Σελίδες

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Ο χριστιανισμός και η ιδιοκτησία

Χριστιανισμός, δουλεία και ιδιοκτησία


http://www.aformi.gr/Του GEM DE Ste. Croix
Με την ευκαιρία του χριστιανικού Πάσχα (…που πέρασε!) το aformi  δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005. Σε αυτό ο Croix καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι δήθεν ο χριστιανισμός επέφερε καλυτέρευση της θέσης των δούλων. Και ακόμα παρουσιάζει τις θέσεις των πατέρων της εκκλησίας για την ιδιοκτησία.


Σε αυτό το σημείο, πριν προχωρήσω στη στάση των Πα­τέρων στο θέμα της ιδιοκτησίας, θα κάνω μια παρέκβαση και θα ασχοληθώ με τη στάση των πρώτων χριστιανών στο ειδικό πρόβλημα της δουλείας. Αυτό φυσικά αποτε­λεί εν μέρει μια πτυχή του ευρύτερου ζητήματος της ιδιο­κτησίας, διότι, στην κλασική αρχαιότητα, οι δούλοι αξιο­λογούνταν πολύ ψηλά στην κλίμακα των περιουσιακών στοιχείων που θεωρούνταν τότε απαραίτητα για την καλή διαβίωση. Η βασική διαφορά οργάνωσης ανάμεσα στην οι­κονομία του αρχαίου κόσμου και τη δική μας είναι ότι, στην αρχαιότητα, oι ιδιοκτήτριες τάξεις αντλούσαν το πλεόνα­σμα τους, που τους έδινε τη δυνατότητα να ζουν όπως ε­πιθυμούσαν, όχι από την εκμετάλλευση της ελεύθερης μισθωτής εργασίας (η οποία ήταν σχετικά σπάνια και ποτέ δεν είχε μεγάλη σημασία για την οικονομία) αλλά από την ανελεύθερη εργασία -κυρίως αυτή των αργυρώνητων δούλων, άλλα και σε κάποιο βαθμό των δουλοπάροικων (όπως οι Σπαρτιάτες είλωτες ή η πλειονότητα των πάροικων [coloni] της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) ή των υ­ποδούλων για χρέη. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος της αγρο­τικής παραγωγής και βιοτεχνίας προερχόταν από μικρούς ανεξάρτητους χωρικούς και τεχνίτες. Αλλά όποιος επιθυ­μούσε να ζήσει ως ευγενής και να έχει χρόνο για ενασχο­λήσεις όπως την πολιτική ή τη φιλοσοφία ή απλώς για μια ζωή με απολαύσεις έπρεπε να βασίζεται κυρίως στην εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων. (Δεν υπήρχε ε­ναλλακτική λύση, έκτος από την εκμίσθωση γης ή σπιτιών σε ενοικιαστές.)
Φυσικά, σε μια ταξική κοινωνία, ειδικά όταν αυτή στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εργασία των δούλων, η άρ­χουσα τάξη θα πρέπει να διατηρεί συνεχώς την απειλή της βίας, προκειμένου να εξασφαλίζει την υποταγή εκείνων εις βάρος των οποίων ζει. Οι Έλληνες, και ακόμα περισσότε­ρο οι Ρωμαίοι, ήταν ικανοί να αντιμετωπίζουν ανυπάκουους δούλους με εξαιρετική σκληρότητα. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης στη ρωμαϊκή Σύγκλητο το 61, σχετικά με το αν θα έπρεπε να εκτελεστούν μαζικά και οι 400 αστικοί δού­λοι του Πεδανίου Σεκούνδου, έπαρχου της πόλεως (praefectus urbi) ο οποίος είχε δολοφονηθεί από έναν δούλο του, ο συντηρητικός νομικός Γάιος Κάσσιος είπε στους ταραγμένους συγκλητικούς: «Δεν θα χαλιναγωγήσετε αυτόν τον όχλο παρά μόνο με τον τρόμο». Συνακόλουθα, οι δούλοι εκ­τελέστηκαν, παρά την έντονη διαμαρτυρία των απλών Ρω­μαίων, οι όποιοι διαδήλωσαν βίαια υπέρ της χαλάρωσης του βάναυσου αρχαίου νόμου — παρεμπιπτόντως ο εν λόγω νό­μος εξακολουθούσε να ισχύει στη νομοθεσία του χριστιανού αυτοκράτορα Ιουστινιανού πέντε αιώνες αργότερα. Μια άρχουσα τάξη όμως σπάνια προσπαθεί να κυβερνήσει μό­νο με τη βία- συνήθως επινοείται κάποια ιδεολογία η οποία δικαιολογεί την προνομιούχο θέση των αρχόντων και επι­ζητεί να πείσει τους αρχόμενους ότι η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων είναι δίκαιη και ορθή· ακόμη και «για το δικό τους συμφέρον».
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι επινόησαν δύο βασικούς τύ­πους φιλοσοφικής δικαιολόγησης της δουλείας. Η πρώ­τη, η περίφημη θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας», η οποία ενυπάρχει στη σκέψη του Πλάτωνα και αναπτύσσεται πλήρως από τον Αριστοτέλη, ήταν φυσική απόρροια του ιστορικού γεγονότος ότι οι περισσότεροι δούλοι στην κλα­σική περίοδο ήταν βάρβαροι — κυριολεκτικά, μη Έλληνες, άλλα ο όρος «βάρβαροι» χρησιμοποιείται συνήθως ως με­τάφραση αντίστοιχων ελληνικών και λατινικών λέξεων, καθώς είναι ιδιαίτερα βολικός, μολονότι από τεχνικής πλευ­ράς συχνά λανθασμένος. Η θεωρία του Αριστοτέλη βασι­ζόταν στην προϋπόθεση, την οποία θεωρούσε αυταπόδεικτη, ότι ορισμένοι, άνθρωποι, (περιλαμβανόμενων σχεδόν όλων των βαρβάρων) είναι δούλοι από τη φύση τους, με την έννοια ότι στην πραγματικότητα ζουν καλύτερα εάν είναι υποταγμένοι σε ένα δεσπότη: για έναν τέτοιο άνθρωπο η δουλεία είναι και ευεργετική και δίκαιη. Την ουσία της άπο­ψης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη εξέφρασε πολύ εύ­στοχα και πιο παραστατικά από τους ίδιους τους έλληνες φιλοσόφους ένας ιδιοκτήτης δούλων στη Βιρτζίνια, ο George Fitzhugh, το 1854: «Μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι με σαμάρια στην πλάτη τους και άλλοι με μπότες και σπιρού­νια για να τους καβαλούν και το καβαλίκεμα τους κάνει καλό»] (Ο Fitzhugh παρέθετε και αντέκρουε βεβαίως τα φημισμένα λόγια που είχε πει στο ικρίωμα το 1685 ο άγ­γλος ριζοσπάστης Richard Rumbold.) Σε ένα πολύ ενδια­φέρον χωρίο στα Πολιτικά, ο Αριστοτέλης συμβουλεύει να προσφερθεί σε όλους τους δούλους η ανταμοιβή της τελικής απελευθέρωσης (vii.10, 1330a 32-3): ο φιλόσοφος υπόσχε­ται να εξηγήσει τους λόγους αργότερα, άλλα δυστυχώς δεν το κάνει. Αν διαβάσουμε αυτή τη συμβουλή μαζί με προη­γούμενα χωρία που εξηγούν πως ο δούλος μπορεί να επω­φεληθεί από τη σχέση του με τον δεσπότη του, βλέπουμε ότι υπάρχει εδώ μια σχεδόν ακριβής παραλληλία, σε ατομι­κό επίπεδο, με τη θεωρία της «δουλείας υπανάπτυκτων ε­θνών», ενός από τους συνεκτικούς αρμούς στην ιδεολογία του σύγχρονου δυτικού ιμπεριαλισμού.
Ο άλλος τύπος φιλοσοφικής δικαίωσης της δουλείας, ο όποιος συνδέεται ιδιαίτερα με τους στωικούς, έχει το προη­γούμενο του σε μια δήλωση του Αριστοτέλη στα Πολι­τικά (i.6, 1255a 25-6), στην οποία ο φιλόσοφος αρνείται να αποκαλέσει δούλο τον άνθρωπο που δεν αξίζει να βρί­σκεται στη θέση του δούλου — ή, θα μπορούσαμε να πούμε, ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος που δεν αξίζει να είναι δού­λος δεν είναι «πραγματικά» δούλος. Αύτη την άποψη, και όχι τη θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας», ασπάστηκαν οι σκεπτόμενοι ιδιοκτήτες δούλων στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο. Ακόμη και πριν από τον Αριστοτέλη υπήρξαν διαμαρτυρίες εναντίον της θεωρίας της «κατά φύ­σιν δουλείας», καθώς και εναντίον της υπόθεσης ότι οι βάρβαροι είναι από τη φύση τους κατώτεροι από τους Έλληνες. Μάλιστα, η θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας» εξα­φανίζεται στην αρχαιότητα μετά την εποχή του Αριστο­τέλη και, όταν επανεμφανίζεται, εφαρμόζεται πρωτίστως σε λαούς και όχι σε άτομα. Οι διατυπώσεις αυτές είναι κάποτε ρητορικές, όπως όταν ο Κικέρων στιγματίζει τους Ιουδαίους και τους Σύρους ως «λαούς γεννημένους για τη δουλεία» (Deprovinciis consularibus 10-Γιά τις επαρχίες των τέως υπάτων), άλλα και όταν ένας ομιλητής στο διά­λογο του Κικέρωνα De republica — Περί πολιτείας (iii.25/ 37) δηλώνει πολύ σοβαρά ότι ένα έθνος μπορεί να επωφε­ληθεί ευρισκόμενο σε κατάσταση απόλυτης πολιτικής υπο­ταγής (servitus) σε κάποιο άλλο. Πάντως υπήρξε κάποια μακρινή άλλα ισχυρή απήχηση της θεωρίας της «κατά φύσιν δουλείας» σε πολύ μεταγενέστερες περιόδους, όταν έ­παιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη χριστιανική Ισπα­νία, στη διαμάχη που αφορούσε το δίκαιο της υποδούλωσης των νέγρων και των Ινδιάνων της Καραϊβικής και της κεν­τρικής άλλα και νότιας Αμερικής, από τον 15ο αιώνα και μετά. Στη μεγάλη διαμάχη της όποιας ηγήθηκε ο Κάρολος ο Ε’ στο Βαγιαδολίδ το 1550, προκειμένου να αποφασιστεί αν οι χριστιανοί Ισπανοί μπορούσαν δίκαια να διεξαγάγουν πόλεμο εναντίον των Ινδιάνων και να τους υποδουλώσουν πριν ακόμη κηρύξουν σε αυτούς την πίστη, το δόγμα του Αριστοτέλη έγινε δεκτό καταρχήν και από τους δύο βασι­κούς εριζόμενους: τον σπουδαίο μελετητή Χουάν Χινές δε Σεπουλβεδα και τον φραγκισκανό αδελφό Βαρθολομαίο δε Λάς Κάσας. (To βασικό βιβλίο σε αγγλική γλώσσα πάνω στο όποιο στηρίζομαι σχετικά με αυτό το ζήτημα φέρει τον θαυμάσιο τίτλο Aristotle and the American Indians.) To κύ­ριο σημείο διαφωνίας, όπως φαίνεται, ήταν απλώς το πραγ­ματολογικό ερώτημα εάν οι Ινδιάνοι ήταν ή όχι «φύσει δού­λοι»· δεν ετίθετο καν ζήτημα για τους νέγρους.
Από την ελληνιστική περίοδο και μετά, η ελληνική και ρωμαϊκή σκέψη αναφορικά με το ζήτημα της δουλείας, χω­ρίς εξαίρεση, δίνει μια σειρά από στερεότυπες παραλλαγές του ίδιου θέματος: ότι το καθεστώς της δουλείας —όπως η πενία και ο πόλεμος, ή η ελευθερία, ο πλούτος και η ει­ρήνη— είναι αποτέλεσμα της Τύχης και όχι της Φύσης, και ότι είναι ένα θέμα αδιάφορο που επηρεάζει μόνο την εξωτερική πραγματικότητα· ότι οι καλοί και σοφοί άνθρω­ποι δεν είναι ποτέ «πραγματικά» δούλοι, ακόμη και αν συμ­βαίνει να βρίσκονται υποδουλωμένοι, άλλα είναι «πραγ­ματικά» ελεύθεροι· ότι ο κακός άνθρωπος είναι «στην πραγ­ματικότητα» δούλος, επειδή είναι δούλος των παθών του — θαυμάσια βολικά δόγματα για τους ιδιοκτήτες δούλων. (Υποθέτω ότι τέτοιες λιτές φιλοσοφικές έννοιες παρέχουν μεγαλύτερη βοήθεια στην αποδοχή της ελευθερίας, του πλούτου και της ειρήνης, παρά της δουλείας, της φτώχειας και του πολέμου.) Βρίσκουμε ευφυείς αναπτύξεις διαφό­ρων επιμέρους θεμάτων της καθιερωμένης άποψης που μό­λις περιέγραψα, και φυσικά κάποιοι συγγραφείς τονίζουν τη μία πλευρά της, άλλοι την άλλη· υπάρχει ωστόσο μια γενική πληκτική ομοιότητα αντιλήψεων. Νομίζω ότι ο δέ­κατος τέταρτος λόγος του Δίωνα Χρυσόστομου είναι το πιο διασκεδαστικό παράδειγμα αυτού του είδους διεστραμμένης ευφυΐας που γνωρίζω.
Λέγεται συχνά ότι ο χριστιανισμός εισήγαγε μια εντελώς νέα και καλύτερη στάση απέναντι στη δουλεία. Τίπο­τε δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένο: ο Ιησούς δέ­χτηκε τη δουλεία ως δεδομένη του περιβάλλοντος του, όπως ακριβώς γίνεται δεκτή και στην Παλαιά Διαθήκη, και οι οπαδοί του δέχτηκαν και υιοθέτησαν την κυρίαρχη ελληνορωμαϊκή άποψη που μόλις περιέγραψα. Παρατίθε­ται συχνά το έξης εδάφιο από την Προς Κολοσσαείς επι­στολή του Παύλου (3:11): ουκ ενι Έλλην και ‘Ιουδαίος, περιτομή και άκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ε­λεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστος. Η ση­μασία του γίνεται καλύτερα κατανοητή στο φως ενός εδα­φίου από την Προς Γαλατάς επιστολή (3:28): ουκ ενι ‘Ιου­δαίος ουδέ Έλλην, ουκ ενι δούλος ουδέ ελεύθερος, ούκ ενι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού. Το «δεν υπάρχει ούτε δούλος ούτε ελεύθερος» έχει ακριβώς το ίδιο νόημα που έχει και το «δεν υπάρχει ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό»: αυτές οι δηλώσεις ισχύουν μόνο με μια αυστηρά πνευματική σημασία- η ισότητα υπάρχει «στα μάτια του Θεού» και δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή πραγματικότητα. Δεν θεωρείται αναγκαίο να αλλάξει η διάκριση μεταξύ δεσπότη και δούλου σε αυτό τον κόσμο, περισσότερο από ό,τι η διάκριση μεταξύ αρσε­νικού και θηλυκού. Κατά τον απόστολο Παύλο, ο Ιησούς ελευθέρωσε όλους τους πιστούς του — από τη σάρκα και τα έργα της. Η προτροπή προς τον χριστιανό δούλο να θεωρεί τον εαυτό του «απελεύθερο του Χρίστου» (με τον ίδιο τρόπο που ένας ελεύθερος χριστιανός είναι δούλος Χρι­στού, Προς Κορινθίους Α’ 7:22) πιθανότατα του έδινε πο­λύ μεγαλύτερη πνευματική ανακούφιση από αυτή που θα μπορούσε να βρει ο εθνικός δούλος στη γνωστή φιλοσοφική άποψη ότι, αν ήταν καλός άνθρωπος, ήταν «στην πραγμα­τικότητα» ήδη ελεύθερος- βασικά όμως επρόκειτο για την ιδία άποψη. Κι αν οι χριστιανοί δεσπότες καλούνταν με συν­τομία (με τον ίδιο τρόπο που καλούνταν οι δεσπότες από φιλοσοφούντες εθνικούς) να μεταχειρίζονται δίκαια τους δούλους τους, ο ζυγός της δουλείας γινόταν ακόμη πιο βαρύς για τους χριστιανούς δούλους, καθώς η έμφαση στην υπακοή στους δεσπότες τους καθίσταται ακόμα πιο απόλυ­τη. Μερικές φράσεις στις επιστολές του Παύλου, όπως αυτή στην Προς Εφεσίους επιστολή (6:5) που προτρέπει τους δούλους να υπακούουν τους δεσπότες τους μετά φόβου και τρόμου εν άπλότητι της καρδίας υμών ως τω Χριστώ (όπως υπακούουν τον Χριστό), είχαν ιδιάζουσες συνέπειες, οι όποιες έγιναν φανερές σε δύο μετα-αποστολικά έργα, την Επιστολή Βαρνάβα (19:7) και τη Διδαχή (4:11): ξε­κάθαρα λένε στο δούλο ότι θα πρέπει να υπηρετεί το δεσπότη του ως τύπω Θεού εν αισχύνη και φόβω. Δεν γνωρίζω κείμενο στη φιλολογία των εθνικών που να φθά­νει σε τέτοιο σημείο. Κατά συνέπεια, ό,τι κι αν σκέφτεται ένας θεολόγος για τη διακήρυξη ότι ο χριστιανισμός ελευ­θέρωσε την ψυχή των δούλων, για τον Ιστορικό είναι αναν­τίρρητο ότι έσφιξε τα δεσμά πιο δυνατά στα πόδια τους. Επιτελούσε την ίδια κοινωνική λειτουργία με τις διαδεδομένες φιλοσοφίες του ελληνικού κόσμου, και ίσως με βαθύ­τερες συνέπειες: έκανε το δούλο να αισθάνεται συγχρόνως ευχαριστημένος υπομένοντας την επίγεια μοίρα του, καθώς και πιο πειθήνιο και υπάκουο. Ο Ιγνάτιος, στην Προς Πολύκαρπον επιστολή του (4:3), δηλώνει με έμφαση ότι δεν θα έπρεπε ούτε να περιφρονούν τους χριστιανούς δού­λους ούτε «να τους φουσκώνουν τα μυαλά» (μή φυσιούσθωσαν) · πως θα έπρεπε να δουλεύουν περισσότερο, εις δόξαν Θεού- επίσης, ότι «δεν θα έπρεπε να επιθυμούν να ε­λευθερωθούν με έξοδα του κοινού ταμείου, μήπως τυχόν γίνουν δούλοι της επιθυμίας» (ίνα μή δούλοι ευρεθώσιν επιθυμίας). (Ομολογώ ότι βρίσκω την τελευταία φράση κάπως ανακόλουθη. Επίσης, αδυνατώ να καταλάβω πως ένας ακόμη πιο εντατικός ρυθμός εργασίας από την πλευρά του δούλου μπορεί να αυξήσει τη δόξα του Θεού.) Ο πέμ­πτος κανόνας της Συνόδου της Ελβίρας, στο τέλος του τρί­του ή στις αρχές του τέταρτου αιώνα, τιμωρούσε μόλις με επτά χρόνια αφορισμό το θανατηφόρο εκ προθέσεως μα­στίγωμα μιας δούλης από τη δέσποινα της — ίσως της δούλης που είχε γίνει αντικείμενο ερωτικού ενδιαφέροντος του συζύγου της γυναίκας. Επίσης, φαίνεται ότι, τουλάχι­στον ορισμένες εκκλησίες, αρνήθηκαν το βάπτισμα σε δού­λο χωρίς τη συγκατάθεση του δεσπότη του — στην αρχή ίσως μόνο αν ήταν χριστιανός, αλλά αργότερα ακόμη και αν ήταν εθνικός. Κατά την άποψη μου, μια τέτοια θυσία της αθάνατης ψυχής ενός υποψήφιου χριστιανού δούλου στα δικαιώματα περιουσίας του δεσπότη είναι αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές.
Η κατάσταση δεν άλλαξε καθόλου όταν ο χριστιανισμός κατέλαβε την εξουσία τον τέταρτο αιώνα, και η ‘Εκκλη­σία ανέλαβε ρόλο ακόμη και στη δημόσια ζωή της Ρω­μαϊκής Αυτοκρατορίας από τον τέταρτο αιώνα και στο έξης. Τη σύζευξη Εκκλησίας και κράτους μπορώ να τη συγκρί­νω, από πλευράς λειτουργικότητας, μόνο με αυτό που ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ αποκάλεσε «στρατιωτικό-βιομη­χανικό σύμπλεγμα» στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Ο Αυγουστίνος τουλάχιστον παραδέχτηκε ότι η δουλεία ή­ταν καθεαυτή ένα κακό- άλλα με αυτή την εξαιρετική, διεστραμμένη ευφυΐα του, η οποία ποτέ δεν σταματά να εκ­πλήσσει, τη θεώρησε ως τιμωρία του Θεού στην ανθρωπό­τητα για την αμαρτία του Αδάμ. (Δεν σκέφτηκε ότι ίσως ήταν βλασφημία να αποδώσει σε μια δίκαιη θεότητα μια τέτοια τυφλή μέθοδο συλλογικής τιμωρίας.) Έτσι, υ­ποθέτοντας ότι «δίκαια το φορτίο της δουλείας τιμώρησε την παράβαση του θείου νόμου», ο Αυγουστίνος παρουσία­σε τη δουλεία ως θεϊκά εντεταλμένη και έδωσε στο θεσμό ακόμη πιο ισχυρή νομιμοποίηση από όση είχε λάβει ποτέ από διανοητές της προχριστιανικής περιόδου, από την ε­ποχή που εμφανίστηκαν oι θεωρίες της «κατά φύσιν δου­λείας». Πράγματι, ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος έφτα­σαν στο σημείο να σκεφτούν ότι η δουλεία μπορούσε να εί­ναι, για το καλό του δούλου, μια παιδευτική μορφή βελτίω­σης, ακόμη και μια ευλογία -διότι, όπως το έθεσε ο Αμ­βρόσιος, «όσο ταπεινότερη είναι η θέση στη ζωή τόσο εξυ­ψώνεται η αρετή». Δεν μπόρεσα να βρω σε κανέναν πρώ­ιμο χριστιανό συγγραφέα κανενός είδους απαίτηση για κα­τάργηση της δουλείας, ή έστω για μια γενική απελευθέ­ρωση των δούλων εκείνης της συγκεκριμένης εποχής. Το πλησιέστερο που γνωρίζω είναι ένας από τους Ύμνους εις την Γέννησιν (διασώζονται μόνο στα συριακά) του Εφραίμ, από τη Νίσιβη και την Έδεσσα της Μεσοποταμίας: εδώ ο Εφραίμ παρουσιάζει τη Μαρία να λέει: «Ο άνθρωπος που έχει στην ιδιοκτησία του έναν δούλο οφείλει να τον απε­λευθερώσει». Αμέσως μετά όμως συμπληρώνει: «ώστε να έλθει και να υπηρετήσει τον Κύριο του». Επίσης, σε έναν από τους ‘Ύμνους εις τα ‘Επιφάνια, ο Έφραίμ καθί­στα σαφές ότι στα μάτια του ο δούλος και ο ελεύθερος άν­θρωπος εξισώνονται μέσω της βάπτισης — η καθιερωμένη χριστιανική άποψη. Δεν μπόρεσα έξαλλου να ανακαλύ­ψω καμία επίθεση στο θεσμό της δουλείας σε έργα αιρετι­κών, ανάλογη με την επίθεση των πελαγιανών στα πλού­τη, την οποία θα αναφέρω αμέσως παρακάτω. Τουλάχι­στον δύο σύγχρονοι μελετητές του χριστιανισμού, ο C. J. Cadoux και ο R. Μ. Grant, έχουν δηλώσει ότι οι γνωστικές Πράξεις Θωμά επιτίθενται σε αυτόν καθαυτόν το θεσμό της δουλείας, με το αιτιολογικό ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον τού Θεού. Δεν βλέπω τίποτε τέτοιο στο κεί­μενο, παρά μόνο μια έκφραση συμπάθειας για τους δούλους, τους οποίους οι δεσπότες φορτώνουν με βάρη σαν να είναι κτήνη και αρνούνται να τους φερθούν σαν να είναι άνθρωποι όπως αυτοί οι ίδιοι.
Στους ρωμαίους νομομαθείς (προφανώς όλοι τους εθνικοί), από τον δεύτερο ή τον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα μέχρι τον έκτο, μερικές φορές απαντάτε η παραδοχή ότι η δουλεία ήταν «contra naturam, iuri naturali contraria». (Πράγματι, φαίνεται ότι η δουλεία θεωρούνταν, από μερι­κούς τουλάχιστον νομομαθείς, ως το μοναδικό χαρακτηρι­στικό του ius gentium —του δικαίου των εθνών— που δεν α­ποτελούσε μέρος του ius naturale — του φυσικού δικαίου.) Αυτός είναι ένας τρόπος σκέψης που ανάγεται στους ανώ­νυμους διανοητές του πέμπτου ή του τέταρτου αιώνα π.Χ., οι όποιοι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είχαν δια­κηρύξει ότι η δουλεία, επειδή βασιζόταν στη βία, ήταν αν­τίθετη με τη φύση και λάθος —όχι απλώς ου κατά φύσιν άλλα παρά φύσιν— μια σημαντική διαφορά. Αυτός ο τρό­πος σκέψης ενδέχεται να έφτασε μέχρι τους ρωμαίους νο­μομαθείς μέσω των στωικών. Πράγματι, κάποιοι στωικοί —ο πρώην δούλος Επίκτητος για παράδειγμα— μπορεί περιστασιακά να είχαν εκφραστεί δίνοντας την εντύπωση ότι επέκριναν την ιδιοκτησία δούλων από πλευράς αρχών. Άλλα όλα αυτά είναι σε τελική ανάλυση εξωπραγματικά, μέρος από το προπέτασμα καπνού των εύσχημων ιδεών με τις όποιες οι πιο σχολαστικοί διανοητές της αρχαιότητας έκρυβαν από τον εαυτό τους τη δυσάρεστη αλήθεια για έναν αμείλικτο κόσμο, τον όποιο προσπαθούσαν να παρουσιά­σουν όσο καλύτερα μπορούσαν, ανάλογα με την έμπνευση τους. Ο εξωπραγματικός χαρακτήρας όλων αυτών των συζητήσεων αναδύεται ξεκάθαρα από την περιγραφή του Επί­κτητου σχετικά με έναν πρώην δούλο που καταλήγει να γί­νει συγκλητικός: γίνεται τότε, λέει ο Επίκτητος, δούλος της καλλίστης και λιπαρωτάτης δουλείας. Αν η ιδιό­τητα του συγκλητικού ήταν δουλεία, τότε ήταν δουλεία με μια πολύ ιδιότυπη έννοια. Το μεγαλύτερο μέρος του πλη­θυσμού του ελληνορωμαϊκού κόσμου θα την ασπαζόταν πο­λύ πρόθυμα.
Κατά συνέπεια, στην πρώιμη χριστιανική σκέψη δεν βρή­κα σχεδόν τίποτε που να φτάνει τουλάχιστον στο σημείο της απόρριψης της δουλείας, όπως συνέβαινε με τις καθαρά θεω­ρητικές δηλώσεις των ρωμαίων νομομαθών, ότι δηλαδή η δουλεία «είναι αντίθετη στη φύση». Εδώ θα πρέπει να αναφέρω κάτι που με απασχολεί από παλιά. Αντιλαμβάνο­μαι ότι, με βάση τις χριστιανικές αρχές, μπορεί να υπο­στηριχτεί ότι το καθεστώς της δουλείας είναι αποδεκτό για τον δούλο, με τον τρόπο που το αποδέχτηκαν οι στωικοί και οι επικούρειοι, ο απόστολος Παύλος και τόσο πολλοί άλλοι πρώτοι χριστιανοί, ως κάτι εξωτερικό και ασήμαντο. Ο ισχυρισμός αυτός ισχύει ακόμη και για εκείνους που ίσως να μη συμφωνούν απόλυτα με τον καρδινάλιο Newman, ο όποιος διακήρυξε ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκ­κλησίας του, «θα ήταν καλύτερα να γκρεμιστούν ο ήλιος και το φεγγάρι από τον ουρανό, η γη να χαθεί, και τα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι που βρίσκονται πάνω της να πεθάνουν από την πείνα μέσα στην έσχατη αγωνία όσο διαρκεί η εγκόσμια θλίψη, παρά μία και μοναδική ψυχή —δεν θα έ­λεγα να χαθεί— να διαπράξει ας είναι και ένα μόνο συγχωρητέο αμάρτημα, να πει ένα συνειδητό ψέμα, έστω και αν δεν βλάπτει κανέναν, ή να κλέψει μία δεκάρα χωρίς λόγο». Αλλά τί συμβαίνει με τις επιπτώσεις της δουλείας στο δε­σπότη; Άραγε, ο χριστιανός που προσεύχεται, ώστε να μην «παρασυρθεί από τον πειρασμό», δεν θα πρέπει να αποκη­ρύξει και την απολύτως ανεύθυνη κυριαρχία επί των συναν­θρώπων του, ιδιότητα που ανήκει στο δεσπότη δούλων και που είναι πολύ πιθανό να τον οδηγήσει (όπως γνωρίζουμε ότι συνέβη) στον μεγαλύτερο πειρασμό, να συμπεριφερθεί δηλαδή με σκληρότητα και λαγνεία; Δεν γνωρίζω πότε αυ­τό έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά. Ήταν ωστόσο προ­φανές στον Τολστόι, ο οποίος, σε μια αξιοθαύμαστη περι­γραφή στο μυθιστόρημα Πόλεμος και ειρήνη, παρουσιά­ζει τον πρίγκιπα Αντρέι να λέει στον Πιέρ ότι το χειρότε­ρο πράγμα όσον άφορα τη δουλοπαροικία είναι η επίδραση της πάνω στους δεσπότες εκείνους που έχουν τη δύναμη να τιμωρούν τους δουλοπάροικους όπως τους αρέσει και, κάνοντας το αυτό, «καταπνίγουν τις τύψεις τους και σκληραίνουν». Μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι εκείνο που εμ­πόδισε τη χριστιανική Εκκλησία να παραδεχτεί την επικίν­δυνη, αποκτηνωτική επίδραση της δουλείας (και της δου­λοπαροικίας) πάνω στους δεσπότες ήταν η ακαταμάχητη δύναμη της κοινωνικής πραγματικότητας — αυτή που θα αποκαλούσα, συμφωνώντας με τον Μαρξ, πάλη των τά­ξεων: η απόλυτη αναγκαιότητα για τις άρχουσες τάξεις του ελληνορωμαϊκού κόσμου να διατηρήσουν τους κοινωνι­κούς θεσμούς πάνω στους οποίους βασιζόταν η προνομιού­χος θέση τους, την οποία άλλωστε δεν είχαν διάθεση ή δεν μπορούσαν να την εγκαταλείψουν.
Δεν γνωρίζω τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας μετά τον έκτο αιώνα, και γι’ αυτό δεν μπορώ να πω πολ­λά. Θα έλεγα όμως ότι δεν έχω υπόψη μου καμία απερί­φραστη καταδίκη της δουλείας ως θεσμού από κανένα χρι­στιανό συγγραφέα στη διάρκεια του Μεσαίωνα: οι δηλώ­σεις που έχω δει να παρατίθενται από τον Θεόδωρο Στουδίτη, τον αβά Σμάραγδο και άλλους έχουν πάντα κάποια ειδική, περιορισμένη εφαρμογή. Ομολογώ ότι ίσως να οφείλεται στην άγνοια μου, άλλα δεν γνωρίζω καμία γενι­κή, άμεση καταδίκη της δουλείας εμπνεόμενη από χρι­στιανικές πεποιθήσεις, προτού εμφανιστεί η έκκληση των μενονιτών της Τζερμαντάουν στην Πενσυλβανία το 1688 — μια ομάδα παρόμοια με τους κουάκερους, εκτός του κύ­ριου ρεύματος του χριστιανισμού. Ορισμένοι χριστιανοί συγγραφείς συχνά τονίζουν προσπάθειες χριστιανών να εμ­ποδίσουν ή, τουλάχιστον, να αποθαρρύνουν την υποδούλω­ση. Οι συγκεκριμένες προσπάθειες όμως πολύ σπάνια, σχε­δόν ποτέ δεν επεκτείνονταν προς όφελος άλλων, έκτος του χριστιανικού πλήθους, και οι συγγραφείς που έχουν επι­σύρει την προσοχή σε αυτές συχνά παραλείπουν να αναφέ­ρουν ότι η καταδίκη του αμαρτήματος της υποδούλωσης χριστιανών συνοδεύεται συνήθως από τη σιωπηλή παρα­δοχή ότι η υποδούλωση μη πιστών ήταν επιτρεπτή, ακό­μη και αξιέπαινη, αν συνοδευόταν από προσηλυτισμό — έναν προσηλυτισμό που ενδεχομένως μερικές φορές δεν θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με άλλα μέσα.
Ο χριστιανισμός και η ιδιοκτησία
Αυτά για τη δουλεία. Στρέφομαι τώρα στο πιο γενικό πρό­βλημα της στάσης των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας απέναντι στο ζήτημα της ιδιοκτησίας. Υπάρχουν φυσικά μεγάλες διαφορές στην έμφαση, άλλα νομίζω ότι όλοι σχε­δόν ανεξαιρέτως οι ορθόδοξοι συγγραφείς δεν έχουν κανέ­ναν σοβαρό δισταγμό να αποδεχτούν ότι ένας χριστιανός μπορεί να κατέχει περιουσία, κάτω από ορισμένες συνθή­κες, οι πιο σημαντικές από τις όποιες είναι ότι δεν θα πρέ­πει ούτε να την επιζητεί άπληστα ούτε να την αποκτά με αθέμιτα μέσα- ότι δεν θα πρέπει να κατέχει πλεόνασμα αλλά μόνο τα επαρκή· επίσης, ότι αυτό που έχει μπορεί να το χρησιμοποιεί άλλα να μην το καταχράται: θα πρέπει να το κατέχει ως καταπιστευματοδόχος (αγγλ. trustee — αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτόν τον ιδιόρρυθ­μο τεχνικό όρο της αγγλικής νομοθεσίας) των φτωχών, στους οποίους οφείλει να δίνει ελεημοσύνη. Σε αυτή την τελευταία προϋπόθεση, την αναγκαιότητα φιλανθρωπίας, αποδίδεται η μέγιστη έμφαση: η όλη σύλληψη φυσικά προ­ήλθε άμεσα από τον ιουδαϊσμό και στο σημείο τούτο οι χριστιανικές εκκλησίες φαίνεται ότι προχώρησαν πολύ πέ­ρα από το σύνηθες όριο των εθνικών. (Υπάρχουν μερικές εν­διαφέρουσες παρατηρήσεις στα έργα του αυτοκράτορα Ιου­λιανού σχετικά με την απουσία παρόμοιων οργανωμένων δραστηριοτήτων ανάμεσα στους εθνικούς.) Προαγγέλματα των χριστιανικών ιδεών που μόλις σκιαγράφησα εμφα­νίζονται σποραδικά σε προγενέστερους έλληνες συγγρα­φείς, για παράδειγμα στον Ευριπίδη, όταν παρουσιάζει την Ιοκάστη να λέει ότι οι θνητοί δεν κατέχουν την περιουσία ως ατομική τους ιδιοκτησία: ανήκει στους θεούς και οι θνητοί απλώς έχουν τη φροντίδα της· οι θεοί την παίρνουν πί­σω όποτε το θελήσουν (Φοίνισσες 555-7). Θα επιστρέψω σε λίγο στο θέμα της φιλανθρωπίας, το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, και έχω επίσης κάτι να ισχυριστώ για το ζήτημα της επάρκειας ή του πλεονάσματος περιουσίας. Θα πρέπει όμως να συμπληρώσω πρώ­τα κάτι σχετικά με τη γενική άποψη των πρώτων χριστια­νών όσον άφορα την κατοχή περιουσίας. Τα λόγια του Ιη­σού προς τον πλούσιο άντρα που ζητούσε την αιώνια ζωή, τα όποια σχολίασα πιο πάνω, δεν αγνοήθηκαν τελείως. Φαίνεται όμως ότι η χωρίς προσδιορισμούς εκδοχή του Μάρκου και του Λουκά πολύ βολικά ξεχάστηκε, και τα λόγια του Ιησού διαβάζονταν πάντα στην εκδοχή του Ματ­θαίου (19:21): εδώ, ο λόγος ει θέλεις τέλειος είναι προη­γείται της οδηγίας να πουλήσει ο πλούσιος τα πάντα και να τα δώσει στους φτωχούς. Δεκάδες εδάφια εντόπισα στους Πατέρες, δεν έχω δει όμως ούτε ένα που να προσέχει τη διαφορά ανάμεσα στο κείμενο του Ματθαίου και στα κεί­μενα των Μάρκου και Λουκά. Ήταν τόσο απόλυτη η άρ­νηση να αναγνωρίσουν την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εκ­δοχής έκτος από του Ματθαίου, ώστε όταν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στο έργο του Τις ο σωζόμενος πλούσιος; παρουσιάζει εκτενώς τη διήγηση του Μάρκου στο κείμενο του σαφώς ως πηγή του, εισάγει το ει θέλεις τέλειος εί­ναι του Ματθαίου (στο σημείο που αντιστοιχεί με το Κατά Ματθαίον 19:21) χωρίς καμία ένδειξη ότι αυτά τα λόγια δεν υπάρχουν στο Ευαγγέλιο του Μάρκου. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος επίσης επιμένει να αναδείξει την υποθετική πρό­ταση, και εξηγεί ότι ο Ιησούς δεν είπε απλώς στον πλού­σιο άντρα υπάγε πώλησαν σου τα υπάρχοντα- στην πραγ­ματικότητα ο Ιωάννης επιμένει ιδιαίτερα, προεκτείνοντας τα λόγια του Ιησού ως έξης: επί τη ση τίθημι γνώμη, σε κύριον ποιώ της προαιρέσεως, ουκ εις ανάγκην άγω. (Το αφήνω στη θέληση σου. Σου δίνω πλήρη δυνατότητα να επιλέξεις. Δεν σου επιβάλλω καμία υποχρέωση.) Έτσι, παραθέτοντας τα λόγια του Ιησού με τον προσδιορισμό της εκδοχής του Ματθαίου, οι Πατέρες μπόρεσαν να εκμε­ταλλευτούν την καθιερωμένη διάκριση ανάμεσα στην ηθι­κή «επιταγή» και τη «συμβουλή»: η διαταγή να τα που­λήσουν όλα οι πλούσιοι έγινε, κυριολεκτικά, μια «συμ­βουλή για την τελειότητα». Και νομίζω ότι μετά την άνοδο του μοναχισμού, τον τέταρτο αιώνα, υπήρχε μια τάση να θεωρούν ότι το ει θέλεις τέλειος είναι αναφέρεται ουσιαστικά στην υιοθέτηση του μοναχικού βίου: έτσι, όταν ο Ιερώνυμος προσπαθεί φορτικά να πείσει τον πλούσιο φίλο του Ιουλιανό ότι είναι επιθυμητό να ξεφορτωθεί όλα του τα υπάρχοντα (φυσικά, πάλι με βάση το κείμενο του Ματ­θαίου που εξετάσαμε), ξεκάθαρα τον συμβουλεύει να γίνει μοναχός.
Επιστρέφουμε τώρα στη φιλανθρωπία. Υπάρχει πλη­θώρα μαρτυριών για τη μεγάλη σημασία που απέδιδαν στη φιλανθρωπία οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές, και θα ήταν πλεονασμός να τις παραθέσω. Θα ασχοληθώ με δύο χω­ρία, ενός λατίνου και ενός έλληνα Πατέρα- και οι δύο το­νίζουν τον εξιλεωτικό χαρακτήρα της φιλανθρωπίας, επι­δεικνύοντας έτσι τις ιουδαϊκές ρίζες της χριστιανικής σκέ­ψης σε αυτόν τον τομέα. Ο Οπτατός, στο έργο του κατά των δονατιστών, είχε την ευκαιρία να παραπέμψει στη φι­λανθρωπία μιλώντας για την επίσκεψη κάποιων αυτοκρα­τορικών απεσταλμένων (του Μακαρίου και άλλων) στην Αφρική το 347, με σκοπό την οργάνωση συσσιτίων που παρείχε ο αυτοκράτορας Κώνστας. Στην αρχή ισχυρίζε­ται, με βάση το εδάφιο Παροιμίαι 22:2, ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει και τους φτωχούς και τους πλούσιους, και κατόπιν εξηγεί ότι ο Θεός είχε έναν πολύ καλό λόγο για να εδραιώσει αυτή τη διάκριση: φυσικά ήταν απόλυτα δυ­νατό γι’ αυτόν να προσφέρει και στις δύο κοινωνικές τάξεις ταυτόχρονα, άλλα αν το είχε κάνει, ο αμαρτωλός δεν θα εί­χε καμία δυνατότητα να εξιλεωθεί για τα αμαρτήματα του («si ambobus daret, peccator quae sibi succurreret invenire non posset»). Για να φτάσει στην καρδιά του επιχειρήματος του, ο Οπτατος παραθέτει αυτό που θεωρούσε άλλο ενα εμ­πνευσμενο και κανονικό έργο, τη Σοφία Σιράχ (3:30): πυρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ, και ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας (Ακριβώς όπως το νερό σβήνει τη φωτιά, έ­τσι και η ελεημοσύνη συγχωρεί την αμαρτία.) Αργότε­ρα, η θεολογία της φιλανθρωπίας —αν μπορώ να την απο­καλέσω έτσι— ίσως έγινε πιο εκλεπτυσμενη (η παρουσία­ση της όμως υπερβαίνει τα όρια της δικής μου έρευνας), άλλα όποτε γίνεται λόγος για φιλανθρωπία σπάνια απου­σιάζει η αντίληψη ότι μπορεί να αποτελεί την εξιλέωση για την αμαρτία. Αυτό σίγουρα ισχύει για το δεύτερο παράδειγ­μα της χριστιανικής αντίληψης περί φιλανθρωπίας, προερ­χόμενο από έναν έλληνα Πατέρα. Πρόκειται για το έργο του Κλήμεντα του Άλεξανδρέα το όποιο είναι γνωστό με τον τίτλο Τίς ο σωζόμενος πλούσιος;· μάλιστα είναι η πρωιμότερη πραγματεία που προσφέρει μια λεπτομερή δικαιο­λόγηση της ιδιοκτησίας από χριστιανούς, και είναι ίσως το σημαντικότερο έργο του είδους του. Ο Κλήμης παρουσιά­ζει με ιδιαίτερη εύγλωττία το επιχείρημα Ότι η φιλανθρω­πία μπορεί στην πραγματικότητα να εξαγοράσει τη σωτη­ρία και αναφωνεί: ώ καλής εμπορίας, ώ θείας αγοράς («Τί θαυμάσιο εμπόριο! Τί θεϊκή ανταλλαγή!»). Περιττό να πούμε ότι η φιλανθρωπία πολλές φορές έπαιζε σημαντικό ρόλο στη μετάνοια. Πάντως, φαίνεται ότι οι πλούσιοι κα­τέφευγαν πολύ συχνά στην πράξη αυτή σαν ένα τρόπο αυ­τοδιαφήμισης, αντίθετα από την αξιοθαύμαστη προτρο­πή του Ιησού (Κατά Ματθαίον 6:1-4).
