Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

6. «Αυτή η χώρα είναι ένα ανώμαλο ρήμα

Στα προηγούμενα κεφάλαια έγινε προσπάθεια να επισημανθεί ο κυρίαρχος παραλογισμός στις καθοριστικές συνιστώσες του ελληνικού κοινωνικού μορφώματος. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε επιγραμματικά τις ενδείξεις παραλογισμού (ξεκαθαρίζοντας βέβαια οτι ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά και όχι «ιατρικά» -σαν παραλογισμό χαρακτηρίζω μια παγιωμένη στάση η οποία αντιτίθεται στην «κοινωνική λογική») θα μπορούσαμε να υπενθυμίσουμε οτι:

-Υποστηρίχτηκε πως η εθνική ταυτότητα της σύγχρονης Ελλάδας είναι αυτό το σύνδρομο ρατσισμού το οποίο αντλεί τις προσλαμβάνουσές του από την παρελθοντολαγνεία, ωθώντας στην προδιάθεση ποδηγέτισης, την αποθέωση της άγνοιας και τελικά την κοινωνιοφοβία ενδυναμωμένη από την έντονη τάση παραποίησης της πραγματικότητας προς όφελος του ατομικού ετεροκαθορισμού.

-Επισημάνθηκε η κυρίαρχη αντίληψη του ελληνικού φιλότεχνου κοινού οτι αυτό γνωρίζει καλύτερα το καλλιτεχνικό δημιούργημα ακόμα κι από τον ίδιο του τον δημιουργό.

-Αναφέρθηκε οτι η πλήρης αποτυχία στην υλοποίηση κάποιων οικονομικών ενεργειών θεωρείται ένδειξη εφευρετικότητας σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη η οποία επικρατεί στη χώρα.

-Υποστηρίχτηκε τέλος οτι ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα θεμελιώθηκε στρεβλά σε σχέση με τον δηλωμένο του σκοπό και τελικά ανεξαρτητοποιήθηκε τόσο από την εξουσία όσο κι από την κοινωνία των πολιτών.

Πού έγκειται ο παραλογισμός στα παραπάνω συμπεράσματα;

Στην περίπτωση διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας το συγκρουσιακό πεδίο (το οποίο σε ατομικό επίπεδο θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει στην σχιζοφρένεια) εδράζεται στην άρνηση του υποκειμένου να λειτουργήσει με όρους ομάδας ενώ ταυτόχρονα έχει καθορίσει την ομάδα αντιπαράθεσής του. Με απλά λόγια, ο ρατσισμός (και ο παρελθοντολάγνος ετεροκαθορισμός) αντλούν τα κοινωνικά τους οφέλη από τη συσπείρωση –η ύπαρξη των «άλλων» συσπειρώνει «εμάς» που τους αντιπαρατεθόμαστε προκειμένου «να μη μολύνουν». Στην ελληνική περίπτωση οι «άλλοι» είναι τόσο πολλοί και η σύσταση της συγκεκριμένης κατηγορίας μεταβάλλεται τόσο συχνά ώστε ακόμα και η καταγραφή τους διαχρονικά θα ήταν χαώδης. Για παράδειγμα:
-Ήμασταν εναντίον των Γερμανών κατακτητών στους Παγκοσμίους Πολέμους αλλά γίναμε λάτρεις της Γερμανικής φυλής λόγω της ένταξής μας στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) καθώς και λόγω τουρισμού, καταλήγοντας τελικά να ξαναποδώσουμε χαρακτηριστικά κατακτητών στην ίδια φυλή λίαν προσφάτως με την οικονομική κρίση.
-Λατρέψαμε τους Αμερικάνους, μιμηθήκαμε τον τρόπο ζωής τους, εντρυφήσαμε στη φιλοσοφία τους για να καταλήξουμε να τους θεωρούμε σήμερα «βαρβάρους». Μισήσαμε τους Ρώσους και όσα αντιπροσώπευαν, απαξιώσαμε τα επιτεύγματά τους και καταγγείλαμε τις εγκληματικές τους, «κομμουνιστικές» πρακτικές για να καταλήξουμε σήμερα να τους θεωρούμε «αδέρφια μας».
-Διατυμπανίζουμε την εθνική μας συνάφεια με τους «αλύτρωτους Έλληνες» της «Βορείου Ηπείρου», της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ή της Τουρκίας όσο αυτοί ζουν εκτός Ελλάδας αλλά στην περίπτωση που μετοικούν στη χώρα μας τους θεωρούμε «κατώτερα όντα»: Αλβανούς, Ρωσοπόντιους, Τούρκους.

Πέρα απ΄αυτό το αέναο «μπες-βγες» στην αντίπαλη ομάδα των «άλλων» (το οποίο χαλαρώνει την ιδεατή σύσταση της ομάδας, άρα αποδυναμώνει την απειλητική της προοπτική) έχουμε και την έλλειψη ουσιαστικών συνεκτικών δεσμών στην ομάδα τού «εμείς». Σε αυτή την ομάδα, το ατομικό συμφέρον υπερισχύει του ομαδικού σκοπού. Βέβαια, σε κάθε ναζιστικού τύπου ομαδοποίηση (ναζί –ναζισμός: ο όρος προέρχεται από τη λέξη έθνος) το ατομικό συμφέρον ωθεί στην συμμετοχή στην ομάδα, αλλά πρόκειται για ένα ατομικό συμφέρον το οποίο συνειδητά εξυπηρετείται από την ομαδική επιδίωξη με την οποία συνταυτίζεται τυφλά.. Για παράδειγμα, εκτοπίζουμε τους Εβραίους επειδή θεωρούμε οτι αυτοί κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου και θέλουμε αυτό να περάσει στα χέρια μας.
Στην ελληνική περίπτωση, το ατομικό συμφέρον δείχνει να εξυπηρετείται μέσω της εξαπάτησης (και εκμετάλλευσης) του μέλους της δικής μας ομάδας και όχι μέσα από την επικράτηση επί των αντιπάλων. Αυτοί (οι αντίπαλοι) υπάρχουν απέναντί μας μονάχα για λόγους θεάματος και μας χαζεύουν όσο αλληλοκλεβόμαστε.

Στην περίπτωση της αποδοχής (και απήχησης) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο παραλογισμός φωλιάζει στην νοητή αντικατάσταση του δημιουργού (πομπού) από τον θεατή-αναγνώστη-ακροατή (δέκτη). Η καφενειακή ρήση: «με κάνεις εμένα πρωθυπουργό για μια μέρα;» βρίσκεται σε πλήρη ισχύ παραλλαγμένη σε «με κάνεις εμένα σκηνοθέτη, συνθέτη, συγγραφέα για μια μέρα;» Το κοινό αποφασίζει περί του τι σκόπευε να δείξει ο καλλιτέχνης με το έργο του (αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος ένα έργο τέχνης) και μάλιστα, συνήθως, έχει πρόταση περί του τρόπου με τον οποίο θα αναδείκνυε «σωστότερα» το θέμα του ο καλλιτέχνης (χωρίς, συνήθως, να έχει τις γνώσεις προκειμένου να δημιουργήσει καλλιτέχνημα). Έτσι όμως η καλλιτεχνική δημιουργία ακυρώνεται, ο καλλιτέχνης εκδιώκεται κλωτσηδόν από το βήμα έκφρασης. Ακόμα κι αυτό θα ήταν μια λογική στάση αντιμετώπισης της τέχνης –ας μην ξεχνάμε οτι όταν οι ποιητές διαμαρτύρονταν επειδή δεν έπαιρναν άδεια να τυπώσουν τα ποιήματά τους, ο Στάλιν πέταγε τα ποιήματα στη φωτιά χαρακτηρίζοντάς τους απαξιωτικά: «μπουρζουάδες» Υπάρχει σε αυτό μια «κοινωνική λογική».
Στην Ελλάδα όμως δεν εφαρμόζεται ούτε καν ενός τέτοιους είδους άκρατος ωφελιμισμός. Οι καλλιτέχνες αποκαθηλώνονται σε επίπεδο κοινωνικού ρόλου αλλά θεοποιούνται σε ατομικό επίπεδο και περιπτωσιακά. Γενικώς οι σκηνοθέτες είναι «ψώνια» αλλά ο σκηνοθέτης Χ είναι «μετρ», γενικώς οι ηθοποιοί είναι «ελευθερίων ηθών» αλλά ο ηθοποιός Ζ είναι «εκφραστής του λαού», γενικώς οι συγγραφείς είναι «παπαρολόγοι» αλλά ο συγγραφέας Ω, «μα. πώς τα σκέφτεται ο άνθρωπος!»
Με αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης της τέχνης το κοινό αποποιείται του δικαιώματός του να κατευθύνει την καλλιτεχνική δημιουργία, δεν κωδικοποιεί τις προτιμήσεις του, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνει το μήνυμα ο καλλιτέχνης και, άρα, να μην γνωρίζει προς τα που θα πρέπει να κατευθυνθεί αν θέλει να έχει αποδοχή. Μοιάζει το κοινό της Ελλάδας με πελάτη εστιατορίου ο οποίος εξαντλείται σε παρατηρήσεις προς τα γκαρσόνια σχετικά με το πώς πρέπει να μαγειρεύεται σωστά το τάδε ή το δείνα φαγητό, χωρίς όμως να παραγγέλνει με αποτέλεσμα στο τέλος να βολεύεται με ότι έχει απομείνει στην κουζίνα, το οποίο το αποθεώνει κιόλας από πάνω!

Ο παραλογισμός που κυριαρχεί στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας αποσυνδέοντάς την από οποιαδήποτε έννοια παραγωγικότητας είναι, νομίζω, εμφανής. Και με δεδομένο το οτι η παραγωγή και διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών αποτελεί τη βασική κατευθυντήρια συνιστώσα του οικονομικού τομέα, δικαιούμαστε να υποθέσουμε οτι η ελληνική αντιπαραγωγικότητα ακυρώνει την ίδια την ύπαρξη της ελληνικής οικονομίας. 

Τέλος, η αυτοκαταστροφικότητα του δημόσιου τομέα έγκειται στην λειτουργική αποκοπή από κάθε κοινωνικό νομιμοποιητικό έρεισμα και στην εν παραλλήλω αντιπαράθεση με το εκάστοτε κυβερνητικό μόρφωμα. Τέτοιου είδους τακτική θα είχε νόημα αν επρόκειτο για έναν δημόσιο τομέα ιδιαίτερα δυνατό, θεσμοθετημένο διαμέσου της ιστορικής συνέχειας –πράγμα το οποίο ίσχυε, για παράδειγμα, με τον βρετανικό δημόσιο τομέα (πριν την κατεδάφιση που υπέστη αυτός από την Θάτσερ). Αλλά στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρξε ποτέ ο γραφειοκρατικός μηχανισμός διαχείρισης ο οποίος θα καθιστούσε τους χειριστές του παντοδύναμους, στην Ελλάδα ο δημόσιος τομέας λειτούργησε σαν τον κακό μαθητή που γίνεται απουσιολόγος επειδή απλώς τυγχάνει συγγενής της δασκάλας –σπασμωδικά, νευρωτικά και υπερφίαλα, σε πλήρη συνάρτηση δηλαδή με την ουσιαστική και τυπική του ανεπάρκεια.

Θα μπορούσε κανείς μετά από τα παραπάνω να επικαλεστεί τη ρήση του «εθνάρχη της αντιπαροχής» Κ. Καραμανλή σχετικά με το ότι «η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο» κι έτσι να ξεμπερδέψει με το ελληνικό φαινόμενο έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του σε κάθε λογής επικείμενες δικτατορικές εκτροπές. Ή θα μπορούσε να ξαναθυμηθεί τη φράση του Οργισμένου Βαλκάνιου, του Νίκου Νικολαϊδη: «αυτή η χώρα είναι ένα ανώμαλο ρήμα» και να προβληματιστεί αναζητώντας τους «κανόνες της ανωμαλίας». Επειδή, όπως θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, υπάρχουν τελικά κάποιοι κανόνες που ορίζουν την «ανώμαλη» κλήση των ρημάτων –απλώς οι κανόνες αυτοί δεν εντάσσονται στην ισχύουσα γραμματική. Είναι, είτε κατάλοιπα μιας ξεχασμένης αρχαίας γλώσσας, είτε δάνεια εκτός του ισχύοντος κοινωνικού μορφώματος.

Μήπως λοιπόν ο παραλογισμός της ελληνικής περίπτωσης έγκειται στην ύπαρξη κατάλοιπων από προηγούμενα κοινωνικά μορφώματα ή σε εν γένει «δάνειες πρακτικές»; Μήπως τελικά αυτό το ανώμαλο ρήμα λειτουργεί στη βάση κανόνων;

Ας δοκιμάσουμε να διερευνήσουμε κι αυτές τις πιθανότητες, ας δοκιμάσουμε να βρούμε τις διασυνδέσεις οι οποίες μέχρι τώρα μας διέφευγαν, εφόσον ήμασταν αυστηρά προσανατολισμένοι στα ισχύοντα. Θα δώσω ένα απλουστευτικό παράδειγμα: στην απέναντι πολυκατοικία ζει ένα ζευγάρι γερόντων οι οποίοι έχουν στοιβάσει στο μπαλκόνι τους σπασμένες καρέκλες, τραπέζια και κάθε λογής έπιπλο που μπόρεσαν να βρουν στα σκουπίδια. Παρατηρώντας τους μπορούμε χωρίς δεύτερη σκέψη να συμπεράνουμε οτι «δεν στέκουν καλά στα μυαλά τους». Αν όμως κάνουμε τον κόπο να τους επισκεφτούμε το πιο πιθανό είναι ν΄ανακαλύψουμε την ξυλόσομπα να δεσπόζει στη μέση του σαλονιού γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στα καλοριφέρ. Τότε πλέον ο «παραλογισμός» τους θα ειδωθεί από άλλη οπτική γωνία.
Αυτό θα επιχειρηθεί στη συνέχεια, η «επίσκεψη στο σπίτι των γερόντων», η διεύρυνση του οπτικού πεδίου προκειμένου να καλυφθούν κι αυτά που θεωρούνται «σκουπίδια» από ερευνητικής απόψεως. Με κίνδυνο βέβαια να χαθεί εντελώς το ερευνητικό αντικείμενο –άλλωστε, τα σκουπίδια θεωρούνται τέτοια για κάποιο λόγο!

Ξαναδιαβάζω αυτό το κεφάλαιο και μοιάζει σαν ένας πρόλογος ο οποίος ξεπετάχτηκε αργοπορημένα –ίσως και σαν ένας πρόλογος ο οποίος έπρεπε να προλογιστεί εκτεταμένα προκειμένου να τεκμηριωθεί. Ας είναι λοιπόν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου