Σελίδες

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Το τέλος της πρώτης παγκοσμιοποίησης «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους»


Του Πάσχου Mανδραβέλη, Καθημερινή, 22.1.12
Στην παγκόσμια συζήτηση για τη χρηματοπιστωτική κρίση λείπει ένας όρος που για είκοσι χρόνια φλόγιζε τις συζητήσεις για το διεθνές σύστημα. Η λέξη «παγκοσμιοποίηση». Είναι περίεργο, δε, διότι μπορεί η παγκοσμιοποίηση να μην ευθύνεται για τη δημιουργία της κρίσης, σ’ αυτήν όμως οφείλεται η ταχύτατη εξάπλωσή της. Ενα πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, έγινε δια των διασυνδέσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, παγκόσμια τραπεζική κρίση, για να καταλήξει δημοσιονομική κρίση και μπορεί να γίνει κρίση της πραγματικής οικονομίας των προϊόντων που παράγει η... Κίνα. Η απουσία μπορεί να δείχνει ότι πήραμε το μάθημά μας από τη μεγάλη κρίση του ’29, όταν η αντίδραση ήταν ο περιορισμός της παγκοσμιοποίησης με εθνικές νομοθεσίες, με αποτέλεσμα ο κόσμος εκτός από τη βαθιά ύφεση να μπει σε εξοντωτικούς εμπορικούς πολέμους και τελικά στον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Υπάρχουν όμως αναλογίες που να κάνουν θεμιτή τη σύγκριση όσων διαδραματίζονταν στον κόσμο στις αρχές του περασμένου αιώνα με όσα διαδραματίζονται σήμερα; Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Χάρολντ Τζέιμς, η παγκοσμιοποίηση στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Ενας τρόπος για να μετρήσουμε τη διεθνή ολοκλήρωση, γράφει, «είναι να εξετάσουμε το μέγεθος των καθαρών κεφαλαιακών κινήσεων.
Αν μετρηθούν σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) οι εισαγωγές και εξαγωγές κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερες από τις σημερινές: Μεταξύ του 1870 και 1890, η Αργεντινή εισήγαγε κεφάλαιο ισοδύναμο με το 18,7% του εθνικού εισοδήματος και η Αυστραλία με το 8,2%. Συγκρίνετε αυτά τα στοιχεία με τη δεκαετία του ’90, όταν τα αντίστοιχα νούμερα αυτών των δύο μεγάλων εισαγωγέων κεφαλαίου ήταν ένα γλίσχρο 2,2% και 4%. Η υπόθεση των εξαγωγών κεφαλαίου είναι ακόμη πιο δραματική. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία εξήγε το 7% του εθνικού της εισοδήματος. Καμιά χώρα στον κόσμο μετά το ’45 δεν προσέγγισε ποτέ ένα παρόμοιο επίπεδο, ούτε η Ιαπωνία ούτε η προ του 1989 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας».
Στον τομέα του εμπορίου τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά. Το 1913 οι εξαγωγές της μεγάλης οικονομικής δύναμης της εποχής, που ήταν η Βρετανία, ήταν περίπου το 30% του ΑΕΠ, ποσοστό που έφτασαν κάποιες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1980· παρά την τεράστια βελτίωση των εμπορευματικών μεταφορών.
Η μετανάστευση είναι αδύνατον να μετρηθεί διότι στον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διαβατήρια, ούτε μεταναστευτικές πολιτικές και ούτε φυσικά μετρήσεις. Εκείνη την εποχή «πάνω απ’ όλα κινούνταν οι άνθρωποι», γράφει ο Χάρολντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζονταν διαβατήρια. Σπάνια γίνονταν συζητήσεις για την υπηκοότητα.
«Οικουμενική εποχή»
Επιδιώκοντας την ελευθερία, την ασφάλεια και την ευημερία -τρεις αξίες που σχετίζονταν στενά- οι άνθρωποι της Ευρώπης και της Ασίας εγκατέλειπαν τις εστίες τους και συχνά έκαναν δύσκολα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο ή το πλοίο, συχνά δε σαν τμήμα ανθρωπίνων μεταναστεύσεων γιγαντιαίων διαστάσεων. Ανάμεσα στο 1871 και στο 1915, 36 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ευρώπη». Από έναν πληθυσμό που το 1900 έφτανε δεν έφτανε τα 320 εκατομμύρια.
Ο κόσμος ζούσε την «οικουμενική εποχή». «Η αισιοδοξία της εποχής», σημειώνει ο Τζέιμς, «μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία για τον διεθνισμό ή τον κοσμοπολιτισμό της. Μερικοί αναλυτές πίστευαν ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αναχαιτιστεί με τίποτε - στην πραγματικότητα, καθιστούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα μεγάλα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αδύνατο.
Αυτή η ελκυστική αλλά τελικά απατηλή προϋπόθεση διατυπώθηκε με μεγάλη ευφυΐα από τον Βρετανό συγγραφέα Νόρμαν Εϊντζελ σε ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1911 και διατέθηκε αμέσως (αυτός ήταν ο βαθμός της παγκόσμιας πνευματικής ολοκλήρωσης) σε δεκατέσσερις χώρες και οκτώ γλώσσες. Οι καπιταλιστές θεωρούσαν ότι η δική τους εκδοχή του διεθνισμού είχε εξαρτήσει τόσο πολύ τα κράτη από τις αγορές ομολόγων που δεν θα άντεχαν να προκαλέσουν οποιονδήποτε κλονισμό της εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις. Οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς προλεταριάτου με αυτοσυνείδηση θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδια των μιλιταριστών.
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του «Great Illusion» ο κόσμος έμπαινε στον πιο μεγάλο και αιματηρό πόλεμο όλων των προηγούμενων εποχών. Οι Κέβιν Ο’ Ρουρκ και Τζέφρι Γουίλιαμσον στο βιβλίο τους «Παγκοσμιοποίηση και ιστορία» έγραψαν ότι «η ιστορία δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να φυτέψει τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής. Αυτοί οι σπόροι φυτεύτηκαν στη δεκαετία του 1870, βλάστησαν στη δεκαετία του 1880, μεγάλωσαν ορμητικά στην περίοδο της αλλαγής του αιώνα και άνθισαν στα σκοτεινά χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους». Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30 δεν χρειαζόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εκδηλωθεί. Θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού.
Παράδοξο μεν και σχεδόν μαρξιστικό, αλλά το ίδιο αναφέρει και ο μεγάλος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ. Οπως αναφέρει ο Χάρολντ Τζέιμς «σε ένα άρθρο με τίτλο “Η αστάθεια του καπιταλισμού”, που δημοσιεύτηκε το 1928, στο υψηλότερο σημείο ευημερίας εκείνης της δεκαετίας, ο Σουμπέτερ αναφερόταν “στην τάση προς την αυτοκαταστροφή εξαιτίας εγγενών οικονομικών αιτιών ή προς την απώλεια της ίδιας του της δομής”. Σε μια εποχή που δεν φαινόταν να επίκειται ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αναταραχής, υποστήριζε ότι “ο καπιταλισμός ενώ [είναι] οικονομικά σταθερός και μάλιστα η σταθερότητά του αυξάνεται, δημιουργεί, εξορθολογίζοντας την ανθρώπινη διανοητικότητα, μια νοοτροπία και ένα στυλ ζωής ασύμβατα με τις θεμελιώδεις συνθήκες του, κίνητρα και κοινωνικούς θεσμούς”».
Επίκαιρη προφητεία
Από το 2001 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Χάρολντ Τζέιμς για την ιστορία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ο συγγραφέας έβλεπε την Ευρώπη ως τον αδύναμο κρίκο της δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Στα συμπεράσματα του βιβλίου του προφήτευε ότι στη Γηραιά Ηπειρο «υπάρχει ελάχιστη ευελιξία όσον αφορά τις προσδοκίες για το τι θα έπρεπε να κάνει το κράτος και μια έντονη τάση να τίθενται οι προτάσεις μεταρρύθμισης εκτός ορίων αποδεκτής πολιτικής συζήτησης. Αυτά τα κράτη βασίζονται στην αξιοπιστία τους -στην εμπιστοσύνη των αγορών- σε τέτοιο βαθμό που... όπου και όταν λάβουν χώρα οι κρίσεις θα...εμφανιστούν σαν τελείως άλυτα προβλήματα εντός των ορίων της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων και των τρεχουσών πολιτικών προσδοκιών».
Η γέννηση της αντιπαγκοσμιοποίησης
Για τον Χάρολντ Τζέιμς η αντιπαγκοσμιοποίηση γεννιέται αμέσως μετά την πρώτη παγκοσμιοποίηση. «Καθώς ο ενιαίος διεθνής κόσμος εξελισσόταν παρήγε μια ανταπόκριση ή αντίδραση - κατ’ αρχάς μια ιδέα και μετά τη θεσμική ενσάρκωση της ιδέας. Η συνειδητοποίηση των συνεπειών μιας παγκόσμιας οικονομίας και μιας διεθνούς κοινωνίας προκάλεσε έναν ισχυρό εθνικισμό. Εθνικισμός σημαίνει τουλάχιστον δύο διακριτές διαδικασίες. Μία είναι η διαμόρφωση ταυτοτήτων και κοινής συμπεριφοράς ως αντίδραση σε εξωτερική απειλή ή στην ιδέα της απειλής. Αυτό το είδος της αντίδρασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ξενοφοβία».
Κατά τον Τζέιμς «οι ροές εργασίας παραμένουν το πιο ελεγχόμενο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας... Η μετανάστευση είναι ο πιο ευάλωτος τομέας στην προστατευτική παρόρμηση. Σ’ αυτόν σημειώθηκε η αποφασιστική εχθρική στάση εναντίον του διεθνισμού κατά τη δεκαετία του 1920 και συνοδεύτηκε από μια σκλήρυνση των δυσάρεστων και επίσης κοντόφθαλμων εθνικιστικών επιχειρημάτων».
«Δεύτερον, υπάρχει μια διαδικασία δημιουργίας θεσμών, που αιτιολογείται βάσει της πρώτης αντίδρασης, με την οποία το έθνος - κράτος, η τυπική πολιτική κατασκευή του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε σε αμυντικό μηχανισμό έναντι απειλών κατά της σταθερότητας, που έχουν εξωτερική προέλευση... Η αντίδραση κατά τη μεσοπολεμική περίοδο εναντίον της διεθνούς οικονομίας έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, και αυτές μπορούν να καταδειχθούν σε εκείνους ακριβώς τους τομείς που έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια διασύνδεση: στο εμπόριο, τη μετανάστευση και τις κινήσεις του κεφαλαίου. Ο σκοπός των καινούργιων δασμών που επιβλήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα συχνά εκφραζόταν με παραδοσιακούς όρους, όχι τόσο σαν κοινωνική όσο σαν εθνική άμυνα».
Ομοιογένεια
Η αντίληψη που κυριάρχησε στον κόσμο ήταν ότι οι χώρες χρειάζονταν όσο μεγαλύτερο ομοιογενή πληθυσμό μπορούσαν για την άμυνά τους (ή όπως θα λέγαμε πιο κυνικά: για τροφή στα κανόνια). Ο τρόπος διατήρησης ή και αύξησης του πληθυσμού ήταν διά της οικονομικής επέκτασης, δηλαδή διά των εξαγωγών. Οπως έγραφε ένας συγγραφέας της εποχής «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους».
Αυτό οδήγησε τα κράτη σε προστατευτικές πολιτικές (κυρίως σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα) και επιθετικές επιδοτήσεις σε ό, τι αφορά τις εξαγωγές. Με αποτέλεσμα τα αντίμετρα, για να καταλήξουμε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30.
Διαβάστε
- Harold James «Το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Μαθήματα από τη μεγάλη ύφεση», εκδ. Α. Α. Λιβάνη.