Η στάση των πρώτων χριστιανών απέναντι στην ιδιο­κτησία, όπως την περιέγραψα, επιδέχεται πολύπλευρη κρι­τική. Θα επικεντρώσω το ενδιαφέρον μου σε δύο πλευρές στις οποίες αποδεικνύεται τώρα όχι και τόσο ικανοποιητι­κή: πρώτον, στον υπερβολικά σημαντικό ρόλο που απέδι­δε στη φιλανθρωπία- και δεύτερον, στην αντίληψη ότι η ε­πάρκεια πλούτου ήταν ακίνδυνη, έστω και αν το πλεόνα­σμα ήταν επικίνδυνο.
Φυσικά, μέχρι πολύ πρόσφατα, η φιλανθρωπία γινόταν αποδεκτή από τη μεγάλη πλειονότητα ως κάτι απόλυτα αξιοθαύμαστο. Μόνο στη δική μας γενιά πολλοί άνθρωποι άρχισαν να επικρίνουν έντονα την όλη ιδέα της οργανωμένης φιλανθρωπίας εντός μιας κοινότητας ως γιατρικό για τα κοινωνικά δεινά, όχι μόνο επειδή παρέχει στον δωρητή μια ηθική δικαίωση της προνομιούχας θέσης του, αλλά και ε­πειδή γίνεται αντιληπτή από τον αποδέκτη όλο και περισ­σότερο ως κάτι υποτιμητικό, που θίγει την ανθρώπινη αξιο­πρέπεια — ένα αίσθημα το οποίο κατανοώ απόλυτα. (Σύμ­φωνα με την κρατούσα αντίληψη του «κράτους πρόνοιας», ο καθένας συνεισφέρει αν μπορεί· και λαμβάνει, ό,τι λαμβά­νει, όχι ως φιλανθρωπία, άλλα ως κοινωνικό δικαίωμα — μια θεμελιακά διαφορετική αντίληψη.) Κατά συνέπεια, η φιλανθρωπία, για την οποία οι πρώτοι χριστιανοί τόσο υπερηφανεύονταν, φαίνεται σε πολλούς από εμάς σήμερα πολύ λιγότερο ελκυστική από ό,τι παρουσιαζόταν στην εποχή της και στους αιώνες που ακολούθησαν. Η άλλη κριτική που θέλω να ασκήσω στη στάση των πρώτων χριστιανών απέναντι στην ιδιοκτησία είναι ότι η έννοια της «επάρκει­ας» περιουσίας, όποτε εμφανιζόταν, έμενε πάντα αόριστη, και ο καλύτερος προσδιορισμός της ήταν κάποια ανακριβής φόρμουλα όπως: «non plus quam necesse est» («μην έχεις περισσότερα από όσα χρειάζεσαι»). Το αποτέλεσμα ήταν ότι, έκτος από τον πολυεκατομμυριούχο της αρχαιότητας, κανένας δεν πίστευε ότι διέθετε πλεόνασμα. Ο Πλίνιος ο Νεότερος ισχυριζόταν ότι είχε μόνο μια «μέτρια περιουσία» («Sunt quidem omnino nobis modicae facultates», Epistula ii.4.3)· και όμως η περιουσία του δεν ήταν λιγότερη από 20 εκατομμύρια σηστέρτιους, και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις δύο ή τρεις δεκάδες πλουσιότερων Ρωμαίων που γνω­ρίζουμε από την εποχή της Ηγεμονίας, αν και τα περι­ουσιακά του στοιχεία δεν ξεπερνούσαν το ένα δέκατο πέμ­πτο ή το ένα εικοστό των αγαθών που αποδίδονταν στους πλέον εύπορους, οι όποιοι ίσως είχαν στην ιδιοκτησία τους τριακόσια ή τετρακόσια εκατομμύρια, χωρίς να φτάνουν βέβαια τον πλούτο των μεγάλων αυτοκρατορικών οικογε­νειών. Οι μεγάλες περιουσίες έγιναν ακόμα μεγαλύτερες τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα, και εκείνη την εποχή ήταν ακόμη πιο εύκολο για τους εύπορους να πιστεύουν ότι κατείχαν μόνο «μέτριες περιουσίες».
Σχεδόν όλες οι μεγάλες μορφές των γραμμάτων και της θρησκείας υποστήριζαν (με μικρές παραλλαγές) την ορθό­δοξη χριστιανική θέση που μόλις περιέγραψα: στη Δύση, ο Ειρηναίος (που βέβαια σκεπτόταν και έγραφε ελληνικά), ο Τερτυλλιανός, ο Κυπριανός, ο Λακταντιος, ο Ιλάριος Πικταβίου (Πουατιέ), ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και ο Ιωάννης Κασσιανός· στην Ανατολή, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Θεοδώρητος. Μέχρι τώρα έχω βρει τρεις μερικές εξαιρέσεις ανάμεσα στους μη αι­ρετικούς συγγραφείς. Τον πρώτο, τον Ωριγένη, νομίζω ότι δεν τον γνωρίζω πολύ καλά για να δώσω καλή περίληψη της στάσης του. Παρατήρησα όμως ότι ο Ωριγένης αρνή­θηκε, για παράδειγμα, να αποδεχτεί προσευχές για προσωρινά ευεργετήματα οποιουδήποτε είδους και ότι, αν­τίθετα με τον Κλήμεντα, δεν προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα βιβλικά εδάφια τα όποια επιτίθενται στον πλούτο, και κατά λέξη εκείνα που συνήθως παρατίθενται για να αποδειχτεί ότι τον επιτρέπουν — για την ακρίβεια, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Θα έλεγα ότι η ίδια η ιδέα του πλούτου έκανε τον Ωριγένη να αισθάνεται αμηχανία· επίσης επιμένει ότι οι Ιερείς θα πρέπει να απαρνηθούν όλη τους την περιουσία. Λίγο πολύ το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη εξαίρεση, τον Βασίλειο, στου οποίου τα γραπτά εμφανίζονται αντιφάσεις που δεν εξηγούνται παρά μόνο αν παραδεχθούμε ότι ο Βασίλειος, ο όποιος σκεφτόταν από­λυτα ως μοναχός, μερικές φορές εφάρμοζε στον εξωτερικό κόσμο ηθικούς κανόνες που, στην πραγματικότητα, ήταν εφαρμόσιμοι μόνο σε μια μοναστική κοινότητα, στην οποία η αποκήρυξη εξολοκλήρου της ατομικής ιδιοκτησίας ήταν δυνατή με έναν τρόπο πρακτικά αδύνατο για τον ελληνο­ρωμαϊκό κόσμο εν γένει. Η τρίτη εξαίρεση, ένα όνομα που προκαλεί μάλλον έκπληξη, είναι ο Αμβρόσιος, σίγου­ρα ένας από τους πλέον επιφανείς χριστιανούς Πατέρες, από κοινωνική άποψη — ήταν μέλος της συγκλητικής αρι­στοκρατίας, γιος του έπαρχου του πραιτωρίου της Γαλα­τίας και, την εποχή του διορισμού του στην επισκοπή του Μεδιόλανου το 374, διοικητής της επαρχίας της Αιμιλίας και Λιγυρίας, της οποίας το Μεδιόλανο