Σελίδες

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Οι συνεταιρισμοί είναι μια αναγκαία εναλλακτική απέναντι στη λιτότητα


efsyn

 Κλάους Νιντερλάντερ - διευθυντής της Cooperatives Europe (Συνεταιρισμοί Ευρώπης). Κλάους Νιντερλάντερ - διευθυντής της Cooperatives Europe (Συνεταιρισμοί Ευρώπης).

Σε μια συγκυρία κατά την οποία οι πολιτικές λιτότητας έχουν εξουθενώσει τις οικονομίες και τις κοινωνίες, ιδίως του ευρωπαϊκού Νότου, ο Κλάους Νιντερλάντερ δεν χάνει ευκαιρία να επαναλαμβάνει πως οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις συνιστούν απτή εναλλακτική λύση απέναντι στο κυρίαρχο μοντέλο της «οικονομίας των ολίγων» και αντίποδα της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
Οι απόψεις του έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς είναι διευθυντής της Cooperatives Europe (Συνεταιρισμοί Ευρώπης), οργάνωσης η οποία συσπειρώνει 90 συνεταιριστικές ομοσπονδίες και ενώσεις από 32 ευρωπαϊκές χώρες, που εκπροσωπούν 123 εκατομμύρια πολίτες-μέλη 160.000 συνεταιρισμών και απασχολούν 5,4 εκατ. εργαζόμενους.
Ο Κλάους Νιντερλάντερ μίλησε στην «Εφ.Συν.» –στο πλαίσιο του 1ου Ευρωπαϊκού Φόρουμ Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας που διοργάνωσε την περασμένη εβδομάδα η ομάδα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο– για τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το συνεταιριστικό κίνημα και τον ρόλο του ως καταλύτη για την αλλαγή των κυρίαρχων οικονομικών σχέσεων.
⚫ Αναφέρεστε στους συνεταιρισμούς ως βασικό κρίκο στη διαμόρφωση μιας συμμετοχικής οικονομίας.
Η μεγάλη πρόκληση των συνεταιρισμών σήμερα είναι ότι πρέπει να επανεφεύρουν εαυτόν ως κινήματα βάσης (δηλαδή από τα κάτω προς τα πάνω), που έχουν μια απόλυτα δημοκρατική διοίκηση και εγγυώνται τη συλλογική ιδιοκτησία. Η στροφή που πρέπει να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε μια συμμετοχική οικονομία, μια «οικονομία του μοιράσματος», και γι’ αυτό απαιτείται κοινή ιδιοκτησία και δημοκρατική διαχείριση, πράγματα για τα οποία σπάνια ακούμε στον Δημόσιο διάλογο.
Από την άλλη, είναι αλήθεια πως ο όρος συνεταιρισμός σε κάποιες χώρες νοείται αρνητικά, σαν κάτι παλαιό που δεν αξίζει να προωθηθεί, και ίσως πράγματι να πρέπει να υιοθετήσουμε άλλους όρους. Γιατί αυτό για το οποίο στην ουσία μιλάμε είναι για επιχειρήσεις συμμετοχικής συλλογικής ιδιοκτησίας και διαχείρισης.
Αυτό είναι στην πραγματικότητα σήμερα οι συνεταιρισμοί, που αποτελούν κομμάτι της συμμετοχικής οικονομίας, μιας μορφής δημοκρατικής διακυβέρνησης μέσα από την οποία μπορεί να μεταφερθεί η εξουσία από τους λίγους στους πολλούς.
Ακόμη και σήμερα, σε πολλές χώρες της Ευρώπης, η οικονομία αποτελεί ιδιοκτησία λίγων οικογενειών. Και αυτό δεν είναι διόλου δημοκρατικό, παρότι υποτίθεται ότι είμαστε πολιτικά δημοκρατικές κοινωνίες.
⚫ Πώς έχει επηρεάσει η κρίση τα συνεταιριστικά εγχειρήματα;
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από ένα σύστημα που τελεί υπό κρίση, αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως οι συνεταιρισμοί με την κρίση άντεξαν και πολλοί δυνάμωσαν: κατάφεραν να διατηρήσουν την απασχόληση, συνέπραξαν περισσότερο για να αντέξουν και κάποιοι αναπτύχθηκαν πολύ αυτά τα δύσκολα χρόνια, όπως έγινε με τις συνεταιριστικές τράπεζες που πολλαπλασίασαν τους πελάτες τους ή, όπως συνέβη στην Ισπανία, όπου αυξήθηκαν σημαντικά οι θέσεις απασχόλησης στον συνεταιριστικό τομέα.
Εχει υπάρξει ένας μεγάλος αριθμός συνεταιρισμών που ιδρύθηκαν μετά το 2000 (γιατί η κρίση δεν άρχισε με την εκδήλωσή της το 2007-2008, είχε ήδη ξεκινήσει από τα τέλη του 1990) και σε πολλές χώρες ένα 30%-40% των φορέων που υπάρχουν σήμερα ιδρύθηκαν μετά το 2000.
Μιλάμε για μια νέα γενιά μικρών τοπικών συνεταιρισμών, που, ωστόσο, σε κάποιους τομείς όπως η ενέργεια, κατάφεραν να συστήσουν μια Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνεταιρισμών Ανανεώσιμης Ενέργειας, που περιλαμβάνει 2.500 συνεταιρισμούς σε όλη την Ευρώπη.
Παρ’ όλη την ανάπτυξη του συνεταιριστικού τομέα, το πρόβλημα είναι πως είναι πολύ κατακερματισμένος, υπάρχουν πάρα πολλές μικρές πρωτοβουλίες, έτσι που είναι δύσκολο να τις φέρεις σε επαφή, να τις ενώσεις, να δημιουργήσεις συνέργειες και, το κυριότερο, να δημιουργηθεί η κρίσιμη μάζα που απαιτείται ώστε να μπορούν να επηρεάσουν τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
⚫ Μπορεί το συνεταιριστικό κίνημα να αποτελέσει βιώσιμη απάντηση στη λιτότητα;
Οι συνεταιρισμοί είναι μια αναγκαία εναλλακτική λύση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας.
Η λιτότητα είναι η χειρότερη απάντηση στην κρίση γιατί τη βαθαίνει. Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση, αλλά, αντίθετα, να ενώσεις και να κινητοποιήσεις τους πόρους που ακόμη διαθέτεις για να τους επενδύσεις.
Στην κρίση χρειάζεται να επενδύσεις για να αναπτυχθείς και όχι απλά να αποπληρώνεις χρέη. Και αυτό είναι κάτι που κάνουν πάντα οι συνεταιρισμοί: καθένας βάζει κάτι από τα λίγα που διαθέτει και συνενώνει δυνάμεις, γιατί μόνος του δεν μπορεί να επιβιώσει, κάνοντας ό,τι έκανε στο παρελθόν.
Αντίθετα, μέσα από αυτό το συλλογικό σχήμα, όχι μόνο επιβιώνουν όλοι μαζί, αλλά μπορεί να προχωρήσουν και να εξελιχθούν.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο πάνω στο οποίο βασίζεται και για το οποίο χρειάζεται ένας συνεταιρισμός, ώστε να γίνει πραγματικότητα μια νέα αντίληψη για μια οικονομία που να στηρίζεται στη συνεργασία και από την οποία όλοι μπορεί να κερδίσουν και όλοι μπορεί να αναπτύξουν τα ταλέντα τους.
⚫ Εχετε μιλήσει για τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν στην Ελλάδα οι συνεταιρισμοί, αναφέροντας μάλιστα ως παράδειγμα, αντί να ιδιωτικοποιηθεί η δημόσια περιουσία, να παραχωρηθεί σε συνεταιρισμούς πολιτών που θα την διαχειριστούν δημοκρατικά.
Είναι σαφές ότι υπάρχει άμεσος ρόλος για τους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα, όπου τμήμα της ελληνικής οικονομίας πωλείται στον ιδιωτικό τομέα σε ευτελείς τιμές.
Αντί να πουληθούν δημόσιες επιχειρήσεις έναντι ελάχιστου τιμήματος σε εξωτερικούς επενδυτές που θα επιδιώξουν μόνο το κέρδος (το οποίο, μάλιστα, συχνά θα μεταφέρουν στα νησιά Καϊμάν) γιατί να μην ιδρυθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα ανήκουν στους ίδιους τους πολίτες, στους ανθρώπους που ήδη δουλεύουν σε αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις ή που δέχονται τις υπηρεσίες τους, έτσι ώστε αυτοί, μόνοι τους ή σε σύμπραξη μεταξύ τους, να λειτουργήσουν αυτούς τους τομείς της οικονομίας προς όφελος όλων;
Η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας και των κοινών αγαθών απλά μεταφέρει την ιδιοκτησία στα χέρια των λίγων, των πλούσιων αντί εκείνων που πραγματικά παράγουν.
⚫ Μια τέτοια εναλλακτική λύση έρχεται σε αντίθεση με τις πολιτικές που έχουν επιβάλει οι Βρυξέλλες καθώς απαιτούν την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, κάτι που καθιστά απίθανη την εκχώρησή της σε συνεταιρισμούς.
Αυτό ακριβώς λέω: ότι αυτή η λογική είναι τελείως λαθεμένη και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Με αυτές τις ιδιωτικοποιήσεις δεν αφήνεις τίποτα στην χώρα σου.
Οχι μόνο πουλάς την περιουσία σου σε ένα ιδιώτη ή και ξένο επενδυτή, αλλά δεν σου μένει τίποτα και δεν έχεις ουσιαστική ανταπόδοση.
Από την άλλη, αν δώσεις αυτή την περιουσία σε έναν συνεταιρισμό μπορεί να μην έχεις άμεσα κέρδη, αλλά θα έχεις ανθρώπους που θα εργάζονται, θα πληρώνουν φόρους, οι φόροι θα εισπράττονται από την κυβέρνηση, αυτή θα αποκομίζει έσοδα, θα υπάρχει ανάπτυξη και μέσω αυτής η κυβέρνηση θα μπορεί να αντεπεξέλθει και να αποπληρώσει τα χρέη της.
Φυσικά αυτό γίνεται μακροπρόθεσμα, όχι βραχυπρόθεσμα.
Αλλά αυτή είναι μία πολιτική και ιδεολογική συζήτηση. Και είναι φανερό πως, αν αναζητάς βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη, ξέχνα τους συνεταιρισμούς.
Αν, ωστόσο, σκέφτεσαι τον λαό σου και την πατρίδα σου, τότε αξίζει να τους εμπλέξεις σε μια τέτοια διαδικασία που οδηγεί σε ανάπτυξη και στην αναγέννηση του κράτους. Και με αυτόν τον τρόπο βοηθάς και την Ευρώπη πολύ καλύτερα.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Για τον αναρχοσυνδικαλισμό

