Σελίδες

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορικές διαδρομές της Αριστεράς στο «σύντομο 20ό αιώνα»





 Είναι γνωστό ότι η αριστερά οφείλει το όνομά της στις θέσεις που καταλάμβανε η ριζοσπαστική πτέρυγα στα έδρανα της Συντακτικής συνέλευσης κατά τη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης του 1789. Βέβαια, η έννοια της αριστεράς σχηματοποιήθηκε πολύ περισσότερο μετά την επικράτηση του καπιταλισμού, όταν συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και έκτοτε είναι συνυφασμένη με την πολιτική έκφραση του κινήματος που παλεύει για να δοθεί στη δημοκρατία κοινωνικό περιεχόμενο Από την «άνοιξη των λαών» του 1848 μέχρι το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923, τα κινήματα της Αντίστασης στο φασισμό και την παγκόσμια ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η αριστερά έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στη διαδρομή αυτή, ωστόσο, η αριστερά δεν ήταν ενιαία. Για να γίνει κατανοητό το γιατί, είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κρίσιμα ιστορικά σταυροδρόμια και τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές που επέλεξαν τα διαφορετικά της κομμάτια: αυτό θα είναι και το αντικείμενο αυτής της – αναγκαστικά σύντομης – εξιστόρησης. Άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα διακύβευμα που κρίνεται διαρκώς στο παρόν. Την αντίληψη της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης για την Ιστορία απέδωσε ο Μαρξ με την περίφημη φράση του ότι «για την αστική τάξη υπήρχε ιστορία, αλλά δεν υπάρχει πια». Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσεται τόσο η φιλολογία που ακολούθησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ σχετικά με το «τέλος της Ιστορίας», όσο και τα διαρκή κροκοδείλια δάκρυα για την ανυπαρξία νοήματος στη διάκριση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά


Η άνοδος και η πτώση της επαναστατικής Αριστεράς

            Όσον αφορά την επαναστατική αριστερά, οι πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της γράφτηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου  αιώνα. Πρόκειται για τα χρόνια στα οποία συνδυάστηκε οργανικά η μαρξιστική θεωρία με την επαναστατική πολιτική πρακτική. Ο Λένιν έγραφε κείμενα όπως την «Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» ή το «Κράτος και Επανάσταση», την ίδια περίοδο κατά την οποία διεύθυνε τις εφημερίδες «Ίσκρα» και «Πράβντα» και ηγούταν του μπολσεβίκικου κόμματος που έμελλε να είναι το πρώτο που οδήγησε την εργατική τάξη σε μία επιτυχημένη «έφοδο στον ουρανό». Ο Λέων Τρότσκι διατύπωσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης με το «Αποτελέσματα και προοπτικές», αλλά αναδείχθηκε και ως ο πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία το 1905 και αργότερα αρχηγός του Κόκκινου στρατού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση» και τη «Συσσώρευση του κεφαλαίου», αλλά υπήρξε και ιδρυτικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής επανάστασης του 1918. Ακόμα και ο Γκράμσι, πολύ πριν τη λογοκριμένη μαγεία των «Τετραδίων της Φυλακής», είχε γράψει τα «Εργοστασιακά συμβούλια» και τις «Θέσεις της Λυών», ενώ διεύθυνε και την «Όρντινε Νουόβο» μέσα στη φλόγα της ιταλικής «κόκκινης διετίας» του 1919-1920. Οι θεωρητικοί του μαρξισμού θεωρούνταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και αναγκαίο να είναι και πολιτικοί ηγέτες της αριστεράς.

Αυτή η επαναστατική γενιά πρωτοστάτησε και στο σχίσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το 1914, η Δεύτερη Διεθνής ξέχασε τις φλογερές αντιπολεμικές διακηρύξεις της και οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανά την Ευρώπη συστρατεύτηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους και συμμετείχαν ενεργητικά στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ο πολιτικός και αργότερα οργανωτικός διαχωρισμός της επαναστατικής αριστεράς, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, δεν ήταν καρπός ενός εγκεφαλικού σχεδιασμού των ηγεσιών της. Αντίθετα, αποτελούσε προϊόν της σύγκρουσης της επαναστατικής πτέρυγας της αριστεράς εκείνη την περίοδο με το «σοσιαλπατριωτισμό» της Δεύτερης Διεθνούς από τη σκοπιά μίας στρατηγικής ενεργά και επίμονα διεθνιστικής και επαναστατικής. Αυτή η στρατηγική, η οποία επέμενε στην επικαιρότητα της επανάστασης και όχι στην παραπομπή της στις καλένδες του μέλλοντος, δικαιώθηκε από το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923: οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, ανατροπή του Κάιζερ και των Αψβούργων στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, «κόκκινη διετία» στην Ιταλία και ούτω καθεξής.

            Το κρίσιμο στοίχημα της περιόδου παίχτηκε στη Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες του SPD κατάφεραν, επωφελούμενοι από τα λάθη απειρίας του νεοσύστατου KPD, να διατηρήσουν την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα και να εμποδίσουν την αντικαπιταλιστική δυναμική του Η ήττα της γερμανικής επανάστασης του 1918-1923 διαδραμάτισε με τη σειρά της καθοριστικό ρόλο στην απομόνωση της ρωσικής επανάστασης και έθρεψε, μ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτηση του σταλινισμού και τη θεωρητικοποίηση της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ο σταλινισμός υπήρξε η ανατροπή του λενινισμού, τόσο ως προς την αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, όσο και ως προς το καθεστώς που εγκαθίδρυσε στην ίδια τη Ρωσία. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, κατέστη εφικτό μέσα από την καταστροφή των δεσμών του ΚΚ Ρωσίας με την εργατική τάξη της χώρας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και με τη συνειδητή επίθεση του Στάλιν στην εργατική τάξη μέσα από τις «σταχανοβίτικες» εκστρατείες για εργασιακή πειθαρχία και βέβαια μέσα από την ωμή καταστολή πρώτα της αριστερής και έπειτα κάθε αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Αναφορικά με το κράτος, η γραφειοκρατία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη τάξη θέτοντας ως στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» ώστε να «φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση σε πέντε – δέκα χρόνια», ενώ η εργατική τάξη αποστερήθηκε από κάθε έλεγχο στα μέσα παραγωγής.

Η Αριστερά στη σκιά του σταλινισμού

Η επικράτηση αυτού του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν άφησε ανεπηρέαστη την κομμουνιστική αριστερά των υπόλοιπων χωρών. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αφού εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από τις αντιπολιτευόμενες φωνές, προσανατολίστηκαν στην υπεράσπιση της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και, αμέσως μετά την καταστροφική γραμμή της «Τρίτης Περιόδου», στη συγκρότηση «Λαϊκών μετώπων» αναζητώντας συμμάχους ενάντια στο φασισμό σε μερίδες της αστικής τάξης. Αυτά τα μέτωπα οδήγησαν σε ήττες τόσο την ισπανική επανάσταση του 1936, όσο και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και την εξέγερση του Μάη στην Ελλάδα την ίδια χρονιά.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο όταν τεράστια κινήματα αντιφασιστικής αντίστασης ακολούθησαν την ίδια συμβιβαστική πολιτική με αποτέλεσμα είτε τη συντριβή, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε το συμβιβασμό, στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Στην πρώτη περίπτωση, η ηγεσία ενός τεράστιου κινήματος αντίστασης, που είχε καταφέρει να ακυρώσει με γενική απεργία την επιστράτευση που διέταξαν οι Ναζί το Μάρτιο του 1943, παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Αντίστοιχα, στις δεύτερες περιπτώσεις, τα Κομμουνιστικά κόμματα εκδιώχθηκαν το Μάρτιο του 1947 από τις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» στις οποίες συμμετείχαν και απομονώθηκαν πολιτικά ως υποστηρικτές του «παραπετάσματος». Οι πόθοι των ευρωπαϊκών λαών που έδωσαν με σθένος και τεράστιες θυσίες τη μάχη ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό δεν δικαιώθηκαν. Οι ελπίδες για ισότητα και εμβάθυνση της δημοκρατίας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και, γενικότερα για μια «δικαιότερη κοινωνική τάξη πραγμάτων» θυσιάστηκαν στο βωμό του μεταρρυθμιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, η ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής των αντιστασιακών κινημάτων ήταν μοιραία συνέπεια της συνειδητής ενσωμάτωσης της αριστεράς στη μεταπολεμική νομιμότητα

Από μια άλλη πλευρά, ο συνδυασμός της επικράτησης του φασισμού και του σταλινισμού τη δεκαετία του ’30 είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των δυνητικών φορέων της επαναστατικής μαρξιστικής παράδοσης από τη μαζική πολιτική πρακτική της εργατικής τάξης στη Δύση. Η απομόνωση και ο θάνατος του Γκράμσι και του Τρότσκι στην Ιταλία και το Μεξικό, καθώς και η απομόνωση και η εξορία του Λούκατς και του Κορς στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ σηματοδότησαν το τραγικό τέλος μιας περιόδου κατά την οποία ο μαρξισμός ήταν οργανικά συνδεδεμένος με το κίνημα των μαζών. Στο εξής, ο «δυτικός μαρξισμός» θα συσπειρώνει επαγγελματίες φιλοσόφους και όχι πια «επαγγελματίες επαναστάτες» και τα κείμενά του θα γράφονται σ’ ένα ιδιαίτερο ιδιόλεκτο που θα επιτείνει την απόστασή του από την εργατική τάξη της οποίας το μέλλον υποτίθεται ότι υπηρετούσε και οργάνωνε. Αυτή η βαθιά αλλαγή αποτυπώνεται τόσο στα έργα των στοχαστών της σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και σε αυτά του Αλτουσέρ, του Κολέττι και του Ντέλα Βόλπε. Έτσι, για τέσσερις περίπου δεκαετίες, η μαρξιστική σκέψη προχώρησε διαμέσου μιας μακράς παρακαμπτήριας οδού, μακριά από κάθε επαναστατική πολιτική πρακτική

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η σύγχυση που προκλήθηκε, τόσο σε υποστηρικτές, όσο και σε πολέμιους της αριστεράς με βάση την εμπειρία της σταλινικής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση στο  σύνολο της αριστεράς της άποψης ότι η αποστολή του εργατικού κράτους έγκειται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι η διαμόρφωση της σταλινικής Ρωσίας ως κράτους που επωμίζεται την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης, δηλαδή την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και η καλλιέργεια των χαρακτηριστικών που ήταν αναγκαία ώστε να επιτευχθούν αυξημένοι ρυθμοί συσσώρευσης, ήταν καρπός της απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης, άνθησε στην αριστερά η αντίληψη που έκανε λόγο για την  ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, η οποία έχει χάσει τη δυνατότητα να παίξει οποιονδήποτε επαναστατικό ρόλο, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλισμό Με ιδιαίτερο τρόπο, διαφορετικά μεταξύ τους ρεύματα συνέκλιναν στην κοινή αντίληψη ότι η εργατική τάξη αδυνατούσε να αποφύγει τον κλοιό της «κίνησης του κεφαλαίου», της «βιομηχανίας της κουλτούρας», ή ακόμα και των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους»       

1968: το λιώσιμο των πάγων

Η ορμητική επανεμφάνιση της εργατικής τάξης στο προσκήνιο με το Μάη του ’68 και το «καυτό φθινόπωρο» της Ιταλίας, αλλά και η ριζοσπαστικοποίηση που συνόδευσε την πτώση των δικτατοριών στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία έδωσε το έναυσμα για έντονες πολιτικές διεργασίες και ανασυνθέσεις στο εσωτερικό της αριστεράς. Η ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70 σηματοδότησε την εμφάνιση δύο νέων ρευμάτων μέσα στην αριστερά, πέρα από το σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία.

