Ας πούμε, μέρες που είναι….Θερισμού του εμπορίου….Ότι ο Θεός του εμπορίου αποφασίζει να πριμοδοτήσει έναν έμπορο! Τον έπιασαν τα κουβαρνταλίκια του!! Του εξασφαλίζει λοιπόν, τον αριθμό των πελατών που θα τιμούνε το προιόν της επιχείρησής του και το ποσόν που θα ξοδεύει ο καθένας κάθε μήνα, για όλα τα χρόνια που θα ασκεί την εμπορική του ιδιότητα. «Γκαραντί» που λένε στο πεζοδρόμιο και το γιορτάζουν συνήθως και με ένα «κόλλα'το»!
Πόσες πιθανότητες έχει ο έμπορος να χώσει μέσα την επιχείρηση μέχρι το λαιμό; Πόσο εγκληματικά επικίνδυνος πρέπει νάναι για να προσλάβει υπαλλήλους που να τους προσφέρει μισθούς που δεν υφίστανται σε καμιά άλλη επιχείρηση; Να δίνει πριμ που ούτε ακουστά να τα έχουν σε άλλη επιχείρηση; Nα προσλαμβάνει 5πλάσιους απ΄ότι χρειάζεται η επιχείρηση; Άραγε το επιχείρημα, από την πλευρά του εμπόρου, ότι το προιόν του είχε αξιοπρεπή στάνταρ θα ικανοποιούσε το θεό του εμπορίου; Θα του αρκούσε για να μη φωνάξει το Δία με βροντές και αστραπές να κάψει συμπούρμπουλο το τέρας;
Οι πολιτικοί χειρίστηκαν τα χρήματα του κόσμου με εγκληματική επιπολαιότητα. Διαχρονικά. Και ενώ οι μόνοι που δεν θίχτηκαν ήταν οι ίδιοι…Τώρα που ξερνάει ο υπόνομος ακαθαρσίες, ζητάνε και τα ρέστα… Αριστουργηματική η ανάλυση του Θ. Πάγκαλου «τι πάει να πει που πήγαν τα λεφτά; Σας διορίσαμε. Μαζί τα φάγαμε»…Εν μέρει αλήθεια αλλά… Οφείλαμε άραγε να γνωρίζουμε οι πολίτες πόσους χωράει το λεωφορείο του δημοσίου καθώς άνοιγε τις πόρτες σε κάθε στάση και κάποιος φώναζε «περάστε!»; Οφείλαμε να πούμε στον κάθε μαλακοπίτουρα άχρηστο που διόριζαν να διαχειριστεί (αν και ανίκανος και αναρμόδιος) «άντε στα τσακίδια»; Οφείλαμε να πάρουμε με τις πέτρες ανθρώπους που εξευτέλισαν αενάως κάθε έννοια εμπορικής αρχής και έφτυναν κατάμουτρα τον «γκαραντί» πελάτη-μαλάκα; Πολλά οφείλαμε και άλλα τόσα όχι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν οφείλαμε να επιφυλάξουμε τέτοια τύχη στους ανθρώπους (και είναι πολλοί!) που δεν μπήκαν στο κόλπο του «μαζί τα φάγαμε»… Και που ήταν, βρέξει χιονίσει, πελατάκια….
Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010
Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010
Στον καπιταλισμό, ο εργάτης είναι και αυτός ένας ιδιότυπος...ΕΜΠΟΡΟΣ
Στον καπιταλισμό, ο εργάτης είναι και αυτός ένας ιδιότυπος...ΕΜΠΟΡΟΣ
βαθύ κόκκινο
Ας πούμε ότι είστε εργοδότης, και ψάχνετε να αγοράσετε την εργατική δύναμη μερικών εργατών για να παράγουν σε ένα εργοστάσιο το οποίο διευθύνετε. Στον καπιταλισμό, ο εργάτης είναι και αυτός ένας ιδιότυπος...έμπορος, που έχει ως μοναδικό του εμπόρευμα την εργατική του δύναμη, την οποία είναι υποχρεωμένος να πουλήσει στον εργοδότη, αλλιώς δε θα έχει τα απαραίτητα για να ζήσει.
Πηγαίνετε λοιπόν μια "βόλτα στα μαγαζιά", και διαπιστώνετε ότι στο μαγαζί Α (ας το ονομάσουμε Αγγλία) έχουν εργατική δύναμη στην «τιμή» των (πχ)
• 1000 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• κάποια συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχετική ελευθερία [αντι]λόγου, κτλ.
Τόσα ζητούν οι εργάτες για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη εκεί.
Αν πάτε μετά στο μαγαζί Β (ας το πούμε Ισπανία), οι εργάτες εκεί κοστίζουν
• 900 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• κάποια συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχετικά περισσότερη ελευθερία [αντί]λόγου, κτλ.
Έπειτα, στο μαγαζί Γ (ας το πούμε Βουλγαρία), οι εργάτες θα σας ζητήσουν
• 500 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα
• μικρή ελευθερία [αντί]λόγου, κτλ.
Στο μαγαζί Δ τώρα (ας το πούμε Κίνα), μπορείτε να αγοράσετε εργάτες για
• 200 ευρώ/μήνα
• ανύπαρκτη ασφάλιση
• σύνταξη ούτε και εγώ ξέρω πότε
• σχεδόν ανύπαρκτα συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχεδόν ανύπαρκτη ελευθερία [αντί]λόγου, εγγύηση από το κράτος ότι αν κουνηθούν οι εργάτες θα τους καταστείλει, κτλ.
Και όσο η παραγωγή ελέγχεται από λίγους ανθρώπους (τους κεφαλαιοκράτες), αυτό θα συμβαίνει, οι εργάτες θα τους πουλούν την εργατική τους δύναμη, και αν ζητήσουν «πολλά λεφτά», οι αγοραστές θα φεύγουν αν δε σταματηθούν, και θα πηγαίνουν αλλού, όπου τους κάνουν καλύτερη τιμή.
Παρατηρήστε πχ στην Ελλάδα την κουβέντα για τη «γενιά των 700 ευρώ»...
Είναι απογοητευτικό να βλέπει κανείς ότι όσο δίκιο και αν έχουν όσοι μιλούν πχ για ζητήματα όπως η «γενιά των 700 ευρώ», και το πόσο λίγα είναι αυτά τα χρήματα, δυστυχώς βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος:
Ποιο είναι το δάσος;
Το δάσος είναι ότι σε σχέση με τις τιμές του μαγαζιού Δ (Κίνα, Ινδία, κτλ), η τιμή των 700 ευρώ/μήνα είναι πολύ ακριβή...
Θυμηθείτε αυτά που είπαμε παραπάνω - ότι δηλαδή στα μάτια ενός αγοραστή που μπορεί να πάει στο μαγαζί Δ, οι τιμές του μαγαζιού Α, Β, Γ είναι πολύ ακριβές.
Ακόμα και τα 700 ευρώ/μήνα είναι «πολλά», όταν μπορείς να βρεις εργάτες για 1 με 2 δολλάρια την ημέρα.
Στα μάτια ενός τέτοιου αγοραστή (εργοδότη), ο εργάτης των 700 ευρώ είναι «προνομιούχος», ο εργάτης που διαμαρτύρεται για το χαμηλό μισθό του είναι «αυθάδης» (ειδικά από τη στιγμή που αν ο εργάτης στην Κίνα καταστέλλεται βιαίως αν τυχόν κινητοποιηθεί από το κράτος, λογοκρίνεται αν θέλει να πει κάτι «ύποπτο» για τους εκμεταλλευτές του, κτλ), ο εργάτης που θέλει κοινωνική ασφάλιση-ένσημα για να έχει περίθαλψη είναι «καλομαθημένος» (πολλοί Κινέζοι εργάτες ζουν στις τρώγλες, και εσείς διαμαρτύρεστε για το ότι πολλαπλασιάζονται τα ράντζα στα νοσοκομεία? Δε φτάνει που έχετε νοσοκομεία, θέλετε και κρεβάτια – σα δε ντρέπεστε ρε «αχάριστοι»...)
Πηγαίνετε λοιπόν μια "βόλτα στα μαγαζιά", και διαπιστώνετε ότι στο μαγαζί Α (ας το ονομάσουμε Αγγλία) έχουν εργατική δύναμη στην «τιμή» των (πχ)
• 1000 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• κάποια συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχετική ελευθερία [αντι]λόγου, κτλ.
Τόσα ζητούν οι εργάτες για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη εκεί.
Αν πάτε μετά στο μαγαζί Β (ας το πούμε Ισπανία), οι εργάτες εκεί κοστίζουν
• 900 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• κάποια συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχετικά περισσότερη ελευθερία [αντί]λόγου, κτλ.
Έπειτα, στο μαγαζί Γ (ας το πούμε Βουλγαρία), οι εργάτες θα σας ζητήσουν
• 500 ευρώ/μήνα
• ασφάλιση
• σύνταξη στα 67
• ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα
• μικρή ελευθερία [αντί]λόγου, κτλ.
Στο μαγαζί Δ τώρα (ας το πούμε Κίνα), μπορείτε να αγοράσετε εργάτες για
• 200 ευρώ/μήνα
• ανύπαρκτη ασφάλιση
• σύνταξη ούτε και εγώ ξέρω πότε
• σχεδόν ανύπαρκτα συνδικαλιστικά δικαιώματα
• σχεδόν ανύπαρκτη ελευθερία [αντί]λόγου, εγγύηση από το κράτος ότι αν κουνηθούν οι εργάτες θα τους καταστείλει, κτλ.
Από που θα "ψωνίζατε" εργατική δύναμη;
Ίσως να δυσανασχετείτε που παρουσιάζω τους εργάτες ως εμπόρους [της εργατικής τους δύναμης]. Και όμως, το μόνο πράγμα που έχει ο εργάτης σε ένα κόσμο «όπου όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται» είναι η εργατική του δύναμη.Και όσο η παραγωγή ελέγχεται από λίγους ανθρώπους (τους κεφαλαιοκράτες), αυτό θα συμβαίνει, οι εργάτες θα τους πουλούν την εργατική τους δύναμη, και αν ζητήσουν «πολλά λεφτά», οι αγοραστές θα φεύγουν αν δε σταματηθούν, και θα πηγαίνουν αλλού, όπου τους κάνουν καλύτερη τιμή.
Παρατηρήστε πχ στην Ελλάδα την κουβέντα για τη «γενιά των 700 ευρώ»...
Είναι απογοητευτικό να βλέπει κανείς ότι όσο δίκιο και αν έχουν όσοι μιλούν πχ για ζητήματα όπως η «γενιά των 700 ευρώ», και το πόσο λίγα είναι αυτά τα χρήματα, δυστυχώς βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος:
Ποιο είναι το δάσος;
Το δάσος είναι ότι σε σχέση με τις τιμές του μαγαζιού Δ (Κίνα, Ινδία, κτλ), η τιμή των 700 ευρώ/μήνα είναι πολύ ακριβή...
Θυμηθείτε αυτά που είπαμε παραπάνω - ότι δηλαδή στα μάτια ενός αγοραστή που μπορεί να πάει στο μαγαζί Δ, οι τιμές του μαγαζιού Α, Β, Γ είναι πολύ ακριβές.
Ακόμα και τα 700 ευρώ/μήνα είναι «πολλά», όταν μπορείς να βρεις εργάτες για 1 με 2 δολλάρια την ημέρα.
Στα μάτια ενός τέτοιου αγοραστή (εργοδότη), ο εργάτης των 700 ευρώ είναι «προνομιούχος», ο εργάτης που διαμαρτύρεται για το χαμηλό μισθό του είναι «αυθάδης» (ειδικά από τη στιγμή που αν ο εργάτης στην Κίνα καταστέλλεται βιαίως αν τυχόν κινητοποιηθεί από το κράτος, λογοκρίνεται αν θέλει να πει κάτι «ύποπτο» για τους εκμεταλλευτές του, κτλ), ο εργάτης που θέλει κοινωνική ασφάλιση-ένσημα για να έχει περίθαλψη είναι «καλομαθημένος» (πολλοί Κινέζοι εργάτες ζουν στις τρώγλες, και εσείς διαμαρτύρεστε για το ότι πολλαπλασιάζονται τα ράντζα στα νοσοκομεία? Δε φτάνει που έχετε νοσοκομεία, θέλετε και κρεβάτια – σα δε ντρέπεστε ρε «αχάριστοι»...)
Επιπρόσθετα, ακόμα και αν ένας εργοδότης δε μεταναστεύσει για προορισμούς όπως η Κίνα, με χαμηλό εργατικό κόστος, θα πρέπει μετά να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό από τους υπόλοιπους εργοδότες που έχουν πάει εκεί, και τώρα εισάγουν τα ίδια εμπορεύματα με αυτόν, σε χαμηλότερες (ανταγωνιστικότερες) τιμές, με αποτέλεσμα όσοι μένουν στη δύση (κυρίως οι μικροί κεφαλαιοκράτες, αυτοί δηλαδή που δεν έχουν τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν) να κλείνουν, ή να συρρικνώνονται, κτλ, και η "ελεύθερη αγορά" να γίνεται στην πραγματικότητα ολοένα και πιο ολιγοπωλιακή (καθώς μένουν μόνο λίγοι σε κάθε κλάδο).
Φτάνουμε λοιπόν σε μια κατάσταση όπου ξεκάθαρα πλέον η επιβίωση του καπιταλισμού εξαρτάται από την ικανότητα του να κλέψει ακόμα περισσότερο τους εργάτες ("κινεζοποίηση").
Aπό τη βιομηχανία παραγωγής χρήματος στη βιομηχανία αρωγής;
Η.Π.Α: Aπό τη βιομηχανία παραγωγής χρήματος στη βιομηχανία αρωγής; Οι περισσότεροι άνθρωποι που έζησαν το 1800 δεν ήταν πλουσιότεροι από αυτούς που
απολίτιστο στέκι

Οι περισσότεροι άνθρωποι που έζησαν το 1800 δεν ήταν πλουσιότεροι από αυτούς που ζούσαν το 100.000 π. Χ. Η διατροφή τους δεν ήταν καλύτερη, δεν ήταν ψηλότεροι ούτε μακροβιότεροι.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, γύρω στο 1800, η οικονομική ανάπτυξη απογειώθηκε, πρώτα στη Βρετανία, αργότερα αλλού. Την απαρχή της ανάπτυξης αυτής περιγράφει στο βιβλίο του «Η Πεφωτισμένη Οικονομία» ο Τζόελ Μοκάιρ του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν, που ισχυρίζεται ότι η κρίσιμη μεταβολή συντελέσθηκε στον νου και τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Λόγω πολιτισμικών μεταλλάξεων, οι τεχνικοί απέκτησαν επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες εφάρμοσαν στην πράξη. Για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες χρησιμοποίησαν τις γεωλογικές έρευνες στα ορυχεία και τις μεταφορές.
Γρήγορα η Βρετανία κυριάρχησε στον κόσμο. Επειτα όμως παρήκμασε. Και πάλι η καταλυτική μεταβολή συντελέσθηκε στον νου και τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Σύμφωνα με τις καταγραφές του ιστορικού Κορέλι Μπάρνετ, οι επίγονοι εκείνων που οικοδόμησαν την αυτοκρατορία αποσύρθηκαν από το εμπόριο, προσπάθησαν να υπερβούν τις πρακτικές γνώσεις και υιοθέτησαν πιο συμπαθή στάση έναντι της ζωής.
Ολα αυτά είναι σήμερα πολύ επίκαιρα, καθώς το 65% των Αμερικανών πιστεύει ότι η χώρα τους διέρχεται περίοδο παρακμής, όπως προκύπτει από την τελευταία δημοσκόπηση των NBC / Wall Street Journal. Μάλλον έχουν δίκιο. Τα σημερινά οικονομικά προβλήματα είναι δομικά. Βρισκόμαστε στη μέση της εξόδου από την ανεργία. Οι μισθοί είναι στάσιμοι εδώ και δεκαετίες. Τέλος, τα προβλήματα στην αγορά εργασίας είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα.
Πρώτη συμβουλή των ιστορικών είναι ότι πρέπει να κατανοήσουμε την κατάσταση, αναζητώντας αλλαγές σε ιδέες και αξίες και όχι απλώς υλικές μεταβολές. Εάν παρατηρήσει κανείς την Αμερική, τώρα θα διαπιστώσει ότι πάσχει από κάτι ανάλογο με τη «βρετανική ασθένεια». Υστερα από δεκαετίες ευμάρειας, οι ΗΠΑ απομακρύνθηκαν από τη μονοκόμματη πρακτική νοοτροπία τους, χάρη στην οποία δημιουργήθηκε στην αρχή τόσος πλούτος.
Η μετατόπιση είναι ορατή σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση.
Αρχίζουμε από τις ελίτ. Οι λαμπρότερες διάνοιες της Αμερικής εγκαταλείπουν τη βιομηχανία και τον τεχνολογικό τομέα και στρέφονται στη δικηγορία, στην οικονομία, στον συμβουλευτικό τομέα ή στον ακτιβισμό, πεδία όχι και τόσο προσοδοφόρα. Το 2007, το 58% των ανδρών αποφοίτων του Χάρβαρντ και το 43% των γυναικών κατευθύνθηκαν στον οικονομικό και συμβουλευτικό τομέα.
Η απομάκρυνση από τις εμπορικές αξίες αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε ομιλίες της Μισέλ Ομπάμα. «Μην πηγαίνετε στην κορπορατίστικη Αμερική. Γίνετε δασκάλες, δουλέψτε για την κοινωνία, γίνετε κοινωνικοί λειτουργοί, νοσοκόμες... Προτιμήστε αυτές τις επιλογές, ώστε από τη βιομηχανία παραγωγής χρήματος να περάσουμε στη βιομηχανία αρωγής», συμβούλευσε γυναίκες από το Οχάιο. Καθώς χαρισματικοί άνθρωποι δίνουν προτεραιότητα σε όλα τα προαναφερθέντα, η Αμερική ίσως γίνει πιο ανθρώπινη και λιγότερο πλούσια.
Επειτα είναι και η μεσαία τάξη. Η επικράτηση της οικονομίας των υπηρεσιών έγινε αιτία να δημιουργηθεί μια ολόκληρη κάστα νέων μεσαίων υπαλλήλων και στελεχών που επιζητούσαν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτός ο τρόπος, όμως, είχε κόστος. Η κατανάλωση και μαζί τα χρέη εκτινάχθηκαν στα ύψη, το ίδιο και το εμπορικό έλλειμμα. Για να ανταποκριθεί στη ζήτηση, η οικονομία αναπροσαρμόστηκε, μειώνοντας τις επενδύσεις στον μεταποιητικό τομέα και στα εμπορεύσιμα αγαθά και υπερεπενδύοντας στον κλάδο λιανικών πωλήσεων και στην κατοικία.
Αυτοί οι υπάλληλοι γραφείου δεν ήθελαν τα παιδιά τους να επανέλθουν στην εργατική τάξη. Ετσι, ο τομέας των επικοινωνιών υπερκορέστηκε, ενώ παράλληλα μεγάλωνε η έλλειψη ειδικευμένων εργατών. Μία από τις διαστροφικές πτυχές αυτής της κρίσης είναι ότι η αύξηση της ανεργίας και η αύξηση των θέσεων εργασίας ήταν παράλληλες, καθώς οι εταιρείες στον μεταποιητικό τομέα δεν μπορούν να βρουν ειδικευμένους χειριστές μηχανημάτων. Η Ναριάνα Κοτσερνακότα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στη Μινεσότα εκτιμά ότι εάν υπήρχε ισοσκελισμός μεταξύ της προσφοράς ειδικευμένων εργατών και των απαιτήσεων των εργοδοτών, τότε το ποσοστό ανεργίας θα ήταν 6,5% και όχι 9,6%.
Αυτή η αναντιστοιχία οφείλεται σε πολλούς παράγοντες (οι άνθρωποι πολύ δύσκολα πωλούν τα σπίτια τους και αναζητούν νέες ευκαιρίες), το βασικό πρόβλημα όμως συνίσταται στο ότι έχουμε πάρα πολλούς μεσίτες στεγαστικών δανείων και πολύ λίγους χειριστές μηχανών ή μηχανολόγους.
Ετσι, ερχόμαστε τώρα στην κατώτερη τάξη. Εδώ συντελείται κανονική ρήξη του κοινωνικού ιστού. Γύρω στο ένα τέταρτο ή ένα τρίτο των Αμερικανοπαίδων ζουν με ένα γονιό ή χωρίς καθόλου γονείς, σε χαώδεις γειτονιές με άθλια σχολεία. Ενα τεράστιο τμήμα του ανθρώπινου κεφαλαίου της αμερικανικής κοινωνίας υποχρησιμοποιείται και αυτό συμβαίνει επί μία ολόκληρη γενεά.
Προσωπικώς δεν είμαι πεπεισμένος ότι παρακμάζουμε. Οι αδυναμίες αυτές μπορούν να καταπολεμηθούν από υπαρκτές δυνάμεις. Ομως η μετατόπιση αξιών είναι πραγματική και υπαρκτή. Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ο κόσμος μετακινείται από τις εμπορικές, παραγωγικές δραστηριότητες προς περισσότερο ευχάριστες και φωτεινές, αλλά λιγότερο παραγωγικές. Η προσοχή μας μπορεί να περισπάται από ατέρμονες συζητήσεις περί πακέτων βοηθείας και των αποτελεσμάτων τους. Αυτή τη στιγμή, όμως, όλα αυτά είναι άσχετα με τα όσα συμβαίνουν. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η Αμερική είναι ευχαριστημένη με τη στροφή προς «συμπαθέστερες απασχολήσεις» και εάν όχι, τι μπορεί να γίνει, εάν μπορεί ακόμη κάτι να γίνει.
Επειδή είμαι αριστερός και θα πεθάνω αριστερός
πώς σκουριάζει το ατσάλι...
από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ μέσω φίλου του blog με την προτροπή να μπει ως "μία απάντηση στους original, αριστερούς, επικριτές του Νίκου Λαζαριώτη"
Επειδή είμαι αριστερός και θα πεθάνω αριστερός, αρχίζω να μην ανέχομαι μια Αριστερά που αρχίζει να με πεθαίνει...
Οταν γράφει κανείς περί Αριστεράς, αν είναι αριστερός όπως και η αφεντιά μου, γράφει ταυτοχρόνως και υπέρ Αριστεράς - ενίοτε κι αθέλητα, αλλά συνήθως εκούσια. Τουλάχιστον υπέρ της Αριστεράς έτσι όπως ο καθένας εννοεί τη δόκιμη εκδοχή της, μιας και πλέον, σκόρπιοι έτσι όπως πολλοί φθάσαμε να 'μαστε, ο καθένας μπορεί να διατηρεί την πολυτέλεια του «προσωπικού του κομμουνισμού» - αριστοκρατικό μεν, αλλά καμμιά φορά ψυχοσωτήριο...
Με έναν λόγο, πολλοί αριστεροί τα τελευταία χρόνια διάγουμε εν αναμονή. Για αυτούς ο λόγος σήμερα, για εμάς - οι οργανωμένοι στα κόμματα της Αριστεράς είναι άλλη υπόθεση, μάλλον ανώτερη, οι σύντροφοι αυτοί την αντέχουν ακόμα την καλογερική και μπράβο τους, ότι βαρειά. Τους βγάζω το καπέλο κι επικαλούμαι τη συμπάθειά τους (όπως άλλωστε και τη δική σας, όσοι είσθε αριστεροί κι όσοι δεν είσθε) για όσα θα πω παρακάτω.
Οταν, προ ετών, δημιουργήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί αριστεροί, άλλοι διστακτικά κι άλλοι με ενθουσιασμό, έσπευσαν σε έναν «κοινό τόπο» όπου θα μπορούσαν να ζυμωθούν ιδέες, να γεννηθούν προτάσεις -κυρίως αυτό- και να βγάλουν την Αριστερά, σε μια εποχή που ο λαός και η κοινωνία την είχαν ανάγκη περισσότερο από ποτέ, από το σύνδρομο της ιστορικής πολιτικής (αλλά όχι ιδεολογικής) ήττας.
Σιγά σιγά ο κόσμος που προσήλθε σε αυτό το φόρουμ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει απλώς με μια νεκρανάσταση της παλιάς αριστερής παθολογίας, μάλιστα σε μορφές της -αριστερίστικες- από τις πλέον επαχθείς κι απεχθείς. Ανθρωποι συνηθισμένοι να ζουν στο πλαίσιο του μικρόκοσμου-γκρουπούσκουλου, ιδρυματικοί, που στην «εποχή τους» είχαν στείλει κόσμο στο σπίτι του (παρά τις φιλοδοξίες τους να τον στείλουν στα ψυχιατρεία), άρχισαν εκ νέου να δίνουν τον τόνο στο πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα αντί το νέο σχήμα να εξελιχθεί σε συνάντηση κι ώσμωση ανθρώπων, συλλογικοτήτων και κομμάτων, να ξεπέσει σε ένα τεραίν διαρκούς καταμέτρησης και αναμέτρησης των εσωτερικών του συσχετισμών. Μάλιστα, ούτε καν για την παραγωγή πολιτικής (πόσω μάλλον ιδεολογίας και ήθους), αλλά μόνον για τη νομή της (μικρο)εξουσίας.
Κι έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν απ' τον ΣΥΡΙΖΑ και να μένουν τα γκρουπούσκουλα. Η επιρροή του σχήματος στην κοινωνία ξεφούσκωσε και τις ελπίδες διαδέχθηκαν η κριτική και επικριτική στάση.
Προσωπικώς ομνύω στην Αριστερά του καλού, τη λαϊκή Αριστερά, με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, την ταξική Αριστερά ενός δημοκρατικού κομμουνισμού, ανοιχτόκαρδου, ανοιχτόμυαλου, πειθαρχικά οργανωμένου, ανεκτικού με τα παιδιαρίσματα των ανθρώπων, ικανού να προστατεύει τα πρόσωπα απ' τη βαρβαρότητα των συλλογικοτήτων, όταν εκφυλίζονται σε θρησκευτικά τάγματα. Ουτοπίες, θα μου πείτε, μεγάλο το δίκιο σας...
Ομως μεγάλο και το άδικο. Και για τον κόσμο της Αριστεράς και για την κοινωνία που περιμένει την Αριστερά τουλάχιστον πρόμαχο στα δίκια της.
Οπως απεδείχθη, αυτό που κυρίως παράγουν τα γκρουπούσκουλα, άλλοτε συνιστώσες κι άλλοτε υποσύνολα μέσα στις συνιστώσες, είναι το ένδον μίσος. Ενα μίσος μεταξύ τους και προς όποιον άλλον στοχοποιήσουν, που βγάζει μάτια, ανυπόφορο, αδυσώπητο κι ανισόρροπο. Ατελεύτητο.
Ομως η Αριστερά που μισεί τα άλλα της μισά, δεν αγαπάει τον κόσμο. Ο κόσμος το νοιώθει αυτό, πικραίνεται στην αρχή κι ύστερα αηδιάζει και βδελύσσεται.
Λόγος, με τέτοιους όρους, για πολιτική (θέμα κομματικής δεν τίθεται) ενότητα της Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να 'ναι από χέρι απελπισμένος. Διότι όσοι προσπαθούν να διαλεχθούν, χαρακτηρίζονται συχνά από λογής ταμπέλες που αφειδώς κοτσάρουν οι πάντες στους πάντες, χωρίς αιδώ, δεύτερη σκέψη και συχνά με άκραν δολιότητα.
Οι κλασικές αρετές που οι πάντες αναγνώριζαν σε έναν αριστερό, της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της ανιδιοτέλειας, έχουν γίνει για πολλούς από μας καπνός και κατά τον εξυπνακισμό, τον κυνισμό και την αποηθικοποίηση της καθημερινής μας στάσης απέναντι στα πράγματα, μοιάζουμε ήδη από καιρό σε αυτούς που κατηγορούσαμε, τους συστημικούς, τους καριερίστες και τους αριβίστες.
Κι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται τώρα να διαλύεται στον εσωτερικό μικρόκοσμο των γκρουπούσκουλων. Δεν ξέρω αν πνέει τα λοίσθια, αλλά ξέρω ότι η ταπεινότης μου, όπως και πολλοί άλλοι αριστεροί δεν μπορούν πια να διαλέγουν απ' την Κική και τη Φωφώ ποια θα τους τη φέρει καλύτερα. Κι αν κι αυτήν τη φορά ψηφίσουμε κάποιοι από μας αυτήν την Αριστερά, θα το κάνουμε με κρύα καρδιά και χωρίς καμμιά ελπίδα.
Η μόνη ελπίδα πλέον (για πολλούς από μας) είναι οι νέες γενιές να υπερβούν τη δική μας παθογένεια, ξαναδίνοντας στην Αριστερά τα νοήματά της...
ΥΓ.: Υπάρχουν ακόμα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς, των οποίων τον αγώνα και την προσωπική στάση εκτιμώ και σέβομαι. Το πολιτικό όμως αποτέλεσμα της συλλογικής τους δράσης είναι δραματικά κατώτερο (κι επί μακρόν πλέον διάστημα) των απαιτήσεων της συγκυρίας. Ανήκω σε 'κείνους που εμφορούνται από «ιστορική αισιοδοξία», ξέρω ότι «η Γη θα γίνει κόκκινη», ήλπιζα όμως αυτό να συμβεί πριν να πάμε στα άστρα. http://ai-vres.blogspot.com/2010/09/blog-post_4066.html
Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010
παύση πληρωμών προς το Δημόσιο
Κίνημα παύσης πληρωμών προς το Δημόσιο

καφενείο
Γράφει ο Καφενόβιος
Οι τεχνοκράτες της τρόικας απέδειξαν σε χρόνο dt ότι, ούτε αλάνθαστοι είναι ούτε δρουν με πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια. Αριθμούς βλέπουν, όχι ανθρώπους! Βασικός διακηρυγμένος στόχος τους είναι να διασφαλίσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες από τις επιπτώσεις μιας αλυσιδωτής κρίσης χρέους, όχι να σώσουν την Ελλάδα.
Αποδεικνύεται ότι, η πολιτική της τρόικας αποσκοπεί στο να μπορέσει το Δημόσιο να μαζέψει φόρους για να πληρώσει τα ομόλογα που έχουν στα χέρια τους οι ξένοι πιστωτές. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα είναι η αφαίμαξη του εισοδήματος των πολιτών προκειμένου να πληρωθούν οι ξένοι δανειστές.
Τα χιλιάδες μαγαζιά που κλείνουν, τα χιλιάδες ξενοίκιαστα στους ακριβούς αστικούς δρόμους και στα πολυσύχναστα τουριστικά στέκια, τα μειωμένα έσοδα από τον τουρισμό, το πάγωμα στην αγορά, η πίτα που διαρκώς συρρικνώνεται, η αυξανόμενη φειδώ των νοικοκυριών, η καλπάζουσα ανεργία, οι περικομμένοι μισθοί και οι συντάξεις, όλα αυτά συντίθενται σε μια λέξη: ύφεση.
Ενας νέος κίνδυνος απειλεί την ελληνική οικονομία, καθώς η μείωση της κατανάλωσης, οι υψηλοί φόροι, η αδυναμία δανεισμού και ο.......
φόβος για το αύριο δημιουργούν συνθήκες απελπισίας. Ο κίνδυνος είναι να διαμορφωθεί κίνημα για την παύση πληρωμών προς το Δημόσιο από αυτούς που είτε δεν έχουν τη δυνατότητα εξαιτίας της μείωσης του εισοδήματός τους είτε αντιδρούν υπό το βάρος των φόρων. Ο κίνδυνος αυτός αποτυπώνεται στις απόψεις των μικρομεσαίων επιχειρηματιών που απάντησαν σε έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ.
Η παύση πληρωμών προς το Δημόσιο θεωρείται από αυτούς τους μικρούς επιχειρηματίες αναγκαία για την επιβίωσή τους ελλείψει ρευστότητας. Δεν μπορούν, με λίγα λόγια, εξαιτίας της μείωσης του τζίρου τους να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Αν αυτή η σκέψη αποκτήσει κινηματική διάσταση, κάτι το οποίο μπορεί να γίνει ξαφνικά και σύντομα, η οικονομία θα καταρρεύσει άμεσα. Ο Πρωθυπουργός πρέπει να δώσει οδηγίες προκειμένου να υπάρξει μείωση των φόρων και αναθέρμανση της οικονομίας, προτού φτάσει σε αναγκαστική αναδιάρθρωση του χρέους και παύση πληρωμών, ενδεχομένως νωρίτερα και από το Πάσχα του 2011.
Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010
Η φαντασίωση στην εξουσία
Η φαντασίωση στην εξουσία
Η φαινομενικά διακριτική αλλά υπόρρητα βίαια παραφθορά του συνθήματος του Μάη αντικατοπτρίζει τις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά το 1989, συνθήκες που επέτρεψαν στην συντήρηση να αφεθεί ανενόχλητη να διεκδικήσει σιωπηρά και χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις λέξεις και φράσεις με μακρά παράδοση στην αριστερά πτέρυγα των κοινοβουλίων. Στις Η.Π.Α, είναι αρκετά συνηθέστερος, εδώ και αρκετά χρόνια, ο όρος "radical right" από ό,τι ο όρος "radical left": ορφανεμένη από πολιτικά ερείσματα στην αριστερά (εφόσον για χρόνια "εχέφρων αριστερά" σήμαινε "φιλελευθερισμός"), η λέξη radical μαγνητίστηκε από την δεξιά, με αποτέλεσμα "ριζοσπάστης" --με όλο το αντεστραμμένο γκλάμουρ μιας έννοιας που απέταξε εθελοντικά η γενιά των baby boomers-- να θεωρείται ο ημίτρελος τσαρλατάνος Glenn Beck (που έγραψε βιβλίο που δανείζεται τον τίτλο και δήθεν τις βάσεις του Common Sense του άθεου και ιακωβινόφιλου Thomas Paine) και ο συρφετός του Fox News του Ρούπερτ Μέρντοχ.
Στην Ελλάδα, έχουμε μια παραπλήσια εκδοχή της καταστροφής του λόγου, της διαδικασίας που εκμεταλλεύεται την φθορά των λέξων και την αυξανόμενη κοινωνική αγραμματοσύνη για το νόημα τους για να επαναφέρει στην κυκλοφορία το συμβολικό κεφάλαιο λέξεων τις οποίες εκμεταλλεύονται, παραδόξως, αυτοί οι οποίοι μας συμβούλευαν να απαλλαγούμε από αυτές. Αυτό που συμβαίνει με τις (πολιτικές) λέξεις μοιάζει πάρα πολύ με τακτικές εργολαβικού σπέκουλου. Στην μαφιόζικη εργολαβία πρώτα αφήνεις ένα οικοδομικό τετράγωνο με ιστορική σημασία να πάει κατά διαόλου καταδικάζοντας τα κτίρια σε κατάρρευση, μετά το αγοράζεις σε εξευτελιστική τιμή από όσους βιάζονται να το εγκαταλείψουν, και μετά το πουλάς πανάκριβα ως ρετρο-κουλ σε νέους, πλουσιότερους πελάτες. Στην περίπτωση των πολιτικών σηματοδοτών, πρώτα επισπεύδεις την παρακμή ενός λεξιλογίου δια της διαρκούς απαξίωσής του, μετά περιμένεις να το εγκαταλείψουν αυτοί τους οποίους εκπροσωπεί, και μετά το παίρνεις δωρεάν και ανενόχλητος για δική σου χρήση.
Πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς την δήλωση ΓΑΠ στο νέο του υπουργικό συμβούλιο, ότι το δεύτερο αποτελεί σώμα "αντιεξουσιαστών στην εξουσία"; Είναι μια φράση που σηματοδοτεί την άνοδο της καθαρής φαντασίωσης στην εξουσία, την μεταμόρφωση, συνεπώς, τόσο της πραγματικής πολιτικής εξουσίας σε μέσο του φαντασιώνεσθαι όσο και του φαντασιώνεσθαι σε μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας. Σε πρόσφατό του άρθρο στην Αυγή, ο Θανάσης Καρτερός σκιαγραφεί ένα πολύ ενδιαφέρον πορτραίτο της συνάντησης της εξουσίας με τη φαντασίωση, και πιο συγκεκριμένα της συνάντησης της εξουσίας με τη φαντασίωση ότι είναι για κάποιο λόγο ανατρεπτική της εξουσίας, θαρραλέα αντι-εξουσιαστική, ενάντια στην κυρίαρχη κατάσταση πραγμάτων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
Έχει ενδιαφέρον, πολιτικό και ψυχολογικό, ο τρόπος που ο Γιώργος Παπανδρέου κατανοεί τον εαυτό του και όσα συμβαίνουν γύρω του. Γιατί, σε ένα σύστημα στο οποίο πάρα πολλά εξαρτώνται από τον πρωθυπουργό, ο τρόπος που αυτός σκέφτεται και συλλαμβάνει την πραγματικότητα επηρεάζει τους πάντες και τα πάντα. Τι προκύπτει λοιπόν από την αυτοπροσωπογραφία που μας παρουσίασε στη ΔΕΘ;Τυπικό δείγμα του zeitgeist των παιδιών των αμερικανών baby boomers, ο πρωθυπουργός αποτελεί επίσης κλασικό παράδειγμα, σε πρώτο στάδιο, του εκφυλισμού της πολιτικής της αριστεράς σε lifestyle (ποδήλατο, υγιεινή διατροφή, γυμναστήριο, οικολογικές ευαισθησίες) και σε δεύτερο --και σημαντικότερο-- στάδιο, της μετατροπής, μετά την τυπική ανάληψη εξουσίας, αυτής της εκφυλισμένης ψευδο-πολιτικής σε βάση διαστροφής νοημάτων, χρήσιμο άλλοθι και τρόπο προστασίας της αυτο-εικόνας του ηγέτη από την πραγματικότητα της Machtpolitik που ασκεί: έτσι, "ανυποχώρητη μάχη" είναι η συμμόρφωση με το ήδη προαποφασισμένο, "επανάσταση" είναι η Παλινόρθωση του πρώιμου 19ου αιώνα, πατριωτισμός το ξεπούλημα κάθε ίχνους εθνικής κυριαρχίας, ευαισθησία το κοινωνικο-πολιτικό κώμα απέναντι στις ανθρώπινες συνέπειες. Ο Όργουελ μπορεί να μην έγραψε το 1984 υπερβολικά νωρίς, αλλά είναι βέβαιο ότι το μεταχροχρονολόγησε υπερβολικά νωρίς: το newspeak δεν παύει να υφίσταται με την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού· απλώς παραδίδεται στον έλεγχο ανθρώπων που πάντα συμφωνούσαν με την αποκύρηξη του ολοκληρωτισμού που φαντάστηκε ο Όργουελ γιατί προετοίμαζαν αυτόν που δεν είχε φανταστεί.
Πρώτον, ο ΓΑΠ αντιλαμβάνεται τον ΓΑΠ ως ανυποχώρητο μαχητή. Μ’ έχετε δει να φυγομαχώ ποτέ; αναρωτήθηκε, για να προσθέσει ότι δεν θα δειλιάσω να αντιμετωπίσω τα δύσκολα, εκεί έχω ταχθεί κι εκεί θα μείνω.
Δεύτερον, ο ΓΑΠ αντιλαμβάνεται τον ΓΑΠ ως ιστορικά μοναδικό μεταρρυθμιστή, σχεδόν επαναστάτη. Τα ψέματα τελείωσαν, το μεγάλο έργο για την αναμόρφωση της Ελλάδας έχει ξεκινήσει, η επανάσταση του αυτονόητου έχει αρχίσει, καταφέραμε το ακατόρθωτο!
Τρίτον, ο ΓΑΠ αντιλαμβάνεται τον ΓΑΠ ως έξοχο πατριώτη, που δίνει μια μεγάλη μάχη για την Ελλάδα. Είμαστε έτοιμοι να συγκρουστούμε με όλες τις κακές πρακτικές και αντιλήψεις για να πάει η χώρα μπροστά…. για το πατριωτικό συμφέρον.
Τέταρτον, ο ΓΑΠ αντιλαμβάνεται τον ΓΑΠ ως κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητο. Αυτό (η ενίσχυση στους μικροσυνταξιούχους ανάλογα με την πορεία των εσόδων…) είναι το δείγμα της κοινωνικής μας πολιτικής και ευαισθησίας παρά τις πολύ δύσκολες καταστάσεις.
Αλλά το newspeak είναι σημάδι της πλήρους ωρίμανσης της ψυχωσικής κρίσης, στον βαθμό που το παθολογικό σύμπτωμα εμφανίζεται υπό τη μορφή μιας νέας φυσιολογικότητας αντί να παραπέμπει πλέον στη θύελλα των αντικρουόμενων παθών. Έτσι, ο ΓΑΠ, ως κλασικός post-90s "σοσιαλδημοκράτης", είναι (όπως, πχ ο Μπλερ ή ο Κλίντον) λιγότερο ψυχικά ασταθής ως εξουσιαστής από ό,τι τα "συντηρητικά" του παρανοϊκά/νευρωτικά αντίστοιχα (Νίξον, Θάτσερ, Ρήγκαν, κλπ). Η αυτο-εικόνα του ΓΑΠ παρουσιάζει λιγότερες ρωγμές από ό,τι θα εμπεριείχε αυτή ενός παλιάς κοπής πολιτικού (no gap in G.A.P). Είναι δύσκολο να φανταστείς τον ΓΑΠ να αναγκάζεται, στις ιδιωτικές του έστω στιγμές, να αντιμετωπίσει την αισχρότητα της δημαγωγίας του προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να την δικαιολογήσει ή να την εκλογικεύσει στον εαυτό του. Στην περίπτωση του πρωθυπουργού και των σύγχρονων ομολόγων του --προϊόντων της τερατώδους μετάλλαξης της σοσιαλδημοκρατίας σε κοινωνική αγριότητα αφημένη στα χέρια πολιτικών που νιώθουν σαν ιδεαλιστές που επιτέλους πραγματώνουν οράματα-- η φαντασίωση δεν έχει χώρο "εκτός". Και αυτό σημαίνει ότι η ταύτιση μαζί της παράγει αρραγή τείχη ιδεολογικού αυτισμού με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό από ό,τι ο παραδοσιακός πολιτικός κυνισμός.
Το κόστος της καταστροφής του νοήματος των λέξεων, της γενικευμένης οκνηρίας απέναντι στην επαναδιεκδίκησή τους από τους σφετεριστές τους, είναι η παράδοση ολόκληρων κοινωνιών στις ψυχωσικές φαντασιώσεις κάποιων που υποδύονται το αντίθετο από αυτό που πραγματικά είναι, χωρίς όμως να χρειάζεται καν πλέον να υποκριθούν. Κυβερνούμαστε από σκληροπυρηνικούς αντεπαναστάτες που στον καθρέφτη βλέπουν τον εαυτό τους ως κάτι μεταξύ Σεν Ζυστ και Ντανιέλ Κον Μπεντί. Η ανικανότητά τους να καταλάβουν τι κάνουν είναι κάτι χειρότερο από υποκριτική: είναι ειλικρινής, και έχει τη φλόγα και τη ζέση αυτής της ειλικρίνειας. Απέναντί τους, αυτοί οι σταυροφόροι της ψυχικής σύγχυσης βρίσκουν αντιπάλους αδύναμους, εγκλωβισμένους στην διπλή συνείδηση και την κακή πίστη, γεμάτους ενοχές και ανασφάλειες για όσα ξέρουν ότι πρόδωσαν ή έχασαν και δεν μπορούν να ανακτήσουν. Είναι φυσικό ο ανταγωνισμός να είναι άνισος. Και είναι φυσικό να είναι ακριβώς η αριστερά που περνάει ένα διαρκές υπαρξιακό δράμα βασανιζόμενη για την αυθεντικότητά της, τη στιγμή που τα νεοφιλελεύθερα ζόμπι της σύγχρονης "σοσιαλδημοκρατίας" προελαύνουν με όλη την ατσαλωμένη ακαμψία γερμανικού τεθωρακισμένου και όλη την εσωτερική γαλήνη Ινδού γιόγκι.
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
Για μια κριτική τής βίας Walter Benjamin
W. Benjamin — Zur Kritik der Gewalt (Ι)

Για μια κριτική τής βίας
Walter Benjamin
[Το ακόλουθο κείμενο μεταφράστηκε αρχικά από τον Λεωνίδα Μαρσιανό (Εργαστήρι της Ελευθεριακής Κουλτούρας) και παρουσιάζεται εδώ σε τροποποιημένη και εμπλουτισμένη μορφή.]
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΟΥΜΕ το εγχείρημα μιας κριτικής τής βίας ως έκθεση τής σχέσης της με το δίκαιο και τη δικαιοσύνη [Gerechtigkeit]. Και αυτό γιατί η βία με την ακριβή έννοια τής λέξης προκύπτει από μια — ανεξαρτήτου αποτελέσματος — αιτία μόνον όταν αυτή εμπλέκεται σε σχέσεις ηθικού χαρακτήρα. Η σφαίρα των σχέσεων αυτών διέπεται από τις έννοιες τού δικαίου και τής δικαιοσύνης. Είναι σαφές, όσον αφορά την πρώτη απ’ αυτές, ότι η σχέση μέσου-σκοπού είναι η πλέον θεμελιώδης σχέση σε οποιαδήποτε έννομη τάξη και επιπλέον ότι η βία απαντά μόνο στο πεδίο των μέσων και όχι των σκοπών. Αυτές οι διαπιστώσεις προσφέρουν περισσότερο πολυάριθμες και ποικίλες βάσεις συλλογισμού για μια κριτική τής βίας, απ’ ό,τι πιθανόν φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Και αυτό γιατί, αν η βία είναι μέσο, τότε εμφανίζεται δίχως άλλο ένα κριτήριο για την κριτική προσέγγιση τής βίας· κριτήριο που επιβάλλεται στα πλαίσια τού ερωτήματος κατά πόσον η βία συνιστά, σε δεδομένες περιπτώσεις, μέσο προς την επίτευξη θεμιτών ή αθέμιτων σκοπών. Κατά τον τρόπο αυτό, η κριτική τής βίας θα προέκυπτε απλώς από μια συστηματοποίηση των θεμιτών σκοπών — πράγμα που όμως δεν ισχύει. Μια τέτοια συστηματοποίηση, έστω κι αν δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση, δεν θα περιλάμβανε ένα κριτήριο για την ίδια τη βία ως αρχή αλλά ένα κριτήριο το οποίο θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις άσκησής της. Επομένως, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η βία, εν γένει, νοούμενη δηλαδή ως αρχή, συνιστά ηθικό μέσο για την επίτευξη θεμιτών σκοπών. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, απαιτείται ένα αυστηρότερο κριτήριο, ένα κριτήριο διάκρισης με εφαρμογή στην σφαίρα των ίδιων των μέσων, ανεξαρτήτως των σκοπών που αυτά υπηρετούν.
Ο αποκλεισμός τού ακριβέστερου αυτού κριτικού προβληματισμού αποτελεί ίσως το βασικό γνώρισμα ενός θεωρητικού ρεύματος κυρίαρχου στη φιλοσοφία τού δικαίου: τής σχολής τού φυσικού δικαίου. Η σχολή αυτή δεν θεωρεί περισσότερο προβληματική τη χρήση βίαιων μέσων για την επίτευξη θεμιτών σκοπών απ’ όσο θα θεωρούσε κάποιος προβληματικό το «δικαίωμά» του να κινεί το σώμα του προς την κατεύθυνση που επιθυμεί. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση (η ιδεολογική θεμελίωση τής οποίας πρέπει να αναζητηθεί στην περίοδο τής Τρομοκρατίας τής Γαλλικής Επανάστασης), η βία θεωρείται ως προϊόν τής ίδιας τής φύσης — σαν να επρόκειτο για πρώτη ύλη — και η χρήση της δεν θεωρείται προβληματική εξαιρουμένης τής κατάχρησής της για την επίτευξη άδικων σκοπών. Σύμφωνα με τη θεωρία περί κράτους τού φυσικού δικαίου, όταν τα πρόσωπα αποποιούνται τού δικαιώματος χρήσης βίας χάριν τού κράτους, αυτό συμβαίνει υπό την προϋπόθεση (την οποία, λόγου χάρη, διατυπώνει ο Σπινόζα στη Θεολογικο-Πολιτική Πραγματεία) ότι, κατά βάση, το άτομο προ τής συνάψεως τού έλλογου τούτου συμβολαίου απολάμβανε,, τού δικαιώματος τής κατά βούληση χρήσης τής βίας που διέθετε και de facto. Αυτές οι θεωρήσεις αναβίωσαν πρόσφατα, πιθανόν μέσω τής δαρβινικής βιολογίας, η οποία με απόλυτα δογματικό τρόπο θεωρεί τη βία ως το μόνο πρωταρχικό μέσο, πλην τής φυσικής επιλογής, κατάλληλο για την επίτευξη όλων των ζωτικών σκοπών τής φύσης. Η δαρβινιστική αγοραία φιλοσοφία έχει συχνά δείξει τη μικρή απόσταση που χωρίζει το φυσικοϊστορικό αυτό δόγμα από το ακόμα χονδροειδέστερο δικαιοφιλοσοφικό, κατά το οποίο κρίνεται επιπλέον νόμιμη η βία εκείνη η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά κατάλληλη για την επίτευξη φυσικών σκοπών.
Αυτή η φυσικοδικαιϊκή θέση για τη βία ως φυσικό δεδομένο είναι διαμετρικά αντίθετη με τη αντίληψη τού νομικού θετικισμού ο οποίος αντιμετωπίζει τη βία ως προϊόν τής ιστορίας. Αν το φυσικό δίκαιο δύναται να κρίνει κάθε ισχύον δίκαιο, ασκώντας κριτική στους σκοπούς τού εν λόγω δικαίου, τότε το θετικό δίκαιο ομοίως κρίνει κάθε μεταβαλλόμενο δίκαιο ασκώντας απλώς κριτική επί των μέσων του. Αν η δικαιοσύνη είναι το κριτήριο των σκοπών, τότε η νομιμότητα είναι το κριτήριο των μέσων. Παρά την αντίθεση αυτή, οι δύο σχολές συγκλίνουν όσον αφορά το κοινό θεμελιώδες τους δόγμα: οι δίκαιοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν μέσω θεμιτών μέσων , θεμιτά μέσα είναι εκείνα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη δίκαιων σκοπών. Το φυσικό δίκαιο επιδιώκει την «αιτιολόγηση» των μέσων δυνάμει τού δίκαιου χαρακτήρα ή τής ορθότητας των σκοπών, ενώ το θετικό δίκαιο μέσω τής νομιμότητας των μέσων επιδιώκει να «κατοχυρώσει» ή να διασφαλίσει τη δίκαιη υπόσταση των σκοπών. Η αντινομία αυτή αποβαίνει αδιέξοδη, εάν η κοινή δογματική προϋπόθεση είναι λανθασμένη, εάν δηλαδή υφίσταται ασυμβίβαστη αντίθεση μεταξύ, αφενός, των θεμιτών μέσων και, αφετέρου, των δίκαιων σκοπών. Αν όμως δεν εγκαταλειφθεί ο κυκλικός αυτός συλλογισμός και δεν διατυπωθούν ανεξάρτητα μεταξύ τους κριτήρια, τόσο για τους δίκαιους σκοπούς όσο και για τα θεμιτά μέσα, είναι αδύνατο να σχηματίσει κανείς μια σαφή εικόνα τού προβλήματος.
Το εν γένει πεδίο των σκοπών και, συνεπώς, η αναζήτηση ενός κριτηρίου δικαιοσύνης είναι κατ’ αρχάς εκτός αντικειμένου τής παρούσας μελέτης, η οποία αντιθέτως εστιάζεται στο ζήτημα τής νομιμότητας των μέσων εκείνων τα οποία συνιστούν βία. Το ερώτημα αυτό δεν δύναται να κριθεί δυνάμει των αρχών τού φυσικού δικαίου, οι οποίες οδηγούν απλώς σε μια ατέρμονη περιπτωσιολογική θεώρηση. Και αυτό γιατί, αν το θετικό δίκαιο παραβλέπει την απολυτότητα των σκοπών, το φυσικό δίκαιο παραβλέπει εξίσου τον παράγοντα τής ενδεχομενικότητας των μέσων. Απ’ την άλλη πλευρά, ο νομικός θετικισμός συνιστά επαρκή υποθετική βάση αφετηρίας για την παρούσα μελέτη, λόγω τού ότι δέχεται μια θεμελιώδη διάκριση όσον αφορά τα είδη τής βίας ανεξάρτητα από τις περιπτώσεις άσκησης της. Η διάκριση γίνεται ανάμεσα στην ιστορικά αναγνωρισμένη βία, τη λεγόμενη επικυρωμένη, και τη μη επικυρωμένη βία. Το γεγονός ότι οι ακόλουθες σκέψεις απορρέουν από την εν λόγω διάκριση, δεν σημαίνει φυσικά ότι οι όποιες περιπτώσεις βίας ταξινομούνται σύμφωνα με αυτή, δηλ. βάσει τού εάν είναι ή δεν είναι επικυρωμένες. Και αυτό γιατί, από πλευράς θετικού δικαίου, το κριτήριο για την άσκηση κριτικής στη βία δεν έχει να κάνει με τις χρήσεις της, αλλά μόνο με την αποτίμησή της []. Το ερώτημα που μας απασχολεί, επομένως, έχει ως εξής: τι συμπέρασμα συνάγεται αναφορικά με την ουσία τής βίας από το γεγονός ότι δύναται να εφαρμοστεί ένα τέτοιο κριτήριο ή μια τέτοια διάκριση — ή, με άλλα λόγια, ποια είναι η σημασία τής διάκρισης αυτής; Σύντομα θα φανεί η σημασία τής εν λόγω διάκρισης τού θετικού δικαίου ως απολύτως βάσιμης και αναντικατάστατης, αλλά συγχρόνως θα αποσαφηνισθεί το ζήτημα τής συγκεκριμενοποίησης τής σφαίρας στην οποία μπορεί αποκλειστικά να εφαρμοστεί η διάκριση αυτή. Κοντολογίς, αν το κριτήριο νομιμότητας τής βίας, το οποίο θεσπίζει το θετικό δίκαιο, μπορεί να αναλυθεί με βάση μόνον το νόημά του, τότε η σφαίρα εφαρμογής του πρέπει ομοίως να αποτιμηθεί με βάση την αξία του. Όσον αφορά, λοιπόν, την κριτική αυτή, πρέπει να αναζητηθεί ένα σημείο εποπτείας τόσο εκτός τής φιλοσοφίας τού νομικού θετικισμού όσο και εκτός τής αντίστοιχης τού φυσικού δικαίου. Θα καταστεί σαφές, στη συνέχεια, κατά πόσο αυτό δύναται να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω μιας ιστορικοφιλοσοφικής προσέγγισης τού δικαίου.
Δεν καθίσταται άμεσα εμφανής η σημασία τής διάκρισης τής βίας σε νόμιμη και μη νόμιμη. Η παρανόηση στην οποία υποπίπτει η φιλοσοφία τού φυσικού δικαίου, η οποία διακρίνει τη βία ανάλογα με τη χρήση της για δίκαιους ή άδικους σκοπούς, πρέπει σαφώς να απορριφθεί. Όπως μάλιστα έχει ήδη αναφερθεί, το θετικό δίκαιο απαιτεί σε σχέση με κάθε μορφής βίας ένα τεκμήριο ιστορικής προέλευσης, βάσει τού οποίου προκύπτει, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο νόμιμος ή έγκυρος χαρακτήρας της. Στο μέτρο που η αναγνώριση τής έννομης βίας είναι κατεξοχήν προφανής στην περίπτωση τής εθελούσιας υποταγής στους σκοπούς της, μια θεωρητική διάκριση των μορφών της πρέπει να θεμελιώνεται στην ύπαρξη ή την έλλειψη μιας γενικότερης ιστορικής αναγνώρισης των σκοπών αυτών. Οι σκοποί που στερούνται αυτής τής αναγνώρισης, θα χαρακτηρίζονται ως φυσικοί, σε αντιδιαστολή προς τους νομικούς. Μάλιστα, οι διαφορετικές λειτουργίες τής βίας, ανάλογα δηλαδή με το αν αυτή υπηρετεί φυσικούς ή νομικούς σκοπούς, μπορούν να διαπιστωθούν κατά τον πλέον σαφή τρόπο στα πλαίσια συγκεκριμένων νομικών συνθηκών και σχέσεων. Χάριν απλότητας, η περαιτέρω συζήτηση θα αφορά τις σημερινές ευρωπαϊκές συνθήκες.
Όσον αφορά το άτομο ως υποκείμενο δικαίου, στην Ευρώπη επικρατεί σήμερα η τάση να απορρίπτονται οι φυσικοί σκοποί τού ατόμου σε κάθε περίπτωση που η βία θα αποτελούσε πρόσφορο μέσο για την ικανοποίησή τους. Αυτό σημαίνει, ότι το παρόν νομικό σύστημα επιχειρεί σε κάθε τομέα όπου θα μπορούσε η βία να αποτελέσει πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση ατομικών σκοπών, να εγείρει αντιθέτως νομικούς σκοπούς, των οποίων η πραγμάτωση θα επιτυγχάνεται μόνο μέσω τής αντίστοιχης νομικής εξουσίας. Προσπαθεί μάλιστα να εισάγει περιορισμούς μέσω τού καθορισμού νομικών σκοπών ακόμα και σε τομείς όπου είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή, σε μεγάλη έκταση, η εμφάνιση φυσικών σκοπών (όπως στον τομέα τής εκπαίδευσης), αμέσως μόλις επιχειρηθεί η χρήση υπέρμετρης βίας για την ικανοποίηση των φυσικών αυτών σκοπών (όπως με τους νόμους που καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα τού παιδαγωγικού σωφρονισμού). Ως γενικό αξίωμα τής σύγχρονης ευρωπαϊκής νομοθεσίας μπορεί να διατυπωθεί το εξής: όλοι οι φυσικοί σκοποί των μεμονωμένων ατόμων θα έρχονται αναγκαστικά σε σύγκρουση με νομικούς σκοπούς, εφόσον η ικανοποίηση των φυσικών αυτών σκοπών θα συνοδεύεται, σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό, από τη χρήση βίας (η αντίφαση που προκύπτει εδώ όσον αφορά το δικαίωμα αυτοάμυνας θα επιλυθεί στη συνέχεια). Από το γενικό αυτό αξίωμα προκύπτει ότι το δίκαιο θεωρεί τη βία στα χέρια ενός μεμονωμένου ατόμου κίνδυνο που υπονομεύει την έννομη τάξη. Πρόκειται, άραγε, για κίνδυνο κατάργησης των νομικών σκοπών και τής εκτελεστικής εξουσίας; Βεβαίως όχι, διότι τότε δεν θα αποδοκιμαζόταν η βία καθ’ εαυτή, αλλά μόνον η βία η οποία στρέφεται προς παράνομους σκοπούς. Θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ένα σύστημα νομικών σκοπών δεν θα μπορούσε να εξακολουθεί να υφίσταται, αν συνέβαινε να γίνεται ακόμη ανεκτή, με οποιοδήποτε τρόπο, η βίαιη ικανοποίηση φυσικών σκοπών. Ωστόσο, αυτό αποτελεί καθαρά δογματική αντίληψη. Ως απάντηση στην αντίληψη αυτή, θα μπορούσε ίσως κανείς να λάβει υπόψιν την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πιθανότητα ότι το συμφέρον τής έννομης τάξης επί τού μονοπωλίου άσκησης βίας έναντι τού ατόμου δεν εξηγείται μέσω τής πρόθεσης διαφύλαξης των νομικών σκοπών, αλλά μάλλον μέσω τής πρόθεσης διαφύλαξης τού ίδιου τού δικαίου, και επιπλέον ότι η βία, όταν η άσκησή της εκφεύγει τού πεδίου τού δικαίου, απειλεί το δίκαιο, όχι λόγω των τυχόν επιδιωκομένων μέσω αυτής σκοπών, αλλά απλώς και μόνο λόγω τής εξωδικαιϊκής της ύπαρξης. Η υπόθεση αυτή θα μπορούσε ίσως να εκφραστεί με οξύτερο τρόπο, αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνά η μορφή τού «μεγάλου» εγκληματία, ανεξαρτήτως τού εάν οι σκοποί που αυτός επιδιώκει είναι ειδεχθείς, προκαλεί τον κρυφό θαυμασμό των κοινών ανθρώπων· θαυμασμός που δεν οφείλεται σε συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, αλλά αποκλειστικά στη βία που εκδηλώνεται μέσω αυτών. Εν προκειμένω, η βία, τής οποίας τη δυνατότητα άσκησης το σύγχρονο δίκαιο επιχειρεί να αφαιρέσει, σε κάθε πεδίο δράσης, από το μεμονωμένο άτομο, παρουσιάζεται πραγματικά απειλητική και προκαλεί έναντι τού δικαίου, ακόμα και στην περίπτωση τής συντριβής τού εγκληματία, τη συμπάθεια τού κοινού. Η λειτουργία βάσει τής οποίας θα μπορούσε η βία εύλογα να θεωρηθεί τόσο απειλητική και επικίνδυνη για το δίκαιο καθίσταται ιδιαίτερα σαφής στις περιπτώσεις ακριβώς εκείνες όπου είναι ακόμα ανεκτή η χρήση της σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς.
Τέτοια είναι κατ’ αρχάς η περίπτωση τής ταξικής πάλης με τη μορφή τού κατοχυρωμένου δικαιώματος απεργίας των εργαζομένων. Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι σήμερα το μοναδικό υποκείμενο δικαίου, πλην τού κράτους, για το οποίο προβλέπεται το δικαίωμα άσκησης βίας. Κατά τής θεώρησης αυτής προβάλλεται αμέσως η ένσταση ότι η παράλειψη πράξης, η απλή αποχή από ενέργεια, στην οποία σε τελική ανάλυση συνίσταται η απεργία, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί βίαιη. Μια τέτοια ερμηνεία διευκόλυνε αναμφίβολα την αναγνώριση από την κρατική εξουσία τού δικαιώματος τής απεργίας, όταν αυτό ήταν πλέον αναπόφευκτο. Η διαπίστωση, όμως, αυτή δεν ισχύει άνευ όρων και συνεπώς δεν είναι απόλυτη. Αληθεύει, ωστόσο, ότι η παράλειψη εκτέλεσης πράξης ή υπηρεσίας, εφόσον ισοδυναμεί απλώς με «διάρρηξη σχέσεων», δύναται να αποτελεί απόλυτα μη βίαιο ή καθαρό μέσο . Και στο μέτρο που το αναγνωριζόμενο δικαίωμα απεργίας των εργαζομένων δεν συνιστά, από πλευράς κράτους (ή δικαίου), δικαίωμα άσκησης βίας, αλλά αντιθέτως δικαίωμα αποφυγής τής ασκούμενης από τον εργοδότη έμμεσης βίας, απεργίες τέτοιου τύπου είναι δυνατόν να γίνονται από καιρού εις καιρόν και θα λαμβάνουν απλώς τη μορφή τής εκούσιας «αποχώρησης» από τα καθήκοντα ή τής «ρήξης» με τον εργοδότη. Σε μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν αργεί να εκδηλωθεί το στοιχείο τής βίας, και μάλιστα με τη μορφή τού εκβιασμού, εφόσον η παράλειψη αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας συνειδητής ετοιμότητας επανόδου στα καθήκοντά εκ των οποίων οι εργαζόμενοι προσωρινά απέχουν, εφόσον όμως πρώτα ικανοποιηθούν συγκεκριμένοι όροι, οι οποίοι είτε δεν έχουν καμία σχέση με τα προς εκτέλεση καθήκοντά τους, είτε τροποποιούν απλώς επιφανειακά τα καθήκοντα αυτά. Υπ’ αυτήν την έννοια, το δικαίωμα τής απεργίας, από την προοπτική τής εργατικής τάξης — η προοπτική τής οποίας θα αντιτίθεται σ’ αυτή τού κράτους — συνιστά δικαίωμα άσκησης βίας για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών. Η αντίθεση μεταξύ των δύο αντιλήψεων εκδηλώνεται με όλη της την οξύτητα έναντι τού ενδεχομένου τής κήρυξης επαναστατικής γενικής απεργίας. Στην περίπτωση αυτή, κάθε φορά που η εργατική τάξη θα επικαλείται το δικαίωμά της να απεργήσει, το κράτος θα χαρακτηρίζει καταχρηστική την επίκληση αυτή — εφόσον θα αντίκειται στον «σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί» το δικαίωμα τής απεργίας — και θα προβαίνει στη λήψη έκτακτων μέτρων. Και αυτό γιατί ανήκει στη διακριτική ευχέρεια τού κράτους η κήρυξη ως παράνομης μιας απεργίας η οποία πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε όλες τις βιομηχανίες, εφόσον είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τον νομοθέτη λόγοι για την κήρυξη απεργίας σε κάθε εργοστάσιο ξεχωριστά. Μέσω αυτής τής ερμηνευτικής απόκλισης εκφράζεται η αντικειμενική αντίφαση τής νομικής κατάστασης, στα πλαίσια τής οποίας ναι μεν αναγνωρίζεται από το κράτος μια μορφή βίας τής οποίας οι σκοποί, νοούμενοι ως φυσικοί σκοποί, κρίνονται ενίοτε ως αδιάφοροι, εντούτοις, οι εν λόγω σκοποί στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης (της επαναστατικής γενικής απεργίας) αντιμετωπίζονται δυσμενώς. Όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, ακόμη και η κατ’ ενάσκηση δικαιώματος συμπεριφορά δύναται, επομένως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες να θεωρηθεί βίαιη. Πιο συγκεκριμένα, μια τέτοια συμπεριφορά θα θεωρείται ότι συνιστά βία, εφόσον ασκείται μέσω αυτής, κατ’ ενεργητικό τρόπο, κάποιο προβλεπόμενο από την έννομη τάξη δικαίωμα µε απώτερο όµως σκοπό την ανατροπή τής έννομης τάξης· από την άλλη πλευρά, μια συμπεριφορά μέσω τής οποίας επιδιώκεται κατά παθητικό τρόπο η ενάσκηση δικαιώματος μπορεί ομοίως να χαρακτηριστεί βίαιη, στο μέτρο που, σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό, θα θεωρείται ότι συνιστά εκβιασμό. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι βιαιοπραγούντες απεργοί αντιμετωπίζονται, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, βίαια από τον νόμο, δεν αποτελεί έκφραση κάποιας λογικής αντίφασης τού δικαίου, αλλά μιας αντικειμενικής αντίφασης τής νομικής κατάστασης. Και αυτό γιατί στην περίπτωση τής απεργίας εκείνο που πάνω απ’ όλα τρέμει το κράτος είναι ακριβώς εκείνη η λειτουργία τής βίας τής οποίας τη διακρίβωση η παρούσα μελέτη προτάσσει ως το μοναδικό ασφαλές θεμέλιο κριτικής της. Δηλαδή, αν η βία ήταν, όπως αρχικά εμφανίζεται, ένα απλό μέσο [ για την άμεση επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού, θα εκπλήρωνε τότε τον σκοπό αυτό μόνον ως ληστρική βία. Θα ήταν τελείως ακατάλληλη για να μετασχηματίσει ή να θεμελιώσει σχετικά παγιωμένες συνθήκες. Η απεργία όμως καταδεικνύει ότι αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί, ότι δηλαδή μπορεί η βία να τροποποιήσει ή να θεμελιώσει νομικές συνθήκες, όσο κι αν προσβάλλεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το περί δικαίου αίσθημα. Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι μια τέτοια λειτουργία τής βίας είναι τυχαία και ευκαιριακή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός μπορεί να αποκρουσθεί, εφόσον ληφθεί υπόψιν η περίπτωσης τής εμπόλεμης βίας.
Από πλευράς νομικής κατάστασης, η δυνατότητα ύπαρξης τού δικαίου τού πολέμου στηρίζεται επί τής ίδιας ακριβώς αντικειμενικής αντίφασης, όπως αυτή εκδηλώνεται και στο δίκαιο τής απεργίας — δηλαδή, επί τού γεγονότος ότι υποκείμενα δικαίου δίνουν νομικό κύρος σε μορφές βίας, των οποίων όμως οι σκοποί παραμένουν, από τη σκοπιά των επικυρούντων, φυσικοί σκοποί, με συνέπεια, όταν συντρέχουν έκτακτες συνθήκες, να έρχονται σε σύγκρουση με τους ιδιαίτερους νομικούς ή φυσικούς σκοπούς των εν λόγω υποκειμένων δικαίου. Ομολογουμένως, ως μέσο επίτευξης των στόχων της, η εμπόλεμη βία κατ’ αρχάς χρησιμοποιείται κατ’ άμεσο τρόπο, παίρνοντας δηλαδή τη μορφή τής ληστρικής βίας. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι, ακόμη και — ή μάλλον ιδίως — σε πρωτόγονες συνθήκες, όπου δεν τίθεται βεβαίως θέμα εμφάνισης σχέσεων συνταγματικού ή κρατικού δικαίου, όπως και σε περιπτώσεις όπου ο νικητής έχει αυτοαναγορευτεί σε αδιαμφισβήτητο κύριο και νομέα, κρίνεται απολύτως απαραίτητη μια τελετή ειρήνης. Πράγματι, η λέξη «ειρήνη», ως έννοια συνακόλουθη τής λέξης «πόλεμος» (αν και υπάρχει επίσης μια τελείως διαφορετική έννοια τής λέξης, εξίσου κυριολεκτική και πολιτική, για την οποία κάνει λόγο ο Καντ στην «Αιώνια Ειρήνη»), παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν την αναγκαία, εκ των προτέρων, επικύρωση τής νίκης και, μάλιστα, ανεξάρτητα από την πλήρωση άλλων νομικών συνθηκών. Η επικύρωση αυτή έγκειται ακριβώς στο ότι η νέα κατάσταση αναγνωρίζεται ως «δίκαιο» ανεξαρτήτως τού εάν αυτή χρήζει ή όχι κάποιας de facto εγγύησης για τη διαιώνιση της. Αν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα από το γεγονός ότι η εμπόλεμη βία αποτελεί την πρωταρχική και αρχετυπική μορφή άσκησης βίας για την ικανοποίηση φυσικών σκοπών, είναι το ότι αυτή έχει εγγενώς δικαιοθετικό χαρακτήρα. Θα επανέλθουμε αργότερα στις συνέπειες που απορρέουν από τη διαπίστωση αυτή. Ας αναφερθεί όμως ότι η συγκεκριμένη διαπίστωση εξηγεί την προαναφερθείσα τάση τού σύγχρονου δικαίου να αφαιρεί από το άτομο, εφόσον τουλάχιστον αυτό νοείται ως υποκείμενο δικαίου, κάθε δυνατότητα άσκησης βίας που αποβλέπει στην ικανοποίηση φυσικών σκοπών. Στην περίπτωση τού μεγάλου εγκληματία, η εν λόγω βία εγείρει την απειλή θέσπισης ενός νέου δικαίου — απειλή η οποία ακόμη και σήμερα, παρά την αναποτελεσματικότητά της, εξακολουθεί να τρομάζει, σε σημαντικές υποθέσεις, τον λαό, όπως ακριβώς συνέβαινε στα πανάρχαια χρόνια. Όμως το κράτος τρέμει αυτή τη μορφή βίας εξαιτίας ακριβώς τού δικαιοθετικού της χαρακτήρα, λόγω τού ότι είναι υποχρεωμένο να την αναγνωρίζει ως τέτοια, τόσο όταν εξαναγκάζεται από εξωτερικές δυνάμεις να αναγνωρίσει σ’ αυτές το δικαίωμα διεξαγωγής εχθροπραξιών, όσο και όταν εξαναγκάζεται να αναγνωρίσει το ταξικό δικαίωμα τής απεργίας.
Αν στον πρόσφατο πόλεμο η κριτική τής στρατιωτικής βίας αποτέλεσε σημείο αφετηρίας μιας σφοδρής κριτικής η οποία στράφηκε εναντίον τής βίας γενικότερα — γεγονός που δίδαξε τουλάχιστον ένα πράγμα, ότι δηλαδή κανείς πλέον δεν ασκεί ή δεν ανέχεται τη χρήση βίας με αφέλεια —, είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι αυτή υποβλήθηκε σε κριτική όχι μόνο επί τη βάσει τού δικαιοθετικού τής χαρακτήρα, αλλά επίσης, και ίσως με πιο κατεδαφιστικό τρόπο, βάσει μιας άλλης λειτουργίας της. Και αυτό γιατί η διπλή λειτουργική υπόσταση τής βίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα τού μιλιταρισμού, η εμφάνιση τού οποίου προϋποθέτει τη γενική επιστράτευση. Ο μιλιταρισμός συνίσταται στην εξαναγκαστική, γενικευμένη χρήση βίας ως μέσου για την επίτευξη κρατικών σκοπών. Αυτή η εξαναγκαστική χρήση βίας αποτέλεσε προσφάτως αντικείμενο κριτικής εξέτασης στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό από ό,τι η καθ’ εαυτή χρήση βίας. Στον μιλιταρισμό η βία εμφανίζει μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από ό,τι στην περίπτωση χρήσης της για την ικανοποίηση απλώς φυσικών σκοπών. Η λειτουργία αυτή συνίσταται στη χρήση βίας ως μέσο ικανοποίησης νομικών σκοπών. Και αυτό γιατί η υποταγή των πολιτών στους νόμους — εν προκειμένω, στο νόμο τής γενικής επιστράτευσης — συνιστά νομικό σκοπό. Αν αποκαλέσουμε δικαιοθετική την πρώτη από τις προαναφερθείσες λειτουργίες, μπορούμε, αντίστοιχα, να θεωρήσουμε ότι η δεύτερη λειτουργία αποβλέπει στη διαφύλαξη τού δικαίου . Εφόσον η επιστράτευση συνιστά περίπτωση άσκησης βίας που αποβλέπει στη διαφύλαξη τού δικαίου και δεν δύναται κατ’ αρχήν να διαφοροποιηθεί από άλλες όμοιες περιπτώσεις, δεν είναι τόσο εύκολο να ασκήσουμε μια πραγματικά αποτελεσματική κριτική σ’ αυτή τη μορφή βίας, παρά τις στομφώδεις διακηρύξεις των ειρηνιστών και των ακτιβιστών. Όμως, μια αποτελεσματική κριτική τής βίας αυτής θα συνέπιπτε μάλλον με την κριτική κάθε μορφής νομικής βίας — δηλαδή με την κριτική τής άσκησης τής νομοθετικής ή τής εκτελεστικής εξουσίας — και δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση εφικτή βάσει ενός μετριοπαθέστερου προγράμματος. Ούτε βεβαίως μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος αυτός — εκτός αν θέλει κανείς να διακηρύξει έναν λίγο-πολύ παιδαριώδη αναρχισμό — μέσω τής απόρριψης κάθε εξαναγκασμού εις βάρος μεμονωμένων ατόμων, δηλώνοντας, συγχρόνως, ότι «το ευάρεστο είναι και επιτρεπτό». Ένας τέτοιος κανόνας θα είχε ως μόνο αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατο τον αναστοχασμό τόσο επί τού πεδίου τής ηθικής και τής ιστορίας, όσο και επί τής σημασίας τού πράττειν — και, ως εκ τούτου, επί τής σημασίας τής εν γένει πραγματικότητας, η οποία δεν δύναται να συγκροτηθεί, εάν αφαιρεθεί η «πράξη» από το πεδίο της. Όμως, είναι περισσότερο αξιοσημείωτο το ότι ακόμη και η κατηγορική προσταγή, η οποία αποτελεί συχνά αντικείμενο επίκλησης, με το αδιαμφισβήτητο, ελάχιστο προγραμματικό της περιεχόμενο — να πράττεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μεταχειρίζεσαι την ανθρωπότητα, είτε στο πρόσωπό σου είτε στο πρόσωπο κάθε άλλου, πάντοτε ως σκοπό και ποτέ απλώς ως μέσο — δεν επαρκεί από μόνη της για την συγκεκριμένη κριτική1. Και αυτό γιατί το ίδιο το θετικό δίκαιο, εφόσον έχει επίγνωση τής καταγωγής του, θα αξιώνει την αναγνώριση και την προώθηση τού συμφέροντος τής ανθρωπότητας στο πρόσωπο τού καθενός. Θα ταυτίζει μάλιστα το συμφέρον αυτό με την αναπαράσταση και τη διαφύλαξη μιας επιβεβλημένης από τη μοίρα τάξης. Κι ενώ η συγκεκριμένη άποψη, η οποία διατείνεται ότι διαφυλάττει στην ουσία το δίκαιο, παραμένει ευάλωτη στην κριτική, κάθε ένσταση που εγείρεται εναντίον της εν ονόματι μιας αδιαμόρφωτης [gestaltlosen] «ελευθερίας», θα είναι, εντούτοις, αναποτελεσματική, εάν αδυνατεί να προσδιορίσει την ανώτερη τάξη πραγμάτων στην οποία παραπέμπει η εν λόγω ελευθερία. Και θα είναι μάλιστα ιδιαίτερα αναποτελεσματική, όταν αντί να αμφισβητεί εκ θεμελίων την υφιστάμενη έννομη τάξη, περιορίζεται στην κριτική συγκεκριμένων μόνον νομοθετημάτων ή νομικών πρακτικών που το δίκαιο θέτει, βεβαίως, υπό την σκέπη τής εξουσίας του, η οποία, ας σημειωθεί, ανάγεται στο γεγονός τής ύπαρξης ενός και μόνο πεπρωμένου και επιπλέον στο γεγονός ότι οτιδήποτε υπάρχει και, πιο συγκεκριμένα, οτιδήποτε υπάρχει ως απειλή ή ως κίνδυνος οφείλει να εμπίπτει απαρέγκλιτα στην τάξη πραγμάτων που ορίζεται από το πεπρωμένο. Και αυτό γιατί η βία που διαφυλάττει το δίκαιο έχει χαρακτήρα απειλής. Η συγκεκριμένη μάλιστα απειλή δεν λειτουργεί αποτρεπτικά μέσω τού εκφοβισμού, όπως υποστηρίζεται από ακατατόπιστους φιλελεύθερους θεωρητικούς. Για να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας, ο εκφοβισμός, με την ακριβή έννοια τού όρου, θα προϋπέθετε μια κατάσταση βεβαιότητας, η οποία όμως αντίκειται στην ίδια τη φύση τής απειλής και δεν δύναται να υλοποιηθεί μέσω οιουδήποτε νόμου, εφόσον θα υπάρχει πάντοτε ελπίδα να διαφύγει κανείς τής προσοχής του. Αλλά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κατάσταση αποδεικνύεται περισσότερο απειλητική, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση τής μοίρας, στην οποία άλλωστε επαφίεται η σύλληψη τού εγκληματία. Η βαθύτερη σημασία τής αβεβαιότητας τής νομικής απειλής θα προκύψει μόνο όταν θα έχει ολοκληρωθεί η εξέταση τής σφαίρας τής μοίρας, στην οποία άλλωστε ανάγεται η ύπαρξή της. Μια πολύτιμη ένδειξη για το θέμα αυτό εντοπίζεται στο πεδίο των ποινών. Αφότου τέθηκε σε αμφισβήτηση η εγκυρότητα τού θετικού δικαίου, η θανατική ποινή ήταν εκείνη κυρίως που δέχτηκε τα πυρά τής κριτικής. Παρά τον επιπόλαιο χαρακτήρα των σχετικών επιχειρημάτων, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αδυνατούν να αγγίξουν την ουσία τού θέματος, τα βαθύτερα κίνητρα τής κριτικής αυτής αφορούσαν και εξακολουθούν να αφορούν ζητήματα αρχής. Οι οπαδοί τής κριτικής αυτής διαισθάνονταν, χωρίς ίσως να γνωρίζουν το γιατί και, κατά πάσα πιθανότητα, εντελώς ασυνείδητα, ότι οι βολές εναντίον τής θανατικής ποινής δεν στρέφονται κατά μιας αυστηρής ποινής, ούτε κατά των νόμων, αλλά κατά τής ίδιας τής πηγής τού δικαίου. Και αυτό γιατί, αν το δίκαιο πηγάζει από τη βία, από την επισφραγισμένη από τη μοίρα βία, τότε εύκολα εικάζει κανείς ότι εκεί όπου συναντάται η υπέρτατη εξουσία — η εξουσία ζωής και θανάτου — στο νομικό σύστημα, θα προβάλλει κατά τον πιο πρόδηλο και τρομακτικό τρόπο η ίδια η πηγή τού νόμου. Σε συμφωνία με τα ανωτέρω βρίσκεται το γεγονός ότι στα πλαίσια πρωτόγονων νομικών συνθηκών η θανατική ποινή επιβαλλόταν ακόμα και για εγκλήματα όπως η προσβολή τής ιδιοκτησίας — ποινή η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μοιάζει να είναι εντελώς «δυσανάλογη» σε σχέση με τη βαρύτητα τού αδικήµατος. Σκοπός της όμως δεν ήταν η τιμωρία τής παραβίασης τού νόμου, αλλά η θέσπιση νέου δικαίου [das neue Recht zu statuiren]. Και αυτό γιατί, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση επιβολής τού νόμου, η άσκηση τής εξουσίας ζωής και θανάτου είναι εκείνη μέσω τής οποίας ισχυροποιείται και επαναβεβαιώνεται το δίκαιο. Όμως, στην περίπτωση ακριβώς αυτή, γίνεται πρόδηλο ότι υπάρχει κάτι το σάπιο στο δίκαιο, ιδιαιτέρως μάλιστα σε όσους διακρίνονται για το εκλεπτυσμένο πνεύμα τους, γιατί αυτοί γνωρίζουν πώς να παραμένουν απόλυτα αποστασιοποιημένοι από συνθήκες στις οποίες η μοίρα θα εμφανιζόταν σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια μέσω τής επιβολής μιας τέτοιας καταδίκης. Ωστόσο, μέσω τής νόησης πρέπει να επιχειρηθεί με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα η προσέγγιση των συνθηκών αυτών, αν βεβαίως επιθυμούμε να φέρουμε σε πέρας τόσο την κριτική τής βίας που θεσπίζει όσο και την κριτικής τής βίας που διαφυλάττει το δίκαιο.
Λαμβάνοντας μια πολύ πιο ανώμαλη μικτή μορφή, σε σύγκριση με τη θανατική ποινή, εμφανιζόμενα, κατά κάποιο τρόπο, υπό μορφή φασματικού κράματος, τα δύο αυτά είδη βίας συναντώνται και σ’ έναν άλλο θεσμό τού σύγχρονου κράτους, την αστυνομία. Και ναι μεν πρόκειται εδώ για μορφή βίας που ασκείται προς ικανοποίηση νομικών σκοπών (με το δικαίωμα έκδοσης διατάξεων, αλλά η εν λόγω αρμοδιότητα θα συνοδεύεται από εκτεταμένη εξουσία διακριτικής ευχέρειας καθορισμού των σκοπών αυτών (οπότε θα πρόκειται ουσιαστικά για κανονιστικές αρμοδιότητες Το όνειδος μιας τέτοιας εξουσίας — πράγμα το οποίο ελάχιστοι κατανοούν, διότι, παρ’ όλο που οι προβλεπόμενες από τον νόμο αρμοδιότητες τής αστυνομίας σπανίως επαρκούν τουλάχιστον όσον αφορά τις πλέον βάναυσες επεμβάσεις στις οποίες αυτή προβαίνει, η αστυνομία έχει ωστόσο ουσιαστικά εξουσιοδοτηθεί να δρα ανεξέλεγκτα στις πλέον ευάλωτες περιοχές και εναντίον σωφρόνων πολιτών, κατά των οποίων το κράτος δεν δύναται να στραφεί βάσει των νόμων — έγκειται στο ότι, αναφορικά με την εν λόγω εξουσία, αίρεται η ισχύουσα διάκριση ανάμεσα στη βία που θεσπίζει και σε εκείνη που διαφυλάττει το δίκαιο. Αν για την πρώτη μορφή εξουσίας απαραίτητη προϋπόθεση είναι το να έχει αποδείξει την αξία της μέσω τής κατίσχυσής της, η δεύτερη υπόκειται στον περιορισμό ότι δεν θα θέσει νέους σκοπούς. Η αστυνομική εξουσία όμως απαλλάσσεται από την υποχρέωση τήρησης των δύο αυτών όρων. Η αστυνομική εξουσία θεσπίζει αφενός δίκαιο — εφόσον χαρακτηριστική της λειτουργία δεν είναι βεβαίως η δημοσίευση και θέση σε ισχύ των νόμων, αλλά η έκδοση διατάξεων που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα — και, αφετέρου, είναι εξουσία που διαφυλάττει το δίκαιο, διότι τίθεται στη διάθεση των αντίστοιχων σκοπών. Ο ισχυρισμός δε ότι οι σκοποί τής αστυνομικής εξουσίας πάντοτε ταυτίζονται, ή έστω συνδέονται, με αυτούς του ευρύτερου δικαίου είναι απολύτως αναληθής. Εκείνο που μάλλον ισχύει είναι ότι στο «δίκαιο» τής αστυνομίας εντοπίζεται, στην πραγματικότητα, το σημείο εκείνο όπου το κράτος, είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω των εγγενών συσχετισμών στο εσωτερικό κάθε έννομης τάξης, δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί μέσω τής έννομης τάξης την ικανοποίηση των εμπειρικών σκοπών που επιθυμεί με κάθε τίμημα να επιτύχει. Ως εκ τούτου, όταν η αστυνομία δεν θα αρκείται απλώς στο να επιτηρεί ή να παρενοχλεί βάναυσα τον πολίτη — χωρίς την παραμικρή σχέση με την ικανοποίηση οποιωνδήποτε νομικών σκοπών — στα πλαίσια μιας ήδη ρυθμιζόμενης από πολλές διατάξεις καθημερινότητας, θα επεμβαίνει «χάριν ασφαλείας» σε πολυάριθμες άλλες περιπτώσεις, όπου δεν είναι καθόλου σαφής η ισχύουσα νομική κατάσταση. Σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει στην κατά τόπο και χρόνο προσδιορισμένη «απόφαση» μια μεταφυσική κατηγορία, μέσω τής οποίας είναι δυνατόν να εγερθεί αξίωση κριτικής, η εξέταση του θεσμού της αστυνομίας δεν καταλήγει σε τίποτε το ουσιώδες. Η εξουσία της είναι άμορφη, όπως ακριβώς είναι διάχυτη, φασματική και δυσεντόπιστη η παρουσία της στη ζωή όλων των πολιτισμένων κρατών. Και ενώ θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, σε επίπεδο μεμονωμένων χαρακτηριστικών, η αστυνομία φαίνεται να είναι παντού η ίδια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το πνεύμα της είναι λιγότερο καταστρεπτικό, όταν εκπροσωπεί, στην απόλυτη μοναρχία, την εξουσία του ανώτερου άρχοντα (στο πρόσωπο τού οποίου συνενώνονται η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία), εν συγκρίσει με τις δημοκρατίες, όπου η ύπαρξη της, εφόσον δεν εξυψώνεται μέσα από μια τέτοια σχέση, εκδηλώνει την πλέον εκφυλισμένη μορφή βίας που μπορεί να συλλάβει κανείς.
[1] Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς μήπως το περιεχόμενο τού διάσημου αυτού αιτήματος είναι ίσως υπερβολικά περιορισμένο — δηλαδή, σύμφωνα με την επιταγή αυτή, κατά πόσο θα ήταν θεμιτό να χρησιμοποιεί κανείς τρίτους ή ακόμη να επιτρέπει να χρησιμοποιείται ο ίδιος, είτε από άλλους είτε και από τον ίδιο του τον εαυτό, με οποιαδήποτε τρόπο, ως μέσο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για μια τέτοια αμφιβολία.
Η τυραννία του παρόντος Πού χάθηκε το μέλλον;Αναρτήθηκε από Γιώργος Σαρρής
Πού χάθηκε το μέλλον;
Κάθε αυτοκρατορία θέλει να σταματήσει την ιστορία. Θέλει, με άλλα λόγια, να εμποδίσει τους υπηκόους της να διδαχθούν από την εμπειρία του παρελθόντος ή να οραματίζονται και να προσδοκούν ένα καλύτερο μέλλον.
Ετσι και το σημερινό σύστημα της παγκοσμιοποίησης θέλει να μας καθηλώσει στο παρόν, σε ένα παρόν που επιβάλλεται με τη συντριπτική του δύναμη ως τετελεσμένο γεγονός, η ολοκληρωτική κυριαρχία του οποίου παρακάμπτει επιτήδεια το παρελθόν και παρεμποδίζει την επιθυμία να φανταστούμε το μέλλον. Στο βιβλίο του με τίτλο «Πού χάθηκε το μέλλον;», ο Γάλλος ανθρωπολόγος Μαρκ Οζέ επιχειρεί μια συγκριτική ανθρωπολογική ερμηνεία των αναπαραστάσεων του χρόνου.
Θέλει να συμβάλει έτσι στην ανάλυση και την αμφισβήτηση αυτής ακριβώς της ιδεολογίας του παρόντος που στηρίζει το σημερινό σύστημα της παγκοσμιοποίησης. Για να είμαστε σύγχρονοι, υποστηρίζει ο Οζέ, δεν πρέπει να μένουμε προσκολλημένοι στο παρόν.
Χρειαζόμαστε τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.
Η νέα ιδεολογία του παρόντος θέλει ωστόσο να μας πείσει ότι ζούμε σε ένα σύστημα το οποίο βρίσκεται οριστικά εκτός ιστορίας. Το μέλλον ως πηγή ελπίδας απουσιάζει από τις συνειδήσεις μας και από τις πολιτικές μας προοπτικές. Το παρελθόν ως πηγή ιστορικής συνείδησης, από την οποία μπορούν να προέλθουν σημαντικές ιδέες για την πορεία των σύγχρονων κοινωνιών, μοιάζει να έχει χαθεί από τον ορίζοντά μας.
Την ίδια τη στιγμή που η επιστήμη προοδεύει με γρήγορους ρυθμούς, οι άνθρωποι αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για την ικανότητά τους να ελέγχουν την κοινή τους μοίρα. Και ενώ η τεχνολογία τούς προσφέρει άφθονα μέσα, μοιάζει να τους απαγορεύει να σκεφτούν και να θέσουν τους γενικούς σκοπούς προς τους οποίους θα ήθελαν να κατευθύνεται η κοινωνική τους δράση. Καθημερινά συνειδητοποιούν ότι οι ζωές τους εξαρτώνται από αποφάσεις και γεγονότα που ξεφεύγουν από τον άμεσο έλεγχό τους. Η παγκοσμιοποίηση αλλάζει το μέτρο του χρόνου και του χώρου, όπως αλλάζει και την κλίμακα της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Ο Οζέ αναλύει αυτές τις αλλαγές επισημαίνοντας υπαρκτές αντιφάσεις και αμφισημίες.
Ο ίδιος ο όρος «παγκοσμιοποίηση» υποδηλώνει συνήθως δύο διαφορετικά φαινόμενα. Από τη μια μεριά παραπέμπει στην εξάπλωση της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς και των τεχνολογικών δικτύων επικοινωνίας και πληροφορίας σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ από την άλλη αναφέρεται στην ανάδυση μιας πλανητικής οικολογικής και κοινωνικής συνείδησης, που στηρίζεται στη διάγνωση των προβλημάτων της κοινής μας ζωής στον ίδιο ευάλωτο και απειλούμενο πλανήτη. Ο άνθρωπολογικός στοχασμός πάνω στον χρόνο μετατρέπεται από τον Οζέ σε κριτική ανασκευή των ψευδών βεβαιοτήτων της σημερινής ιδεολογίας του παρόντος. Αυτή η ιδεολογία εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Εκφράζεται, για παράδειγμα, με το ισχυρό βασίλειο των εικόνων -και ιδιαίτερα των τηλεοπτικών εικόνων- που συμβάλλουν τελικά στην ομογενοποίηση της πληροφορίας και των συνειδήσεων. Εκφράζεται επίσης με την κυριαρχία της χωρικής επί της χρονικής γλώσσας. Εκφράζεται όμως και με τη μεταμοντέρνα θεματική περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» που προβάλλονταν στο μέλλον. Υποτίθεται ότι οι εμπειρίες του ολοκληρωτισμού που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα σηματοδοτούν το τέλος των ψευδαισθήσεων που έτρεφαν οι άνθρωποι για την πρόοδο της ανθρωπότητας. Η ιδεολογία του παρόντος προτείνει ωστόσο τη δική της νέα «μεγάλη αφήγηση», τη θεωρία του τέλους της ιστορίας που διατύπωσε ο Φουκουγιάμα. Ο Οζέ σημειώνει ότι αυτή η θεωρία καταλήγει να γίνεται φορέας βιαιοτήτων, στον βαθμό που αρνείται την ελπίδα από όλους όσοι αποκλείονται από το σύστημα της παγκοσμιοποίησης.
Μετά τις θλιβερές εμπειρίες του 20ού αιώνα, η πρόκληση με την οποία καλείται να αναμετρηθεί ο κριτικός στοχασμός είναι, σύμφωνα με τον Οζέ, η ακόλουθη: «Πώς να επανεισαγάγουμε στην ιστορία μας στόχους που μας απελευθερώνουν από την τυραννία του παρόντος αλλά που δεν είναι η πηγή ενός νέου πνευματικού και πολιτικού δεσποτισμού;». Με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να αντισταθούμε στην ιδεολογία του παρόντος και να σκεφτούμε το παρόν ως ιστορία ικανή να αντλεί διδάγματα από την εμπειρία του παρελθόντος και να σχεδιάζει ένα καλύτερο μέλλον για όλους τους κατοίκους του πλανήτη;
Οι πολλαπλές αντιστάσεις στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων αναπτύσσονται στο όνομα ιδιαιτέρων, ανολοκλήρωτων ή και αντιφατικών ιδεωδών και, ακόμα και όταν κατορθώνουν να εκφραστούν σε παγκόσμια κλίμακα, δυσκολεύονται να προτείνουν εφικτούς στόχους και σαφή σχέδια για το μέλλον. Είναι ορατός ο κίνδυνος η μελλοντική ανθρωπότητα να διαιρεθεί σε μια μικρή παγκόσμια αριστοκρατία της γνώσης και της εξουσίας από τη μεριά και σε έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό αποκλεισμένων της γνώσης από την άλλη. Αυτή η ανισότητα θα διεύρυνε και θα πολλαπλασίαζε την ήδη υπάρχουσα εκρηκτική ανισότητα των οικονομικών συνθηκών και θα προσέδιδε στη μελλοντική παγκόσμια κοινωνία βαθιά αντιδημοκρατικά και ανησυχητικά χαρακτηριστικά.
Σε αυτή τη «μαύρη ουτοπία» ο Οζέ αντιτείνει τη δημοκρατική ουτοπία της εκπαίδευσης για όλους ως ισχυρή θετική προοπτική του μέλλοντος. Η εκπαίδευση είναι σήμερα η ύστατη ουτοπία που μας δίνει τη δυνατότητα να οραματιζόμαστε έναν κόσμο χωρίς φόβο και αδικία, ικανό να διασφαλίζει σε όλους το ευ ζην. Η επιδίωξη της ισότιμης για όλους πρόσβασης στην εκπαίδευση προϋποθέτει επαναστατικές αλλαγές, που θα κόβουν τις ρίζες της άγνοιας και της αθλιότητας. Προηγουμένως όμως επείγει να απαλλαγούμε από τις ψευδαισθήσεις του παρόντος, που διαδίδει η ιδεολογία της καταναλωτικής παγκοσμιοποίησης.
Ετσι και το σημερινό σύστημα της παγκοσμιοποίησης θέλει να μας καθηλώσει στο παρόν, σε ένα παρόν που επιβάλλεται με τη συντριπτική του δύναμη ως τετελεσμένο γεγονός, η ολοκληρωτική κυριαρχία του οποίου παρακάμπτει επιτήδεια το παρελθόν και παρεμποδίζει την επιθυμία να φανταστούμε το μέλλον. Στο βιβλίο του με τίτλο «Πού χάθηκε το μέλλον;», ο Γάλλος ανθρωπολόγος Μαρκ Οζέ επιχειρεί μια συγκριτική ανθρωπολογική ερμηνεία των αναπαραστάσεων του χρόνου.
Θέλει να συμβάλει έτσι στην ανάλυση και την αμφισβήτηση αυτής ακριβώς της ιδεολογίας του παρόντος που στηρίζει το σημερινό σύστημα της παγκοσμιοποίησης. Για να είμαστε σύγχρονοι, υποστηρίζει ο Οζέ, δεν πρέπει να μένουμε προσκολλημένοι στο παρόν.
Χρειαζόμαστε τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.
Η νέα ιδεολογία του παρόντος θέλει ωστόσο να μας πείσει ότι ζούμε σε ένα σύστημα το οποίο βρίσκεται οριστικά εκτός ιστορίας. Το μέλλον ως πηγή ελπίδας απουσιάζει από τις συνειδήσεις μας και από τις πολιτικές μας προοπτικές. Το παρελθόν ως πηγή ιστορικής συνείδησης, από την οποία μπορούν να προέλθουν σημαντικές ιδέες για την πορεία των σύγχρονων κοινωνιών, μοιάζει να έχει χαθεί από τον ορίζοντά μας.
Την ίδια τη στιγμή που η επιστήμη προοδεύει με γρήγορους ρυθμούς, οι άνθρωποι αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για την ικανότητά τους να ελέγχουν την κοινή τους μοίρα. Και ενώ η τεχνολογία τούς προσφέρει άφθονα μέσα, μοιάζει να τους απαγορεύει να σκεφτούν και να θέσουν τους γενικούς σκοπούς προς τους οποίους θα ήθελαν να κατευθύνεται η κοινωνική τους δράση. Καθημερινά συνειδητοποιούν ότι οι ζωές τους εξαρτώνται από αποφάσεις και γεγονότα που ξεφεύγουν από τον άμεσο έλεγχό τους. Η παγκοσμιοποίηση αλλάζει το μέτρο του χρόνου και του χώρου, όπως αλλάζει και την κλίμακα της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Ο Οζέ αναλύει αυτές τις αλλαγές επισημαίνοντας υπαρκτές αντιφάσεις και αμφισημίες.
Ο ίδιος ο όρος «παγκοσμιοποίηση» υποδηλώνει συνήθως δύο διαφορετικά φαινόμενα. Από τη μια μεριά παραπέμπει στην εξάπλωση της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς και των τεχνολογικών δικτύων επικοινωνίας και πληροφορίας σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ από την άλλη αναφέρεται στην ανάδυση μιας πλανητικής οικολογικής και κοινωνικής συνείδησης, που στηρίζεται στη διάγνωση των προβλημάτων της κοινής μας ζωής στον ίδιο ευάλωτο και απειλούμενο πλανήτη. Ο άνθρωπολογικός στοχασμός πάνω στον χρόνο μετατρέπεται από τον Οζέ σε κριτική ανασκευή των ψευδών βεβαιοτήτων της σημερινής ιδεολογίας του παρόντος. Αυτή η ιδεολογία εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Εκφράζεται, για παράδειγμα, με το ισχυρό βασίλειο των εικόνων -και ιδιαίτερα των τηλεοπτικών εικόνων- που συμβάλλουν τελικά στην ομογενοποίηση της πληροφορίας και των συνειδήσεων. Εκφράζεται επίσης με την κυριαρχία της χωρικής επί της χρονικής γλώσσας. Εκφράζεται όμως και με τη μεταμοντέρνα θεματική περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» που προβάλλονταν στο μέλλον. Υποτίθεται ότι οι εμπειρίες του ολοκληρωτισμού που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα σηματοδοτούν το τέλος των ψευδαισθήσεων που έτρεφαν οι άνθρωποι για την πρόοδο της ανθρωπότητας. Η ιδεολογία του παρόντος προτείνει ωστόσο τη δική της νέα «μεγάλη αφήγηση», τη θεωρία του τέλους της ιστορίας που διατύπωσε ο Φουκουγιάμα. Ο Οζέ σημειώνει ότι αυτή η θεωρία καταλήγει να γίνεται φορέας βιαιοτήτων, στον βαθμό που αρνείται την ελπίδα από όλους όσοι αποκλείονται από το σύστημα της παγκοσμιοποίησης.
Μετά τις θλιβερές εμπειρίες του 20ού αιώνα, η πρόκληση με την οποία καλείται να αναμετρηθεί ο κριτικός στοχασμός είναι, σύμφωνα με τον Οζέ, η ακόλουθη: «Πώς να επανεισαγάγουμε στην ιστορία μας στόχους που μας απελευθερώνουν από την τυραννία του παρόντος αλλά που δεν είναι η πηγή ενός νέου πνευματικού και πολιτικού δεσποτισμού;». Με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να αντισταθούμε στην ιδεολογία του παρόντος και να σκεφτούμε το παρόν ως ιστορία ικανή να αντλεί διδάγματα από την εμπειρία του παρελθόντος και να σχεδιάζει ένα καλύτερο μέλλον για όλους τους κατοίκους του πλανήτη;
Οι πολλαπλές αντιστάσεις στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων αναπτύσσονται στο όνομα ιδιαιτέρων, ανολοκλήρωτων ή και αντιφατικών ιδεωδών και, ακόμα και όταν κατορθώνουν να εκφραστούν σε παγκόσμια κλίμακα, δυσκολεύονται να προτείνουν εφικτούς στόχους και σαφή σχέδια για το μέλλον. Είναι ορατός ο κίνδυνος η μελλοντική ανθρωπότητα να διαιρεθεί σε μια μικρή παγκόσμια αριστοκρατία της γνώσης και της εξουσίας από τη μεριά και σε έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό αποκλεισμένων της γνώσης από την άλλη. Αυτή η ανισότητα θα διεύρυνε και θα πολλαπλασίαζε την ήδη υπάρχουσα εκρηκτική ανισότητα των οικονομικών συνθηκών και θα προσέδιδε στη μελλοντική παγκόσμια κοινωνία βαθιά αντιδημοκρατικά και ανησυχητικά χαρακτηριστικά.
Σε αυτή τη «μαύρη ουτοπία» ο Οζέ αντιτείνει τη δημοκρατική ουτοπία της εκπαίδευσης για όλους ως ισχυρή θετική προοπτική του μέλλοντος. Η εκπαίδευση είναι σήμερα η ύστατη ουτοπία που μας δίνει τη δυνατότητα να οραματιζόμαστε έναν κόσμο χωρίς φόβο και αδικία, ικανό να διασφαλίζει σε όλους το ευ ζην. Η επιδίωξη της ισότιμης για όλους πρόσβασης στην εκπαίδευση προϋποθέτει επαναστατικές αλλαγές, που θα κόβουν τις ρίζες της άγνοιας και της αθλιότητας. Προηγουμένως όμως επείγει να απαλλαγούμε από τις ψευδαισθήσεις του παρόντος, που διαδίδει η ιδεολογία της καταναλωτικής παγκοσμιοποίησης.
MARC AUGE
Πού χάθηκε το μέλλον;
ΜΤΦΡ.: ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΤΣΕΛΕΝΤΗ
«ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ» Αναρτήθηκε από Γιώργος Σαρρής
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Τα τρία πρώτα βήματα, του Σπύρου Μαρκέτου απο TVXS.gr
Το κείμενο παρουσιάστηκε στην Ανοιχτή Συζήτηση με θέμα "Μπροστά στην κρίση", που οργάνωσε η Πρυτανεία του ΑΠΘ την ημέρα των εγκαινίων της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.Του Σπύρου Μαρκέτου
Συντονιστής ήταν ο πρύτανης του ΑΠΘ, καθηγητής Γιάννης Μυλόπουλος, και ομιλητές ο Καθηγητής του Νομικού Τμήματος της Σχολής ΝΟΠΕ του Α.Π.Θ. Άρης Καζάκος, ο Πρόεδρος του ΕΣΔΕΠ και Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Α.Π.Θ. Γιάννης Κρεστενίτης, ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης, ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Σπύρος Μαρκέτος, ο Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ Καθηγητής Μωϋσής Σιδηρόπουλος, η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου, και ο μουσικός Διονύσης Τσακνής.
Κυρίες και κύριοι, καλημέρα σας.
Η συντροφιά μας είναι ετερόκλητη, τόσο από την άποψη των πολιτικών μας τοποθετήσεων όσο και των επαγγελματικών μας ιδιοτήτων. Εγώ θα σας μιλήσω για το θέμα μας, τη σημερινή οικονομική κρίση, από τη σκοπιά ενός ιστορικού και συνάμα ενός κομματικά ανένταχτου αριστερού. Και με την ιδιότητα του ανθρώπου που, μολονότι επαγγελματικά κάπως αναρμόδιος, άνοιξε τη δημόσια συζήτηση για το ζήτημα του χρέους μ’ ένα άρθρο γραμένο τα Χριστούγεννα του 2008 και δημοσιευμένο με αρκετή καθυστέρηση στην Αυγή το επόμενο Πάσχα. Σε καιρούς δηλαδή που περί άλλα τύρβαζαν όλοι αυτοί που σήμερα διακηρύσσουν πως όσο πιο άνεργος και πεινασμένος μείνει ο ελληνικός λαός, τόσο πιο εύκολα θα πληρώσει το εξωφρενικό δημόσιο χρέος, που ο ίδιος ούτε δημιούργησε ούτε ροκάνισε ούτε καν γνώριζε την ύπαρξή του.
Στον λίγο χρόνο που έχω λοιπόν θα σας εκθέσω επιγραμματικά τις απόψεις μου για το αν η κρίση ήταν πράγματι όσο απρόσμενη λέγεται πως ήταν, για τις αιτίες της, το εύρος της, τον τρόπο αντιμετώπισής της και τις πιθανές πολιτικές της επιπτώσεις. Προφανώς θ’ αφήσω πολλά κενά, κάποια από τα οποία ελπίζω να καλυφθούν στη συζήτηση που θ’ ακολουθήσει.
Ότι βαδίζαμε προς την κρίση ήταν φανερό από τις αρχές της δεκαετίας, όταν η ανεύθυνη πολιτική μας ηγεσία, με τις επευφημίες όλου σχεδόν του τύπου και των παραγόντων της οικονομικής ζωής, σπαταλούσε δισεκατομμύρια για τους Ολυμπιακούς αγώνες, που υποτίθεται ότι θ’ αναβάθμιζαν μόνιμα τη θέση της χώρας μας. Το 2003 είδα στο Open Democracy, καλό περιοδικό όπου αρθρογραφεί και ο κ. Ρόντος, άρα όχι άγνωστο στην τότε και τη σημερινή κυβέρνηση, ένα άρθρο μιας γνωστής βρετανής οικονομολόγου (Ann Pettifor, «The coming first world debt crisis», Open Democracy, 1 Σεπτεμβρίου 2003). Η Αν Πέττιφορ παρουσίαζε το πρώτο Real World Economic Outlook, μια ετήσια έκθεση του αριστερού ιδρύματος New Economics Foundation για την παγκόσμια οικονομία, που από τότε απαντά κάθε χρόνο στην αντίστοιχη έκθεση του νεοφιλελεύθερου ΔΝΤ.
Η έκθεση ήταν διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η σημασία της για έναν ιστορικό με κάποια γνώση της οικονομικής ιστορίας και του εικοστού αιώνα ήταν σαφής. Διαπίστωνε ότι οι υπουργοί Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες –οι Παπακωνσταντίνου και οι Προβόπουλοι της εποχής- με τη λεγόμενη ‘απελευθέρωση’ των χρηματοπιστωτικών αγορών και την πολιτική του ‘εύκολου χρήματος’ είχαν δημιουργήσει μια τεράστια πιστωτική φούσκα που κόντευε να εκραγεί. Το παγκόσμιο χρέος ήταν πολλαπλάσιο του παγκόσμιου εισοδήματος, με αυξητικές τάσεις. Όταν η φούσκα θα έσκαγε, θα την πλήρωναν οι φτωχότεροι και ιδίως οι χρεωμένες μεσαίες τάξεις, ολότελα άδικα, επειδή αυτές ακριβώς είχαν ωθηθεί στον δανεισμό από τους ίδιους υπουργούς Οικονομικών και τους κεντρικούς τραπεζίτες που σφύριζαν αδιάφορα όσο φούσκωνε η φούσκα από τις παράλογες υπερτιμήσεις των μετοχών, των χρεωγράφων και των ακινήτων, και αντίθετα κατηγορούσαν για τον πληθωρισμό τις ανύπαρκτες αυξήσεις μισθών. Ακόμη χειρότερα, πολλοί θα καταστρέφονταν επειδή η φούσκα θα έσκαγε μέσα σ’ ένα περιβάλλον αποπληθωρισμού το οποίο ευνοεί τους δανειστές και πλήττει τους οφειλέτες, δηλαδή ευνοεί τις τράπεζες και πλήττει το λαό.
Η πολιτική αυτή, την οποία βέβαια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ακολουθεί από τη γέννησή της, έπληξε τους φτωχούς και τα μεσοστρώματα που ζουν από το μισθό τους, και αναγκάστηκαν να δανειστούν για ν’ αναπληρώσουν την απώλεια των πραγματικών εισοδημάτων τους όλα αυτά τα χρόνια, καθώς το μερίδιό τους στο ΑΕΠ πέφτει σταθερά, ενώ αντίθετα πολλαπλασίασε την περιουσία και τα εισοδήματα των πλούσιων. Όλα αυτά τα γνωρίζουμε κι εκ πείρας, νομίζω, όλοι και όλες μας. Την ίδια πολιτική προώθησαν και τα δυο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες και τα οποία ήδη μας οδήγησαν στη χρεωκοπία.
Από το 2003 ωστόσο το New Economics Foundation καλούσε τις κυβερνήσεις να λάβουν άμεσα τρία μέτρα για ν’ αντιστρέψουν την εντελώς ανεύθυνη ‘απελευθέρωση’ του χρηματοπιστωτικού τομέα, που στην πραγματικότητα σήμαινε απαλλαγή του από κάθε εποπτεία και υποδούλωση όλων των υπόλοιπων. Πρώτον, να επαναφέρουν ελέγχους στο διεθνές κεφάλαιο ανάλογους εκείνων που είχαν επιβάλει οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς, το 1944, μετά την καταστροφική κατάληξη της προηγούμενης απελευθέρωσης των χρηματαγορών, τη δεκαετία του 1920. Δεύτερον, να χαλιναγωγηθεί η πολιτική του ‘εύκολου χρήματος’ ώστε να περιοριστεί η χρηματοπιστωτική φούσκα. Και τρίτο, όλα αυτά να μη γίνουν σε βάρος των νοικοκυριών, με περικοπές μισθών και αύξηση της φορολογίας, αλλά των πλούσιων, που ωφελήθηκαν υπέρμετρα από την κρατική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών.
Ξέρουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Με αποτέλεσμα πριν από τρία χρόνια να σκάσει η φούσκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κι έκτοτε η κρίση τείνει να να μετατραπεί σε μια παγκόσμια κρίση δημόσιου χρέους. Το πρώτο της θύμα στην Ευρωζώνη, όχι στην Ευρώπη, ήταν η χώρα μας, αλλά δεν θα είναι το τελευταίο, παρ’ όλα τα μέτρα λιτότητας που παίρνουν, στο ίδιο νεοφιλελεύθερο πνεύμα, οι κυβερνήσεις, και τα οποία απλώς χειροτερεύουν την κρίση. Οι φωνές της λογικής δεν εισακούστηκαν, οι μεταρρυθμίσεις –σε βάρος των τραπεζών και όχι των λαών- δεν έγιναν έγκαιρα από τις δήθεν υπεύθυνες κυβερνήσεις, κι έτσι έχουμε πλέον μπει στην εποχή των Πόλεμων του Χρέους. Κράτη, κεφαλαιούχοι και λαοί αγωνίζονται να μετακυλίσουν ο ένας στον άλλο τις συνέπειες της αποσταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για την οποία, επαναλαμβάνω, υπέχουν τεράστιες ευθύνες, εγκληματικές ευθύνες με την πλήρη σημασία του όρου, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες, αλλά και τα λεγόμενα μέσα ενημέρωσης, τα οποία όλα αυτά τα χρόνια απέκλεισαν κάθε κριτική φωνή. Φυσικά, αφού όλα τους χρωστούν τεράστια ποσά στις τράπεζες και τις κυβερνήσεις, κι έτσι κι αλλιώς ανήκουν σε κάποιους πλούσιους.
Τίθεται τώρα ένα ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν όλα τα κράτη και τα νοικοκυριά να είναι σήμερα καταχρεωμένα, και πώς απέκτησαν οι πιστωτές, κατά βάση οι επενδυτικές τράπεζες και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, τα εκατοντάδες τρισεκατομμύρια τα οποία υποτίθεται πως τους χρωστά όλος ο υπόλοιπος κόσμος; Γιατί τα τριακόσια τριάντα δις που ‘χρωστά’, εντός εισαγωγικών, σήμερα η χώρα μας είναι σταγόνα στον ωκεανό των χρεών της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Οι φετινές μόνο δανειακές ανάγκες μόνο των χωρών της ευρωζώνης υπολογίζονται σε 2,8 τρις. Πώς γίνεται όλες οι χώρες, άσχετα από το αν έχουν χρηστή διαχείριση ή όχι, να έχουν τόσο τεράστιες δανειακές ανάγκες; Και από την άλλη μεριά πώς γίνεται οι τράπεζες και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια να κατέχουν στα χαρτοφυλάκιά τους έναν ακαθόριστο αριθμό εκατοντάδων τρισεκατομμυρίων, πολλές εκατοντάδες φορές μεγαλύτερο από το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής και ακόμη και από το σύνολο του παγκόσμιου πλούτου; Για παράδειγμα, κανείς δεν ξέρει το συνολικό ύψος των credit default swaps, αλλά υπολογίζεται γύρω στα εννιακόσια τρισεκατομμύρια δολλάρια. Πού βρέθηκε όλος αυτός ο πλούτος και πώς κατέληξε στα θησαυροφυλάκια ελάχιστων και άγνωστων;
Για ν’ απαντήσουμε εδώ πρέπει πρώτα να θέσουμε ένα άλλο ερώτημα: ποιός εκδίδει το χρήμα που όλοι και όλες έχουμε στις τσέπες μας και στους τραπεζικούς λογαριασμούς μας; Είναι μήπως το κράτος, όπως ο πολύς κόσμος νομίζει; Όχι βέβαια, είναι ιδιωτικές τράπεζες, στις οποίες το κράτος έχει παραχωρήσει αυτό το προνόμιο, και οι οποίες εκδίδουν χρήμα όχι ανάλογα με τις ανάγκες της οικονομίας, αλλά ανάλογα με τις δικές τους ελπίδες κερδοφορίας. Εσεις κι εγώ δεν έχουμε δικαίωμα να εκδώσουμε χρήμα, το κράτος στο σημερινό μας σύστημα δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, οι τράπεζες έχουν. Ποιός τους δίνει αυτό το προνόμιο, γιατί για προνόμιο πρόκειται, όπως τα προνόμια που απολάμβαναν οι αριστοκράτες πριν από τη Γαλλική Επανάσταση και οι πασάδες πριν από την ελληνική; Το κράτος, το οποίο στερεί αυτό το προνόμιο από τον εαυτό του, το έχει παραχωρήσει στις τράπεζες, στο χρηματιστικό κεφάλαιο όπως το έλεγαν κάποτε οι αριστεροί. Οι ίδιες τράπεζες έπειτα δανείζουν αυτά τα χρήματα στο κράτος, τα οποία χρειάζεται απαραίτητα για να επιτελέσει το έργο του, άλλοτε με λογικό επιτόκιο και άλλοτε με τοκογλυφικό. Σήμερα οι τράπεζες δανείζουν στο ελληνικό κράτος χρήματα με επιτόκιο μεγαλύτερο από εκείνο που εμείς πληρώνουμε για τα στεγαστικά μας δάνεια.
Χρήμα δεν εκδίδουν μόνον οι λεγόμενες εκδοτικές τράπεζες, όπως ήταν παλιά η Τράπεζα της Ελλάδος και είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κάθε τράπεζα εκδίδει χρήμα, πολλαπλάσιο των καταθέσεων και των δικών της κεφαλαίων που έχει στα θησαυροφυλάκιά της. Σήμερα, περίπου είκοσι φορές πολλαπλάσιο. Δηλαδή, για κάθε εκατό ευρώ που τής καταθέτει ένας συνταξιούχος, η τράπεζα δίνει περίπου δυο χιλιάδες δάνεια. Το όλο σύστημα λειτουργούσε πολύ άδικα βέβαια αλλά συνάμα πρακτικά ώσπου η λεγόμενη απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που ξεκίνησε επί Μάργκαρετ Θάτσερ κι εξαπλώθηκε παγκόσμια, το έκανε ουσιαστικά ασύδοτο. Πολύ κατατοπιστικά παρουσιάζεται στο φιλμάκι που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, «Το χρήμα ως χρέος» (βρίσκεται εύκολα στο tvxs και στο kepik.gr)
Έτσι εξηγούνται λοιπόν οι πακτωλοί των εκατοντάδων τρισεκατομμυρίων. Το χρήμα που κυκλοφορεί σήμερα είναι κατά βάση πλασματικό χρήμα, που έχει δημιουργηθεί από τις τράπεζες. Για να το πούμε απλά: όταν δανείζομαι ένα σφυρί από τον γείτονα, για να διορθώσω την πόρτα μου, ή όταν η κυρία Λένη δανείζεται ένα λεμόνι από την κυρία Ιωάννα, ο γείτονας ή η γειτόνισα μου δίνουν ένα σφυρί ή ένα λεμόνι, που το έχουν, κι έπειτα το παίρνουν πίσω. Όταν δανείζομαι από έναν φίλο μου είκοσι ευρώ για να πληρώσω τον μπακάλη, και πάλι αυτός μου δίνει ένα πραγματικό εικοσάευρο που το έχει στην τσέπη του. Όταν όμως δανείζομαι διακόσιες χιλιάδες ευρώ από την τράπεζα για να πάρω το σπίτι όπου θέλω να ζήσω, ή όταν το ελληνικό κράτος δανείζεται είκοσι δις ευρώ από έναν όμιλο πιστωτών για να πληρώσει στους ίδιους πάλι τα τοκοχρεωλύσια είκοσι εβδομάδων, για προηγούμενα δάνεια που έχει πάρει –αυτό είναι το πραγματικό νούμερο σήμερα- οι τράπεζες δεν δίνουν τίποτε πραγματικό. Απλώς βάζουν μια εγγραφή σ’ ένα ηλεκτρονικό κατάστιχο, κι έτσι μας δανείζουν είκοσι δις που οι ίδιες ποτέ δεν είχαν στα ταμεία τους· το αντίκρυσμα αυτών των είκοσι δις που έχουν στα ταμεία τους είναι απλώς καταθέσεις ενός δις, αν υπάρχουν και αυτές, γιατί συνήθως κανένας δεν τις ελέγχει, και όποτε έγιναν έλεγχοι τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν μαύρες τρύπες.. Όταν το κράτος δεν ελέγχει τέτοια πράγματα, νομίζετε πως ελέγχει αν έχουν πράγματι οι τράπεζες τα δισεκατομμύρια που λεν πως έχουν;
Ποιός τους έδωσε λοιπόν το δικαίωμα να φτιάξουν δεκαενιά δις από καθαρό αέρα για κάθε δις ιδίων κεφαλαίων και καταθέσεων; Το κράτος βέβαια. Ποιός στερεί από τον εαυτό του το δικαίωμα να φτιάξει ο ίδιος τέτοια δις, ενώ τα χρειάζεται για να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες, κι έπειτα δανείζεται τα ίδια χρήματα, τον αέρα δηλαδή, με τοκογλυφικό επιτόκιο από τις τράπεζες; Το κράτος βέβαια. Ποιός στερεί από εσάς κι εμένα το δικαίωμα να πληρωνόμαστε την αξία της εργασίας μας, και μας αφαιρεί ένα τεράστιο κομάτι όσων παράγουμε που δίνονται έπειτα στις λεγόμενες ‘αγορές’ σαν τοκοχρεωλύσια των τοκογλυφικών δανείων με τα οποία εκείνες δάνεισαν πλασματικό χρήμα στο κράτος, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά; Το λεγόμενο δημοκρατικό μας κράτος. Είναι δυνατό ένα δημοκρατικό κράτος να εκμεταλλεύεται τόσο αναίσχυντα τους πολίτες του; Όχι φυσικά, επομένως επείγει σήμερα ο εκδημοκρατισμός του κράτους σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα.
Έρχομαι τώρα στο δια ταύτα, και αμέσως κλείνω. Προϋπόθεση για να κάνουμε κάποια στοιχειώδη βήματα προς την οικονομική δημοκρατία είναι το κράτος μας ν’ ανακτήσει τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής, που τόσο άφρονα παραχώρησε στους ασύδοτους και ανεξέλεγκτους διεθνείς τραπεζίτες, οι οποίοι σήμερα στίβουν τη χώρα μας. Αυτό πρώτα πρώτα σημαίνει να ξαναποκτήσουμε δικό μας νόμισμα, γιατί το ευρώ δεν ανήκει στην Ελλάδα, απλώς η Ελλάδα έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί το ευρώ. Από τη στιγμή της γέννησής του σοβαροί οικονομολόγοι της αριστεράς και της δεξιάς είχαν προειδοποιήσει πως η ευρωζώνη δεν αποτελεί βέλτιστη ζώνη νομισματικής ενοποίησης, όπως την λένε, και τώρα επαληθεύονται.
Σημαίνει επίσης το ελληνικό κράτος, το δημόσιο, όλες και όλοι μας, να ανακτήσει τον έλεγχο του κορμού του τραπεζικού συστήματος. Το προνόμιο της έκδοσης χρήματος, πραγματικού ή πλασματικού, δεν μπορεί παρά ν’ ανήκει στο δημόσιο και όχι σε μια μικρή ελίτ σύγχρονων αριστοκρατών. Οι προεκλογικές υποσχέσεις της σημερινής κυβέρνησης κινούνταν σ’ αυτήν τη σωστή κατεύθυνση, αλλά εγκαταλείφθηκαν με έωλα προσχήματα, γιατί φυσικα όλοι γνώριζαν την οικονομική κατάσταση όταν έλεγαν ‘Λεφτά υπάρχουν’. Σκοπός ύπαρξης των τραπεζών είναι να μεταφέρουν πόρους από τους τομείς της οικονομίας όπου αυτοί πλεονάζουν σε κείνους που έχουν ανάγκη επενδύσεων, αλλά σήμερα οι απελευθερωμένες τράπεζες έχουν αποκλειστικό σκοπό το δικό τους κέρδος, έστω και αν αυτό σημαίνει καταστροφή της υπόλοιπης οικονομίας. Μάλιστα, αυτήν τη στιγμή όλες οι ελληνικές τράπεζες υπάρχουν χάρη στο κράτος, το οποίο τους διοχετεύει πιστώσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων αφήνοντας την υπόλοιπη οικονομία να καταρρεύσει. Χωρίς την τεράστια κρατική βοήθεια που δέχονται όλες θα είχαν φαλίρει. Με τα χρήματα που το δημόσιο τους δίνει χωρίς κανένα αντάλλαγμα, θα μπορούσαμε όλες να τις είχαμε εξαγοράσει πολλές φορές, ώστε να στρέψουμε τη λειτουργία τους σε μια πιο κοινωνική κατεύθυνση.
Και το άλλο αναπόφευκτο και αναγκαίο βήμα είναι η διαγραφή του δημόσιου χρέους συν σοβαρά βήματα και προς μια σεισάχθεια των ιδιωτικών χρεών προς το τραπεζικό σύστημα. Πρέπει επιτέλους να πούμε τα σύκα σύκα. Σήμερα ο λαός μας ματώνει για να ικανοποιηθούν εκατό τοις εκατό οι απαιτήσεις δανειστών, οι οποίοι μας έδωσαν αέρα. Μας έδωσαν αέρα, τούς δίνουμε το αίμα μας. Αυτό καταστρέφει τη χώρα, και δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είπε ο κ. Παπακωνσταντίνου πως δεν μπορεί κανείς να κατηγορεί το μνημόνιο χωρίς να λέει συγχρόνως και πού θα βρούμε τα 110 δις του δανείου που χάρη σ’ αυτό εξασφαλίσαμε. Κι έχει δίκαιο. Αλλά ένα κομάτι της αριστεράς λέει που θα βρούμε αυτά τα 110 δις. Στην πραγματικότητα, αν γινόταν ένα θαύμα και ερχόταν στους κυβερνώντες η επιφοίτηση και η Ελλάδα είχε κηρύξει στάση πληρωμών στους ξένους τραπεζίτες όταν είχα γράψει το πρώτο σχετικό άρθρο μου, θα είχαμε ήδη εξοικονομήσει ένα ποσό πολύ κοντά στα περίφημα 110 δις, για τα οποία τώρα διαλύουμε το κράτος μας. Αλλά θαύματα δεν γίνονται κι επιφοιτήσεις δεν έρχονται χωρίς τον αγώνα του λαού.
