Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

το παρελθόν ωραιοποιείται –κρατάμε τα καλά, ξεχνάμε τα άσχημα Ζεις στη χειρότερη περίοδο καταστολής της τελευταίας 30ετίας, οι μπάτσοι στους δρόμους έχουν ξαναθυμηθεί τις «παλιές χρυσές μέρες»των Μπουραντάδων

Το παρελθόν είναι τώρα

Τον κολλητό μου τον γνώρισα σε μια κατασκήνωση. Είχα πάει ομαδάρχης να βγάλω κάνα φράγκο, να κάνω και τίποτα τζάμπα μπάνια (έτσι ήθελε να πιστεύει η μάνα μου που μ΄έφαγε –ή κατασκήνωση ή φάμπρικα –η επιλογή προφανής). Τελικά από φράγκα δεν έβγαλα τίποτα κι από μπάνια, απλώς καθόμουν και ξεροστάλιαζα 10 μέτρα απόσταση από την παραλία για να κάνω αλυσίδα μαζί με τους υπόλοιπους ομαδάρχες μην περάσει κάνας πιτσιρικάς και πνιγεί. Φρίκη εν ολίγοις, αλλά γνώρισα τον κολλητό μου κι αυτό ήταν κάτι –σημαντικό νομίζω, που άξιζε τον κόπο. Όταν τελείωσε η σεζόν είχαμε τα γνωστά κλάματα και αγκαλιές αποχαιρετισμού –σκέτο Summer Nights που τραγούδαγε ο Τραβόλτας με την αυστραλέζα την ξενέρωτη –πολλά τηλέφωνα γράφτηκαν σε χαρτάκια και ανταλλάχτηκαν εκείνη την ώρα του αποχωρισμού. Ο κολλητός μου τα πήρε και τα έκανε κομματάκια, τα πέταξε στον παρακείμενο σκουπιδοτενεκέ, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, και είπε: «μη γίνεσαι μαλάκας –εδώ περάσαμε άσχημα, δεν υπάρχει λόγος να το συνεχίσουμε και παραέξω»
Είχε αυτή την άποψη, οτι δηλαδή το παρελθόν ωραιοποιείται –κρατάμε τα καλά, ξεχνάμε τα άσχημα –νοσταλγούμε και προσπαθούμε να ξαναζήσουμε κάποιες στιγμές που ήταν άθλιες όταν τις ζήσαμε για πρώτη φορά αλλά με το πέρασμα του χρόνου μοιάζουν βγαλμένες από βίπερ Νόρα. «Όταν θα έχεις ξεχάσει πόσα χάλια ήταν όλα, θα πάρεις τηλέφωνο το μαλάκα που απέφευγες εδώ μέσα ή τη βλαμμένη που κορόιδευες και θα τους ζητήσεις να βρεθείτε. Κι εκείνοι θα έρθουν γιατί ακριβώς είναι μαλάκες και θα σου γίνουν κολλιτσίδες –το έχω πάθει –και από αυτό σε σώζω πετώντας τα τηλέφωνά τους στα σκουπίδια», είχε καταλήξει ο κολλητός μου.
Βέβαια και τον κολλητό μου εκεί τον είχα γνωρίσει, οπότε θα έπρεπε (σύμφωνα με τη θεωρία του) να πετάξω και το δικό του τηλέφωνο, αλλά δεν είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνα –απεναντίας είχαμε συμφωνήσει δυο πράγματα:
1. Αν τύχαινε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο από τούδε και στο εξής, δεν θα λέγαμε ούτε καλημέρα και
2. Την επομένη της αναχώρησής μας από την κατασκήνωση θα βρισκόμασταν στην πλατεία για φλιπέρια και κόψιμο κίνησης.
Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Οτι το παρελθόν είναι η καργιόλα η γκόμενα που σου τα έκανε τσουρέκια μέχρι να πηδηχτείτε, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις οτι επρόκειτο για το χειρότερο πήδημα της ζωής και να τη νοσταλγήσεις χρόνια μετά αναπολώντας: «τουλάχιστον, τότε πηδούσαμε». Ενίοτε το παρελθόν είναι και ο καργιόλης γκόμενος –περιττό να το διευκρινίσω, έτσι;