Το πρώτο ήταν το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, το οποίο διαμορφώθηκε με άξονα την αυτονόμησή του από τη «σοσιαλιστική πατρίδα». Η στρατηγική του διαμορφώθηκε σε ρήξη με τη λενινιστική αντίληψη της βίαιης ανατροπής του αστικού κράτους και προσανατολίστηκε στις δομικές αλλαγές στο εσωτερικό του και στο συνδυασμό κοινοβουλευτικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών Ως πρόσφορο μέσο υλοποίησης αυτής της προοπτικής θεωρήθηκε η ανάδειξη μίας αριστερής κυβέρνησης, η οποία θα αναδεικνυόταν μέσα από την εκμετάλλευση των αντιθέσεων στο εσωτερικό του κράτους. Όμως, η ευρωκομμουνιστική στρατηγική στην πράξη έδειξε γρήγορα τα όριά της. Στην Ιταλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα προχώρησε στον περίφημο «ιστορικό συμβιβασμό» με τη χριστιανοδημοκρατία και έφτασε στο σημείο να επιχειρηματολογεί υπέρ μίας πολιτικής «αριστερής λιτότητας» και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Στην Ισπανία και τη Μ. Βρετανία τα αντίστοιχα κόμματα μετατράπηκαν σε συμπληρωματικές δυνάμεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Στην Ελλάδα, το ΚΚΕεσ. θεώρησε ως αξιοποίηση των αντιθέσεων στο εσωτερικό της δικτατορίας τη συμμετοχή στη «φιλελευθεροποίηση» της κυβέρνησης Μαρκεζίνη και γι’ αυτό αντιτάχθηκε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Το δεύτερο σημαντικό ρεύμα που ανέδειξε ο Μάης του ’68 ήταν η επαναστατική αριστερά, η οποία, με διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις και αναφορές από τον Μάο και τον Τσε Γκεβάρα μέχρι τον Τρότσκι και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπήκε ορμητικά στο προσκήνιο ύστερα από τέσσερις δεκαετίες περιθωριοποίησης. Η αμφισβήτηση της πολιτικής «ειρηνικής συνύπαρξης» του Χρουτσώφ και της ρεφορμιστικής μετριοπάθειας των επίσημων Κομμουνιστικών Κομμάτων οδήγησε στη μαζικοποίηση επαναστατικών οργανώσεων σε μία σειρά από χώρες με πρώτες τη Γαλλία και την Ιταλία. Όμως, η μαζική στροφή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στην προοπτική του «κοινοβουλευτικού δρόμου» για το σοσιαλισμό, την οποία πρέσβευαν τα νέα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των Μιτεράν, Σοάρες, Γκονζάλες και Παπανδρέου, εξασθένισε την επαναστατική αριστερά. Μπορεί οι οργανώσεις της τελευταίας να μην συμμετείχαν σε συγκυβερνήσεις με τους σοσιαλιστές, όπως έκαναν (Γαλλία) ή επιδίωκαν (Ισπανία, Ελλάδα) τα Κομμουνιστικά κόμματα, όμως η επικράτηση των κοινοβουλευτικών αυταπατών σε συνδυασμό με την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού και τις ήττες του εργατικού κινήματος από το Ρήγκαν και τη Θάτσερ είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το οξυγόνο που χρειαζόταν για να αναπτυχθεί. Ωστόσο, η επαναστατική αριστερά κατάφερε να επιβιώσει απέναντι σ’ αυτή τη διπλή πίεση και να είναι σε θέση να δώσει με καλύτερους όρους τις κρίσιμες μάχες του 21ου αιώνα.

Στη σημερινή εποχή, η αριστερά καλείται να δώσει απαντήσεις σ’ ένα τοπίο το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού από τη δεκαετία του ’30 από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει ορατή συστημική διέξοδος. Πρόκειται για μία μακρόσυρτη κρίση, η οποία ξεκίνησε από το 1973 και οφείλεται στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών, η οποία μέχρι τότε αποφεύγονταν μέσω της «οικονομίας των εξοπλισμών» στο πλαίσιο του Ψυχρού πολέμου Από τότε, παρά τις περιοδικές ασθενείς ανακάμψεις στην κερδοφορία του κεφαλαίου, το πρόβλημα δεν λύθηκε και η σημερινή καπιταλιστική κρίση αποκαλύπτει όλες τις αδυναμίες των κερδοσκοπικών «ανακάμψεων» των προηγούμενων φάσεων, πράγμα πο εκδηλώνεται στην Ελλάδα με τη μορφή της κρίσης χρέους. Η οικονομική κρίση, όμως, συμπληρώνεται και από την πολιτική κρίση. Η «αραβική άνοιξη» της περασμένης χρονιάς σάρωσε τα λιγότερο νομιμοποιημένα καθεστώτα, όπως αυτό του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο ανοίγοντας μία επαναστατική διαδικασία που διαρκώς βαθαίνει[ Ήδη η πολιτική κρίση αγκαλιάζει και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Ελλάδα και την Ιταλία. Ταυτόχρονα, έχει αρχίσει να εκδηλώνεται και η ιδεολογική κρίση του συστήματος. Οι θεσμοί νομιμοποίησης του πάσχουν, γεγονός το οποίο φαίνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων. Τα παραδοσιακά αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αδυνατούν να παίξουν το ρόλο τους και να περιορίσουν την κοινωνική δυναμική στα κανάλια της κοινοβουλευτικής έκφρασης μέσω των εκλογών

Σ’ ένα τέτοιο τοπίο λοιπόν, η κρίση της αριστεράς αναδεικνύεται ανάγλυφα. Πρόκειται για κρίση ηγεσίας του εργατικού κινήματος, το οποίο, ενώ έχει αρχίσει να αναμετριέται με τις συνέπειες της κρίσης και να αναπτύσσει τη δυναμική του, εξακολουθεί να ηγεμονεύεται από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της «μεταπολεμικής σταθερότητας». Οι παραδοσιακές στρατηγικές, που εξακολουθούν να κυριαρχούν στις ηγεσίες του εργατικού κινήματος, έχουν «ξεχάσει» τον καπιταλισμό, ακόμα και στις συνθήκες της μεγαλύτερης κρίσης του, και επιμένουν στον προσανατολισμό σε «αντινεοφιλελεύθερα» ή «αντιμονοπωλιακά-αντιιμπεριαλιστικά» μέτωπα, που διατηρούν με νέο περίβλημα, τόσο την προβληματική της «θεωρίας των σταδίων», όσο και την επίκληση στον πατριωτισμό στο όνομα της ευρύτερης απεύθυνσης σε «πλατιά», πανεθνικά ακροατήρια.

Μέσα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και ανάδυσης νέων ριζοσπαστικών κινημάτων, η ελπίδα βρίσκεται στην ανάδυση μιας νέας, αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία θα συνιστά τον πολιτικό χώρο συνάντησης των επαναστατικών ιδεών με τις νέες διαμορφούμενες εργατικές πρωτοπορίες και δεν θα διστάζει να βάλει στο στόχαστρο το σύστημα στο σύνολό του. Πρόκειται για το ρεύμα που, παρά τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του, διεκδικεί να συνεχίσει το νήμα της 11ης θέσης του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ ότι «Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα μόνο ερμήνευσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Αυτή η αριστερά, που δεν σχεδιάζει εκλογικές συνεργασίες για κυβερνήσεις της αριστεράς και διαχείριση του αστικού κράτους, αλλά ενισχύει την αυτενέργεια της εργατικής τάξης και προωθεί τον εργατικό έλεγχο σήμερα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εργατική εξουσία αύριο, μπορεί να δώσει απάντηση στην βαθιά συστημική κρίση που μαστίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα.
*Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτορας Νομικής στο ΑΠΘ. Είναι μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΣΕΚ. Το παρόν κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της ομιλίας του στην εκδήλωση με θέμα «η κρίση της αριστεράς» που οργάνωσε στις 23 Νοεμβρίου 2011 ο «Πλατύπους»

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ ΤΗΣ COCA COLA!

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ ΤΗΣ COCA COLA!


ΒΟNUS: ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΠΟ ΦΙΛΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΟ
Ο Άγιος Βασίλης, όπως τον γνωρίζουμε, δεν υπήρξε ποτέ. Ο Άγιος Βασίλης είναι εφεύρεση της κόκα κόλα! Μπορείτε να πιστέψετε ότι ο πιο διαδεδομένος άγιος στον κόσμο είναι χορηγία μιας μεγάλης αμερικάνικης εταιρίας; Κι όμως δεν είναι αστείο. Μιλάμε για το χοντρούλη και χαρούμενο γεράκο με το κόκκινο κουστούμι, το καπέλο και την κάπα, με τη μεγάλη μαύρη ζώνη και τις μπότες, τα ροδαλά μάγουλα, τα φωτεινά μάτια και τα ακόμα πιο φωτεινά λευκά δόντια. Αυτός ο καλοσυνάτος άγιος είναι το ευφυέστατο επίτευγμα μιας διαφημιστικής καμπάνιας της κόκα κόλα γύρω στα 1930. Η κόκα κόλα εξακολουθεί να παραμένει περήφανη για το ρόλο που έπαιξε για να γίνει διάσημος και δημοφιλής αυτός ο άγιος-κατασκεύασμα της. Η εταιρεία μάλιστα επιχορήγησε μια σειρά εκθέσεων σε γκαλερί με θέμα «η διαφήμιση ως τέχνη» που εξηγεί αυτό το φαινόμενο. Η πιο γνωστή και διάσημη από αυτές τις εκθέσεις είναι αυτή που έγινε στο Carrousel du Louvre στο Παρίσι το 1996…
Για πολλούς ίσως να αποτελεί ενοχή το να καταστρέφεις μια θρησκευτική φαντασίωση εξιστορώντας ένα ενδιαφέρον κομμάτι από την παγκόσμια ιστορία του καταναλωτισμού. Αυτή όμως είναι η πραγματική ιστορία για το Αι Βασίλη που αξίζει πραγματικά να την έχουμε υπόψη μας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα όταν η κόκα κόλα πρωτοδημιουργήθηκε ο απώτερος σκοπός  της εταιρίας για το προϊόν, ήταν να λανσαριστεί σαν τέτοιο με θεραπευτικές ιδιότητες. Ενδεικνυόταν για άτομα με κακή ψυχολογική διάθεση, ή για αυτούς που υπέφεραν από πονοκεφάλους. Μια κόκα κόλα για τέτοιες περιπτώσεις ήταν η τέλεια θεραπεία, το τέλειο φάρμακο. Δεν διαφέρει και πολύ από το σημερινό «πάει με όλα».Το ιδιαίτερο συστατικό της, η κοκαίνη, ή μερικοί κόκκοι σπόρου κοκαίνης αποτελούσε την εγγύηση για έναν ανανεωμένο εαυτό, με ευδιαθεσία  και πολύ μεγαλύτερες δεξιότητες. Ένα μεγάλο ποσοστό καταναλωτών στην αναζήτηση αυτού του θεραπευτικού προϊόντος, γνώρισε την κόκα κόλα μέσα από τα φαρμακεία της εποχής. Στην πραγματικότητα η εταιρία πλήρωνε τους φαρμακοποιούς ένα ποσοστό για να πουλούν αυτό το θεραπευτικό προϊόν και για να εγκαταστήσουν το σήμα κατατεθέν της εταιρίας στους χώρους τους.
Το 1930 η κόκα κόλα χρειάσθηκε να επαναπροσδιορίσει τη φυσιογνωμία της επιχείρησης και άρχισε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να εισάγει νέους τρόπους για την αντιμετώπιση του προβλήματος  της κατάθλιψης. Οι πιο συμβατικές πλευρές του προϊόντος είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από το 1903 και το συστατικό της κόκας είχε αντικατασταθεί από την καφεΐνη. Οι πωλήσεις του προϊόντος έπεφταν αισθητά, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, οπότε η κόκα κόλα χρειαζόταν κάτι καινούργιο για να προσελκύσει την αμερικανική αγορά. Στα 1931 η κόκα κόλα αλλάζει τα target group στα οποία απευθυνόταν έως τότε, και από τον ενήλικα που τον χαρακτηρίζει κάποια έλλειψη αυτοπεποίθεσης προσανατολίζεται σε ολόκληρη την οικογένεια που έχει ανάγκη να είναι χαρούμενη και ευδιάθετη. Η κόκα κόλα γίνεται  ένα ευχάριστο δροσιστικό που πρέπει να την απολαμβάνουν όλοι. Έτσι αποφασίζουν να κάνουν μια εκτεταμένη διαφημιστική καμπάνια παρουσιάζοντας το νέο τους προφίλ. Σ’ αυτήν την καμπάνια καλέστηκαν γνωστοί καλλιτέχνες της εποχής  για να σχεδιάσουν και να λανσάρουν το νέο προφίλ του προϊόντος. Η εταιρία γέμισε τα καταστήματα και φαρμακεία με το κατάλληλο διαφημιστικό υλικό που απευθυνότανε πλέον σε όλη την οικογένεια. Οι εικονογραφήσεις του προϊόντος, ιδιαίτερα αυτές από τον Σουηδό Haddon Sundblom έφεραν στην κόκα κόλα την μεγαλύτερη επιτυχία που γνώρισε έως τότε. Η εικόνα του καλλιτέχνη παρουσίαζε έναν λευκό άνδρα μέσα σε ένα κόκκινο κουστούμι που φέρνει χαρά στην οικογένεια και στους φίλους απλά με ένα μπουκάλι κόκα κόλα, μια εικόνα που ακόμα και σήμερα εμφανίζεται στα  εμπορικά κέντρα, σε ευχετήριες κάρτες και σε διαφημιστικά του αμερικάνικου στρατού.
Σίγουρο  είναι, πως δεν μπορεί να καταλογισθεί στην κόκα κόλα ότι έφερε τον Αι Βασίλη μέσα στα σπίτια και στις καρδιές των αμερικανών πολιτών. Η ιστορία του Αι Βασίλη, αυτού του μυστηριώδους δωρητή, μας πάει πολύ πίσω στο παρελθόν. Πολύ πίσω μάλιστα από την ίδρυση της εταιρίας της κόκα κόλα. Στην προηγούμενη ζωή του ο Αι Βασίλης δεν φοράει κόκκινο κουστούμι. Στην Ευρώπη και ειδικά στην Ολλανδία είναι ο Sinter Klaas, ο οποίος ήταν ο προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών, έτσι λατρεύτηκε από τον 12ο αιώνα και μετά. Είναι ο άγιος Νικόλαος τη μορφή του οποίου συναντούμε σαν αρχιεπίσκοπο της Μικράς Ασίας τον 14ο αιώνα.  Τον 17ο αιώνα Ολλανδοί καλβινιστές μεταναστεύοντας στην Αμερική παίρνουν μαζί τους και την εικόνα του αγίου Νικόλαου, εκεί ο άγιος γίνεται Saint Nick και Santa Claus. Στα 1870 η μορφή του αγίου Νικολάου συναντάται και στην Βρετανία, εκεί καταφέρνει να συγχωνευτεί με τον σκανδιναβικής προέλευσης πατέρα των Χριστουγέννων και έτσι γεννιούνται μύθοι, θρύλοι, τραγούδια και ιδιαίτερες θρησκευτικές συνήθειες. Μέσα σ’ αυτά εισχωρούν νάνοι και ξωτικά από τη Σκανδιναβία, ένα κορίτσι με  άσπρη μπέρτα η Kolyada, από την προεπαναστατική Ρωσία που έφτανε από ψηλά με  έλκηθρο  συνοδεία θρησκευτικών ύμνων,  οι φέροντες δώρα που συνδέονται με τους τρεις μάγους,  αυτές και άλλες τόσες δοξασίες έρχονται να δώσουν κάποιες εξηγήσεις στις πολιτιστικές ρίζες του Αι Βασίλη.
Ο Χριστιανός Ορθόδοξος Αϊ Βασίλης
Σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ο άγιος Βασίλης, ή Μέγας Βασίλειος συναντάται την περίοδο μεταξύ της πρώτης οικουμενικής συνόδου που έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.χ., και της δεύτερης οικουμενικής συνόδου το 381 μ.χ. Ως επίσκοπος της Καισαρείας αντιμετωπίζει διάφορες αιρέσεις δογματίζοντας για τον τριαδικό Θεό. Η παράδοση τον θέλει να σπουδάζει στην Αθήνα αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και εννέα ακόμα επιστήμες. Γι’ αυτό «βαστάει  κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι». Επίσης τον θέλει όχι μόνο σαν ένα θεωρητικό θεολόγο επιστήμονα, αλλά σαν μεγάλο μεταρρυθμιστή. Να ενδιαφέρεται για τους δούλους, τους φτωχούς, για την ελάφρυνση της φορολογίας, για την φιλανθρωπία, για τις διάφορες αδικίες που υφίστανται οι άνθρωποι. Παρ’ όλο που κατάγεται από εύπορη οικογένεια, ο ίδιος ασχολείται με τη φροντίδα των αρρώστων και διαθέτει την περιουσία του κάνοντας αγαθοεργίες. Σύμφωνα με τον λαογράφο Δημήτρη Λουκάκο «ήταν ένας πρωτοχρονιάτικος άγιος που ξεκινούσε από τα βάθη της Μικράς Ασίας, κι έφτανε την ίδια μέρα σ’ όλα τα πλάτη του Ελληνισμού από τον Πόντο ως τα Επτάνησα και από την Ήπειρο ως την Κύπρο. Δεν κρατούσε στην πλάτη του σακί με δώρα αλλά έφερνε στους ανθρώπους την καλή τύχη και την ευλογία του. Στο χέρι του κρατούσε ραβδί απ’ το οποίο βλάσταιναν κλαδιά και πετούσαν πέρδικες, σύμβολα των δώρων που θα μπορούσε να μοιράζει στους ευνοούμενούς του». Γενικά στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση ο Αι Βασίλης ήταν μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και σμιχτά φρύδια. Ντυμένος πάντα σαν βυζαντινός πεζοπόρος με σκουφί και πέδιλα.
ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ
Μεταφερόμενος στην Αμερική απ’ όλους αυτούς τους ευρωπαίους μετανάστες όπως είναι φυσικό ο Αι Βασίλης αλλάζει μορφή αποκτώντας αμερικάνικα χαρακτηριστικά. Ονομάζεται Saint Nick, ή Santa Claus, ή Father Christmas και δεν μπορεί πλέον να ζει στις πλαγιές του Ροβανιέμι, του Άσπεν ή του Βερμόντ,  έτσι μετακομίζει κάπου στο Βόρειο Πόλο.                Σε κάθε μια από αυτές τις αναπαραστάσεις του Αι Βασίλη του παλαιού κόσμου το κουστούμι δεν φέρει κανένα σημάδι κόκκινου. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Σκανδιναβικής εκδοχής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες φέρεται πως οι Ολλανδοί αρχικά είναι οι πρώτοι που διαδίδουν την ιδέα του Αι Βασίλη, (Santa Klaas) και ο άγιος βασίζεται σε έναν από τους δικούς τους Αρχιεπισκόπους.
Ο Santa Klaas έδωσε τη φόρμα και τη μορφή στον σημερινό μύθο του Αι Βασίλη και διαδόθηκε η φήμη του ως αυτός που φέρνει τα δώρα. Οκτώ ιπτάμενοι τάρανδοι που ζουν κοντά στον Βόρειο Πόλο, μεταφέρουν τις γεμάτες με δώρα κάλτσες που έρχονται στα παιδιά μέσα από τις καμινάδες των σπιτιών. Όμως η πλήρης οπτική εικόνα του Αι Βασίλη αργεί να διαμορφωθεί, αυτή την βλέπουμε πολύ αργότερα με την ίδρυση της κόκα  κόλα. Ο σημερινός Αι Βασίλης είναι δημιούργημα του αγγλοσαξονικού κόσμου και βεβαίως απηχεί την νοοτροπία του.  Το 1822 ένας αμερικανός καθηγητής ο Dr. Clement Clarke Moore, έγραψε μια ιστορία για παιδιά με τίτλο « Η νύχτα του Άγιου Νικόλα» σήμερα είναι γνωστή σαν «Η νύχτα πριν τα Χριστούγεννα»,  αυτή η ιστορία δημοσιεύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του επόμενου χρόνου στην εφημερίδα «Sentinel».
Η περιγραφή του Αι Βασίλη σύμφωνα με τον συγγραφέα μας δείχνει έναν χονδρό άντρα ντυμένο σύμφωνα με την αμφίεση των νεώτερων ευρωπαϊκών χρόνων. Το ποίημα λέει: «Πόσο τα μάτια του γυάλιζαν, πόσο χαρούμενα ήταν τα λακκάκια του, τα μαγουλά του ήταν σαν τα τριαντάφυλλα, η μύτη του σαν κεράσι, το μικρό του στόμα ήταν ζωγραφισμένο σαν τόξο και το μούσι στο πιγούνι του ήταν άσπρο σαν το χιόνι. Ήταν φεγγαροπρόσωπος με μια μικρή στρογγυλή κοιλία που κουνιόταν όταν γελούσε σαν ένα μπολ από ζελέ. Ήτανε στρουμπουλός και πλαδαρός, ακριβώς ένα χαρούμενο ξωτικό….». Ο Moore στην ιστορία του, δανείζεται την ιδέα της καμινάδας, του έλκηθρου και τους οκτώ ταράνδους που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι.  Περίπου σαράντα χρόνια μετά η ιστορία αυτή εικονογραφείται από τον χιουμοριστικό πολιτικό καρτουνίστα Thomas Nast γερμανικής καταγωγής, ο οποίος χρησιμοποιεί για τη δουλεία του, στοιχεία από την γερμανική λαϊκή παράδοση.
Ο Nast την περίοδο του αμερικανικού εμφυλίου καλείται να απεικονίσει για το εικονογραφημένο εβδομαδιαίο περιοδικό Harper’s, αλληγορικές εικόνες από τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν «Ο άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο».  Σ’ αυτήν την εκδοχή ο άγιος έχει τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άντρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού,  φοράει ένα μάλλινο κουστούμι με λευκά γουνάκια καλυμμένου από άστρα, και μοιάζει σαν ένα ευτραφή ξωτικό με μουστάκια και γένια που μοιράζει δώρα στους στρατιώτες.. Ο σκιτσογράφος συχνά δημιουργούσε σχέδια σε άσπρο – μαύρο που είναι προκάτοχα του Αι Βασίλη της κόκα κόλας, όμως στις χρωματιστές του εικονογραφήσεις ο Αι Βασίλης πολύ αόριστα θυμίζει την  μοντέρνα εμπορική εκδοχή. Πιο συγκεκριμένα το φωτεινό κόκκινο χρώμα απουσιάζει.  Τα Χριστούγεννα έγιναν μέρα επίσημης αργίας και ο άγιος Βασίλης αναγορεύτηκε σε τοπική θεότητα, σε καλόκαρδο πνεύμα των Χριστουγέννων  αντιπροσωπεύοντας την ευημερία και την οικογενειακή ζωή των Βορείων.  Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του, ο Nast συνέχισε να παράγει σχέδια του Αι Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Η αποδοχή των έργων του Nast για την φιγούρα του αγίου βασίζεται στην αλλαγή της εικόνας του αγίου από την παραδοσιακή ασκητική και αποστεωμένη μορφή, σε μια άλλη διάσταση που αντικατοπτρίζει την αφθονία και την ευμάρεια. Αν και ο Ντίκενς είχε μετατρέψει πολύ πιο μπροστά τις γιορτές των Χριστουγέννων σε γιορτές της αστικής τάξης, σ’ αυτές ο Αι Βασίλης δεν διαδραματίζει κανένα σοβαρό ρόλο. Τα Χριστούγεννα του Ντίκενς στρέφονται κατά του βικτοριανού καπιταλισμού και υπογραμμίζουν την ατομική συνείδηση, το κοινωνικό σύνολο και τη φιλανθρωπία.
Σε αντίθεση με τα Χριστούγεννα της Αμερικής του εμφυλίου, του Nast και του Αι Βασίλη που τα συνοδεύει, που βρίσκονται σε τέλεια συμφωνία με την ουσία της παράδοσης των Βορείων, η οποία είναι ο συγκερασμός της αρετής με το εμπόριο. Η πιο γνωστή απεικόνιση του αγίου κυκλοφόρησε το 1866, μετά το  τέλος του εμφυλίου πολέμου, απεικονίζεται να διακοσμεί ένα έλατο, να φτιάχνει παιχνίδια, να διαβάζει παραμύθια του στα παιδιά και να εξερευνά τον κόσμο με το τηλεσκόπιό του, προς αναζήτηση σοφών παιδιών. Αυτό που αποτελεί  το πλέον συμπαθητικό χαρακτηριστικό του Αι Βασίλη είναι η τρυφερότητα που δείχνει απέναντι στα παιδιά. Σε παιδιά όμως που δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά του Ντίκενς και της Βικτοριανής Αγγλίας, Ο αμερικανός Αι Βασίλης δείχνει το όνειρο της αμερικανικής κοινωνίας που στηρίζεται στην ευημερία, την καλοπέραση, την ευδαιμονία, την αγαθοσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου..
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα  ο Αι Βασίλης αλλάζει μορφή και γίνεται όπως τον ξέρουμε έως και σήμερα. Εδώ εισέρχεται η ιδιοφυΐα της κόκα κόλα. Η εικόνα του Αι Βασίλη που σχεδίασε ο  Σουηδός Haddon Sundblom για την εταιρία, στοχεύει ακριβώς στις διαθέσεις των καταναλωτών, μιλά  στις καρδίες τους ανοίγοντας τον δρόμο για έναν Αι Βασίλη παγκοσμιοποιημένο. Ένας συνταξιούχος πωλητής της εταιρίας ονόματι Lou Prentice, μοντελοποίησε τον Αι Βασίλη παίρνοντας στοιχεία από τον Sundblom, πείθοντας ταυτόχρονα την κόκα κόλα να τον  προσλάβει για να συνεχίσει να φτιάχνει τις διαφημιστικές εκστρατείες μ’ αυτό το μοντέλο για τα επόμενα 35 χρόνια. Ήταν ένα χαλαρό και άνετο πρόσωπο που ταίριαζε απόλυτα σε ένα ευχάριστο προϊόν. Επίσης οι σκέψεις της διαφημιστικής καμπάνιας πέρα από το αναγνωστικό κοινό του εβδομαδιαίου περιοδικού Harper’s άρχισαν να μπαίνουν σε λειτουργία. Έτσι οργανώθηκε μια κατά μέτωπο επίθεση στην αγορά  έχοντας σαν βασικό προπαγανδιστή τη φιγούρα του Αι Βασίλη μαζί με το μπουκάλι της κόκα κόλα.
Οι διαφημίσεις στα περιοδικά και στις εφημερίδες έφεραν ιδιαίτερα αποτελέσματα, λαμβάνοντας υπόψη ότι λειτουργούσαν όπως η σημερινή τηλεόραση. Πρόβαλλαν επανειλημμένα και σε καθημερινή βάση την ίδια εικόνα και το ίδιο σλόγκαν σε ένα τεράστιο αναγνωστικό κοινό. Πολύ συνηθισμένο και εκείνη την εποχή ήταν η προώθηση του αντικειμένου στο τόπο πώλησης του. Έτσι ο καταναλωτής μπορούσε να δει το σήμα της κόκα κόλα μαζί με τη φιγούρα του Αι Βασίλη στο κατάστημα που έκανε τις αγορές του. Οι διανομείς επίσης ήταν ένας ακόμα τρόπος στον οποίο βασίστηκε η εταιρεία για την διεύρυνση της παρουσίας της, μια στρατηγική που και σήμερα χρησιμοποιούν εταιρείες από την Nike έως την Marlboro. Τέλος η κόκα κόλα δημιούργησε μια πατέντα για το χρώμα της, αυτό το φωτεινό κόκκινο που χρησιμοποιεί στο χρώμα της συσκευασίας της αλλά και στο χρώμα του κουστουμιού του Αι Βασίλη. Ο κάθε καλλιτέχνης που προσλάμβανε η εταιρεία για την προώθηση του προϊόντος έπρεπε να χρησιμοποιεί αυτό το χρώμα που θα σηματοδοτούσε στους καταναλωτές το συσχετισμό του κόκκινου της κόκα κόλα και φυσικά αυτού του Αι Βασίλη. Αυτή μπορεί θεωρητικά να καταγραφεί σαν η μεγαλύτερη απάτη που έγινε ποτέ, θεωρώντας ότι η εκδοχή του Nast, η ποιητική εικόνα του Moore η ακόμα και οι νεώτερες ευρωπαϊκές αποτυπώσεις του Αι Βασίλη δείχνουν πολύ μικρή επιμονή σ’ αυτό το σημείο – στο κόκκινο χρώμα. Στις μέρες μας η ιερότητα του Αι Βασίλη της κόκα κόλα έχει από μόνη της λήξει.
Ο Αι Βασίλης είναι πανταχού παρών και η κόκα κόλα το ίδιο και φυσικά κανείς πλέον δεν θυμάται πως κάποτε αυτά τα δύο ήταν στενά συνδεδεμένα. Είναι μια ιστορία που καταλαβαίνουν πολύ καλά οι  σύμβουλοι των εταιριών, οι φοιτητές που σπουδάζουν μάρκετινγκ, αλλά και το γαλλικό κοινό και οι τουρίστες που είδαν την έκθεση στο Λούβρο. Σε μερικές περιπτώσεις η κόκα κόλα αναβιώνει τον Αι Βασίλη του Sundblom σ’ ένα αφιερωματικό προφίλ στους αφοσιωμένους της καταναλωτές, αλλά η πραγματική ιστορία  πολύ σπάνια λέγεται. Όπως καταλήγει και ο συγγραφέας Mark Pendergrast στο έργο του «Για τον Θεό, την πατρίδα και την κόκα κόλα», πριν από τις εικονογραφήσεις του Sundblom ο άγιος των Χριστουγέννων παριστάνεται σε διάφορες εκδοχές φορώντας μπλε, πράσινο, κίτρινο η και κόκκινο. Μετά τις διαφημίσεις του αναψυκτικού, ο Santa θα είναι για πάντα ο τεράστιος, χοντρός, πάντα ακούραστος και ευτυχισμένος άνθρωπος, με την μεγάλη ζώνη και με τις μαύρες του μπότες και θα φοράει πάντα το κόκκινο της κόκα κόλα. Και ενώ η κόκα κόλα έχει μια λεπτή και διεισδυτική επίδραση στον πολιτισμό μας,  έμμεσα δημιούργησε και τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τον Αι Βασίλη.
ΜΙΑ ..ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ
Τα Χριστούγεννα στην Αμερική αποτελούν την  υπερβολή  της ανθρώπινης καταναλωτικότητας, της καπιταλιστικής παραγωγικότητας,  τη χαρά του υλικών αγαθών και του εμπορίου.  Το πραγματικό νόημα των εορτών όπως μας λένε, συνδέεται με τις διηγήσεις για τη γέννηση του χριστού, με αλτρουιστικές συσχετίσεις, με την αγάπη για τον πλησίον, που φυσικά κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα τα Χριστούγεννα όπως τα γιορτάζουμε σήμερα είναι μια αμερικανική εφεύρεση του 19ου αιώνα. Η ελευθερία και η ευημερία της Αμερικής μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιούργησε τον πιο ευτυχισμένο λαό στην ιστορία. Το αποτέλεσμα ήταν η επιθυμία για γιορτή, για αποκάλυψη των υλικών αγαθών και κατά συνέπεια της χαράς της ζωής πάνω στη Γη. Τα Χριστούγεννα που δεν ήτανε μια θεσμοθετημένη γιορτή μέχρι το 1870, έγιναν η κυρίαρχη αμερικανική έκφραση των παραπάνω συναισθημάτων. Ιστορικά οι άνθρωποι πάντα γιόρταζαν την περίοδο του χειμώνα ως το χρονικό εκείνο διάστημα που οι ημέρες άρχιζαν να μεγαλώνουν δηλώνοντας  έτσι την επιστροφή της Γης στη ζωή.
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι διασκέδαζαν στα Σατουρνάλια, στις γιορτές του Διόνυσου. Οι πρώτοι χριστιανοί καταδίκαζαν αυτές τις ρωμαϊκές γιορτές και περιμένοντας  το τέλος του κόσμου, μέμφονταν τις γήινες απολαύσεις. Τον 4ο αιώνα οι παγανιστές λάτρευαν τον Θεό του Ήλιου στις 25 Δεκεμβρίου. Οι χριστιανοί βλέποντας πως είναι αδύνατον να τους αποτρέψουν άρχισαν να οικειοποιούνται στοιχεία αυτών των εορτών. Ισχυρίσθηκαν, σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα, πως αυτή  ήταν η ημερομηνία των γενεθλίων του Ιησού και έτσι μετέβαλαν τις γιορτές αναγέννησης της φύσης σε  γενέθλια γιορτή της χριστιανοσύνης. Έτσι μια παραδοσιακή παγανιστική  γιορτή που συνδεόταν με την αναγέννηση της φύσης, μετατράπηκε από τους χριστιανούς σε αναγέννηση της θυσίας του Ιησού που διακήρυσσαν το ενδιαφέρον για την επόμενη και όχι για την  νυν ζωή. Ο Cotton Mather, ένας κληρικός του 18ου αιώνα τοποθετείται πάνω σ’ αυτό λέγοντας, «Είναι δυνατόν να έχουμε ήσυχη την συνείδησή μας όταν σκεφτόμαστε  πως ο ιερός μας σωτήρας τιμάται με τέτοιες ευθυμίες; Μπορούμε στη γέννηση του δικού μας σωτήρα να διαθέτουμε τον χρόνο μας για να κάνουμε πράγματα που εμπεριέχουν περισσότερο κόλαση παρά παράδεισο;» Μετά απ’ αυτά ήρθαν τα μεγάλα επιτεύγματα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα. Η βιομηχανοποίηση, η αστικοποίηση, ο θρίαμβος της επιστήμης  και τα αποτελέσματα αυτής, η γρήγορη μετακίνηση, οι επικοινωνίες, η διάδοση βιβλίων, περιοδικών και φυσικά οι νέες εφευρέσεις που έκαναν τη ζωή πιο άνετη και πιο ενδιαφέρουσα.
Φυσικά η δραστηριοποίηση των επιχειρηματικών μυαλών οδήγησε στην εκμετάλλευση  όλων των παραπάνω με απώτερο σκοπό το κέρδος. Η ανάπτυξη και μετακίνηση της πληροφορίας σήμαινε αυτομάτως και το άνοιγμα μιας τεραστίας αγοράς. Την εποχή αυτή  μπαίνει σαν στοιχείο των γιορτών και δει των Χριστουγέννων η αγορά και το χάρισμα δώρων. Οι χριστιανοί της εποχής καταδίκασαν αυτή την πρακτική σαν μια ρωμαϊκή συνήθεια, και οι πιο πουριτανοί αποκάλεσαν την συνήθεια διαβολική. Αλλά οι αμερικανοί δεν πτοήθηκαν. Χάρη στον καπιταλισμό, υπήρχε αρκετός πλούτος ώστε να ισχυροποιηθεί η συνήθεια και μια καλή πληροφόρηση και  δημοσιοποίησή της δεν άργησε να την εδραιώσει. Σε μια χώρα τόσο ικανοποιημένη, που οι άνθρωποι ήθελαν να προσεγγίσουν  φίλους  και να εκφράσουν μέσω των δώρων τη χαρά τους για τη ζωή, μια τέτοια γιορτή έπρεπε να εφεύρουν. Ολόκληρη η χώρα έστρεψε το ενδιαφέρον της στο χάρισμα δώρων σε ένα περίεργο και πρωτόγνωρο βαθμό. Εκεί κάπου μπαίνει και η αμερικανική βερσιόν  του Αι Βασίλη. Φυσικά, αρχικά  οι συντηρητικοί καταδίκασαν τον Santa Claus ως αντίχριστο, γιατί έβαζε τον Ιησού στο περιθώριο.
O αμερικανός Αι Βασίλης απέρριπτε όλη εκείνη την ηθική που σχετίζεται με τον χριστιανισμό. Δεν καταδίκαζε τους πλούσιους, ούτε απαιτούσε απ’ αυτούς να δίνουν και στους φτωχούς, αντίθετα έδινε δώρα και στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά χωρίς να ξεχωρίζει ποιο είναι τι. Ακόμη ο Αι Βασίλης δεν υπήρξε πρωταθλητής του φιλανθρωπικού πνεύματος του χριστιανισμού, ούτε της αγάπης χωρίς όρους. Αντίθετα έδινε  δικαιοσύνη δίνοντας δώρα μόνο στα καλά παιδιά. Όλα τα χριστιανικά έθιμα των Χριστουγέννων από τα κάλαντα, τα δέντρα έως και τις φαντασμαγορικές διακοσμήσεις έχουν τις ρίζες τους σε παγανιστικές ιδέες και πρακτικές. Αυτά τα έθιμα γρήγορα αφομοιώθηκαν από την αμερικανική κουλτούρα, ως προϊόντα λογικής, επιστήμης, επιχειρηματικότητας, παγκοσμιότητας και εγωισμού, δηλαδή το απόσταγμα της ευτυχίας.
Το τραγικό της ιστορίας είναι ότι η αμερικανική διανοητική ελίτ, τυπικά προσπάθησε να αντικαταστήσει την ευτυχία με την ενοχή, επιμένοντας στο πνευματικό μήνυμα των Χριστουγέννων που είναι καθαρά θρησκευτικό, που πρεσβεύει την  αυτοθυσία και την βοήθεια των ασθενέστερων. Αλλά η πνευματικότητα ξεκινά πάντα από την αναγνώριση της πραγματικότητας. Η ζωή απαιτεί λογική, εγωισμό, καπιταλισμό. Αυτό είναι που τα Χριστούγεννα θα έπρεπε να πρεσβεύουν και να γιορτάζουν και πραγματικά κάτω από την υποκρισία αυτό είναι που πραγματικά γιορτάζουν. Είναι καιρός να βγάλουν τον Χριστό από τα Χριστούγεννα και να μετατρέψουν τις γιορτές και τις διακοπές αυτές, σε μια χωρίς ενοχές, παγκόσμια εμπορική γιορτή.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Το κόμμα, το κίνημα, και η κουλτούρα του διαδικτύου

Το κόμμα, το κίνημα, και η κουλτούρα του διαδικτύου

Μετά από ικανό διάστημα συμμετοχής στο ιστολογείν, και μετά από πολύ μεγαλύτερη εμπειρία με την γενικότερη κουλτούρα του διαδικτύου, την οποία είχα την ευκαιρία να ζήσω από πρώτο χέρι στον πολιτιστικό της πυρήνα  και απ' την αρχή --απ' το 1992-- έχω καταλήξει στο ότι οι κυριότεροι κίνδυνοι για έναν πολιτικά ορμώμενο ιστολόγο είναι οι εξής δύο:

1. Να εγκλωβιστεί στην όποια "χαρισματικότητα" εισπράττει πως έχει ως πένα, θεωρώντας ότι η δουλειά του συνίσταται στο να επιχειρεί πάντοτε να ξεχωρίζει και να προσφέρει ένα καθαρά ατομικό στίγμα σε ό,τι γράφει. Αυτός, δυστυχώς, είναι ο συντομότερος δρόμος προς την αστικού τύπου "ταλαντούχο δημοσιογραφία", και μάλιστα προς το χειρότερο και πιο αντιδραστικό της είδος, την στήλη άποψης, το editorial, κλπ.

2. Να συγχύσει την αμεσότητα της αντίδρασης που προσφέρει θεωρητικά το μέσο με μια υποτιθέμενη επιδραστικότητα, θεωρώντας ότι διαμορφώνει απόψεις, στάσεις και αντιλήψεις επειδή έχει πολλά ή επιδοκιμαστικά σχόλια, ή πολλούς αναγνώστες, ή μεγάλη απήχηση στο ένα ή το άλλο απ' τα λεγόμενα κοινωνικά μέσα. Στην πραγματικότητα, το είδος κουλτούρας που προωθείται από αυτά τα μέσα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στον "επηρεασμό της κοινής γνώμης" (που προϋποθέτει ένα σχήμα πομπού και δέκτη) και την συμμετοχή σε ένα τεράστιο δίκτυο στο οποίο όλοι είναι ταυτόχρονα πομποί και δέκτες, και όπου αυτό που κυριαρχεί δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η στοχευμένη απεύθυνση, αλλά η καθαρή διακίνηση ενός διαρκούς πλεονάσματος πληροφορίας.