efsyn.gr

anarxikoi-ispanikos_emfilios

Οι αναρχικές οργανώσεις αποτέλεσαν μαχητικό πυρήνα στον Ισπανικό Εμφύλιο Οι αναρχικές οργανώσεις αποτέλεσαν μαχητικό πυρήνα στον Ισπανικό Εμφύλιο
Ειρήνη με τους ανθρώπους, πόλεμο ενάντια στους θεσμούς!
Ισπανικό αναρχικό σύνθημα
Φέτος κλείνουν 80 χρόνια από το πραξικόπημα του Φράνκο ενάντια στην αριστερή κυβέρνηση της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, το οποίο οδήγησε στον πασίγνωστο Ισπανικό Εμφύλιο και την «άγνωστη», σχετικά, Ισπανική Επανάσταση.
Η όλη Αριστερά, με κάποιες εξαιρέσεις, θα τιμήσει, για μια ακόμη φορά, ως είθισται, τους ηρωικούς μαχητές της δημοκρατικής Ισπανίας και των Διεθνών Ταξιαρχιών και, για μια ακόμη φορά, θα αποσιωπήσει διακριτικά και σεμνότυφα τον καθοριστικό ρόλο των σταλινικών και των σοσιαλιστών συνεργών τους στην αιματηρή κατάπνιξη της Ισπανικής Κοινωνικής Επανάστασης, η οποία κατόρθωσε να ανθήσει μέσα στον Εμφύλιο, χάρη στην οργάνωση και τα οράματα των αναρχοσυνδικαλιστών της CNT και των αναρχικών της FAI.
Για την Τρίτη Διεθνή των σταλινικών ο ελευθεριακός κομμουνισμός ήταν επικίνδυνος ανταγωνιστής και, εν δυνάμει, αντίπαλος.
Τα εργοστάσια της Ισπανίας, κατειλημμένα και αυτοδιευθυνόμενα, από τα –αναρχικά, κατά κύριο λόγο– ένοπλα συνδικάτα, ήταν ικανά να ακυρώσουν την όποια αίγλη είχε απομείνει στα ρωσικά σοβιέτ, έτσι όπως είχαν καταντήσει θλιβερές καρικατούρες στην υπηρεσία της κομματικής γραφειοκρατίας.
Το καίριο ερώτημα όσων έχουν ασχοληθεί με τα κοινωνικά και τα επαναστατικά κινήματα των δύο τελευταίων αιώνων, και δεν αγνοούν το μέγεθος της Ισπανικής Επανάστασης, είναι: Τι προηγήθηκε της Ισπανικής Επανάστασης και την κατέστησε δυνατή;
Γιατί ο αναρχισμός ρίζωσε και έδωσε καρπούς στην Ισπανία και όχι στη Γερμανία, τη Ρωσία ή αλλού;
Στο ερώτημα απαντά με την επιστημονική αυστηρότητα του ιστορικού και του κοινωνιολόγου αλλά και με αντιακαδημαϊκή, κινηματική γλαφυρότητα ο Αμερικανός αναρχικός θεωρητικός και θεμελιωτής της κοινωνικής οικολογίας Μάρεϊ Μπούκτσιν στο έργο του «Οι Ισπανοί Αναρχικοί, Τα ηρωικά χρόνια 1868-1836», Ιστορία, Πλούς 2ος, ΒΙΒΛΙΟΠΕΛΑΓΟΣ.
Ρίζες βαθιές τροφοδοτούν τον ισπανικό αγροτικό αναρχισμό στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά και το αναρχικό εργατικό κίνημα των ξεριζωμένων αγροτών που καταλήγουν προλετάριοι στις νέες βιομηχανίες των μεγαλουπόλεων.
Αντλούν μνήμες και α-λήθειες από υστερομεσαιωνικές αγροτικές εξεγέρσεις.
Πηγαίνουν βαθιά στο μεσαιωνικών καταβολών ισπανικό pueblo (λέξη που στα ισπανικά σημαίνει και «χωριό» και «λαός», ακρογωνιαίος λίθος στην ανάλυση του Μπούκτσιν), το οποίο επιβίωσε επί σειρά αιώνων χάρη στις κοινοτικές δομές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας.
Για να δεχθεί τη χαριστική βολή από την επιβολή της «προοδευτικής» –κατά Μαρξ– αστικής συγκεντρωτικής διοίκησης, η οποία παγιώθηκε στην Ισπανία λόγω της κατάρρευσης της απόλυτης μοναρχίας στα μέσα του 19ου αιώνα, και η οποία –δυσεξήγητο με μια πρώτη ματιά– έστρεψε τον ισπανικό Βορρά προς τον συντηρητικό και φιλοφρανκικό καρλισμό και τον Νότο και την Ανατολή της χώρας στον κοινωνικό αναρχισμό της εποχής.
Το κλειδί για την Ισπανική Κοινωνική Επανάσταση του ‘36, κορυφαία στιγμή για τον ισπανικό αναρχισμό, έργο εκατομμυρίων εργαζομένων, βρίσκεται, κατά τον Μπούκτσιν, στην αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση –και ζωή– που προϋπήρχαν επί δεκαετίες.
Κυρίως δε στην ιδιαίτερη αντίληψη των Ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών για το συνδικάτο: το θεωρούσαν όχι μόνο όργανο πάλης και διεκδικήσεων, αλλά και κύτταρο της μελλοντικής κοινωνίας που, εδώ και τώρα, σφυρηλατεί τις νέες αξίες της, τις εμπνέει στα μέλη τoυ, οργανώνοντας παράλληλα την επιβίωση και τη ζωή τους, έτσι ώστε να αρχίσουν να τις βιώνουν: σχολεία, επιμορφωτικά κέντρα, δομές αλληλοβοήθειας, ένοπλες ομάδες προστασίας συνδικαλιστών από τους πληρωμένους φονιάδες της εργοδοσίας και του κράτους και, το σημαντικότερο, αξίες ενάντιες στις κρατούσες, αξίες που προσπαθούσαν να οδηγήσουν στη βίωση της Ουτοπίας εδώ και τώρα…
Ενώ συνεχίζονταν οι προσπάθειες για μια Επανάσταση με στόχο την πραγμάτωση της Ουτοπίας.
«Καμιά καταστροφή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων δεν είναι δυνατή αν, κατά τον χρόνο της ανατροπής ή του αγώνα που οδηγεί στην ανατροπή, δεν υπάρχει ζωντανή μέσα στο μυαλό η ιδέα τού τι θα αντικαταστήσει εκείνο που πρέπει να καταστραφεί», επισημαίνει ο Κροπότκιν.
Οι Ισπανοί αναρχικοί είχαν συλλάβει την έννοια της «βιοπολιτικής» απορρίπτοντας την κλασική «πολιτική» και τους θεσμούς της: κόμματα, κοινοβούλιο, διεκδικητικά συνδικάτα, αστικό σχολείο, ένωση ανθρώπων με την εγγύηση του κράτους ή της εκκλησίας (λέγε με γάμο) κ.λπ.
Ο Χάουαρντ Ζιν έγραψε για το βιβλίο ότι «συνδέει τους Ισπανούς αναρχικούς με τους δικούς μας καιρούς», με τους καιρούς που πολλοί –καίτοι αφανείς για τα ΜΜΕ– εμπνέονται από τα προτάγματα των Ζαπατίστας και των αγωνιστών του Ροζάβα.
Οι Ισπανοί Αναρχικοί επανεκδίδονται στα ελληνικά σε μια στιγμή βαθιάς, αν και βουβής ακόμα, απογοήτευσης από τη μαρξιστική (;) –πρώτη φορά– Αριστερά.
Σε μια στιγμή που οι «από κάτω» χάνουν τις ψευδαισθήσεις τους όσον αφορά την ανάθεση των ζωών τους στους «δικούς τους» –κούνια που τους κούναγε…– «από πάνω», στους «δικούς τους ειδικούς», οι οποίοι χουχουλιάζουν πλέον στη θαλπωρή του Κοινοβουλίου.
Η πρώτη έκδοση οδήγησε σε αρκετές συζητήσεις εντός και εκτός του αναρχικού χώρου.
Μακάρι αυτή να οδηγήσει σε περισσότερες.
Στην πλατεία του χωριού μου/ είπε ο μεροκαματιάρης στον αφέντη:/ Με υψωμένη τη γροθιά τους θα γεννηθούνε τα παιδιά μου
στίχοι από αναρχικό ανδαλουσιάνικο τραγούδι του 19ου αιώνα
*Το κείμενο υπογράφουν οι εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Η δεκάτη θα μας σώσει

http://www.efsyn.gr

perikliskorovesis

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των Συντακτών 
Η εξουσία, η όποια εξουσία, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα, ζει μέσα σε έναν μόνιμο εφιάλτη: την ανατροπή της.
Πριν από την καθιέρωση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, όπου κατά κανόνα η εξουσία μοιράζεται σε δύο κόμματα, δηλαδή δύο φράξιες της ίδιας πάντοτε εξουσίας που επικυρώνεται με την καθολική ψήφο και αναίμακτα (όχι πάντοτε), στις μοναρχίες και τις αυτοκρατορίες η εναλλαγή στην εξουσία κατά κανόνα γινόταν με ίντριγκες και συνωμοσίες που αποσκοπούσαν στη δολοφονία του μονάρχη.
Με τη σειρά του, ο νέος μονάρχης δολοφονούσε τους πιθανούς ανταγωνιστές του θρόνου.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που πέρασε στην Ιστορία με το όνομα Κωνσταντίνος (είχε άλλα πέντε ονόματα) είχε δώσει στον εαυτό του το αξίωμα τού Pontifex Maximus, δηλαδή την ιδιότητα της κύριας θεότητας της Ρώμης που ήταν ο Δίας.
Στην εξουσία ανέβηκε με το πραξικόπημα του μπαμπά του και ξεκαθάρισε όλους όσους πίστευε πιθανούς διεκδικητές του θρόνου. Ανάμεσά τους ο πεθερός του, ο κουνιάδος του, η γυναίκα του, ο γιος του, ο γαμπρός του και ο ανιψιός του. Χριστιανός έγινε στο νεκροκρέβατό του.
Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να γίνει ο Αγιος και Μέγας Κωνσταντίνος. Και φυσικά δεν πρωτοτύπησε. Η αχανής Περσική Αυτοκρατορία, που στην ακμή της επεκτεινόταν από την Αίγυπτο ώς τις Ινδίες και προς Βορρά έφτανε στις ρωσικές στέπες, είχε την ίδια αντίληψη περί διαδοχής του θρόνου του «Βασιλέως του Κόσμου» ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία του «πάνσοφου θεού» Αχουραμάζντα.
(Και αυτό έφτασε μέχρι τις μέρες μας με το «ελέω θεού μονάρχης».) Εξ ου και η αντίληψη που είχαν οι Πέρσες για την Ελλάδα. Πίστευαν πως ήταν κάτι χωριά, σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Αλλά μετά τον Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές ίσως να άλλαξαν γνώμη για τα «χωριά».
Ετσι έχουμε και λέμε: Ο Ξέρξης δολοφονήθηκε από τον μικρότερό του γιό. Ο Καμβύσης δολοφονήθηκε από τον Δαρείο και ο Δαρείος δολοφονήθηκε από τον Μπέσο (Bessus). Και αυτή η πολιτική σχολή σκέψης και δράσης επικράτησε ανά τους αιώνες.
Ο Δαρείος, με την ενθρόνισή του, κατέπνιξε στο αίμα εννιά μεγάλες εξεγέρσεις. Ολες για τα φορολογικά μέτρα που έπαιρνε. Ο αρχαιότερος φόρος που υπάρχει είναι η δεκάτη. Σήμαινε πως έπρεπε να δώσεις το ένα δέκατο της παραγωγής σου στην εξουσία, πολιτική ή θρησκευτική.
Το μέτρο αυτό ίσχυε εξίσου για Εβραίους, Ελληνες, Ρωμαίους, Οθωμανούς κ.λπ. Το νεοελληνικό κράτος κράτησε τη δεκάτη, που θεωρήθηκε ένας απάνθρωπος φόρος με καταστροφικές συνέπειες για την αγροτική οικονομία αλλά και για όλη την κοινωνία. Το 1860, ο τότε υπουργός Κουμουνδούρος κατέθεσε νομοσχέδιο για την κατάργησή της. Αλλά δεν έγινε τίποτα μέχρι που την κατάργησε ο Τρικούπης.
Από τη δεκάτη προέρχεται το αποδεκάτισμα, που σημαίνει συμφορά, καταστροφή και προέρχεται με τη σειρά του από το αρχαιοελληνικό «απο-δεκατοω-ώ» και αν κάνω αναφορά σ' αυτήν τη λέξη, υποκινούμαι από πατριωτικά αισθήματα. Γιατί το έθνος μας έχει αδιάκοπη συνέχεια στο αποδεκάτισμα.
Οι βαριές φορολογίες που είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων οδηγούσαν σε εξεγέρσεις που κατέληγαν σε μαζικές σφαγές. Εκτός από μία που υπήρξε νικηφόρα: τη Γαλλική Επανάσταση. Η Μαρία Αντουανέτα είχε επιβάλει έναν επιπλέον επαίσχυντο φόρο.
Σε ένα καφενείο του Παρισιού, το Café Procope (υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι τουριστικό με ελεεινά φαγητά), κέντρο την εποχή των επαναστατών και της διανόησης, ένας νεαρός δικηγόρος ανεβαίνει σε ένα τραπέζι, βγάζει το περίστροφό του (τότε τα πιστόλια ήταν σαν τα ρολόγια, όποιος είχε λεφτά αγόραζε), πυροβολεί μια-δυο φορές στον αέρα και βγάζει έναν σύντομο λόγο καλώντας τον λαό σε επανάσταση.
Σε δυο μέρες έπεσε η Βαστίλη. Εντυπωσιακή ήταν η συμμετοχή των γυναικών, που πρωτοστάτησαν στην κατάληψη των Βερσαλιών. Με τον θρίαμβο της Γαλλικής Επανάστασης, έχουμε και τη γέννηση του πρωτοφασισμού.
Βασιλικοί, Εκκλησία, φεουδάρχες, εργοστασιάρχες, ακαδημαϊκοί δαιμονοποίησαν τις νέες ιδέες και ενοχοποιώντας τις γυναίκες ζήτησαν τον εγκλεισμό τους στο σπίτι.
Αν γυναίκα γίνει πολίτης, αυτομάτως γίνεται πόρνη και επικίνδυνη. Περιττό να πούμε πως τα επιχειρήματα της γαλλικής Αντίδρασης είναι ακόμα επίκαιρα και χρήσιμα για κάθε είδους φασισμό.
Σήμερα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ο πολίτης πληρώνει πολλαπλούς φόρους για το ίδιο εισόδημα. Και για να το κάνουμε λιανά: Σύμφωνοι, να πληρώνουμε όλοι μας τον φόρο που μας αναλογεί.
Αλλά πληρώνουμε συμπληρωματικό φόρο με τον ΦΠΑ. Και αν από τις οικονομίες μας κάναμε ένα σπιτάκι ή έχουμε κάποια κατάθεση, για ώρα ανάγκης, και αυτά φορολογούνται, ενώ έχουν ήδη φορολογηθεί.
Να μην πούμε τίποτα για τον απόδημο ελληνισμό, που ενώ πληρώνουν φόρο στη χώρα όπου ζουν, η πατρίδα τους ξαναφορολογεί. Αν ξαναρχόταν η δεκάτη, θα έμοιαζε με φορολογικό παράδεισο. Για να γλιτώσεις τον φόρο πρέπει να είσαι πλούσιος.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

κατάλογος των κερατάδων

Αναλυτικός κατάλογος των κερατάδων

keratad
αλεπου του ολυμπουΟ Σάρλ Φουριέ απάντησε νωρίς στο ψευτοδίλημμα της Σορβόννης, πολιτισμός ή βαρβαρότητα. Για τον Φουριέ, ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα είναι συνώνυμες έννοιες. Διαπίστωσε αυτός ο πιστός άπιστος, ότι στην κοινωνία της εποχής του κυριαρχούσε η αισχρή υποκρισία που εξευτέλιζε και διέσυρε τα ανθρώπινα αισθήματα, χωρίς να τιμά όπως της αξίζει, την αναγκαιότητα μιας σεξουαλικής υγιεινής.
Κατά τη γνώμη του ο ερωτισμός αλλά και τα... λεγόμενα αγνά αισθήματα δεν είναι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.
Υποστηρίζει μέσα στο ουτοπικό του Σύμπαν ότι οι ηδονές είναι κρατική υπόθεση και ειδικό μέλημα της κοινωνικής πολιτικής. Κατά κάποιο τρόπο το κράτος του Φουριέ διακηρύσσει πως η σεξουαλική απελευθέρωση του κάθε ατόμου είναι απαραίτητη προϋπόθεση μιας καλύτερης συλλογικής και ατομικής πρακτικής του Έρωτα με την πνευματική έννοια του όρου.
Εδώ δεν υπάρχει αντίθεση αλλά συνέργια των ενστίκτων με τα αισθήματα. Ο θεός του Φουριέ απεχθάνεται την κάλπικη μονογαμία και την μίζερη συζυγική πίστη που περιχαρακώνουν εγωιστικά τον πόθο ανάμεσα σε δυο άτομα προτιμώντας ένα γενναιόδωρο μηχανισμό που διανέμει και πληθαίνει τις ηδονές μεταξύ των μελών του κοινοβίου.
Ο Σαρλ Φουριέ είχε τη φήμη αγαθού ονειροπόλου, αλλά οι ονειροπολήσεις του δεν είχαν τη μαγαρισμένη από δόγματα αθωότητα των θρησκειών. Έτσι η ουσία των γραπτών του έφερε σε αμηχανία τους μαθητές του σε τέτοιο βαθμό ώστε να προτιμήσουν από ντροπή να λογοκρίνουν τα έργα του δασκάλου τους.
Ο Προυντόν τον χαρακτήρισε θεοσεβούμενο πορνοκράτη, εκφράζοντας το σαρκασμό του, βλέποντας το θεμελιακό ρόλο που απέδιδε ο Φουριέ στις πιο αχαλίνωτες σχέσεις για την ευημερία της ανθρωπότητας.
Ο Φουριέ εφιστά την προσοχή μας σχετικά με τις ολέθριες συνέπειες αυτού που αποκαλεί παρεμπόδιση των παθών. Αρκετά πριν το Φρόιντ λοιπόν μιλά για απώθηση της λίμπιντο. Οι θέσεις του τον καθιστούν ιδιόμορφα περιθωριακό αλλά και επικίνδυνο για τα βρικολακιασμένες κοινωνικές νόρμες.
Ακόμα και σήμερα τα γραπτά του μυρίζουν μπαρούτι και σπέρμα. Ο Φουριέ έβαλε ένα μεγαλοπρεπέστατο κωλοδάχτυλο στους μπατάλικους βλοσυρούς φασίστες που επιβάλουν στους ανθρώπους φωτοστέφανα αγνότητας για να τους φορέσουν έπειτα τις χρυσοποίκιλτες αλυσίδες.
Ο Φουριέ έγραψε τον αναλυτικό κατάλογο των Κερατάδων. Των Κερατάδων που έχουν την εξουσία πετώντας ανθρώπους στον Καιάδα με τον πιο άκαρδο κυνισμό.
πηγή:
https://dromos.wordpress.com

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

η φιλια του σκυλου



φιλία του σκύλου Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση. Όποιος πενθεί για το σκύλο του, πενθεί για την προαπώλεια του εαυτού του. Xάνει ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Από τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ Όταν εξημερώθηκε το σκυλί και έγινε κατοικίδιο "έπεσαν" τα αυτιά του, έγραφε ο Δαρβίνος. Σοφή παρατήρηση, ειδικά για όσους έζησαν στις επαρχίες, κοντά σε ζωντανά και σε κοπάδια. Το κυνηγιάρικο σκυλί, ο μολοσσός που φυλάει τα πρόβατα είναι ζωντανό ραντάρ, πρωτόγονος και ως εκ τούτου ατόφιος. Ο βοσκός δεν βάζει το σκυλί στο σπίτι, το σέβεται αλλά δεν το βλέπει ποτέ σαν μέρος του οίκου. Στην πόλη όμως ο σκύλος απώλεσε την επαφή με τη φύση και τον πρωτόγονο εαυτό του, στερήθηκε τους άγριους σκυλοκαβγάδες, το κυνήγι του λαγού και του τσάκαλου, ήρθε πιο κοντά στον άνθρωπο και απομακρύνθηκε από το παρελθόν του πού υπέκρυπτε πάντα κάτι το λυκίσιο και το αδάμαστο. Ένας φίλος γιατρός, έμπειρος στα τετράποδα, έχει δική του πατέντα: "η γάτα είναι ένα κομμάτι κρέας, άφιλη, εγωπαθής, αντίθετα ο σκύλος είναι άνθρωπος με τρίχωμα και με τέσσερα πόδια! Κοντά στο σκύλο γίνεσαι περισσότερο άνθρωπος!" Η σκυλοσυντροφιά ανακαλύπτει διαφορετικά όχι μόνο το σκύλο αλλά και την ίδια τη ζωή. Αξίζει λοιπόν να προσέξουμε αυτήν τη διαχεόμενη ζωοφιλία που δεν είναι βίτσιο, χούι, παραξενιά παρά συναισθηματική εκλέπτυνση χωρίς εμφανές όριο. Ο "κάτοχος" του σκύλου πριν απ' όλα κατέχει ένα προνόμιο το τετράποδο, αγορασμένο σε μικρή ηλικία, αναγνωρίζει από νωρίς τον αφέντη του και αφοσιώνεται. Μπορεί να παίζει με όλους, αλλά μόνο ο "ένας" ταράζει τα σωθικά του. Τον αναγνωρίζει, τον διαισθάνεται από απόσταση, ενίοτε τείνει να σπάσει την αλυσίδα του για να τον προϋπαντήσει. Χωρίς υπερβολή, δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο. Το ίδιο βέβαια μπορούμε να πούμε για τους κατόχους αλόγων, δελφινιών, περιστεριών ή αετών. Ωστόσο το μέγεθος και το φυσικό στοιχείο αποτελούν φραγή. Τα πετούμενα ανήκουν στον αιθέρα, το άλογο ανήκει στο μέγεθός του, ενώ ο σκύλος -μόνο αυτός- δίνει την εντύπωση ότι κάποια σπάνια συμπάθεια είναι διαλυμένη στο αίμα του. Αυτό το οξύμωρο, με τα χρόνια, αποβαίνει μυστικός δεσμός, συνεννόηση χωρίς λόγια, νοηματική γλώσσα της συμπάθειας. Αν το ζώο ήταν άνθρωπος με μουσούδα, τρίχωμα, μεγάλα αυτιά δεν θα άξιζε την αγάπη μας. Αντίθετα, καθίσταται λατρεμένο μέχρι περιπαθούς αφοσιώσεως επειδή μέσα στη σκληρή του συνθήκη, αυτή την αμετάκλητα φιμωμένη φύση, κατορθώνει να το σκάει στιγμιαία για να παραδοθεί στη θέρμη της ανθρώπινης φιλίας. "Δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο." "Δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο." Δεδομένου ότι ένα σκυλί είναι "ανθρώπινο" μόνο για λίγους, και ακριβέστερα μόνο για έναν, εύκολα γεννιέται η αυταπάτη ότι το ζωντανό μεταρσιώνει τη φύση του μόνο για χατίρι του. Ο κάτοχος ψυχανεμίζεται μέσα στα κυνικά σωθικά την υπέρβαση της σκυλίσιας φύσης, οπότε η ανθρώπινη συμπάθεια αναγνωρίζει αβίαστα πάνω της ένα καθρέφτισμα του εγώ της. Η οικειότητα είναι απόλυτη, η αναγνώριση βαθύτατη, ο σκύλος είναι στο τσακ να μιλήσει και "μιλάει" βέβαια, έστω και αν οι περισσότεροι παρόντες διαθέτουν ώτα μη ακουόντων. Συχνά, κάποιος αδιάφορος θεατής της θερμής ανθρωπο-σκυλοφιλίας, υποψιθυρίζει :"Μα τι έχει πάθει με αυτό το ψωριάρικο;" Αφοσιωμένος στις γάτες και όχι στα σκυλιά, ο Μαλρώ ηταν κατηγορηματικός: Αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι. Ωστόσο, η φιλία με το τετράποδο δεν γίνεται αποδεκτή ποτέ ως φιλόζωη ιδιότητα. Άνθρωποι που ζουν χρόνια με το σκύλο τους, που έχουν προσαρμόσει τις ανάγκες και τις μετακινήσεις τους με το τετράποδο, ποτέ δεν σκέφτονται ότι αγαπούν ένα "ζώο". Ο δεσμός με το σκύλο έχει να κάνει με το αξεδιάλυτο κράμα ενός ψυχισμού εντοιχισμένου μεν στη ζωικότητα πού, παρ' ότι τετραποδίζει, σκυλοφέρνει ή γαυγίζει, φέρει στο βλέμμα του μισοσβησμένα πνευματικά ίχνη. Από τη μια μεριά το ζώο είναι ανθρώπινο πείραμα που έμεινε στη μέση, ενώ από την άλλη είναι ζωικό πείραμα που έδωσε αποτελέσματα ανώτερα του αναμενομένου. Έτσι αρχίζουν τα θαύματα αφοσίωσης και συνεννόησης ανάμεσα στο τετράποδο και στο δίποδο. Η προσαρμογή είναι τέλεια και βαθύτατα ψυχική. Η υπακοή αγγίζει τα όρια του πάθους. Πιο συγκεκριμένα, δεν μας συγκινεί τόσο η κυρία με το σκυλάκι, η γραία που αγαπά το σκύλο της γιατί δεν της απέμεινε τίποτε άλλο να αγαπά, αλλά η εμμονή νέων ανθρώπων που σε κάθε περίπτωση μετακίνησης, έκτακτων αναγκών, ατυχιών, το πρώτο πού σκέπτονται είναι το τετράποδο. Η σκυλίσια αγάπη δεν είναι μόνο αμοιβαία, κυρίως δεν επιδέχεται "απάτη", μετάπτωση, λήθη - όσο το τετράποδο ζει και κινείται, παραμένει πάγια "αξία". Γι' αυτό όταν έρχεται η ώρα του κυνικού θανάτου, μιας και τα σκυλιά κατά κανόνα ζουν πολύ λιγότερο από τον κάτοχό τους, το πένθος είναι σκληρό, δεν παίρνει παρηγόρια. Ο στενός κύκλος του πενθούντος αναρωτιέται: "Μα τι έχασε; Τη γυναίκα του; Το παιδί του; Τη μάνα του; Ασφαλώς δεν έγινε χήρος, δεν έμεινε ορφανός, του συνέβη όμως κάτι χειρότερο. Έχασε ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του, το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Αυτή η μυχιότητα δεν ευδοκιμεί με τους ανθρώπους που είναι ανεξάρτητες οντότητες, θέτουν όρια και εγωιστικά σύνορα. Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση, προσωπική ανακάλυψη που ομορφαίνει μέχρι κάλλους τη σιωπηλή αφοσίωση. Όποιος πενθεί για το νεκρό σκύλο του, πενθεί για την προ-απώλεια του εαυτού του. ___________ Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO στις 18/09/2008 Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου Μια κοινοτιστική ουτοπία

Στο έργο του Θανάση Παπακωνσταντίνου τόσο οι αμιγώς μουσικολογικές όσο και οι στιχουργικές επιλογές συστρατεύονται για τη δημιουργία ενός συνεκτικού νοηματικού σύμπαντος. Η μόχλευση της παραδοσιακής μουσικής, του δημοτικού τραγουδιού, συνεπικουρούμενη από τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών οργάνων ανατολίτικης, μεσογειακής, ακόμα και αφρικανικής προέλευσης και από μια γλώσσα διανθισμένη με τις ντοπιολαλιές της ελληνικής επαρχίας και ρίζες στην οθωμανική εποχή αρθρώνουν μάλιστα μια συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση.
Ο Παπακωνσταντίνου εμφορείται πρώτα απ’ όλα από μια πηγαία αποστροφή προς τη ζωή στην πόλη, τη «σαβούρα των Αθηνών»,1 όπως λέει κι ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό άλλωστε έχει επιλέξει να ζει τα τελευταία χρόνια σαν αναχωρητής κοντά στη γενέτειρά του, στις παρυφές του Ολύμπου. Εκεί φαίνεται να αναζητά την απολεσθείσα αγνότητα, εμπνεόμενος από τις εικόνες της φύσης, τα πουλιά, τ’ άστρα, τα ζαρκάδια, τις πηγές και τ’ απάτητα βουνά. Όλα αυτά βέβαια μοιάζουν να ’ναι για τον Θανάση εικόνες στρατευμένες σε μια κεντρική αντίθεση που διαπερνά την ψυχοσύνθεση και το έργο του. Πρόκειται για την αντίθεση μεταξύ της αλλοτριωμένης πόλης, του βάρβαρου πολιτισμένου κόσμου και της απροσποίητης ζωής μέσα στη φύση. Αυτή εδώ φαίνεται να ’ναι και η πηγή της Αγίας Νοσταλγίας, όπως θα ονομάσει τον πρώτο δίσκο του, οριοθετώντας προδρομικά μια πορεία που χαρακτηρίζεται από την επίμονη αναζήτηση της χαμένης αθωότητας.
Η γενικόλογη όμως αναβίωση αυτής της παλιάς ρουσοϊκής ιδέας, πως ο άνθρωπος είναι καλός και αγνός όσο ζει στην αγκαλιά της φύσης πριν την καταστροφική επίδραση των θεσμών που επιφέρουν την αλλοτρίωσή του, αποτελεί ιδέα κοινή, σχεδόν κλισέ, τόσο για την πολιτισμική κριτική που άσκησαν τα κινήματα των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όσο και για τη θολή, ανεξέταστη αναρχική κοσμοθεωρία από την οποία ο Παπακωνσταντίνου εμπνέεται. Ο ίδιος προχωράει όμως, σαν να μην μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, και παρακάτω. Βρίσκει αποκούμπι και συνδέεται τελικά με τις εικόνες, τις συνήθειες, τους ρυθμούς της ελληνικής κοινοτιστικής παράδοσης, συγκροτώντας αναπόφευκτα μια πολιτική και πολιτισμική πρόταση που λοξοκοιτάζει προς το παρελθόν με τον τρόπο που η εθνικιστική ανάγνωση του κοινοτισμού μάς είχε συνηθίσει. Έτσι, μέσα από τους στίχους και την έτσι κι αλλιώς δημοτικογενή μουσική, αναδίνονται παραστάσεις των κοινοτήτων της εποχής της οθωμανικής κυριαρχίας, περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, φιγούρες της βαλκανικής πατριάς και ένα βλέμμα στραμμένο διαρκώς στην Ανατολή. Πιο χαρακτηριστική, συνοπτική αλλά περιεκτική διατύπωση αυτής της απόβλεψης αποτελεί το «Όνειρο»: «Τράβηξα δειλά-δειλά / της κερκόπορτας το σύρτη / και πήραν φωτιά τα μάτια μου / μάγκα μου απ’ όσα είδα./ Πολιτεία απέραντη / από γυαλί και κεχριμπάρι, / τα χρώματα της ίριδας / της έπλεκαν στεφάνι. / Στα στενά της σέρνονταν/ άγιοι σκοτεινοί κι αγύρτες / και στο λιμάνι αθίγγανοι / μοιρίζανε παλάμες. / Ο Ανέστος τρυφερά / γέμιζε καρφιά τα χέρια / κι ο Μεβλανά Tζελαλεδίν / γυρνούσε και γυρνούσε. / Κι έτσι όπως χάζευα / ντερβισάδες, μπεκτασήδες, / άλαλοι με κυκλώσανε / μα ακόμα τους ακούω. / Σεμ ολντού ασίκ λαρί / άνθρωπέ μου τί ξεφτίλα / να σου χαλάνε το όνειρο / κι εσύ να τους αφήνεις».2 Aυτός ο οριενταλισμός είναι μια ντε φάκτο προσανατολισμένη προς τα πίσω, τουτέστιν συντηρητική απάντηση, στην κεντρική εθνική δισυποστασία, στον φαντασιακό —φαντασιακό, όχι φανταστικό— διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης που ταλανίζει τη νεοελληνική ιδεολογία από τη σύστασή της, ο οποίος όμως, εγγραφόμενος στις καλένδες της μεταμοντέρνας εποχής, οφείλει να αναγιγνώσκεται επίσης ως συγκρουσιακή αντίθεση νεωτερικότητας και αντινεωτερικότητας.
Η έλξη που του ασκεί η φαντασίωση της Ανατολής είναι ακατανίκητη. Με την επιλογή του καταφάσκει την οριστική κατάταξή μας στον χώρο της Ανατολής έναντι της αλλοτριωτικής, υλόφρονος Δύσης, που ως γνωστόν υστερεί από την εποχή των απομαγευτικών μεταμεσαιωνικών χρόνων ως προς την πνευματικότητα, την αυθεντικότητα και το μυστικιστικό βάθος. Έτσι, ο Θανάσης αναπαράγει τη μελωδική γραμμή των βυζαντινών καλάντων και μελοποιεί στίχους του Πτωχοπρόδρομου,3 αναδεικνύοντας επίσης τις ιστορικές ρίζες της πολιτισμικής επιλογής του. Ο ουτοπικός του κόσμος, που ορίζεται από σταχυολογικές αναφορές στην αρχαιοελληνική μυθολογία, από την ακούραστη εξιδανίκευση του βυζαντινού και του οθωμανικού παρελθόντος, από τον απόηχο κάθε ανατολίτικης επιρροής, της περσικής ποίησης, του βουδισμού και του ινδουισμού περιλαμβανομένων, συνέχεται από την κεντρική ιδέα ενός λειτουργικού αντιδυτικισμού. Στα πλαίσια ετούτης της αντι-φωταδιστικής αποστροφής πρέπει ίσως να αναγνωστεί και η απέχθεια προς την πόλη, το συμβολικό πεδίο της εκδήλωσης των αστικών αξιών, της κοινής ζωής υπό το απρόσωπο καθεστώς του νόμου, τον διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, τη διάκριση κράτους και κοινωνίας, την αποξενωτική ανωνυμία των μητροπόλεων. Στον αντίποδα προβάλλει η κατασκευή της κοινοτιστικής φαντασίωσης, μιας κλειστής κοινωνίας που, ιδωμένη παραμορφωτικά, μετατρέπεται στο πρότυπο των «μικρών κοινωνικών ομάδων που γνωρίζονται μεταξύ τους».4 Εκεί η διευθέτηση της πολιτικής, των όρων της κοινής ζωής, επιλύεται άμα τη εμφανίσει των προσωπικών σχέσεων, χωρίς τις αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις που αλλοιώνουν την ντε φάκτο «φυσική καλοσύνη» του ανθρώπου. Στο ίδιο φόντο προτάσσονται οι αφελώς εξιδανικευτικές, αντιφατικές και ανεπεξέργαστες, τιμητικές αναφορές σε φιγούρες τόσο Λατινοαμερικάνων ή Ευρωπαίων επαναστατών (Μπακούνιν, Ραμόν, Φορτίνο Σαμάνο, ναύτης της Κροστάνδης) όσο και εγχώριων ληστών (Θωμάς Γκαντάρας, Μπαμπάνης, ο ήρωας του «Μου ’κλασες τ’ αρχίδια, κύριε μοίραρχε» κ.ά.), η αγιοποίηση των οποίων αποτελεί μόνιμη επωδό της κυρίαρχης αριστερής και εθνικιστικής ιδεολογίας.
Προς επίρρωσιν της παραπάνω ρητής απόρριψης της νεωτερικής απομαγευτικής κληρονομιάς, καλλιεργείται το γνωστό συγκροτητικό της μυθολογίας του ανατολίτικου εξωτισμού στερεότυπο, η βασιλική οδός προς την κατάκτηση της αυθεντικότητας: η κατίσχυση του συναισθήματος έναντι της λογικής. Μακριά από την αύρα των δυτικότροπων λύσεων, πλατωνικών, καντιανών ή άλλων, που αποζητούν την κυριαρχία του Λόγου αναγνωρίζοντας τη δυναμική του θυμικού, εδώ οι απαντήσεις είναι μονοκόμματες: «Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι […] Bάστα το νου, βάστα το νου, / να μην γκρινιάξει του καιρού / που ’φτιαξε με τον πόνο κλίκα / και τσιγκουνεύεται στη γλύκα».5 Στα ίδια πλαίσια υποστηρίζεται τόσο η παντοδυναμία του πάθους6 όσο και η έννοια μιας μεταφυσικού τύπου ελευθερίας χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.7 Η ρομαντική απογείωση από τον χώρο της πραγματικότητας επιτρέπει τα πάντα, ενώ τροφοδοτεί τον λυρισμό — εγγύηση επιτυχίας κάθε αισθαντικής δημιουργίας.
Η συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν πρέπει να μας κάνει να παραγνωρίσουμε την καλλιτεχνική αξία του έργου του, στον βαθμό που οι δύο αυτές πτυχές μπορούν να ιδωθούν ξεχωριστά. Αφήνοντας κατά μέρος και τον, πολύ συχνά ατυχή, στερεοτυπικό και αμήχανο δημόσιο λόγο του Παπακωνσταντίνου, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τραγουδοποιία του —προϊόν κοπιώδους εργασίας, αναζήτησης και ειλικρινούς αγωνίας— ανταποκρίνεται σε κεντρικά ψυχικά διακυβεύματα. Υπόκειται λοιπόν στον κανόνα της τέχνης εκείνης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της έκφρασης ενός συλλογικού εσωτερικού διχασμού, ως μετουσιωτικό παράγωγο της έντασης που βιώνουν οι δυστυχείς συνειδήσεις, και δεν μπορεί παρά να αποφορτίζει πρόσκαιρα πλην λυτρωτικά κοινά μας αδιέξοδα, ακόμα και αν προγραμματικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να φτάσει ως το σημείο της επίλυσής τους. Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο δικαιώνεται ως τέτοιο, αφού εκπληρώνει τους εκφραστικούς του σκοπούς, τη στιγμή που η πολιτισμική και πολιτική πρόταση παραμένει μετέωρη και ατελέσφορη, εισερχόμενη στο πεδίο όπου ο ρόλος του συναισθήματος παραμένει εκ των πραγμάτων περιθωριακός.

Σημειώσεις:
1. Συνέντευξη στην εφημερίδα Εποχή, 30.05.1993.
2. «Όνειρο», Αγία Νοσταλγία, 1993. Ο «Ανέστος» είναι ο ρεμπέτης Ανέστης Δελλιάς, ο οποίος πέθανε από χρήση ηρωίνης. Ο Μεβλανά Τζελαλεδίν Ρουμή ήταν μουσουλμάνος μύστης του 13ου αιώνα, ιδρυτής του σουφικού τάγματος των Μεβλεβήδων, γνωστού για τον περιστροφικό τους χορό κατά την τελετουργία της Σεμά. «Μεβλανά» σημαίνει στα τουρκικά «δάσκαλος». Δερβίσηδες είναι τα περιπλανώμενα μέλη μουσουλμανικών θρησκευτικών ταγμάτων. Μπεκτασήδες είναι τα μέλη του δερβισικού τάγματος που ίδρυσε ο Χατζή Μπεκτάς τον 14ο αιώνα. «Τζεμ ολντού ασικλαρί» σημαίνει στα τουρκικά «μαζευτήκανε οι θαυμαστές του».
3. Πρβλ. «Ο μεθυστής», Ο Σαμάνος, 2008. Ο Πτωχοπρόδρομος ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, που συνέταξε τον 12ο αιώνα στη δημώδη γλώσσα τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά, μια συλλογή σατιρικών ως επί το πλείστον μικρών ποιημάτων γραμμένων σε δεκαπεντασύλλαβο.
4. Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή, 17.12.2006.
5. «Στις χαραυγές ξεχνιέμαι», Αγία Νοσταλγία, 1993.
6. «Άντε, δω σιμά, κοντά δυο μέτρα βάθος, / άντε, λεν πως φυλακίζουνε το πάθος. / Άντε, ρίχνουν χώμα, με λουλούδια ραίνουν / άντε, και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν» («Ανδρομέδα», Ανδρομέδα, 1995).
7. «Όσες κι αν χτίζουν φυλακές / κι αν ο κλοιός στενεύει / ο νους μας είν' αληταριό / π’ όλο θα δραπετεύει. / Σαν αερικό θα ζήσω, / σαν αερικό» («Αερικό», Λάφυρα, 1998).