Αυτά σκεφτόμουν διαβάζοντας εκείνη την πολύκροτη ομιλία της Κικής Δημουλά που προκάλεσε ένα σωρό γελοίες αντιδράσεις (αλλά ελάχιστα λογικά επιχειρήματα). Να ξεκαθαρίσω κάτι πριν προχωρήσω: την Κική Δημουλά δεν την θεωρώ τίποτα σπουδαία ποιήτρια –δεν μου αρέσουν τα ποιήματά της και όσο δούλευα σ΄ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο είχαμε ένα αστείο για να χαρακτηρίσουμε τους πυροβολημένους πελάτες. «Αυτός ρε συ, είναι ικανός να περιμένει από τις οκτώμισι, με τα ρολά του μαγαζιού κατεβασμένα, για να μπει όταν ανοίγουμε και να σου ζητήσει την τελευταία ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά!» έτσι λέγαμε.
Κι αφού εξηγήθηκα περί της ποιήτριας να συμπληρώσω κάτι ακόμα απαραίτητο: μπορεί τον Ζιοβάνι να τον θεωρώ μάγο της μπάλας, μπορεί τον Βαλβέρδε να τον θεωρώ μάγο της προπονητικής (υπερβάλλω), μπορεί τον Μαργαρίτη να τον θεωρώ συνεχιστή του βυζαντινού παβουγαδί (αστειεύομαι) αλλά όταν θέλω να μάθω για την κοινωνική κατάσταση στη Βραζιλία, την Ισπανία ή την Ελλάδα δεν δίνω και μεγάλη σημασία στη γνώμη τους. Όσο ξέρει (ή δεν ξέρει) ο Ζιοβάνι για τον Λούλα, άλλο τόσο ξέρει (ή δεν ξέρει) ο χαμίνης του Σάο Πάολο (μπορεί και περισσότερο). Σε αντιστοιχία, όσο ξέρει η Δημουλά για το μεταναστευτικό άλλο τόσο ξέρει και η μάνα μου που είναι συνομήλική της και βλέπει Εισαγγελάτο. Όσο ξέρει ο Θεοδωράκης για το Μνημόνιο άλλο τόσο ξέρει κι ο πατέρας μου (πού ψήφιζε το κόμμα το οποίο υπουργοποίησε τον Θεοδωράκη). Είμαι σαφής; Το ελπίζω…