Έχει αναποδογυρίσει η πραγματικότητα που ζούσαμε ή μήπως ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα και έτσι στα ξαφνικά,χάλασε το μόνιτορ και ξεπρόβαλε μπρος στα μάτια μας η αντικειμενική αλήθεια, φρικαλέα, ζοφερή, εφιαλτική.


Μόνον για σήμερα

  Έχει αναποδογυρίσει η πραγματικότητα που ζούσαμε ή μήπως ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα και έτσι στα ξαφνικά,χάλασε το μόνιτορ και ξεπρόβαλε μπρος στα μάτια μας η αντικειμενική αλήθεια, φρικαλέα, ζοφερή, εφιαλτική.

Που νάβρω χρώματα με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου να την ζωγραφίσω για να την δώσω, να την τρίψω στα μούτρα κάποιων που μπορούν ακόμη να γελούν, να χαριεντίζονται και να κάνουν όνειρα μέσα στην απόλυτη αφέλειά τους ή μήπως βλακεία τους .

Να ζωγραφίσω την προχθεσινή εικόνα καταμεσής στο πεζοδρόμιο Καποδιστρίου και Πατησίων.

Ξαπλωμένος ανάσκελα μες την μέση του πεζοδρόμιου, χαμένος, ακίνητος, ρακένδυτος και βρώμικος.
Από πάνω του να πηγαίνει πέρα δώθε ένας "δικός του", παραπατώντας και με χαμένο το βλέμμα, θολό από την πρέζα, να κάνει προσπάθεια να μην πέσει, να σκύβει με κόπο δίπλα στον φίλο του, να τον σκουντά, μήπως και κινηθεί να δώσει κάποια σημεία ζωής.
Να του πιάνει το χέρι και μετά, να προσπαθεί να του χαϊδέψει τα μαλλιά,να γρυλίζει προσπαθώντας να αρθρώσει δυο λέξεις  και ο κόσμος, να περνά δίπλα τους αποφεύγοντας να κοιτάξει σαν να μην υπήρχαν, σαν να ήταν μια μαγική εικόνα που μόνον εγώ την έβλεπα, αποσβολωμένη, αμήχανη, τρομαγμένη μην ξέροντας τι πρέπει να κάνω και πως να αντιδράσω.

Απέναντι, ακριβώς δίπλα στα γραφεία του ΟΓΑ μια ομάδα λευκών και έγχρωμων, ο ένας δίπλα στον άλλον με σκυμμένα κεφάλια, με μάτια θαμπά με κινήσεις αργές, σαν ζόμπι, να συναλλάσσονται με φακελάκια με την αγωνία ότι δεν θα φτάσουν για όλους και δίπλα τους στο πεζούλι δυο άλλοι, "δικοί" τους.
Ήταν οι τυχεροί που εξασφάλισαν την δόση τους.
Χαμένοι και οι δύο, τελειωμένοι.
Έξω και πέρα από την πραγματικότητα, στον δικό τους εφιάλτη και να ψάχνει ο ένας για φλέβα στο λαιμό του συντρόφου του.
Ψηλαφίζοντας ώρα να βρει γερή φλέβα με το ένα χέρι και στο άλλο η σύριγγα.

Και ο κόσμος να προσπερνά δίπλα τους αδιάφορος.(;)
Απλά να λοξοδρομούν όπως όταν μπροστά τους βρίσκεται ένα δεντράκι ή ένας σκουπιδοτενεκές.
Σαν αυτές οι εικόνες να είναι μέρος του τοπίου της πόλης.

Δεν το πιστεύεις αυτό που βλέπεις, εφιάλτης λες είναι θα ξυπνήσω και ας είναι ο ίδιος εφιάλτης με τον χθεσινό,τον προχθεσινό, είναι ο ίδιος εφιάλτης που όλο γίνεται και πιο έντονος, καθημερινός εφιάλτης που γίνεται ένα με σένα,σε μια απεγνωσμένη του προσπάθεια να τον συνηθίσεις να μην σε τρομάζει, να τον αποδεχτείς.

Και είναι εκείνος ο εφιάλτης που επιτρέψαμε να μπει στην ζωή μας και να γίνει ένα με την καθημερινότητά μας.

Την επομένη, 17/1/2012 Παναττική απεργία στην Ομόνοια .
Γωνία Αιόλου  και Σταδίου.
Χαρτόκουτα ριγμένα μπρος στο κατάστημα που χρόνια τώρα παραμένει ξενοίκιαστο.
Παρατημένα δύο ζευγάρια παπούτσια, ένα γκαζάκι, δύο πιάτα ένα μπρίκι, μια φωτογραφία και κουβέρτες πεταμένες, στηβαγμένες κουβέρτες ανάμεσα στις χαρτόκουτες και νάυλον σακούλες.

Δεν πέρασε ο σκουπιδιάρης σκέφτεσαι και καθώς κοιτάς ανάμεσα στις κουβέρτες ξεπροβάλλει  ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο βρώμικο αξύριστο.
Ένας συνάνθρωπος μας, ένας άνθρωπος σκουπίδι.
Και σου έρχεται ο συνειρμός:
"Ευτυχώς και δεν πέρασε σήμερα ο σκουπιδιάρης" σκέφτεσαι.

