Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαΐ σου και διάβαζε πολύ…

Καθώς ο πρωθυπουργός παρίστανε τον «Ρομπέν των φτωχών» (!) και εκφωνούσε το (ακαλλιτέχνητο) θεατρικό του διάγγελμα για τη λήξη των «διαπραγματεύσεων» με την τρόικα, την ώρα που ο Στουρνάρας αντάλλασσε συγχαρητήρια με τους υφυπουργούς του γιατί στην «πιο δύσκολη επιθεώρηση» (!) από την τρόικα κατόρθωσαν πάλι να ικανοποιήσουν τους… «επιθεωρητές» τους, το μάτι μου έπεσε στα βιβλία πάνω στο γραφείο.
   Παρακολουθούσα να ανακοινώνουν ότι ο ελληνικός λαός θα βουλιάξει ακόμα βαθύτερα σε ένα  δουλεμπορικό που έχουν το ψηφοθηρικό θράσος να του το παρουσιάζουν σαν… «κρουαζιερόπλοιο». Και το μυαλό μου, από τα βιβλία, πήγε στον πατέρα μου.
   Ήταν χούντα. Εγώ πιτσιρικάς. Θυμήθηκα τον πατέρα μου (σσ: όσες φορές το κυνηγητό δεν μεταφραζόταν για μας τα παιδιά στο «λείπει σε ταξίδι για δουλειές»…), στα συναπαντήματα με τους φίλους του (σσ: όσες φορές δεν «έλειπαν σε ταξίδι για δουλειές»…), στον αποχαιρετισμό, μισοχαμογελώντας, μισοσυνωμοτικά, να πετάνε πότε – πότε ο ένας στον άλλον εκείνη τη φράση: «Αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαί σου και διάβαζε πολύ». Τί είναι αυτά που λένε, έλεγα από μέσα μου…
   Αργότερα έμαθα ότι ήταν μια φράση που τη μοιραζόταν ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο πρώην γραμματέας του ΚΚΕ, με τους συντρόφους του. Ήταν η συμβουλή του, ένα παρασύνθημα, για να κρατηθούν όρθιοι στις φυλακές και στις εξορίες.  Αλλά πάλι μου φαινόταν παράξενο: Πώς γίνεται να αγαπάς το κελί σου;…  
   Στην πορεία κατάλαβα (νομίζω).  Αυτό που λέγανε (νομίζω) ήταν ότι δεν παραιτείσαι ποτέ. Δεν σκύβεις ποτέ. Δεν συνθηκολογείς. Ποτέ. Παίρνεις δύναμη από ό,τι μπορεί να σου δώσει ζωή. Παίρνεις ζωή από την αγάπη για τον τόπο σου. Ακόμα κι αν για τον τόπο σου, για την προκοπή του, χρειαστεί να ζεις μέσα στο «κελί» σου. Φροντίζεις το «κελί» σου, δεν το παρατάς, δεν απαρνιέσαι τον αγώνα και το όραμα να ξημερώσει το δίκιο στον τόπο σου. Και κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να είσαι παρών και ετοιμοπόλεμος σε αυτό τον αγώνα. Δεν καταθέτεις τα όπλα. Φροντίζεις  να συντηρείς τις βιολογικές αντοχές σου, αλλά και τη σπίθα στο μυαλό σου.  Αν είναι να γράψεις Ιστορία, να γίνεις μέρος του λαού που θα γράψει τη δική του Ιστορία, πρέπει να σε παίρνουν τα πόδια σου. Και να δουλεύει το μυαλό σου.      
   Για τις γενιές που ακολούθησαν, για τη δικιά μου γενιά, το κελί έγινε κάπως πιο «ευρύχωρο». Το φαγητό «γρήγορο». Δεν είμαστε η γενιά που μπορεί να δίνει συμβουλές  για «κελιά». Ούτε να κάνουμε μαθήματα για τη δύναμη της ψυχής που χρειάζεται για να «καταπιείς» τις σωματικές κακουχίες και για να «τραφείς» με την ανάξια πλερωμή των διώξεων της «δημοκρατίας» ενάντια στους αγωνιστές για δημοκρατία.
   Έτσι, κάθε φορά που το «κελί» στενεύει – ειδικά όταν το «κελί» κατακλύζεται  από τη βλακεία, από την ευτέλεια, από την απάτη, από το ψέμα, από το «δήθεν» και από το διαρκώς αναπαλαιωμένο «τίποτα» - αυτό που σχεδόν πάντα γυρνάει στο μυαλό μου από το τρίπτυχο της φράσης του Ζαχαριάδη, είναι εκείνο το «διάβαζε πολύ»!
*
   Επιτρέψτε μου, λοιπόν, σήμερα να μην χαραμίσω τη στήλη για τα χτεσινά ψέματα της κυβέρνησης.