«Έζησα τα ωραία χρόνια της κυψέλης όσο μπορεί κανείς να δει το ωραίο όταν είναι παιδί που προέχει πάντα αυτή η νεότητα και φτιάχνει τα πράγματα πάντα όπως τα θέλει. Η Κυψέλη ήταν παράδεισος, η οδός Πυθίας που έζησα ήταν ωραίες μονοκατοικίες με κήπους όλα τα σπίτια, γνώριμοι οι κάτοικοι πάρα πολύ, γραφική η Φωκίωνος Νέγρη όπου κατηφόριζα για το Γυμνάσιο το 6ο για την οδό Επτανήσου. Τώρα έχουν φυτρώσει πάρα πολλά καφενεία εκεί ,τέλος πάντων έζησα εκεί αφού ήταν του πατέρα μου το σπίτι, μετά παντρεύτηκα το 1954, πήγα δυο γωνίες παρακάτω έζησα και εκεί για 15 χρόνια με μια συνεχή νοσταλγία καθώς άρχισαν να χαλάνε τα πράγματα στην περιοχή να φυτρώνουνε οι πολυκατοικίες οι άχαρες και να γκρεμίζονται εικόνες στην ουσία όχι σπίτια, εικόνες που είχαμε επί χρόνια ενστερνιστεί και άρχισα να γκρινιάζω και να λέω: "Θεέ μου θα φύγω από εδώ θα πάω κάπου αλλού"», εδώ η κυρία Δημουλά τα λέει όλα –στην κυριολεξία!
Κατά πρώτον αναγνωρίζει οτι ένα παιδί ωραιοποιεί τα πράγματα (όχι μόνο τα παιδιά –αλλά τέλος πάντων). Κατά δεύτερον συνοψίζει την ομορφιά της Κυψέλης στο οτι υπήρχαν μονοκατοικίες και πολλοί γνωστοί. Και εν κατακλείδι, εξηγεί οτι θέλησε να φύγει από την περιοχή στις αρχές του ’70, στο απόγειο της αντιπαροχής. Τι δουλειά έχουν οι μετανάστες σε όλα αυτά; Καμιά απολύτως!
Αφού λοιπόν πολύ όμορφα κι ωραία διηγείται την ιστορία της και τους λόγους που την ώθησαν να επιστρέψει στην Κυψέλη –πετάει στο ξεκούδουνο και τις κλασσικές γεροντίστικες απόψεις περί τρομακτικών ξένων, ληστειών κλπ. Όπως ακριβώς τις πετάει και η μάνα μου, όπως ακριβώς τις μεταδίδουν τα δελτία ειδήσεων στο ειδικό ένθετο «οι ληστείες της ημέρας».
Έχουν άδικο; Αυτή είναι μια απλουστευτική ερώτηση-παγίδα στην οποία, η θετική ή αρνητική απάντηση χρησιμεύουν μονάχα για να σε κατατάξει ο συνομιλητής σου –«φασίστας» ή «θολοκουλτουριάρης»;
Βέβαια, η μοναδική λογική απάντηση στην παραπάνω ερώτηση είναι: «δεν ξέρω» αλλά περιτριγυριζόμαστε από ξερόλες και Φωτεινούς Παντογνώστες οι οποίοι έχουν άποψη μέχρι και για το Μποζόνιο τού Χιγκς, αυτό έλειπε να μην ξέρουν περί εγκληματικότητας στην Αθήνα!
Εξηγώ γιατί δεν ξέρω περί της συμμετοχής των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στην Αθήνα. Επειδή:
1.Οι μετανάστες ανήκουν στο μεγάλο τους ποσοστό στα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού τα οποία καταδικάζονται πιο εύκολα για αδικήματα (λόγω προβλημάτων στη γλώσσα, λόγω αδυναμίας να πληρώσουν δικηγόρο κ.λ.π.)
2.Οι «ξένοι» σε έναν τόπο επιδίδονται συνήθως σε μικροεγκλήματα (κλοπές, διαρρήξεις) αλλά εντάσσονται πρόθυμα σε συμμορίες που προβαίνουν σε βαρύτερα εγκλήματα στις οποίες κάνουν κουμάντο ημεδαποί και φυσικά συλλαμβάνονται πιο εύκολα από αυτούς.
3.Η παραβατική συμπεριφορά έρχεται πολλές φορές σαν «απάντηση» στην απάνθρωπη (και ενίοτε παράνομη) συμπεριφορά των ημεδαπών.
4.Οι αλλοδαποί και ημεδαποί που ασχολούνται με τους επικερδέστερους τομείς του εγκλήματος (εμπόριο λευκής σαρκός, τράφικινγκ, προστασία, εμπόριο ναρκωτικών κλπ) δεν συλλαμβάνονται σχεδόν ποτέ, άρα δεν καταμετρούνται.
Όσο λοιπόν δεν υπάρχουν κάποιες μελέτες οι οποίες να μου διαφωτίζουν τέτοια ζητήματα εγώ επιμένω οτι δεν ξέρω και δεν μπορώ να έχω άποψη για το θέμα. Κι εφόσον δεν ξέρω, δεν μπορώ να δεχτώ ούτε τους μεν που λένε οτι για όλα ευθύνονται οι μετανάστες, ούτε τους δε που λένε οτι για τίποτα δεν ευθύνονται.
Μπορώ όμως να ρωτήσω με τη σειρά μου: Εντάξει, άσχετα με την άποψή σας, συμφωνείτε οτι υπάρχουν μετανάστες στη χώρα και περνάνε μια άθλια ζωή. Τι κάνετε ή τι προτείνετε να γίνει γι΄αυτό;
Είναι κι αυτή μια ερώτηση-παγίδα η οποία μου χρησιμεύει προκειμένου να κατατάξω τους γύρω μου σε ανθρώπους και κτήνη –το παραδέχομαι!

Πάμε λίγο πίσω στο «πίσω»… Το παρελθόν. Που όλα ήταν καλύτερα, όταν πολύχρωμες πεταλούδες χόρευαν ταγκό με πιτσιλωτούς βατράχους και τα σιντριβάνια έτρεχαν να πιάσουν τους περαστικούς και να τους κεράσουν σουμάδα… Λοιπόν, αυτό το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ. Το έφτιαξε η φαντασία στερημένων ανθρώπων, οι οποίοι διακρίνοντας την παροντική τους ασημαντότητα επέλεξαν να ανασυστήσουν ένα πανέμορφο χτες όπου υπήρξαν δήθεν σημαντικοί και υπέροχοι. Να στο κάνω  λιανά: εγώ που σήμερα είμαι γέρος, χοντρός, κοντός, κομπλεξικός με τις γυναίκες και μόνος επιλέγω να φτιάξω ένα χτες στο οποίο μπορεί να ήμουν εξίσου χοντρός, κοντός και κομπλεξικός αλλά νταραβεριζόμουν με μια απαίσια γκόμενα –την οποία μυθοποιώ και μέσω αυτής της μυθοποίησης αναβαθμίζομαι. Αν η Καιτούλα η αλλήθωρη που τραβιόταν μαζί μου εξ ανάγκης αναβαθμιστεί σε Καιτάρα τούρμπο, συνεπάγεται οτι κι εγώ θα αναβαθμιστώ σε εραστή των 5 ηπείρων και των 7 θαλασσών (με κίνδυνο να χάσω το μέτρημα).