Κοιτάς καλύτερα και είναι ένα νέο παιδί θάνε 20 θάνε 30;
Δεν έχει ηλικία δεν έχει όνομα δεν έχει τίποτα δικό του.

Δίπλα του περνούν χιλιάδες διαδηλωτές για να καταγγείλουμε γι΄αυτό το παιδί, να καταγγείλουμε για την ζωή που σέρνεται στα σκουπίδια,να διεκδικήσουμε την ζωή αυτού του παιδιού, την δική μας ζωή και των παιδιών μας.
Τα μεγάφωνα παίζουν τα τραγούδια μας, εκείνος κοιμάται και συ παρακαλάς από μέσα σου:
Αχ και να υπήρχε θεός να του στείλει όνειρα γλυκά, τουλάχιστον στον ύπνο του και, έτσι καθώς τον κοιτώ ξαφνικά, γίνομαι η μάνα του καθώς τον νανούριζε φρεσκοπλυμένο, μοσχομύριστο με το τρυφερό βελούδινο προσωπάκι του να της σταλάζει γλύκα απέραντη  και να του τραγουδά ψιθυριστά το νανούρισμα της με τις ευχές για την ζωή του,έτοιμη να του δώσει την δική της αν χρειαστεί.

Αφήστε με να βρίσω να εκτονωθώ να γίνω μια "Κατίνα".
Να βρίσω,να καταραστώ και να φτύσω κατάμουτρα, όχι εκείνους που παίρνουν αποφάσεις μέσα στα δρύινα γραφεία τους για την ζωή τούτου εδώ του παιδιού,των δικών μας παιδιών, της ζωής μας της ίδιας.
Όχι αυτούς , ετούτοι κάνουν καλά την δουλειά τους και υπερασπίζονται σαν μια γροθιά τα συμφέροντα τους.
Τα 10 και βάλε διαμερίσματά τους ,τις οφ σορ εταιρίες τους, την εξωλέμβιο τους, το εξοχικό με την πισίνα, τις καταθέσεις τους.
Υπερασπίζονται τους αφεντάδες εντολοδόχους τους, για να είναι άξιος ο μισθός τους.

Όχι αυτούς.

Αλλά εκείνους τους κιοτήδες, τα τρομαγμένα  ανθρωπάκια, τους δειλούς εκείνους, που μέσα σε τούτην εδώ την λαίλαπα αγωνιούν μη και τους κόψει η ΔΕΗ το ηλεκτρικό, εκείνους όλους που έχοντας εξασφαλίσει 500-600 ή έστω 1000 ευρώ και τρέμοντας μη και τα χάσουν σκύβουν το κεφάλι, το χώνουν όσο πιο βαθιά στην άμμο για να μην βλέπουν, να μην τους βλέπουν.

Αυτούς που υποκύπτουν σε ότι τους ζητηθεί οι χαμερπείς, που ξεπουλούν μπιρ παρά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που μπορούν ακόμη και γελούν και κατεβαίνει η μπουκιά απ΄το λαιμό τους.
Να ξεφτιλίσω αυτά τα ανθρωπάκια που μπορούν και ζουν βλέποντας να δολοφονείται η ζωή στα πεζοδρόμια και στις πλατείες ,στις γωνιές των δρόμων και στα σοκάκια και  αυτοί, μπορούν ακόμη  και μένουν αδιάφοροι, ουδέτεροι και βάζουν και ερωτήματα, έχουν και ενστάσεις για τους αγώνες, για τις κινητοποιήσεις,τις διεκδικήσεις, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν άλλοθι στην ξεφτίλα τους.
Αυτά τα ανθρωπάκια τα συμβιβασμένα, τα απολιθωμένα, τα τρομοκρατημένα .
Μια στάλα συναίσθηση, μια στάλα αξιοπρέπεια δεν θα βρεθεί γι΄αυτούς να τους σταλάξει κάποιος στα μάτια, μπας και ξεστραβωθούν, μπας και ξυπνήσουν και δουν ότι μέσα σε τούτον τον εφιάλτη, τους έχουν εξασφαλίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.


Αφήστε με μόνον για μια μέρα και αύριο, θα βάλω ξανά την λογική μου, θα  κρύψω κάτω απ ΄το χαλί τα συναισθήματα και θα μιλήσω για τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού συστήματος που με αυτούς μπορεί και αποπροσανατολίζει, μπορεί και εξαγοράζει συνειδήσεις, μπορεί και μετατρέπει την αξιοπρέπεια σε ανταλλάξιμο εμπόρευμα.
Και το αντάλλαγμα να είναι μια μπουκιά ψωμί.

Αύριο θα μιλήσω για τον καπιταλισμό που εξάντλησε τα όριά του, για τις εσωτερικές του συγκρούσεις  και την βασική του αντίθεση, για την αξία και την υπεραξία, για το χρήμα και το κέρδος, για τον πλούτο που παράγεται και που  είναι αποτέλεσμα της δικής μας εργασίας, για την εργατική τάξη και τον ιστορικό της ρόλο.

Αύριο θα πω για την πολιτική και την οικονομία που δεν έχει να κάνει με την λογοτεχνία και την ποίηση, ούτε με το συναίσθημα.
Γιατί η πολιτική και η οικονομία είναι μαθηματικά.
Θα μιλήσουμε για τον ταξικό πόλεμο, για τον ανειρήνευτο πόλεμο με τον ταξικό μας εχθρό.

Αύριο θα μιλήσουμε ξανά για την ευκαιρία της εργατικής τάξης να γράψει την δική της ιστορία, την νικηφόρα ιστορία που θα μιλά για μια ζωή απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση.
Θα μιλήσουμε για τις νομοτέλειες και τα προτσές, για την τακτική και τον στρατηγικό στόχο. 
Και αυτά γιατί είναι ανάγκη να τα κοινωνήσουμε με τον κόσμο του μόχθου, τον κόσμο που  οι μηχανισμοί του συστήματος τον εκπαίδευσαν στα μέτρα τους και σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.

Και σας δίνω το λόγο μου ότι αύριο, θα πάω ξανά και ξανά στα σπίτια φίλων και γνωστών να κάνω κουβέντα μαζί τους.

Γιατί πέρα από τα συναισθήματα,είναι δική μας ευθύνη να πείσουμε τον κόσμο του μόχθου, είναι ευθύνη δική μας να ακούσουμε και την άλλη άποψη, είναι δική μας ευθύνη να συνθέσουμε τις διαφορετικές απόψεις.
Γιατί η διαφορετικότητα δεν είναι λόγος αποκλεισμού, αλλά λόγος σύνθεσης.
Είναι δική μας ευθύνη να τους εμπνεύσουμε, γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά.

Θα προετοιμαστώ καλύτερα, μήπως και τους πείσω ότι έχουν δικαιώματα, ότι δεν μπορούν πια να έχουν αυταπάτες, ότι έχουμε  δύναμη, ότι μπορούμε όλοι μαζί να ανατρέψουμε αυτήν την πολιτική, ότι δεν έχουν περιθώριο αναμονής, ότι δεν έχουν τίποτε δικό τους, τους παίρνουν την ζωή και την ζωή των παιδιών τους.
Θα προετοιμαστώ καλύτερα για να τους δώσω να καταλάβουν :

Ότι είμαστε πιο πολλοί, έχουμε το δίκιο με το μέρος μας.

Ότι χωρίς εμάς γρανάζι δεν γυρνά.

Να κατανοήσουν και να αποφασίσουν.
 Ή εκείνοι ή εμείς





Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Φαινομενολογία του χρήματος και της διαφθοράς και ταξική πάλη


Ι. Το χρήμα είναι ο μεγάλος κοινωνικός ενοποιητής: συνδέει κάθε μέλος της κοινωνίας, από άκρη σε άκρη, σε παγκόσμια κλίμακα, σε ένα τεράστιο, δαιδαλώδες πλέγμα σχέσεων απ' το οποίο είναι αδύνατο να βγεις χωρίς να εξέλθεις απ' τον πολιτισμό τον ίδιο. Εξαναγκάζει κάθε άνθρωπο στην αποδοχή και αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες γεννιέται, χωρίς την ανάγκη πρόσβασης σε θρησκευτικές δοξασίες, καταγωγικούς μύθους, ή οτιδήποτε άλλο εγγυόταν παλαιότερα την κοινωνική συνοχή. Στην πραγματικότητα, το χρήμα είναι ουσιαστικά συνώνυμο του πολιτισμού, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι με την λέξη "πολιτισμός" ο Ένγκελς περιέγραψε το πέρασμα στην πατριαρχική εξουσία, την ατομική ιδιοκτησία και τη δουλεία που σηματοδότησε το τέλος των κοινωνιών των βαρβάρων.

ΙΙ. Το χρήμα είναι ο μεγάλος κοινωνικός διαιρέτης: ο ανταγωνισμός για το χρήμα φέρνει, σε καθημερινό επίπεδο, κάθε μέλος της κοινωνίας σε σύγκρουση συμφερόντων με κάθε άλλο: τον πωλητή με τον αγοραστή, τον εργοδότη με τον εργαζόμενο, τον ιδιοκτήτη με τον ενοικιαστή, την πόρνη με τον πελάτη της, τον δικηγόρο με τον δικό του, τον δάσκαλο με τον μαθητή, τον συγγραφέα με τον εκδότη, τον "ντόπιο" με τον "μετανάστη", τον ένα έμπορο με τον διπλανό του, με εμπόρους στην άλλη άκρη της γης. 

ΙΙΙ. Όλοι με όλους, όλοι εναντίον όλων: αυτή είναι η φαινομενολογική αποτύπωση της θεμελιακά διττής λειτουργίας του χρήματος. Από την οπτική του χρήματος, που είναι και η μόνη οπτική που μπορεί να επιτρέψει μια κοινωνία που έχει γίνει ώριμα καπιταλιστική, κανείς άνθρωπος που μετέχει του πολιτισμού δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των κοινωνικών σχέσεων, και κανείς δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τον στρόβιλο των ανταγωνισμών.

IV. Η φαινομενολογία της διαφθοράς είναι ακριβώς η ίδια: κάθε σκάνδαλο διαφθοράς αποκαλύπτει πολυεπίπεδα δίκτυα σχέσεων ανάμεσα στις πιο φαινομενικά ετερογενείς επαγγελματικές ομάδες ή πολιτικές ιδεολογίες, και κάθε σκάνδαλο διαφθοράς αποκαλύπτει ταυτόχρονα των κρυφό πόλεμο αυτών των ομάδων με άλλες ομάδες, με κοινό στόχο το χρήμα, την εξασφάλισή του, την απρόσκοπτη συσσώρευσή του. Η διαφθορά βάζει τον δημοσιογράφο του κρατικού καναλιού και τον ηθοποιό στην ίδια ομάδα, και απέναντί τους τοποθετεί κάποιον που είναι ταυτόχρονα αδιαχώριστος από αυτούς, μέρος του ίδιου κοινωνικού υποκυκλώματος (ΜΜΕ/θέαμα), αλλά και θύμα τους, τον παρουσιαστή χιουμοριστικής-καταγγελτικής εκπομπής, που όμως είναι επίσης ιδιοκτήτης και άρα εντασσόμενος σε άλλες σχέσεις, με άλλους εχθρούς και συμμάχους, κλπ.

V. Η θέση για την ταξική πάλη είναι η διπλή άρνηση της φαινομενολογίας του χρήματος και της διαφθοράς: δεν είναι ούτε όλοι με όλους, ούτε όλοι εναντίον όλων. Αντί για ατέρμονες θέσεις συνέργειας και σύγκρουσης, διαπλοκής και ανταγωνισμού, παράγει δύο και μόνο θέσεις, απλοποιώντας ριζικά το δαιδαλώδες πεδίο των σχέσεων. Δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο στη θέση ότι μια τέτοια οπτική είναι "απλουστευτική". Είναι απλουστευτική: όμως η απλούστευση είναι επίσης μια επιστημολογική μετατόπιση του προβλήματος, μια εκ νέου διατύπωσή του, έξω από τα εμπειρικά όρια που επιβάλλει το διττό πρόσωπο του χρήματος. Η θέση για την ταξική πάλη ανταγωνίζεται ριζικά τη φαινομενολογία του χρήματος και της διαφθοράς, όχι όμως επειδή παράγει μια επιστημονικά "αντικειμενικότερη" περιγραφή των πραγματικών σχέσεων στην κοινωνία, αλλά επειδή προσφέρει στο υποκείμενο έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο του να χαρτογραφήσει τις ίδιες σχέσεις που χαρτογραφεί και η φαινομενολογία του χρήματος και της διαφθοράς. Η αντικατάσταση του χρήματος από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ως κριτηρίου ομαδοποίησης σημαίνει στην πράξη ότι ο εργοδότης και ο εργαζόμενος, η πόρνη και ο πελάτης της, κλπ, δεν ανταγωνίζονται για το χρήμα, ούτε συνδέονται με το χρήμα από την ίδια θέση· ότι  υπάρχει ένας δεύτερος ανταγωνισμός που τέμνει κάθετα τόσο τις σχέσεις όσο και τους ανταγωνισμούς της εμπειρικής πραγματικότητας, και που ομαδοποιεί τους ανθρώπους διαφορετικά, φέρνοντας κάποιους μαζί με κάποιους (ως συντρόφους) και τους διαχωρίζει κάθετα από άλλους (ως αντιπάλους).

VI. Αν αυτή είναι η διαφορά μεταξύ της φαινομενολογίας του χρήματος και της διαφθοράς και της θέσης για την ταξική πάλη, υπάρχει οποιοσδήποτε "αντικειμενικός" λόγος να προτιμήσει ένας άνθρωπος την δεύτερη, βλέποντας, για παράδειγμα, στον μαινόμενο "ενδοαστικό" ανταγωνισμό ένα απλό επιφαινόμενο της βαθύτερης, αλλά όχι απαραίτητα περισσότερο εντυπωσιακής φαινομενικά σύγκρουσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας;

VII. Υπάρχει: η θέση πως όλοι είναι μαζί με όλους και ταυτόχρονα εναντίον όλων είναι παράδοξη, και η παραδοξότητά της παραλύει την συνείδηση. Είναι μια θέση στην βάση της οποίας δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα, γιατί δεν υπάρχει κανείς υποκειμενικός χώρος απ' τον οποίο να το κάνεις. Είσαι, ως άτομο, απλώς ένας ακόμα συνένοχος και συνεργός της οικουμενικής συμμαχίας, και ταυτόχρονα, ένας ακόμα θύτης ή θύμα του οικουμενικού πολέμου.

VIII. Η θέση για την ταξική πάλη, αντίθετα, κινητοποιεί: υπάρχει ένας υποκειμενικός χώρος που μπορείς να καταλάβεις ώστε να δράσεις με την μία ή την άλλη πλευρά, και επομένως και ενάντια στη μία ή την άλλη πλευρά. Και --αυτό είναι ουσιώδες-- ο στόχος της δράσης της μίας πλευράς δεν είναι απλώς η νίκη επί της άλλης, αλλά η αντικειμενική καταστροφή τόσο της θέσης της ταξικής πάλης όσο και της φαινομενολογίας του χρήματος και της διαφθοράς. Η κομμουνιστική κοινωνία είναι μια κοινωνία όπου ισχύει μόνο το ότι όλοι είναι με όλους, μια άρνηση δηλαδή, μέσω ακριβώς της συγκράτησης μόνο της κατάφασης, τόσο της άρνησης που εμπερικλείει η θέση της ταξικής πάλης (κάποιοι είναι με κάποιους και εναντίον κάποιων άλλων) όσο και η θέση της φαινομενολογίας του χρήματος και της διαφθοράς (όλοι είναι με όλους, και όλοι είναι ταυτόχρονα εναντίον όλων)

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Η δική μου ..γκόμενα

Η δική μου ..γκόμενα

Η Αθήνα δεν είναι ...σύζυγος, ...γυναίκα για ...σπίτι, για νοικοκυροσύνες, για σταθερές και γι ασφάλειες . Η Αθήνα είναι γκόμενα. Δεν την ...παντρευεσαι. Την ερωτευεσαι.
Η Αθήνα είναι ζόρικη γκομενα. Αφοσιωμένη σε αυτούς που την αγαπούν. Πιστή στους πιστούς της. Γαλαντόμα και γενναιόδωρη σε αυτούς που τα καπρίτσια της τα μολογούν για πάθη κι όχι για ....παθήματα.
Η Αθήνα δεν ειναι στέρεα, δεν ειναι ...compact. Δεν είναι καν υγρη, ...ρευστή. Η Αθηνα δεν σε καταπίνει. Η Αθήνα ειναι αερια, αν την ρουφηξεις, αν την ...καπνισεις αυτή καταλαμβανει όλο το χωρο μες σου. Στο Παρίσι ακόμα και ο τουρίστας γίνεται υποσυνείδητα Παριζιάνος. Αλλάζει το βημα, αλλάζει το βλέμμα. Στην Νεα Υόρκη, στη Ρώμη, στη Φραγκφούρτη το ίδιο. Στην Αθήνα μπορείς να είσαι όποιος θέλεις. Δεν σε ...υποβάλλει σε ταυτότητα.



Με τη πόλη μου αγαπιόμαστε. Αγαπιόμαστε παράφορα. Κι όταν ζορίζομαι, ξέρω ότι εμένα χατίρια δεν θα μου χαλάσει ποτε. Θ με χαϊδολογήσει, θα με κανακέψει, θα μου δείξει τα κρυμμένα της, θα με ανακουφίσει.


Τη σεργιανάω απόψε χαλαρά, οδηγώντας έτσι χωρίς πρόγραμμα, απλά να πατάω στα χνάρια της, απλά να την ακουμπάω.

Η Αθήνα, ακόμα κι αν οι μέρες της φωτίζουν τις πληγές της, τη νύχτα φοράει βαρύτιμα κοσμήματα τους χιλιάδες προβολείς αυτοκινήτων που πλημμυρίζουν τους δρόμους της και καμώνεται ότι ...όλα είναι καλά.

Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου. Μπροστά μου γαλάζιο- απόχρωση wc- παλιο opel χιλιοτρακαρισμένο που κινείται ανάμεσα στις λωρίδες σαν ατιμόνευτο. Κορναρίσματα απο παντού, δεν βλέπω αλλά σχεδόν αισθάνομαι τις μούντζες των οδηγών για αυτό το ...ακραίο καβούκι που κάνει ...κουφά σλάλομ. Μένω παρά πίσω να περάσει το ...κακό και ...ξανασυναντιόμαστε στο φανάρι στα Χαυτεία...όπου στα καλά καθούμενα ξεκινάει με κόκκινο. Στο φανάρι της Αγ. Κωνσταντίνου ...ξέρω ότι ΚΑΙ απόψε η πόλη μου κλείνει το μάτι. Κύριος βαθύτατα ηλικιωμένος, με το κεφάλι κυρίας βαθύτατα ηλικιωμένης ακουμπισμένο στον ώμο του. Ξεμένω να τους κοιτάω. Παρακαλώ να γυρίσουν το βλέμμα τους. Να τους δω. Ασυναίσθητα κορνάρω. Ο κύριος ...ξαναορμαει με κόκκινο... Γαμώτο μου, τι έκανα!!!! Του ...σβήνει. Γυρίζουν και μου χαμογελάνε.... Η ...πόλη μου.... Τους στέλνω φιλί.... και φεύγω.


Στην επιστροφή χαζεύω τους ματατζήδες απέναντι απο τη Βουλή. Χαλαροί ρόμποκομπ, που χαβαλεδιάζουν να περάσει η βάρδια, παίζουν με τα κινητά τους, ζεσταίνουν τα χέρια τους στο άσπρο πλαστικό ποτήρι του καφέ, λες κι η νύχτα της πόλης μου, εκανε κι σε αυτους μάγια κι ανθρώπεψαν πάλι.


Φιλια γκομεναρα μου...αυριο πάλι.... Τα θαυματα σου! Σε χρειαζομαι...




http://agauch-katerina.blogspot.com/

Read more: http://anarhogatoulis.blogspot.com/2012/01/blog-post_20.html#ixzz1k2I8u06R

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ;



Σε συζητήσεις παντού, γίνεται λόγος για την…υπομονή των Ελλήνων. “Πόσο ακόμη θα ανεχόμαστε;”, “γιατί δεν ξεσηκωνόμαστε;”, είναι μερικές από τις πιο συνηθισμένες ερωτήσεις. Δεν βλέπεις κάτι που να μαρτυρά προεπαναστατική\εξεγερτική κατάσταση. Ακόμη και όσοι μας έχουν τοποθετήσει στην θέση του πειραματόζωου, αδυνατούν να δώσουν κάποια εξήγηση. 
“Που θα πάει θα ξυπνήσει το ελληνικό DNA”, λένε οι “πατριώτες”.  ”Μας ψεκάζουν για να είμαστε κοτόπουλα”, λένε οι συνωμοσιολόγοι. Το σίγουρο είναι ότι ο Έλληνας έχει στα γονίδια την κλάψα και την ευθυνοφοβία. Εύκολα μπορεί να βρει δικαιολογίες και υπαίτιους για την κατάντια του, μην θέλοντας να πάρει την τύχη στα χέρια του. Η ψυχολογία αυτού του λαού είναι τσακισμένη, παρακολουθώντας τον έναν εκβιασμό μετά τον άλλον, το σήριαλ “Η σωτηρία της Ελλάδας” να έχει πιο πολλά επεισόδια και από το “Τόλμη & Γοητεία”.
Kι όμως, κανείς δεν αντιδρά. Μόνα παραδείγματα υγιούς αντίδρασης, είναι οι απλήρωτοι εργαζόμενοι του Alter που συνεχίζουν την κατάληψη στο κανάλι και οι εργαζόμενοι της Χαλυβουργίας, οι οποίοι αντιστέκονται στα ψέματα και τους εκφοβισμούς της εργοδοσίας. Από εκεί και πέρα το χάος. Υπάρχουν πρόθυμοι να ξαναψηφίσουν ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν σε “σωτήρες”, υπάρχουν άτομα που απλά βλέπουν τον Γιωργάκη να δίνει την μια παράσταση μετά την άλλη.

Ο κόσμος έχει οχυρωθεί πίσω από την πόρτα του σπιτιού του, όπως στις επιδρομές βαρβάρων, για να προστατεύσει ότι του έχει μείνει. Τόσο μεγάλο φόβο και απελπισία γέννησε η καταστολή και η αδυναμία συγκρότησης εναλλακτικής πρότασης που να συσπειρώσει ανθρώπους πέρα από νεκρά ιδεολογικά σχήματα και θεωρίες. Βέβαια, αυτά μπορεί να είναι μόνο προσωπικές εκτιμήσεις, αλλά πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι τόσο σύνθετο που να μην έχει σκεφτεί κανείς, ώστε να αιτιολογήσω αυτή την απάθεια.
Κάτι που μπορεί να σκεφτεί κανείς, είναι πως τόσα χρόνια φιλοτομαρισμού και κυνισμού, δεν τα πετάμε από πάνω μας τόσο εύκολα. “Εδώ στην Αργεντινή χρειάστηκαν 8 χρόνια για να τους διώξουν…” θα σου πει κάποιος άλλος. Οι Έλληνες γίναμε φυγόπονοι και πάψαμε να πιστεύουμε στην αλλαγή, γιατί ακόμη βασιζόμαστε σε παλιά εργαλεία, ενώ πρέπει να δημιουργήσουμε νέα. Περιμένουμε να μιλήσει η αριστερά, σε μια από τις ιστορικές της ευκαιρίες κι αυτή χωρίς κανένα όραμα, συνεχίζει με το ίδιο αυτιστικό τροπάριο.
Αυτός ο λαός είναι εξαρτημένος σ’ αυτή την ιδιότυπη δημοκρατία, αγαπάει τους “ηγέτες” του και περιμένει πότε θα βγει ο επόμενος υποψήφιος. Η όλη στάση του Έλληνα, δείχνει πως θέλει να κυβερνιέται, ακόμη και από μη νομιμοποιημένα πρόσωπα. O Έλληνας ήταν ανέκαθεν ασυνείδητος και αμοραλιστής. Δεν είχε επίγνωση ότι ανήκει σε ένα κοινωνικό σύνολο και αδιαφορούσε για τις διεθνείς εξελίξεις, αφού ως γνήσιοςΡωμιός, πίστευε πως είναι το κέντρο του κόσμου. 
Υπάρχει σωτηρία για τους Έλληνες; Προς το παρόν αμφιβάλλω. Οι εκλογές κοντά είναι και θα φανεί αν έβαλαν μυαλό. Πάντως από το να αναρωτιούνται οι Ευρωπαίοι και τα διεθνή μέσα τι συμβαίνει με την Ελλάδα, ας αναρωτηθούν τι συμβαίνει με την ανθρωπότητα.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Ο Σοσιαλισμός αφορά Ανθρώπους. Οχι Φυτά ή Ερείπια.

Στις Ηγεσίες της Αριστεράς.


Ο Νεοφιλελευθερισμός έχει εξαπολύσει μία πρωτοφανούς έκτασης
και αγριότητας επίθεση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο...

Εξαθλιώνει Ανθρώπους και Υποτάσσει Χώρες.
Προστατεύει/προωθεί συμφέροντα τοκογλύφων,
πλουτοκρατών και πολιτικών.
Ισοπεδώνει Θεσμούς, Εθνικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.
Αξιοποιεί τους Πρόθυμους.
Στην Ελλάδα τα αστικά κόμματα συνασπίστηκαν.
Συμφώνησαν στην υλοποίηση του Σχεδίου Εξαθλίωσης/Υποταγής,
υποκρινόμενοι τους Σωτήρες. 
Και η Αριστερά;;
Κρύβεται;; Απέχει;; Υπνώττει;;
Περιπλανάται ή πλανάται;;
Δύο χρόνια τώρα περιορίζεται σε "κλειστού"/περιορισμένου 
χαρακτήρα πράξεις Αντίστασης ή μεμονωμένες/ωριαίες 
ηρωϊκές εφόδους.
Σε γνωστές/γενικευμένες καταγγελίες και σε προτάσεις/λύσεις...
μελλοντικής εφαρμογής.
Χωρίς διάθεση αφορισμού ή διατύπωσης ενός φίρδην-μίγδην απλού 
καταγγελτικού λόγου...φοβάμαι πως τα όσα λαμβάνουν χώρα 
στην Αριστερά είναι...απλές οδοντόκρεμες.
Περιχαρακώνουν στρατούς και οπαδούς...αποθαρρύνουν και 
απογοητεύουν το Λαό..."βολεύουν" τους Αλλους.
Σήμερα πια, φτάσαμε στο σημείο που, οποιαδήποτε επίκληση 
των ιδεολογικοπολιτικών διαφορών...η αναφορά σε "αδυναμίες" 
ή "δυστοκίες" ή "ανικανότητα"  ως λόγων/αιτίων 
ξεχωριστής Δράσης...λειτουργούν σε όφελος 
των "σωτήρων" και των Σχεδίων τους.
Τα οποιαδήποτε προσχήματα, ακόμα και τα πραγματικά/υπαρκτά 
προβλήματα...ευνοούν αντικειμενικά πλέον τη Βαρβαρότητα.
  Η Εξαθλίωση και η Υποταγή μπορεί να αποτελούν...φυσιολογικό
και αναμενόμενο στάδιο του κυρίαρχου Νεοφιλελευθερισμού...αλλά
ΟΧΙ και ΠΡΟΣΤΑΔΙΟ ή προαπαιτούμενο του Σοσιαλισμού!!
  Σήμερα δεν μπορείς να προτάσσεις το Σοσιαλισμό 
σε έναν Υποδουλωμένο/Εξαθλιωμένο Λαό, σε μια Κατακτημένη Χώρα.
Πρώτα αντιμετωπίζεις τον Κατακτητή.
 Σήμερα δεν χρειαζόμαστε αριστερές/σοσιαλιστικές δυνάμεις 
που αναλώνονται σε αψιμαχίες προς τον Ταξικό Εχθρό και σε 
αλληλοκατηγορίες περί του Οράματος και του Δρόμου προς αυτό.
Δεν χρειαζόμαστε "επί μέρους" δυνάμεις. Διασκορπισμένες.
 Σήμερα χρειαζόμαστε αυτές οι Δυνάμεις να τεθούν επικεφαλής ενός
Ισχυρού/Δυναμικού/Αποτελεσματικού Μπλοκ Αντιμνημονιακών
Δυνάμεων...άμεση και μοναδική απάντηση 
στη Βαρβαρότητα και την Καταστροφή.
Αντιμνημονιακές Δυνάμεις που σήμερα βρίσκονται 
στην Κοινωνία...σκόρπιες, αδρανείς, απογοητευμένες, ναρκωμένες, 
ακόμα και επαναπαυμένες σε...καναπέδες.

Ο Σοσιαλισμός αφορά Ανθρώπους. Οχι Φυτά ή Ερείπια.
Προηγείται,όμως, η Απελευθέρωση!!
Το Αμεσο και Ζωτικό.

(Αυτή είναι η γνώμη μου. Σύντομη. Σίγουρα Ατελής. 
Ισως Ρομαντική...Ισως Ελπιδοφόρα ).

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Δημήτρης Δημητούλης
Με τη θρησκεία και την Πατρίδα 
την ίδια απλώνουμεν αρίδα        
τον ίδιον έχουμε σκοπό.        
Κερνούμε το λαό χασίσι,       
Όνειρα, ψέματα και μίση        
Δε ντρέπονται για να ντραπώ.      
Κ. Βάρναλης,
(Το φως  που καίει, εκδ. Κέδρος)
Ένα από τα ακανθώδη ζητήματα που ταλαιπώρησε το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σ’όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και επανεμφανίζεται   με πρωτότυπο τρόπο στο έδαφος της σύγχρονης ιστορικής κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υπήρξε εκείνο της διαλεκτικής εθνικού-ταξικού. Μια μορφή εμφάνισης της διαλεκτικής αυτής είναι η αντίθεση ανάμεσα στο εθνικισμό της αστικής τάξης που δεν εγγράφεται μόνο στο σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας της, αλλά συνιστά αντικειμενικό, συστατικό στοιχείο του ίδιου του τρόπου συγκρότησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου και το διεθνισμό που ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές δυνατότητες και τάσεις της εργατικής τάξης.
 Έχοντας επίγνωση της πολυπλοκότητας του εν λόγω ζητήματος και του κινδύνου της μονομερούς προσέγγισης θα θέλαμε να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις που αφορούν σε μερικές από τις όψεις του. Το εργατικό κίνημα κατά τον εικοστό αιώνα και σε όλες του τις εκδοχές, η αριστερά στο σύνολο της, ουδέποτε αρνήθηκαν την απερίφραστη καταγγελία του εθνικισμού.
Συγχρόνως, όμως, σε κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, όταν εκρήγνυντο οι αντιθέσεις και η έφοδος στους ουρανούς αχνοχάραζε, αν δεν ετίθετο στην ημερήσια διάταξη, τότε το κίνημα αυτό και η Αριστερά στρατευόταν εγείροντας τη σημαία του πατριωτισμού, δηλαδή του εθνικού συμφέροντος, διακρινοντάς την ριζικά, βεβαίως, από εκείνη του εθνικισμού.
Όμως η <<επιλογή>> αυτή δεν υπήρξε καθολικού χαρακτήρα. Ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ  και τα  ανίστοιχα ρεύματα του εργατικού κινήματος -όχι πάντα  με ταυτόσημο τρόπο- στην αναμέτρηση τους με την απαιτητική και κρίσιμη αυτή διαλεκτική υιοθέτησαν μια προσέγγιση διαφορετική, ενταγμένη σ’ ένα επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα.                    
Το υλικό αντικειμενικό υπόβαθρο
Γνωρίζουμε ότι η κυρίαρχη ιδεολογία, ως ανεστραμμένη <<αναπαράσταση>> της πραγματικότητας δεν ηγεμονεύει στις υποτελείς τάξεις της κοινωνίας με άμεσο τρόπο, αλλά με τη μεσολάβηση μετασχηματισμένων  μορφών αυτής.
Θεωρούμε ότι, υπό ιστορικά συγκεκριμένες συνθήκες, ο πατριωτισμός αποτελεί μια διαμεσολαβημένη μορφή υπαγωγής του εργατικού κινήματος στην κυρίαρχη, δηλαδή την εθνικιστική ιδεολογία.  Ο εθνικισμός συνιστά μια ιδιάζουσα στον καπιταλισμό μορφή εμφάνισης ενός φαινομένου που συναντάται σ’όλες τις ταξικές, ανταγωνιστικές κοινωνίες.
Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία μετασχηματισμού του συμφέροντος της κυρίαρχης τάξης σε φαντασιακό, καθολικό συμφέρον της κοινωνίας, όπως έλεγαν οι Μαρξ-Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία τα στρατηγικά συμφέροντα της <<προβάλλονται>> ως ανάγκες-συμφέροντα της μισθωτής εργασίας και όλων των λαϊκών τάξεων της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Η μεταμφίεση αυτή  του ιδιοτελούς, κεφαλαιοκρατικού συμφέροντος σε <<καθολικό>>, <<εθνικό>> συμφέρον συνιστά το βαθύτερο πυρήνα του εθνικισμού, χωρίς να παραγνωρίζουμε τις άλλες όψεις του.
Υπό αυτή την έννοια,  η ιδεολογία που επικαλείται το έθνος και τα <<συμφέροντα>> του, δηλαδή η εθνικιστική ιδεολογία, παίζει ένα σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της συνοχής του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού.  
Αλλά, βέβαια, ο εθνικισμός- όπως άλλωστε και το έθνος- δεν είναι μια ιδεολογία που την <<κατασκευάζει>> αυθαίρετα η αστική τάξη και το κράτος αυτής με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικότητας που διαφορετικά θα εμφανιζόταν <<γυμνή>> στην ταξική της καθαρότητα στη συνείδηση των υποτελών τάξεων της κοινωνίας. Εδράζεται στα συστατικά χαρακτηριστικά που διέπουν τη γένεση και αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Πιο συγκεκριμένα εκείνο που, πρωτίστως, διακρίνει-σύμφωνα με το Μαρξ- τον καπιταλισμό από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και απόσπασης του υπερπροϊόντος, είναι ότι τώρα ο άμεσος παραγωγός ενώνεται με τα μέσα παραγωγής –με τα οποία είναι ήδη αποξενωμένος μέσα από μια μακρά ιστορική διαδικασία- συνάπτοντας ένα συμβόλαιο, ως <<ισότιμο>> και <<ελεύθερο>> υποκείμενο δικαίου με τον αγοραστή της εργασιακής του δύναμης.
Η ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος δεν απαιτεί την προσφυγή στην πρακτική του εξω-οικονομικού καταναγκασμού, όπως συνέβαινε την προκαπιταλιστική περίοδο. <<Ισότιμοι>> κάτοχοι εμπορευμάτων, <<αυτόνομα>> υποκείμενα δικαίου ανταλλάσσουν τα εμπορεύματα τους. Στο πλαίσιο αυτό  της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής, η αγορά λειτουργεί ως ο πλέον προνομιακός  <<τόπος>> συγκρότησης μιας <<γενικής>> <<εθνικής>> θέλησης, που ενσαρκώνει ένα <<γενικό>> <<εθνικό>> συμφέρον. Είναι το <<ενιαίο>> συμφέρον των αυτόνομων και ίσων υποκειμένων του δικαίου, δηλαδή των πολιτών του έθνους να ανταλλάσσουν τα εμπορεύματα τους σύμφωνα με τους κανόνες της ισοδύναμης ανταλλαγής.                   
<< Η σφαίρα της κυκλοφορίας η της ανταλλαγής εμπορευμάτων-θα πει ο Μαρξ- που μέσα στο πλαίσιο της κινείται η αγορά και η πώληση της εργασιακής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πωλητής  ενός εμπορεύματος, λ.χ της εργασιακής δύναμης συμβάλλονται σαν ελεύθερα, νομικώς ισότιμα πρόσωπα. Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοκτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του…. Η μόνη δύναμη που τους συνδέει και τους σχετίζει είναι η δύναμη της ιδιοτέλειας τους. Και ακριβώς, επειδή έτσι ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κανένας για τον άλλο, επιτελούν όλοι εξαιτίας μιας προκαθορισμένης αρμονίας των πραγμάτων… μόνο το έργο  του αμοιβαίου τους οφέλους,… του γενικού συμφέροντος>>. (Κ. Μαρξ,Το Κεφάλαιο, τ.1 σελ.188-189, εκδ.Σ.Ε.)
Οι κεφαλαιοκρατικές, επομένως, σχέσεις παραγωγής –οι αστικές κοινωνικές σχέσεις στο σύνολο τους- αναπαράγονται από την ίδια τους τη φύση και βιώνονται από τις αντίπαλες κοινωνικές τάξεις  ως εθνικά ομοιογενείς σχέσεις μεταξύ ατόμων και ισότιμων υποκειμένων του δικαίου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έθνος συγκροτείται ως μια <<προνομιακή>> << μήτρα>> οργάνωσης και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.  Όχι ως εξωτερικό δοχείο, υποδοχέας αυτού του τρόπου παραγωγής, αλλά ως συστατικό στοιχείο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του αστικού κράτους συνίσταται στη δραστική συμβολή στη διευρυμένη αναπαραγωγή αυτής της εθνικά ομοιογενούς πραγματικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζονται οι δύο αυτές έννοιες του έθνους και του κράτους.            
Δεν είναι επομένως, ο εθνικισμός ένα εργαλείο που το χρησιμοποιεί με βουλησιαρχική αυθαιρεσία η αστική τάξη όποτε κρίνει σκόπιμο για να συσκοτίζει την πραγματικότητα. Αυτή  η ανεστραμμένη αντικειμενική πραγματικότητα βρίσκει τη διαμεσολαβημένη αποτύπωση της στην ανεστραμμένη ιδεολογική παράσταση του εθνικού συμφέροντος, την εθνικιστική ιδεολογία.
Βέβαια, το έθνος κατά τη γένεση του, ενσωματώνει και αξιοποιεί ιστορικά προϋπάρχοντα οικονομικο-κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία, όπως άλλωστε και το κεφάλαιο. Αλλά όπως η ύπαρξη των <<προκατακλυσμιαίων>> μορφών του κεφαλαίου δεν αποδεικνύει -όπως έλεγε ο Μαρξ- την υπεριστορικότητα-διαχρονικότητα του τελευταίου, το ίδιο, νομίζουμε ισχύει και για το έθνος.           
 Όσον αφορά τον επιθετικό-επεκτατικό χαρακτήρα του εθνικισμού αυτός πριν απ’όλα δε στρέφεται εναντίον του <<εξωτερικού>> εχθρού, όπως φαντασιώνεται η καθημερινή συνείδηση υπό την ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας, αλλά εναντίον του εσωτερικού.
Εκφράζει την απεριόριστη επιθετική-επεκτατική τάση του κεφαλαίου εναντίον της μισθωτής εργασίας -σήμερα όσο ποτέ άλλοτε- και όλων των καταπιεζόμενων τάξεων, από τους οποίους αξιώνει την εθνική συναίνεση στην κανιβαλική εκστρατεία που έχει εναντίον τους εξαπολύσει.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η αστική τάξη και το πολιτικό-ιδεολογικό της προσωπικό κατά κανόνα-με εξαίρεση το φασισμό-δεν ταύτισε και δεν ταυτίζει την προώθηση των στρατηγικών της επιλογών μ’ένα εθνικιστικό σχέδιο, αλλά με την προαγωγή του εθνικού συμφέροντος, την υπεράσπιση της πατρίδας.
