Σελίδες

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Προλεταριάτο; Τι είν’ αυτό; Κι είναι καλό να είναι κανείς κομμουνιστής;

«Προλεταριάτο; Τι είν’ αυτό; Κι είναι καλό να είναι κανείς κομμουνιστής;»

Της Εμέλ Ακάν Ασλάν

Στον απόηχο του παγκόσμιου ΄68, φοιτητές και φοιτήτριες που ανήκαν σε οργανώσεις της αριστεράς εγκατέλειψαν τις σπουδές τους για να συνδεθούν με τους αγώνες της εργατικής τάξης μέσα στα εργοστάσια. Μία από αυτές ήταν και η Εμέλ Ασλάν, που στα μέσα του ΄70 άφησε το Πανεπιστήμιο και έπιασε δουλειά σε μια σαπωνοποιϊα στην Ισταμπούλ. Η ίδια αφηγείται, ως «αδαής» δασκάλα, την εμπειρία της ανάγνωσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου με τους εργάτες, και εξηγεί γιατί η ανάγνωση αυτή ήταν διαφορετική από τις τόσες που ακολούθησαν στο Πανεπιστήμιο.

Είναι γνωστό ότι τα έργα των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς έχουν μια πολύ σημαντική θέση στους κύκλους των κοινωνικών επιστημόνων. Ανήκουν στη βασική βιβλιογραφία, αποτελούν αντικείμενο πανεπιστημιακών εργασιών, συζητήσεων και συνεδρίων. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη διατύπωση τους στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς εξακολουθούν να εμπνέουν χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Κάθε κοινωνικός επιστήμονας που προτείνει μια νέα θεωρία είναι σχεδόν υποχρεωμένος να βασιστεί στις θέσεις αυτές ή να αντιπαρατεθεί κριτικά μαζί τους.
Αναμφίβολο είναι ότι και τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης χρησιμοποίησαν αυτά τα θεωρητικά έργα στην επεξεργασία των προγραμμάτων και των στρατηγικών τους. Το ερώτημα είναι άλλο: πόσο άμεση ήταν η επαφή που είχαν με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι πραγματικοί αποδέκτες του, οι εργάτες; Διάβασαν άραγε το Μανιφέστο οι εργάτες που θεωρούνταν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς ως ο κοινωνικός φορέας που Θα οικοδομούσε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς κράτος και χωρίς εκμετάλλευση; θα αναφερθώ εδώ σε μια προσωπική εμπειρία που είχα το 1975 στην Istanbul διαβάζοντας το Μανιφέστο μαζί με εργάτες.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 υπήρχαν στην Τουρκία, όπως και στις περισσότερες χώρες του κόσμου, πολλές επαναστατικές πολιτικές ομάδες φοιτητών. Αυτές οι ομάδες ήταν αντίθετες στο σύστημα από αντιιμπεριαλιστικές και αντιφασιστικές θέσεις που κατά βάση εμπνέονταν από τις σοσιαλιστικές πρακτικές στη Λατινική Αμερική. Στη δεκαετία του ΄70 ορισμένες από αυτές τις ομάδες ανακηρύχθηκαν σε μαρξιστικές λενινιστικές και άρχισαν να χρησιμοποιούν μαρξιστικές έννοιες και κατηγορίες. Μετά τη συνάντηση τους με τον μαρξισμό λενινισμό, αυτές οι ολιγάριθμες επαναστατικές οργανώσεις που διευθύνονταν συνήθως από φοιτητές, επιδίωξαν να συνδεθούν με τους αγώνες της εργατικής τάξης. Η Ένωση Νέων Κοινωνικών Επαναστατών, στην οποία ανήκα στη δεκαετία του ΄70, ήταν μια από τις επαναστατικές οργανώσεις νεολαίας που έστειλε τα στελέχη και τα μελή της να συναντήσουν το προλεταριάτο. Πολλοί σύντροφοι φοιτητές, ανάμεσα στους οποίους και εγώ, εγκαταλείψαμε το πανεπιστήμιο. Σκοπός μας ήταν να δημιουργήσουμε στενές σχέσεις με τους εργάτες και να τους φέρουμε σε επαφή με την επαναστατική θεωρία.


Τον Αύγουστο του 1975 εγκαταστάθηκα σε μια εργατική συνοικία της Istanbul και άρχισα να δουλεύω σε μια σαπωνοποιία. Στο εργοστάσιο δούλευαν εκατόν πενήντα άνδρες και εξήντα γυναίκες. Οι γυναίκες δεν ανήκαν σε συνδικάτα όπως οι άνδρες και έτσι οι μισθοί τους ήταν απίστευτα χαμηλότεροι. Σκοπός μου ήταν να πείσω τις γυναίκες να γραφτούν στο συνδικάτο και στη συνέχεια να πείσω όσο το δυνατόν περισσότερους εργάτες να ενταχθούν στην οργάνωση. Λίγους μήνες αργότερα είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη των εργατών και άρχισα να τους επισκέπτομαι στα σπίτια τους. Στο τέλος της περιόδου γνωριμίας αποφασίσαμε μαζί με πέντε εργάτες, που ανήκαν στους πολιτικά περισσότερο δραστήριους, να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα εκπαίδευσης που είχε ετοιμάσει η οργάνωση. Το πρώτο κείμενο που θα μελετούσαμε ήταν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο…


Το 1975 ήμουν 22 χρονών και είχα εγκαταλείψει τις σπουδές ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Istanbul στο τελευταίο έτος. Δύο χρόνια πριν είχα διαβάσει το Μανιφέστο και μου είχε φανεί ευκολονόητο σε σχέση με το - Αντί Αντιντίρινγκ του Ένγκελς ή το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Ωστόσο δεν το είχα συζητήσει με κανέναν πριν να το διαβάσω με τους εργάτες. Το διάβασα άλλη μια φορά και κράτησα σημειώσεις για μερικά βασικά σημεία. Υπολόγιζα να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση του Μανιφέστου σε μια ή δύο συναντήσεις και να περάσουμε σε κείμενα του Λένιν που τα θεωρούσα περισσότερο σημαντικά γιατί πίστευα ότι μέσα απ΄ αυτά οι εργάτες θα αποκτούσαν τη «συνείδηση να ενταχθούν σε μια πολιτική οργάνωση».


Το μάθημα θα γινόταν σε μια άλλη προλεταριακή συνοικία, το Kartal Maltepe, στα γραφεία του Σωματείου Πολιτισμού και Αλληλεγγύης Maltepe που είχε ιδρύσει η οργάνωση μας. Αποφασίσαμε να συναντηθούμε νωρίς το πρωί όταν η αίθουσα θα ήταν άδεια. Έδωσα σε κάθε εργάτη ένα αντίτυπο του Μανιφέστου και συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα.


Τη μέρα που θα συναντιόμασταν πήγαμε πολύ νωρίς στην αίθουσα, πήραμε πρωινό, ανάψαμε τσιγάρο και πίνοντας τσάι αρχίσαμε τη συζήτηση. Ρώτησα αρχικά τι γνώμη είχαν για το βιβλιαράκι. Καμιά απάντηση. Όλοι κοίταζαν το ταβάνι με σκοτεινά πρόσωπα. Οι εργάτες αυτοί ήταν περίπου 25 ετών και είχαν έρθει από χωριά στην Istanbul για να δουλέψουν για πρώτη φορά στη ζωή τους σε εργοστάσιο. Η εκπαίδευση τους περιορίζονταν στα πέντε χρόνια του δημοτικού σχολείου. Επανέλαβα την ερώτηση. Τα πρόσωπα έγιναν πιο σκοτεινά. Ένας εργάτης, που ήταν ο εκπρόσωπος του συνδικάτου και ο μόνος από τους πέντε που θεωρούσε τον εαυτό του «σοσιαλιστή», με ρώτησε:


- Τι σημαίνει «Μανιφέστο»;


Έμεινα άφωνη. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Ένας άλλος εργάτης, που είχε πάρει θάρρος από την ερώτηση του συνδικαλιστή, είπε ότι έκανε μερικές προσπάθειες να διαβάσει το βιβλίο, αλλά ήταν αδύνατο να το κατανοήσει. Οι υπόλοιποι κούνησαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά. Ένας από αυτούς ρώτησε με παγωμένη φωνή:


- Είναι καλό πράγμα να είσαι κομμουνιστής;


Για όνομα του θεού! Τι να του απαντήσω; Πίστευα ότι όλα θα ήταν εύκολα, αλλά ήδη οι πρώτες λέξεις, οι λέξεις του τίτλου, ήταν γι΄ αυτούς ακατανόητες. Υπήρχε αρχικά ένα πρόβλημα γλώσσας. Οι τούρκοι μεταφραστές του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είχαν φυσικά αφήσει αμετάφραστο τον τίτλο. Μέχρι το 1960, τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν κυκλοφορούσαν στην Τουρκία σε παράνομες εκδόσεις. Μόλις το 1961, μετά τη θέσπιση ενός σχετικά δημοκρατικού Συντάγματος, άρχισαν να κυκλοφορούν νόμιμα και να διαβάζονται με πάθος από τους διανοούμενους και τη νεολαία. Η μαρξιστική λενινιστική ορολογία δεν είχε εδραιωθεί στην τουρκική γλώσσα και για τους μεταφραστές δεν ήταν εύκολο να βρούνε τουρκικές λέξεις, αφού όροι όπως προλεταριάτο, μπουρζουαζία, καπιταλισμός, φεουδαρχία δεν έχουν ακριβή αντίστοιχα στα τουρκικά. Και ακόμη πιο δύσκολη είναι η μετάφραση όρων όπως οπορτουνισμός, ρεφορμισμός ή ρεβιζιονισμός. Προφανώς εργάτες με μόρφωση δημοτικού σχολείου δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσουν ένα μαρξιστικό θεωρητικό κείμενο.


Πριν από αυτή τη συνάντηση δεν είχα ποτέ σκεφτεί πώς μπορεί να είναι στα τουρκικά οι λέξεις που με ρώτησαν οι εργάτες. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ήταν φυσικά... το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Ήξερα πολύ καλά ότι αν δεν κέρδιζα την εμπιστοσύνη των εργατών σ΄ αυτή την πρώτη συζήτηση θα ήταν αδύνατο να συνεχίσω το πρόγραμμα εκπαίδευσης. Άρχισα να εξηγώ ότι οι κυρίαρχες τάξεις λένε διάφορα ψέματα για να μας κερδίσουν στην ιδεολογία τους, ότι η λέξη κομμουνισμός προέρχεται από τη λέξη κομμούνα που αντιστοιχεί στην τουρκική παράδοση του «imece» (εργασία που προσφέρουν εθελοντικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού για να βοηθήσουν ένα φτωχό αγρότη, για να φτιάξουν μια γέφυρα κ.λπ.). Έδωσα παραδείγματα από τις κοινοτιστικές πρακτικές των αγροτών της Ανατολίας και είδα ότι στα πρόσωπα των εργατών φάνηκε ένα χαμόγελο. Είχαν κατανοήσει την πρώτη λέξη. Τι είναι όμως το Μανιφέστο;


Όταν άρχισαν να έρχονται στο κέντρο άλλα μέλη της οργάνωσης, μας βρήκαν μέσα σε σύννεφα καπνού. Μιλούσαμε ήδη τέσσερις πέντε ώρες, αλλά βρισκόμασταν ακόμη στην πρώτη παράγραφο. Οι εργάτες πρότειναν να συναντηθούμε την επόμενη μέρα για να συνεχίσουμε την ανάγνωση. Η πρώτη συνάντηση ήταν μια νίκη για μένα.


Γύρισα στο δωμάτιο μου και άρχισα να διαβάζω το Μανιφέστο με τα μάτια ενός αγρότη που πρόσφατα μετανάστευσε σε μια μεγαλούπολη. Έτσι κατάλαβα τι έπρεπε να τους πω και ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσω. Το επόμενο πρωί, πρότεινα να διαβάσουμε το βιβλίο μαζί, γραμμή προς γραμμή και να συζητήσουμε όλα τα σκοτεινά σημεία. Όπως το είχα υποψιαστεί, μετά βίας τελειώσαμε την πρώτη σελίδα εκείνη τη μέρα. Η πρώτη ερώτηση ήταν:


- Τι σημαίνει μπουρζουαζία;

Τώρα ήμουν όμως προετοιμασμένη. Μπουρζουάδες είναι τα αφεντικά, αυτοί που κατέχουν κεφάλαιο, οι πλούσιοι, οι κυρίαρχοι. Μετά με ρώτησαν:
Τι σημαίνει προλεταριάτο;

Και άρχισα να εξηγώ. Προλετάριοι είναι οι εργάτες, όσοι δουλεύουν, παράγουν, είναι θύματα της εκμετάλλευσης, εξουσιάζονται.


Είναι γνωστό ότι η δεύτερη παράγραφος του Μανιφέστου αρχίζει με τις λέξεις: «Ελεύθερος και σκλάβος, πατρίκιος και πληβείος, γαιοκτήμονας και δουλοπάροικος, μέλος της συντεχνίας και βοηθός...» και ο Μαρξ αναφέρεται στην πάλη που διεξάγεται ανάμεσα στις τάξεις σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Για να κατανοήσει ένας εργάτης τι είναι αυτές οι τάξεις που ακούει το όνομα τους για πρώτη φορά, απαιτούνται μαθήματα ιστορίας, γεωγραφίας, οικονομίας, πολιτικής και ιστορικού υλισμού. Έτσι την επόμενη μέρα έφερα μαζί μου υδρόγειο, χάρτη, εγκυκλοπαίδεια και λεξικό. Σταματήσαμε την ανάγνωση του Μανιφέστου και άρχισα να μιλάω για την ιστορία της ανθρωπότητας, τις τάξεις, τα κράτη, τις επαναστάσεις κ.λπ. Μιλήσαμε για τους εργάτες και τους αγρότες. Και εκείνοι άρχισαν να διηγούνται τις δικές τους ιστορίες.


Μετά από πολλές συναντήσεις επιστρέψαμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Οι λέξεις μπουρζουαζία, προλεταριάτο, καπιταλισμός, σοσιαλισμός δεν τους ήταν πια άγνωστες. Το κράτος δεν ήταν πια στο μυαλό τους ένα ιερό ον. Ήταν ένας μηχανισμός που οι εργάτες πρέπει να κατακτήσουν με σκοπό να τον καταστρέψουν. Γνώριζαν πλέον γιατί σε μια κοινωνία η πλούσια μειοψηφία εξουσιάζει τη φτωχή πλειοψηφία.


Μετά το Μανιφέστο διαβάσαμε εύκολα ορισμένα βασικά κείμενα του Λένιν που προκάλεσαν μεγάλο ενθουσιασμό, με αποτέλεσμα οι εργάτες να ενταχθούν στην οργάνωση μας. Όταν η οργάνωση αποφάσισε το 1976 να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, οι εργάτες αυτοί μας ακολούθησαν. Και είμαι σίγουρη ότι η πολιτικοποίηση και η ταξική συνειδητοποίηση τους οφείλεται στη συνάντηση με το Μανιφέστο.


Από αυτή τη διαδικασία διδάχθηκα πάρα πολλά, ίσως περισσότερα από αυτά που δίδαξα. Ήταν η πρώτη φορά που κατανόησα ότι η προσπάθεια να διδάξει κανείς όσα νομίζει ότι γνωρίζει απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και ότι το να γνωρίζεις κάτι είναι τελείως διαφορετικό από το να νομίζεις ότι το γνωρίζεις. Στη συνέχεια διάβασα το Μανιφέστο με άλλους εργάτες και εργάτριες. Και πάντοτε ξεκινούσα μιλώντας αναλυτικά για την ιστορική ανάπτυξη των κοινωνιών.


Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όταν το Τείχος του Βερολίνου είχε ήδη πέσει, επέστρεψα στο Πανεπιστήμιο. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο πλαίσιο πολλών μαθημάτων σε τρία διαφορετικά Πανεπιστήμια. Στο μεταξύ ήμουν σε θέση να απαγγείλω το Μανιφέστο από την αρχή ως το τέλος. Στο Πανεπιστήμιο, ωστόσο, κάθε όρος και κάθε φράση συζητιόταν από πολλές διαφορετικές πλευρές και σ΄ αυτή τη διαδικασία έβλεπα μπροστά μου νέους κόσμους να ανοίγονται. Υπήρχε ωστόσο μια μεγάλη διαφορά. Όταν διάβαζα το Μανιφέστο μαζί με τους εργάτες από πολιτική οπτική, το κείμενο αποτελούσε οδηγό δράσης, εργαλείο επαναστατικού μετασχηματισμού. Το Μανιφέστο άνοιγε νέες προοπτικές για τους εργάτες και για μένα. Ο ακαδημαϊκός κόσμος μου έδειχνε νέες διαστάσεις του Μανιφέστου, αλλά δεν είχε τη βούληση για επαναστατικό μετασχηματισμό, η οποία ωστόσο είναι ενσωματωμένη σ΄ αυτό το βιβλίο.


Και όμως: σε πείσμα όλων των αντίθετων επιχειρημάτων, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, «η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων». Και η πάλη συνεχίζεται με όλη τη βία που περικλείει.



Το άρθρο αποτελεί εισήγηση στο διεθνές ΣυνέδριοSocial Emancipation 150 years after the «Communist Manifesto», που διοργάνωσαν στην Αβάνα, στο διάστημα 17-20 Φεβρουαρίου 1998, το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Κούβας, σε συνεργασία με την Κουβανέζικη Εταιρία Φιλοσοφικής Έρευνας, το Πανεπιστήμιο Las Villas και τις επιθεωρήσεις Marx Ahorn και Ciencias Sociales. Δημοσιεύτηκε στις Θέσεις (τεύχος 64/1998), μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Δημούλη, και υπό τον τίτλο «Διαβάζοντας το Κομμουνιστικό Μανιφέστο με τους εργάτες». Το αναδημοσιεύουμε, αφιερώνοντάς το στους εργάτες της Χαλυβουργίας, που αυτό τον καιρό ξαναθύμισαν στην εργατική τάξη να υπάρχει για τον εαυτό της - και έτσι να (ξανα)υπάρχει για ολόκληρη την κοινωνία.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Πόλεμος είναι ...........................................Του Νίκου ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

«Πόλεμο» κατά του κ. Παπαδήμου διαπίστωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Κάρολος Παπούλιας.
Ευκαιρία, λοιπόν, να μιλήσουμε - πραγματικά - για τον - πραγματικό - πόλεμο:



Πόλεμος είναι να δουλεύεις μια ζωή για ένα ξεροκόμματο και κάποια στιγμή να έρχεται αυτός που σου έταζε λαγούς με πετραχήλια και να σου κόβει το μισό από το ξεροκόμματο λέγοντάς σου ότι «συμπάσχει», αλλά πως πρέπει να τον συγχαρείς διότι επιτελεί «πατριωτικό» έργο...



Πόλεμος είναι να έχεις πληρώσει μέχρι τελευταία πεντάρα τις ασφαλιστικές σου εισφορές και να έρχεται ο «σοσιαλιστής» να σου κόβει ακόμα κι αυτή την σύνταξη πείνας, να σου ξεφτιλίζει τα γεράματα και όταν διαμαρτύρεσαι να σου αντιγυρίζει - αυτός που καταχράστηκε τους κόπους σου - ότι «δεν υπάρχει σάλιο»...



Πόλεμος είναι να βλέπεις τα παιδιά σου να ρημάζουν στην ανεργία...



Πόλεμος είναι να σου λένε ότι απολύεσαι και αντί για απολυμένο να σε αποκαλούν «έφεδρο»...
 Πόλεμος είναι να στέλνεις τα παιδιά σου στο σχολείο, να το έχεις πληρώσει αυτό το «δημόσιο και δωρεάν» σχολείο εκατό φορές, κι αντί για βιβλία να τους μοιράζουν φωτοτυπίες...
Πόλεμος είναι να σου κόβουν το μισθό και να σου αυξάνουν τα εισιτήρια στα λεωφορεία κατά 40%...



Πόλεμος είναι να έχεις φτύσει το γάλα της μάνας σου για να βάλεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου και να έρχεται ο φορογδάρτης να σου επιβάλει μέσω της ΔΕΗ χαράτσι για ένα σπίτι που το πληρώνεις μια ζωή στην τράπεζα...

Πόλεμος είναι να έρχεται ο ίδιος αυτός φορογδάρτης που σε άφησε χωρίς μισθό και χωρίς δουλειά και να σου προσθέτει - δίπλα στο χαράτσι της ΔΕΗ - την 11η (!) μέσα σε δυο χρόνια αύξηση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος...



Πόλεμος είναι να κλείνει το ένα μικρομάγαζο μετά το άλλο, στην θέση τους να ανοίγουν ενεχυροδανειστήρια και ο «πατριώτης» που σε κυβερνά να βγάζει φιρμάνια για το πώς θα ζυγίζεις τη χρυσή σου βέρα ή το χρυσό σου δόντι (!) πριν το παραδώσεις στον σαράφη για να εξασφαλίσεις ένα κομμάτι ψωμί...


Πόλεμος είναι να λουφάζεις τυλιγμένος στις κουβέρτες μέσα στο σπίτι, να τρέμουν τα δόντια σου από το κρύο και να μην ανοίγεις το καλοριφέρ γιατί δεν έχεις να πληρώσεις για πετρέλαιο θέρμανσης...


Πόλεμος είναι να σε κοροϊδεύουν κάθε μέρα ότι «δίνουν μάχη» για να μη σου κόψουν τον 13ο και 14ο μισθό όταν σου έχουν ήδη κόψει τον 8ο και τον 9ο μισθό και την ίδια ώρα σφυρίζουν στα αυτιά σου τα «πακέτα» των δισεκατομμυρίων υπέρ αναξιοπαθούντων τραπεζιτών...


Πόλεμος είναι να βλέπεις μια δράκα ξιπασμένων φιλανθρώπων με καρφιτσωμένο στο πέτο το ταμπελάκι με τη φίρμα του μονοπωλίου που εκπροσωπούν, να φιγουράρουν στις ιλουστρασιόν λίστες του παγκόσμιου τζετ σετ, να μην χωρούν οι ελβετικές τράπεζες τις καταθέσεις τους, να έχουν ξεχειλίσει οι θάλασσες της υδρογείου από το (αφορολόγητο) εφοπλιστικό τους «δαιμόνιο», να μετακινούν στους λογαριασμούς τους δισεκατομμύρια μέσω των «οφ σορ» εταιρειών σαν να ήταν μαρουλόφυλλα, κι εσύ μαζί με τα δέκα εκατομμύρια των ομοίων σου να κατηγορείσαι ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε»...
Πόλεμος είναι να έχουν φτάσει τη βενζίνη στα 2 ευρώ το λίτρο, να σου έχουν ρίξει το μισθό στα 350 ευρώ το μήνα και να σου ζητούν από πάνω να πληρώσεις και φόρο...

Πόλεμος είναι να έχουν γεμίσει οι δρόμοι της Αθήνας με άστεγους, να τρέχουν οι άνθρωποι για ένα πιάτο φαΐ στα συσσίτια (τα οποία ο κ. Παπαδήμος τα βάφτισε την Πρωτοχρονιά «γιορτή»!!), να μην υπάρχει φανάρι, πεζοδρόμιο, σοκάκι χωρίς επαίτη και ζητιάνο, γιατί οι Παπαδήμος, Βενιζέλος, Λοβέρδος, Σαμαράς, Καρατζαφέρης, Μπακογιάννη «κατευνάζουν τις αγορές»...



Πόλεμος είναι να αρρωσταίνεις και να μην έχεις λεφτά για τα φάρμακα, να πηγαίνεις στο νοσοκομείο κι αντί για «δημόσια και δωρεάν» Υγεία που την έχεις πληρώσει εκατό φορές, να σου ζητάνε να φέρεις τις γάζες από το σπίτι και να περάσεις πρώτα από το ταμείο...



Πόλεμος είναι τον πλούτο που εσύ δημιουργείς στο εργοστάσιο, στο γραφείο, στο μαγαζί, σε στεριά και θάλασσα, να τον έχουν σφετεριστεί οι κηφήνες της πλουτοκρατίας, να τον έχουν κάνει υπερκέρδη για τις τσέπες τους, ελλείμματα και χρέη για το δημόσιο ταμείο, όλα βγαλμένα με το δικό σου ιδρώτα, με το δικό σου κόπο, με τη δική σου δουλειά, και εσύ αυτή τη δουλειά να την «πληρώνεις» πλέον με επιστροφή στον εργασιακό μεσαίωνα, αλυσοδεμένος στα κάτεργα της εργασιακής τρομοκρατίας, στα απαρτχάιντ των εκβιασμών και της εκ περιτροπής ανάσας...



Πόλεμος είναι να σου ξεσκίζουν τη ζωή, να σου σκοτώνουν το σήμερα και το αύριο και να σου λένε κι από πάνω ότι είναι «σωτήρες», ότι παίρνουν δάνεια για να σου εξασφαλίζουν το μισθό και τη σύνταξη - αυτοί που σου κατάργησαν το μισθό και τη σύνταξη - όταν από το δικό σου μισθό κι από τη δική σου σύνταξη πληρώνονται τα δάνεια που διπλά και τρίδιπλα τα εισπράττουν οι κερδοσκόποι και οι τοκογλύφοι, με μια κουβέντα: Τα μονοπώλια.



Αυτός είναι ο πόλεμος που μαίνεται τούτη την ώρα στην Ελλάδα, κύριε Κάρολε Παπούλια.
Είναι ένας πόλεμος μονόπλευρος. Μονομερής.
Ένας πόλεμος που τον έχει εξαπολύσει η τάξη των αστών ενάντια στην τάξη των προλετάριων.



Που τον έχει διεξαγάγει ενάντια στις μάζες των εργαζομένων και όλου του λαού η τάξη των κεφαλαιοκρατών.



Είναι ένας πόλεμος αδίστακτος και στυγνός.



Που - κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας - τον διευθύνει όλο το πολιτικό προσωπικό της πλουτοκρατίας, μηδενός εξαιρουμένου, με επικεφαλής την κυβέρνηση του μαύρου μετώπου υπό τον τραπεζίτη κ. Παπαδήμο.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Μισώ τους αδιάφορους’’, Αντόνιο Γκράμσι

Τέσσερις μαχαιριές στους ‘’αδιάφορους’’ και 2+1 σχόλια



Παναγιώτης Μαυροειδής
aristeroblog
Σε πολλούς ιστότοπους, διαφορετικών πολιτικών κατευύνσεων, ειδικά στις αμπώτιδες της λαϊκής δράσης, συναντάμε ερωτήματα ή/και αναθέματα για την αδιαφορία μικρού ή/και μεγάλου μέρους του κόσμου απέναντι σε μια κοινωνική κατάσταση γεμάτη απειλές.
Η αγωνία των προβληματισμών αυτών υπογραμμίζεται με την επιστράτευση σχετικών αποφθεγμάτων από γραπτά ξεχωριστών ανθρώπων του παρελθόντος.
Τίποτα πιο φυσιολογικό. Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν αυτοί που πρωτοπορούν στην αντίσταση και στην πραγματοποίηση των κοινωνικών τομών και αυτοί που ακολουθούν ή απλά αδιαφορούν. Τουλάχιστον,  όσο η πολιτική  και κοινωνική πάλη, είναι ακριβώς στοιχεία διαχωρισμού και ειδικής ενασχόλησης και όχι εκφράσεις συλλογικής κοινωνικής δραστηριότητας.
Ας δούμε ορισμένες κορυφαίες μορφές  στηλίτευσης της αδιαφορίας,  με  διαφορές αλλά και κοινά στοιχεία.
 
‘’Μισώ τους αδιάφορους’’,  Αντόνιο Γκράμσι (1)
 
«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.
Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα  σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει. Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους».
(1)Ο Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937) ήταν Ιταλός συγγραφέας, πολιτικός επιστήμονας και γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Το κείμενο γράφηκε το 1917.
 
‘’Άκου ανθρωπάκο’’, Βίλχελμ Ράϊχ (2)
 
"Δε σʼαγαπούν ανθρωπάκο, σε περιφρονούν, επειδή περιφρονείς τον εαυτό του. Σε ξέρουν απʼ έξω κι ανακατωτά. Γνωρίζουν τις χειρότερες αδυναμίες σου, όπως θα έπρεπε να τις γνωρίζεις εσύ. Σε θυσίασαν σʼ ένα σύμβολο κι εσύ τους έδωσες τη δύναμη να σʼ εξουσιάζουν. Εσύ ο ίδιος τους αναγόρευσες αφεντικά σου και συνεχίζεις να τους στηρίζεις, παρόλο που πέταξαν τις μάσκες τους. Στο είπαν κατάμουτρα: «Είσαι και θα είσαι πάντα κατώτερος, ανίκανος να αναλάβεις την παραμικρή ευθύνη». Κι εσύ τους αποκαλείς καθοδηγητές και σωτήρες και φωνάζεις «ζήτω, ζήτω»" ...
..."Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο. Σε τρέμω, επειδή από σένα εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας. Σε φοβάμαι επειδή το κυριότερο μέλημα σου στη ζωή είναι να δραπετεύεις από τον εαυτό σου. Είσαι άρρωστος, ανθρωπάκο, άρρωστος βαριά. Δε φταις εσύ γιʼ αυτό, μα έχεις υποχρέωση να γιατρευτείς. Θα ʽχες από καιρό αποτινάξει τα δεσμά σου, αν δεν ενθάρρυνες ο ίδιος την καταπίεση και δεν τη στήριζες άμεσα με τις πράξεις σου''....

....."Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο: επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά. To σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο.
 Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω. Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα 'χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:
«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες.
«Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ.
«Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς.
«Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις.
Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή».
«Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ.
«Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή».
«Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;»
«Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και δια-περαστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».
«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ' έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;»
«Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής...»
«Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; To αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το 'φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;»
«Μοιάζουν με τους Γερμανούς».
«Τι είναι ο Γερμανός;»
«Ο Γερμανός ανήκει σιη βόρεια φυλή των Αρίων».
«Οι Ινδοί είναι Άριοι;»
«Ναι».
«Είναι βόρειοι;»
«Όχι».
«Είναι ξανθοί;»
«Όχι».
«Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός».
«Μα, υπάρχουν Εβραίοι!»
 «Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί».
«Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία».
«Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;»
«Όχι».
«Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;» «Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό».
«Σε τι διαφέρει;»
«Δεν ξέρω».
Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο.
 Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος.
Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος.
Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ' αλήθεια, ανθρωπάκο. Όταν αποκαλείς κάποιον περιφρονητικά «Εβραίο», η αίσθηση της μηδαμινότητάς σου ξαλαφρώνει. Αυτό το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Αποκαλείς Εβραίο όποιον σου εμπνέει είτε υπερβολικό, είτε ελάχιστο σεβασμό. Σαν να 'σαι αντιπρόσωπος κάποιας ανώτερης δύναμης επί της γης, ανέλαβες να αποφασίζεις ποιος είναι και ποιος δεν είναι Εβραίος. Αμφισβητώ το δικαίωμά σου να το κρίνεις αυτό, είτε είσαι τιποτένιος Άριος, είτε τιποτένιος Εβραίος. Μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να πω τι είμαι. Είμαι βιολογικός και πολιτισμικός μιγάς κι είμαι περήφανος γι' αυτό. ούτε σωβινιστής όπως εσύ, ασήμαντε φασίστα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά σου, η φυλή και η τάξη σου."....

......."Όταν ζεις για μακρύ διάστημα στο βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς
θα σιχαθείς το φως του ήλιου. Και το πιθανότερο είναι ότι τελικά
τα μάτια σου θα χάσουν τη δύναμη αν αντέχουν.
Να γιατί καταλήγουμε να μισούμε το φως του ήλιου."...
(2) Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897 - 1957) ήταν Αυστριακός ψυχίατροςψυχαναλυτής και ερευνητής. Υπήρξε ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους διανοητές της σύγχρονης εποχής. Πέθανε στιγματισμένος και περιθωριοποιημένος στη φυλακή. Το βιβλίο ‘’άκου ανθρωπάκο’’, γράφηκε το 1948
Και δύο καλά σχετικά βιντεάκια
 
‘’Για τον παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο’’, Wolf Birman(3)
 
Τους έχω βαρεθεί!
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
(3) Γερμανός συνθέτης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε το 1936  στο Αμβούργο της Γερμανίας. Γνωστός ως υποστηρικτής του σοσιαλισμού μέσα στην αντικομουνιστική μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, μετακινήθηκε στην Ανατολική Γερμανία, για να μετατραπεί στη συνέχεια σε πολέμιο του καθεστώτος της.
Στον παρακάτω σύνδεσμο το ποίημα μελοποιημένο,  με  τη φωνή της  Μαρίας Δημητριάδη  σε μουσική του  Θάνου Μικρούτσικου.
http://www.youtube.com/watch?v=VVjRyxjTaHM&feature=player_embedded#!
 
" Από τους θεατές περιμένουμε τουλάχιστον να ντρέπονται.",  Μπ. Μπρεχτ(3)
Όταν αυτοί που αγωνίζονται ενάντια στο Άδικο
Δείχνουν τα πληγωμένα τους πρόσωπα
Είναι η ανυπομονησία εκείνων που ήταν ασφαλείς,
Μεγάλη.
Γιατί παραπονιέστε, ρωτάνε
Παλέψατε το Άδικο! Τώρα
Αυτό σας νίκησε: σωπάστε λοιπόν!
Όποιος αγωνίζεται, λένε, πρέπει να ξέρει να χάνει
Όποιος ψάχνει τον καυγά, μπαίνει σε κίνδυνο
Όποιος συμπεριφέρεται βίαια
Δεν μπορεί να κατηγορεί τη βία.
Αχ, φίλοι, που είστε ασφαλείς
Γιατί τόσο εχθρικοί; Εμείς είμαστε,
Οι εχθροί σας, που είμαστε οι εχθροί του Άδικου;
Αν οι αγωνιστές ενάντια στο Άδικο νικηθούν
Το Άδικο πράγματι δεν έχει δίκαιο!
Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
Είμαστε λίγοι
Αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται.
 
Η αγωνία (και συχνά η μοναξιά)
 
Δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το κοινό στοιχείο. Η αγωνία όσων αγωνίζονται νααφυπνίσουν τη μάζα των υπολοίπων.
‘’Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα’’, προειδοποιεί για τους κινδύνους της ο Γκράμσι.
"Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο. Σε τρέμω, επειδή από σένα εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας’’, φωνάζει με τη σειρά του ο Ράϊχ.
Ο Μπίρμαν θα συμπληρώσει με πίκρα για τον ‘’παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο’’,
πως  ‘’συνηθίζει στην κάθε βρωμιά, αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά’’.
Όσο για τον Μπρέχτ, θα αντιδράσει στην ήττα  με επαναστατικό πείσμα, δηλώνοντας ‘’Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο κακό και από τους θεατές περιμένουμε τουλάχιστον να ντρέπονται’’.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο κοινό στους τέσσερις διανοητές. Όλοι τους ήταν κομμουνιστές ή πρώην κομμουνιστές, ανεξάρτητα τι  πρόσφεραν, τι κατάφεραν ή πως κατάντησαν. Προσπάθησαν ωστόσο να θέσουν την ζωή τους στην διάθεση των ‘’άλλων’’ και να μην την καταναλώσουν απλά.
 
Δύο σχόλια για τους πρωτοπόρους
 
Η ωραιοποίηση της εργατικής τάξης και η φετιχοποίηση του ‘’ιστορικού’’ της ρόλου, είναι συχνό φαινόμενο σε πολλούς αγωνιστές του κομμουνιστικού και ευρύτερου αριστερού κινήματος, όλων σχεδόν των παραλλαγών. Η επαναστατική αισιοδοξία συναντάται με την θρησκευτική πίστη σε ένα σχεδόν ‘’άγιο λαό’’, που αποτελεί τον νεκροθάφτη του καπιταλισμού και της αδικίας και που αργά ή γρήγορα θα βρει το δρόμο του. Η  ριζοσπαστικοποίηση θεωρείται σχεδόν βέβαιη, συχνά ως μηχανιστικό αποτέλεσμα της έντασης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, με την απαραίτητη βοήθεια της προπαγάνδας αφύπνισης. Αυτή όμως η αφύπνιση, δεν επισημαίνει τις ευθύνες και το ρόλο του δυνητικού υποκειμένου της ανατροπής, απλά το αποθεώνει και το κολακεύει.
Υπάρχει όμως και το αντιδιαμετρικό σημείο αυτής της αντιδιαλεκτικής προσέγγισης. Όταν η αφύπνιση δεν πετυχαίνει το σκοπό της και ο ‘’γίγαντας λαός’’ δεν εξεγείρεται περήφανος και θαρραλέος, οι πραγματικοί ή κατά φαντασία πρωτοπόροι, μετατρέπονται σε σφοδρούς και βίαιους επικριτές του. Από το μετριοπαθές ‘’μα πρόκειται για αδιάφορους!’’, έως το αλαζονικό ‘’μα δε μας καταλαβαίνουν επιτέλους;’’
Η μετακίνηση από το ένα σημείο στο άλλο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη και η πιθανότητα μιας τραγικής κατάληξης είναι ισχυρή. Μόλις κλείσει αυτή η διαδρομή,  τα όρια ανάμεσα στον ‘’απογοητευμένο πρώην αριστερό’’ και τον ‘’αδίστακτο και με υπερβάλλοντα ζήλο γενίτσαρο’’ που μισεί πλέον ότι ύμνησε, δεν είναι πάντα σαφή. Ας κοιτάξουμε γύρω μας και θα βρούμε πολλές θλιβερές επιβεβαιώσεις…
 
Ένα σχόλιο για τους ‘’άλλους’’, για τους ‘’πολλούς’’
 
Στη διαδρομή αυτή είναι πανταχού παρόντες και οι ‘’άλλοι’’, οι ‘’πολλοί’’. Στηλιτεύουν και αυτοί πολύ δυνατά την ‘’αδιαφορία’’ των …υπολοίπων. Πληρώνουν έτσι την αφύπνιση που επιχειρεί ο ‘’πρωτοπόρος’’,  με το ίδιο νόμισμα:  Κολακεύουν τα δικά του αυτιά, λέγοντας του πονηρά ‘’καλά τα λες, αλλά δε σε καταλαβαίνουν’’.  Οι άλλοι, όχι αυτός… Και έτσι ελπίζουν, ναεξασφαλίσουν το δικό τους  άλλοθι, να αποφύγουν τα βαθιά και κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται προς τον εαυτό τους, τη συνείδησή τους. Να αποφύγουν να πάρουν θέση απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό και τη ζωή τους.
Ικανοί και για το καλύτερο και για το χειρότερο
 
Θα φανεί ίσως υπερφίαλο να επιχειρηθούν απαντήσεις σε τόσο δύσκολα θέματα που λύγισαν, πίκραναν, κούρασαν και τους πιο πρωτοπόρους.
Ίσως και να φανούν κοινοτυπίες τα παρακάτω. Πρέπει να  διανύσουμε όμως την παραπάνω διαδρομή αντίστροφα:  από την ‘’περιφρόνηση’’ του λαού προς την ‘’αποθέωση’’ του. Για να τα απορρίψουμε και τα δύο, από τη σκοπιά της διαλεκτικής. 
Αν δεν αγαπήσεις ένα λαό, με τις αντιφάσεις του, τις αμαρτίες  και τις αδυναμίες του, καλύτερα να μη μιλήσεις στο όνομα του.
Αν τον δεις αλαζονικά, απέξω και αφ’ υψηλού, ως ελευθερωτής ‘’με άστρο’’,  άστο καλύτερα….
Αν δεν καταδεχτείς να μπουσουλήσεις μαζί του, ξέχνα τις κουβέντες για επαναστατικά άλματα.
Η αριστερά, σάρκα από τη σάρκα των ανθρώπων της εργασίας, διεκδικεί να περπατήσει μαζί τους, να συμβάλλει  στην αναζήτηση και το χάραγμα του δρόμου για τη νέα κοινωνία.
Ο κόσμος της εργασίας θα ελευθερωθεί ό ίδιος. Οι πρωτοπόροι θα κριθούν και θα κερδίσουν το σεβασμό, αν είναι οι καλύτεροι μαχητές αυτού του αγώνα. Δεν είναι οι ίδιοι απελευθερωτές…
Δεν αποτελεί ένδειξη καμίας εμπιστοσύνης στους εργαζόμενους η κολακεία.  Ούτε   ο φόβος να συγκρουστούμε, δημιουργικά αλλά και με δεινότητα,  με τις προλήψεις, την αμάθεια, τη φοβία, τις ταλαντεύσεις. Ο Γκράμσι, ίσως είναι πολύ δηκτικός, αλλά τιμάει πραγματικά την εργατική τάξη και την επαναστατική της δυνατότητα,  όταν δηλώνει: ‘’Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος…’’
Η εργασία στον καπιταλισμό δεν νοείται έξω από τη σχέση της με το κεφάλαιο.
Οι τάσεις χειραφέτησης και ενσωμάτωσης της πολυσύνθετης σύγχρονης εργατικής τάξης συνυφαίνονται, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοαποκλείονται.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η δυνατότητα για το καλύτερο και το χειρότερο συνυπάρχουν.
Όταν λέμε ότι το μέλλον ανήκει στον κόσμο της εργασίας
Όταν πιστεύουμε ότι η χειραφέτηση θα νικήσει την εκμετάλλευση….
Όταν ελπίζουμε και παλεύουμε για το καλύτερο….
Πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε, με πολιτικό, διαλεκτικό τρόπο.
Η ουσία της επαναστατικής πολιτικής δεν προκύπτει από ένα ιδιότυπο επαναστατικό κοινωνικό αυτοματισμό, ούτε   είναι αποτέλεσμα τυχαίων αυθόρμητων γεγονότων σε μια άναρχη κίνηση.
Είναι η συνειδητή, αλλά και κοινωνικά και ταξικά  προσδιορισμένη στο χρόνο και στον χρόνο, προσπάθεια για να αποκτήσουν ιστορικό προβάδισμα  οι προοδευτικοί πόλοι των αντιθέσεων. Η δημιουργική χειραφετημένη εργασία σε ένα περιβάλλον δημόσιας κοινωνικής προσφοράς και ελευθερίας, απέναντι στην υποταγή, την χειραγώγηση, την εκμετάλλευση και την ατομική ιδιοποίηση.
Συνίσταται στην  ανάδειξη της  αντικειμενικής δυνατότητας που αναβλύζει από  όλους τους πόρους του άδικου κόσμου, αλλά και τη δυναμική της εργασίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων γενικά.
Στην τεκμηρίωση, ισχυροποίηση της προοπτικής για ένα άλλο κόσμο δικαιοσύνης, ισότητας και ελευθερίας, που  αποτελεί σταθερό ή φευγαλέο όνειρο κάθε φτωχού και καταπιεσμένου, με ανατροπή των σημερινών παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων.
Αυτή η δυνατότητα, πραγματώνεται ωστόσο υποκειμενικά,  με ένα  νέο συνδυασμό ενός νέου συνειδητού και ενός νέου αυθόρμητου  κινήματος, στη συγκλονιστική ταξική πολιτική πάλητης εποχής μας.
Με τη συμμετοχή ανθρώπων με σάρκα και οστά, αντρών και γυναικών, με αυτό ή το άλλο μορφωτικό επίπεδο και συνείδηση, με αδυναμίες και χαρίσματα.
Με συνάντηση, τόσων και τόσων διαφορετικών φωνών και θελήσεων.
Με συμβολή των επαναστατικών κομμουνιστικών ή άλλων αγωνιστικών και αντισυστημικών  πρωτοποριών στην πρωτότυπη, μετασχηματισμένη αλλά πάντα πολύχρωμη δράση των ηρωποιημένων  ή λοιδωρημένων ‘’ανθρωπάκων’’.
Ο επαναστάτης κρίνεται πάντα στην αναμέτρηση με τον πραγματικό κόσμο. Και πράγματι αυτός και η συνείδηση του, είναι ο πιο δύσκολος ‘’αντίπαλος’’.
Μήπως δεν το βλέπουμε γύρω μας;
Εύκολα ξιφουλκούν πολλοί  αριστεροί και κομμουνιστές απέναντι στον αντίπαλο. Ακόμη ευκολότερα απέναντι στην διπλανή αριστερή οργάνωση. Φυσικά αψηφούν  τα ΜΑΤ και τα χημικά. Αλλά μπροστά στον πραγματικό κόσμο και τα απλά ερωτήματα είναι απροετοίμαστοι, απαίδευτοι. στριφνοί και άτολμοι.
Εδώ είναι το στοίχημα ωστόσο…. ‘’Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα’’.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

χρήματα

ΧΡΗΜΑΤΑ: Η ρίζα όλων των κακών...

χρηματα η ριζα ολων των κακων
Φωτιά στο χρήμα...
Τα χρήματα είναι απλά μια "παρέμβαση" ανάμεσα σε αυτό που κάποιος "χρειάζεται" και αυτό που είναι σε θέση να κατέχει.

-
Η χρήση των χρημάτων, έχει ως αποτέλεσμα την κοινωνική διαστρωμάτωση και τον ελιτισμό, που κατά κύριο λόγο έχουν βάση την οικονομική ανισότητα.

- Οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, χωρίς ίση αγοραστική δύναμη.


- Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σκλάβοι σε θέσεις εργασίας που δεν τους αρέσουν, επειδή
χρειάζονται χρήματα απλά για να επιβιώσουν.

- Υπάρχει τεράστια διαφθορά, απληστία, έγκλημα, υπεξαίρεση, και πολλά άλλα που προκαλούνται
από την ανάγκη για χρήματα. 95% όλων των εγκλημάτων σχετίζονται με χρήση χρημάτων. Τα υπόλοιπα, από νευρώσεις εξαιτίας της επιρροής στην ζωή μας της ύπαρξης του χρήματος και της έννοιας της ιδιοκτησίας...

- Οι περισσότεροι νόμοι δημιουργούνται προς όφελος των επιχειρήσεων, οι οποίες
έχουν αρκετά χρήματα για επηρεασμό, δωροδοκία, ή να πείσουν τους κυβερνητικούς αξιωματούχους για να «κατασκευάσουν» τους νόμους εκείνους που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους.

- Εκείνοι που έχουν μεγάλη αγοραστική δύναμη, έχουν μεγαλύτερη επιρροή.


-
Τα χρήματα χρησιμοποιούνται, για τον έλεγχο της συμπεριφοράς των ατόμων με περιορισμένη αγοραστική δύναμη.

- Αγαθά απαραίτητα για την επιβίωση, όπως τα τρόφιμα, καταστρέφονται για να διατηρήσουν τις υψηλές τιμές τους: Όταν υπάρχει έλλειψη, οι τιμές αυξάνονται.


- Υπάρχει μια τεράστια σπατάλη υλικών και «στράγγισμα» των διαθέσιμων πόρων, από επιφανειακές αλλαγές στο σχεδιασμό για νεωτερισμούς και τάσεις (μόδες) κάθε χρόνο, με σκοπό τη δημιουργία νέων αγορών για τους κατασκευαστές.


- Υπάρχει μια τεράστια υποβάθμιση του περιβάλλοντος λόγω του υψηλού κόστους των επιβαλλόμενων μεθόδων διάθεσης των αποβλήτων.


- Η Γη λεηλατείται με μοναδικό σκοπό το κέρδος.


- Τα οφέλη της τεχνολογίας διανέμονται μόνο σε αυτούς που έχουν επαρκή αγοραστική δύναμη.


Το πιο σημαντικό, όταν σε τελική ανάλυση ο στόχος των εταιριών είναι το «κέρδος», είναι πως οι αποφάσεις σε όλους τους τομείς δεν είναι προς όφελος των ανθρώπων και του περιβάλλοντος, αλλά κυρίως για την απόκτηση πλούτου, ιδιοκτησίας και εξουσίας.


Για να μην μιλήσουμε για τις αρρώστιες, και τους πολέμους...


Αλλά, δυστυχώς, δεν μπορούμε να πιστέψουμε, πως "ναι", χωρίς αυτά, (όχι χωρίς την χρήση τους,
χωρίς "καθόλου" χρήματα, ούτε καν ηλεκτρονικής μορφής) μπορούμε να ευημερήσουμε...

Evolve or Die...


Στείλτε τα εκεί που ανήκουν... Για να γλυτώσουμε και τα δένδρα...



Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την
απάτη του χρήματος, ποιοι κερδίζουν από την ύπαρξή του και γιατί όλοι εμείς οι υπόλοιποι δουλεύουμε για αυτούς όντας στην ουσία δούλοι τους, αλλά και να ενημερωθεί για εναλλακτικές κοινωνίες χωρίς χρήματα μπορεί να διαβάσει τα παρακάτω σχετικά άρθρα στο Ramnousia :

Πηγή: ΧΡΗΜΑΤΑ: Η ρίζα όλων των κακών... --- RAMNOUSIA

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΑΠΕ...

Σ’ αυτή την χώρα, έχουμε μάθει και εκπαιδευτεί -κι έτσι θέλουμε να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά μας- με την φτηνή μαγκιά, την αγένεια και τον εθισμό στην φτήνια.
 Αυτού του είδους η “εκπαίδευση” λειτουργεί ανεξαρτήτως κυβέρνησης και κοινωνικών συνθηκών. Μέσα στην απάθεια, οι πολίτες του καναπέ (στην νοοτροπία) αρέσκονται στην καταπίεση και στο να γίνονται πειραματόζωα, αρκεί να μην τους πάρεις τα μπουζούκια, τον φραπέ και το αμάξι τους. 
Aπορώ πως είναι δυνατόν μετά από χρόνια καταστροφικών κυβερνήσεων, να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που απαντάνε σε δημοσκοπήσεις υπέρ των καθεστωτικών κομμάτων και τι μυαλά κουβαλάνε οι φοιτητές που συστρατεύονται με τις κομματικές νεολαίες πανηγυρίζοντας.
 Διάολε, πως γίνεται να σου αποδεικνύουν με κάθε ευκαιρία πόσο ανίκανοι, ψεύτες και αναξιόπιστοι είναι κι εσύ να πας να τους υποστηρίζεις;
 Κι αν όχι τους ίδιους, τους επόμενους, γιατί πρέπει σε όλους τους κηφήνες χωρίς ένα ένσημο, να τους δώσουμε ευκαιρία να μας κάτσουν στον σβέρκο.
Υπάρχουν ακόμη άτομα που πιστεύουν πως το να ανακατέψεις σκατά διαφορετικών αποχρώσεων μεταξύ τους (λέγε με συγκυβέρνηση) θα πάρεις οτιδήποτε άλλο από χρωματιστά…σκατά.
 Δηλαδή τα λαμόγια ενωμένα, παύουν να είναι λαμόγια;
 Δεν ξέρω αν ακόμη έχουμε κομματόσκυλα, βολεμένους, χρήσιμους ηλίθιους και φανατισμένους, αλλά σίγουρα έχουμε έναν λαό της καρπαζιάς, που δεν σηκώνει κεφάλι αν δεν του δώσουν εντολή. 
Οι ανιστόρητοι “πατριώτες” που νιώθουν φούσκωμα στο παντελόνι μόνο όταν βλέπουν σημαία ή ακούνε εθνικό ύμνο, νομίζουν ότι έχουμε σχέση με τους αρχαίους Έλληνες ή τον πολιτισμό τους.
 Τι πολιτισμό παράγαμε ως σύγχρονοι Έλληνες που να δώσει τα φώτα του στον υπόλοιπο κόσμο; 

Οι ποιητές, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες δεν είναι σαν τους άλλους Έλληνες, ώστε να καπηλεύονται μερικοί τα έργα τους στο όνομα της Ελλάδας!
Στην πραγματικότητα έχουμε πασαλειφτεί με τόνους ηλιθιότητας και μαλθακότητας τόσα χρόνια, που για να μπορέσουμε να ξεπλυθούμε χρειάζεται όχι μόνο πολύς καιρός, αλλά και να ταΐσουμε το πνεύμα μας.
 Ένα πνεύμα, που σε αντίθεση με τις κοιλιές και τα μάτια, παρέμεινε στην ασιτία ή θρεφόταν με τόνους τηλεοπτικών σκουπιδιών.
 Τηλεαστέρες, τραγουδιάρες και μεσημεριανάδικα, reality και σήριαλ της μιζέριας, έχτισαν τείχη γύρω από την πιθανότητα εισβολής της εναλλακτικής οπτικής και αισθητικής. Μέσα στην ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, ο καναπές έγινε φωλιά και από κάτω του κρύβαμε τα προβλήματα.
Η ψήφος έγινε πανάκεια και δικαιολογία για το ανεύθυνο άτομο, ώστε να μην σκοτίζει το κεφάλι του με τα κοινά, παρά μόνο κάθε 4 χρόνια.
 Οι ελληναράδες από την άλλη, είναι η άλλη όψη του νομίσματος, αυτοί που για χρόνια σιγόνταραν τα ΜΜΕ στην εξάπλωση φοβιών.
 Οι Αλβανοί θα μας φάνε, οι Τούρκοι λιγουρεύονται την Ακρόπολη, οι Νεφιλίμ έχουν βάλει στο μάτι την Ορθοδοξία κ.ο.κ. 
Βέβαια, ας το ρίξουμε λίγο έξω βρε αδελφέ κι ας παρακολουθήσουμε κουτσομπολιά, ας το “κάψουμε” κάπου, ας μην προβληματιζόμαστε με πράγματα που δεν αλλάζουν, ας τα αφήσουμε στους “ειδικούς”.
Έχουμε πολύ δρόμο για να ξεφύγουμε από όλο αυτό το συφερτό. Το οποίο με νύχια και με δόντια προσπαθεί να κρατηθεί. Το πιο απλό για να κάνεις κάτι να καταρρεύσει, από έναν τύραννο ως μια ιδεολογία, είναι να παύεις να τα στηρίζεις.
Ακούμε το παχύδερμο που παριστάνει τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να βρίζει με χυδαιότητα όσους διαφωνούν μαζί τους κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που θα τον δικαιολογήσουν.
 Το 2011 φεύγει με πολλές έντονες στιγμές.
Νομίζω πως αποτελεί τον πρόλογο των όσων θα ακολουθήσουν. Μπορεί και να κάνω λάθος. Μερικοί αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος δεν βγαίνει στους δρόμους μαζικά, γιατί δεν αντιδράμε.
 Ας κοιτάξουμε όλοι τον καθρέφτη. 
Θυμάμαι το καλοκαίρι, όταν χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν σε δρόμους και πλατείες, ακόμη υπήρχαν κάποιοι που γέμιζαν τις καφετέριες και αδιαφορούσαν επιδεικτικά.
Η πολιτικοποίηση στην Ελλάδα, έχει περάσει μέσα από τον σωλήνα των κομμάτων. Από την άλλη ο αναρχικός χώρος φαίνεται εγκλωβισμένος σε εμμονές.
 Ενώ θέλει να τηρεί διαδικασίες, ακόμη και στην περίπτωση των “αγανακτισμένων” ήταν αντίθετος προς τις οργανωτικές δομές.
 Η Αριστερά πάλι, έχει διασπαστεί σε καμιά δεκαριά παραμάγαζα τα οποία στην πραγματικότητα δεν προσφέρουν καμία πρόταση, πέρα αυτή της καταγγελίας.
 Έχουν βολευτεί στον ρόλο του διαμαρτυρομένου, κλωτσώντας την μία μετά την άλλη, τις ιστορικές ευκαιρίες.
Aν αυτοί που τώρα το παίζουν άνετοι δεν χάσουν την βολή τους και δεν απειληθεί αυτό το “να περνάμε καλά”, δεν πρόκειται να αντιδράσουν. 
Από το πολύ κάθισμα στον καναπέ, έπιασαν λίπος όχι μόνο οι κοιλιές,  αλλά και τα μυαλά.
 Και εύκολα αυτοί που τώρα βγάζουν κυβέρνηση τον “κανένα”, σε 2-3 μήνες που θα γίνουν εκλογές, θα εκλέξουν τον σωτήρα, που έχει ψηφίσει τα μέτρα και το μνημόνιο, αλλά θα δείξει μετανιωμένος. 
Οι λαοί ξεχνάνε. Και ο ελληνικός, το μόνο που μπορεί να θυμηθεί είναι που έκλεισε τραπέζι για παραμονή Πρωτοχρονιάς.