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε κάθε μέρα

Τα οφέλη του διαβάσματος

 
Πότε ήταν η τελευταία φορά που διαβάσατε ένα βιβλίο ή ένα ουσιώδες άρθρο σε ένα περιοδικό;
Μήπως οι καθημερινές σας αναγνωστικές συνήθειες επικεντρώνονται μόνο σε tweets και ενημερώσεις του Facebook ή στις οδηγίες χρήσης που αναγράφονται στο κουτί των δημητριακών σας; Αν ανήκετε κι εσείς στους αμέτρητους ανθρώπους που δεν συνηθίζουν να διαβάζουν τακτικά, μπορεί να χάνετε μια σειρά από πολύ σημαντικά οφέλη, μερικά εκ των οποίων παρουσιάζονται στη συνέχεια.
1. Πνευματική διέγερση
Έρευνες έχουν δείξει πως με το να το διατηρεί κανείς το πνεύμα του σε εγρήγορση μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη (ή πιθανότατα να αποτρέψει) του Alzheimer και της άνοιας, καθώς κρατώντας ενεργό τον εγκέφαλο αποτρέπει κανείς την απώλεια δύναμής από αυτόν. Όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο μυ του σώματος έτσι και ο εγκέφαλος χρειάζεται άσκηση για να παραμείνει δυνατός και υγιής. Οπότε «use it or lose it»!
2. Μείωση του άγχους
Ανεξάρτητα από το πόσο stress μπορεί να έχετε στη δουλειά ή στις διαπροσωπικές σας σχέσεις ή σε αναρίθμητα άλλα καθημερινά θέματα που προκύπτουν, όλα μπορούν να ξεχαστούν αν χαθείτε στις σελίδες μιας εξαιρετικής ιστορίας. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα μπορεί να σας μεταφέρει σε άλλες χώρες, σε μαγικά βασίλεια, ενώ ένα ευχάριστο άρθρο που θα κερδίσει την προσοχή σας μπορεί να διώξει τις εντάσεις και σας βοηθήσει να χαλαρώσετε.
3. Γνώση
Όλα όσα διαβάζετε γεμίζουν το μυαλό σας με νέες πληροφορίες και δεν ξέρετε πότε μπορεί να σας χρειαστούν στην πράξη. Όσο πιο πολλές γνώσεις έχετε, τόσο πιο εξοπλισμένοι είστε για να αντιμετωπίσετε όποια πρόκληση ανακύψει. Επιπροσθέτως, σκεφτείτε πως ό,τι κι αν σας συμβεί – να χάσετε τη δουλειά σας, τα χρήματά σας, τα υπάρχοντά σας – τις γνώσεις σας δεν θα μπορέσει να σας τις πάρει κανείς.
4. Διεύρυνση του λεξιλογίου
Όσο περισσότερο διαβάζετε, τόσο περισσότερες λέξεις μαθαίνετε, λέξεις που αναπόφευκτα θα βρουν το δρόμο τους και θα ενσωματωθούν στο καθημερινό σας λεξιλόγιο. Η ευφράδεια λόγου και το πλούσιο λεξιλόγιο είναι χρήσιμα σχεδόν σε κάθε επάγγελμα και το να γνωρίζει κανείς ότι μπορεί να μιλήσει με άνεση και αυτοπεποίθηση, αποτελεί μια τεράστια ώθηση στην αυτοεκτίμησή του. Θα μπορούσε να σας βοηθήσει ακόμη και στην καριέρα σας, αφού οι διαβασμένοι και με γνώσεις σε ποικίλα θέματα άνθρωποι, καθώς και εκείνοι που κάνουν εξαίρετη χρήση του λόγου τείνουν να κερδίζουν προαγωγές πολύ πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους. Το διάβασμα βιβλίων είναι έπειτα ζωτικής σημασίας για την εκμάθηση ξένων γλωσσών αφού με την έκθεση σε λέξεις, μπορείτε να αποκτήσετε μεγαλύτερη ευχέρεια στον προφορικό και το γραπτό λόγο στη γλώσσα που σας ενδιαφέρει.
5. Βελτίωση της μνήμης
Όταν διαβάζετε ένα βιβλίο πρέπει να θυμάστε ένα σωρό χαρακτήρες, το υπόβαθρό τους, τις φιλοδοξίες τους, την ιστορία, τις αποχρώσεις της, καθώς επίσης τους διάφορους άξονες και τις δευτερεύουσες πλοκές, που υφαίνουν το δρόμο τους μέσα σε κάθε ιστορία. Οι εγκέφαλοι είναι καταπληκτικοί και μπορούν να θυμούνται τόσα πράγματα σχετικά εύκολα. Εξίσου αξιοθαύμαστο είναι το γεγονός πως κάθε νέα μνήμη σφυρηλατεί νέες συνάψεις (διαδρομές στον εγκέφαλο) και ενδυναμώνει τις ήδη υπάρχουσες, πράγμα που βοηθά στην ανάκληση της βραχυπρόθεσμης μνήμης και επίσης σταθεροποιεί τις ψυχικές διαθέσεις.
6. Ενδυνάμωση κριτικής σκέψης και δεξιοτήτων ανάλυσης
Σας έχει τύχει να διαβάσετε ποτέ μια φοβερή ιστορία μυστηρίου και να λύσετε το μυστήριο πριν ολοκληρώσετε την ιστορία; Αν ναι, τότε χρησιμοποιήσατε την κριτική σας σκέψη και τις αναλυτικές σας δεξιότητες, συνδέσατε όλα τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες και καταλήξατε στη λύση. Αυτές τις δεξιότητες τις χρησιμοποιείτε ακόμη και όταν κάνετε κριτική ή συζητάτε για ένα βιβλίο.
7. Βελτίωση συγκέντρωσης
Όταν διαβάζετε ένα βιβλίο, έχετε όλη σας την προσοχή στραμμένη στην ιστορία – ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει καμιά απολύτως σημασία – και εσείς απορροφάτε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Προσπαθήστε να διαβάζετε 15 – 20 λεπτά πριν από τη δουλειά. Θα εκπλαγείτε με το πόσο συγκεντρωμένοι θα είστε με το που φτάσετε στο γραφείο.
8. Καλύτερες δεξιότητες γραφής
Αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεύρυνση λεξιλογίου. Το στυλ γραφής άλλων συγγραφέων μπορεί ποικιλοτρόπως να επηρεάσει τη δική σας δουλειά.
Υπάρχει ένα αναγνωστικό είδος για κάθε άνθρωπο και είτε σας αρέσει η κλασική λογοτεχνία, η ποίηση, οι βιογραφίες, τα περιοδικά μόδας, τα κείμενα θρησκευτικού ενδιαφέροντος, η νεανική λογοτεχνία ή οι νουβέλες, υπάρχει σίγουρα κάτι εκεί έξω που μπορεί να προσελκύσει την περιέργεια και τη φαντασία σας. Αφήστε στην άκρη για λίγο τον υπολογιστή σας, ανοίξτε ένα βιβλίο και ανανεώστε την ψυχή σας

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Το Φάντασμα του Αναρχοσυνδικαλισμού(μέρος δεύτερο)

  / του Murray Bookchin /


CNT-1mayo2010Εργάτες και Πολίτες
Τι θεωρούσαν, τελικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές ως «προλεταριάτο», πέρα από αυτούς που ηταν σε θέση να συμπεριλάβουν στα συνδικάτα όπως οι «εργάτες γης» (κάτι το οποίο η CGT δεν έκανε και η CNT παραμέλησε σοβαρά στα τέλη της δεκαετίας του 20 και στις αρχές του 30);
Έχω αναφέρει ότι η έννοια αυτή προσδιοριζόταν κυρίως μέσα από Μαρξικές γραμμές, αν και δίχως την περισσότερο ερευνητική, αν και λανθασμένη, οικονομική ανάλυση του Μαρξ. Με έμμεσο τρόπο περιελάμβανε βασικές έννοιες στις οποίες βασιζόταν η θεωρία περί «ιστορικού υλισμού» του Μαρξ, κυρίως την άποψη ότι η οικονομία αποτελεί τη «βάση» της κοινωνικής ζωής, καθώς και την εξιδανίκευση των βιομηχανικών εργατών ως μια ιστορικά «ηγεμονική» τάξη. Προς τιμήν τους, οι μη συνδικαλιστές αναρχικοί, που ωστόσο υπήρξαν φιλικοί προς το συνδικαλισμό λόγω της ηθικής πίεσης, έτειναν ταυτόχρονα να αντιτίθενται σε αυτή την ανησυχητική απλούστευση των κοινωνικών ζητημάτων και δυνάμεων. Την παραμονή του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, η CNT αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από βιομηχανικούς εργάτες (μια πραγματικότητα, μπορώ να προσθέσω, που έρχεται σε αντίθεση με την άποψη του Eric Hobsbawn για τους αναρχικούς ως «πρωτόγονους αντάρτες»). Η CNT είχε ήδη χάσει το μεγαλύτερο μέρος των αγροτών, οι οποίοι συντάχθηκαν με τις Ισπανικές Σοσιαλιστικές Αγροτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, εκτός από μερικά «φρούρια» στην Ανδαλουσία και την Αραγονία (βλ. Malefakis, 1970). Η εικόνα που ο Gerald Brenan δίνει στον Ισπανικό αναρχισμό για το τέλος της δεκαετίας του 30 ως ένα αγροτικό κίνημα, αν και εξακολουθεί να είναι αρκετά δημοφιλής, είναι σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη. Αντιπροσωπεύει μια τυπική ανδαλουσιανή προσέγγιση αναφορικά με τον αναρχο-συνδικαλισμό που προώθησε μια περιορισμένη προοπτική για το κίνημα (Brenan, 1943)[5]. Στην πραγματικότητα, η αριστερή στροφή του Κόμματος των Ισπανών Σοσιαλιστών Εργατών (PSOE) το 1930 μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από την είσοδο χιλιάδων Ανδαλουσιανών εργατών στα συνδικάτα που ελέγχονταν από τους Σοσιαλιστές, παρά του ότι εξακολουθούσαν να διατηρούν τις αναρχικές παρορμήσεις της προηγούμενης γενιάς (Bookchin, 1977, σ.274-75, 285, 288-90).
Παρά τον «ηθικό τόνο» που οι αναρχικοί έδωσαν στη CNT (όπως λέει ο Pons Prado στο ντοκιμαντέρ The Spanish Civil War), η εξαιρετικά οικονομίστικη έμφαση μελών της ηγεσίας της CNT, ή «σενετίστας», όπως ο Diego Abad de Santillán στο πολυδιαβασμένο του έργο After the Revolution, αποκαλύπτει το βαθμό στον οποίο ο συνδικαλισμός είχε απορροφήσει τον αναρχισμό στο όραμα για μια νέα κοινωνία, ασυναίσθητα συγχωνεύοντας μαρξικές μεθόδους πάλης, ιδέες οργάνωσης, καθώς και εξορθολογισμένες αντιλήψεις πάνω στην εργασία, με την προσήλωση του αναρχισμού στον «ελευθεριακό κομμουνισμό» (βλ. παραπομπές στον Bookchin, 1977, σ.310-11). Η ιδέα της CNT για την «κοινωνικοποίηση» της παραγωγής συχνά είχε να κάνει με μια εξαιρετικά συγκεντρωτική μορφή [της παραγωγής], παρόμοια με τη μαρξιστική έννοια της «εθνικοποιημένης» οικονομίας. Διέφερε πάρα πολύ λίγο από τις κρατικίστικες μορφές οικονομικού σχεδιασμού που σιγά-σιγά υποδαύλισαν τον εργατικό έλεγχο απ’ το επίπεδο της μονάδας παραγωγής. Οι προσπάθειές τους οδήγησαν σε σοβαρές αντιπαραθέσεις μεταξύ των πιο «ηθικιστών» αναρχικών και των «ρεαλιστών» συνδικαλιστών, των οποίων οι ελευθεριακές απόψεις συχνά σερβίρονταν ως επικάλυψη μιας στενά συνδικαλιστικής νοοτροπίας (βλέπε Fraser, 1979, σελ 221-22, Peirats, σ.295-96)[6]
Πράγματι, η CNT έγινε ολοένα και πιο γραφειοκρατική μετά τις αλκυονίδες μέρες του 1936, μέχρι που το σύνθημα της για «ελευθεριακό κομμουνισμό» αποτελούσε απλά ηχώ του αναρχικού ιδεώδους των προηγούμενων δεκαετιών (Peirats, nd, σ. 229-30). Απ’ το 1937, και ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του Μάη, το συνδικάτο ήταν μόνο κατ’ όνομα αναρχοσυνδικαλιστικό. Οι κυβερνήσεις της Μαδρίτης και της Καταλονίας είχε τον έλεγχο των περισσότερων βιομηχανικών κολλεκτίβων, αφήνοντας μόνο να εμφανίζονται ως εργατικά ελεγχόμενες στις περισσότερες βιομηχανίες. [7] Η επανάσταση είχε τελειώσει. Είχε παραδωθεί και υπονομευθεί όχι μόνο από τους κομμουνιστές, τους δεξιούς σοσιαλιστές και τους φιλελεύθερους, αλλά από τους «ρεαλιστές» μέσα στην ίδια την CNT.
Πώς όμως μια τόσο σαρωτική αλλαγή έλαβε χώρα μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σε μια αναρχο-συνδικαλιστική οργάνωση με τόσο μεγάλη υποστήριξη απ’ το προλεταριάτο; Πώς είναι δυνατόν ένα ομολογουμένως ελευθεριακό κίνημα, κατά δήλωση και του Frederica Montseney (βλέπε Granada Films, n.d), το οποίο θα μπορούσε να έχει σταματήσει την προέλαση του Φράνκο χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ελευθεριακές τακτικές – και μ’ αυτό εννοώ τη διατήρηση των πολιτοφυλακών, την κολλεκτιβοποίηση της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής και την αποφασιστική υπεράσπιση των κεκτημένων της επανάστασης στις πόλεις και την επαρχία απέναντι στην αταλάντευτη κομμουνιστική στρατηγική της αντεπανάστασης – να μην καταφέρει τελικά να πετύχει αυτό τον στόχο; Kαι να αποτύχει μάλιστα με τόσο τραγικό, εξευτελιστικό και απογοητευτικό τρόπο; Οι στρατιωτικές νίκες του Φράνκο και ο φόβος που αυτές προκάλεσαν δεν εξηγούν πλήρως αυτή την ήττα. Ιστορικά, καμία επανάσταση δεν έχει προκύψει δίχως εμφύλιο πόλεμο, και δεν ήταν σε καμία περίπτωση φανερό ότι ο Φράνκο λάμβανε αποτελεσματική στρατιωτική υποστήριξη από τη Γερμανία και την Ιταλία μέχρι και το 1937. Ακόμη κι αν εξωτερικές συγκυρίες καταδίκαζαν την επανάσταση σε ήττα, όπως φαίνεται να πίστευε ο Leval (1975, p 68.) και ο Abad de Santillán (1940), το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα φαινόταν να έχει λίγα να χάσει εκείνη τη στιγμή αν επέτρεπε στην εξέγερση της Βαρκελώνης το Μάη του 1937 να ανακτήσει τα κέρδη της επαναστασης και να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τους εχθρούς μέσα στη Ρεπούμπλικα. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι εργάτες που έστησαν τα οδοφράγματα στη Βαρκελώνη επέτρεψαν στους εαυτούς τους να αφοπλιστούν κατά τη διάρκεια εκείνης της μοιραίας εβδομάδας, υπακούοντας στην ηγεσία;
Αυτές οι ερωτήσεις παραπέμπουν σ’ ένα υπόρρητο ζήτημα που έχει να κάνει με τις περιορισμένες δυνατότητες ενός κινήματος που ευνοεί οποιαδήποτε τάξη ως «ηγεμονική» στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Τέτοια ζητήματα, όπως ποια διαστρωμάτωση, τάξη ή σύνολο ομάδων στην κοινωνία αποτελούν το «υποκείμενο» της ιστορικής αλλαγής, σήμερα βρίσκονται στο προσκήνιο των συζητήσεων σε όλα σχεδόν τα ριζοσπαστικά κινήματα – με πιθανή εξαίρεση τον αναρχο-συνδικαλισισμό, όπως έχω διαπιστώσει. Στην Ισπανία, να είστε σίγουροι, οι πιο ένθερμοι αναρχικοί πήγαν στο μέτωπο κατά τους πρώτους μήνες του εμφυλίου πολέμου και υπέφεραν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό απωλειών, γεγονός που πιθανόν να συνέβαλε στη σημαντική μείωση της «ηθικής τάσης» του κινήματος μετά το 1936. Αλλά ακόμη κι αν αυτοί οι αναρχικοί αγωνιστές έμεναν πίσω, είναι αμφίβολο αν πραγματικά θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τη συνδικαλιστική νοοτροπία στο κίνημα και τις δυνάμεις της αδράνειας που διαμόρφωσαν τη νοοτροπία της ίδιας της εργατικής τάξης.
Γεγονός, λοιπόν, που μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που κατά την άποψη μου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές σφάλματος αναφορικά με την έννοια της προλεταριακής ηγεμονίας: η βιομηχανική εργατική τάξη, εξαιτίας όλης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης που οποία έχει υποστεί, είναι βέβαιο ότι θα εμπλακεί σε ταξικούς αγώνες και θα παρουσιάσει σημαντική κοινωνική μαχητικότητα. Αλλά σπάνια η ταξική πάλη κλιμακώνεται σε ταξικό πόλεμο ή η κοινωνική μαχητικότητα εκρήγνυται ως κοινωνική επανάσταση. Η αδιέξοδη τάση των Μαρξιστών και των αναρχο-συνδικαλιστών να μπερδεύουν τον αγώνα με τον πόλεμο και τη μαχητικότητα με την επανάσταση μαστίζει τη ριζοσπαστική θεωρία και πράξη για πάνω από έναν αιώνα, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια της εποχής του «προλεταριακού σοσιαλισμού», απ’ το 1848 έως το 1939, που έδωσε ώθηση στο μύθο της «προλεταριακής ηγεμονίας». Όπως ισχυρίζεται ο Franz Borkenau, είναι πιο εύκολο να ξυπνήσουν εθνικιστικά συναισθήματα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης απ’ ότι συναισθήματα διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου, όπως μας αποκάλυψαν ξεκάθαρα οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα (Borkenau, 1962,8 σ.57-79). Είναι γνωστό ότι οι Μαρξιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές χρεώνουν την αποτυχία του προλεταριάτου να εγκαθιδρύσει μια νέα κοινωνία σε κάποια «προδοσία». Μπορεί όμως κάποιος ν’ αναρωτηθεί πραγματικά αν μια τέτοια «προδοσία» καταδεικνύει ένα συστημικό παράγοντα που καθιστά αδιευκρίνιστο και άνευ νοήματοςτο «προλεταριάτο» αυτού του είδους -το οποίο οι μαρξιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές προβάλλουν ως τη βάσηγια την προνομιακή θέση που δίνουνστην εργατική τάξη συνολικά, στο όνομα της «προλεταριακής ηγεμονίας».
Η συχνή έλλειψη επεξηγήσεων αναφορικά με την έννοια της «προλεταριακής ηγεμονίας» οδηγεί σε μια στενή ιστορική κατανόηση σχετικά με τους εργάτες που εστησαν οδοφράγματα στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1848, στην Πετρούπολη το 1905 και το 1917, και στην Ισπανία μεταξύ 1870 και 1936. Οι «προλετάριοι» αυτοί ήταν συνήθως τεχνίτες για τους οποίους το εργοστασιακό σύστημα αποτελούσε πολιτιστικά ένα νέο φαινόμενο. Πολλοί άλλοι προέρχονταν από αγροτικό υπόβαθρο και τους χώριζαν μία ή δύο γενιές μόνο από τον αγροτικό τρόπο ζωής. Μεταξύ αυτών των «προλετάριων» η βιομηχανική πειθαρχία, καθώς και ο εγκλωβισμός τους εντός των εργοστασιακών εγκαταστάσεων παρήγαγε πολύ ανησυχητικές πολιτισμικές και ψυχολογικές εντάσεις. Ζούσαν σε ένα πεδίο δυνάμεων μεταξύ του προβιομηχανικού, εποχιακά καθοριζόμενου και αρκετά ήρεμου βιοτεχνικού ή αγροτικού τρόπου ζωής από τη μία πλευρά, και του εργοστασιακού ή εργαστηριακού συστήματος που χαρακτηριζόταν από τη μέγιστη και ιδιαίτερα εξορθολογισμένη εκμετάλλευση, τους απάνθρωπους μηχανιστικούς ρυθμούς, τις συνωστισμένες πόλεις που έμοιαζαν με συνωστισμένους στρατώνες και τις εξαιρετικά βάναυσες συνθήκες εργασίας, από την άλλη. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι αυτό το είδος της εργατικής τάξης υπήρξε εξαιρετικά εμπρηστικό, και ότι οι ταραχές θα μπορούσαν εύκολα να εξελιχθούν σχεδόν σε εξεγέρσεις.
Ο Μαρξ είδε το προλεταριάτο ως «μια τάξη πάντα αριθμητικά αυξανόμενη, πειθαρχημένη, ενωμένη, οργανωμένη από τους μηχανισμούς της διαδικασίας της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής». Όσο για την ταξική πάλη: «η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας τουλάχιστον φτάνει στο σημείο όπου καθίσταται ασύμβατη με το καπιταλιστικό της περίβλημα. Το περίβλημα έχει σπάσει. Παντού ακούγεται η πένθιμη κωδωνοκρουσία της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώθηκαν» (Marx, 1906, Τόμος 1., 836 έως 37 σελ.). Οι αναρχοσυνδικαλιστές, στην προσπάθειά τους να υιοθετήσουν ποικίλες εναλλακτικές λύσεις σχετικά με τη διαχείριση του βιομηχανικού συστήματος μοιράστηκαν με τους μαρξιστές αυτό το θεωρητικό κατασκεύασμα για την τύχη του καπιταλισμού και το ρόλο του προλεταριάτου. Στην Ισπανία, αυτή η οικονομιστική προσέγγιση, μαζί με την υψηλή εκτίμηση της για την ενότητα που το εργοστασιακό σύστημα επιβάλλει στους εργαζόμενους, αποδείχθηκε μοιραία. Στις περιοχές που επηρεάζονταν από τη CNT, οι εργάτες πράγματι «απαλλοτρίωσαν» την οικονομία, αν και με διάφορους τρόπους και μορφές: από «νεο-καπιταλιστικές» έως σε μεγάλο βαθμό «κοινωνικοποιητικές» (ή συγκεντρωτικές) μορφές. Αλλά ο «εργατικός έλεγχος», ανεξαρτήτως της μορφής του, δεν οδήγησε σε μια «νέα κοινωνία». Η κεντρική ιδέα πως ελέγχοντας μεγάλο μέρος της οικονομίας, το αναρχο-συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορούσε στη συνέχεια να ελέγξει την κοινωνία (μια μάλλον απλουστευτική εκδοχή του ιστορικού υλισμού του Μαρξ) αποδείχθηκε μύθος. Η κυβέρνηση της Καταλονίας συγκεκριμένα, πριν τελικά στραφεί στη βία με στόχο να διαλύσει εντελώς τον «κοινωνικοποιημένο» εργατικό έλεγχο, άσκησε επιρροή στην καταλανική οικονομία και το εμπορικό της σύστημα και απλά εισήγαγε τους δικούς της εκπροσώπους στις «επιτροπές των εργαζομένων» και τους συνομοσπονδιακούς φορείς, φτάνοντας στο σημείο να μετατρέψει τις βιομηχανικές κολλεκτίβες σε de facto εθνικοποιημένες επιχειρήσεις (βλ. Laval, 1975, σ.279).
Στο βαθμό που η μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο συγκρούονται μεταξύ τους οικονομικά, ο ανταγωνισμός τους- που είναι αληθινός- συνήθως λαμβάνει χώρα μέσα σ’ ένα εξ’ ολοκλήρου αστικό πλαίσιο, όπως είχε προβλέψει o Μαλατέστα γενιές πριν. Ο αγώνας των εργατών με τους καπιταλιστές είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση μεταξύ δύο αλληλένδετων συμφερόντων που τρέφεται από το ίδιο το καπιταλιστικό πλέγμα των συμβατικών σχέσεων στις οποίες συμμετέχουν και οι δύο τάξεις. Συνήθως αντιπαρατίθενται υψηλότεροι μισθοί έναντι υψηλότερων κερδών, λιγότερη εκμετάλλευση έναντι μεγαλύτερης εκμετάλλευσης, και καλύτερες συνθήκες εργασίας έναντι χειρότερων συνθηκών. Αυτές οι προφανώς διαπραγματεύσιμες συγκρούσεις σχετίζονται με διαφορές στο βαθμό, όχι το είδος. Είναι θεμελιωδώς συμβατικές διαφορές και όχι κοινωνικές.
Ακριβώς επειδή το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι «πειθαρχημένο, ενωμένο, οργανωμένο από τον ίδιο το μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής», όπως το έθεσε ο Μαρξ, είναι επίσης πιο πειθήνιο στα εξορθολογισμένα συστήματα ελέγχου και στα ιεραρχικά συστήματα οργάνωσης απ΄ότι ήταν τα προκαπιταλιστικά στρώματα που ιστορικά αποτέλεσαν το προλεταριάτο. Πριν αυτό το προλεταριάτο ενσωματωθεί στο εργοστασιακό σύστημα, ξεσήκωσε εξεγερσεις στη Γαλλία, την Ισπανία, τη Ρωσία, την Ιταλία και σε άλλες σχετικά μη βιομηχανοποιημένες χώρες, εξεγερσεις που σήμερα θεωρούνται τόσο θρυλικές στα βιβλία της ριζοσπαστικής ιστορίας. Οι ιεραρχίες των εργοστασίων, με τις πολύπλοκες δομές διοικητικής επίβλεψης, συχνά μεταφέρθηκαν στα συνδικάτα, ακόμη και σ’ αυτά που δήλωναν αναρχοσυνδικαλιστικά, όπου οι εργαζόμενοι ήταν ασυνήθιστα ευάλωτοι απέναντι σε «εργατοπατέρες» όλων των ειδών – ένα πρόβλημα που συνεχίζει να μαστίζει το εργατικό κίνημα μέχρι και σήμερα.
Εφόσον οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι δογματικοί Μαρξιστές εξίσου συχνά χαρακτηρίζουν τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν σε αυτό το άρθρο ως «αντι-προλεταριακά» ή «εναντίον της εργατικής τάξης», επιτρέψτε μου να τονίσω για ακόμη μια φορά πολύ έντονα ότι δεν αρνούμαι τη σημασία της υποστήριξης των αναρχικών ιδανικών από την εργατική τάξη. Ούτε αποδοκιμάζω τα εξαιρετικά επιτεύγματα των Ισπανών εργατών και αγροτών στην επανάσταση του 1936, πολλά από τα οποία δεν έχουν προηγούμενο σε καμία άλλη επανάσταση. Αλλά θα ήταν μεγάλη αυταπάτη, θυματοποιώντας αναρχικούς εξίσου με αναγνώστες άλλων ριζοσπαστικών απόψεων, να αγνοήσουμε τους σημαντικούς περιορισμούς που επίσης σημάδεψαν την ισπανική επανάσταση- περιορισμούς με βάση τους οποίους (και βλέποντας τους εκ των υστέρων) θα πρέπει σήμερα να ανανεώσουμε την αναρχική θεωρία και πράξη. Πράγματι, πολλοί Ισπανοί αναρχικοί με διάφορους τρόπους αμφισβήτησαν σοβαρά την εμπλοκή του κινήματος τους με το συνδικαλισμό, ακόμη κι όταν ενέδωσαν, αρκετά δικαιολογημένα, σε μια συνδικαλιστική έκδοση «πολιτικής ορθότητας» που φαινόταν σημαντική μισό αιώνα πριν.
Προς τιμήν του, ο ισπανικός αναρχισμός – όπως και αναρχικά κινήματα αλλού – ποτέ δεν επικεντρώθηκε πλήρως στο εργοστάσιο ως το φυσικό τόπο της ελευθεριακής πρακτικής. Αρκετά συχνά κατά τον τελευταία αιώνα μέχρι και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, χωριά, κωμοπόλεις, και γειτονιές μεγάλων πόλεων, όπως και δημοφιλή πολιτιστικά κέντρα, υπήρξαν σημαντικές εστίες των αναρχικών δραστηριοτήτων. Σε αυτούς τους κατ’ ουσία αστικούς χώρους, οι γυναίκες όπως κι οι άνδρες, οι αγρότες όπως και οι εργαζόμενοι, οι ηλικιωμένοι όπως και οι νέοι, οι διανοούμενοι όπως και οι εργάτες, τα ντεκλασέ στοιχεία όπως και εξέχοντα μέλη των καταπιεσμένων τάξεων- εν ολίγοις, ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων που δεν τους απασχολούσε μόνο η δική τους καταπιεστική κατάσταση, αλλά που διακατέχονταν από ποικίλα ιδεώδη σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινοτική ελευθερία – υπήρξαν πόλος έλξης για τους αναρχικούς προπαγανδιστές και αποδείχθηκαν εξαιρετικά δεκτικοί σε ελευθεριακές ιδέες. Οι κοινωνικές ανησυχίες των ανθρώπων αυτών συχνά ξεπερνούσαν τα αυστηρά προλεταριακά προβλήματα και δεν εστίαζαν απαραίτητα σε συνδικαλιστικές μορφές οργάνωσης. Οι οργανώσεις τους, στην πραγματικότητα, ήταν ριζωμένες στις κοινότητες στις οποίες ζούσαν.
Τώρα μόλις αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε, όπως έχω τονίσει σε γραπτά μου όλα αυτά τα χρόνια και όπως ο Manuel Castells (1983) έχει δείξει εμπειρικά, ότι πολλά ριζοσπαστικά εργατικά κινήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό αστικά φαινόμενα, ριζωμένα σε συγκεκριμένες γειτονιές στο Παρίσι, στην Πετρούπολη και τη Βαρκελώνη, καθώς και σε μικρές πόλεις και χωριά που σχημάτισαν τα πεδία όχι μόνο των ταξικών συγκρούσεων, αλλά και αστικών ή κοινοτικών αναταραχών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καταπιεσμένοι και δυσαρεστημένοι πολίτες έδρασαν σε απάντηση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν όχι μόνο ως οικονομικές μονάδες, αλλά και ως κοινοτικές οντότητες. Οι γειτονιές τους, οι πόλεις τους και τα χωριά, με τη σειρά τους, αποτέλεσαν ζωτικές πηγές υποστήριξης για τους αγώνες τους ενάντια σε ένα ευρύ φάσμα καταπιεστικών συνθηκών που γενικεύτηκε πιο εύκολα και εξελίχθηκε σε ευρεία κοινωνικά κινήματα των οποίων η οπτική ήταν πιο ανοιχτή από αυτή των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με τα μαγαζιά και τα εργοστάσια τους. Δεν ήταν μόνο το εργοστάσιο ή το εργαστήριο οι τόποι όπου οι ριζοσπαστικές αξίες και πλατιά κοινωνικά ιδανικά καλλιεργήθηκαν, αλλά και σε κοινοτικά κέντρα του ενός ή του άλλου είδους, ακόμα και σε δημαρχεία, όπως άλλωστε δείχνει κι η ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871 με τόση σαφήνεια. Η μαζική κινητοποίηση ενάντια στην τσαρική καταπίεση δεν έλαβε χώρα μόνο μέσα στα εργοστάσια της Πετρούπολης, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή του Vyborg [της Πετρούπολης].
Ομοίως, η Ισπανική Επανάσταση γεννήθηκε όχι μόνο στις βιοτεχνίες κλωστοϋφαντουργείας και τα εργοστάσια της Βαρκελώνης αλλά και στις γειτονιές της πόλης, όπου οι εργάτες καθώς και όσοι δεν εργάζονταν, έστησαν οδοφράγματα, απέκτησαν τα όπλα που μπορούσαν, προειδοποίησαν τους συμπολίτες τους σχετικά με τους κινδύνους που έθετε η στρατιωτικη εξέγερση, λειτούργησαν συλλογικά σε ότι έχει να κάνει με τα εφόδια αλλά και την επιτήρηση για πιθανούς αντεπαναστάτες, και προσπάθησαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ανάπηρων και ηλικιωμένων μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας σύγχρονης πόλης και λιμανιού. Ο Gaston Leval αφιερώνει ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου του, που ονομάζεται «Πόλεις και μεμονωμένα επιτεύγματα» σε μια πολιτειακή μορφή «κοινωνικοποίησης» που, κατά τα λεγόμενά του, θα πρέπει να αποκαλούμε κοινοτισμό, και που θα μπορούσε επίσης να ονομαστεί κομμουναλισμός, τις ρίζες του οποίου βρίσκουμε στις ισπανικές παραδόσεις που είχαν απομείνει ζωντανές… Η πολιτειακή αυτή μορφή χαρακτηρίζεται απ’ τον κυρίαρχο ρόλο της πόλης, της κοινότητας, του δήμου, δηλαδη από την επικράτηση της τοπικής οργάνωσης που συνολικά αγκαλιάζει την πόλη(Laval, 1975, σ.279). Αυτό το είδος αναρχικής οργάνωσης με κανένα τρόπο δεν είναι μοναδικό στην Ισπανία. Αντιθέτως, είναι μέρος της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης που περιέγραψα προηγουμένως, και το οποίο έχει λάβει, πρέπει να τονίσω, ελάχιστη αναγνωριση από την εμφάνιση του συνδικαλισμού κι έπειτα.
Ο αναρχισμός, στην πραγματικότητα, δεν βοηθήθηκε από τις μορφές του συνδικαλισμού που μετατόπισαν το κέντρο βάρους τους από την κοινότητα στο εργοστάσιο και από τις ηθικές αξίες σε άλλες, οικονομικής φύσεως. Στο παρελθόν, αυτό που έδωσε «ηθικό τόνο» στον αναρχισμό – και στο οποίο πολύ συχνά οι «πρακτικοί» ακριβιστές στα σωματεία αντιστάθηκαν- ήταν αυτό ακριβώς το ενδιαφέρον για ένα κομμουνισμό δομημένο γύρω από πολιτικές συνομοσπονδίες και αιτήματα για ελευθερία, ως τέτοια, όχι απλά για οικονομική δημοκρατία με τη μορφή του εργατικού ελέγχου. Προ-συνδικαλιστικές μορφές του αναρχισμού ασχολούνταν με την ανθρώπινη απελευθέρωση, με τα συμφέροντα του προλεταριάτου να μην έχουν παραμεληθεί αλλά να έχουν συγχωνευθεί σ’ ένα γενικευμένο κοινωνικό πρόταγμα που κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα αναγκών, ανησυχιών και προβλημάτων. Τελικά η ικανοποίηση και η επίλυση αυτών των αναγκών, των ανησυχιών και των προβλημάτων θα μπορούσαν να λυθούν μόνο στην κοινότητα, όχι σε ένα μέρος της, όπως η φάμπρικα, το εργαστήριο, ή το αγρόκτημα.
Στο βαθμό που οι αναρχικοί πίστευαν πως μια ελεύθερη κοινωνία θα είναι μη ιεραρχική, όπως και αταξική, ήλπιζαν πως τα εξειδικευμένα συμφέροντα θα έδιναν τη θέση τους στα συμφέροντα της κοινότητας και της περιφέρειας – ή και στην ίδια την κατάργηση της έννοιας “συμφέρον” – βάζοντας όλα τα προβλήματα της κοινότητας και της συνομοσπονδιοποιημένης περιοχής σε μια κοινή ατζέντα καθηκότων. Η ατζέντα αυτή θ’ αποτελούσε το κύριο μέλημα όλων συνολικά των ανθρώπων σε μία άμεση,«πρόσωπο-με-πρόσωπο», δημοκρατία. Οι εργαζόμενοι, οι καλλιεργητές, οι επαγγελματίες, και οι τεχνικοί, συνολικά όλοι οι άνθρωποι, δεν θα έπρεπε πια να βλέπουν τους εαυτούς τους ως μέλη συγκεκριμένων τάξεων, επαγγελματικών ομάδων ή ομάδων που τους ενώνουν κοινά στοιχεία [τρόπος ζωής, κύρος, τιμή]. Θα έπρεπε να γίνουν πολίτες μιας κοινότητας, που ασχολείται όχι με την επίλυση μεμονωμένων και αντικρουόμενων συμφερόντων, αλλά μ’ έναν κοινό, γενικό, ανθρώπινο φορέα μέριμνας.
Είναι αυτό το είδος του ηθικού οράματος για μιανέα κοινωνία που καθιστά το σύγχρονο αναρχισμό τόσο επίκαιρο, όσο καμία άλλη μορφή κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού κινήματος τα τελευταία χρόνια. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τη χειραφέτηση και την κοινότητα αναφέρεται στα διαταξικά προβλήματα του φύλου, της ηλικίας, της εθνικότητας και της καταπίεσης της ιεραρχίας- των οποίων η έκταση φτάνει πέρα από τη διάλυση της ταξικά δομημένης οικονομίας. Τα προβλήματα αυτά μπορούν να επιλυθούν από μια πραγματικά ηθική κοινωνία στην οποία η εναρμόνιση των ανθρώπων μεταξύ τους οδηγεί επίσης στην εναρμόνιση της ανθρωπότητας με το φυσικό κόσμο. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό το όραμα πιστεύω πως θα ήταν κατώτερο των δυνατοτήτων της ανθρωπότητας να λειτουργήσει ως ένας λογικός, δημιουργικός και απελευθερωτικός παράγοντας τόσο στην κοινωνική όσο και τη φυσική ιστορία. Σε πολλά βιβλία και δοκίμια, έχω εκφράσει αυτή την ευρεία αντίληψη της αυτο-πραγμάτωσης της ανθρωπότητας σε αυτό που θεωρώ ότι αποτελεί ένα εποικοδομητικό όραμα της αναρχίας: μια αμεσοδημοκρατική, ανθρώπινης κλίμακας, συνομοσπονδιακή, οικολογικά προσανατολισμένη και κομμουνιστική κοινωνία.
Η διαιώνιση της ιστορικής μετατόπισης του αναρχισμού από μια, ως επί τω πλείστον, ηθική μορφή σοσιαλισμού (στην πιο γενική έννοια του όρου) στον αναρχο-συνδικαλισμό -σε μια κατά πολύ οικονομίστικη μορφή σοσιαλισμού, που συχνά θέτει τη δομή του εργοστασίου ως βάση του- θα ήταν κατά την άποψή μου πολύ οπισθοδρομική. Πολλές από τις, σε μεγάλο βαθμό, συνδικαλιστικές τάσεις στην Ισπανία και αλλού, που δηλώνουν πως πιστεύουν σε μια ελευθεριακή κομμουνιστική κοινωνία, δε δίστασαν να δανειστούν μεθόδους και ανήθικες μορφές συμπεριφοράς από την ίδια την καπιταλιστική οικονομία. Η οικονομίστικη νοοτροπία των λεγόμενων «πρακτικών» και «ρεαλιστών», που προφανώς γνώριζαν πώς να χειραγωγήσουν τους εργαζόμενους και να εκφράσουν τα πραγματιστικά τους συμφέροντα, είχαν ως αποτέλεσμα έναν αυξανόμενα αμοραλιστικό, ακόμη και ανήθικο τόνο στην ηγεσία της CNT. Αυτή η τάση φαίνεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει στο συρρικνούμενο αναρχοσυνδικαλισμό της δεκαετίας του 90•χαρακτηριστικά όπως η περιφρόνηση για διαφοροποιημένες ιδέες, το απλουστευτικό όραμα για κοινωνική αλλαγή, και μερικές φορές η απολυταρχική αξίωση της αναρχικής ιστορικής κληρονομιάς, βγαίνουν στην επιφάνεια, σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία, με μια συχνότητα που τείνει να καταστήσει τον αναρχο-συνδικαλισμό ένα μη ανεκτικό, αν όχι δυσάρεστο, κίνημα.
Κανείς, και λιγότερο απ’ όλους εγώ, δε θα ήθελε να εμποδίσει τους αναρχικούς απ’ το να εισχωρήσουν στα εργοστάσια, να μοιραστούν τα προβλήματα των εργατών, και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να τους ωθήσουν σε ελευθεριακά ιδανικά. Καλό θα ήταν, στην πραγματικότητα, αν πολλοί από αυτούς συνέχιζαν με τις δικές τους «ρεαλιστικά προσανατολισμένες» ιδέες, συμμετέχοντας παράλληλα στις ζωές των προλετάριων που τείνουν να υποστασιάζουν. Αυτό που αμφισβητώ είναι ο απατηλός ισχυρισμός ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός αποτελεί το σύνολο της αναρχικής σκέψης και πρακτικής, ότι είναι η «μόνη» ιδεολογία που «μπορεί να δημιουργεί σχέσεις μεταξύ αναρχικών ιδεών και εγαζομένων», ότι κηρύττει ένα δόγμα «προλεταριακής ηγεμονίας», παρά τις επανειλημμένες μεγάλου βεληνεκούς αποτυχίες ακόμα και μαζικών συνδικαλιστικών κινημάτων και τις συνεχείς στρεβλώσεις της συνδικαλιστικής ιστορίας. Παρά τους ισχυρισμούς του Helmut Rüdiger, το προλεταριάτο δεν αποτελεί «το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού». Αντιθέτως, ως αποτέλεσμα των αλλαγών στις παραγωγικές και οργανωτικές μορφές του σύγχρονου καπιταλισμού, το προλεταριάτο των εργοστασίων μειώνεται δραστικά σε αριθμούς σήμερα, και το μέλλον των εργοστασίων με μεγάλο εργατικό δυναμικό είναι μετέωρο. Σίγουρα η Ισπανία σήμερα, όπως και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος, μοιάζει ελάχιστα με αυτό που ήταν στις αρχές του εικοστού αιώνα – ακόμη και μ’ αυτό που εγώ προσωπικά είδα στην Ισπανία πριν από ένα τέταρτο του αιώνα. Ευρύτατες τεχνολογικές επαναστάσεις και μεγάλες πολιτιστικές αλλαγές – που έχουν ως αποτέλεσμα οι πρώηνεργάτες με ταξική συνείδηση τώρα να ταυτίζονται με τη «μεσαία τάξη» – έχουν μετατρέψει τον αναρχο-συνδικαλισμό σε ένα φάντασμα του παλιού του εαυτού. Στο βαθμό που αυτό το φάντασμα αξιώνει ν’ αποτελεί το σύνολο του αναρχισμού, είναι εντελώς ανίκανο να ασχολείται με κοινωνικά ζητήματα που ήταν συγκαλυμμένα ακόμη και σε περασμένες εποχές, όταν η δέσμευση στον «προλεταριακό σοσιαλισμό» ήταν το σημαντικό χαρακτηριστικό των ριζοσπαστικών κινημάτων.
Στην πραγματικότητα, οι εργάτες πάντα ήταν κάτι περισσότερο από απλοί προλετάριοι. Όσο και να τους απασχολούσαν τα ζητήματα του εργοστασίου, οι εργάτες είναι την ίδια στιγμή και γονείς που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους, άνδρες και γυναίκες, που ενδιαφέρονται για την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και την ανάπτυξη τους ως ανθρώπινα όντα, γείτονες που νοιάζονται για την κοινότητά τους και άνθρωποι με ενσυναίσθηση που ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη, τα δικαιώματα του πολίτη και την ελευθερία. Σήμερα, πέρα από αυτά τα μη οικονομικά ζητήματα, έχουν κάθε λόγο ν’ ανησυχούν και για τα οικολογικά προβλήματα, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των γυναικών, τη δική τους απώλεια πολιτικής και κοινωνικής δύναμης, καθώς και την ενδυνάμωση του συγκεντρωτικού κράτους – προβλήματα που δεν είναι αποκλειστικά μιας συγκεκριμένης τάξης και που δεν μπορούν να επιλυθούν μέσα στους τοίχους των εργοστασίων.Θα πρέπει σήμερα, θεωρώ, να είναι ζήτημα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους αναρχικούς να βοηθήσουν τους εργάτες ν’ αποκτήσουν πλήρη επίγνωση όχι μόνο των ανησυχιών τους ως οικονομική τάξη, αλλά και των ευρύτερων ανθρώπινων ανησυχιών των εν δυνάμει πολιτών μιας ελεύθερης και οικολογικής κοινωνίας. Ο «εξανθρωπισμός» της εργατικής τάξης, όπως και κάθε άλλου τμήματος του πληθυσμού, εξαρτάται ζωτικά από την ικανότητα των εργαζομένων να αναιρέσουν την «εργατοσύνη» τους και να ανυψώσουν τον εαυτό τους πέρα από την ταξική συνείδηση και το ταξικό συμφέρον, σε μια κοινωνική συνείδηση, ως ελεύθεροι πολίτες που μόνοι μπορούν να εγκαθιδρύσουν μια μελλοντική ηθική, ορθολογική και οικολογική κοινωνία.
Όσο «πρακτικός» και «ρεαλιστικός» μπορεί να φαίνεται ο αναρχο-συνδικαλισμός, αντιπροσωπεύει κατά την άποψή μου, μια αρχαϊκή ιδεολογία ριζωμένη σε μια στενά οικονομίστικη αντίληψη του αστικού συμφέροντος, πράγματι, ενός συμφέροντος που εκφράζει ένα μόνο συγκεκριμένο τομέα. Στηρίζεται στην επιμονή σε κοινωνικές δυνάμεις, όπως το εργοστασιακό σύστημα και η παραδοσιακή ταξική συνείδηση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μειώνονται ριζικά στον Ευρω-Αμερικανικό κόσμο σε μια εποχή ακαθόριστων κοινωνικών σχέσεων και διευρυμένων όσο ποτέ κοινωνικών ανησυχιών. Ευρύτερα ζητήματα και κινήσεις βρίσκονται τώρα στον ορίζοντα της σύγχρονης κοινωνίας που, ενώ πρέπει απαραιτήτως να συμπεριλάβουν τους εργάτες, απαιτούν μια προσέγγιση που ξεπερνά το εργοστάσιο, τα εργατικά συνδικάτα, καιτον προλεταριακό προσανατολισμό.
Σημειώσεις
[5] Μιλώ για την «Ανδαλουσιανή προσέγγιση» του Brenan, λόγω της έντονης τάσης του να υπερεκτιμά τον «πριμιτιβισμό» του ισπανικού αναρχισμού ως ένα αγροτικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, ο Ισπανικός αναρχισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός περισσότερο ήταν ριζωμένα στην ύπαιθρο (κυρίως από τη δεκαετία του 1930) και τα περισσότερα μέλη του προέρχονταν από το βορειοανατολικό τμήμα της Ισπανίας απ’ ότι στο νότο.
[6]Η αποκρουστική ώθηση της συνδικαλιστικής ηγεσίας της CNT στην κατεύθυνση μιας εικονικά αυταρχικής οργάνωσης- ή αυτού που ο Abad de Santillán αποκάλεσε «η Κομμουνιστική γραμμή» (όπως σημειώθηκε απ’τον Peiras) στις πολιτικές όσο και στη δομή– κάνουν πιο δραματική απ’ όσο μπορώ να περιγράψω την πρόβλεψη του Μαλατέστα και την αστάθεια της οργάνωσης όσον αφορά τη δεσμευση της στον «ελευθεριακό κομμουνισμό».
[7] Βλ. τη συνέντευξη του Fraser με τον Pons Prado στο Blood of Spain (σ. 223). Επίσης, στο σημείο αυτό βασίζω τα λεγόμενά μου στις συνεντεύξεις μου με τον Peirats στην Τουλούζη και με τον Leval στο Παρίσι, τον Σεπτέμβρη του 1967.
[8] Κατά τα άλλα, το βιβλίο Borkenau αξίζει πολύ λιγότερο, ιδίως όταν ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο ισπανικός αναρχισμός υπήρξε το υποκατάστατο του Ισπανικού Ρεφορμισμού και ότι το κίνημα ήταν από τη φύση του εξ ολοκλήρου μιλεναριστικό.

Βιβλιογραφία
Abad de Santillán, Diego 1940. Por qué perdimos la guerra. Buenos Aires, Imán
Abad de Santillán, Diego 1937. After the Revolution. New York, Greenberg
Bakunin, Michael 1870. “Representative government and universal suffrage”. In Bakunin on Anarchy, ed. Sam Dolgoff, pp. 218–24. New York, Alfred A. Knopf, 1972
Bakunin, Michael 1866. “Revolutionary catechism”. In Bakunin on Anarchy, ed. Sam Dolgoff, pp. 76–97. New York, Alfred A. Knopf, 1972
Bookchin, Murray 1969, 1971. “Listen, marxist!” In Post-Scarcity Anarchism. Montreal, Black Rose Books
Bookchin, Murray 1977. The Spanish Anarchists. New York, Free Life Editions (republication forthcoming by A.K. Press, Stirling, Scotland)
Bookchin, Murray n.d. The Third Revolution: Popular Movements in the Revolutionary Era (1525–1939). Unpublished manuscript
Borkenau, Franz 1962. World Communism. Ann Arbor, Mich., University of Michigan Press
Brenan, Gerald 1943. The Spanish Labyrinth. Cambridge, Cambridge University Press
Castells, Manuel 1983. The City and the Grassroots: A Cross-Cultural Theory of Urban Social Movements. Berkeley and Los Angeles: University of California Press.
Fraser, Ronald 1984. “The popular experience of war and revolution 1936–38”. In Revolution and War in Spain, 1931–39, ed. Paul Preston. London and New York, Methuen
Fraser, Ronald 1979. Blood of Spain: An Oral History of the Spanish Civil War. New York, Pantheon Books
Goldman, Emma 1931. Living My Life. New York, Alfred A. Knopf
Granada Films. n.d. “Inside the Revolution,” part 5 of The Spanish Civil War.
Hyams, Edward 1979. Pierre-Joseph Proudhon: His Revolutionary Life, Mind and Works. London, John Murray
Kropotkin, Peter 1905. Anarchism. Entry from The Encyclopaedia Britannica. In Kropotkin’s Revolutionary Pamphlets: A Collection of Writings by Peter Kropotkin, ed. Roger N. Baldwin. New York, Vanguard Press, 1927; Dover Publications, 1970
Kropotkin, Peter 1913. “Modern science and anarchism”. In Kropotkin’s Revolutionary Pamphlets: A Collection of Writings by Peter Kropotkin, ed. Roger N. Baldwin. New York, Vanguard Press, 1927; Dover Publications, 1970
Leval, Gaston 1975. Collectives in the Spanish Revolution. Trans. Vernon Richards. London, Freedom Press
Magón, Ricardo Flores 1977. Land and Liberty: Anarchist Influences in the Mexican Revolution, ed. David Poole. Sanday, Orkney Islands, Cienfuegos Press
Malatesta, Errico 1922. In Umanità Nova, April 6. Reprinted in Errico Malatesta: His Life and Ideas, ed. Vernon Richards, pp. 116–19. London, Freedom Press, 1965
Malefakis, Edward E. 1970. Agrarian Reforms and Peasant Revolution in Spain. New Haven, Yale University Press
Marx, Karl 1906. Capital. Chicago, Charles H. Kerr & Co.
Peirats, Jose n.d. Anarchists in the Spanish Revolution (English translation of Los anarquistas en la crisis politica española, 1964). Toronto, Solidarity Books
Proudhon, Pierre-Joseph 1863. The Principle of Federation. Reprinted by Toronto, University of Toronto Press, 1969
Rüdiger, Helmut 1949. Über Proudhon, Syndikalismus und Anarchismus. In Anarchismus Heute: Positionen, ed. Hans-Jürgen Degen. Verlag Schwarzer Nachtschatten, 1991
Stearns, Peter 1971. Revolutionary Syndicalism and French Labor: A Cause Without Rebels. New Brunswick, N.J., Rutgers University Press
Woodcock, George 1962. Anarchism: A History of Libertarian Ideas and Movements. New York, World Publishing Co.
ΠΗΓΗ:eagainst.com