Και όσο αυτός ο νοσταλγικός ανασκολοπισμός του παρελθόντος παραμένει αποκλειστικό προνόμιο των γερόντων, το πρόβλημα είναι αμελητέο. Όταν όμως οι νεότεροι μπαίνουν στο παιχνίδι, τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος πρέπει να προχωράει (προσοχή –όχι να προοδεύει, απλώς να εξελίσσεται) και πώς θα προχωρήσει ο κόσμος όταν ο στόχος των νεότερων είναι η επιστροφή στο τιμημένο παρελθόν; Το οποίο παρελθόν κιόλας δεν έχουν ζήσει, άρα, έχουν μια εικόνα διεστραμμένη σε βαθμό κακοποίησης!

Όταν ο γέρος αναπολεί περί του πόσο όμορφα ήταν όλα στις δεκαετίες του ’40 (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι Εμφύλιος), ’50 (παρακράτος), ’60 (χούντα, ξερονήσια), ’70 (χούντα, δεξιά καταστολή), ’80 (αγανακτισμένοι πολίτες και κομματική καταστολή) συγχωρείται λόγω άνοιας. Όταν όμως ο νεότερος θέλει να γυρίσουμε πίσω –σε εποχές όπου αυτοκτονούσαν τον κόσμο από τα παράθυρα της Ασφάλειας, σε εποχές που η άμβλωση απαγορευόταν, σε εποχές ιδιώνυμου και εξοντωτικής κρατικής βίας –τότε η αισιοδοξία για το μέλλον μοιάζει με άνοστο ανέκδοτο.

Όταν, για παράδειγμα, οι Χρυσαυγίτες αναπολούν τον Μεταξά και τον Παπαδόπουλο (δυο δικτάτορες να υπενθυμίσω) τότε μιλάμε για ευθεία επίθεση κατά της κοινωνίας –όποιες κι αν είναι οι πολιτικές καταβολές του καθενός από εμάς. Είτε πρόκειται για αριστερό, είτε πρόκειται για φιλελεύθερο ή κεϊνσιανό (ας μην σκυλέψουμε άλλο την έννοια του σοσιαλισμού!) το να αρθρώνεται ένας λόγος επαινετικός των δικτατόρων είναι από μόνο του εγκληματική πράξη. Γιατί όσοι αρθρώνουν τέτοιο λόγο σκυλεύουν τους τάφους των εκτελεσθέντων Ελλήνων της Κατοχής και εξευτελίζουν την αντίσταση στη χούντα –και οι εκτελεσθέντες στην Κατοχή δεν ήταν μόνο κομμουνιστές, όπως και οι βασανισθέντες στη χούντα δεν ήταν μόνο αριστεροί –ο Παναγούλης, ο Μουστακλής, ο Καράγιωργας  και ο πατέρας ο δικός σου ρε κακομοίρη που δεν τον δέχονταν στο Πανεπιστήμιο επειδή δεν είχε Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων ήταν απλώς πολίτες αυτής της χώρας –τίποτα άλλο! Όπως λοιπόν εξεγείρεσαι και παίζεις ξύλο στο δρόμο, όταν ο διπλανός μαλάκας οδηγός πει «γαμώ τη μάνα σου», έτσι θα έπρεπε να κάνεις και τώρα που αυτοί οι τύποι σού γαμούν και τη μάνα και τον πατέρα και τον παππού! Έχω άδικο; Ακόμα μια ερώτηση-παγίδα…

Ζεις στη χειρότερη περίοδο καταστολής της τελευταίας 30ετίας, οι μπάτσοι στους δρόμους έχουν ξαναθυμηθεί τις «παλιές χρυσές μέρες» των Μπουραντάδων (πόσο αγνά ήταν όλα τότε!), οι παρακρατικοί αλωνίζουν (ω μα τι οικειότης μεταξύ των ανθρώπων!), η κυβέρνηση νομοθετεί με κοινωνική αναισθησία την οποία θα ζήλευε κι ο Τσάρος Νικόλαος ο Β΄ (μεγαλεία!), τα ρουσφέτια έχουν επανέλθει σε επίπεδα δεκαετίας του ’60 (τι όμορφα χρόνια!), τα εργασιακά δικαιώματα έπεσαν στο επίπεδο της δεκαετίας του ’20 (μπελ επόκ!) –πόσο περισσότερο παρελθόν θέλεις ρε ηλίθιε; Το παρελθόν είναι τώρα –το όνειρό σου πραγματοποιήθηκε και είναι ο δικός μου εφιάλτης.
Καλά να περάσεις!http://themotorcycleboy.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου