεμένος. Δεν ήξερα τι να πω. Κοίταξα το όπλο και μου φάνηκε αντιπαθητικό, σχεδόν μου προκάλεσε αηδία. Έδωσα το τουφέκι στον σύντροφο. Αυτός με κοίταξε σιωπηλός. Με κοίταξε τόσο βαθιά που ακόμα και σήμερα θυμάμαι τα σκούρα μάτια του καρφωμένα στα δικά μου. Έφυγαν κι εγώ ξάπλωσα σε ένα στρώμα.». Αμέτρητες ανάλογες σκηνές, που περιγράφουν το κλίμα της επανάστασης μεταπλασμένο με όρους παραμυθητικούς/μυθολογικούς υπάρχουν διάσπαρτες στο βιβλίο καθιστώντας το, συν τοις άλλοις, συναρπαστικό ανάγνωσμα, όπως για παράδειγμα η σκηνή στην οποία ο νεαρός Diego είδε ένα ζευγάρι συντρόφων να φιλιούνται και το ανέφερε ενοχλημένος σε έναν άλλον σύντροφο για να λάβει την αφοπλιστική απάντηση: «Για άκου μια στιγμή, δεν καταστρέφουμε τις εκκλησίες ούτε προσπαθούμε να ξεριζώσουμε τον καθολικισμό από τα μυαλά των ανθρώπων για να μετατρέψουμε την αναρχία σε θρησκεία. Ο αναρχισμός είναι η ποίηση της ζωής και ο έρωτας είναι η πιο υψηλή της έκφραση. Τι πιο φυσικό από τα να αγαπιούνται, να φιλιούνται και να κάνουν έρωτα ο Ερνέστο και η Πιλάρ; Εσύ δεν είσαι ερωτευμένος;»
      Τι το ξεχωριστό έχει όμως η ισπανική επανάσταση, και μάλιστα ιδωμένη από την μεριά των αναρχικών, ώστε να μας ενδιαφέρει σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος κακοπροαίρετος.
      Καταρχάς, αυτό που την διαφοροποιεί ριζικά από τις άλλες επαναστάσεις που γνωρίζουμε ήταν το ιδιαίτερο πνεύμα της που περιγράφεται στην πρώτη κιόλας ενότητα του βιβλίου η οποία επιγράφεται με τον εύγλωττο τίτλο «Η επαναστατική γιορτή». Αλήθεια, ποιοι άλλοι πλην των αναρχικών θα βίωναν μια επανάσταση ως γιορτή; Για αυτούς το πρώτιστο και αυτό που κυρίως χαρακτήρισε το «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» δεν ήταν ούτε ο πόλεμος («ο πόλεμος εξόντωσε την ποίηση της ζωής, αυτό δηλαδή που εμείς τουλάχιστον θέλαμε να είναι η επανάστασή μας», γράφει ο Paz), ούτε οι μάχες, ούτε οι στρατιωτικοποίηση (άλλωστε ακόμα και στο μέτωπο πηγαίνανε μόνο εθελοντές και ουδέποτε έγινε κάποιου είδους επιστράτευση) –όλα τόσο οικεία όταν φέρνουμε στο νου μας τις παρελθούσες επαναστάσεις– αλλά το εορταστικό πνεύμα των ανθρώπων που παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους τη στιγμή που το κράτος (αυτό το ψυχρότερο από όλα τα τέρατα τέρας, όπως το ονομάζει ο Νίτσε) καταρρέει μαζί με τις δομές του, τις οποίες οι επαναστάτες αυθόρμητα και με επινοητικότητα αντικαθιστούν με άλλες: αντικρατικές, ελεύθερες, αναρχικές. Χρόνια μετά, σε μια ομιλία του στην Ελλάδα ο Paz συνόψισε με τον καλύτερο τρόπο αυτό το πνεύμα: «Θέλετε να μιλάμε για όπλα και για μάχες, για ήρωες και για προδότες. Έτσι δείχνετε ότι δεν έχετε καταλάβει τι ήταν η επανάσταση. Η επανάσταση δεν ήταν ο πόλεμος στην Αραγωνία. Υποχρεωθήκαμε να πολεμήσουμε γιατί μας χτυπούσε ο παγκόσμιος καπιταλισμός και ο φασισμός, ενώ η γαλλική εργατική τάξη έκανε διακοπές μετ’ αποδοχών. Η επανάσταση ήταν οι άντρες κι οι γυναίκες που έκαναν πραγματικότητα την ουτοπία. Ήταν οι δεκαετίες αγώνων. Αν θέλετε να πεθάνετε μπορείτε να το κάνετε οποτεδήποτε, εμένα με ενδιέφερε η ζωή. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για τα χρόνια που πέρασα στη φυλακή, για τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που σκοτώθηκαν. Δεν είναι ο θάνατος που με γοητεύει αλλά η ζωή, γι’ αυτό μιλάω για την επανάσταση»2.
    Το άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ισπανικής Επανάστασης είναι ότι δεν εκτυλίχτηκε «διπολικά», με έναν επαναστατικό πόλο από την μια μεριά και έναν αντεπαναστατικό από την άλλη, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Οι Ισπανοί αναρχικοί είχαν να αντιπαλέψουν τους φασίστες στο μέτωπο (που είχαν την σταθερή υποστήριξη του Χίτλερ και του Μουσολίνι), τους σταλινικούς που με την μονομερή υποστήριξη του Στάλιν θέλαν να χειραγωγήσουν την επανάσταση και να πνίξουν το ελευθεριακό της πνεύμα3, και τους επιτήδειους ουδέτερους αστούς της Ευρώπης που υπό τον φόβο μην εξαπλωθεί ο επαναστατικός οίστρος και στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν έκαναν το παραμικρό για να βοηθήσουν τους αντιφασίστες, αλλά αντιθέτως παραχωρούσαν «προνόμια» στις εργατικές τάξεις των χωρών τους για να αποκοιμίσουν το διεθνές προλεταριάτο.
      Ο συγγραφέας όμως του Ταξιδιού, την ίδια στιγμή που περιγράφει και αναλύει όλα τα παραπάνω στο χρονικό του επουδενί δεν παραβλέπει και αφήνει ασχολίαστα τα λάθη της CNT. Κάτι τέτοιο άλλωστε είναι απολύτως σύμφωνο με το ελεύθερο πνεύμα ενός αναρχικού ο οποίος, μολονότι είναι αφοσιωμένος στην επαναστατική υπόθεση, δεν διέπεται από τον τυφλό, κομματικό φανατισμό ενός στρατευμένου. Κάθε τόσο ο Paz επικρίνει την ηγεσία της CNT για τα λάθη της και για τις αποκλίσεις της από τα ελευθεριακά ιδανικά. Κάνει λόγο για τον διαχωρισμό βάσης-ηγεσίας που παρατηρήθηκε αρκετές φορές, για αυταρχισμό και συγκεντρωτισμό, για την επιβολή ενός διευθυντηρίου που ακύρωνε τον αναρχισμό, για τη ρεφορμιστική στροφή της CNT με το που μπήκε στην κυβέρνηση και ως «φάρμακο» για όλα αυτά, προτείνει αυτό που ο ίδιος και η ολιγομελής ομάδα που συμμετείχε (οι Κιχώτες του Ιδανικού) έπραξαν και τότε: «Να κινούμαστε συνεχώς και να κεντρίζουμε όπως οι σφήκες, δηλαδή να μένουμε πάντα στην αντιπολίτευση, τον μοναδικό τρόπο για να δώσουμε μια ώθηση στον αναρχισμό».
 Αβίαστα μπορεί να προκύψει στον αναγνώστη το ερώτημα, αν θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν πάρει διαφορετική τροπή, και τι θα γινόταν αν οι επαναστάτες δεν έχαναν τον πόλεμο. Ερώτημα που εύλογα ισχύει για κάθε επαναστατική διαδικασία που απέτυχε για τον έναν ή τον άλλο λόγο.
Κάποτε ο Κάφκα περπατώντας στο δρόμο με τον νεαρό φίλο του GustavJanouch συνάντησαν στο δρόμο μια πορεία εργατών. Ο Κάφκα σχολίασε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο περήφανοι, χαρούμενοι και έχουν τόση πίστη. Επειδή έχουν κυριέψει τον δρόμο νομίζουν ότι κυρίεψαν τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, είναι εντελώς πλανεμένοι. Ήδη πίσω τους υπάρχουν οι γραμματείς, οι μόνιμοι, οι πολιτικάντηδες, όλοι αυτοί οι σουλτάνοι των μοντέρνων καιρών στους οποίους ανοίγουν το δρόμο που οδηγεί στην εξουσία». Δεν πιστεύετε στην δύναμη των μαζών; Τον ρώτησε ο νεαρός φίλος του. «Ξέρω τι είναι αυτή η δύναμη των μαζών: είναι άμορφη και φαίνεται αδάμαστη και δεν ησυχάζει παρά μόνο σαν δαμαστεί και μορφοποιηθεί. Στο τέρμα κάθε πορείας πραγματικά επαναστατικής ξεφυτρώνει ένας Ναπολέων Βοναπάρτης». Κι όταν ο Janouch τον ρωτά αν η ρώσικη επανάσταση θα εξαπλωθεί κι άλλο ο Κάφκα απαντά: «Όσο πιο πολύ απλώνεται μια πλημμύρα τόσο λιγότερο βαθύ είναι το νερό της και πιο ταραγμένο. Η επανάσταση εξατμίζεται και μένει μόνο το κατακάθι μιας καινούριας γραφειοκρατίας. Οι αλυσίδες της βασανιζόμενης ανθρωπότητας είναι φτιαγμένες από παλιόχαρτα»4.
     Η ισπανική επανάσταση, απομονωμένη και υπονομευμένη, ηττήθηκε στρατιωτικά και, νομίζω, δεν έχει νόημα να προβούμε σε εικασίες για το τι θα είχε συμβεί αν ήταν άλλη η εξέλιξή της, αν θα διαψευδόταν το «μοιρολατρικό» συμπέρασμα του Κάφκα για την κατάληξη των επαναστάσεων. Ούτε έχει και μεγάλη σημασία, παρά μόνο ίσως διδακτική για τις τραγικές συνέπειες κάθε ολιγωρίας, να σκεφτόμαστε ποια θα ήταν η μοίρα της Ευρώπης αν ο φασισμός που λίγο μετά οδήγησε την Ευρώπη στο σφαγείο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε δεχτεί στην Ισπανία αρχικά το αποφασιστικό χτύπημα. Ολοκληρώνοντας όμως μελαγχολικά την ανάγνωση του Ταξιδιού, με την περιγραφή της ήττας και της εξορίας των αγωνιστών που ακολούθησε, αυτό που μπορούμε να κρατήσουμε ως παρακαταθήκη είναι τα αφοπλιστικά λόγια του Ντουρούτι στον VanPassen, δημοσιογράφο της εφημερίδας TorontoStar, όταν ο δεύτερος του επισήμανε ότι ακόμα κι αν οι αναρχικοί κερδίσουν, θα κληρονομήσουν σωρούς από ερείπια: «Πάντοτε ζούσαμε μέσα στην αθλιότητα, για ένα διάστημα την είχαμε συνηθίσει. Μην ξεχνάς όμως ότι οι εργάτες είναι που παράγουν τον πλούτο. Είμαστε εμείς, οι εργάτες, που κάνουμε τα εργοστάσια να λειτουργούν, που βγάζουμε το κάρβουνο και τα μεταλλεύματα από τα ορυχεία. που χτίζουμε τις πόλεις... Γιατί λοιπόν να μην ξαναφτιάξουμε όσα καταστραφούν και μάλιστα ακόμα καλύτερα; Δεν μας τρομάζουν τα ερείπια. Ξέρουμε ότι αυτό θα είναι το μόνο που θα κληρονομήσουμε γιατί η αστική τάξη, στην τελευταία φάση της ιστορίας της θα προσπαθήσει να καταστρέψει τα πάντα. Όμως το επαναλαμβάνω, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε».
      Αυτός καινούργιος ο κόσμος που κάθε φορά οι επαναστάτες κουβαλάν στις καρδιές τους είναι η πολύτιμη ανθρακιά που απομένει ακόμα κι όταν σβήνει η επαναστατική φλόγα, εκείνη η αποφασισμένη και αποφασιστική, μαχητική (απ)αισιοδοξία που γνωρίζει ότι παρά τις ήττες, τις προδοσίες, τις απογοητεύσεις, παρά τη βαρβαρότητα και την κτηνωδία που μας περιβάλλει και κάνει την ιστορία να μοιάζει με μια κοιλάδα σπαρμένη με κόκαλα, «nosotros llevamos un mundo nuevo en nuestros corazones»
 Τώρα και για πάντα.
   
  1 Ένα “πορτρέτο” του ανθρώπου Abel Paz έχει γράψει ο μεταφραστής του βιβλίο (Βλ. Νίκος Νικολαΐδης, «Συναντήσεις με τον Abel Paz», Πανοπτικόν,. τχ. 13, Οκτώβριος 2009) άκρως διαφωτιστικό και για το ποιος είναι εντέλει ο «ανθρωπολογικός τύπος» που δημιουργεί τις επαναστάσεις.
 2 Ό.π., σελ. 74-75.
 3 Ενδεικτικά είναι τα όσα έγραφε η Πράβντα στις 17 Δεκεμβρίου του 1936: «Η εκκαθάριση των τροτσκιστών και των αναρχοσυνδικαλιστικών στοιχείων έχει ήδη ξεκινήσει στην Καταλονία. Αυτό το έργο θα ολοκληρωθεί στην Ισπανία με την ίδια ενεργητικότητα που επιδείχθηκε και στην ΕΣΣΔ».
 4 Βλ. Κώστας Δεσποινιάδης, Φράντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας, σελ. 68-69, Πανοπτικόν, 2007.
 5 Κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο στις καρδιές μας.

http://www.panopticon.grΔημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος της «Επιθεώρησης του κοινωνικού αναρχισμού», Μάιος 2013]
Κώστας Δεσποινιάδης

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Ισπανική Επανάσταση Ταξίδι στο παρελθόν


του Abel Paz

«Ο βασικός σκοπός μιας επανάστασης είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου,
και όχι η ερμηνεία ή η εφαρμογή κάποιας αφηρημένης ιδεολογίας».
[Jean Genet] 
Η ιστορία της Ισπανικής Επανάστασης μοιάζει θαρρώ με μια χούφτα άμμο. Όσο κι αν προσπαθείς να σώσεις έστω και μερικούς κόκκους από την πολύτιμη κληρονομιά της, αυτοί βρίσκουν τον τρόπο και γλιστράνε μέσα από τα χέρια της ανθρωπότητας.
Σε αυτό το συμπέρασμα με οδήγησε μια ακολουθία παρατηρήσεων. Πρώτα απ’ όλα η απέραντη σιωπή που βασίλευε επί δεκαετίες γύρω από το θέμα. Μια μυστήρια -ιστοριογραφική και όχι μόνο- σιωπή, βοηθούσε να πυκνώνουν τα σύννεφα άγνοιας γύρω από τα όσα εξελίχθηκαν στην καρδιά των χρόνων του μεσοπολέμου σε ένα κομμάτι γης από αυτό που ονομάστηκε Ιβηρική Χερσόνησος.
Κι αν τα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, δικαιολογούσαν μέχρι ενός σημείου αυτή την ιδιόμορφη σιωπή, η συνέχισή της και μετά την ισπανική μεταπολίτευση επανατοποθετούσε το ερώτημα σε νέες βάσεις, ειδικότερα μετά τη σχεδόν καθολική συναίνεση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που απέσπασε το νέο δημοκρατικό καθεστώς και αφορούσε την τήρηση της “omerta” γύρω από θέματα που αφορούν στον «εμφύλιο πόλεμο».
Αυτή η προβληματική αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο σε ότι αφορά τις δημοσιεύσεις γύρω από το θέμα στην Ελλάδα. Από τον μεγάλο όγκο, που τα τελευταία χρόνια μόνο κατόρθωσε να δει το φως της δημοσιότητας, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μόνο μερικές δεκάδες τίτλοι έχουν καταφέρει να βρουν την ελληνική τους μετάφραση τα τελευταία 35 χρόνια. Αυτή η κατάσταση μοιάζει αντιφατική εάν αναλογιστεί κανείς ότι κάθε άλλο παρά μικρό ήταν -και είναι- το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τα μεγάλα γεγονότα, τους πολέμους, τα πειράματα και τις επαναστάσεις, του προηγούμενου αιώνα. Το καταμαρτυρούν άλλωστε οι χιλιάδες τίτλοι που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα.
Η Ισπανική Επανάσταση νομίζω ξεφεύγει από αυτό τον κανόνα, και όχι τυχαία. Η Ισπανική Επανάσταση, είναι, να το πούμε έτσι, «το κακό παιδί των επαναστάσεων». Πρώτα απ’ όλα δεν χωρά σε κανέναν άξονα του μεταπολεμικού-ψυχροπολεμικού κόσμου. Κανένα στρατόπεδο όσο «φιλελεύθερο» ή «επιστημονικά σοσιαλιστικό» κι αν δήλωνε δεν ήθελε να την θυμάται. Ακριβώς γιατί οι επαναστάτες που πήραν μέρος στη σύγκρουση των χρόνων μεταξύ 1936-1939, και στην ανοικοδόμηση της ζωής μέσα σε συνθήκες πολέμου μισούσαν βαθιά όλα τα στρατόπεδα, καθώς επίσης και την στρατοπεδευμένη γνώση που αυτά φέρουν μαζί τους.
Η παρουσία του Ισπανικού Αναρχικού Κινήματος, όχι ως μια αμελητέα ποσότητα, αλλά ως μια ριζωμένη λαϊκή κουλτούρα χειραφέτησης, δεν επέτρεψε κανενός είδους ιστοριογραφικό «μοντάζ», στις μονταζιέρες των παραγωγών προκατασκευασμένων ιστορικών αφηγήσεων. Αν και δεν έλειψαν οι απόπειρες μιας προκρούστειας λύσης, ώστε να καταγραφούν όσα χωράνε και να αποσιωπηθούν όσα ξεφεύγουν από τα κυρίαρχα πλαίσια διαμόρφωσης αντίληψης για τον κόσμο.
Τί όμως ήταν τελικά αυτό το οποίο δεν μπορούσε να ειπωθεί; Που για όλους τους εξουσιαστικούς θεσμούς θα ήταν καλύτερο να μείνει σε μια ξεχασμένη ρωγμή του χρόνου, ως μια ανέφικτη ουτοπία ή σαν έναν ξεγέλασμα των καιρών;
Ήταν απ’ ότι μπορούμε να πούμε εκμεταλλευόμενοι την ασφάλεια της απόστασης από τα γεγονότα, ο ίδιος ο σκοπός της Ισπανικής Επανάστασης, καθώς επίσης και τα μέσα, οι διαδικασίες και οι τρόποι με τους οποίους προσπάθησαν να την ξεγεννήσουν οι καταπιεσμένοι.
Στην Ισπανία η Επανάσταση δεν εμφανίστηκε ως μια τυχοδιώκτρια που μπαλώνει απλά τα κενά των προηγούμενων συγκρούσεων σε επίπεδο εξουσίας.
Ήρθε όσο πιο συνειδητά μπορεί να έρθει μια διαδικασία που μιλά για έναν άλλο κόσμο, για μια ολότελα διαφορετική ζωή, αφού είχε επωαστεί για χρόνια περισσότερο στις καρδιές παρά στα μυαλά των φτωχών. Είχε προλάβει να θρέψει μερικές γενιές μετά από εκείνο το μυθιστορηματικό ταξίδι του Faneli κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί κι ως το «πέταγμα της πεταλούδας» για το επαναστατικό κίνημα της Ισπανίας.
Η Επανάσταση στην Ισπανία είχε συνείδηση του εαυτού της. Αυτό σημαίνει ότι γνώριζε ότι θα έχει να διαβεί τον δύσκολο δρόμο, αυτόν που παίρνει όποιος θέλει να μιλήσει για τον άνθρωπο και έχει οδηγό τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Επανάσταση ήθελε να καλυτερέψει τις ζωές των ανθρώπων, με κριτήριο όμως τους ίδιους τους ανθρώπους και τι μπορούν να κάνουν αυτοί για τους εαυτούς τους, και αυτό την κάνει εντελώς ιδιαίτερη. Στην Ισπανία δεν υπήρξε θεός να ορίσει τη ζωή των ανθρώπων, οι δούλοι του μοναχά που βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη της σύγκρουσης. Στην Ισπανία δεν υπήρξαν ούτε οι μεγάλες ιστορικές νομοτέλειες να βάλουν τη ζωή στο σωστό κανάλι, οι οπαδοί τους μοναχά, που βρέθηκαν επίσης έμμεσα στην αντίπερα όχθη.
Η Ισπανική Επανάσταση, πυροδοτημένη από την ανάγκη, έγινε από φτωχούς ανθρώπους, χωρίς την καθοδήγηση από τους διανοούμενους και τη «δεσποτεία» των επαγγελματικών στελεχών. Στηρίχτηκε ολόψυχα από τους ανδαλουσιανούς «χιλιαστές» αγρότες της «Ιδέας» που αγαπούσαν τη γη όχι όμως τα σύρματα που την χωρίζουν, και τους μπαρουτοκαπνισμένους καταλανούς αναρχικούς εργάτες που ξέρανε ότι το να πάρουν τα εργοστάσια στα χέρια τους, είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια καλύτερη και πιο λεύτερη ζωή, όμως ήξεραν ήδη, ότι ποτέ δεν θα είναι πραγματικά ελεύθεροι εάν δεν προσπαθήσουν να λύσουν όλα τα προβλήματα που γεννούν οι σχέσεις εξουσίας μέσα στην κοινωνία. Με αυτό το δυναμικό η Ισπανική Επανάσταση δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει απλά και μόνο για να ερμηνεύσει ή να εφαρμόσει ένα κλειστό ιδεολογικό σχήμα. Δεν θα μπορούσε επίσης να είναι απλά «φιλελεύθερη» σε έναν κόσμο που θρέφει την ανισότητα, γι’ αυτό ήταν ελευθεριακή.
Σήμερα έχουν περάσει 76 ολόκληρα χρόνια από την ημερομηνία έναρξης της Ισπανικής Επανάστασης, και φαίνεται ότι όπως θα έλεγε και ο Sousa Santos «το μέλλον δεν είναι αυτό που ήταν παλιά» . Όλα μοιάζουν να δικαιώνουν αυτή την αποστροφή, την οποία οι νικητές έτρεξαν πρόσφατα να ανακηρύξουν ως «τέλος της ιστορίας». Αυτή η αλαζονεία εάν δικαιολογείται από κάπου είναι από τη δύναμη που έχει σήμερα ο καπιταλισμός να ελέγχει τα όρια της σκέψης για το πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος αύριο.
Είναι γεγονός ότι τα χειραφετητικά κινήματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχουν χάσει σε μεγάλο βαθμό την προοπτική ενατένισης ενός διαφορετικού αυριανού κόσμου.
Σήμερα όμως παρατηρούμε, ότι οι λόγοι που έκαναν τους παλιούς επαναστάτες να αγωνίζονται είναι παρόντες και μάλιστα ακέραιοι. Οι ανισότητες βαθαίνουν, μαζί τους ζυμώνονται διαρκώς και τα υλικά τα οποία θα χρησιμοποιήσουν οι καταπιεσμένοι σε ολόκληρο τον κόσμο για να αντισταθούν στη βαρβαρότητα, την αδικία, την ανισότητα.
Και κάπου εδώ αυτό το βιβλίο ξαναγίνεται σύγχρονο. Παίρνει ξανά τη θέση του σαν μια ιστορία που θα μπορούσε να εξιστορεί σήμερα ένας ανθρακωρύχος από τις Αστούριες. Επίσης αναδεικνύει τη χρησιμότητα του, που δεν είναι άλλη από το να θυμίσει τα καλύτερα από τα υλικά της επανάστασης που διάλεξαν οι επαναστάτες του προηγούμενου καιρού, ώστε να οραματιστούν μια κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης, σε όλα τα επίπεδα, με βάση τον άνθρωπο.
Να υπενθυμίσει ότι πάντοτε υπήρχαν -και υπάρχουν- άνθρωποι που πιστεύουν ότι είναι ικανοί να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, να ζήσουν χωρίς αφεντικό, χωρίς κυβερνήτη, χωρίς θεό -μπας και ξεφορτωθούν και τον παπά μαζί του-, χωρίς αρχηγό, χωρίς γραφειοκράτη, χωρίς κίτρινους συνδικαλιστές, χωρίς πέμπτες φάλαγγες, ότι χωρίς όλους αυτούς, η κοινωνία είναι ικανή να μεταμορφώσει τον ίδιο τον εαυτό της σε μια νέα κατάσταση που θα εκλείψει η εκμετάλλευση και η καταπίεση, ώστε να αναβλύσει η ελευθερία σε όλα τα επίπεδα.
Αυτή τη θρυμματισμένη εικόνα, μιας ανολοκλήρωτης ελευθερίας μας φέρνει ο Abel Paz, μέσα από το «ταξίδι στο παρελθόν», μέσα από την αναμόχλευση των αναμνήσεων μιας ζωής, που βιώθηκε πάνω στις αξίες και τις λέξεις που δίνουν πνοή σε αυτό το βιβλίο. Αυτή την ανάμνηση της ζωντανής εμπειρίας έρχεται να απιθώσει στα χέρια των αναγκών του παρόντος το υπέροχο βιβλίο του Paz. Είναι ότι πολυτιμότερο έχει να δώσει το παλιό κίνημα στο καινούργιο, είναι η ψυχή, ο λογισμός και το όνειρο, που μπορεί να ξαναζωντανέψει, ειδικά σε αυτές τις αποτρόπαιες συνθήκες του καλλιεργούμενου μίσους για τον άνθρωπο, την απαραίτητη φαντασία με την οποία θα διαδηλώσουμε την ελπίδα, ότι μπορεί να δικαιωθεί το παρελθόν μόνο σε ένα μελλοντικό βασίλειο ελευθερίας.
Το βιβλίο αυτό εκτός από την ιστορία που περιγράφει έχει για εμάς και μια δική του ιδιαίτερη ιστορία, ειδικά η δεύτερη αυτή έκδοση του, που αποτελεί την πρώτη εκδοτική απόπειρα των Συνεργατικών Εκδόσεων «Κουρσάλ. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσπαθούμε αυτή την έκδοση εδώ και αρκετό καιρό, αλλά εξ’ αιτίας προβλημάτων που μπορούν να υποθέσουν όσοι έχουν εμπλακεί σε κινηματικές διαδικασίες μόνο τώρα έγινε κατορθωτό να φτάσει στο τυπογραφείο. Για εμάς που αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτό το νέο εκδοτικό εγχείρημα, το βιβλίο αυτό σημαίνει ακόμα περισσότερα, καθώς αισθανόμαστε ότι συμμετέχουμε ως άλλος ένας κρίκος στην δύσκολη διαδικασία διάσωσης της μνήμης και της ελευθεριακής κληρονομιάς.
Προσπαθούμε να πιάσουμε το νήμα του ονείρου της ομάδας των “Solidarios”, να γεμίσουν δηλαδή οι πόλεις με ελευθεριακές εκδόσεις και βιβλιοθήκες, και αλλάζοντας τόπο και χρόνο να συναντήσουμε τη «Διεθνή Βιβλιοθήκη» του Χρ. Κωνσταντινίδη, που άνοιξε το δρόμο στη δύσκολη περίοδο της μεταπολίτευσης για τη διάσωση και διάδοση των ελευθεριακών ιδεών, και να μοιραστούμε το στοίχημα αυτό με τους υπόλοιπους συντρόφους που το φέρουν σε πέρας τα τελευταία χρόνια μέσα από παρόμοια εγχειρήματα. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα που καταφέραμε να επανεκδώσουμε ένα βιβλίο που την πρώτη του έκδοση είχε αναλάβει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναρχικές εφημερίδες, η εβδομαδιαία εφημερίδα «Άλφα», και προσπαθούμε να συμπληρώσουμε το έργο που είχε αφήσει στη μέση, την διάχυση της πολιτικής αντίληψης του κοινωνικού αναρχισμού.
Τέλος νοιώθουμε έστω και με μια δόση αυταπάτης ότι κατορθώσαμε έστω και για λίγο με την επανέκδοση του βιβλίου του Abel Paz “Viaje al Pasado” να κρατήσουμε στη χούφτα μας έστω και για λίγο μερικούς από τους χρυσαφένιους κόκκους της ιστορίας της Ισπανικής Επανάστασης, η οποία θα συνεχίσει να ξεφεύγει από τα χέρια μας γιατί αυτή είναι η μοίρα των πραγματικών επαναστάσεων που δεν βάλτωσαν στη στασιμότητα, η κίνηση, η ζωή η εξέλιξη.
Άρης Τσιούμας
για τις εκδόσεις «Κουρσάλ»
Σεπτέμβρης 2012
[1] To «Κουρσάλ», ήταν το όνομα του πρώτου πλωτού κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος λειτουργούσε μέσα σε ένα καραβάκι στο λιμάνι της πόλης, κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Επίσης «Κουρσάλ» τιτλοφορείται το ντοκυμαντέρ που γύρισε το 2006 ο Ν. Θεοδοσίου, στο οποίο περιγράφεται η ζωή του αγωνιστή του μεσοπολεμικού εργατικού κινήματος Γιάννη Ταμτάκου.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ραφαηλίδης: Περί αναρχίας



«Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία», «Η διαφορά μεταξύ αναρχίας και αναρχοαυτονομίας» και άλλα, σ’ ένα διαχρονικό κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη [

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δε μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν τη φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει το δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίες. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απέξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω. Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία.

Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική. Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου, δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη, και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της «ψευδούς συνειδήσεως» να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δε δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων, αλλά μπήκε στη συνείδηση με «μετάγγιση» από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από τη συλλογική «εθνική ψυχή», από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στη δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα. Μια συγκεκριμένη «κοινωνία ζώων» δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά στις «εξωτερικές σχέσεις».

Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους. Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος. Κανένας άνθρωπος δε διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά στις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με τη βιολογία.

Όταν ζεις στη διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων, αν εγκατασταθεί σήμερα στη Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα. Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στη διαφορετικότητα των πολιτισμών ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

 Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ’ εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους. Γιατί οι ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του «πολιτισμένου» για το «χαμένο παράδεισο», αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δε μοιάζουν με το δικό του;

Ο αναρχισμός πριν απ’ όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν. Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο τη ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες «αναρχικών». Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για «αναρχοαυτόνομους», που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών.

Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα, αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα, με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Βασίλης Ραφαηλίδης, Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Οι νεκροθάφτες της Επανάστασης ισπανια

Ισπανία, 1936-1939         Ωστόσο, υπήρχε μια πραγματικότητα που οι Ισπανοί επαναστάτες δεν μπορούσαν να αγνοήσουν: βασιζόμασταν στην ενεργή υποστήριξή πολλών εργατών και επαναστατών από όλες τις χώρες που ήθελαν να έλθουν και να πολεμήσουν στο πλευρό μας, για τον σκοπό μας, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον παγκόσμιό σκοπό της ελευθερίας από την τυραννία. Δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε την επιθυμία τους να πολεμήσουν και να πεθάνουν μαζί μας. Πολλοί Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι και άνθρωποι από άλλες χώρες πολέμησαν δίπλα μας στο μέτωπο της Aragon από την πρώτη κιόλας στιγμή.

fpi_055a1.jpg
Ισπανία, 1936-1939: Οι νεκροθάφτες της Επανάστασης ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Diego Abad de Santillan ήταν αναρχικός και σημαίνον στέλεχος της Ομοσπονδίας Αναρχικών Ιβηρικής (FAI) και της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CNT) πριν και κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης. Ήταν γνωστός συγγραφέας και θεωρητικός του αναρχισμού, μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής της CNT και της συντακτικής επιτροπής της αναρχικής περιοδικής έκδοσης «Tiempos Nuevos». Ο Santillan ήταν επίσης ένας από τους οργανωτές των λαϊκών πολιτοφυλάκων στην Καταλονία, και αργότερα ένας από τους αναρχικούς που συμμετείχαν ως υπουργοί στην καταλανική κυβέρνηση.

Ο Abad de Santillan επιχειρηματολόγησε υπέρ της παρότρυνσης των αναρχικών να έλθουν σε ρήξη με την παραδοσιακή τους στάση εναντία στη συμμετοχή σε κρατικές διαδικασίες προκειμένου να ψηφίσουν τα αριστερά κόμματα στις Ισπανικές Ρεπουμπλικανικές Εκλογές του Φεβρουάριου του 1936. Μαζί με άλλους που ευνοούσαν την τακτική αυτή, υποστήριζε ότι η εκλογή των αριστεριστών πολίτικων ήταν σημαντική για τον αγώνα για την απελευθέρωση των χιλιάδων αναρχικών πολίτικων κρατουμένων που είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια της βίαιης καταστολής που ακολούθησε την εξέγερση στην Asturias τον Οκτώβριο του 1934. Πράγματι, χάρη στις ενορχηστρωμένες προσπάθειες πολλών αναρχικών, μεγάλος αριθμός απλών εργατών στις πόλεις και στην επαρχία ψήφισαν και εξέλεξαν μια πλειοψηφία αριστεριστών πολιτικών στις εκλογές του Φεβρουάριου 1936. Ωστόσο, όπως λέει ο Vernon Richards στα «Lessons of the Spanish Revolution» («Διδάγματα της Ισπανικής Επανάστασης), Freedom Press, 1972 1, μόλις οι αριστεροί πολιτικοί βρέθηκαν στην εξουσία, αγνόησαν τις επιθυμίες των εργατών, οι οποίοι έπρεπε να δράσουν εκ μέρους τους. Οι περισσότεροι πολίτικοι κρατούμενοι δεν απελευθερωθήκαν άμεσα, ενώ πολλοί απελευθερωθήκαν μόνο επειδή οι φυλακές άνοιξαν ως απάντηση στις μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις, προτού η κυβέρνηση δώσει την έγκρισή της.

Ο Abad de Santillan έφτασε στη συνειδητοποίηση ότι η κυβερνητική αλλαγή του Φεβρουαρίου του 1936, για την οποία είχε εργαστεί, δεν είχε στερήσει από την καπιταλιστική τάξη, την εκκλησία και τον στρατό την πραγματική εξουσία. Και, παρά την παρουσία των αριστεριστών πολίτικων στην εξουσία, η κυβέρνηση συνέχιζε να συλλαμβάνει αναρχικούς. Ως την επανάσταση του Ιουλίου του 1936, οι φυλακές είχαν και πάλι ξεχειλίσει από αναρχικούς κρατουμένους.

Μετά την επιτυχημένη αντίσταση στην στρατιωτική εξέγερση του Φράνκο, ο Santillan ήταν μεταξύ εκείνων των αναρχικών που αποφάσισαν να συμμετάσχουν στις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές κυβερνήσεις, μαζί με πολίτικους από άλλες αριστερίστικες και φιλελεύθερες ομάδες. Αργότερα έγινε επικριτικός της αναρχικής απόφασης για την συμμετοχή στην κυβέρνηση μετά την 19η Ιουλίου επειδή αναγνώριζε ότι με τον τρόπο αυτό είχε συμμετάσχει στην αναδημιουργία των κρατικών θεσμών και την μεταφορά της πρωτοβουλίας, από τον ένοπλο πληθυσμό που είχε κατατροπώσει τον φασιστικό οχετό, σε κεντρικά σώματα με εκτελεστικές εξουσίες. Ο Santillan ισχυρίστηκε ότι οι αναρχικοί γραφειοκράτες δεν ήταν καθόλου καλύτεροι από τους άλλους ομοίους τους, καθώς και ότι δεν ήταν καν ικανοί να προστατεύσουν τους απλούς εργαζομένους στις πόλεις και τα χωρία εναντία στους οικονομικούς και πολίτικους εκμεταλλευτές τους. Πίστευε ακράδαντα ότι αυτή η αναδημιουργία της ιεραρχίας είχε προκαλέσει μια αντιθετική επίδραση στο ηθικό των επαναστατών αγωνιστών. Υποστήριξε ακόμη ότι η συμμέτοχη των αναρχικών στην κυβέρνηση είχε εξυπηρετήσει μόνο την ενίσχυση της κρατικής ιδεολογίας.

Η Ισπανική Επανάσταση υπονομεύτηκε επίσης από τις πολίτικες των δυτικών δημοκρατιών, των Σοβιετικών και της Ιταλικής Φασιστικής και Γερμανικής Ναζιστικής κυβέρνησης. Ο Vernon Richards σημειώνει ότι μεταξύ του 1934 και του 1938 η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης αγωνιούσε να εξασφαλίσει την υποστήριξή των Δυτικών κρατών και ήταν κατά συνέπεια επικεντρωμένη στο να τους αποδείξει ότι είχε πάψει να είναι «επαναστατική», καθώς και ότι δεν υποστήριζε πλέον επαναστατικό κινήματα σε άλλες χώρες. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η Ε.Σ.Σ.Δ. υποστήριξε μόνο τον αγώνα της Ισπανικής Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης ενάντια στον φασισμό διστακτικά και με μετριοπάθεια. Προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της Σοβιετικής Ένωσης, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα συμμάχησε με ομάδες που ήταν γενικά αντίθετες σε κάθε μορφή επαναστατικής αλλαγής. Αντιτάχθηκε στην απαλλοτρίωση των αγροκτημάτων και των εργοστασίων από τους εργαζομένους σε αυτά, και ήταν εχθρικό προς τις λαϊκές πολιτοφυλακές.

Σύντομα μετά την 19" Ιουλίου, εκατοντάδες αναρχικών και σοσιαλιστών αντιφασίστων εξόριστων από την Ιταλία και την Γερμανία, καθώς και αντισταλινικών επαναστατών από όλα τα μέρη του κόσμου, έφτασαν στην Ισπανία για να βοηθήσουν στον αγώνα ενάντια στους Φρανκιστές. Πολέμησαν στο πλευρό των Ισπανών αντιστασιακών, πολύ πριν οργανωθούν οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, φθάνοντας στην Ισπανία προς το τέλος του 1936.

Παρ’ όλα αυτά, η Σοβιετική Ένωση κατεύθυνε την ενίσχυση που παρείχε στην Ισπανική Δημοκρατία αποκλειστικά προς τις Διεθνείς Ταξιαρχίες και τον νομιμόφρονα τακτικό Ισπανικό Στρατό. Εξασφάλισε δε όπως τα όπλα, ο εξοπλισμός, και η άλλη βοήθεια να παρακρατούνταν από τις πολιτοφυλακές και τις περιοχές όπου επικρατούσαν οι αναρχικοί. Ταυτόχρονα, έστελνε πράκτορες της μυστικής αστυνομίας στην Ισπανία για να απαγάγουν, φυλακίσουν και δολοφονήσουν γνωστούς αντίπαλους του σταλινισμού, και ειδικότερα, όπως σημειώνει ο Richards, πρώην κομμουνιστές που «γνώριζαν πολλά». Η Σοβιετική κυβέρνηση σκόπευε επίσης στην καταστροφή του αναρχικού επαναστατικού κινήματος στην Ισπανία, το οποίο είχε αποδειχτεί σε εξαιρετικά αξιοθαύμαστο εμπόδιό στις προσπάθειες του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματός να εδραιώσει την πολίτικη του ηγεμονία. Οι σκοποί αυτοί ήταν μακράν από κρυφοί, ενώ δημοσιεύτηκαν μέχρι και σε διάφορες εφημερίδες του Κ.Κ. σε όλον τον κόσμο. Για παράδειγμα, στις 16 Δεκεμβρίου του 1936, η Σοβιετική κομματική εφημερίδα «Pravda» δημοσίευσε ένα άρθρο που κομπορρημονούσε ότι, «Όσον αφόρα την Καταλονία, η εκκαθάριση των Τροτσκιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών έχει ξεκινήσει- θα διεξαχθεί με την ίδια ενέργεια που πραγματοποιήθηκε και στην Ε.Σ.Σ.Δ.». Ταυτόχρονα, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριζε την ανασυγκρότηση της τακτικής αστυνομικής δύναμης και του τακτικού στρατού που θα αντικαθιστούσαν τις πολιτοφυλακές.

ΓΙΑΤΙ ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ


Ο σχηματισμός των Διεθνών Ταξιαρχιών και η είσοδός τους στην Ισπανία υποστηρίχτηκε ως αναγκαίος ώστε να αντισταθμιστούν οι στρατιωτικές δυνάμεις και η βοήθεια που έστελναν οι Ιταλοί Φασίστες και οι Γερμανοί Ναζί. Η βασική διάφορά μεταξύ των δυο ειδών στρατιωτικής βοήθειας, ωστόσο, ήταν πως η Ιταλική και η Γερμανική βοήθεια στόχευε στην κατάκτηση ενός στρατιωτικού θριάμβου για τους Φρανκιστές, και ήταν, λόγω της ποσότητας και της ποιότητας της, αποφασιστικός παράγοντας για τον θρίαμβο αυτό. Για τους Ρεπουμπλικάνους, από την άλλη πλευρά, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες δεν ήταν αποτελεσματικές παρά ως εργαλείο κυριαρχίας των Κομμουνιστών. Για την Δημοκρατία, οι φημισμένες Ταξιαρχίες ήταν, άθελά τους, ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στην ήττα, μιας και ολοκλήρωσαν την αντιλαϊκή δουλειά στην οποία τις εξανάγκασαν η Ρωσική και η Ισπανική κυβέρνηση -συμβάλλοντας έτσι στην καταστροφή της λαϊκής εξέγερσης.

Ωστόσο, υπήρχε μια πραγματικότητα που οι Ισπανοί επαναστάτες δεν μπορούσαν να αγνοήσουν: βασιζόμασταν στην ενεργή υποστήριξή πολλών εργατών και επαναστατών από όλες τις χώρες που ήθελαν να έλθουν και να πολεμήσουν στο πλευρό μας, για τον σκοπό μας, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον παγκόσμιό σκοπό της ελευθερίας από την τυραννία. Δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε την επιθυμία τους να πολεμήσουν και να πεθάνουν μαζί μας. Πολλοί Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι και άνθρωποι από άλλες χώρες πολέμησαν δίπλα μας στο μέτωπο της Aragon από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Αλλά αυτό το είδος υποστήριξής ήταν ένα πράγμα, ενώ οι πολίτικες προθέσεις εκείνων που δημιούργησαν τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, με εθελοντές από διάφορες χώρες, ήταν κάτι άλλο. Παρά τις καλές προθέσεις κάποιων από τους εθελοντές που ήλθαν στην Ισπανία, υπήρχαν άλλοι, άνεργοι εργάτες, που πείστηκαν από τις ελκυστικές υποσχέσεις της στρατολογικής προπαγάνδας. Πήγαν στην Ισπανία, όχι για να πεθάνουν στον πόλεμο, αλλά για να εξασφαλίσουν το βιος τους από αυτόν, παρόμοια με τους μισθοφόρους στρατιώτες του παλιού καιρού. Αυτοί που εγκαινίασαν και εξελίχτηκαν σε ηγέτες των υψηλότερων κλιμάκιων των Διεθνών Ταξιαρχιών, από την άλλη πλευρά, κατανοούσαν με σαφήνεια τον σκοπό για τον οποίο είχαν σχηματιστεί. Στην πραγματικότητα, η Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση δεν απολάμβανε της λαϊκής υποστήριξής, ούτε στο Κέντρο ούτε στην Καταλονία ούτε στο Levante ή στην Extremadura. Οι Ρώσοι κατανοούσαν κυνικά ότι η κυβέρνηση θα ήταν ανίκανη να κυβερνήσει παρά μόνο εάν φαίνονταν ότι υπηρετεί τον λαό, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες του. Αλλά έκριναν ως απαραίτητη την επιβράδυνση των Ισπανικών μαζών, την πειθάρχησή τους, την υποταγή τους σε μια ισχυρή κεντρική εξουσία - την μετάλλαξη δηλαδή της Ισπανικής ιδιοσυγκρασίας και ψυχής. Ο λαός αγωνίζονταν ηρωικά εναντία στην στρατιωτική εξέγερση του Φράνκο, αλλά δεν αποτελούσε ένα πειθήνιο όργανο στα χέρια της κυβέρνησης ή της γραφειοκρατίας του Υπουργείου Πολέμου.

Προκειμένου να έχει ένα πρωταρχικό μέσο κυριαρχίας στην διάθεση της, η κεντρική κυβέρνηση, ενισχυμένη από τις διπλωματικές μεθοδεύσεις της Ρωσικής κυβέρνησης, αποδέχθηκε την είσοδο των αυτό-αποκαλούμενων Διεθνών Ταξιαρχιών στην χώρα. Το απεχθές πρόσχημα ήταν ότι οι λαϊκές πολιτοφυλακές δεν γνώριζαν πως να πολεμήσουν και ότι δεν ήταν πειθαρχημένες. Στην πραγματικότητα, δεν πειθαρχούσαν σε εκείνους που δεν ήταν υποχρεωμένες να πειθαρχήσουν!
Οι πολιτοφυλακές γνώριζαν πως να πολεμήσουν, και εφάρμοζαν τις διαταγές εξίσου καλά με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Η μοναδική διάφορά μεταξύ των δυο ήταν ότι οι Διεθνείς Ταξιαρχίες λάμβαναν σύγχρονα, αποτελεσματικά όπλα και εξοπλισμό, ενώ οι λαϊκές πολιτοφυλακές ήταν συνήθως ξυπόλητες, με πρωτόγονα όπλα, και στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς πυρομαχικά. Έπασχαν από το συνεχές σαμποτάρισμα της κεντρικής Ρεπουμπλικανικής γραφειοκρατίας. Εμείς [της CNT/FAI1 διαφωνήσαμε με τον σχηματισμό των Διεθνών Ταξιαρχιών και διατάξαμε τους συνοριακούς απεσταλμένους να μην αφήνουν τους εθελοντές να διασχίζουν τα σύνορα από την Γαλλία. Τότε, μας επισκέφθηκαν κάποια άτομα, όπως ο Andre Marty, που μπήκαν στην Ισπανία κρυφά υπό Ρωσική προστασία, ώστε να μας πείσουν να αποδώσουμε δικαίωμα εισόδου σε όσους ήθελαν να πολεμήσουν μαζί μας. Υποστηρίξαμε ότι είχαμε αρκετούς άνδρες ήδη, και ότι αντί να φέρνουν αυτές τις ταξιαρχίες στην Ισπανία, θα πρέπει να μας βοηθήσουν με όπλα και πυρομαχικά. θεωρήσαμε ότι ήταν αδικία και έγκλημα ότι οι πολιτοφυλακές μας, με όλη την γενναιότητα και το πνεύμα τους, θα πρέπει να παραμένουν άοπλες, ενώ στις μεγάλες μονάδες ξένων προσφέρονταν καθετί απαραίτητο και καλή μεταχείριση. Αιχμαλωτίσαμε περισσοτέρους από χίλιους από αυτούς τους εθελοντές και τους συνοδεύσαμε πίσω στα ισπανο-γαλλικά σύνορα. Από εκεί συνέχισαν προς τα Γαλλικά λιμάνια, απ’ όπου πήραν καράβια για Ισπανικά λιμάνια ελεγχόμενα από την Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση.

Σε μια περίπτωση ένα από τα σκάφη της ακτοφυλακής μας, το «Francisco», κατάσχεσε φορτίο οπλών που προοριζόταν για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Όταν ξεφορτώθηκε στην Βαρκελώνη, ανακαλύψαμε ότι το φορτίο αποτελείτο από ξεχαρβαλωμένο εξοπλισμό παλιότερο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αγορασμένο από την Ισπανική κεντρική κυβέρνηση χωρίς κανένα μέλημα για την τιμή του. Ήταν τόσο κακής ποιότητας που δεν είχαμε καμία αντίρρηση να το επιστρέψουμε όταν μας ζητήθηκε να το κάνουμε. Οι κερδοσκόποι Γάλλοι που είχαν αναμιχτεί στην οργάνωση των Διεθνών Ταξιαρχιών έκαναν προφανώς καλές δουλείες με την κυβέρνηση της Δημοκρατίας.

Λόγω της έξυπνης χειραγώγησης της κατάστασης από τη ρωσική κυβέρνηση, αναγκαστήκαμε να παραδώσουμε την ηγεσία των πολιτοφυλάκων της Καταλονίας. Ως συνέπεια, οι αυτοαποκαλούμενοι εθελοντές περνούσαν ανεμπόδιστα μέσω της Καταλονίας.

Δεν είχαμε ακόμη καμία σαφή ένδειξη του κινδύνου που έθεταν οι ταξιαρχίες αυτές ως εργαλεία της κεντρικής κυβέρνησης. Νοιώθαμε σίγουροι ότι εκείνοι από τους απλούς αγωνιστές που δεν ήταν απλά τυχοδιώκτες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για το παιχνίδι που επρόκειτο να παιχτεί· δεν είχαν συνειδητοποιήσει και οι ίδιοι ότι οι ταξιαρχίες ήταν απαραίτητες, όχι για την πολεμική προσπάθεια, παρά μόνο για την προδοτική κομματική πολίτικη ανθρώπων που φιλοδοξούσαν να εγκαθιδρύσουν μια δικτατορία. Για τον λόγο αυτό, μια πειθήνια στρατιωτική δύναμη ήταν αναγκαία, μιας και ο ισπανικός λαός αποδείκνυε με συνέπεια ότι αποτελείτο από ανεξάρτητους ενήλικες.

Στην συνεχεία, και όταν η αποστολή τους ολοκληρώθηκε, εκφράσαμε την άποψη μας σε πολλούς από τους αγωνιστές των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι οποίοι αποδέχθηκαν πρόθυμα ότι είχαμε δίκιο. Αλλά ήταν πολύ αργά για να επανορθώσουμε την καταστροφική δουλειά που είχαν άθελά τους εκπληρώσει. Δεν θα συζητήσουμε εδώ τις μυστικές φυλακές ή τις ελεύθερα διαπραγμένες δολοφονίες εθελοντών που δεν ήταν πιστοί σταλινικοί. Φαίνεται ότι οι μακιαβελικοί Ρώσοι υπολόγιζαν ότι στη συνάφεια της θερμής συμπάθειας που είχε γεννήσει η Ισπανική Επανάσταση, θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις Διεθνείς Ταξιαρχίες εναντίον των τροτσκιστών, των αναρχικών, των ανεξάρτητων σοσιαλιστών και των άλλων αντιφρονούντων που έλκονταν από τις Ταξιαρχίες. Εν μέρει, είχαν υπολογίσει σωστά.

Δεν γνωρίζουμε πόσοι στρατολογήθηκαν στις Ταξιαρχίες. Ίσως ήταν μεταξύ των 20 και 25 χιλιάδων. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εντός λίγων μηνών, και από την αρχή σχεδόν της θητείας του Indalecio Prieto ως υπουργού Πολέμου, οι αγωνιστές των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν Σπανιόλοι που απαιτήθηκε να υπηρετήσουν σε αυτές υπό τις εντολές των κομμουνιστών από την Ρωσία και αλλού. Οι γραμμές των ταξιαρχιών αυτών μειώνονταν συχνά μετά από λιποταξίες παρά από τα εχθρικά πυρά, και αναπληρώνονταν με Ισπανούς κληρωτούς.

Κατά την γνώμη μας, δεν υπήρξε ποτέ αρκετή αντίσταση εκ μέρους του λαού, ούτε και ήταν ποτέ λιγότερο ικανός να επηρεάσει την πολεμική πολίτικη, απ' όσο στον σχηματισμό των Διεθνών Ταξιαρχιών και, αργότερα, στην δημιουργία των αλαζονικών καραμπινιέρων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Περίπου 40.000 άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο πολέμησαν με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Περίπου ένα τρίτο σκοτώθηκε, και πολλοί τραυματίστηκαν για πάντα. Δυστυχώς, η πολίτικη καταστολή όσων εξέφρασαν κριτική στον σταλινισμό αποτέλεσε μια πραγματικότητα της καθημερινής ζωής στις Ταξιαρχίες. 0 Jason Gurney, στο «Crusade in Spain» («Σταυροφορία στην Ισπανία»), Faber & Faber, Ltd., London, 19741, ο οποίος συνδιαλέγεται με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες από την οπτική των Βρετανών εθελοντών, σημειώνει ότι ο Andre Marty, επικεφαλής πολιτικός κομισάριος των Διεθνών Ταξιαρχιών, και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματός, παραδέχθηκε ότι είχε διατάξει την εκτέλεση 500 ανδρών που ανήκαν στις ταξιαρχίες, για ασήμαντο ή και κανέναν λόγο πέραν των πολιτικών τους απόψεων. Ο Gurney σχολιάζει κάποιες από τις πολλές αποφάσεις που πήραν οι ηγέτες των ταξιαρχιών για πολιτικούς λόγους, με ελάχιστο ενδιαφέρον για τις συμφορές που προκάλεσαν.

Ο Cecil Eby, στο «Between the Bullet and the Lie: American volunteers in the Spanish Civil War» [«Μεταξύ της Σφαίρας και του Ψεύδους: Οι Αμερικανοί εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο»), Holt Reinhart & Winston, New York, 1969, ασχολείται με τις λιποταξίες από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες οι οποίες συνέβησαν από τη δημιουργία τους και καθ’ όλη την διάρκεια της ύπαρξής τους. Οι Ταξιαρχίες δεν ήταν καλά εκπαιδευμένες, και συχνά καθόλου καλά εξοπλισμένες. Ενώ διέθεταν εξουσιαστική στρατιωτική ιεραρχική δομή, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομισάριων σε κάθε τάγμα, και παρά την λαϊκίστικη ρητορική τους, η πειθαρχία εφαρμόζονταν συχνά με αυστηρότητα. Πολλοί εθελοντές θεώρησαν ότι τα χαρακτηριστικό αυτά αποτελούσαν απαράδεκτη και λανθασμένη μεταχείριση για ανθρώπους που είχαν ελεύθερα επιλέξει να έλθουν για να πολεμήσουν.

Τους πολιτικούς κομισάριους απεχθάνονταν συχνά οι εθελοντές από τις Δυτικές χώρες, όπως τις Η.Π.Α., την Βρετανία και την Γαλλία, οι οποίοι δεν ήθελαν κατήχηση, αλλά ενημέρωση και συζήτηση. Οι λιποταξίες και το χαμηλό ηθικό οφείλονταν κυρίως στην αυξανόμενη δυσπιστία των εθελοντών προς την πολίτικη και στρατιωτική ιεραρχία των ταξιαρχιών, καθώς και την απέχθεια για την αυθαίρετη (και, όπως κάποιοι εκτιμούσαν, ανίκανη) συμπεριφορά των αξιωματικών.

Μέχρι το τέλος του Φλεβάρη του 1937, λέει ο Eby, ο Γάλλος πρόξενός στη Βαλένθια, είχε επιμεληθεί την απομάκρυνση 400 Γάλλων λιποτακτών μέσω Γαλλικών πολεμικών πλοίων. Ωστόσο, όταν η Γαλλική κυβέρνηση έκλεισε τα σύνορα στις 3 Μαρτίου 1937, οι Ισπανικές Ρεπουμπλικανικές Αρχές συνέλαβαν 60 ακόμα λιποτάκτες στην Βαλένθια και τους επέστρεψαν στο αρχηγείο των Ταξιαρχιών για φυλάκιση και τιμωρία. Αν και πολλοί εθελοντές θεωρούσαν ότι, μιας και είχαν έλθει με την βούλησή τους, θα έπρεπε να τους επιτρέπεται να φύγουν όποτε το επέλεγαν, σε γενικές γραμμές τους μεταχειρίστηκαν όμοια με τους κληρωτούς στις Ταξιαρχίες. Αλλά, μόλις η Ισπανική κυβέρνηση έθεσε ένα τέλος στην διάσωση των εθελοντών από τις πατρίδες τους, οι δείκτες λιποταξίας μειωθήκαν σημαντικά, αν και δεν μηδενίστηκαν ποτέ. http://www.anarkismο

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Η ανθρωπότητα εξουσιάζεται και εξυπηρετείται από ανθρώπους νεκρούς. Είσαι κι εσύ ενάς από αυτούς?

ΜΗΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ? http://synithisypoptos.gr/

Αντιμνημονιακή ψήφος είναι να απέχεις έμπρακτα στη ζωή σου από όλη αυτή τη φάρσα, με όποιο κόστος
Να πεις δεν πληρώνω κι ελάτε να με μαλώσετε
Να κλείσεις τη τηλεόραση και να τη χρησιμοποιείς μόνο για μόνιτορ
Να γυρίσεις στο αφεντικό σου την ώρα που σου κάνει τη νιοστή προσβολή και να του πεις άντε γ@μισου κι εσύ κι ο γρύλος σου
Να βλέπεις τους απατεώνες που σου αραδιάζουν κάθε είδους μπούρδα και να λες απλά, είναι απατεώνες.
Να μάθεις στη ζωή σου να ζεις με τα χρήσιμα κι όχι με τη σαβούρα κάθε είδους.
Να ξυπνάς το πρωί χωρίς να τρέμεις για το κάθε εκβιαστή που θα απειλησει τη ζωή σου.
Να μάθεις τα παιδιά σου να είναι άνθρωποι με θάρρος κι αντοχές κι όχι εξαρτήματα ανόητων εξαρτημάτων
Να μπορείς να βρεις τη τροφή σου, το νερό που θα πιείς, τη φωλιά που θα μείνεις σαν τ΄αγρίμια όχι σαν τα πρόβατα στο μαντρί
Να είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις, να θυσιαστείς, χωρίς να μπορεί κάθε κερατάς να σου κουνάει το δάχτυλο στη μούρη
Να μελετήσεις, να διαβάσεις τι έχει γίνει πραγματικά στην ανθρωπότητα γύρω σου κι όχι ότι λένε οι ειδήσεις κονσέρβες μιας χρήσης
Να νοιώθεις πως είσαι ένα κομμάτι σε ένα σύμπαν σε αρμονία κι όχι ένας ιός που μολύνει ότι κινείται γύρω σου
Να συνειδητοποιήσεις πως τίποτα από όλα αυτά τα σκ@τά δεν σε αφορούν κι είσαι αλλού...

Κι αυτό το αλλού να το δημιουργήσεις στη δική σου μικρή καθημερινή σφαίρα. Πετώντας έξω την αλαζονεία, τη μωροδοξία, την απληστία, τη σκατοψυχιά που σου έχουν πλασάρει σαν μοντέλο ζωής. Να αναρωτηθείς γιατί αυτή η βαρβαρόηττα ονομάζεται πολιτισμός, από ποιους ονομάζεται έτσι και ποιους εξυπηρετεί. Να αναρωτηθείς αν εσύ και τα παιδιά σου μπορείτε να είστε συμμέτοχοι σ΄αυτή την βαρβαρότητα.
Ποιος σε εξαναγκάζει επί τέλους να επιλέγεις συνεχώς το λιγότερο κακό κι όχι το καλό? Ποιος σε εξαναγκάζει να ζεις μια ζωή που είναι ένα πέταγμα μερικών δευτερολέπτων στο άπειρο του χρόνου, δυστυχισμένα, με χιλιάδες απαγορεύται, με χιλιάδες επιβάλλεται. Να αναρωτηθείς ποιος κερατάς είναι αφέντης της δικής σου ζωής και πως κατάντησες να τον αφήσεις να είναι.

Ναι δεν μπορείς να γκρεμίσεις με μια γροθιά το σάπιο οικοδόμημα αλλά τουλάχιστον μπορείς να έχεις την αξιοπρέπεια να μην δείχνεις πως το φχαριστιέσαι. Να έχεις την αξιοπρέπεια να διαχωρίσεις τη θέση σου, τη ψυχή σου από τη γενικευμένη μόλυνση. Με όποιο τρόπο βρεις στη καθημερινότητα. Από το να σταματήσεις να αναρωτιέσαι ποιος καραγκιόζης θα σε δέσει χειροπόδαρα καλύτερα, μέχρι ποιος απατεώνας διακινεί εικόνες από  κορμάκια νεκρών παιδιών για να έχει ακροαματικότητα ανάμεσα στις διαφημισεις. Ποια είναι αυτά τα παιδάκια και γιατί βρέθηκαν εδώ. Ποιοι είναι αυτοί οι λαοί που βομβαρδίζονται αλύπητα αιώνες τώρα από κάθε είδους τέρατα? Τι έχει γίνει στην ανθρωπότητα στο όνομα μιας θρησκείας, μιας ιδέας ή ενός μωρόδοξου τύραννου. Γιατί υπάρχαν και υπάρχουν σκλάβοι? Γιατί υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που πεθαίνουν από τη πείνα και τις αρρώστιες την ίδια ώρα που άλλα τόσα εκατομμύρια πεθαίνουν από το υπερβολικό φαί και τη ξάπλα? Γιατί σφαγιάζονται οι λαοί μεταξύ τους? Γιατί ένα κομάτι χαρτί καθορίζει τις τύχες των πλασμάτων που κατοικούς σ΄αυτή τη γη? Γιατί αφανίστηκαν ολόκληροι λαοί από το χάρτη, απίστευτες γενοκτονίες και από ποιους? Πως προκλήθηκαν οι παγκόσμιοι πόλεμοι? Πως ανεβαίνουν στην εξουσία τύραννοι? Ποιον εξυπηρετούν οι κάθε είδους φανατισμένοι που απειλούν τις ζωές των άλλων?

Τι ήταν τι είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι εμπόλεμες ζώνες, τα αποκλεισμένα κράτη, και τώρα το δικό σου γιατί και από ποιον κατάντησε μια αποικία. Κι εκεί αναρωτήσου αν ήσουν τελικά ποτέ ελεύθερος. Αν έζησες ποτέ σε ελεύθερη γη. Αν έγινες ποτέ κύριος της μοίρας σου και της ζωής σου. Ποιος έχει ορίσει πόσοι θα είναι οι πεινασμένοι, πόσοι θα είναι οι δούλοι, πόσοι θα είναι οι φυλακισμένοι και πόσοι θα πρέπει να καλοπερνάνε.  Αναρωτήσου εσύ ο καλός χριστιανός τι στο διαολο σχέση έχουν όσα βλέπεις γύρω σου με μια και μοναδική φράση που σου είπε ο θεός που πιστεύεις "αγαπάτε αλλήλους" Που την είδες αυτή τη φράση? Πότε ένοιωσες για τελευταία φορά πως σ΄αυτό το γ@μημένο κόσμο υπάρχει το αγαπάτε αλλήλους.

Ψήφος αντιμνημονιακή είναι η συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχουν μνημόνια, ούτε φυλακές, ούτες τιμωρίες στα ελεύθερα πνεύματα. Σ΄εκείνους που περνάνε με σεβασμό πάνω σ΄αυτό το ταλαίπωρο πλανήτη που τον έχουν ξεσκίσει κάθε είδους όρνια και προσπαθούν να του πιούν και το τελευταίο του ζουμί. Δεν υπάρχει πρόβλημα ΤΟΠΙΚΟ. Δεν είναι σημαντικό ζήτημα τι θα γίνει σε κάποιοες κ@λοεκλογές, δεν είναι θέμα του επόμενου μήνα του επόμενου χρόνου. Είναι ποιος θα κατορθώσει να σπάσει την αλυσίδα της ξεφτίλας. Της ντροπής. Της απέραντης μιζέριας που έχει σκεπάσει το ανθρώπινο είδος. Αν έχουν απομείνει άνθρωποι που μπορούν ακόμα να σκέφτονται, να αναρωτιούνται, να μην πιστεύουν σαν ηλίθιοι ότι αισχρότητα τους πασάρουν για κανόνα ζωής. Κι αν μπορείς να ανήκεις σ΄αυτούς.

Αυτή είναι η ψήφος που πρέπει να δούμε αν είμαστε ικανοί να δώσουμε. Ξεκινώντας από το πρώτο δυστυχισμένο που θα δούμε στο δρόμο μας και δεν θα κλείσουμε τη μύτη μας γιατί μας βρωμάει. Ξεκινώντας από το πρώτο απατεώνα που θα μας απειλεί και δεν θα του περάσει. Ξεκινώντας από το πρώτο μάθημα ζωής στα παιδιά μας κλείνοντας τη τηλεόραση και μιλώντας μαζί τους. Να ονειρευτούμε πως μπορεί ο κόσμος να γεμίσει με μικρές κοινότητες ανθρώπων που θα νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, που θα νοιάζονται για τη φύση και ότι περιέχει, που θα έχουν σαν μοντέλο ζωής τη ζωή στην ουσία της κι όχι τα σκουπίδια που την παριστάνουν. Που θα είμαστε περήφανοι για τη μέρα μας που γέμισε με κάτι χρήσιμο κι όχι με φαντασιώσεις ψευτομεγαλείων και εξουσίας.  Ναι, είναι μια ουτοπία. Δεν έχουμε δείξει ποτέ στην ιστορία μας οι άνθρωποι εδώ και πολλούς αιώνες πως είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο, αλλά το έχουν αποδείξει μονάδες, οικογένειες, άνθρωποι διάσπαρτοι σε κάθε περίπτωση που έκαναν τη διαφορά. Στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία που υπήρξαν και υπάρχουν οι διαφορετικότητες που έβγαλαν το μεγαλείο σε αντιπαράθεση με την αθλιότητα. Ανθρωποι που περνάνε δίπλα μας και ξεχωρίζουν. Επιστήμονες, φιλόσοφοι, παπάδες, στρατιώτες που έκαναν κάτι άλλο από αυτό που τους είπαν πληρώνοντας με τη ζωή τους. Πατεράδες, μανάδες, παδιά που πέρασαν κι άφησαν διδάγματα. Λίγοι ανάμεσα στο τυφλό πλήθος αλλά υπήρξαν.

Αρα μπροούν να υπάρξουν κι άλλοι. Υπάρχει ένας μηχανισμός που γεννάει εκτός από τα εκτρώματα και κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο μπορούμε να γίνουμε κι εμείς?. Αυτό το κάτι άλλο μπορούμε να το ανακαλύψουμε? Μπορεί επι τέλους να σε γοητεύσει κάτι άλλο εκτός από το παχύσαρκο εγώ σου που κοιτάς κάθε πρωί στο μπάνιο σου? Δεν υπάρχει η απάντηση στα τηλεοπτικά πάνελ, ούτε στους πομπώδεις προεκλογικούς λόγους, ούτε στους μηχανισμούς προστασίας του νόμου και της τάξης. Υπάρχει μέσα σου μια μικρή σπίθα που πεθαίνει σιγά σιγά και παγώνεις. Οταν παγώσεις εντελώς και σβήσει η κατάσταση ειναι μη ανστρέψιμη. Η ανθρωπότητα εξουσιάζεται και εξυπηρετείται από ανθρώπους νεκρούς. Είσαι κι εσύ ενάς από αυτούς?

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ισπανοι αναρχικοι


(Ο δεύτερος ιστορικός πλους των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος)
TOY Μ. Κορακιανίτη
Όταν έχεις να κάνεις με ένα επαναστατικό κίνημα, όπως το ισπανικό αναρχικό κίνημα που για ένα χρονικό διάστημα 68 ετών (τα χρόνια που ο Μάρεϊ Μπούκτσιν χαρακτηρίζει «ηρωικά) προετοίμαζε καθημερινά στα έγκατα της κοινωνίας την τελική του έφοδο, δεν νομίζω ότι έχει τόση σημασία να εμμείνεις στην ήττα αυτού του κινήματος και στα αίτιά της.
Για να καταλάβουμε πόσο αφοσιωμένοι ήταν οι ισπανοί εργάτες {για παράδειγμα στη «μαύρη» (καθαρά αναρχική) Σαραγόσα} στην Ιδέα , δηλαδή στο σχέδιο ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας, αρκεί να παραθέσουμε το σχόλιο του άγγλου ιστορικού Ρεϊμόντ Καρ ο οποίος υπογράμμιζε ότι «οι απεργίες χαρακτηρίζονταν από την περιφρόνηση απέναντι στα οικονομικά αιτήματα και από τη δύναμη της επαναστατικής τους αλληλεγγύης: οι απεργίες για τους φυλακισμένους συντρόφους ήταν πιο δημοφιλείς από τις απεργίες για καλύτερες συνθήκες».

Όταν η CNT είχε φτάσει να απαριθμεί ένα εκατομμύριο μέλη, βρισκόταν ήδη κάτω από την ανεξίτηλη επίδραση των αναρχικών της FAI και παρόλο που αυτοί οι τελευταίοι δεν ξεπερνούσαν τους τριάντα χιλιάδες και παρόλο που από το ένα εκατομμύριο μέλη της αναρχοσυνδικαλιστικής ομοσπονδίας μόνο ένας περιορισμένος αριθμός μελών θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποφασισμένοι αναρχικοί αγωνιστές, η CNT βρισκόταν κάτω από την άμεση επιρροή των αναρχοκομμουνιστικών, αντικρατιστικών, αποκεντρωτικών και αμεσοδημοκρατικών ιδεών και στην πράξη λειτουργούσε σε εντυπωσιακό βαθμό μέσα από αντιεξουσιαστικές δομές.
Σε ό,τι αφορά την ήττα αυτού του ζωντανού, σύνθετου κινήματος με το διαρκή ανταγωνισμό, διασταύρωση κι ώσμωση ανάμεσα στις «μεταρρυθμιστικές» και «ανατρεπτικές» κατευθύνσεις, ο Μπούκτσιν. στον πρόλογο του βιβλίου του για τους ισπανούς αναρχικούς αναφέρει: « ..η αλήθεια είναι ότι δεν έφταιγε η οργάνωση ή το πρόγραμμα τους για την ήττα τους, αλλά η αναποφασιστικότητα των αυτοχρισμένων «ηγετών» τους, για να μην αναφερθώ στις καλά εξοπλισμένες και καλά εκπαιδευμένες δυνάμεις που ρίχτηκαν στη μάχη εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων των μισθοφορικών μαυριτανικών στρατευμάτων και της ισπανικής Λεγεώνας των Ξένων που είχαν τρομακτική προϊστορία μαζικών εκτελέσεων στη Βόρεια Αφρική και αργότερα στην Ισπανία.»
Επειδή όταν αναφερόμαστε στον ισπανικό αναρχισμό ως περίοδο ηρωική, επαναστατικής έξαρσης, έχουμε στο νου μας τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ 1936-1939, κάνει εντύπωση η εξομολόγηση του Μπούκτσιν στον πρόλογο του βιβλίου. Γράφει «δεν έγραψα το δεύτερο τόμο αυτού του βιβλίου με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο όπως αρχικά είχα την πρόθεση, καθώς μου έγινε σαφές ότι η ηγεσία της CNT-FAI υπέστη έναν τραγικό ξεπεσμό τόσο στις αρχές όσο και στην πρακτική της μετά από το τέλος του καλοκαιριού του 1936. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον ο αναρχισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός στην Ισπανία είχαν φτάσει στα πιο εκπληκτικά και ηρωικά ύψη στην προ του 1936 ιστορία τους..». Προφανώς ο Μπούκτσιν αναφέρεται σε αυτό που ένας άλλος αναρχικός μελετητής της ισπανικής επανάστασης, ο Άγγλος Βέρνον Ρίτσαρντς, (Διδάγματα από την Ισπανική Επανάσταση, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος), περιγράφει σαν ροπή της ηγεσίας της CNT σε ορισμένες περιστάσεις να εγκαταλείπει τις αρχές χάριν της τακτικής.
Σε αυτό το σημείο εντούτοις αξίζει να σημειώσουμε ότι οι αναρχικοί στην Ισπανία είχαν στην κυριολεξία αλλεργία με εκείνους τους συντρόφους, συνδικαλιστές για παράδειγμα, που τύχαινε να καταλαμβάνουν νευραλγικές, υπεύθυνες, θέσεις- και γι’ αυτό πίστευαν στη διαρκή παρακολούθηση αυτών των συντρόφων και στο διαρκή έλεγχό τους από τα κάτω. Είναι από αυτήν την άποψη χαρακτηριστική η κριτική ενός αναρχοσυνδικαλιστή του Μπουενακάσα, ο οποίος επιχειρηματολογώντας υπέρ της απομάκρυνσης από την αρχισυνταξία της κεντρικής αναρχοσυνδικαλιστικής εφημερίδας, Solidaridad Obrera, του καταξιωμένου αγωνιστή Άνχελ Πεστάνια, εκπροσώπου της μετριοπαθούς αναρχοσυνδικαλιστικής πτέρυγας, ανέφερε- ανάμεσα στα άλλα- ότι ο σύντροφος είχε πέντε χρόνια να δουλέψει ως ωρολογοποιός κι επομένως είχε περιχαρακωθεί στο μηχανισμό της CNT. O ίδιος ο Πεστάνια, ως εκπρόσωπος πάντα μιας μετριοπαθούς, περισσότερο ρεφορμιστικής τάσης, είχε σε άλλη συγκυρία εξοργιστεί με εργαζόμενους που συμμετείχαν σε εργατικές επιτροπές ως έμμισθα στελέχη.
Στην ιστορία του ισπανικού αναρχισμού συναρπαστική και διδακτική ήταν η εκρηκτική συχνά συνύπαρξη αυτών των δύο οργανώσεων, της CNT και της FAI, μέχρι την τελική τους συμπόρευση το 1936. Από τη μια οι μαχητικοί αναρχικοί της FAI, οι οποίοι- δρώντας κυρίως μέσα από τα grupo de afinidad, τις ομάδες εκλεκτικής συγγένειας, με τις σφιχτοδεμένες διαπροσωπικές σχέσεις- ήταν ολόψυχα αφοσιωμένοι στην ανατροπή του καπιταλισμού και γι’ αυτό διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν την άμεση δράση σε όλες τις εκφάνσεις της. Και από την άλλη μια μαζική αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, η οποία- παράλληλα με τον γενικό αντιεξουσιαστικό και αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό της- ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένη να αγωνίζεται για τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και εξάλλου χάρη σε αυτήν την ικανότητά της συγκέντρωνε τόσους πολλούς εργάτες. Εντέλει οι αναρχικοί στην Ισπανία-κι αυτό δείχνει τον πλούτο και το μεγαλείο του κινήματός τους-κατόρθωσαν να συνενώσουν αυτές τις διαφορετικές τάσεις, τις περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές, τις περισσότερο ή λιγότερο διαλλακτικές, σε ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο -παρά τις όποιες ελλείψεις του- εξακολούθησε μέχρι το τέλος να συνιστά ένα μοναδικό κοινωνικό πείραμα απελευθέρωσης ιδεών, δυνάμεων και δυνατοτήτων, που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στην ισπανική κοινωνία.
Από τις πιο όμορφες σελίδες του βιβλίου είναι εκείνες που περιγράφουν τόσο την προσωπικότητα και την περιπετειώδη ζωή του ελευθεριακού παιδαγωγού και ιδρυτή του Escuela Moderna, «Σύγχρονου Σχολείου», Φρανθίσκο Φερέρ, όσο και το δίχτυο των πενήντα σχολείων που τελικά ιδρύθηκαν στην Ισπανία, κυρίως στην Καταλονία, βασισμένα στις αρχές του Σύγχρονου Σχολείου. Στα ελευθεριακά αυτά σχολεία δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο της διδασκαλίας που ενθάρρυνε την κριτική, ορθολογική σκέψη, αλλά και το γεγονός ότι όταν στα κρατικά σχολεία (που στα περισσότερα η διεύθυνση βρισκόταν στα χέρια κληρικών) οι «απείθαρχοι» μαθητές αναγκάζονταν να γονατίσουν σε στάση μετάνοιας και έπειτα ξυλοκοπούνταν, το Σύγχρονο σχολείο προειδοποιούσε τους δασκάλους ότι έπρεπε να «απέχουν από κάθε υλική ή ηθική τιμωρία διαφορετικά κινδύνευαν να κριθούν ακατάλληλοι για πάντα».
Μια στάση που θα ήταν τελείως αντίθετη με το πνεύμα, που οι ίδιοι οι ισπανοί αναρχικοί καλλιέργησαν, θα ήταν εκείνη της άκριτης εξιδανίκευσης του ισπανικού αναρχισμού . Όπως το θέτει εξάλλου ο Μπούκτσιν στην εισαγωγή του βιβλίου του, όπως σε όλες τις ισπανικές οργανώσεις έτσι και μέσα στις αναρχικές οργανώσεις υπήρξαν τυχοδιώκτες με ιδιοτελή κίνητρα οι οποίοι, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει, «πρόδωσαν τα ελευθεριακά τους ιδεώδη σε κρίσιμες στιγμές του αγώνα».
Όμως η μοναδική αξία του αναρχικού ισπανικού κινήματος βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε την υπόθεση των επαναστατικών αλλαγών αποστειρωμένα, με τους αγωνιστές να είναι πιόνια σε μια ιστορική σκακιέρα, στην οποία οι κινήσεις υπαγορεύονται από την αποκλειστική γνώση των ειδικών και από άνωθεν ντιρεκτίβες . Γι’ αυτό ο ισπανικός αναρχισμός όχι μόνο διατήρησε τη φλόγα και τον πλούτο του βιώματος, αλλά και μετέφερε το κέντρο βάρους των ανατροπών στο προσωπικό, σωματικό θα έλεγα, επίπεδο του καθενός, ακριβώς όπως είχε πάντα την τάση να μεταφέρει το κέντρο βάρους των συλλογικών αποφάσεων στη βάση της κοινωνίας, στο καθημερινό, τοπικό επίπεδο. Όπως σημειώνει ο Μπούκτσιν: « Σε αντίθεση με τα μαρξιστικά κινήματα, ο ισπανικός αναρχισμός έδινε μεγάλη σημασία στον τρόπο ζωής, στην πλήρη αναδόμηση του ατόμου σύμφωνα με τις ελευθεριακές κατευθύνσεις. Έδινε ιδιαίτερη αξία στον αυθορμητισμό, στο πάθος και στην πρωτοβουλία της βάσης….. Οι ισπανοί αναρχικοί συζητούσαν με πάθος και τις παραμικρές αλλαγές που θα έφερνε η επανάσταση στον καθημερινό τρόπο ζωής τους και πολλοί από αυτούς εφάρμοζαν όσο ήταν δυνατό αυτές τις αρχές άμεσα στην πράξη… Πολλοί τελειοποιήθηκαν στη γλώσσα εσπεράντο με την πεποίθηση ότι μετά την επανάσταση θα καταργούνταν τα εθνικά σύνορα των χωρών, οι άνθρωποι θα μιλούσαν μια κοινή γλώσσα και θα μοιράζονταν μια κοινή πολιτιστική παράδοση…. Ουδέποτε χρησιμοποιούσαν στις καθημερινές συζητήσεις τους τη λέξη «θεός», έλεγαν salud (= γεια σου) και όχι adios (=στην ευχή του θεού), απέφευγαν τις σχέσεις με τους κληρικούς και τις κρατικές αρχές, δεν νομιμοποιούσαν με το γάμο τις «ελεύθερες ενώσεις» τους, δε βάφτιζαν ούτε νομιμοποιούσαν τα παιδιά τους». Και καταλήγει ο Μπ. « Πρέπει να γνωρίζει κανείς την καθολική Ισπανία για να αντιληφθεί πόσο μεγαλεπήβολη ήταν αυτή η αυτό-επιβαλλόμενη ηθική…».
Στους καιρούς της εξαχρείωσης και του παραλογισμού που ζούμε σήμερα, δεν μπορούμε να μην κάνουμε μια σύγκριση με αυτό που εμείς εδώ στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, βλέπαμε και ζούσαμε. Σύγκριση για να δώσουμε έδαφος στη φαντασία και στη σκέψη να απεγκλωβιστούν και να αντιπαρατεθούν κριτικά στο παρόν, κι όχι βέβαια για να μπούμε στο μάλλον γελοίο παιχνίδι της μηχανικής μεταφοράς και των εισαγόμενων θαυματουργών λύσεων.
Για μια σκιαγράφηση του που πατάμε εμείς σήμερα και που βρίσκονταν οι ισπανοί αναρχικοί τότε, θα παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του Μπoύκτσιν στο βιβλίο του. Γράφει: « Ο καπιταλισμός σήμερα έχει διεισδύσει στην καθημερινή ζωή περισσότερο από ποτέ. Έχει διαρρήξει τους ισχυρούς κοινοτικούς δεσμούς… Εκείνα τα χρόνια το κεφάλαιο πολιορκούσε μια προφανώς προβιομηχανική κοινωνία, η οποία μπορούσε να του αντισταθεί με την πλούσια ποικιλία της ζωής στις γειτονιές της, στις πόλεις και στα χωριά της. Σήμερα εκείνη η προβιομηχανική κοινωνία παραχωρεί ραγδαία τη θέση της σε μια ιδιαίτερα εμπορευματοποιημένη κοινωνία της αγοράς- όχι απλά σε μια οικονομία της αγοράς- που έχει μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου σε ένα γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ με τους υποταγμένους και μίζερους τρόπους ζωής».
Για να έρθουμε εδώ στα δικά μας, αρκετοί από εμάς γνωρίζουμε στο πετσί μας για το πώς στήθηκε το δικό μας «γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ» με τις τραγικές συνέπειες που είχε στις συνειδήσεις, στον τρόπο ζωής και στην ίδια την ανεξάρτητη και κριτική σκέψη.
Κι όταν λέω αρκετοί από εμάς έχουμε γνωρίσει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης αυτής της άνευ όρων και ορίων εμπορευματοποίησης στο πετσί μας, εννοώ από άποψη ηλικίας, γιατί αυτή η γενικευμένη πλέον επιδρομή του κεφαλαίου χρονικά δεν τοποθετείται μακριά- εγώ θα έλεγα ότι μπαίνει στην τελική της ευθεία μετά το 1981, με όχημα το λαϊκιστικό μόρφωμα του ΠΑΣΟΚ και του «λαϊκού καπιταλισμού» που αυτό εδραίωσε .
Γνωρίζουμε λοιπόν την τεράστια αφομοιωτική δύναμη αυτού του κυρίαρχου κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με τα απροκάλυπτα ληστρικά του χαρακτηριστικά και τις αποπροσανατολιστικές, αποκοιμιστικές συναινέσεις. ΄Ενα σύστημα, το οποίο μέσα από μια αχαλίνωτη εμπορευματοποίηση των πάντων και ταυτόχρονα γραφειοκρατικοποίηση πολλών όψεων της κοινωνικής ζωής, εξαγόραζε και νάρκωνε τους υπηκόους του με παραμύθια περασμένων εθνικών μεγαλείων, με εορτοδάνεια-διακοποδάνεια και άφθονο πλαστικό χρήμα, με πελατειακές σχέσεις και πάσης φύσεως εξατομικευμένα ή συντεχνιακά αλισβερίσια με την εκάστοτε Εξουσία, με μια συντηρούμενη από τα πάνω ανομία από την οποία μόνον οι ισχυροί και οι ανάλγητοι έβγαιναν και θα βγαίνουν κερδισμένοι.
Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να μην κάνει αυτή τη σύγκριση…. και από τη μια να μην απελπιστεί συνειδητοποιώντας πόσο χαμηλά βρίσκεται η ηθική, η αξιοπρέπεια, η φαντασία, η συνείδηση και τα ανακλαστικά αντίστασης της κοινωνίας μας σήμερα (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) και από την άλλη, διαβάζοντας τις προσπάθειες και τα εγχειρήματα αυτών των ανθρώπων στην Ισπανία, να μην συνεχίσει αθεράπευτα να ελπίζει, γιατί όπως έλεγε κι ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του : «πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει». Δηλαδή «τίποτα δεν είναι πιο τρομερό, θαυμάσιο, ικανο-πραγματοποιητικό απ’ τον άνθρωπο», όπως αυτό το «ανθρώπου δεινότερον» το ερμηνεύει ο Καστοριάδης, χαρτογραφώντας τη δημοκρατική πολιτική σκέψη και στάση ως μια στάση που μαζί με τους άλλους ( στο ίσον φρονείν κι όχι στο μόνος φρονείν) αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών της και δεν αναζητά έξωθεν νομιμοποιήσεις, θεούς, προφήτες και πάσης φύσεως εθνοσωτήρες.
Ικανός δηλαδή ο κάθε άνθρωπος για το υψηλότερο κι ευγενέστερο, όπως στην Ισπανία τα ηρωικά χρόνια, ικανός να αναλάβει την ευθύνη και τη τύχη της ύπαρξής του και μέσα από αυθεντικές συλλογικές και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες να χαράξει ο ίδιος τον κοινό δρόμο του. Και από την άλλη ικανός για την πιο χαμερπή κατρακύλα, για την πιο στυγνή υποταγή, να τρέχει να κρύβεται στην ποδιά των ισχυρών, ενός οποιουδήποτε χιτλερίσκου ή λαοφιλή «παντογνώστη» ηγέτη ή κομματόσκυλου ή στην ποδιά μιας φανταστικής υπερπροστατευτικής (αλλά φυσικά τυραννικής) μητέρας, ή ενός φανταστικού, από μηχανής θεού, πατέρα που παραλύει τη σκέψη και την πρωτοβουλία.
Δεν μπορεί κανείς να μην κάνει αυτή τη σύγκριση διαβάζοντας το βιβλίο του Μάρει Μπούκτσιν για τους Ισπανούς Αναρχικούς: τη σύγκριση ανάμεσα στα ηρωικά εκείνα χρόνια και τα χρόνια που εμείς σήμερα σερνόμαστε πίσω από σαθρές (όπως τώρα περίτρανα αποδεικνύεται) « κυρίαρχες αναπτυξιακές επιλογές», που μας τις φόρεσαν σαν ζουρλομανδύα με αντάλλαγμα μια ψευδαίσθηση συμμετοχής σε ένα βιοτικό επίπεδο που ακόμη κι όταν το είχαμε (όσοι από εμάς το είχανε) το πληρώναμε ακριβά με την ηθική, ψυχική και αισθητική υποβάθμιση της ζωής μας.
Σε αυτή τη γραμμή πλεύσης, που προανέφερα – ότι δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει απαραίτητα ο προορισμός, το τέλος, « η Ιθάκες» , αλλά το ταξίδι, ο «πηγαιμός για την Ιθάκη»- θα ήθελα να αναφέρω ορισμένες ακόμη όψεις αυτής της μεγάλης πορείας προς τη «γη της ελευθερίας» των ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών…..
Μια από τις αρχές των Ισπανών Αναρχικών αφορούσε την ακλόνητη πεποίθησή τους ότι τα μέσα που υιοθετούσαν, οι μέθοδοι πάλης, όχι μόνο δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από την ελευθεριακή κοινωνία στην οποία απέβλεπαν, αλλά όφειλαν να απεικονίζουν και να ενσωματώνουν τις βασικές όψεις του comunismo libertario, τον οποίο επιζητούσαν να πραγματώσουν. Γράφει ο Μπούκτσιν: «Αν ένα κίνημα επιδίωκε να δημιουργήσει έναν κόσμο ενωμένο στη βάση της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, όφειλε να διέπεται από τις αρχές του. Αν επιδίωκε μια αποκεντρωτική, αντιεξουσιαστική, ακρατική κοινωνία, όφειλε να είναι δομημένο πάνω σε αυτούς τους στόχους….. οι αναρχικοί τόνιζαν συνεχώς τη σημασία της εκπαίδευσης και την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με τις αναρχικές επιταγές- με άλλα λόγια τη ανάγκη να δημιουργήσουν μια αντικοινωνία που θα εξασφάλιζε το χώρο που χρειάζονται οι άνθρωποι για να ανακαλύψουν και να δημιουργήσουν εκ νέου τον εαυτό τους. Επομένως έδιναν μεγαλύτερη σημασία στον ελεύθερο χρόνο και στην ηθική υπεροχή. Περιφρονούσαν τους σοσιαλιστές επειδή τα αιτήματά τους επικεντρώνονταν πρωταρχικά στις μισθολογικές αυξήσεις και τις υλικές βελτιώσεις. Στα μάτια των αναρχικών, η ανάγκη για μείωση των ωρών εργασίας ήταν πολύ πιο σημαντική, γιατί σύμφωνα με τον Ανσέλμο Λορένθο, τον «παππού» του ισπανικού αναρχισμού (1842-1914), οι άνθρωποι «θα έχουν τον ελεύθερο χρόνο να σκέφτονται, να μελετούν….. να ικανοποιούν τα ηθικά τους ένστικτα»
Και σε ένα άλλο απόσπασμα στο τέλος του βιβλίου, στα Συμπεράσματα, ο Μπούκτσιν εξετάζει το κατά πόσο ήταν εφικτή μια κομμουνιστική επανάσταση σε μια βιομηχανικά υπανάπτυκτη χώρα κι αναφέρει πάνω στο ίδιο θέμα τις σκέψεις του διακεκριμένου αναρχικού θεωρητικού Αμπάδ δε Σαντιγιάν, ο οποίος σε ένα έργο με τίτλο Μετά την Επανάσταση, το οποίο συζητήθηκε εκτενώς στα πλαίσια του ισπανικού αναρχικού κινήματος, έγραφε «Κάθε περίοδο στέρησης και φτώχειας παράγει βαρβαρότητα, ηθική οπισθοδρόμηση και μια άγρια μάχη όλων για το καθημερινό ψωμί…. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στοχεύουμε να εγκαθιδρύσουμε τις καλύτερες οικονομικές συνθήκες, οι οποίες θα λειτουργήσουν ως εγγύηση ίσων και σταθερών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν θα πάψουμε να είμαστε αναρχικοί ακόμη και με άδεια στομάχια, αλλά δεν μας αρέσει να έχουμε άδεια στομάχια». Συνεχίζοντας το συλλογισμό του Σαντιγιάν, ο Μπούκτσιν καταλήγει: « Τέλος, σε μια οικονομία αφθονίας, που θα μπορεί να καλύπτει τις προσωπικές ανάγκες με αντίτιμο ένα στοιχειώδη μόχθο, το άτομο μπορεί να αποκτήσει τον ελεύθερο χρόνο για την πνευματική του καλλιέργεια και την πλήρη συμμετοχή του στην άμεση διαχείριση της κοινωνικής ζωής » Και στη συνέχεια ο Μπούκτσιν, αφού προσυπογράφει την προειδοποίηση του Σαντιγιάν, την άνοιξη του 1936, ότι «ο κομμουνισμός θα είναι το αποτέλεσμα της αφθονίας και χωρίς αυτήν θα παραμείνει απλώς ένα ιδανικό», αναφέρεται στο διφυή, και γόνιμα αντιφατικό χαρακτήρα του αναρχικού οράματος. Γράφει: «Πίστευαν στον «ελεύθερο έρωτα» επειδή πίστευαν στην ελευθερία του ζευγαρώματος πέρα από την πολιτική ή θρησκευτική επικύρωση, αλλά απέφευγαν την ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας και τις πολυγαμικές σχέσεις. Οραματίζονταν την ευθυμία στον εργασιακό χώρο, αλλά θαύμαζαν την σκληρή εργασία και σχεδόν εξυμνούσαν τις εξαγνιστικές της ιδιότητες. Στην κοινωνία της «Αρκαδίας» δεν θα υπήρχαν «δικαιώματα χωρίς καθήκοντα και καθήκοντα χωρίς δικαιώματα»… Εντούτοις οι ισπανοί αναρχικοί άφησαν πίσω τους μια απτή πραγματικότητα που έχει ιδιαίτερη σημασία για τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της. Τα «ηρωικά χρόνια» του κινήματος από το 1868 μέχρι το 1936, σημαδεύτηκαν από μια συναρπαστική διαδικασία πειραματισμού σε οργανωτικές δομές, τεχνικές λήψης αποφάσεων, προσωπικές αξίες, εκπαιδευτικούς στόχους και μεθόδους πάλης».
Δύο αξιοσημείωτα για μένα συμπεράσματα:
1ο) Ο θεσμός όσο δημοκρατικός, αμεσοδημοκρατικός, κι αν είναι, όσο κι αν στη σύλληψη και στην εφαρμογή του αγγίζει το ιδεώδες, παραμένει πάντα ένα κέλυφος, μια εξωτερική μορφή, που αν οι συμμετέχοντες σε αυτόν, οι ζωντανοί, απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, δε δραστηριοποιούνται, δε φροντίζουν, δεν αγωνίζονται να δώσουν σάρκα και οστά σε αυτό το εξωτερικό κέλυφος, ο θεσμός αργά ή γρήγορα θα εκφυλιστεί και θα αδειάσει από το όποιο απελευθερωτικό περιεχόμενό του. Ακόμη κι ο πιο τέλεια σχεδιασμένος θεσμός. Αυτό οι cenetistas φαίνεται να το γνώριζαν αρκετά καλά.
Στον πρόλογο για το βιβλίο του Σαμ Ντόλγκοφ «Αναρχικές Κολεκτίβες» (Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη) ο Μπούκτσιν σημειώνει « Ο όρος «ολοκληρωμένη προσωπικότητα» παρουσιάζεται συχνά στα ντοκουμέντα των Ισπανών αναρχικών και έγιναν ακούραστες προσπάθειες για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων, τα οποία, όχι μόνο έπρεπε να ενστερνιστούν τις αντιεξουσιαστικές αρχές, αλλά και να δοκιμάζουν να τις εφαρμόζουν στην πράξη. Κατά συνέπεια το οργανωτικό πλαίσιο του κινήματος (όπως εκφράστηκε στην «πρώτη Διεθνή», τη CNT και τη FAI) έπρεπε να είναι αποκεντρωμένο και να επιτρέπει το μεγαλύτερο βαθμό πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων στη βάση και να παρέχει δομικές εγγυήσεις ενάντια στο σχηματισμό γραφειοκρατίας»
2ο) Ο δρόμος για τη ριζική κοινωνική αλλαγή δεν είναι μια ευθεία. Και δεν πρόκειται ούτε για μια μαγική στιγμή, ούτε για ένα βίαιο συμβάν που, στο όνομα μιας ερμητικής ερμηνείας της Ιστορίας, κάποιοι έρχονται να το εφαρμόσουν πάνω στην κοινωνία σαν ένα είδος ηλεκτροσόκ. Ο Μπούκτσιν και σε αυτό το βιβλίο, αλλά και σε άλλα κείμενά του για το ισπανικό αναρχικό κίνημα, υπογραμμίζει πώς οι ισπανοί αναρχικοί προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν τις απαιτήσεις ανάμεσα σε μια αυθεντική δημοκρατία «από τα κάτω» με αποκεντρωμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και την ανάγκη για συντονισμό και αποτελεσματική κοινή δράση. Όπως σημειώνει « η CNT δοκίμασε να λύσει τα προβλήματά της και στη διάρκεια ευνοϊκών περιόδων το κατάφερε. Υπήρξαν όμως και περίοδοι καταστολής, απότομες και πολλές φορές κρίσιμες στροφές των γεγονότων που την ανάγκασαν να καταργήσει τα ετήσια καθώς και τα τοπικά συνέδρια και να περιοριστεί στη λήψη αποφάσεων από ηγετικές επιτροπές ή «συνέδρια», τα οποία διέφεραν ελάχιστα από απροετοίμαστες συνδιασκέψεις. Ορισμένοι ηγέτες, σε όλα τα επίπεδα της οργάνωσης, ενεργούσαν περίπου με γραφειοκρατικό τρόπο. Η ίδια η συνδικαλιστική δομή δεν είναι απαλλαγμένη από γραφειοκρατικές παραμορφώσεις».
Όπως δείχνει το ισπανικό παράδειγμα η κοινωνική επανάσταση, η αναμόχλευση των πάντων μέχρι να βρεθεί εκείνη η νέα ισορροπία, αρμονία αν θέλετε, που θα απελευθερώνει όσο γίνεται περισσότερες συλλογικές δυνατότητες και θα ελαχιστοποιεί τον αποκλεισμό και την αδικία, αυτή η κοινωνική επανάσταση είναι μια δαιδαλώδης διαδικασία. Ένας δρόμος που περιλαμβάνει πολλά κάθετα και παράλληλα μονοπάτια, πολλούς παράδρομους βαθύτατων πολιτισμικών ανατροπών που θέτουν σε αμφιβολία και διερώτηση το κυρίαρχο φαντασιακό, δηλαδή το συνολικό τρόπο ζωής, τις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις, τον ίδιο τον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας από τον καθένα από εμάς.
Γι’ αυτό και στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας σε τελευταία ανάλυση δεν μπορεί να βρίσκεται η απροκάλυπτη ή συγκαλυμμένη επιβολή, αλλά η πειθώ. Τίποτα δεν μπορεί να είναι δεδομένο, με την έννοια του θέσφατου ή του ταμπού για το οποίο απαγορεύεται να σκεφτείς και να μιλήσεις, και τίποτα δεν μπορεί να είναι οριστικό με την έννοια ενός τεχνητού παραδείσου στη μήτρα του οποίου όλες οι αντιφάσεις και τα προβλήματα έχουν διαπαντός επιλυθεί.
Προκειμένου να παραμείνουν τα ξυπνητήρια μιας κοινωνίας που αγνοεί τις ελλοχεύουσες δυνατότητές της, προκειμένου δηλαδή να είναι αυτοί που δείχνουν ένα δρόμο, κι όχι εκείνοι που παίρνουν εργολαβία το όλο εγχείρημα, οι ισπανοί αναρχικοί προτίμησαν να αποφύγουν την καθησυχαστική λαϊκιστική ρητορική περί «της έλευσης γήινων παραδείσων»-ιδιαίτερα όταν γνώριζαν ότι αυτοί οι παράδεισοι, όπου τους έφεραν οι αυτοχρισμένοι κομματικοί γκουρού, οδήγησαν σε νέες επαχθέστερες μορφές σκλαβιάς.sxoliastesxwrissynora