   Σήμερα θέλω να ευχαριστήσω δημόσια τον αγαπημένο μου φίλο τον Μίλτο Πασχαλίδη. Στις εποχές που ο Ψινάκης θέτει υποψηφιότητα για δήμαρχος Μαραθώνος έχοντας την μετά τηλεοπτικών καμερών ευλογία του Μητροπολίτη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού (σσ: του ίδιου δέσποτα ο οποίος διεκτραγωδούσε στο MEGA τα βάσανα των βιομηχάνων που προσφεύγουν, όπως δήλωσε, στην Εκκλησία ζητώντας ένα πιάτο φαί…), ο Μίλτος είχε το κουράγιο να γράψει. Να γράψει με τρόπο που μόνο η αγάπη και ο σεβασμός το καταφέρνει. Να μας δώσει εικόνες και πλευρές από τη ζωή του μεγάλου «άγνωστου». Του πάντα «παρόντα» ποιητή της Μεταπολίτευσης. Να μας γνωρίσει τον μεγάλο Αλκη Αλκαίο. Και να μας θυμίσει – μέσα και από τα 3 ολοκαίνουργια τραγούδια και τις ανέκδοτες ηχογραφήσεις του CD που διατίθεται μαζί με το βιβλίο - ότι είμαστε πάντα μέσα στην «Πιρόγα». Και ότι ο τόπος μας παραμένει «το φαιό νταμάρι που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»  (Μίλτος Πασχαλίδης, «Αγύριστο Κεφάλι – Ο Αλκης Αλκαίοςπου γνώρισα», εκδόσεις «Λιβάνη»).
   Θέλω να ευχαριστήσω τον αξιότιμο συνάδελφο κύριο Σπύρο Κουζινόπουλο. Στις εποχές που η πολιτική κατάντια ακόμα κι όταν βρίσκει πάτο σκάβει για να πάει ακόμα πιο κάτω, στις εποχές που η πολιτική ιστορία της Ελλάδας έχει καταντήσει να «γράφεται» από Γεωργιάδηδες και να περιλαμβάνει σελίδες με υποψηφιότητες τύπου Μπέου για την… δημαρχία του Βόλου, ο κ.Κουζινόπουλος είχε το κουράγιο να γράψει. Να γράψει με τρόπο τεκμηριωμένο, διδακτικό, αποκαλυπτικό, λογοτεχνικά άρτιο, για συνταρακτικές στιγμές της πολιτικής ιστορίας αυτού του τόπου. Θέλει αντοχή, θέλει πείσμα, θέλει να διακατέχεσαι από την αρετή της έγνοιας και της ευθύνης, για να προσπερνάς το βάλτο της πολιτικής ευτέλειας. Για να αφιερώνεσαι στην κατάδειξη της πολιτικής με το «Π» κεφαλαίο. Για να θυμίζεις την δολοφονία Λαμπράκη και του βασιλιά Γεώργιου, να φωτίζεις την δολοφονία του Ζεύγου και του Χαλκίδη, να ερευνάς τις υποθέσεις Πολκ και Τσαρούχα. Για να κρατάς ζωντανή την επιθυμία για την γνώση του μεγάλου, του σημαντικού, του αειθαλούς (Σπύρος Κουζινόπουλος, «Οι μεγάλες πολιτικές δολοφονίες στη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα», εκδόσεις «Ιανός»).
   Θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Ανδρέα Μαράτο.  Στις εποχές που τα «Ποτάμια» του «δήθεν» κουβαλάνε στα σακίδιά τους το «τίποτα», ο κύριος Μαράτος έκανε την αποκοτιά να γράψει για τον Θεοδωράκη. Τον Μίκη… Κι έγραψε με τρόπο απροσδόκητο. Έγραψε επιστρατεύοντας όλο το ταλέντο του ζωγράφου, αλλά και την επιμονή του σκαπανέα. Πήρε την παρτιτούρα του Μίκη και μέσα από «ανασκαφή του» φωτίστηκαν όλα όσα συνέθεσαν το καθεστώς των νικητών της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας: «Ο φοβος, ο εκμαυλισμός, η διαφθορά και το ρουσφέτι τα καθημερινά τους όπλα, η εκλογική βία και νοθεία τα εχέγγυα της κοινοβουλευτικής τους επικράτησης». Ο κύριος Μαράτος πήρε τα τραγούδια και έγραψε με ένα τρόπο μοναδικό, με μια μαεστρία που θα ζήλευε και ο μαέστρος Θεοδωράκης, αποκαλύπτοντάς μας ότι  «τα τραγούδια φυλάνε μέσα τους τον ουτοπικό σπινθήρα του καιρού τους και τη λανθάνουσα δυνατότητα αλλαγής πλεύσης» (Ανδρέας Μαράτος, «Ουτοπία κρυμμένη στο σώμα της πόλης – Ο μουσικός κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη και η εποχή του», εκδόσεις «Ιανός»).
*
Υστερόγραφο: Πατέρα - δεν πρόλαβα να στο πω - είχατε δίκιο: «Αγάπα το κελί σου. Τρώγε το φαΐ σου. Και διάβαζε πολύ»… 

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου