Σελίδες

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

κοινωνικος κανιβαλισμος και η τέχνη της εξαπάτηση στην εκπαιδευση

Η επιστήμη του κοινωνικού κανιβαλισμού και η τέχνη της εξαπάτησης


Γιώτα Ιωαννίδου
Το 1996, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσίευσε στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του, ένα άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον με τίτλο «Οι δυνατότητες πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών». Επρόκειτο για την έκθεση του Κέντρου Ανάπτυξης του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών ώστε να μπορεί μια κυβέρνηση να περνά αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές,  σαν αυτά που επέβαλε κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου.
Ας ρίξουμε μια διαγώνια ματιά στο αποκαλυπτικό αυτό κείμενο
Γκαιμπελικό άρθρο πρώτο
[…] όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών.Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος. […] Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της. […]
Μετάφραση
Χωρίς επεξεργασμένο πολιτικό σερβίρισμα, η κοινωνία δεν μπορεί να καταπιεί εύκολα την πολιτική εξανδραποδισμού της
Πως αλήθεια όμως αυτό μπορεί να επιτευχθεί;
Γκαιμπελικό άρθρο δεύτερο
[…]οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση. […]
Μετάφραση
Η διάλυση των κοινωνικών δαπανών, που είναι η πρώτη προτεραιότητα,  θα πλήξει αναπόφευκτα τους δημόσιους υπάλληλους, οι οποίοι για να μη μπορούν να αντιδράσουν, θα πρέπει να διασυρθούν στα μάτια της κοινωνίας, με τη βοήθεια φυσικά του (ελεγχόμενου) Τύπου. Σας θυμίζει τίποτα;
Αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν  όλοι τον ίδιο ρόλο. Ας δούμε την ειδική σημασία που δίνει ο δάσκαλος της επιστημονικής εξαπάτησης στους εκπαιδευτικούς.
Γκαιμπελικό άρθρο τρίτο
[…]Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες. […]
Μετάφραση
Ο εκπαιδευτικός έχει μια ειδική σχέση με τη νεολαία. Μπορεί από παιδονόμος όπως τον θέλουν οι κρατούντες, να μετατραπεί σε δάσκαλο της αξιοπρέπειας και της αντίστασης για αυτό πρέπει να πειθαρχηθεί.
Μα πως είναι δυνατό όμως  η κοινωνία να δεχτεί τη διάλυση της παιδείας; Ας δούμε τη μέθοδο.
Γκαιμπελικό άρθρο τέταρτο
[…]Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. […]
Μετάφραση
Η ουσία της επιδίωξης είναι η υποβάθμιση της εκπαίδευσης. Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο σήμερα στην Ελλάδα:  Κύμα συγχωνεύσεων σχολείων, οικονομικός στραγγαλισμός μέσω περικοπής λειτουργικών δαπανών, τορπίλη σε μουσικά και αθλητικά σχολεία όπως και στην ειδική αγωγή, κατάργηση πρόσθετης και ενισχυτικής, κόψιμο σε βιβλιοθήκες, εκδρομές, αθλητικούς αγώνες, επιχορηγήσεων σε προγράμματα, αδιαφορία για τις μετακινήσεις των μαθητών, μηδενισμός διορισμών, κενά μέχρι τέλους της σχολικής χρονιάς, αύξηση των μαθητών ανά τμήμα και άλλα. Αυτά λοιπόν θα περνάνε, αλλά η κυβέρνηση θα φωνασκεί υπέρ των μαθητών ή των εξετάσεων τους, χαϊδεύοντας την άγνοια που καλλιεργεί στους υπηκόους.
Τώρα είναι όλα πιο καθαρά.
Η μεθοδολογία που ακολουθείται σήμερα με την διαπόμπευση των εκπαιδευτικών, ώστε η ‘’κοινή γνώμη’’ (κάτι σαν ‘’κοινή γυνή’’ ακούγεται αυτό πλέον) να υποδεχτεί τον εξανδραποδισμό τους ως πράξη δικαιοσύνης, αποτελεί  πιστή εφαρμογή αυτών των υποδείξεων πολιτικής.
Ο ίδιος ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Angel Gurría («Σύμβουλος» της κυβέρνησης μαζί με την ΕΕ και το ΔΝΤ), σε κοινή συνέντευξη Τύπου με υπουργούς της τότε κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, παρουσίασε την «Έκθεση» του Οργανισμού για την «ελληνική οικονομία», ενώ στα χέρια της τότε υπουργού Παιδείας κ. Άννας Διαμαντοπούλου κατατέθηκε προς «αξιοποίηση» επιμέρους Έκθεση του ΟΟΣΑ που αφορούσε στην Ελληνική Εκπαίδευση. Το κείμενο πρότεινε ένα σχολείο στηριγμένο στο νέο δημόσιο μάνατζμεντ, με κλείσιμο των μικρών μη αποδοτικών μονάδων, γενικευμένη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των μηχανισμών, εισαγωγή της ‘’αξιολόγησης’’ των εκπαιδευτικών  και ισχυροποίηση της  παρέμβασης της αγοράς.
Είναι αυτό το κείμενο, στο οποίο αναφέρονται σήμερα σε πλήρη σύμπνοια όλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ για να αποδείξουν ότι οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν λιγότερο από όλους στην Ευρώπη (μήπως το ίδιο δεν έλεγαν και για όλους τους εργαζόμενους στην Ελλάδα αρχικά;).
Με το ίδιο ιερό κείμενο και την περίφημη αναλογία εκπαιδευτικών / μαθητών –τη μικρότερη σε Ευρώπη και χώρες του ΟΟΣΑ-  προσπαθούσαν να πείσουν πέρσι για την επιστημονική αναγκαιότητα των συγχωνεύσεων, όπως βάφτισαν το κλείσιμο των σχολείων. Τι κι αν από τον Γενάρη του 2012, δόθηκε στη δημοσιότητα η μελέτη του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ, «Μελέτη στοιχείων για την Εκπαίδευση και τους Εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες», που αποδεικνύει ότι ορισμένα στοιχεία δεν ισχύουν ή εξηγεί τις αποκλίσεις άλλων.
Η ιστορία εξελίσσεται σαν αυτή με τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Πληρώθηκαν ένα σωρό λεφτά, για να μετρηθεί ο ήδη γνωστός αριθμός τους. Αποκαλύφθηκε μέσω της επίσημης απογραφής, ότι δεν άγγιζαν ούτε τις 650.000 από  το ενάμιση ή και δύο  εκατομμύρια που διαδιδόταν πλατιά από τα επίσημα χείλη.  Απλά τα ΜΜΕ δεν το είδαν.
Για να δούμε λοιπόν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ ξανά.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ, το 2011-12 η αναλογία μαθητών ανά καθηγητή ήταν 1:8,2 στα Γυμνάσια και 1:9,5 στα Λύκεια ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ των 21 ήταν 1:11,7 και 1:12,5 αντίστοιχα (στοιχεία ΟΟΣΑ). Η μικρή αυτή απόκλιση συμβαίνει στη χώρα μας λόγω γεωγραφικών ιδιομορφιών (νησιά, ορεινά, δυσπρόσιτα), της ύπαρξης των τμημάτων κατεύθυνσης σε Β και Γ τάξεις των Γεν. Λυκείων και της λειτουργίας των ειδικοτήτων στα τεχνικά Λύκεια. Η απάλειψη αυτής της απόκλισης σημαίνει ότι θα κλείσουν σχολεία σε χωριά και κωμοπόλεις (πράγμα που συνέβη και με το πρώτο κύμα των 1000 συγχωνεύσεων – καταργήσεων)και με τις περικοπές των δωρεάν μεταφορών, πολλά παιδιά θα διωχθούν από τη δημόσια εκπαίδευση. Στα λύκεια θα αδυνατούν να δημιουργηθούν τμήματα κατεύθυνσης με μεγάλο αριθμό μαθητών (ήδη από πέρσι το όριο έγινε 15 μαθητές και σε εξαιρετικές συνθήκες 10), οπότε οι μαθητές είτε θα πρέπει να πηγαίνουν σε σχολείο διπλανής περιοχής που θα υπάρχει τμήμα κατεύθυνσης της επιλογής τους ή να αλλάζουν κατεύθυνση. Αντίστοιχη θα είναι η κατάσταση στις ειδικότητες των τεχνικών λυκείων, όπου η μη ύπαρξη μαθητών θα σημάνει την κατάργηση της ειδικότητας και την μεταφορά όσων την επιλέξουν σε άλλο σχολείο της Περιφέρειας.
Όσον αφορά στο μέγεθος των σχολικών τάξεων, ο μέσος όρος των μαθητών στην Ελλάδα σε γυμνάσια και λύκεια είναι 22, πάνω δηλαδή από το μέσο όρο της ΕΕ των 21, που είναι 21,9. Ωστόσο, εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει η ευαισθησία της προσέγγισης του μέσου όρου της ΕΕ, από την κυβέρνηση μιας και ο στόχος είναι οι 30 μαθητές στην τάξη.
Οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν συνολικό εργασιακό ωράριο, ένα μέρος του οποίου είναι οι ώρες διδασκαλίας στην τάξη (διδακτικό). Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δικτύου Ευρυδίκη «Αριθμοί κλειδιά της εκπαίδευσης στην Ευρώπη 2009», ο μέσος όρος του διδακτικού ωραρίου για τους καθηγητές της ΕΕ των 25, ήταν 18,4 για το Λύκειο και 19,1 για το Γυμνάσιο, ενώ ο μέσος όρος για την Ελλάδα ήταν 18,5.
Σύμφωνα με πρόσφατη (2012) μελέτη της UNESCO κάθε ώρα διδακτικού έργου ενός καθηγητή αντιστοιχεί σε 4 ώρες εργασίας γραφείου! Για αυτό η τάση στις χώρες της Ευρώπης ήταν η μείωση του διδακτικού ωραρίου τα τελευταία χρόνια, εκτός από την Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Πέραν τούτου, ο μέσος όρος για την Ελλάδα των 18,5 διδακτικών ωρών προκύπτει με το δεδομένο των 16 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας –που το υπουργείο παιδείας έδωσε σαν ωράριο όλων των καθηγητών –ενώ οι καθηγητές δουλεύουν με 21 ώρες πλήρες ωράριο που γίνεται 16 ώρες μετά από 20 και πλέον χρόνια εργασίας.
Παρόλα αυτά, η Καθημερινή της Κυριακής 4/5/13 επιμένει ότι οι έλληνες καθηγητές διδάσκουν μόνο 415 ώρες ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 704 ώρες για το γυμνάσιο και 658 ώρες για το λύκειο και για τις χώρες της ΕΕ/21 660 και 629 αντίστοιχα. Δεν προβληματίζεται βέβαια καθόλου, πώς στον ίδιο πίνακα φαίνεται οι έλληνες καθηγητές  να εργάζονται 1176 ώρες κατ έτος έναντι 1171 στο γυμνάσιο και 1114 στο λύκειο των χωρών του ΟΟΣΑ και 1057 και 1049 αντίστοιχα της ΕΕ/21. Γιατί η αξία μιας μελέτης, κατά ορισμένα ΜΜΕ, είναι μόνο η παροχή στοιχείων επιβεβαίωσης της  κυβερνητικής πολιτικής. Η απάντηση βρίσκεται στο εργασιακό ωράριο, που στην Ελλάδα είναι 30 ώρες έναντι 27,5 ωρών του μέσου ευρωπαίου στις 27 χώρες της ΕΕ.
Οι καθηγητές δεν διδάσκουν μόνο. Παρακολουθούν την πορεία των μαθητών τμημάτων που είναι υπεύθυνοι, επικοινωνούν με τους γονείς, εκτελούν διοικητικά καθήκοντα, συμπληρώνουν στατιστικά κλπ, διορθώνουν γραπτά, περνούν βαθμολογίες, προετοιμάζουν εκπαιδευτικά προγράμματα, γιορτές, εκδρομές, θεατρικά κλπ, ασχολούνται με σεμινάρια και εργαστήρια, προετοιμάζουν σημειώσεις και σχέδια, ειδικές παρεμβάσεις, συνεδριάζουν και συζητούν ότι προβλήματα ανακύπτουν κλπ κι όσα από αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν εντός της σχολικής μονάδας (γιατί δουλεύουν όλοι μαζί σε μια αίθουσα με κολλητά γραφεία και χωρίς υπολογιστή ή άλλα μέσα) τα κάνουν στο σπίτι τους.
Οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν περίπου 39 εβδομάδες το χρόνο έναντι 38,6 των ΕΕ/27. Ενώ όμως δουλεύουν περισσότερο, διδάσκουν μόνο 31 εβδομάδες, καθότι  4-5 εβδομάδες το χρόνο,  είναι οι εξετάσεις, πράγμα που δε συμβαίνει σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα, ενώ ο υπόλοιπος χρόνος αντιστοιχεί σε διοικητική απασχόληση.
Η Ελλάδα είναι το βασίλειο της εξεταστικής λαιμητόμου, με διαφωνία των εκπαιδευτικών και μάλιστα αυτός ο ανορθολογισμός θα ενταθεί αν περάσουν τα μέτρα της κυβέρνησης.
Είναι απίστευτη αυτή η στρέβλωση και δεν μπορεί να μένει εκτός συζήτησης.
Η διδασκαλία στην τάξη μειώνεται, αλλά οι ώρες των εξετάσεων αυξάνονται.
Το σχολείο απαξιώνεται, αλλά το φροντιστήριο προετοιμασίας για τις εξετάσεις,  αποθεώνεται ως θεσμός!
Συμπερασματικά οι έλληνες εκπαιδευτικοί δουλεύουν περισσότερο από τους ευρωπαίους και οι ώρες διδασκαλίας τους (χωρίς τις εξετάσεις) είναι περισσότερες από 573,5 κατά μέσο όρο (31 εβδομάδες χ 18,5).
Επιπλέον στις χώρες της ΕΕ, υπάρχουν βοηθοί διδασκόντων, σε αναλογία  6,5 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0,4 μόνο στα εργαστήρια της ΤΕΕ
Υπάρχει διοικητικό προσωπικό σε αναλογία 10,9 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 1,4
Υπάρχει επιστημονικό προσωπικό για τη στήριξη του σχολείου (κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι κλπ) σε αναλογία 7,8 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0.
Υπάρχει βοηθητικό προσωπικό σε αναλογία 12,7 ανά 1000 μαθητές μέσο όρο ενώ στην Ελλάδα είναι 0,3
Και επιπλέον σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, για το 2009 ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του αρχικού μισθού των καθηγητών ήταν 29.472και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε. ήταν 29.459.
Ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ των ετήσιων μεικτών αποδοχών του τελικού μισθού των καθηγητών ήταν 47.740 και ο αντίστοιχος μέσος όρος για τις χώρες της Ε.Ε./21 ήταν 47.374.
Αντίθετα, για τους Έλληνες καθηγητές ο αρχικός μισθός ήταν 24.541 και ο τελικός 36.230. Έτσι η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες χώρες (ακολουθούν μόνο Σλοβενία και Σλοβακία).
Συνολικά ο μισθός του έλληνα καθηγητή Λυκείου είναι το 54% του Φιλανδού (με 11-17 ώρες διδασκαλίας), το 58% του Ισπανού (με 17- 19 ώρες διδασκαλίας) και το 39% του Γερμανού (με 17-20 ώρες διδασκαλίας).
Ας διαλέξουμε λοιπόν.
Η συναίνεση στην αντι-εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης, αφενός θα σημάνει τη διάλυση της παιδείας, αφετέρου θα σηματοδοτεί τη νίκη της πολιτικής της εξαπάτησης, την απόδειξη ότι όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάχτυλο.
Δε μας αξίζει κάτι καλύτερο σαν κοινωνία;seisaxthiablog
Πηγή: Αριστερό Blog Το είδαμε στη Λέσχη Ανυπότακτης Θεωρίας

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Χωριo




http://kibi-blog.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html
Κατά βάση είμαι παιδί της πόλης – παιδί, βέβαια, δεν με λες πια, αλλά της πόλης είμαι σίγουρα. Αν και διαθέτω τόπο καταγωγής στην ύπαιθρο, ουδέποτε τον υιοθέτησα ως ιδιαίτερη πατρίδα, κι αυτός με τη σειρά του μάλλον δεν με αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του. Η Αθήνα είναι η μόνη  διαθέσιμη ιδιαίτερη πατρίδα μου, μ’ όλη τη γοητεία και την αποκρουστικότητά της. Παρ’ όλα αυτά, ζηλεύω όσους αναφέρονται με τρυφερότητα και νοσταλγία στις ιδιαίτερες πατρίδες τους κι έχουν να αφηγηθούν κάτι ιδιαίτερο για τους δεσμούς τους μ’ αυτές. Ίσως αυτή η ζήλεια είναι κι ο λόγος που εδώ και πολλά χρόνια έχω αποδεχθεί μάλλον αδιαμαρτύρητα έναν εξ αγχιστείας δεσμό με την ιδιαίτερη πατρίδα της συμβίας μου, κάπου στη Ρούμελη – δεν έχει σημασία πού ακριβώς. Δυο με τρεις φορές τον χρόνο βρισκόμαστε για λίγα εικοσιτετράωρα εκεί, οικογενειακώς. Η συνήθεια επαναλήφθηκε το Πάσχα, στις γνωστές συνθήκες πρώιμου γαϊδουροκαλόκαιρου που μας έκαναν όλους κατά τι πιο ευτυχείς απ’ όσο μας επιτρέπει η τρόικα.


Όσοι τυχαίνει και επισκέπτονται τα χωριά τους και τις κωμοπόλεις -εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ιδιαίτερες πατρίδες τους- εκτός εορταστικών περιόδων ή θέρους, έρχονται αντιμέτωποι με τη θλιβερή τους παρακμή. Ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, στις περιοχές που δεν διαθέτουν τα συμβατικά τουριστικά θέλγητρα και ζουν από τη γεωργία, την κτηνοτροφία ή ό,τι έχει απομείνει από αυτά, τρομάζει κανείς από τα κλειστά ή εγκαταλελειμμένα σπίτια, από την απουσία νέων και παιδιών, από την ανησυχητική συχνότητα που η καμπάνα της εκκλησίας αναγγέλλει πένθιμα την προϊούσα δημογραφική κρίση της περιφέρειας. Το φαινόμενο είναι παλιό, υπόθεση μισού και πλέον αιώνα, για να το παρατηρήσουμε μόλις τώρα. Η κρίση, ωστόσο, το υπογραμμίζει διπλά. Προφανώς, το χωριό μετατρέπεται και σε ένα είδος κοινωνικού κρυψώνα για ένα μέρος των ανέργων που εκτοπίζονται από τις πόλεις. Αλλά, αυτό δεν γίνεται παράγοντας αναζωογόνησής του. Αντιθέτως, μπορεί και να ενισχύει τη θλίψη που εκπέμπει. 
Στις γιορτές, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Τα ΜΜΕ την παρατηρούν από απόσταση κι απ’ την ανάποδη. Καταγράφουν την έξοδο από τις πόλεις, αλλά σπάνια τη μαζική είσοδο που συντελείται στα χωριά. Απεικονίζουν τις άδειες πόλεις, αλλά σχεδόν ποτέ τα γεμάτα από κόσμο χωριά. Σιωπηλά και σκοτεινά σπίτια φωτίζονται, γεμίζουν φωνές, στενοί χωριάτικοι δρόμοι πήζουν από αυτοκίνητα -με κάμποση από την αλαζονεία της πόλης στις λαμαρίνες τους-, οικογένειες ανασυντίθενται, τρεις, καμιά φορά και τέσσερις γενιές ανιόντων και κατιόντων συγγενών στριμώχνονται γύρω από μεγάλα τραπέζια, έρχονται οι φοιτητές από τις πανεπιστημιουπόλεις, φτάνουν και τα παιδιά που εργάζονται στις πόλεις, να και οι απρόθυμοι σνομπ έφηβοι με τα αξεσουάρ της ψηφιακής αποχαύνωσης στα χέρια, παρέες ξανασμίγουν στις πλατείες, διηγήσεις νεανικών ανδραγαθιών, εκμυστηρεύσεις ερωτικών περιπετειών, οικτιρμοί της κοινής τροϊκανής μοίρας, απολογισμοί περικοπών στους μισθούς, εναγώνιες ερωτήσεις για καμιά δουλειά, ό,τι να ’ναι,  βρισίδι στους πολιτικούς, πίτες με φύλλο ανοιγμένο στο χέρι και χόρτα από τον κήπο, κρασιά και τσίπουρα ιδιωτικής παραγωγής, ο μόσχος και η κότα και η γίδα η σιτευτή, το αυγό με τη ζέστη της πουλάδας ακόμη στο τσόφλι, οι γεμάτες καφετέριες, τα τσιπουράδικα, οι περαντζάδες, τα κουτσομπολιά, οι ασπασμοί…
Αυτές οι ολιγοήμερες εκρήξεις ζωής στα χωριά και στις κωμοπόλεις που δεν έχουν τίποτα το τουριστικό αποκαλύπτουν μια ιδιομορφία της ελληνικής κοινωνίας. Παρά την αδιάλειπτη, μακρόχρονη και μαζική αστικοποίηση του πληθυσμού που οδήγησε σε έναν ακραίο υδροκεφαλισμό, σε σημείο ώστε σχεδόν το ήμισυ των κατοίκων της χώρας να συνωθείται στα πολεοδομικά συγκροτήματα Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι δεσμοί με τις ιδιαίτερες πατρίδες παραμένουν παράδοξα ενεργοί. Οι πληθυσμοί που τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο επιστρέφουν στα χωριά συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται στον φυσικό τους χώρο, λες και ποτέ δεν έφυγαν απ’ αυτόν. Κι αυτό συμβαίνει σε κάποιο βαθμό ακόμη και σε δεύτερης ή τρίτης γενιάς εσωτερικούς μετανάστες, που υιοθετούν με σχετική ευκολία τις ιδιαίτερες πατρίδες των γονιών ή των παππούδων τους. Κάποιο ρόλο παίζει και η ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δικαιώματα ή οι μικρής κλίμακας παράλληλες οικονομικές δραστηριότητες που διατηρούνται στο χωριό από εργαζόμενους της πόλης, οι οποίοι θέλουν να είναι και λίγο αγρότες μερικές μέρες τον χρόνο -για τις ελιές ή το παλιάμπελο-, αλλά τον κύριο ρόλο τον παίζει ακόμη ο οικογενειακός δεσμός, οι γηραιοί γονείς που περιμένουν τα παιδιά από την πόλη, η τελευταία γενιά γηγενών που λειτουργεί ως ομφάλιος λώρος ανάμεσα στα χωριά και στον αστικό πληθυσμό.
Διαμορφώνεται έτσι το παράδοξο, ενώ ο τυπικός πληθυσμός των αγροτικών περιοχών να αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 25% των κατοίκων της χώρας -συντηρούμενος κι αυτός σε έναν βαθμό από τους μετανάστες που υποκατέστησαν την τελευταία εικοσαετία τους τυπικούς ιδιοκτήτες της γης στην καλλιέργειά της-, ο ηθικός ή συναισθηματικός πληθυσμός των χωριών, αν επιτρέπεται ο όρος, να διατηρείται στα επίπεδα της δεκαετίας του 1950, δηλαδή σχεδόν στο 50% του συνολικού πληθυσμού. Γι’ αυτό και η δεύτερη ή τρίτη ερώτηση που ακούγεται στο πλαίσιο της κοινωνικότητας των κατοίκων των πόλεων είναι το «από πού είσαι». Ίσως αυτή η ερώτηση να υποκρύπτει και μια παρεπόμενη: «πού θα επιστρέψεις».
Αυτή η πραγματικότητα, εμπειρικά διαπιστωμένη, εμπεριέχει και κάποιες δυνατότητες. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις, ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, λειτουργεί αντικειμενικά ως πολλαπλασιαστής και μεγεθυντής της κρίσης. Οι οικονομικές δομές που συγκεντρώθηκαν στα αστικά κέντρα και γύρω από αυτά για να αξιοποιήσουν το φθηνό, ανειδίκευτο δυναμικό που συσσωρευόταν επί δεκαετίες εκεί, εύκολα κατέρρευσαν υπό το βάρος της πρωτοφανούς ύφεσης. Η μεγαλούπολη επιταχύνει τρομακτικά και χαοτικά τις επιδράσεις της βίαιης αναδιάρθρωσης στην απασχόληση, στην κατανάλωση, στα εισοδήματα, στις περιουσίες, στις αποταμιεύσεις. Το χωριό επιβάλλει μια βραδύτητα στην ίδια διαδικασία, βραδύτητα που σχετίζεται ακόμη και με τον κύκλο των εποχών και της φύσης. Ακόμη και η βραδύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, που οφείλεται στο ότι πολλές συναλλαγές γίνονται ακόμη χωρίς αυτό, με αντιπραγματισμό, αντισταθμίζει την έλλειψή του.


 Αυτές οι παρατηρήσεις δεν είναι προϊόν κάποιας διάθεσής αναχωρητισμού και φυγής. Είναι απίθανο να κρυφτούμε από την  κρίση και τον μνημονιακό διωγμό, ακόμη κι αν καταφύγουμε όλοι στα χωριά ή πάρουμε τα βουνά. Στην καλύτερη περίπτωση θα επιτύχουμε να εξαγάγουμε εκεί τα χειρότερα συμπτώματα της κρίσης. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν μπορούν να αξιοποιηθούν οι βαθιοί δεσμοί που διατηρεί ακόμη ο αστικός πληθυσμός με την περιφέρεια, με το χωριό. Αναρωτιέται κανείς τι θα συνέβαινε αν όλος αυτός ο κόσμος που στις γιορτές πλημμυρίζει τα έρημα, γερασμένα χωριά επέλεγε να τα επανεποικίσει. Ένα πρώτο, ορατό αποτέλεσμα θα ήταν η αχρήστευση της διοικητικής μεταρρύθμισης που επιλέγει τη συγκέντρωση και την αστικοποίηση έναντι της αποκέντρωσης. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα θα ήταν μια αντιστροφή στην άνιση σχέση ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση εργασίας, ιδιαίτερα αν σ’ αυτή την εσωτερική μετανάστευση περιλαμβανόταν το μορφωμένο και εξειδικευμένο δυναμικό των πόλεων. Κι ένα τρίτο, ίσως το σημαντικότερο, θα ήταν ένας συλλογικός αναστοχασμός πάνω στο παραγωγικό μοντέλο που ταιριάζει σ’ αυτή τη χώρα, αυτό που χρεοκόπησε καταστρέφοντας και τα χωριά και τις πόλεις και τους βίαια και άναρχα διαμορφωμένους πληθυσμούς τους.
Μπορεί το γερμανικό σχέδιο για τον μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού Νότου να προβλέπει ότι δεν νοείται οικονομία της Ε.Ε. χωρίς έναν στοιχειώδη βιομηχανικό τομέα, όπως συχνά διακηρύσσει η κ. Μέρκελ, κι αυτό να έχει βάση. Αλλά, πολύ περισσότερο, μπορεί να αντιτείνει κανείς, δεν νοείται οικονομία χωρίς πυρήνα παραγωγής τροφής. Και σ’ αυτό τα χωριά, ιδιαίτερα τα μεσογειακά χωριά, κι ακόμη πιο ιδιαίτερα τα ελληνικά χωριά, με τους ζωντανούς ακόμη συναισθηματικούς δεσμούς των προσωρινών, εορταστικά παλιννοστούντων πληθυσμών τους, έχουν ένα αναντικατάστατο συγκριτικό πλεονέκτημα. Δεν λέω πως όλοι θα γίνουμε νεοφώτιστοι βουκόλοι και αδέξιοι καλλιεργητές. Αλλά η εναλλακτική της μετατροπής του πληθυσμού σε φθηνό πληβειακό δυναμικό για πιθανούς αλά καρτ επενδυτές ή σε εξειδικευμένους μετανάστες είναι προοπτική παραγωγικής και κοινωνικής παρακμής. Μερικές φορές πρόοδος μπορεί να σημαίνει να επιστρέφεις. Να κάνεις βήματα πίσω.



ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ


Ήρθε μια βλάχα απ’ το βουνό/ στην ξελογιάστρα Αθήνα,/ άφησε αρνιά και έλατα /για να περάσει φίνα. /Μα όταν έφτασε/ η δόλια στην πόλη,/ την κοροϊδεύανε/ στον δρόμο όλοι/ γιατί φορούσε/ μακρύ φουστάνι./ Γι’ αυτό την βλάχα/ το πείσμα την πιάνει./ Κοντή φουστίτσα φόρεσε,/ έκοψε τα μαλλιά της/ και έδειξε τα κάλλη της/ κι όλη την ομορφιά της./ Τώρα μοντέρνα/ η βλάχα γυρνάει, /μα ούτε ένας άνθρωπος/ δεν την κοιτάει./ Και έγινε η βλάχα μας/ χωρίς φουστάνι/ χαμένο πρόβατο/ σε ξένη στάνη. /Κανείς δεν της μιλούσε πια/ ξέχασε το όνομά της,/ κι άρχισε να σκέφτεται/ τα γιδοπρόβατά της./ Και στο χωριό της/ η βλάχα γυρνάει/ και μαύρη πέτρα/ πίσω πετάει,/ εκεί τη βγάζει/ ζωή και κότα/ στερνή μου γνώση/ να σε είχα πρώτα.

Νίκου Στρογγυλάκου, Βασίλη Χρυσανθακόπουλου, «Μια βλάχα στην Αθήνα» (καλαματιανός)

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΚΑΜΨΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Η ΚΑΜΨΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Του ΠΑΝAΓΙΩΤΗ ΜΩΡΑΚΗ
Το πρόβλημα:
Το τελευταίο καιρό παρατηρούμε όλοι και όλες μας μία «καθίζηση» του κινήματος στην Ελλάδα. Το ανέφερε πρόσφατα και ο υπουργός οικονομικών με τον δικό του τρόπο δηλώνοντας πως διαψεύστηκαν όσοι περίμεναν πως θα καεί η Αθήνα. Ο Στουρνάρας συνέχισε λέγοντας πως ο Ελληνικός λαός δεν αντιδρά επειδή αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης αλλά και επειδή βλέπει φως στο τούνελ . Φυσικά όσοι και όσες συνομιλούμε καθημερινά με κόσμο (που δεν ανήκει στις κομματικές γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ αλλά τον στηρίζει ή ενδέχεται να τον στηρίξει) αντιλαμβανόμαστε πως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Αυτό που έχει κυριεύει τον κόσμο δεν είναι αισιοδοξία αλλά απαισιοδοξία για το αν τελικά μπορεί κάτι να αλλάξει.
Σίγουρα τα κινήματα έχουν τα πάνω τους και τα κάτω τους. Σίγουρα τα ΜΜΕ και οι υπόλοιποι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους βρίσκουν κάθε μέρα νέους τρόπους για να μας παρουσιάζουν την υπάρχουσα κατάσταση ως αναπόφευκτη και κάθε εναλλακτική πρόταση ως εν δυνάμει καταστρεπτική. Όμως ποιες είναι και οι δικές μας ευθύνες ως αξιωματική αντιπολίτευση και μάλιστα Αριστερή; Κατά τις παρεμβάσεις που κάνουμε στους διάφορους κοινωνικούς χώρους λαμβάνω συνεχώς την ίδια απάντηση: «Εγώ ΣΥΡΙΖΑ θα ψηφίσω στις εκλογές αλλά και εσείς βρε παιδάκι μου μία μας τα λέτε έτσι και μία αλλιώς». Η ουσιαστική διαφορά λοιπόν σε σχέση με τις τελευταίες εκλογές είναι πως τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό ένα βασικό του χαρακτηριστικό: Να μπορεί να δίνει ελπίδα. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους.
Ο πρώτος είναι η διγλωσσία σε διάφορα ζητήματα. Με δική μας ευθύνη πολλές φορές έχουμε προκαλέσει σύγχυση για την πρόθεση μας να καταργήσουμε το μνημόνιο ή για το αν θα τηρήσουμε διάφορες δεσμεύσεις μας όπως το να αυξήσουμε τους μισθούς σε επίπεδα προ-μνημονίου. Με δική μας ευθύνη έχουμε πολλές φορές βρεθεί στο ίδιο φιλικό τραπέζι με ανθρώπους που υπηρετούσαν και υπηρετούν το σύστημα που εναντιωνόμαστε (Κατσέλη, Αρσένης, Ξενογιαννακοπούλου, Ιδιοκτήτες ΜΜΕ). Γνωρίζω ότι πολλοί θα πουν πως όλα τα παραπάνω ήταν αποτέλεσμα χάλκευσης των ΜΜΕ ή ότι δεν έχει σημασία με ποιον κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι αλλά τι λες. Το σίγουρο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε μετά τις εκλογές πως «μάζεψε» ότι μπορούσε να μαζέψει από τα αριστερά του και ότι έπρεπε πλέον να προσεγγίσει τον μεσαίο χώρο. Αυτός ήταν ο λόγος στρογγυλέματος διάφορων θέσεων ώστε να είναι περισσότερο προσιτές. Το πρόβλημα όμως είναι πως δεν υπάρχει πλέον μεσαίος χώρος καθώς ο τελευταίος προλεταριοποιήθηκε βίαια. Ο κόσμος λοιπόν που όλο και φτωχαίνει και αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, περισσότερο απογοητεύεται όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αποκλίνει προς τα δεξιά πάρα συγκινείται.
Ο δεύτερος λόγος είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε μετά τις εκλογές του Ιουνίου να αναβαθμίσει το αίσθημα ελπίδας που είχε δημιουργήσει σε ένα συλλογικό όραμα για μία νέα κοινωνία. Αντ'αυτού εμμένουμε στη ρητορική ότι εμείς θα επαναδιαπραγματευθούμε την δανειακή σύμβαση καλύτερα από τον Σαμαρά αφού καταργήσουμε το μνημόνιο και ότι γενικά εμείς είμαστε οι σοβαροί διαπραγματευτές. Το πρόβλημα με την συγκεκριμένη γραμμή, μεταξύ πολλών άλλων, είναι η γενικότητά της. Όλοι και όλες μπορεί να ξέρουμε ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας, τι δηλαδή δεν πρόκειται να διαπραγματευτούμε. Πόσοι και πόσες όμως ξέρουμε ποια πράγματα έχουμε αφήσει μέσα στα όρια της διαπραγμάτευσης; Έχουμε άλλα διαπραγματευτικά χαρτιά πέρα της ψευδαίσθησης ότι δεν μπορούν να μας πετάξουν έξω από την ευρωζώνη; Όσο και να βεβαιώνουμε την κοινωνία ότι εμείς θα το κάνουμε καλύτερα, παραμένουμε γενικοί σε μία εποχή που το συγκεκριμένο κερδίζει.

Η λύση:
Εάν ένα πράγμα μας δίδαξε η ιστορία είναι πως ο καπιταλισμός και η αστική τάξη έχουν ένα και μόνο όριο, μία κόκκινη γραμμή: Την αναπαραγωγή τους. Γι'αυτόν το λόγο δεν δίστασαν, όταν ήρθαν τα δύσκολα με την κρίση, να θυσιάσουν κομμάτια της δικής τους αστικής δημοκρατίας και οικονομικών κανόνων που με φροντίδα έχτιζαν δεκαετίες. Γι'αυτό δεν διστάζουν να καταστρέψουν ολόκληρες οικονομίες όπως η Κυπριακή. Γι'αυτό και άφησαν στο παρελθόν (και αν χρειαστεί θα το ξανακάνουν) να αναλάβει ο ναζισμός. Είναι λοιπόν ανακόλουθο της μαρξιστικής μας παράδοσης να θεωρούμε πως η ευρωπαϊκή αστική τάξη έχει ως όριο το ευρώ.
Η δική μας απάντηση πρέπει να είναι συνολική και συγκεκριμένη, χωρίς αυταπάτες, χωρίς πλάνο Α και πλάνο Β. Οφείλουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε συνθήματα μας όπως το «καμία θυσία για το ευρώ» ώστε να μην μείνουν κενά περιεχομένου. Να καταλήξουμε σε ένα τελικό μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης με κριτήριο τις ανάγκες του λαού, το σεβασμό στο περιβάλλον και όχι τους κανόνες τις ευρωζώνης. Να καταλήξουμε μία και καλή πως το τραπεζικό σύστημα θα περάσει υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία. Να καταλήξουμε στην αναμόρφωση της αγροτικής παραγωγής ώστε να καλύπτει βασικές βιοποριστικές ανάγκες. Με άλλα λόγια να καταλήξουμε σε ένα αριστερό ριζοσπαστικό πρόγραμμα που όχι μόνο θα δίνει απάντηση στα άμεσα προβλήματα του λαού αλλά θα είναι δομικά προσηλωμένο στο να καλύπτει τις ανάγκες τις κοινωνίας για την ίδια την κοινωνία και όχι να στοχεύει σε ένα καλύτερο μίγμα καπιταλισμού.
Όλοι συμφωνούμε πως μία κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα καταφέρει τίποτα χωρίς την στήριξη ενός μεγάλου λαϊκού κινήματος. Αλήθεια όμως, πως περιμένουμε να δημιουργηθεί καν λαϊκό κίνημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ως ηγεμονική Αριστερή δύναμη δεν προτάξει ένα συγκεκριμένο όραμα για μία άλλη κοινωνία; Ο κοινωνικός παράγοντας δεν θα στηρίξει άκριτα μία κυβέρνηση της Αριστεράς αν η τελευταία δεν του έχει πει τι ακριβώς στηρίζει. Ο λαός έχει ανάγκη να του περιγράψεις πως θα είναι η ζωή του, συμπεριλαμβανομένων και των δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν. Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο αντί να δίνουμε άνισες μάχες στα παράθυρα των καναλιών, να παίρναμε πχ το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την αγροτική παραγωγή και να αλωνίζαμε την Ελλάδα από άκρη σε άκρη συνομιλώντας με τους αγρότες. Εκεί το σχέδιο της κυβέρνησης της Αριστεράς θα δοκιμαζόταν, εκεί θα βελτιωνόταν , εκεί θα γινόταν κτήμα της κοινωνίας δημιουργώντας το όραμα για μία άλλη κοινωνία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν χρειάζεται να ενισχύσει τα Αριστερά και Ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά του εμπεδώνοντας πως ο στρατηγικός στόχος είναι ο Σοσιαλισμός και όχι ένα νέο σημείο ισορροπίας με τις δυνάμεις της εργασίας σε καλύτερο επίπεδο. Οφείλουμε να προτάξουμε στην κοινωνική πλειοψηφία ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα και ένα πολιτικό σχέδιο τα οποία θα δοκιμαστούν και θα γίνουν δικό της κομμάτι δημιουργώντας έτσι το όραμα για μία νέα εναλλακτική κοινωνία και ένα ευρύ πολιτικό και εργατικό κίνημα που θα την διεκδικήσει.
Πέμπτη 9 Μαίου 2013.iskra

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

το παρελθόν ωραιοποιείται –κρατάμε τα καλά, ξεχνάμε τα άσχημα Ζεις στη χειρότερη περίοδο καταστολής της τελευταίας 30ετίας, οι μπάτσοι στους δρόμους έχουν ξαναθυμηθεί τις «παλιές χρυσές μέρες»των Μπουραντάδων

Το παρελθόν είναι τώρα

Τον κολλητό μου τον γνώρισα σε μια κατασκήνωση. Είχα πάει ομαδάρχης να βγάλω κάνα φράγκο, να κάνω και τίποτα τζάμπα μπάνια (έτσι ήθελε να πιστεύει η μάνα μου που μ΄έφαγε –ή κατασκήνωση ή φάμπρικα –η επιλογή προφανής). Τελικά από φράγκα δεν έβγαλα τίποτα κι από μπάνια, απλώς καθόμουν και ξεροστάλιαζα 10 μέτρα απόσταση από την παραλία για να κάνω αλυσίδα μαζί με τους υπόλοιπους ομαδάρχες μην περάσει κάνας πιτσιρικάς και πνιγεί. Φρίκη εν ολίγοις, αλλά γνώρισα τον κολλητό μου κι αυτό ήταν κάτι –σημαντικό νομίζω, που άξιζε τον κόπο. Όταν τελείωσε η σεζόν είχαμε τα γνωστά κλάματα και αγκαλιές αποχαιρετισμού –σκέτο Summer Nights που τραγούδαγε ο Τραβόλτας με την αυστραλέζα την ξενέρωτη –πολλά τηλέφωνα γράφτηκαν σε χαρτάκια και ανταλλάχτηκαν εκείνη την ώρα του αποχωρισμού. Ο κολλητός μου τα πήρε και τα έκανε κομματάκια, τα πέταξε στον παρακείμενο σκουπιδοτενεκέ, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, και είπε: «μη γίνεσαι μαλάκας –εδώ περάσαμε άσχημα, δεν υπάρχει λόγος να το συνεχίσουμε και παραέξω»
Είχε αυτή την άποψη, οτι δηλαδή το παρελθόν ωραιοποιείται –κρατάμε τα καλά, ξεχνάμε τα άσχημα –νοσταλγούμε και προσπαθούμε να ξαναζήσουμε κάποιες στιγμές που ήταν άθλιες όταν τις ζήσαμε για πρώτη φορά αλλά με το πέρασμα του χρόνου μοιάζουν βγαλμένες από βίπερ Νόρα. «Όταν θα έχεις ξεχάσει πόσα χάλια ήταν όλα, θα πάρεις τηλέφωνο το μαλάκα που απέφευγες εδώ μέσα ή τη βλαμμένη που κορόιδευες και θα τους ζητήσεις να βρεθείτε. Κι εκείνοι θα έρθουν γιατί ακριβώς είναι μαλάκες και θα σου γίνουν κολλιτσίδες –το έχω πάθει –και από αυτό σε σώζω πετώντας τα τηλέφωνά τους στα σκουπίδια», είχε καταλήξει ο κολλητός μου.
Βέβαια και τον κολλητό μου εκεί τον είχα γνωρίσει, οπότε θα έπρεπε (σύμφωνα με τη θεωρία του) να πετάξω και το δικό του τηλέφωνο, αλλά δεν είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνα –απεναντίας είχαμε συμφωνήσει δυο πράγματα:
1. Αν τύχαινε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο από τούδε και στο εξής, δεν θα λέγαμε ούτε καλημέρα και
2. Την επομένη της αναχώρησής μας από την κατασκήνωση θα βρισκόμασταν στην πλατεία για φλιπέρια και κόψιμο κίνησης.
Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Οτι το παρελθόν είναι η καργιόλα η γκόμενα που σου τα έκανε τσουρέκια μέχρι να πηδηχτείτε, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις οτι επρόκειτο για το χειρότερο πήδημα της ζωής και να τη νοσταλγήσεις χρόνια μετά αναπολώντας: «τουλάχιστον, τότε πηδούσαμε». Ενίοτε το παρελθόν είναι και ο καργιόλης γκόμενος –περιττό να το διευκρινίσω, έτσι;

Αυτά σκεφτόμουν διαβάζοντας εκείνη την πολύκροτη ομιλία της Κικής Δημουλά που προκάλεσε ένα σωρό γελοίες αντιδράσεις (αλλά ελάχιστα λογικά επιχειρήματα). Να ξεκαθαρίσω κάτι πριν προχωρήσω: την Κική Δημουλά δεν την θεωρώ τίποτα σπουδαία ποιήτρια –δεν μου αρέσουν τα ποιήματά της και όσο δούλευα σ΄ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο είχαμε ένα αστείο για να χαρακτηρίσουμε τους πυροβολημένους πελάτες. «Αυτός ρε συ, είναι ικανός να περιμένει από τις οκτώμισι, με τα ρολά του μαγαζιού κατεβασμένα, για να μπει όταν ανοίγουμε και να σου ζητήσει την τελευταία ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά!» έτσι λέγαμε.
Κι αφού εξηγήθηκα περί της ποιήτριας να συμπληρώσω κάτι ακόμα απαραίτητο: μπορεί τον Ζιοβάνι να τον θεωρώ μάγο της μπάλας, μπορεί τον Βαλβέρδε να τον θεωρώ μάγο της προπονητικής (υπερβάλλω), μπορεί τον Μαργαρίτη να τον θεωρώ συνεχιστή του βυζαντινού παβουγαδί (αστειεύομαι) αλλά όταν θέλω να μάθω για την κοινωνική κατάσταση στη Βραζιλία, την Ισπανία ή την Ελλάδα δεν δίνω και μεγάλη σημασία στη γνώμη τους. Όσο ξέρει (ή δεν ξέρει) ο Ζιοβάνι για τον Λούλα, άλλο τόσο ξέρει (ή δεν ξέρει) ο χαμίνης του Σάο Πάολο (μπορεί και περισσότερο). Σε αντιστοιχία, όσο ξέρει η Δημουλά για το μεταναστευτικό άλλο τόσο ξέρει και η μάνα μου που είναι συνομήλική της και βλέπει Εισαγγελάτο. Όσο ξέρει ο Θεοδωράκης για το Μνημόνιο άλλο τόσο ξέρει κι ο πατέρας μου (πού ψήφιζε το κόμμα το οποίο υπουργοποίησε τον Θεοδωράκη). Είμαι σαφής; Το ελπίζω…

«Έζησα τα ωραία χρόνια της κυψέλης όσο μπορεί κανείς να δει το ωραίο όταν είναι παιδί που προέχει πάντα αυτή η νεότητα και φτιάχνει τα πράγματα πάντα όπως τα θέλει. Η Κυψέλη ήταν παράδεισος, η οδός Πυθίας που έζησα ήταν ωραίες μονοκατοικίες με κήπους όλα τα σπίτια, γνώριμοι οι κάτοικοι πάρα πολύ, γραφική η Φωκίωνος Νέγρη όπου κατηφόριζα για το Γυμνάσιο το 6ο για την οδό Επτανήσου. Τώρα έχουν φυτρώσει πάρα πολλά καφενεία εκεί ,τέλος πάντων έζησα εκεί αφού ήταν του πατέρα μου το σπίτι, μετά παντρεύτηκα το 1954, πήγα δυο γωνίες παρακάτω έζησα και εκεί για 15 χρόνια με μια συνεχή νοσταλγία καθώς άρχισαν να χαλάνε τα πράγματα στην περιοχή να φυτρώνουνε οι πολυκατοικίες οι άχαρες και να γκρεμίζονται εικόνες στην ουσία όχι σπίτια, εικόνες που είχαμε επί χρόνια ενστερνιστεί και άρχισα να γκρινιάζω και να λέω: "Θεέ μου θα φύγω από εδώ θα πάω κάπου αλλού"», εδώ η κυρία Δημουλά τα λέει όλα –στην κυριολεξία!
Κατά πρώτον αναγνωρίζει οτι ένα παιδί ωραιοποιεί τα πράγματα (όχι μόνο τα παιδιά –αλλά τέλος πάντων). Κατά δεύτερον συνοψίζει την ομορφιά της Κυψέλης στο οτι υπήρχαν μονοκατοικίες και πολλοί γνωστοί. Και εν κατακλείδι, εξηγεί οτι θέλησε να φύγει από την περιοχή στις αρχές του ’70, στο απόγειο της αντιπαροχής. Τι δουλειά έχουν οι μετανάστες σε όλα αυτά; Καμιά απολύτως!
Αφού λοιπόν πολύ όμορφα κι ωραία διηγείται την ιστορία της και τους λόγους που την ώθησαν να επιστρέψει στην Κυψέλη –πετάει στο ξεκούδουνο και τις κλασσικές γεροντίστικες απόψεις περί τρομακτικών ξένων, ληστειών κλπ. Όπως ακριβώς τις πετάει και η μάνα μου, όπως ακριβώς τις μεταδίδουν τα δελτία ειδήσεων στο ειδικό ένθετο «οι ληστείες της ημέρας».
Έχουν άδικο; Αυτή είναι μια απλουστευτική ερώτηση-παγίδα στην οποία, η θετική ή αρνητική απάντηση χρησιμεύουν μονάχα για να σε κατατάξει ο συνομιλητής σου –«φασίστας» ή «θολοκουλτουριάρης»;
Βέβαια, η μοναδική λογική απάντηση στην παραπάνω ερώτηση είναι: «δεν ξέρω» αλλά περιτριγυριζόμαστε από ξερόλες και Φωτεινούς Παντογνώστες οι οποίοι έχουν άποψη μέχρι και για το Μποζόνιο τού Χιγκς, αυτό έλειπε να μην ξέρουν περί εγκληματικότητας στην Αθήνα!
Εξηγώ γιατί δεν ξέρω περί της συμμετοχής των μεταναστών στην αύξηση της εγκληματικότητας στην Αθήνα. Επειδή:
1.Οι μετανάστες ανήκουν στο μεγάλο τους ποσοστό στα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού τα οποία καταδικάζονται πιο εύκολα για αδικήματα (λόγω προβλημάτων στη γλώσσα, λόγω αδυναμίας να πληρώσουν δικηγόρο κ.λ.π.)
2.Οι «ξένοι» σε έναν τόπο επιδίδονται συνήθως σε μικροεγκλήματα (κλοπές, διαρρήξεις) αλλά εντάσσονται πρόθυμα σε συμμορίες που προβαίνουν σε βαρύτερα εγκλήματα στις οποίες κάνουν κουμάντο ημεδαποί και φυσικά συλλαμβάνονται πιο εύκολα από αυτούς.
3.Η παραβατική συμπεριφορά έρχεται πολλές φορές σαν «απάντηση» στην απάνθρωπη (και ενίοτε παράνομη) συμπεριφορά των ημεδαπών.
4.Οι αλλοδαποί και ημεδαποί που ασχολούνται με τους επικερδέστερους τομείς του εγκλήματος (εμπόριο λευκής σαρκός, τράφικινγκ, προστασία, εμπόριο ναρκωτικών κλπ) δεν συλλαμβάνονται σχεδόν ποτέ, άρα δεν καταμετρούνται.
Όσο λοιπόν δεν υπάρχουν κάποιες μελέτες οι οποίες να μου διαφωτίζουν τέτοια ζητήματα εγώ επιμένω οτι δεν ξέρω και δεν μπορώ να έχω άποψη για το θέμα. Κι εφόσον δεν ξέρω, δεν μπορώ να δεχτώ ούτε τους μεν που λένε οτι για όλα ευθύνονται οι μετανάστες, ούτε τους δε που λένε οτι για τίποτα δεν ευθύνονται.
Μπορώ όμως να ρωτήσω με τη σειρά μου: Εντάξει, άσχετα με την άποψή σας, συμφωνείτε οτι υπάρχουν μετανάστες στη χώρα και περνάνε μια άθλια ζωή. Τι κάνετε ή τι προτείνετε να γίνει γι΄αυτό;
Είναι κι αυτή μια ερώτηση-παγίδα η οποία μου χρησιμεύει προκειμένου να κατατάξω τους γύρω μου σε ανθρώπους και κτήνη –το παραδέχομαι!

Πάμε λίγο πίσω στο «πίσω»… Το παρελθόν. Που όλα ήταν καλύτερα, όταν πολύχρωμες πεταλούδες χόρευαν ταγκό με πιτσιλωτούς βατράχους και τα σιντριβάνια έτρεχαν να πιάσουν τους περαστικούς και να τους κεράσουν σουμάδα… Λοιπόν, αυτό το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ. Το έφτιαξε η φαντασία στερημένων ανθρώπων, οι οποίοι διακρίνοντας την παροντική τους ασημαντότητα επέλεξαν να ανασυστήσουν ένα πανέμορφο χτες όπου υπήρξαν δήθεν σημαντικοί και υπέροχοι. Να στο κάνω  λιανά: εγώ που σήμερα είμαι γέρος, χοντρός, κοντός, κομπλεξικός με τις γυναίκες και μόνος επιλέγω να φτιάξω ένα χτες στο οποίο μπορεί να ήμουν εξίσου χοντρός, κοντός και κομπλεξικός αλλά νταραβεριζόμουν με μια απαίσια γκόμενα –την οποία μυθοποιώ και μέσω αυτής της μυθοποίησης αναβαθμίζομαι. Αν η Καιτούλα η αλλήθωρη που τραβιόταν μαζί μου εξ ανάγκης αναβαθμιστεί σε Καιτάρα τούρμπο, συνεπάγεται οτι κι εγώ θα αναβαθμιστώ σε εραστή των 5 ηπείρων και των 7 θαλασσών (με κίνδυνο να χάσω το μέτρημα).

Και όσο αυτός ο νοσταλγικός ανασκολοπισμός του παρελθόντος παραμένει αποκλειστικό προνόμιο των γερόντων, το πρόβλημα είναι αμελητέο. Όταν όμως οι νεότεροι μπαίνουν στο παιχνίδι, τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος πρέπει να προχωράει (προσοχή –όχι να προοδεύει, απλώς να εξελίσσεται) και πώς θα προχωρήσει ο κόσμος όταν ο στόχος των νεότερων είναι η επιστροφή στο τιμημένο παρελθόν; Το οποίο παρελθόν κιόλας δεν έχουν ζήσει, άρα, έχουν μια εικόνα διεστραμμένη σε βαθμό κακοποίησης!

Όταν ο γέρος αναπολεί περί του πόσο όμορφα ήταν όλα στις δεκαετίες του ’40 (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι Εμφύλιος), ’50 (παρακράτος), ’60 (χούντα, ξερονήσια), ’70 (χούντα, δεξιά καταστολή), ’80 (αγανακτισμένοι πολίτες και κομματική καταστολή) συγχωρείται λόγω άνοιας. Όταν όμως ο νεότερος θέλει να γυρίσουμε πίσω –σε εποχές όπου αυτοκτονούσαν τον κόσμο από τα παράθυρα της Ασφάλειας, σε εποχές που η άμβλωση απαγορευόταν, σε εποχές ιδιώνυμου και εξοντωτικής κρατικής βίας –τότε η αισιοδοξία για το μέλλον μοιάζει με άνοστο ανέκδοτο.

Όταν, για παράδειγμα, οι Χρυσαυγίτες αναπολούν τον Μεταξά και τον Παπαδόπουλο (δυο δικτάτορες να υπενθυμίσω) τότε μιλάμε για ευθεία επίθεση κατά της κοινωνίας –όποιες κι αν είναι οι πολιτικές καταβολές του καθενός από εμάς. Είτε πρόκειται για αριστερό, είτε πρόκειται για φιλελεύθερο ή κεϊνσιανό (ας μην σκυλέψουμε άλλο την έννοια του σοσιαλισμού!) το να αρθρώνεται ένας λόγος επαινετικός των δικτατόρων είναι από μόνο του εγκληματική πράξη. Γιατί όσοι αρθρώνουν τέτοιο λόγο σκυλεύουν τους τάφους των εκτελεσθέντων Ελλήνων της Κατοχής και εξευτελίζουν την αντίσταση στη χούντα –και οι εκτελεσθέντες στην Κατοχή δεν ήταν μόνο κομμουνιστές, όπως και οι βασανισθέντες στη χούντα δεν ήταν μόνο αριστεροί –ο Παναγούλης, ο Μουστακλής, ο Καράγιωργας  και ο πατέρας ο δικός σου ρε κακομοίρη που δεν τον δέχονταν στο Πανεπιστήμιο επειδή δεν είχε Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων ήταν απλώς πολίτες αυτής της χώρας –τίποτα άλλο! Όπως λοιπόν εξεγείρεσαι και παίζεις ξύλο στο δρόμο, όταν ο διπλανός μαλάκας οδηγός πει «γαμώ τη μάνα σου», έτσι θα έπρεπε να κάνεις και τώρα που αυτοί οι τύποι σού γαμούν και τη μάνα και τον πατέρα και τον παππού! Έχω άδικο; Ακόμα μια ερώτηση-παγίδα…

Ζεις στη χειρότερη περίοδο καταστολής της τελευταίας 30ετίας, οι μπάτσοι στους δρόμους έχουν ξαναθυμηθεί τις «παλιές χρυσές μέρες» των Μπουραντάδων (πόσο αγνά ήταν όλα τότε!), οι παρακρατικοί αλωνίζουν (ω μα τι οικειότης μεταξύ των ανθρώπων!), η κυβέρνηση νομοθετεί με κοινωνική αναισθησία την οποία θα ζήλευε κι ο Τσάρος Νικόλαος ο Β΄ (μεγαλεία!), τα ρουσφέτια έχουν επανέλθει σε επίπεδα δεκαετίας του ’60 (τι όμορφα χρόνια!), τα εργασιακά δικαιώματα έπεσαν στο επίπεδο της δεκαετίας του ’20 (μπελ επόκ!) –πόσο περισσότερο παρελθόν θέλεις ρε ηλίθιε; Το παρελθόν είναι τώρα –το όνειρό σου πραγματοποιήθηκε και είναι ο δικός μου εφιάλτης.
Καλά να περάσεις!http://themotorcycleboy.blogspot.gr

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Στην άνοιξη και στην επανάσταση φωλιάζει η ελπίδα για ζωή

Στις κρύπτες της άνοιξης φυλαγμένες ζωή και επανάσταση





Του Μάκη Γεωργιάδη
Όταν πειστείς πως είσαι αμαρτωλός  δεν έχεις πια το δικαίωμα να εξεγείρεσαι! Το μοναδικό  που μπορείς να προσμένεις είναι η άφεση αμαρτιών και μια θέση σε κάποιον  παράδεισο. Προς το παρόν  καλείσαι να  αντιμετωπίσεις με ξόρκια τη διαβίωση μιας καθημερινής κόλασης.

Μια ολόκληρη γενιά εκπαιδεύεται  στη μοιρολατρία και στην αποστήθιση των εγκωμίων ενός επιταφίου που αγνοεί την ανάσταση.
Αγνοεί την επανάσταση που βρίσκεται καλά φυλαγμένη σε κρύπτες της άνοιξης η οποία σε πείσμα των καιρών είναι παρούσα. Νυν και αεί. Αλλά απαιτεί ενεργοποιημένες τις αισθήσεις. Σπινθηροβόλες καρδιές.  Μιλάει με  λόγια πραγματικά και δεν αρκείται στις παραβολές. Όπως αρκούνται όσοι έχουν αποστηθίσει την παραβολή του Ασώτου.  Αυτοί που καλούνται κάθε τόσο να θυσιάζουν το μόσχο το σιτευτό. Τα νιάτα και τους κόπους της δουλειάς τους, τα ίδια τα παιδιά τους.

Καλούνται να τα θυσιάσουν  για την ικανοποίηση των Ασώτων που νέμονται βουλιμικά και αχόρταγα την εξουσία.  Το ίδιο έργο σχεδόν κάθε Κυριακή και κάθε εβδομάδα να γιορτάζεται η Κυριακή του Ασώτου και η Ανάσταση να μην ζυγώνει ποτέ. Ο εξεγερμένος αδερφός είναι πια εξόριστος και στο περιθώριο και οι γλεντοκόποι  προστάζουν συνεχώς για φαΐ  και κρασί. Προστάζουν όλους όσοι έχουν πειστεί πια πως είναι αμαρτωλοί και αλυσοδεμένοι με τις βαριές καδένες της υποταγής τους.  Μπορούν έτσι άνετα να χλευάζουν τη μακαριότητα της ακινησίας όπως θα έκανε ο Γ. Στουρνάρας δίνοντας συνεντεύξεις δεξιά κι αριστερά  αφού καθώς λέει κι ο ίδιος έχει εκλείψει η πιθανότητα αναταραχής κι εξέγερσης.  Ό, τι δηλαδή λένε άπαντες οι ερμηνευτές της  Ιερής Μαύρης Βίβλου του καπιταλισμού  που κάποιοι βάφτισαν μνημόνιο…

Οι Μεσσίες της νέας εποχής  προέρχονται  από τις τάξεις των Φαρισαίων και των υποκριτών. Ο Σπάρτακος και ο Χριστός καμία τύχη δεν έχουν  αν τα βάλουν μαζί τους και με το σύστημα της εξουσίας τους. Η έννοια της απελευθέρωσης, τόσο στο πραγματικό έδαφος όσο και στο μεταφυσικό, είναι διωκόμενη και εξόριστη.  Τι τραγωδία. Αν ο Χριστός ήταν πραγματικό πρόσωπο και ζούσε σήμερα, θα  τον δίκαζε από τα τηλε-παράθυρα ο Γ. Πρετεντέρης.

Δεν θα είχε άραγε  πληθώρα κατηγοριών να του προσάψει;  Από κρυφές ματιές στη Μαγδαληνή μέχρι φοροδιαφυγή  για το πλήθος των άρτων, τον πολλαπλασιασμό των ψαριών και την αφθονία του κρασιού  στα θρυλούμεθα θαύματά του. Τον δε Σπάρτακο  ίσως  τον αναλάμβανε η ευγενική φυσιογνωμία του Π. Τσίμα, ο οποίος θα κατανοούσε  με την  ευαισθησία που κρύβει ο τιμημένος τίτλος του «πρώην αριστερού» τους λόγους της εξέγερσης των σκλάβων η οποία όμως θα ήταν απολύτως καταδικαστέα βάση της τήρησης του  μοντέρνου δόγματος περί «καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται».

Στο τέλος δε της ιστορίας ίσως ως άλλοι Πόντιοι Πιλάτοι  αποφάσιζαν να παραδώσουν την απόφαση στον όχλο κατά τα πρότυπα του Ευαγγελίου : «Ιησού ή Σαμαρά»;  Οι αποφάσεις γνωστές και η  ιστορία με τις σημερινές της προεκτάσεις επίσης  γνωστή. Το πλήθος αποφαίνεται την απελευθέρωση του Σαμαρά – να κάνει και κανένα σαφάρι επενδύσεων στην Κίνα- και καταδικάζει σε σταύρωση χωρίς ανάσταση έναν ολόκληρο λαό…

Η Εβδομάδα των Παθών ξεμακραίνει και ίσως φαντάζει ανεπίκαιρη η αναφορά σε συμβολισμούς  οι οποίοι συνδέονται άμεσα με τη μεταφυσική προσέγγιση της ζωής και του θανάτου που προάγει και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.  Ισως όμως με μια πιο προσεκτική ματιά  ανακαλύψει κανείς την τάση υπερίσχυσης μια  συνολικής μελαγχολίας,  μιας  εκτεταμένης κατάθλιψης  η οποία γεμίζει δρόμους και πλατείες περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Κατάσταση η οποία δημιουργεί έτσι αδιόρατα, υπόγεια και διαβρωτικά την αίσθηση μιας μόνιμης Μεγάλης Παρασκευής.

Εκεί στήνεται η μεγάλη παγίδα των ημερών. Εκεί όπου αυτή η κατάσταση επιβάλλεται ως κανονικότητα. Ως μια και μοναδική και αναπόδραστη πραγματικότητα. Ο θάνατος και ο επιτάφιος θρήνος σε ημερήσια διάταξη και  από εκεί και πέρα  ανέλπιδο χάος. Υπερβολές; Μακάρι να ήταν απλώς μια πλάνη ασύμβατη και έξω από την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα η οποία αναζητάει παράλληλα επειγόντως τη λύση. Τη λύση η οποία φυλάσσεται καλά κρυμμένη στις κρύπτες της άνοιξης. Της άνοιξης που ακόμα είναι παρούσα.
Εκεί  βρίσκεται και η φωλιά της ελπίδας. Η οποία περιμένει να την ανακαλύψουμε ξανά. Με περισσότερη ορμή και δίψα γεμάτοι  για  τη ζωή. Έστω κι αν μας υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία πως για να  προκύψει η απελευθέρωση της ίδιας της ζωής  πρέπει να γίνει η ρήξη με την κανονικότητα. Να ανατραπεί η πραγματικότητα. Να διαλυθούν τα  κατεστημένα  τόσο τα πραγματικά όσο και τα μεταφυσικά.  Στην άνοιξη και στην επανάσταση φωλιάζει η ελπίδα για ζωή. Για να ανοίξει ο δρόμος για το αύριο, για να νικήσει η ζωή το θάνατο δεν υπάρχει άλλος δρόμος από  την εκ νέου ανακάλυψη της άνοιξης. Του έρωτα. Της επανάστασης…  

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

ΔΕΤΣΙΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ Αντισταθείτε!! Δεν ξέρω τι μπορεί να κερδίσουμε.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ''Σκουλήκι''.


Είναι αδύνατον να πληρώσει μια κυβέρνηση το χρέος και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση είναι αδύνατον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές και προς τον λαό της.
Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς να εκπληρώσουν και τις δυο υποχρεώσεις ταυτόχρονα.
ΌΠΟΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ κι αν ήταν στη θέση της, θα έκανε το ίδιο»
Τούτη η απόκριση, κόλαφος για τους σημερινούς εθελόδουλους «σοσιαλιστές», βγαίνει από το στόμα, όχι ενός δημοκρατικού (τρομάρα μας), αλλά του νομικού συμβούλου της φασιστικής κυβέρνησης του Μεταξά, Ιωάννη Γούπη, όταν εκείνος, απευθυνόμενος στο Δικαστήριο της Κοινωνίας των Εθνών, εξηγούσε τους λόγους που δεν πλήρωσε η κυβέρνηση τους δανειστές Βέλγους.
Προφανώς όποια κυβέρνηση κι αν ήτανε θα έκαμε το ίδιο, εκτός από τούτη που μας έχει κάτσει στον σβέρκο.
Με δαύτη, η ωμή πολιτική πραγματικότητα πλάθει το ξέθωρο θεωρώντας το αναγκαίο.
Με δαύτη, ο προθάλαμος του νεκροτομείου φαντάζει κοινωνικό δικαίωμα απαιτητό.
Οι κυβερνώντες τούτοι, οι υποκριτές κι ανίκανοι, τάχα με τη στόχευση την μακροπρόθεσμη, τη βγαλμένη όχι από τα λειψά μυαλά τους, αλλά από τα στελέχη των εταιριών, που αφορά την πλήρη ιδιωτικοποίηση του κόσμου ολάκερου, είναι εχθροί της ελλαδικής κοινωνίας.
Υποβαθμίζουν ότι το ανεκτίμητο στις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις κι αναβαθμίζουν το αγοραίο, κάνοντάς το σύμβολο εθνικό.
Κι εμείς; Όλοι εμείς οι πολίτες τούτης της περήφανης χώρας, πρέπει να γίνουμε ακολουθητές τους; Αυτής, της ξέθωρης πολιτικής, της εκφρασμένης στη λαιμαριά του σκλάβου και το λιώσιμο της ψυχής;
Της πολιτικής του ολετήρα, όλων αυτών των «εγχώριων» και βαφτισμένων σωτήρων που θέλουνε να καταστήσουνε «το πολιτικώς αδύνατον, πολιτικώς αναγκαίο»;
Των φωστήρων της νεοφιλελεύθερης μονεταριστικής τακτικής, που αντικαθιστούν την ιστορική κουλτούρα του ελληνισμού με τους διασωληνωμένους «γιάπηδες» του αδηφάγου καπιταλισμού;
Αυτών, που η μόνη κοινωνική τους αναφορά στον λαό, βρίσκεται στην απαξίωση και τη παρακμή του;
Η ξέθωρη τούτη κοινοβουλευτική χούντα (μνημόνιο συνταγματικά ανεπικύρωτο από τα 3/5 των βουλευτών που απαιτείται, λοιπές επικαιροποιήσεις που συνιστούν αλλοίωση του πολιτεύματος, υπέρβαση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής, συμπεριφορά μελών κυβέρνησης που συνιστά έγκλημα (άρθρο Π.Κ. 134), απιστία σε βάρος του Δημοσίου (άρθρα 390, 256), προσβολή εθνικής κυριαρχίας) πρέπει να φύγει.
Η κοινωνία πρέπει να πάρει στα χέρια της τη κατάσταση.
Οφείλει να επεξεργαστεί τους θεσμικούς ρόλους και τα δικαιώματα, να αναιρέσει τις αντιπροσωπευτικές τάχα αρχές των εξουσιαστών, να καταργήσει ασυλίες κι αποκτημένα τσιφλίκια των βαλτών (βάλτων) στα πολιτικά πεπραγμένα.
Κι η αριστερά να μην «τραβηχτεί από των χιονιών το θάμα», αλλά να σταθεί ενωμένη, σαν η μόνη δύναμη που έχει και τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά κριτήρια να σταματήσει τις κοινωνίες - καζίνο που θέλουνε να εφαρμόσουνε οι ψεύτες των εταιριών.


Είναι ψεύτες!!
Ενοποιούν το άψυχο και το αλλοτριωμένο, ονομάζοντας το βγαλμένο υβρίδιο «σωτηρία». Τα δάνειά τους (αρχινίσανε το 1824 φέρνοντας τον εμφύλιο στην μεγαλύτερη επανάσταση της ανθρωπότητας) εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα τα αποικιοκρατικά.
Μην τους πιστεύετε!! Οι Έλληνες και παράγουν (3η χώρα παγκοσμίως στο λάδι, 7η στο βαμβάκι, 1η στη ναυτιλία, 16η στο τυρί) και εξάγουν (μαγνησίτη, αλουμίνιο, βωξίτη, νικέλιο κ.α.) και εργάζονται περισσότερο από πολλούς λαούς.
Αντισταθείτε!! Δεν ξέρω τι μπορεί να κερδίσουμε.
Στο κάτω-κάτω «είναι προτιμότερο το αβέβαιο κάτι από το βέβαιο μηδέν».

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

ελληνικός ιμπεριαλισμός

 

Η συγκρότηση του καπιταλιστικού συστήματος στον ελλαδικό χώρο παρουσίασε σημαντικές διαφοροποιήσεις συγκριτικά με το δυτικό-ευρωπαϊκό μοντέλο εγκαθίδρυσης του καπιταλισμού:

α) Σε αντίθεση με την αριστερή ιστοριογραφία, που παρουσίαζε την επανάσταση του 1821 σαν αποτέλεσμα εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα σε φεουδάρχες –που υπονόμευσαν/ματαίωσαν τον αστικό χαρακτήρα της– και δουλοπάροικους (για να υποστηρίξει τον «ανολοκλήρωτο» χαρακτήρα της) 5, η μετάβαση δεν έγινε από τη φεουδαρχία σε έναν «μισο-καπιταλισμό». Έγινε από έναν τρόπο παραγωγής διαφορετικό από τον φεουδαρχικό10 –ο Μαρξ είχε γράψει για τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής»11– στον πρώτο καπιταλισμό που εμφανίστηκε στην περιοχή της ανατολικής μεσογείου. Το 1821 ήταν μια αστική επανάσταση, με πρωτοπορία τα τμήματα εκείνα της ελληνικής αστικής τάξης –όπως το εμπορικό κεφάλαιο– τα οποία, όπως σημείωνε και ο Ένγκελς, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν βασικούς όρους καπιταλιστικής συσσώρευσης μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας12.

β) Η ελληνική αστική τάξη –η πρώτη που εμφανίστηκε ιστορικά στα Βαλκάνια– είχε, από τη δημιουργία της, εξαιρετικά «διεθνοποιημένα» χαρακτηριστικά13, τα οποία παραμένουν και μετά την απελευθέρωση, αφού η ολοκλήρωση του αστικού εθνικού κράτους θα πραγματοποιηθεί σχεδόν έναν αιώνα αργότερα από την ίδρυσή του. Αυτός ο «διεθνικός» χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης θα έχει σημαντικές συνέπειες για την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού, αφού θα τροφοδοτήσει τον επεκτατισμό («Μεγάλη Ιδέα»), ενώ ταυτόχρονα θα οδηγήσει σε αργούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης στην εσωτερική αγορά μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι καθοριστικό ρόλο στην καπιταλιστική ανάπτυξη της πρώτης περιόδου παίζουν δανειακά κεφάλαια από το εξωτερικό (τόσο από ξένους κεφαλαιούχους όσο και από παροικιακά κεφάλαια).

γ) Η άμεση σύνδεση του ελληνικού καπιταλισμού με τις διεθνείς συγκρούσεις, λόγω της γεωπολιτικής του θέσης και της ιστορικής εποχής στην οποία εμφανίστηκε14. Το αποτέλεσμα θα είναι ο ελληνικός καπιταλισμός να βρίσκεται, από τη γέννησή του, στο κέντρο των αστικών ανταγωνισμών στην ανατολική μεσόγειο, γεγονός που του δίνει μεγάλες δυνατότητες για αξιοποίηση αυτών των ανταγωνισμών (λόγω και της ιστορικής υπεροχής του στα Βαλκάνια) αλλά και τον συνδέει, υποχρεωτικά, με τις άμεσες παρεμβάσεις των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, λόγω της υποδεέστερης θέσης του15.

Ο συνδυασμός αστικής επανάστασης, αστικής τάξης που σε μεγάλο βαθμό δραστηριοποιείται εκτός των συνόρων του πρώτου ελληνικού κράτους και ιστορικής θέσης και σημασίας του ελληνικού καπιταλισμού στην ανατολική μεσόγειο, θα οδηγήσει στο ιδιαίτερο στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα: της «πρόωρης γήρανσης»16. Η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα θα ενσωματώσει, από τα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως από το 1909 και μετά, χαρακτηριστικά και του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Όταν η ελληνική αστική τάξη εξαγγέλλει τη δική της «μεγάλη αφήγηση» το 1875-1909, ο καπιταλισμός βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, στην εποχή της «αντίδρασης σε όλη τη γραμμή». Η απουσία «προοδευτικής» περιόδου του ελληνικού καπιταλισμού θα γίνει από τότε δομικό, μη αντιστρέψιμο στοιχείο της ιστορικής του ανάπτυξης.

Έτσι το πρόγραμμα των φιλελεύθερων (του πιο ριζοσπαστικού αστικού κόμματος στην ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα) θα εμφανιστεί ταυτόχρονα με την άγρια καταστολή του εργατικού κινήματος και τις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες· η βιομηχανία με το τραπεζικό σύστημα· οι πρώτες μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας με το εργατικό δίκαιο· η εθνική ενοποίηση με την άμεση επέμβαση των «συμμάχων»· οι καπιταλιστικές σχέσεις στη γεωργία με την καθυστέρηση της αγροτικής μεταρρύθμισης· και τέλος, οι μονοπωλιακοί όμιλοι με την προβιομηχανική λειτουργία μεγάλου μέρους των μικρών καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, η ανάγκη για εσωτερική καπιταλιστική συσσώρευση αλλά και η ανάγκη δημιουργίας των αναγκαίων όρων για την προστασία και τον επαναπατρισμό του ελληνικού «κοσμοπολίτικου κεφαλαίου», (που αντιμετωπίζει πια τους αναδυόμενους εθνικισμούς στα Βαλκάνια) θα οδηγήσει στην περίοδο Τρικούπη. Αυτή η περίοδος θα είναι η αρχή μιας διαδικασίας (1875-1909) που θα σηματοδοτήσει την οριστική επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα και τη νίκη της αστικής τάξης, τόσο στο πεδίο μεταβολής των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, όσο και στην αναμέτρηση με τις παλιές ολιγαρχικές κάστες17. Είναι η περίοδος που ο ελληνικός καπιταλισμός αρχίζει να αποκτά την πρώτη βιομηχανική βάση ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται και ο χρηματοπιστωτικός τομέας18. Παράλληλα αρχίζει να ενισχύεται και η εργατική τάξη και εκδηλώνονται οι πρώτες πολιτικοσυνδικαλιστικές δραστηριότητές της19. Το 1909 θα είναι η αφετηρία όχι μόνο μιας νέας περιόδου ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά και της δημιουργίας αντίστοιχων δομών ενός αστικού κράτους20.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο παγκόσμιος πόλεμος που ακολούθησε θα διευρύνουν την εσωτερική αγορά και θα επιταχύνουν τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων. Η μικρασιατική καταστροφή θα προμηθεύσει την εσωτερική αγορά με άφθονα και φτηνά εργατικά χέρια και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης21 αλλά και στην άνοδο του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Μετά την μικρασιατική καταστροφή, οι καπιταλιστικές σχέσεις θα αναπτυχθούν με έμφαση στη βιομηχανία αλλά και με διατήρηση του μεγάλου ποσοστού των μικρών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και της αγροτικής παραγωγής (ενταγμένης όμως στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής).

Η κρίση του 1929 θα έχει σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς την εσωτερική αγορά, την ενίσχυση του προστατευτισμού στη βιομηχανία και τη γεωργία αλλά και την ανάληψη παραγωγικών δραστηριοτήτων από το κράτος και την ίδρυση κρατικών οργανισμών. Η δεκαετία του 1920-1930, η περίοδος στην οποία η εκβιομηχάνιση αυξάνεται με ποσοστό 7% κάθε χρόνο και δημιουργούνται μονοπωλιακές δομές στην οικονομία22, είναι η δεκαετία της εδραίωσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα, του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Από τότε ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού θα έχει δύο όψεις, που θα τον ακολουθούν σε όλη την ιστορική του πορεία: την υπεροχή του στα Βαλκάνια (μαζί με τον τουρκικό ιμπεριαλισμό) σε σχέση με τους άλλους καπιταλισμούς αλλά και την απόσταση από τους ιστορικά πιο ανεπτυγμένους (με κριτήριο την επικράτηση και ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων) καπιταλισμούς της δυτικής Ευρώπης.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος αποδιοργάνωσε την παραγωγική υποδομή αλλά κυρίως τις θεμελιακές κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα. Η πρώτη μεταπολεμική φάση (1944-53) ήταν το διάστημα του εμφυλίου πολέμου και της προσπάθειας ανασυγκρότησης των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ξένος παράγοντας συμμετείχε όχι μόνο στην πολιτικοστρατιωτική αλλά επίσης στην οικονομική ανασυγκρότηση των εγχώριων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έπαιξαν ρόλο και τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης23. Εξάλλου η μεταπολεμική περίοδος, με την ενεργή και σχεδιασμένη παρέμβαση του αστικού κράτους (με ατμομηχανή τη συντριβή του εργατικού κινήματος και την αντικομμουνιστική τρομοκρατία) ήταν αυτή που προετοίμασε την ανάπτυξη που ακολούθησε.

Η επόμενη περίοδος, ιδιαίτερα μετά το 1960, θα είναι η «χρυσή εποχή» του ελληνικού καπιταλισμού. Το διάστημα 1965-1973 οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί παραγωγικότητας της εργασίας είναι οι μεγαλύτεροι σε όλη την Ευρώπη. Μεταξύ 1950 και 1970 το ποσοστό της βιομηχανίας στην κλαδική διάρθρωση του ΑΕΠ θα γίνει 31% από 20% και της γεωργίας 18% από 28%. Συνολικά το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 5,7 % στο διάστημα 1950-1960 και 7,1% στο διάστημα 1961-1970-24. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού βρίσκονταν στην κορυφή της κατάταξης των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι επιδόσεις αυτές προσέλκυσαν σημαντικές μάζες ξένων κεφαλαίων, που –αντίθετα με τους ισχυρισμούς των θεωριών της εξάρτησης– συνέβαλαν στην εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση και ανάπτυξη.

Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η εξάντληση των πολιτικών τόνωσης της ζήτησης που είχε ακολουθήσει η δικτατορία οδήγησαν στην καθίζηση όλων των βασικών δεικτών. Μετά την πτώση της δικτατορίας, η ελληνική αστική τάξη, που αναζητούσε και τη μεταπολιτευτική σταθερότητα, απάντησε στην κρίση με τις εκτεταμένες κρατικοποιήσεις του «προγράμματος Καραμανλή» (Ολυμπιακή, συγκοινωνίες κλπ.), ενώ λόγω των ελληνοτουρκικών (Κύπρος) τροφοδοτήθηκε και η αμυντική βιομηχανία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε, όπως και σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ, η αντίστροφη πορεία για το μερίδιο της βιομηχανίας στο ΑΕΠ 25 και ο ελληνικός καπιταλισμός ακολούθησε την πορεία της γενικότερης κρίσης στην οποία βρίσκονταν οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Στη μεταπολίτευση θα εδραιωθεί και το «κοινωνικό συμβόλαιο» με το οποίο η ελληνική αστική τάξη θα αναγκαστεί να παραχωρήσει ορισμένες πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, για να εξασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα για τις επόμενες δεκαετίες. Το εγχείρημα θα έχει επιτυχία, ιδιαίτερα σε κρίσιμες ιστορικές καμπές (1974,1981,1989).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ελληνική αστική τάξη θα πετύχει την ένταξη στην ΕΟΚ. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που θα έρθει στην εξουσία το 1981, μετά από μια σύντομη και αποτυχημένη απόπειρα να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα «κεϋνσιανικού» τύπου σε συνθήκες διεθνούς ύφεσης, (ΑΤΑ, κρατικοποιήσεις κλπ.) θα ξεκινήσει, κάτω από το βάρος των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, την περίοδο λιτότητας (1985) που ουσιαστικά διαρκεί μέχρι σήμερα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού ιμπεριαλισμού θα μείνουν χαμηλοί σε όλη τη δεκαετία του ’80. Η παραγωγικότητα της εργασίας θα βρίσκεται σε όλη τη δεκαετία σε διακυμάνσεις, ενώ η πολιτική της «σκληρής δραχμής» μετά το 1985 θα οδηγήσει τελικά σε συνολική ανατίμηση της δραχμής κατά 27% την περίοδο 1988-1996, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο –μετά και την ένταξη στην ΕΕ– η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού.

Μετά το 1990, ο ελληνικός καπιταλισμός, λόγω της ένταξής του στην ΕΟΚ και των πλεονεκτημάτων της ιστορικής του εξέλιξης στα Βαλκάνια, θα προχωρήσει στην κλιμάκωση των αντεργατικών πολιτικών με τις κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες επέλασης του καπιταλισμού σε όλη την Ευρώπη (Μάαστριχτ) και στην επέκτασή του στο βαλκανικό «Ελντοράντο» των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Την περίοδο εκείνη θα εμφανιστεί για άλλη μια φορά το στοιχείο της «πρόωρης γήρανσης» που αναφέρθηκε πριν: ενώ οι δυτικές καπιταλιστικές χώρες θα προχωρήσουν μέσα από «μονεταριστικά» μέτρα (κλειστός φιλελευθερισμός) και μετά μέσα από νεοφιλελεύθερα μέτρα δεύτερης γενιάς (προσανατολισμένα προς την καπιταλιστική διεθνοποίηση), στην Ελλάδα, λόγω της χρονικής υστέρησης, η αστική τάξη θα προχωρήσει κατευθείαν στα δεύτερα, μετά και την εμπειρία της κυβέρνησης Μητσοτάκη (που είχε ένα πρόγραμμα θατσερικού τύπου).

Η δεκαετία του 1990-2000 είναι η δεκαετία που επιστρέφουν σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που ξεπερνούν το 3,5%. Η παρατεταμένη λιτότητα δεν θα οδηγήσει σε ύφεση, λόγω της διεύρυνσης των δυνατοτήτων εξωτερικού δανεισμού εξαιτίας της απελευθέρωσης των κεφαλαίων, της υποχώρησης των επιτοκίων και της «διαρθρωτικής» βοήθειας της ΕΕ, που αυτήν τη δεκαετία ξεπερνάει και το σχέδιο Μάρσαλ. Όπως και με εκείνο το σχέδιο, η «βοήθεια» αυτή θα προσανατολιστεί προς εγχώριες επενδύσεις που έχουν σημασία τόσο για το ευρωπαϊκό όσο και για το ελληνικό κεφάλαιο. Αυτή τη φορά, η μορφή θα είναι κυρίως η χρηματοδότηση μεγάλων έργων, που θα διευκολύνουν τη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων και θα αποτελέσουν και τα ίδια πεδίο κερδοφορίας για τα ευρωπαϊκά και ελληνικά μονοπώλια26.

Η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενιαίας αγοράς με ένα ενιαίο νόμισμα (ευρώ) και η συμμετοχή της Ελλάδας έθεσε το θεσμικό-οικονομικό πλαίσιο για τη διεύρυνση του χώρου κερδοφορίας του εθνικού-ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Φυσικά, ταξική προϋπόθεση του εγχειρήματος ήταν η πλήρης κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας – εκφραζόμενη τις τελευταίες δεκαετίες ως ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών27. Η ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα ενίσχυσαν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ιδίως εντός της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης) τις τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οι οποίες έπονται των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων που πολλαπλασιάζουν την ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Ταυτόχρονα όμως η αναβαθμισμένη διεθνοποίηση των ευρωπαϊκών καπιταλισμών, υπό την ηγεμονία των μεγαλύτερων χωρών (και ιδιαίτερα της Γερμανίας), όξυνε, ήδη από τη δεκαετία του 1980, την ανισόμετρη ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τα δομικά προβλήματα «ανταγωνιστικότητας» του ευρωπαϊκού νότου και της Ελλάδας ειδικότερα.

Τη δεκαετία του 2000 και μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, ο ελληνικός καπιταλισμός γνώρισε, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ιρλανδία κ.ά.), πολύ υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό αυτήν την περίοδο στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης: «Η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ στα έτη 1995-2008 οφειλόταν κυρίως στις επενδύσεις και τη μεγάλη άνοδο της απασχόλησης και της παραγωγικότητας, και όχι στην κρατική κατανάλωση»28. Τα υψηλά ποσοστά κέρδους δημιούργησαν ελκυστικές συνθήκες για τα καπιταλιστικά κεφάλαια με αποτέλεσμα την επέκταση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Την ίδια περίοδο, η πτωτική τάση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη (όπως και στη διεθνή αγορά) εκτόξευσαν τον ιδιωτικό και δημόσιο εγχώριο δανεισμό και ενίσχυσαν την εσωτερική ζήτηση.

Το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 έδωσε τέλος σε αυτήν την περίοδο ευφορίας. Από τη μία πλευρά η κρίση υπερσυσσώρευσης και από την άλλη τα δομικά προβλήματα ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, τα διαρθρωτικά προβλήματα των «δίδυμων ελλειμμάτων» (δημόσιο έλλειμμα και εξωτερικό χρέος)29, αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης και της ένταξης στην ΕΕ, ήρθαν με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια. Η κρίση, λόγω των συνθηκών που επικράτησαν στην Ευρώπη αλλά και παγκόσμια (παρέμβαση αστικών κρατών για να στηριχθούν τα ιδιωτικά κεφάλαια) γρήγορα μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση, σε κρίση των οικονομικών του αστικού κράτους.

Σε συνθήκες απαγόρευσης του εσωτερικού δανεισμού λόγω ΟΝΕ και απόστασης στην ανταγωνιστικότητα από τα άλλα ευρωπαϊκά κεφάλαια, τα ελλείμματα και το χρέος εκτινάχθηκαν στα ύψη. Η ελληνική αστική τάξη απέρριψε, χωρίς καμία ταλάντευση, τη σύγκρουση με τους Ευρωπαίους συμμάχους, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα διακινδύνευε τη θέση της στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα, αφού σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης-κρίσης δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τους αστούς από την αναβάθμιση της ένταξης στο πλαίσιο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Η κανιβαλική «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η συντριβή των εργατικών δικαιωμάτων έγινε μονόδρομος. Η ελληνική αστική τάξη επέλεξε έτσι «τη φυγή προς τα εμπρός», μέσα από τους αναγκαίους συμβιβασμούς και παραχωρήσεις προς τους ισχυρότερους ιμπεριαλισμούς (και κυρίως τον γερμανικό), διαλύοντας ακόμα και τις κοινωνικές συμμαχίες με τα μικροαστικά στρώματα που είχε συγκροτήσει τις προηγούμενες δεκαετίες (γύρω από το «δημόσιο»). Προσανατολισμένη, όπως και τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, προς τον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή την εργατική τάξη, αξιοποίησε την κρίση για να επιταχύνει όλες τις αντεργατικές τομές που είχε εξαγγείλει τα προηγούμενα χρόνια και να διαμορφώσει συνθήκες κερδοφορίας. Τα «μνημόνια» δεν ήταν τίποτα άλλο από τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις επιδιώξεις του αστικού πολιτικού κόσμου και των οργανικών του διανοούμενων με άλλο όνομα. Φυσικά, οι όροι στη λεία καθορίστηκαν και καθορίζονται από τον συσχετισμό δυνάμεων στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα.

Όμως, παρά το γεγονός ότι η ελληνική αστική τάξη κατάφερε συντριπτικές νίκες απέναντι στο εργατικό κίνημα και προώθησε αντεργατικές τομές που και οι πιο ακραίοι νεοφιλελεύθεροι αναλυτές δεν έβλεπαν ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους, δεν θα μπορέσει να λύσει τα δομικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού. Γιατί σε συνθήκες ύφεσης, ο μονόδρομος της ένταξης στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα έχει σαν αποτέλεσμα τη διαρκή ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης, που οδηγεί σε έναν λαβύρινθο χωρίς διέξοδο.

Το αποτέλεσμα θα είναι η διαρκής «λατινοαμερικανοποίηση»30 της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού νότου, δηλαδή μια καπιταλιστική ανάπτυξη που θα βασίζεται στην ισοπέδωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και της καταστολής κάθε αντίστασης, σε μια σισύφεια προσπάθεια να αντιστραφούν ή να μετριαστούν οι δομικοί όροι καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη αναζητά καλύτερες συνθήκες ανταγωνισμού για την εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση και την προστασία και των δικών της συμφερόντων, αφού η κρίση και η απώλεια των όρων που είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου (Βαλκάνια, χρηματοπιστωτικός τομέας) σε συνθήκες κρίσης περιορίζει το πεδίο δράσης και ανάπτυξης των ελληνικών κεφαλαίων σε σχέση με τα ευρωπαϊκά.

Είναι φανερό ότι αυτή η στρατηγική έχει σοβαρές συνέπειες για τον ίδιο τον ρόλο του αστικού κράτους. Για να εξασφαλιστούν οι όροι της εξουσίας της αστικής τάξης και της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα σε αυτές τις συνθήκες, το αστικό κράτος αναβαθμίζει τον ρόλο της καταστολής, η οποία συμπληρώνεται από την άνοδο του φασισμού, ενώ το κοινοβουλευτικό σύστημα μετατρέπεται απροκάλυπτα σε πρόσοψη επικύρωσης διεθνών και εγχώριων συμφωνιών μέσα από την απόσπαση αριθμητικών πλειοψηφιών.

Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός γίνεται πιο επιθετικός, πρώτα από όλα απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό», τόσο μέσα όσο και έξω από τη χώρα, με την προσπάθειά του να αντιστρέψει τις συνέπειες της κρίσης μέσα και από την εμπλοκή του στους ανταγωνισμούς στην ανατολική μεσόγειο. Παρά την κρίση, παραμένει, μαζί με τον τουρκικό, ο πιο ισχυρός στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, χωρίς να αμφισβητείται η θέση του στη μεσαία βαθμίδα του ιμπεριαλιστικού συστήματος, λόγω και της ιστορικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα, της ένταξής του στην ΕΕ και γενικότερα στους διεθνείς ανταγωνισμούς και τη γεωστρατηγική του θέση. Έτσι η καπιταλιστική κρίση μπορεί να αποκαλύπτει τον αντιδραστικό του ρόλο, ταυτόχρονα όμως τον κάνει πολύ πιο επικίνδυνο για τα εργατικά συμφέροντα.

Δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, δυνατότητα εναλλακτικής αστικής στρατηγικής στην Ελλάδα, σαν αυτή που προσπαθεί να αναστήσει η αριστερά. Οι κοινωνικοοικονομικές προϋποθέσεις του «αντιμνημονιακού κεϋνσιανισμού» δεν υφίστανται. Η στρατηγική αυτή είναι προορισμένη να εκφυλιστεί σε ένα εγχείρημα ενσωμάτωσης των λαϊκών αντιδράσεων, κατοχύρωσης των μέχρι τώρα αντεργατικών τομών και ενδεχόμενο διαπραγματευτικό χαρτί στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Αυτός είναι και ο λόγος που η έξοδος από την ΕΕ-ΟΝΕ με όρους ανατροπής της αστικής πολιτικής εξουσίας και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αποτελεί τη μόνη έξοδο στην κρίση από την πλευρά των εργαζομένων.