Αυτά τα τρία πρώτα βήματα, η διαγραφή του χρέους και ο έλεγχος της νομισματικής πολιτικής και του τραπεζικού συστήματος προς κοινό όφελος, είναι εφικτά και απαραίτητα. Ώσπου να πραγματοποιηθούν η οικονομία θα καταρρέει, αφημένη έρμαια στα τσουνάμι της κερδοσκοπίας και στα γιατροσόφια των νεοφιλελεύθερων γκουρού που μας υποσχέθηκαν ευημερία και αντίθετα μας χρεωκόπησαν. Απαιτούν ρήξεις, αλλά η κοινωνική οργή που συσσωρεύεται σύντομα θα τις κάνει και αυτές εφικτές. Καμιά άλλη εποχή δεν θυμίζει περισσότερο η σημερινή, και με αυτό κλείνω, από τη Γαλλία των χρόνων πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010
Επιστροφή στην …Φεουδαρχία μέσω ΔΝΤ
Από: antinews.gr
Το πολιτικό μας σύστημα, όλο και πιο πολύ, αρχίζει και μοιάζει με αυτό της φεουδαρχίας. Τι συνέβαινε τότε; Ο κάθε γαιοκτήμονας ήλεγχε μέσω ιδιωτικού στρατού κάποιες εκτάσεις τις οποίες καλλιεργούσαν οι δουλοπάροικοι και απέδιδαν σε αυτόν το προϊόν τους, φυτοζωώντας οι ίδιοι. Ως αντάλλαγμα, είχαν τη προστασία του από τυχόν επιθέσεις άλλων στρατών άλλων γαιοκτημόνων. Μεροδούλι μεροφάι δηλαδή. Που και που, και όταν δεν πολεμούσαν ο ένας τον άλλο, οι
φεουδάρχες παντρευόντουσαν μεταξύ τους, μεγαλώνοντας και ισχυροποιώντας έτσι την ιδιοκτησία τους. Όλοι μαζί, Βαρόνοι, Δούκες, Κόμηδες κλπ εξαρτώνταν από κάποιον πιο ισχυρό γαιοκτήμονα, και πάει λέγοντας. Στο τέλος, τα περισσότερα έσοδα κατέληγαν στον ισχυρότερο όλων, τον λεγόμενο Βασιλιά. Και έτσι κυλούσε ο καιρός, και οι «αριστοκράτες» ζούσαν καλά και οι δουλοπάροικοι χειρότερα.
Σήμερα τι βλέπουμε; Παρόλο που μεσολάβησε ο καπιταλισμός, η βιομηχανική επανάσταση, η γαλλική επανάσταση, και δεν ξέρω τι άλλο, επιστρέφουμε σε μια συγκαλυμένη μορφή σύγχρονης φεουδαρχίας. Οι βασικές αρχές είναι οι ίδιες. Ο απλός λαός δουλεύει για να πληρώνει φόρους και λογαριασμούς. Μεροδούλι μεροφάι. Και ως αντάλλαγμα έχει υποτίθεται την υψηλή προστασία του σύγχρονου γαιοκτήμονα, του κράτους. Όπου κράτος σημαίνει μια κάστα «πολιτικών» οικογενειών, που εναλλάσσονται στην εξουσία, χωρίς όμως ποτέ κανένας από αυτούς να έχει δουλέψει στα χωράφια. Και βέβαια, αυτοί δίνουν λόγο σε κάποιους άλλους. Σε μια κάστα «επιχειρηματιών κεφαλαιοκρατών», που ελέγχουν το όλο σύστημα, προσποριζόμενοι τα έσοδα, μέρος μόνο από τα οποία καταλήγει στους μεσάζοντες διεκπεραιωτές πολιτικούς. Κάποιοι από αυτούς, οι ισχυρότεροι, είναι ο σύγχρονος (τοπικός) βασιλιάς.
Και τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε τον παράγοντα των ΜΜΕ, που στη χώρα μας αποτελεί απλά ένα εκβιαστικό ή λιβανιστικό μέσα (ανάλογα), προκειμένου από τη μια να κρατούν το λαό σε κατάσταση ύπνωσης, ρόλο που έπαιζε κάποτε ο γελωτοποιός, από την άλλη να ανεβοκατεβάζουν τις οικογένειες που μας κυβερνούν (για λογαριασμό άλλων), αποφεύγοντας έτσι τα λουτρά αίματος άλλων εποχών. Η μάχη σήμερα δίνεται με πολιτισμένα μέσα.
Που και που μας προκύπτει και κανένας Ρομπέν των Δασών, ή στη δικιά μας περίπτωση Ρομπέν των Αστών. Στο τέλος όμως, τον τρώει και αυτόν η μαρμάγκα ή ενσωματώνεται στο σύστημα ως άλλος υποκόμης. Η όλη δομή είναι σαφώς πιο περίπλοκη από ότι πριν 1000 χρόνια, και αυτό είναι λογικό με όλη την εξέλιξη που έχουμε, αλλά οι βασικές αρχές σήμερα είναι ξεκάθαρα οι ίδιες. Η εξής μια: Δουλεύουμε για άλλους. Και εν αντιθέσει με τους παλιούς δουλοπάροικους που ήξεραν τη μοίρα τους και τη θέση τους στην ιεραρχία, εμείς βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε πως είμαστε ελεύθεροι, πως είμαστε κύριοι της μοίρας μας και άλλα πολλά τέτοια. Διότι, λέει, επιλέγουμε τα αφεντικά μας. Αφεντικά, που μας πλασάρουν λόγια περί πατρίδας, έθνους, αξιών, ισονομίας, και βούρτσες μπλε, ενώ στην ουσία μοναδικός σκοπός τους είναι η είσπραξη των φόρων, και η μοιρασιά τους. Έτσι απλά. Ζούμε δηλαδή σε μια σύγχρονη «δημοκρατική» φεουδαρχία. Και οι αφέντες μας ζουν στα κάστρα. Όχι επάνω στο λόφο, όπως παλιά. Σε γυάλινα κάστρα με κεραίες. Και οι αλυσίδες που μας δένουν είναι ηλεκτρονικές. Και δεν σπάνε με τίποτα.
Το πολιτικό μας σύστημα, όλο και πιο πολύ, αρχίζει και μοιάζει με αυτό της φεουδαρχίας. Τι συνέβαινε τότε; Ο κάθε γαιοκτήμονας ήλεγχε μέσω ιδιωτικού στρατού κάποιες εκτάσεις τις οποίες καλλιεργούσαν οι δουλοπάροικοι και απέδιδαν σε αυτόν το προϊόν τους, φυτοζωώντας οι ίδιοι. Ως αντάλλαγμα, είχαν τη προστασία του από τυχόν επιθέσεις άλλων στρατών άλλων γαιοκτημόνων. Μεροδούλι μεροφάι δηλαδή. Που και που, και όταν δεν πολεμούσαν ο ένας τον άλλο, οι
φεουδάρχες παντρευόντουσαν μεταξύ τους, μεγαλώνοντας και ισχυροποιώντας έτσι την ιδιοκτησία τους. Όλοι μαζί, Βαρόνοι, Δούκες, Κόμηδες κλπ εξαρτώνταν από κάποιον πιο ισχυρό γαιοκτήμονα, και πάει λέγοντας. Στο τέλος, τα περισσότερα έσοδα κατέληγαν στον ισχυρότερο όλων, τον λεγόμενο Βασιλιά. Και έτσι κυλούσε ο καιρός, και οι «αριστοκράτες» ζούσαν καλά και οι δουλοπάροικοι χειρότερα.Σήμερα τι βλέπουμε; Παρόλο που μεσολάβησε ο καπιταλισμός, η βιομηχανική επανάσταση, η γαλλική επανάσταση, και δεν ξέρω τι άλλο, επιστρέφουμε σε μια συγκαλυμένη μορφή σύγχρονης φεουδαρχίας. Οι βασικές αρχές είναι οι ίδιες. Ο απλός λαός δουλεύει για να πληρώνει φόρους και λογαριασμούς. Μεροδούλι μεροφάι. Και ως αντάλλαγμα έχει υποτίθεται την υψηλή προστασία του σύγχρονου γαιοκτήμονα, του κράτους. Όπου κράτος σημαίνει μια κάστα «πολιτικών» οικογενειών, που εναλλάσσονται στην εξουσία, χωρίς όμως ποτέ κανένας από αυτούς να έχει δουλέψει στα χωράφια. Και βέβαια, αυτοί δίνουν λόγο σε κάποιους άλλους. Σε μια κάστα «επιχειρηματιών κεφαλαιοκρατών», που ελέγχουν το όλο σύστημα, προσποριζόμενοι τα έσοδα, μέρος μόνο από τα οποία καταλήγει στους μεσάζοντες διεκπεραιωτές πολιτικούς. Κάποιοι από αυτούς, οι ισχυρότεροι, είναι ο σύγχρονος (τοπικός) βασιλιάς.
Και τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε τον παράγοντα των ΜΜΕ, που στη χώρα μας αποτελεί απλά ένα εκβιαστικό ή λιβανιστικό μέσα (ανάλογα), προκειμένου από τη μια να κρατούν το λαό σε κατάσταση ύπνωσης, ρόλο που έπαιζε κάποτε ο γελωτοποιός, από την άλλη να ανεβοκατεβάζουν τις οικογένειες που μας κυβερνούν (για λογαριασμό άλλων), αποφεύγοντας έτσι τα λουτρά αίματος άλλων εποχών. Η μάχη σήμερα δίνεται με πολιτισμένα μέσα.
Που και που μας προκύπτει και κανένας Ρομπέν των Δασών, ή στη δικιά μας περίπτωση Ρομπέν των Αστών. Στο τέλος όμως, τον τρώει και αυτόν η μαρμάγκα ή ενσωματώνεται στο σύστημα ως άλλος υποκόμης. Η όλη δομή είναι σαφώς πιο περίπλοκη από ότι πριν 1000 χρόνια, και αυτό είναι λογικό με όλη την εξέλιξη που έχουμε, αλλά οι βασικές αρχές σήμερα είναι ξεκάθαρα οι ίδιες. Η εξής μια: Δουλεύουμε για άλλους. Και εν αντιθέσει με τους παλιούς δουλοπάροικους που ήξεραν τη μοίρα τους και τη θέση τους στην ιεραρχία, εμείς βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε πως είμαστε ελεύθεροι, πως είμαστε κύριοι της μοίρας μας και άλλα πολλά τέτοια. Διότι, λέει, επιλέγουμε τα αφεντικά μας. Αφεντικά, που μας πλασάρουν λόγια περί πατρίδας, έθνους, αξιών, ισονομίας, και βούρτσες μπλε, ενώ στην ουσία μοναδικός σκοπός τους είναι η είσπραξη των φόρων, και η μοιρασιά τους. Έτσι απλά. Ζούμε δηλαδή σε μια σύγχρονη «δημοκρατική» φεουδαρχία. Και οι αφέντες μας ζουν στα κάστρα. Όχι επάνω στο λόφο, όπως παλιά. Σε γυάλινα κάστρα με κεραίες. Και οι αλυσίδες που μας δένουν είναι ηλεκτρονικές. Και δεν σπάνε με τίποτα.Strange Attractor
Όταν το ψέμα γίνεται καπνός, του Γιώργου Πήττα
(το άρθρο γράφτηκε το 2007, πριν την ποινικοποίηση του καπνίσματος. Δημοσιεύεται σήμερα στο TVXS με αφορμή μια σχετική με το ζήτημα συζήτηση που έγινε εδώ, με αφορμή την εκδήλωση που διοργάνωσαν στον Ιανό επιχειρηματίες και «πνευματικοί άνθρωποι»)Του Γιώργου Πήττα
Αναγνώστης, με εξαιρετικά ευγενικό τόνο γραφής, μου έστειλε την περασμένη εβδομάδα ένα email, στο οποίο μετά από κάποια καλά λόγια, αναρωτιόταν αν αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία (που με επιλογή της εφημερίδας συνοδεύει τα άρθρα μου) εκεί στην άκρη του χεριού, στα δάχτυλά μου, είναι ένα τσιγάρο. (πάνω βλέπετε το τεκμήριο του εγκλήματος καθαρά, αλλά στην εφημερίδα η φωτογραφία είναι μικρή, οπότε ο φίλος αναγνώστης διατηρούσε κάποιες ελπίδες πως μπορεί να κάνει…λάθος)
Και ναι, ομολογώ και δημοσίως το απεχθές μου ατόπημα, είναι πράγματι ένα μιαρό και βδελυρό τσιγάρο. Η αλήθεια είναι πως και εγώ έχω μία καθαρά αισθητική αντιπάθεια στις φωτογραφίες προσώπων με το τσιγάρο στο χέρι.
Αν μάλιστα κοιτάξουμε το ζήτημα από την πλευρά της πολιτικής ορθότητας, σίγουρα τότε κατά τις λογικές που επικρατούν σε πολλές χώρες, το ατόπημα είναι στο "παρά πέντε" για να γίνει ποινικά κολάσιμη πράξη. Την έχω την κακή συνήθεια, εντάξει.
Το ζήτημα είναι αλλού. Βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στην απερίγραπτη υποκρισία που διακατέχει τις κυβερνήσεις και όσους παίρνουν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή όλων μας, αναφορικά με τη λεγόμενη αντικαπνιστική εκστρατεία.
Ας πάρουμε, όμως, ορισμένα πράγματα με τη σειρά:
1. Το τσιγάρο είναι βλαβερό, είναι καταστροφικό, σε αυτό όλοι συμφωνούμε.
Το ίδιο και το αλκοόλ, η επιθετική οδήγηση, η αγένεια, η υποκρισία και κυρίως η βλακεία, που θαρρώ είναι η πιο επικίνδυνη τάση (και μάλιστα κυρίαρχη) σε μία κοινωνία. (συμπλήρωση 2010: Η ανασφάλεια το άγχος οι απολύσεις και η εξώθηση πάμπολλων συνανθρώπων στην αυτοκτονία λόγω αδιεξόδων θα έλεγα πως είναι ακόμα πιο βλαβερές πρακτικές από το τσιγάρο)
2. Χρόνια, πολλά χρόνια τώρα, έχουν ξοδευτεί και ξοδεύονται τεράστια κονδύλια κατά του καπνίσματος σε Ευρώπη και Αμερική. Με τα ίδια χρήματα, όμως, ή και λιγότερα, στον ίδιο χρόνο θα είχε δοθεί η ευκαιρία στις Καπνοβιομηχανίες να αλλάξουν το αντικείμενό τους. Εφικτό ακόμα θα ήταν να είχαν κηρυχθεί παράνομες, μετά από μία αυστηρά προσδιορισμένη προθεσμία κάποιων ετών. Ωστόσο πουθενά κανείς δεν μιλάει για μία τέτοια προοπτική επίσημης κατάργησης του συγκεκριμένου κλάδου.
3. Ερώτηση: Δεν αποτελεί θεμελιώδη υποκρισία να ξοδεύεις χρήματα κατά της χρήσης ενός προϊόντος, στο οποίο την ίδια στιγμή επιτρέπεις την απολύτως νόμιμη παραγωγή και διανομή; Για μένα, τουλάχιστον, η απάντηση είναι μονόδρομος. Ναι, είναι μέγιστη υποκρισία, τόσο κραυγαλέα που καταντάει ύποπτη. Ύποπτη;
4. Ναι. Γιατί άραγε τα ποσοστά των νέων καπνιστών, σε ηλικίες από 16 και πάνω στην Ε.Ε. έχουν αυξητική τάση; Μήπως άραγε όλο αυτό το "απαγορευτικό περιβάλλον" δημιουργεί τελικά μυθολογία γύρω από το τσιγάρο; Κάθε τι το απαγορευμένο (πλην όμως τόσο προσιτό...) έλκει σαν μαγνήτης- το ξέρουμε όλοι.
Στην εκστρατεία αντέδρασαν θετικά (στα πρώτα της βήματα) άνθρωποι που σήμερα είναι κάπου μεταξύ 40 και 50 και έχουν παιδιά σε εφηβική ηλικία ή διανύουν τα πρώτα χρόνια της εικοσαετίας τους. Δηλαδή έχουν μία εύλογη τάση να είναι «απέναντι» σε διάφορες επιλογές των γονέων τους. Στη Βρετανία, την Αυστρία κ.α. τα στοιχεία για τους νέους καπνιστές, είναι συντριπτικά. Ποιοι πανηγυρίζουν; Ασφαλώς οι σχετικές βιομηχανίες δηλ. η Καπνική αλλά και η Ιατρική βιομηχανία.
Η μεν παράγει το πρόβλημα και η δε το «θεραπεύει» με πανάκριβες αγωγές.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που η παραγωγή και διανομή ενός προϊόντος είναι απολύτως νόμιμες διαδικασίες, αναρωτιέμαι ποια τάχα "ορθότητα" θεωρεί ανορθόδοξη μία φωτογραφία, στην οποία ο εικονιζόμενος έχει "συλληφθεί" από το φακό με το προϊόν της (βλαβερής πλην όμως νόμιμης) επιλογής του.
Άραγε είναι ο καπνός και οι βλαβερές του συνέπειες το μόνο σημείο στο οποίο η δημόσια ζωή και οι φορείς αποθεώνουν και θεμελιώνουν την υποκρισία ως τρόπο ζωής;
Όχι βέβαια.
Πραγματικά, οι συνέπειες του καπνού και της αερολογίας πάνε μαζί και είναι εξόχως βλαβερές.
Και στην αερολογία θα προσθέσω και όλους αυτούς που μαζεύτηκαν στον Ιανό να διεκδικήσουν τα δικαιώματα των καπνιστών –δηλαδή του κέρδους των καφενείων αλλά λησμόνησαν να παρέμβουν για τους χιλιάδες ανθρώπους που απολύονται κάθε μέρα από τις δουλειές τους, για τους χιλιάδες ανθρώπους που ένα ολάκερο σύστημα τους σβήνει σαν καμένο τσιγάρο και τους πετάει στο τασάκι του κοινωνικού περιθωρίου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