Η ρητορική της  αποστροφής έναντι του εθνικισμού είναι η άλλη όψη της υπεράσπισης του στο όνομα του πατριωτισμού.   Μήπως,  την περίοδο που η αστική τάξη της χώρας μας στοιχιζόταν πίσω από το πολιτικό σχέδιο του ‘’εκσυγχρονισμού’’, το κεντρικό πολιτικό της σύνθημα δεν ήταν η οικοδόμηση της ισχυρής Ελλάδας, η προτεραιότητα, δηλαδή του εθνικού συμφέροντος; Και μήπως, σήμερα, στο έδαφος της ιστορικής κρίσης των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου, η πολεμική εκστρατεία που έχει εξαπολύσει ο αστικός συνασπισμός εξουσίας με σκοπό τη λεηλασία των αναγκών και των δικαιωμάτων των λαϊκών τάξεων μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, δε διεξάγεται στο όνομα της διάσωσης και της ανάκαμψης της πατρίδας, της προάσπισης του εθνικού συμφέροντος;            
Η επικαιρότητα ενός ζητήματος και μιας διαμάχης
Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να θέσουμε μια ερώτηση:  Η παραπάνω προσέγγιση ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού μπροστά στη θεμελιώδη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας εξαφανίζονται όλες οι άλλες αντιθέσεις; Εξαλείφεται, δηλαδή η πολύπλοκη διαλεκτική του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού; Ή, στην καλύτερη περίπτωση, ανάγονται με μονοσήμαντο τρόπο στη βασική αντίθεση;
 Η απάντηση είναι αρνητική με κατηγορηματικό τρόπο. Πεποίθηση μας είναι ότι η δογματική παραγνώριση και παρανόηση της διαλεκτικής εθνικού-ταξικού είναι φιλοσοφικά αβάσιμη και πολιτικά επιβλαβής. Όπως, επίσης ,οδηγεί σε καταστροφικά αποτελέσματα, για τον κόσμο της εργασίας, μια προσέγγιση της διαλεκτικής αυτής,  που δεν αντιλαμβάνεται τον καθοριστικό ρόλο του ταξικού, ακόμη και υπό ιστορικές συνθήκες εντός των οποίων το εθνικό παίζει  κρίσιμο ρόλο, όπως στην Ελλάδα το 1941-1944.             
Βέβαια υπάρχει και το ακόλουθο ερώτημα: Υπό τις παρούσες ιστορικές συνθήκες, στα όρια της άνισα συναρθρωμένης αλυσίδας των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, στην οποία παρεμβάλλεται και η Ελλάδα, τίθενται και πως ζητήματα εθνικής κυριαρχίας από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων του εργατικού κινήματος; Νομιμοποιείται η ενσωμάτωση από το εργατικό κίνημα διεκδικήσεων που περιβάλλονται το εθνικό ένδυμα; Θα επιχειρήσουμε –πολύ σύντομα- να προσεγγίσουμε τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις μιας απάντησης καταφεύγοντας σε μια ιστορική εμπειρία.          
Το Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 1913 δημοσιεύεται μια πολύ ενδιαφέρουσα- και κατά τη γνώμη μας ιδιαίτερα επίκαιρη-μελέτη του Λένιν με τίτλο ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Είναι μια πολιτικο-θεωρητική παρέμβαση που εντάσσεται στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει στους κόλπους του ρωσικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος, στις παραμονές του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, με αντικείμενο ακριβώς το εθνικό ζήτημα. Αντιμετωπίζοντας, ο Λένιν  <<παρόμοια>> ζητήματα, υπό τις συγκεκριμένες, βέβαια, ιστορικές συνθήκες, θα υπερασπίσει τις παρακάτω θέσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι θέσεις αυτές διατυπώθηκαν σε μια διαδικασία κριτικής ανασκευής των αντίστοιχων απόψεων τόσο του Όττο Μπάουερ ως εκπροσώπου του Αυστρο-μαρξιστικού ρεύματος όσο και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στην ίδια εργασία ανασκευάζει εμμέσως, πλην, όμως, σαφώς- όπως θα μας υποδείξει ο Μαξίμ Ροντενσόν στο άρθρο του, Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, (Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, Τ.116,117)- και τις απόψεις που θα διατυπώσει ο Στάλιν στις αρχές του ίδιου χρόνου από τη Βιέννη, για το εθνικό ζήτημα.         
 <<Ιστορικά-θα πει ο Λένιν- η αρχή της εθνικότητας είναι αναπόφευκτη στην αστική κοινωνία και ο μαρξιστής, παίρνοντας υπόψη την κοινωνία αυτή αναγνωρίζει πέρα για πέρα την ιστορική δικαιολόγηση των εθνικών κινημάτων. Για να μη μεταβληθεί, όμως αυτή η αναγνώριση σε απολογητική του εθνικισμού, πρέπει να περιορίζεται αυστηρότατα μόνο σε ότι προοδευτικό υπάρχει σ’αυτά τα κινήματα, έτσι που η αναγνώριση αυτή να μην οδηγήσει σε συσκότιση της προλεταριακής συνείδησης από την αστική ιδεολογία… Είναι προοδευτική η αφύπνιση των μαζών..η πάλη τους ενάντια σε κάθε εθνική καταπίεση, η πάλη για τα κυριαρχικά δικαιώματα του λαού, για τα κυριαρχικά δικαιώματα του έθνους. Από δω απορρέει η αναντίρρητη υποχρέωση κάθε μαρξιστή να υποστηρίζει τον πιο αποφασιστικό και συνεπή δημοκρατισμό σ’όλα τα σημεία του εθνικού ζητήματος. Το καθήκον αυτό βασικά έχει αρνητικό χαρακτήρα. Το προλεταριάτο, όμως δεν μπορεί να προχωρήσει στην υποστήριξη του εθνικισμού πέρα από αυτό το σημείο, γιατί παραπέρα αρχίζει η <<θετική>> δράση της αστικής τάξης που αποβλέπει στη στερέωση του εθνικισμού>>.
Άλλωστε, όπως θα υποστηρίξει ο Λένιν σε άλλο σημείο στο ίδιο άρθρο , << Το σύνθημα του εθνικού πολιτισμού είναι μια απάτη. Το δικό μας σύνθημα είναι διεθνικός πολιτισμός του δημοκρατισμού και του παγκόσμιου εργατικού κινήματος>> (Λένιν, άπαντα, τ24 σελ,119, 130-131).                
Μερικούς μήνες αργότερα, ξεσπά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ταυτόχρονα ξεσπά η μεγαλύτερη -μέχρι τότε- κρίση του διεθνούς εργατικού κινήματος, που θα οδηγήσει και στη ριζική του διάσπαση. Η επαναστατική πτέρυγα του κινήματος κατήγγειλε τότε την πολιτική  της υπεράσπισης της πατρίδας που υιοθέτησε η ηγεσία της Β Διεθνούς, ως πράξη συνενοχής στο σφαγιασμό των προλετάριων για την προάσπιση των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων.
Ο Λένιν μελετώντας βαθύτερα τη διαλεκτική της εποχής-μελέτη που αποτυπώνεται, πλην των άλλων στα προκλητικά ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ – θα επεξεργαστεί και θα υπερασπιστεί την άποψη ότι το εργατικό κίνημα της κάθε χώρας οφείλει να προτάξει την ήττα της δικής του κυβέρνησης, της δικής του πατρίδας στον πόλεμο αυτό. Πολιτική που θα επαληθευτεί με τη νίκη της οκτωβριανής επανάστασης –παρά την τραγική της απόληξη- και την επαναστατική άνοδο της περιόδου 1917-1923. Ταυτόχρονα θα διαφωνήσει ευθέως με τη Ρωσίδα επαναστάτρια και μέλος του μπολσεβίκικου κόμματος, Ινέσα Αρμάν για το ίδιο θέμα δυόμισι χρόνια περίπου μετά την έναρξη του πολέμου το Νοέμβριο του 1916.     
Η Ρωσίδα επαναστάτρια, επικαλούμενη τη γνωστή φράση των Μαρξ-Ένγκελς στο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα, ισχυριζόταν ότι η πολιτική γραμμή της υπεράσπισης της πατρίδας ,υπό τις οποιεσδήποτε ιστορικές συνθήκες, συνιστά αδιανόητη ιεροσυλία για το μαρξισμό και τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Απέδιδε, έτσι στο Λένιν την κατηγορία της ασυνεπούς και αντιφατικής στάσης, αφού κατά τη γνώμη της οι απόψεις του τελευταίου τη συγκεκριμένη περίοδο βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με τις θέσεις του στην αρχή του πολέμου για το ζήτημα αυτό.
Ο Λένιν θα εκλάβει την κριτική αυτή ως προϊόν μιας αντιδιαλεκτικής ανιστορικής θεώρησης, που δε στηρίζεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Συγκεκριμένα θα υποστηρίξει: <<Και, μιλώντας γενικά, μου φαίνεται ότι κρίνετε τα πράγματα λίγο μονόπλευρα και φορμαλιστικά. Πήρατε ένα απόσπασμα από το Κομμουνιστικό  Μανιφέστο (οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα) και σαν να θέλετε να το χρησιμοποιήσετε χωρίς επιφυλάξεις, φτάνοντας ως την άρνηση των εθνικών πολέμων. Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημα του απαιτεί να εξετάζουμε την κάθε θέση μόνο α) ιστορικά β) μόνο σε σύνδεση με άλλες θέσεις γ) μόνο σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη πείρα της ιστορίας…. Ο εργάτης δεν έχει πατρίδα, αυτό σημαίνει ότι α)η οικονομική του θέση δεν είναι εθνική αλλά διεθνής β) ότι ο ταξικός του εχθρός είναι διεθνής γ)οι όροι της απελευθέρωσης του επίσης δ) η διεθνιστική ενότητα των εργατών είναι σπουδαιότερη από την εθνική. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να παλεύουμε για ανατροπή του ξένου ζυγού; Ναι η Όχι; Ο πόλεμος των αποικιών για την απελευθέρωση; της Ιρλανδίας ενάντια στην Αγγλία;>>.( Λένιν, άπαντα τ49 σελ,324-334).                   
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη ανάπτυξη θα λέγαμε ότι εκείνο που ο Λένιν απέρριπτε ήταν η ανιδιαλεκτική αντιϊστορική αναγωγή του συνόλου των αντιθέσεων μιας ιστορικής περιόδου στη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Ο καθοριστικός ρόλος της δεν αναιρεί την ύπαρξη και σχετική αυτονομία των άλλων και στο πλαίσιο αυτό τη διαλεκτική ενότητα και αντίθεση εθνικού-ταξικού. Μόνο που για το Λένιν ο υπέρτατος πολιτικός σκοπός στον οποίο θα πρέπει να υπαγάγονται όλοι οι άλλοι, χωρίς να εκμηδενίζονται, προκύπτει από τη στρατηγική της επαναστατικής ρήξης με τον καπιταλισμό, της εργατικής εξουσίας και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.