Αν ο πρώτος κίνδυνος μάς απειλεί με έναν ευνουχιστικό τελικά ατομικισμό, μια αντιδραστική φαντασίωση μοναδικότητας που μάς παραδίδει, μέσω ακριβώς της κολακείας του ατομικού εγώ, στην πιο χυδαία μορφή εμπορευματικής μαζικοποίησης, ο δεύτερος ενσαρκώνει την παγίδα μιας πρόωρης, βιαστικής αναγωγής απ' το "εγώ" στο "εμείς", που θεωρεί το δεύτερο λίγο-πολύ ζήτημα καθαρής "επικοινωνίας", απλό όσο το πάτημα ενός κουμπιού στον υπολογιστή.

Το ότι ο πειρασμός να θεωρήσουμε πως η τεχνολογία μάς επιτρέπει να προσπεράσουμε εντελώς το δυσχερές και κοπιαστικό στάδιο της συμμετοχής και αλληλεπίδρασης σε τοπικό και ενσώματο επίπεδο, προς μια άμεσα διαθέσιμη οικουμενικότητα, αποδείχθηκε περίτρανα στην περίοδο Μαϊου-Ιουνίου 2011, περίοδο επικοινωνιακού παροξυσμού, όταν ένα μικρό στην πραγματικότητα κομμάτι της κοινωνίας έπεισε, μέσα από το διαδικτυακό loop ανάδρασης (λέγε με retweet, repost, κλπ) , τον εαυτό του πως αποτελεί πλειοψηφικό ρεύμα, όχι μόνο εθνικά αλλά και παγκόσμια, και πώς κρατά τον ρου της ιστορίας στα χέρια του.

Η απογοήτευση που έφερε το ξεφούσκωμα της επικοινωνιακής φούσκας μιας καθαρά ρητορικής επανάστασης χωρίς οργανωτικό πρόταγμα, μακροχρόνια προετοιμασία, πικρές εσωτερικές συγκρούσεις και φραξιονισμούς, ήττες, ανατροπές, συμβιβασμούς, ρήξεις και αλλαγές πορείας, δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί από πολλούς. Παρ' όλα αυτά, η απογοήτευση αυτή έδωσε ίσως τον χώρο και τον χρόνο, έστω και σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο κοινωνικής αποσύνθεσης, για μια δειλή επιστροφή ενός τμήματος της κοινωνίας "στα βασικά": στο χτίσιμο πραγματικών και όχι εικονικών δεσμών μεταξύ αγωνιζόμενων ανθρώπων, στο χτίσιμο σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης μεταξύ τους και μεταξύ οργανωμένων πολιτικών φορέων, στην διεκδίκηση αιτημάτων σε μικρή και τοπική κλίμακα ως αναπόφευκτη λογική προτεραιότητα. Ένα από τα πράγματα που μού έκανε πολύ έντονα θετική εντύπωση με την απεργία στη Χαλυβουργία ήταν η πρόταξη μιας άλλης ανθρωπογεωγραφίας, μακριά από τα media-friendly κέντρα της Ομόνοιας, του Συντάγματος ή των Εξαρχείων, στην περιφέρεια του κλεινού άστεως. Οι χωρικές-ταξικές αντιφάσεις στις πόλεις (για να αφήσουμε την καταστατική αντίφαση πόλης-επαρχίας) είναι τεράστιες, και η ψευδο-οικουμενικότητα που έφερε η ουσιαστικά χωρίς κοινωνικά μεταφράσιμο τόπο κουλτούρα του διαδικτύου δεν έκανε το παραμικρό για να τις επιλύσει, λειτουργώντας μάλλον για να τις αποκρύψει εντελώς: υπάρχουν, στην γεννέτειρά μου Θεσσαλονίκη, περισσότερες πιθανότητες ένας κάτοικος Καλαμαριάς, Μαρτίου ή Σοφούλη να επισκεφτεί την Βενετία ή την Μπρυζ, από ότι την Μενεμένη, τον Εύοσμο και την Νεάπολη. Και αυτό είναι μέρος του προβλήματος της "γνωσιακής χαρτογράφησης" των κοινωνικών σχέσεων και των συνολικών σχέσεων παραγωγής, όσο είναι και η δυσκολία παρακολούθησης των δαιδαλωδών πολυπλοκοτήτων της άρθρωσης του τρόπου παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Διαβάζοντας σήμερα ένα κείμενο της "Επιτροπής Αγώνα Ενάντια στις Αυξήσεις στο Νερό", που κάνει αποκλειστικά λόγο "για τους κατοίκους του Αμπελώνα, του Αργυροπουλίου & του Βρυοτόπου, ...τους κατοίκους του Δαμασίου, των Δελερίων, των Δένδρων & της Ροδιάς και...για τους κατοίκους του Τυρνάβου" αντλώ αρκετή αισιοδοξία για το ότι βρισκόμαστε, επιτέλους, μπροστά από ένα στάδιο πραγματικής οικοδόμησης του βασικού, θεμελιακού εκείνου δικτύου αγώνων και διεκδικήσεων που προηγείται της συνένωσής τους και της σύγκλισής τους μέσα από την πολιτική εργασία σε ένα εθνικής κλίμακας ταξικό και λαϊκού χαρακτήρα κίνημα. Κάποιοι εξακολουθούν να κάνουν προγραμματικά συνέδρια σε αίθουσες ξενοδοχείων και να μιλούν για "λαό" και "χώρα" από κάποια τετραγωνικά του αθηναϊκού κέντρου, ενώ άλλοι έχουν μετατρέψει την επαρχία σε ορμητήριο ομιλιών της μιας βραδιάς. Εάν μετράμε την επιτυχία με όρους άλλους από αυτούς των εφήμερων δημοσκοπικών ποσοστών, με ιστορικούς δηλαδή όρους, και οι δύο θα αποτύχουν, όπως θα αποτύχουν όσοι θεωρούν ότι η συμμετοχή δια ζώσης και σε τοπικό επίπεδο μπορεί να υποκατασταθεί από ανακοινώσεις στις εφημερίδες και το διαδίκτυο. 

Η λενινιστική αντίληψη ότι το κόμμα έχει τον ρόλο να οργανώσει το κίνημα και να του δώσει την θεωρητική εκείνη καθοδήγηση και κατεύθυνση χωρίς την οποία το κίνημα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στις επιμέρους διεκδικήσεις του προϋποθέτει κάτι που πολύ εύκολα ξεχνιέται από ένα βαθιά αστικό και κοινοβουλευτικά σκεπτόμενο κομμάτι της αριστεράς (ακόμα και του εξωκοινοβουλίου): προϋποθέτει ότι υπάρχει κίνημα, ότι έχει σαφή ταξικό χαρακτήρα, ότι είναι ικανό να αρθρώσει μια έστω σε πρώτο επίπεδο ριζοσπαστική και διαβρωτική του στάτους κβο πρόταση-απαίτηση, όσο μερική και αν είναι αυτή. Στην Ελλάδα, όπως και στην συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, τέτοιο κίνημα δεν υπήρξε εδώ και δεκαετίες, και δεν υπήρξε για μια σειρά λόγων, περιλαμβανομένης της απορρόφησης της συνδικαλιστικής ηγεσίας στο γενικότερο παιχνίδι καιροσκοπισμού και μικροπολιτικής που προήγαγε ο καπιταλο-κοινοβουλευτισμός.

Συνεπώς, το ιστορικό ζητούμενο σήμερα, για την Ελλάδα όπως και για την υπόλοιπη Ευρώπη, δεν είναι η εύρεση του κόμματος, της κομματικής εκείνης σύνθεσης ή του κομματικού εκείνου προγράμματος που θα ηγηθεί του "κινήματος." Τέτοιου είδους προτεραιότητες --ατέρμονα ζητούμενα αδιέξοδης, και ανέξοδης, συζήτησης-- είναι ή μνημεία πολιτικής αφέλειας και έλλειψης επαφής με την πραγματικότητα ή δημαγωγίες εκ του πονηρού. Το ιστορικό ζητούμενο σήμερα είναι το χτίσιμο, κομμάτι-κομμάτι, με κόπο, υπομονή, επιμονή και αγωνιστική διάθεση, του ταξικού κινήματος απ' την αρχή. Μόνο όταν το κίνημα αυτό αποκτήσει ειδικό βάρος τέτοιο ώστε να αποτελεί ισχυρό πολιτικό παράγοντα για τις εξελίξεις και ισχυρό αντίπαλο δέος για το κράτος έχει νόημα η ζύμωση για την πολιτική του ηγεσία, τις ιδέες και το πρόγραμμα που θα πρέπει να έχει μια τέτοια πολιτική ηγεσία, κλπ. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κόμμα δεν έχει ρόλο σήμερα. Το αντίθετο, ακριβώς επειδή το εργατικό, ταξικό κίνημα καλείται να συγκροτηθεί και να συντεθεί εξ αρχής, από ουσιαστικά μηδενική βάση, και ακριβώς επειδή αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς ένα μίνιμουμ κατευθύνσεων, μια ελάχιστη αντίληψη του ταξικού πεδίου και των ταξικών συσχετισμών, μια στοιχειώδη κατανόηση των συνεπειών και αντιφάσεων του τρόπου παραγωγής και της σχέσης τους με την κρίση, ένα κόμμα, ή και μια σειρά εξωκομματικών μορφωμάτων, που μπορούν να βοηθήσουν σ' αυτή την αρχική συσπείρωση πόλων οργάνωσης στο κίνημα έχουν εξέχουσα σημασία και μπορούν να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες. Τούτο βέβαια προϋποθέτει ότι το εμπλεκόμενο κόμμα ή τα εμπλεκόμενα μορφώματα αντιλαμβάνονται το παράδοξο του καθήκοντός τους σήμερα: καλούνται όχι να ηγηθούν ενός έτοιμου κινήματος, αλλά να βοηθήσουν και να επισπεύσουν την γέννησή του και την ωρίμανσή του μέχρι το σημείο εκείνο που το κίνημα να μπορεί να υπαγορεύσει πιο ξεκάθαρα και πιο αποτελeσματικά τα αιτήματά του προς τους κομματικούς μηχανισμούς, να συνδιαμορφώσει την ιδεολογία τους και τις πρακτικές τους, την στρατηγική και την τακτική τους. Και αυτό με την σειρά του σημαίνει ότι το ζητούμενο δεν είναι ούτε το να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν "αυθόρμητα" όπως έλεγαν οι οικονομιστές αντίπαλοι του Λένιν στα τέλη του 19ου αιώνα, ούτε να αναζητήσουμε άμεσα και εργαλειακά την εκλογική (και κοινοβουλευτική) "εξαργύρωση" του κινήματος, υποτάσσοντάς το πρόωρα και άκαιρα σε έναν βοηθητικό τροχό του κόμματος ή σ' ένα μέσο αυτοπροώθησης και δημόσιων σχέσεων του εξωκομματικού μορφώματος.

Από το κοινοβουλευτικό κόμμα για το κίνημα που μπορεί να διαμορφώσει τις συνθήκες και προϋποθέσεις για την διαμόρφωση ενός επαναστατικού κόμματος: πρόκειται για ένα ζητούμενο σχεδόν τόσο δύσκολο όσο και ο τετραγωνισμός του κύκλου, και όχι τυχαία. Σήμερα καλούμαστε να ξαναδιατρέξουμε την ιστορία που συνδέει την Κομμουνιστική Λίγκα των Μαρξ-Ένγκελς με την Διεθνή Ένωση Εργατών, τους Μπολσεβίκους με τα αγροτικά αιτήματα για αναδιανομή της γης και την δημοκρατική μεταρρύθμιση, αλλά να το πράξουμε ανάποδα, ώστε με εφαλτήριο ό,τι χρήσιμο έχει απομείνει από τον οργανωτικό πυρήνα μακρά απενεργοποιημένων στην πράξη κομμουνιστικών κομμάτων, να ξαναγεννηθεί το κίνημα αυτό που θα απαιτεί την επανεφεύρεση, την επινόηση εκ νέου, και για τις ανάγκες της δικής μας εποχής, του τι σημαίνει στην πράξη "κομμουνιστικό κόμμα".

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Η γέννηση του Αθηναικού κράτους

Friedrich Engels- Η γέννηση του Αθηναικού κράτους









Από την μελέτη του «Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους»


 Το πώς εξελίχθηκε το κράτος, εν μέρει με τη μεταβολή των οργάνων του καθεστώτος των γενών, εν μέρει με τον παραγκωνισμό τους από νέα όργανα που βγήκαν στη μέση, και τέλος με την ολοκληρωτική αντικατάστασή τους από πραγματικού "ένοπλου λαού", που μόνος του υπεράσπιζε τον εαυτό του στα γένη, στις φατρίες και στις φυλές του, την πήρε μια ένοπλη "δημόσια εξουσία" που ήταν υποταγμένη στα κρατικά αυτά όργανα και που, επομένως, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ενάντια στο λαό - όλα αυτά μπορούμε - στην πρώτη τους τουλάχιστο φάση, να τα παρακολουθήσουμε καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην αρχαία Αθήνα. Τις αλλαγές στη μορφή τις περιέγραψε βασικά ο Μόργκαν, εγώ πρέπει να συμπληρώσω στο μεγαλύτερό του μέρος το οικονομικό περιεχόμενο που γεννά αυτές τις αλλαγές.

Στους ηρωικούς χρόνους οι τέσσερις φυλές των Αθηναίων κατοικούσαν ακόμη σε χωριστά εδάφη στην Αττική. Ακόμη και οι δώδεκα φατρίες που τις αποτελούσαν, φαίνεται να είχαν κι αυτές ξεχωριστές έδρες στις δώδεκα πόλεις του Κέκροπα. Το καθεστώς ήταν το ίδιο το καθεστώς των ηρωικών χρόνων: λαϊκή συνέλευση, λαϊκό συμβούλιο, βασιλιάς. Την εποχή που αρχίζει η γραφτή ιστορία, η γη ήταν ήδη μοιρασμένη και είχε περάσει σε ατομική ιδιοκτησία, όπως ταιριάζει στην αρκετά κιόλας αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή στα τέλη του ανώτερου σταδίου της βαρβαρότητας και στην αντίστοιχή της ανταλλαγή εμπορευμάτων. Πλάι στα σιτηρά παρήγαν κρασί και λάδι.

Το θαλάσσιο εμπόριο στο Αιγαίο Πέλαγος το αποσπούσαν όλο και περισσότερο από τους Φοίνικες και το μεγαλύτερό του μέρος έπεφτε σε αττικά χέρια. Με την αγορά και την πούληση της κτηματικής ιδιοκτησίας, με τον προοδευτικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στη γεωργία και τη χειροτεχνία, στο εμπόριο και τη ναυτιλία, ανακατεύτηκαν αναγκαστικά και πολύ γρήγορα τα μέλη των γενών, των φατριών και των φυλών. Στην περιφέρεια της φατρίας και της φυλής εγκαταστάθηκαν κάτοικοι, που αν και ήταν από τον ίδιο λαό, ωστόσο δεν ανήκαν σ΄ αυτές τις οργανώσεις, ήταν δηλ. ξένοι στον τόπο της κατοικίας τους. Γιατί σε ειρηνικές εποχές κάθε φατρία και κάθε φυλή διαχειριζόταν μονάχη της τις υποθέσεις της, χωρίς να συμβουλεύεται το λαϊκό συμβούλιο ή τον βασιλιά στην Αθήνα. Οποιος όμως κατοικούσε στην περιοχή της φατρίας ή της φυλής χωρίς ν΄ ανήκει σ΄ εκείνες, δε μπορούσε, φυσικά, να παίρνει μέρος σ΄ αυτή τη διοίκηση.

Ετσι, η κανονισμένη λειτουργία των οργάνων του καθεστώτος των γενών διαταράχτηκε τόσο, που από τους ηρωικούς ήδη χρόνους χρειάσθηκε διόρθωμα. Εισήγαγαν το πολίτευμα που αποδίδεται στον Θησέα. Η αλλαγή που έγινε ήταν πριν απ΄ όλα ότι ιδρύθηκε κεντρική διοίκηση στην Αθήνα, δηλ. μερικές από τις υποθέσεις που ως τότε τις διαχειριζόταν ανεξάρτητα οι φυλές κηρύχτηκαν κοινές υποθέσεις και ανατέθηκαν στο κοινό συμβούλιο που έδρευε στην Αθήνα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι Αθηναίοι έκαναν ένα βήμα πιό μπροστά απ΄ ότι είχε κάνει οποιοσδήποτε ιθαγενής λαός στην Αμερική: αντί της απλής ομοσπονδίας φυλών, που κατοικούσαν η μια πλάι στην άλλη, οι φυλές συγχωνεύτηκαν σ΄ ένα και μόνο λαό. Ετσι γεννήθηκε ένα αθηναϊκό γενικό λαϊκό δίκαιο, που βρισκόταν πάνω από το εθιμικό δίκαιο των φυλών και των γενών.

Ο Αθηναίος πολίτης απόκτησε ορισμένα δικαιώματα και νέα νομική προστασία, ακόμη και σε έδαφος που ανήκε σε άλλη φυλή. Ετσι όμως είχε γίνει το πρώτο βήμα για να υποσκαφτεί το καθεστώς των γενών, γιατί ήταν το πρώτο βήμα για την κατοπινή εισδοχή πολιτών, που δεν ανήκαν σε καμιά από τις φυλές της Αττικής και που βρίσκονταν και έμεναν ολότελα έξω από το αθηναϊκό σύστημα γενών. Ενας δεύτερος θεσμός, που αποδίδεται στον Θησέα, ήταν ο χωρισμός όλου του λαού, χωρίς να παίρνεται υπόψη το γένος, η φατρία ή η φυλή, σε τρεις τάξεις: στους ευπατρίδες ή ευγενείς, στους γεώμορους ή γεωργούς και στους δημιουργούς ή χειροτέχνες, και η παραχώρηση στους ευγενείς του αποκλειστικού δικαιώματος να κατέχουν δημόσια αξιώματα.

Είναι αλήθεια ότι, αν εξαιρέσουμε την κατοχή των αξιωμάτων από τους ευγενείς, η διαίρεση αυτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί δε δημιουργούσε καμιά άλλη νομική διάκριση ανάμεσα στις τάξεις. Ομως είναι σπουδαία γιατί μας παρουσιάζει τα νέα κοινωνικά στοιχεία που είχαν αναπτυχθεί σιωπηρά. Δείχνει ότι η από συνήθεια κατοχή των αξιωμάτων στα γένη από ορισμένες οικογένειες είχε ουσιαστικά εξελιχθεί σε μή αμφισβητούμενο δικαίωμα αυτών των οικογενειών στα αξιώματα, ότι αυτές οι οικογένειες, που έτσι ή αλλιώς ήταν ισχυρές με τα πλούτη τους, άρχιζαν να συνενώνονται, έξω από τα γένη τους, σε μια ξεχωριστή προνομιούχα τάξη, και ότι το κράτος, που μόλις γεννιόταν, καθαγίαζε αυτόν τον σφετερισμό.

Δείχνει ακόμα ότι ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους αγρότες και τους χειροτέχνες είχε ήδη τόσο δυναμώσει, που διεκδικούσε τα πρωτεία σε κοινωνική σημασία απέναντι στην παλιά διάρθρωση κατά γένη και φυλές. Κηρύσσει, τέλος, την ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνία των γενών και στο κράτος. Η πρώτη προσπάθεια για το σχηματισμό κράτους είναι να διασπάσει τα γένη, χωρίζοντας τα μέλη του κάθε γένους σε προνομιούχους και μη προνομιούχους και τούτους τούς μη προνομιούχους πάλι σε δυο επαγγελματικές τάξεις, φέρνοντας έτσι αντιμέτωπη τη μια στην άλλη.

Τη μετέπειτα πολιτική ιστορία της Αθήνας ως τον Σόλωνα τη γνωρίζομε μόνο ατελώς. Το αξίωμα του βασιλιά έχανε τη σημασία του. Επικεφαλής του κράτους μπήκαν άρχοντες εκλεγμένοι από τους ευγενείς. Η κυριαρχία των ευγενών μεγάλωνε όλο και περισσότερο ώσπου κατά το 600 π.Χ. έγινε αφόρητη. Κύριο μέσο για την καταπίεση της λαϊκής ελευθερίας ήταν το χρήμα και η τοκογλυφία. Η κύρια έδρα των ευγενών ήταν μέσα και γύρω από την Αθήνα όπου το θαλάσσιο εμπόριο μαζί με την πειρατεία, που την ασκούσαν ακόμη όταν τους δινόταν ευκαιρία, τους πλούτιζε και συγκέντρωνε το χρηματικό πλούτο στα χέρια τους.

Από κει η χρηματική οικονομία που αναπτυσσόταν διείσδυε σαν διαβρωτικό οξύ στον πατροπαράδοτο τρόπο ύπαρξης των αγροτικών κοινοτήτων που βασίζονταν στη φυσική οικονομία. Το καθεστώς των γενών είναι απολύτως ασυμβίβαστο με τη χρηματική οικονομία. Η καταστροφή των μικροχωρικών της Αττικής συνέπεσε με το χαλάρωμα των παλιών δεσμών του γένους που τους περιέβαλλε προστατευτικά. Το ομόλογο και η κτηματική υποθήκη (γιατί και την υποθήκη την είχαν ήδη εφεύρει οι Αθηναίοι) δε λογάριαζαν ούτε γένη ούτε φατρίες. Αλλά το παλιό καθεστώς των γενών δεν ήξερε ούτε το χρήμα, ούτε την προκαταβολή, ούτε το χρηματικό χρέος.

Γι΄ αυτό, η χρηματική κυριαρχία των ευγενών, που επεκτεινόταν όλο και περισσότερο, διαμόρφωσε και ένα καινούργιο εθιμικό δίκαιο που εξασφάλιζε τον πιστωτή από τον οφειλέτη, που καθιέρωνε την εκμετάλλευση του φτωχού χωρικού από τον κάτοχο του χρήματος. Ολοι οι αγροί της Αττικής ήταν γιομάτοι με στύλους, όπου σημειωνόταν ότι το κτήμα είναι υποθηκευμένο στον τάδε ή στον τάδε, καθώς και το χρηματικό ποσό της υποθήκης. Τα χωράφια που δε σημαδεύονταν με στύλους είχαν κιόλας στο μεγαλύτερό τους μέρος πουληθεί, γιατί είχε λήξει η προθεσμία της υποθήκης ή γιατί δεν είχαν πληρωθεί οι τόκοι και είχαν γίνει ιδιοκτησία του ευπατρίδη τοκογλύφου.

Ο χωρικός έπρεπε νάναι ευχαριστημένος αν του επιτρεπόταν να μένει σαν ενοικιαστής στο χωράφι και να ζεί από το έ ν α έ κ τ ο του εισοδήματος της δουλειάς του, πληρώνοντας για νοίκι τα π έ ν τ ε έ κ τ α στο καινούργιο αφεντικό. Κάτι παραπάνω. Αν το προϊόν της πούλησης του κτήματος δεν έφτανε να καλύψει το χρέος ή αν αυτό το χρέος είχε γίνει χωρίς την εγγύηση υποθήκης, ο οφειλέτης έπρεπε να πουλήσει τα παιδιά του στο εξωτερικό σαν δούλους για να πληρωθεί ο πιστωτής. ΠΟύλημα παιδιών από τον πατέρα, αυτός ήταν ο πρώτος καρπός του πατρικού δικαίου και της μονογαμίας. Κι αν η βδέλλα δεν είχε ακόμα ικανοποιηθεί πέρα για πέρα, μπορούσε να πουλήσει τον ίδιο τον οφειλέτη σαν δούλο. Αυτή ήταν η ευχάριστη χαραυγή του πολιτισμού για το λαό της Αθήνας.

Παλιότερα, τότε που οι συνθήκες της ζωής του λαού αντιστοιχούσαν ακόμη στο καθεστώς των γενών, ήταν αδύνατη μια τέτοια ανατροπή. Εδώ όμως η ανατροπή αυτή είχε γίνει χωρίς να ξέρει κανείς πώς. Ας γυρίσουμε μια στιγμή πίσω στους Ιροκέζους μας. Σ΄ αυτούς ήταν ακατανόητη μια κατάσταση σαν και τούτη που είχε τώρα επιβληθεί στους Αθηναίους χωρίς να φταίνε, σα να λέμε, και σίγουρα παρά τη θέλησή τους. Σ΄ αυτούς ο τρόπος παραγωγής, που, χρόνο με χρόνο, έμενε ο ίδιος, δεν μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει τέτοιες συγκρούσεις που θάλεγε κανείς ότι επιβάλλονται από τα έξω, δεν μπορούσε να δημιουργήσει την αντίθεση του πλούσιου και του φτωχού, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων.

Οι Ιροκέζοι πολύ απείχαν ακόμη από την κυριαρχία πάνω στη φύση, μα μέσα στα πλαίσια των φυσικών συνόρων που τους έβαζε η φύση κυριαρχούσαν πάνω στην ίδια τους την παραγωγή. Εκτός από τις κακές σοδιές στα περιβολάκια τους, εκτός από την εξάντληση του αποθέματος σε ψάρια των λιμνών και των ποταμιών τους, από την εξάντληση των αγριμιών στα δάση τους, ήξεραν πάντα τί θα απόδιδε ο δικός τους τρόπος εξασφάλισης των μέσων για τη συντήρησή τους. Εκείνο που έπρεπε να βγαίνει ήταν τα μέσα για τη συντήρησή τους, άλλοτε φτωχότερα κι άλλοτε πλουσιότερα.

Ποτέ όμως δε μπορούσαν να προκύψουν απρόβλεπτες κοινωνικές ανατροπές, σπάσιμο των δεσμών που συγκροτούσαν τα γένη, διάσπαση των μελών στα γένη και στις φυλές σε αντίθετες, αντιμαχόμενες τάξεις. Η παραγωγή κινιόταν μέσα στα πιό στενά πλαίσια, μα οι παραγωγοί εξουσίαζαν το προϊόν τους. Αυτή ήταν η τεράστια υπεροχή της παραγωγής στην εποχή της βαρβαρότητας, που χάθηκε με το πέρασμα στον πολιτισμό, και θα είναι καθήκον των επόμενων γενεών να την ανακτήσουν πάνω στη βάση της αποκτημένης σήμερα τεράστιας κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και της ελεύθερης ένωσης των ανθρώπων που τώρα πια είναι δυνατή.

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στους Ελληνες. Η ατομική ιδιοκτησία που εμφανίστηκε στα κοπάδια και στα αντικείμενα πολυτελείας οδήγησε στην ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα, στη μετατροπή των προϊόντων σε ε μ π ο ρ ε ύ μ α τ α. Και εδώ βρίσκεται το σπέρμα όλης της κατοπινής ανατροπής. Μόλις οι παραγωγοί δεν ξόδευαν πια άμεσα οι ίδιοι το δικό τους προϊόν, μα το έδιναν στην ανταλλαγή, χάνανε την κυριαρχία πάνω του. Δεν ξέρανε πια τι γινόταν και δημιουργήθηκε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί κάποτε το προϊόν ενάντια στον παραγωγό, για την εκμετάλλευση και την καταπίεσή του. Γι΄ αυτό καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ την κυριαρχία πάνω στην ίδια της την παραγωγή και τον έλεγχο πάνω στα κοινωνικά αποτελέσματα της διαδικασίας της παραγωγής της, όσο δεν καταργεί την ανταλλαγή ανάμεσα στα ξεχωριστά άτομα.

Οι Αθηναίοι όμως έμελλαν με την ίδια τους την πείρα να μάθουν πόσο γρήγορα το προϊόν, ύστερα από την εμφάνιση της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα και τη μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα, επιβάλλει την κυριαρχία του πάνω στον παραγωγό. Μαζί με την παραγωγή εμπορευμάτων παρουσιάστηκε και η καλλιέργεια της γης από τα ξεχωριστά άτομα και για δικό τους λογαριασμό και σύντομα κατόπιν ακολούθησε και η ατομική ιδιοκτησία στη γή. Ηρθε τότε και το χρήμα, το γενικό εμπόρευμα, που μ΄ αυτό ανταλλάζονταν όλα τ΄ άλλα.

Οταν όμως οι άνθρωποι εφεύρισκαν το χρήμα δεν φαντάζονταν ότι δημιουργούσαν κατ΄ αυτό τον τρόπο μια νέα κοινωνική δύναμη, τη μοναδική δύναμη που είχε καθολική σημασία και πού μπροστά της έμελλε να υποκλίνεται ολόκληρη η κοινωνία. Και την κυριαρχία αυτής της νέας δύναμης, που ξεπήδησε ξαφνικά, χωρίς να το ξέρουν και χωρίς να το θέλουν οι ίδιοι οι δημιουργοί της, την ένιωσαν οι Αθηναίοι σ΄ όλη την ωμότητα της νεότητάς της.

Τι έπρεπε να γίνει; Το παλιό καθεστώς των γενών δεν αποδείχτηκε μόνο ανίσχυρο μπρος στη νικηφόρα πορεία του χρήματος, στάθηκε και απόλυτα ανίκανο να βρει μέσα στα πλαίσιά του χώρο για πράγματα σαν το χρήμα, τους πιστωτές και χρεώστες, τη βίαιη είσπραξη χρεών. Ωστόσο υπήρχε πια η νέα κοινωνική δύναμη, και οι ευσεβείς πόθοι, η νοσταλγία για επιστροφή στον παλιό καλόν καιρό δεν μπορούσαν να βγάλουν από τη μέση το χρήμα και την τοκογλυφία. Κι ακόμη ανοίχτηκαν μια σειρά άλλα, δευτερεύοντα ρήγματα στο καθεστώς των γενών.

Το ανακάτωμα των μελών του γένους και των φατριών σ΄ όλη την περιοχή της Αττικής, ιδίως στην Αθήνα, μεγάλωνε από γενιά σε γενιά, παρά το γεγονός ότι ο Αθηναίος πολίτης, ενώ μπορούσε να πουλά κτήματα έξω από το γένος του, δεν είχε ακόμη το δικαίωμα να πουλήσει το σπίτι του. Με την πρόοδο της βιοτεχνίας και των επικοινωνιών είχε αναπτυχθεί πληρέστερα ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής: γεωργία και χειροτεχνία - και μέσα στη χειροτεχνία, ανάμεσα στις αναρίθμητες υποδιαιρέσεις της: εμπόριο, ναυτιλία κλπ.

Τώρα ο πληθυσμός, ανάλογα με την απασχόλησή του, χωριζόταν σε αρκετά σταθερές ομάδες, που η καθεμιά τους είχε μια σειρά νέα κοινά συμφέροντα τα οποία δεν είχαν θέση στο γένος ή στη φρατρία και πού για τη φροντίδα τους χρειάζονταν νέα αξιώματα. Ο αριθμός των δούλων είχε αυξηθεί σημαντικά και θα πρέπει από τότε κιόλας να είχε ξεπεράσει πολύ τον αριθμό των ελεύθερων Αθηναίων. Το καθεστώς των γενών αρχικά δε γνώριζε τη δουλεία, επομένως δε γνώριζε και τα μέσα να χαλιναγωγεί αυτή τη μάζα των ανελεύθερων. Και τέλος, το εμπόριο είχε φέρει στην Αθήνα ένα σωρό ξένους που εγκατασταίνονταν εκεί, γιατί εκεί ήταν πιο εύκολο να κερδίζουν χρήματα, και σύμφωνα πάλι με το παλιό σύστημα οι ξένοι αυτοί δεν είχαν ούτε πολιτικά δικαιώματα, ούτε νομική προστασία και, παρά την πατροπαράδοτη ανοχή, έμεναν ένα ενοχλητικό ξένο στοιχείο μέσα στο λαό.
Κοντολογής, το σύστημα των γενών πλησίαζε στο τέλος του. Η κοινωνία αναπτυσσόταν καθημερινά και ξεπερνούσε τα πλαίσιά του. Δεν μπορούσε μήτε να εμποδίσει μήτε να εξαλείψει και τα χειρότερα ακόμη κακά που είχαν γεννηθεί μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Στο μεταξύ, όμως, είχε αναπτυχθεί σιωπηρά το κράτος. Οι νέες ομάδες που δημιουργήθηκαν με τον καταμερισμό της εργασίας, πρώτα ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο και ύστερα ανάμεσα στους διάφορους κλάδους εργασίας μέσα στην ίδια την πόλη, δημιούργησαν νέα όργανα για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Δημιουργήθηκαν κάθε λογής αξιώματα.

Και το νεαρό κράτος χρειάστηκε πριν απ΄ όλα μία δική του ένοπλη δύναμη, που στους θαλασσοπόρους Αθηναίους μπορούσε στην αρχή νάναι μονάχα ναυτική δύναμη για διάφορους μικρούς πολέμους και για την προστασία των εμπορικών καραβιών. Κάποτε, άγνωστο πότε, πριν από τον Σόλωνα, δημιουργήθηκαν οι ναυκραρίες, μικρές εδαφικές περιοχές, δώδεκα σε κάθε φυλή. Κάθε ναυκραρία όφειλε να διαθέτει ένα πολεμικό καράβι, να το αρματώνει και να το επανδρώνει, και χώρια απ΄ αυτό να διαθέτει και δυο ιππείς. Ο θεσμός αυτός χτύπησε από δυό μεριές το καθεστώς των γενών. Πρώτα, γιατί, δημιουργούσε μιά δημόσια εξουσία (Offentliche Gewalt), που ήδη δεν ήταν πιά ταυτόσημη με το σύνολο του ένοπλου λαού. Και, δεύτερο, γιατί, για πρώτη φορά, διαιρούσε το λαό, προς δημόσιους σκοπούς, όχι κατά συγγενικές ομάδες μα κατά τοπική συνοίκηση.

Τι σημασία είχε αυτό θα φανεί παρακάτω. Μια και το καθεστώς των γενών δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εκμεταλλευόμενο λαό, δεν έμενε στο λαό άλλο παρά να υπολογίζει μόνο στο κράτος που γεννιόταν. Kι αυτό τον βοήθησε με τη νομοθεσία του Σόλωνα, η οποία ταυτόχρονα δυνάμωνε με τη σειρά της το κράτος σε βάρος του παλιού καθεστώτος. Ο Σόλων - ο τρόπος που το 594 π.Χ. έγινε η μεταρρύθμισή του δε μας ενδιαφέρει εδώ - εγκαινίασε τη σειρά των λεγόμενων πολιτικών επαναστάσεων και την εγκαινίασε με μια επέμβαση στην ιδιοκτησία. Ολες οι επαναστάσεις που έγιναν από τότε είναι επαναστάσεις για την υπεράσπιση ενός είδους ιδιοκτησίας ενάντια σ΄ ένα άλλο είδος ιδιοκτησίας. Δεν μπορούν να υπερασπίσουν το ένα σύστημα χωρίς να παραβιάσουν το άλλο.
Στη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση θυσίασαν τη φεουδαρχική ιδιοκτησία για να σώσουν την αστική.
Στην επανάσταση του Σόλωνα η ιδιοκτησία των πιστωτών θυσιάστηκε προς όφελος της ιδιοκτησίας των οφειλετών. Ακυρώθηκαν απλούστατα τα χρέη. Τις λεπτομέρειες δεν τις ξέρουμε ακριβώς, μα ο Σόλων στα ποιήματά του παινεύεται ότι απομάκρυνε από τις χρεωμένες γαίες τους στύλους υποθήκης και ότι έφερε ξανά στον τόπο τους όσους είχαν δραπετεύσει ή είχαν πουληθεί στο εξωτερικό για χρέη. Αυτό μπόρεσε να γίνει μόνο με μια ανοιχτή παραβίαση της ιδιοκτησίας. Και, πραγματικά, από την πρώτη ως την τελευταία, όλες οι πολιτικές λεγόμενες επαναστάσεις έγιναν για την προστασία ενός ε ί δ ο υ ς ιδιοκτησίας που πραγματοποιήθηκε με την κατάσχεση που λέγεται και κλοπή της ιδιοκτησίας - ά λ λ ο υ είδους.

Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, που επί 2.500 χρόνια η ατομική ιδιοκτησία μπόρεσε να διατηρηθεί μόνο με την παραβίαση της ιδιοκτησίας. Τώρα όμως έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να εμποδιστεί το ξανασκλάβωμα των ελεύθερων Αθηναίων. Αυτό έγινε πρώτα με γενικά μέτρα, λ.χ. με την απαγόρευση χρεωστικών συμβολαίων όπου το πρόσωπο του οφειλέτη έμπαινε ενέχυρο. Επίσης καθορίστηκε ένα ανώτατο όριο στην έκταση της γης που μπορεί να κατέχει κάθε ξεχωριστό άτομο, για να μπουν έτσι, μερικοί τουλάχιστο, φραγμοί στη βουλιμία των ευγενών για τη γη των χωρικών.

Υστερα όμως επακολούθησαν αλλαγές στο πολίτευμα, από τις οποίες για μας οι σπουδαιότερες είναι οι ακόλουθες: Αύξησαν τα μέλη του συμβουλίου σε 400, εκατό από κάθε φυλή. Εδώ λοιπόν έμενε ακόμη βάση η φυλή. Αυτή ήταν ωστόσο και η μόνη πλευρά του παλιού καθεστώτος που μπήκε στο νέο κρατικό σώμα. Γιατί κατά τ΄ άλλα ο Σόλων χώρισε τους πολίτες σε 4 τάξεις, σύμφωνα με τη γή που είχαν και σύμφωνα με το εισόδημά τους - 500, 300 και 150 μέδιμνοι σιτηρά (1 μέδιμνος = περίπου 41 λίτρες) ήταν τα ελάχιστα εισοδήματα για τις τρεις πρώτες τάξεις.

Οποιος είχε λιγότερη κτηματική ιδιοκτησία ή δεν είχε διόλου, ανήκε στην τέταρτη τάξη. Ολα τα αξιώματα δικαιούνταν να τα κατέχουν μόνον οι τρεις ανώτερες τάξεις, και τα ανώτατα αξιώματα μόνο η πρώτη τάξη. Η τέταρτη τάξη είχε μόνο το δικαίωμα να μιλά και να ψηφίζει στη λαϊκή συνέλευση. Εδώ όμως εκλέγονταν και εδώ λογοδοτούσαν όλοι οι αξιωματούχοι, εδώ φτιάχνονταν όλοι οι νόμοι και εδώ η τέταρτη τάξη αποτελούσε την πλειοψηφία.

Τα αριστοκρατικά προνόμια ανανεώθηκαν εν μέρει με τη μορφή προνομίων του πλούτου, μα ο λαός διατηρούσε την αποφασιστική εξουσία. Οι τέσσερις τάξεις αποτελούσαν επίσης τη βάση για μια νέα οργάνωση του στρατού. Οι δυο πρώτες τάξεις παρείχαν το ιππικό, η τρίτη υπηρετούσε σαν βαρύ πεζικό, η τέταρτη σαν ελαφρά οπλισμένο, ευκίνητο πεζικό, ή υπηρετούσε στο στόλο, όπου πιθανόν να πληρωνόταν κιόλας. Εδώ λοιπόν εισάγεται ένα εντελώς καινούργιο στοιχείο στο καθεστώς: η ατομική ιδιοκτησία. Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών διαβαθμίζονται ανάλογα με την έκταση της κτηματικής τους περιουσίας, και στο βαθμό που κερδίζουν σε επιρροή οι ιδιοκτήτριες τάξεις, στον ίδιο βαθμό παραγκωνίζονται οι παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις.

Το καθεστώς των γενών είχε υποστεί μια νέα ήττα. Η διαβάθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων ανάλογα με την περιουσία δεν ήταν ωστόσο από τους θεσμούς εκείνους, χωρίς τους οποίους δε μπορεί να υπάρχει το κράτος. Οσο μεγάλο ρόλο κι αν έπαιξε η διαβάθμιση αυτή στην ιστορία των πολιτευμάτων των κρατών, πολλά κράτη, και μάλιστα τα πιο εξελιγμένα, δεν τη χρειάστηκαν. Και στην Αθήνα ακόμη έπαιξε μόνο παροδικό ρόλο. Από τον καιρό του Αριστείδη όλα τα αξιώματα ήταν προσιτά στον κάθε πολίτη. Στα αμέσως κατοπινά 80 χρόνια η αθηναϊκή κοινωνία πήρε σιγά - σιγά την κατεύθυνση προς την οποία εξελίχθηκε μετέπειτα, στους επόμενους αιώνες.

Είχε μπεί φραγμός στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία της γης της προσολωνικής εποχής, επίσης είχε μπει φραγμός και στην απεριόριστη συγκέντρωση της κτηματικής ιδιοκτησίας. Κύριος κλάδος βιοπορισμού γίνονται το εμπόριο και η χειροτεχνία, μαζί και η καλλιτεχνική χειροτεχνία. (Kunsthandwerk), που εξασκούνται όλο και σε μεγαλύτερη κλίμακα με την εργασία των δούλων. Οι άνθρωποι φωτίζονταν. Οι Αθηναίοι, αντί να εκμεταλλεύονται με τον παλιό ωμό τρόπο τους συμπολίτες τους, εκμεταλλεύονταν κυρίως τους δούλους και την εξωαθηναϊκή πελατεία.

Μεγάλωναν διαρκώς η κινητή ιδιοκτησία, ο χρηματικός πλούτος και ο πλούτος σε δούλους και καράβια, μα δεν ήταν τώρα πια απλό μέσο για ν΄ αποκτούν κτηματική περιουσία όπως ήταν στη παλιά, περιορισμένη εποχή, είχε γίνει αυτοσκοπός. Ετσι, από τη μια μεριά δημιουργήθηκε για την παλιά εξουσία της αριστοκρατίας ένας νικηφόρος ανταγωνιστής, η τάξη των πλούσιων που ασχολούνταν με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, από την άλλη μεριά όμως αφαιρέθηκε και το τελευταίο έδαφος από τα υπολείμματα του παλιού καθεστώτος των γενών.

Τα γένη, οι φατρίες και οι φυλές, που τα μέλη τους είχαν τώρα σκορπίσει σ΄ όλη την Αττική και κατοικούσαν ανακατωμένα, έγιναν έτσι ολότελα ακατάλληλα σαν πολιτικά σώματα. Ενα σωρό Αθηναίοι πολίτες δεν ανήκαν σε κανένα γένος, ήταν μέτοικοι που, ενώ είχαν αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη, δεν είχαν γίνει δεκτοί σε καμιά από τις παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις. Δίπλα τους βρίσκονταν ακόμη οι ξένοι επήλυδες που έβρισκαν μόνο άσυλο και που ο αριθμός τους ολοένα αύξαινε. Στο μεταξύ προχωρούσαν οι κομματικοί αγώνες.

Η αριστοκρατία γύρευε να ανακτήσει τα πρωτερινά της προνόμια και πέτυχε για μια στιγμή να επικρατήσει ξανά, ώσπου η επανάσταση του Κλεισθένη (509 π.Χ.) την ανάτρεψε οριστικά. Μαζί της όμως κατάργησε και το τελευταίο υπόλειμμα του καθεστώτος των γενών. Ο Κλεισθένης στη νέα του νομοθεσία αγνόησε τις τέσσερις παλιές φυλές που στηρίζονταν στα γένη και στις φατρίες. Στη θέση τους μπήκε μια ολότελα νέα οργάνωση που βασιζόταν αποκλειστικά στη διαίρεση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας, διαίρεση που είχε δοκιμαστεί κιόλας στις ναυκραρίες.

Αποφασιστικός παράγοντας δεν ήταν πια η αιματοσυγγένεια, αλλά ο τόπος κατοικίας.

Τώρα δε διαιρούσαν το λαό, μα το έδαφος, οι κάτοικοι πολιτικά γίνονταν απλό εξάρτημα του εδάφους. Ολόκληρη η Αττική χωρίστηκε σε εκατό αυτοδιοικούμενες κοινοτικές περιοχές που λέγονταν δήμοι. Οι πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε δήμο (οι δημότες) εκλέγανε τον προϊστάμενό τους (το δήμαρχο) και τον ταμία τους, καθώς και 30 δικαστές με δικαστική δικαιοδοσία για μικρότερες διαφορές. Οι δήμοι απόκτησαν επίσης και από ένα δικό τους ναό κι από έναν προστάτη θεό ή ήρωα, που τους ιερείς του τούς εκλέγανε. Ανώτατη εξουσία στο δήμο ήταν η συνέλευση των δημοτών.

Είναι, όπως σωστά παρατηρεί ο Μόργκαν, το πρωτότυπο της αυτοδιοικούμενης αμερικανικής κοινοτικής πόλης. Το δημιουργούμενο κράτος στην Αθήνα άρχισε με την ίδια μονάδα, στην οποία καταλήγει το σύγχρονο κράτος στην ανώτατη διαμόρφωσή του Δέκα απ΄ αυτές τις μονάδες, τους δήμους, αποτελούσαν μια φυλή πού, όμως, για να διακρίνεται από την παλιά φυλή των γενών ονομάζεται τώρα τοπική φυλή. Η τοπική φυλή δεν ήταν μόνο αυτοδιοικούμενο πολιτικό σώμα, ήταν και στρατιωτικό σώμα. Εξέλεγε το φύλαρχο ή τον προεστό της φυλής που διοικούσε το ιππικό, έναν ταξίαρχο που διοικούσε το πεζικό, και το στρατηγό που διοικούσε όλους τους άντρες που στρατολογούνταν στην περιοχή της φυλής.

Διέθετε επίσης πέντε πολεμικά καράβια με τους άντρες τους και τους διοικητές τους, και έπαιρνε για προστάτη άγιο έναν Αττικό ήρωα, του οποίου έφερε και το όνομα. Τέλος έβγαζε 50 βουλευτές για την αθηναϊκή βουλή. Το επιστέγασμα ήταν το αθηναϊκό κράτος, που το διοικούσε η βουλή, από τους πεντακόσιους εκλεγμένους των δέκα φυλών, και σε τελευταία ανάλυση, η συνέλευση του λαού, όπου είχε δικαίωμα να μπαίνει και να ψηφίζει κάθε Αθηναίος πολίτης.

Παράλληλα οι άρχοντες και άλλοι αξιωματούχοι φρόντιζαν για τους διάφορους τομείς της διοίκησης και για τη δικαιοσύνη. Ανώτατος λειτουργός της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπήρχε στην Αθήνα. Μ΄ αυτό το νέο σύστημα και με την εισδοχή πολύ μεγάλου αριθμού κατοίκων με όχι πλήρη δικαιώματα - εν μέρει επήλυδες και εν μέρει απελεύθεροι δούλοι - αποκλείστηκαν τα όργανα του καθεστώτος των γενών από τις δημόσιες υποθέσεις. Κατάντησαν ιδιωτικές ενώσεις και θρησκευτικές εταιρίες.

Ομως η ηθική επίδραση, ο πατροπαράδοτος τρόπος αντίληψης και σκέψης του παλιού καιρού των γενών επέζησαν ακόμη για πολύ και χάθηκαν μονάχα σιγά - σιγά. Αυτό φάνηκε σ΄ έναν άλλον κρατικό θεσμό. Είδαμε ότι το ουσιαστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους είναι η ξεχωριστή από τη μάζα του λαού δημόσια εξουσία. Η Αθήνα είχε τότε μόνο λαϊκό στρατό και ένα στόλο που τον επάνδρωνε και τον αρμάτωνε άμεσα ο λαός.

Ο στρατός και ο στόλος την υπεράσπιζαν από τους εξωτερικούς εχθρούς και χαλιναγωγούσαν τους δούλους, που τότε ήδη αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Απέναντι στους πολίτες, τη δημόσια εξουσία αρχικά την αποτελούσε μόνο η αστυνομία, που είναι τόσο παλιά όσο και το κράτος, γι΄ αυτό και οι αφελείς Γάλλοι του XVIII αιώνα δεν μιλούσαν για πολιτισμένους λαούς μα για λαούς αστυνομευόμενους (nations policees). Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν, μαζί με το κράτος τους, και αστυνομία, μια σωστή χωροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υπαίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία.

Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δ ο ύ λ ο υ ς. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεύθερο Αθηναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα, που προτιμούσε να τον πιάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτοιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμη η παλιά νοοτροπία των γενών. Το κράτος δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς την αστυνομία, μα ήταν πολύ νέο και δεν είχε ακόμη αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα επάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους. Πόσο πολύ το συμπληρωμένο πια στα κύρια χαρακτηριστικά του γνωρίσματα κράτος ταίριαζε στην καινούργια κοινωνική κατάσταση των Αθηναίων, φαίνεται από τη γρήγορη άνθιση του πλούτου, του εμπορίου και της βιοτεχνίας.

Η ταξική αντίθεση, που πάνω της στηρίζονταν οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, δεν ήταν πια η αντίθεση ανάμεσα στην αριστοκρατία και στον κοινό λαό, μα η αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και στους ελεύθερους, στους κατοίκους με περιορισμένα δικαιώματα και στους πολίτες. Τον καιρό της ανώτατης άνθισης όλοι οι ελεύθεροι πολίτες της Αθήνας, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ήταν περίπου 90.000 άτομα, δίπλα σ΄ αυτούς υπήρχαν 365.000 δούλοι και των δύο φύλων και 45.000 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα - ξένοι και απελεύθεροι. Σε κάθε ενήλικο άρρενα πολίτη αναλογούσαν λοιπόν τουλάχιστο 18 δούλοι και πάνω από 2 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα. Ο μεγάλος αριθμός των δούλων εξηγείται από το ότι πολλοί απ΄ αυτούς εργάζονται μαζί σε χειροτεχνίες, σε μεγάλους χώρους, και κάτω από την επίβλεψη επιστατών.

Με την ανάπτυξη όμως του εμπορίου και της βιοτεχνίας έχουμε συσσώρευση και συγκέντρωση των αγαθών σε λίγα χέρια, εξαθλίωση της μάζας των ελεύθερων πολιτών, που τους έμενε μόνο η εκλογή: ή να συναγωνιστούν την εργασία των δούλων με τη χειρωνακτική εργασία, που τη θεωρούσαν και υβριστική και βάναυση και πού δεν υποσχόταν και πολλά, ή να εξαθλιωθούν. Μέσα στις τοτινές συνθήκες ακολούθησαν αναγκαστικά το δεύτερο δρόμο, και επειδή αποτελούσαν τον όγκο του πληθυσμού κατάστρεψαν έτσι όλο το αθηναϊκό κράτος.

Δεν κατάστρεψε η δημοκρατία την Αθήνα, όπως υποστηρίζουν οι Ευρωπαίοι τσανακογλύφτες και αυλόδουλοι δάσκαλοι, μα η δουλεία, που πρόγραφε την εργασία του ελεύθερου πολίτη. Η δημιουργία του κράτους στους Αθηναίους είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς σχηματίζονται γενικά τα κράτη, γιατί από τη μια μεριά γίνεται εντελώς αμιγής, χωρίς ανάμιξη εξωτερικής ή εσωτερικής βίας - ο σφετερισμός της εξουσίας από τον Πεισίστρατο δεν άφησε κανένα ίχνος της σύντομης ύπαρξής του - και από την άλλη μεριά γιατί δείχνει ένα κράτος με πολύ ψηλή μορφή εξέλιξης, τη δημοκρατική πολιτεία (Demokratische Republik), που ξεπηδά άμεσα από την κοινωνία των γενών και, τέλος, γιατί γνωρίζουμε αρκετά όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειές του.


Πηγή: alfavita