ήταν πρωτεύουσα. (Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον Πατέρα που να ήταν κοινω­νικά αντάξιος του, έκτος από τον Παυλίνο της Νώλης.) Ο Αμβρόσιος είναι ιδιαίτερα ασυνεπής στη στάση του απέναντι στα δικαιώματα περιουσίας. Κάποιοι σύγχρονοι ευ­ρωπαίοι μελετητές, στην προσπάθεια τους να τον περισώσουν από κάποιο αποτρόπαιο παράπτωμα, όπως πίστη στον «κομουνισμό» (μια μονογραφία τιτλοφορείται preteso comunismo di San Ambrogio), έχουν δώσει μάλλον διεστραμμένες ερμηνείες μερικών γραπτών του, ειδικά ενός χωρίου στο έργο του De officiis ministrorumΠερί υπουρ­γικών καθηκόντων (i. 132)— το όποιο περιλαμβάνει τα λόγια: «usurpatio ius fecit privatum». To γεγονός είναι ότι σε τέτοια εδάφια ο Αμβρόσιος δείχνει μεγάλη αμηχανία σχετικά με το θέμα των δικαιωμάτων περιουσίας. Παρ’ όλα αυτά εξηγεί αλληγορικά τη δήλωση του Ιησού, που υπάρχει και στους τρεις ευαγγελιστές (Κατα Μάρκον 10:25· Κατά Ματθαίον 19:24. Κατα Λουκάν 18:25), ότι εί­ναι ευκολότερο για μια καμήλα να περάσει μέσα από το μάτι μιας βελόνας παρά για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού- επίσης λέει ότι δεν είναι πάντα η φτώχεια (paupertas) ιερή (sancta) ούτε όλα τα πλούτη (divitiae) αναγκαστικά εγκληματικά (criminose), και ότι στους καλούς ανθρώπους τα πλούτη μπορεί να είναι συνεπικουρία αρετής (adiumenta virtutis)· και φυσικά αποδέχεται τη φιλανθρωπία ως τη μεγάλη πανάκεια με την οποία μπορεί να απομακρυνθεί το στίγμα του πλούτου: μόνον έτσι μπορούν τα πλούτη να γίνουν «λύτρα της ζωής ενός άνθρωπου» και «σωτηρία της ψυχής», διότι η φιλανθρω­πία «αποκαθαίρει από την αμαρτία». Έτσι, ο Αμβρό­σιος λέει ότι ο Θεός ήθελε όλη η γη και τα προϊόντα της να είναι κοινή ιδιοκτησία όλων των ανθρώπων, και συνεχίζει «sed avaritia possessionum iura distribuit», αλλά παρ’ όλα αυτά αποδέχεται την υπάρχουσα κατάσταση, με την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος περιουσίας ελεεί τους φτωχούς. Η στάση του παρουσιάζεται με σαφήνεια σε ένα χωρίο του έργου του De Helia et ieiunio (76), όπου ο Αμβρόσιος λέει στον αμαρτωλό να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του με τα δικά του χρήματα, χρησιμοποιώντας έτσι το ένα δηλητήριο για να εξουδετερώσει το άλλο: «Et venenum frequenter antidoto temperatur, hoc est veneno venenum excluditur, veneno mors repellitur, vita servatur» — ο ίδιος ο πλούτος εί­ναι ένα δηλητήριο, άλλα η φιλανθρωπία, που εξαγνίζει από την αμαρτία, μετατρέπει τον πλούτο σε αντίδοτο της αμαρτίας!
Φαίνεται ότι ο Αυγουστίνος δεν είχε προβληματιστεί ιδιαίτερα με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Με τη χαρακτη­ριστική του ευφυΐα αντλεί ένα επιχείρημα υπέρ αυτού του δικαιώματος ακόμη και από την παραβολή του Λαζάρου: ο Λάζαρος, μας λέει, πήγε στους κόλπους του Αβραάμ· ο Αβραάμ, ωστόσο, ήταν πλούσιος! (Όπως δείχνουν αυτό και πολλά άλλα εδάφια, το επίπεδο επιχειρηματολο­γίας σε αυτόν τον τομέα δεν είναι πάντα υψηλό, και ίσως κάποιοι αισθάνονται συμπάθεια για τον πελαγιανό που έ­στρεψε ένα από τα αγαπημένα όπλα του Αυγουστίνου ε­ναντίον του, προτείνοντας μια συμβολική ερμηνεία του Α­βραάμ στην παραβολή!) Μερικές φορές τον τέταρτο αιώ­να, οι φτωχοί προειδοποιούνται ότι δεν πρέπει να νομίζουν πως μπορούν να πάρουν την πρωτοβουλία και να απαιτήσουν ακόμη και το ελάχιστο για τη διαβίωση τους από χρι­στιανούς που έχουν τεράστια περιουσία. Δύο αιώνες νωρί­τερα, ο Ειρηναίος, παραθέτοντας από τις Γραφές το παράλληλο εδάφιο των Ισραηλιτών που «λαφυραγώγησαν τους Αιγυπτίους» την εποχή της Εξόδου, είχε εκφράσει κά­ποια συμπάθεια για τον άνθρωπο που, αφού είχε υποχρε­ωθεί να προσφέρει χρόνια αναγκαστικής εργασίας σε κά­ποιον άλλον, έφυγε παίρνοντας ένα μικρό κομμάτι της πε­ριουσίας του. Αλλά ο Γρηγόριος Νύσσης πολύ προσε­κτικά δείχνει ότι καμία τέτοια πρωτοβουλία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλώς και μόνο με το να επικαλείται κανείς ως προηγούμενο τη «λαφυραγώγηση των Αιγυπτίων» κατά την Έξοδο.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω ένα μικρό χω­ρίο το όποιο γενικά δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και ίσως εκπλήξει όσους θυμούνται ότι ο Άγιος Κυπριανός και άλ­λοι δυτικοί επίσκοποι είχαν καταδικάσει τους libellatici του διωγμού του Δέκιου. Αυτοί οι libellatici είχαν αγορά­σει πιστοποιητικά που βεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν συμ­μορφωθεί με την αυτοκρατορική διαταγή για θυσία και αντιμετωπίστηκαν ως πεπτωκότες, μολονότι το σφάλμα τους ήταν λιγότερο σοβαρό από ό,τι εκείνων που είχαν πραγματικά θυσιάσει ή προσφέρει θυμίαμα. Το χωρίο που έχω υπόψη μου είναι ο κανόνας IB’ στην Κανονική επιστο­λή που εκδόθηκε το Πάσχα του 306, την εποχή του Μεγάλου Διωγμού, από τον άγιο Πέτρο, επίσκοπο Αλεξαν­δρείας, και η οποία απάλλασσε από οποιοδήποτε θρη­σκευτικό παράπτωμα αυτούς που είχαν εξαγοράσει ασυλία από τη θυσία, με το αιτιολογικό ότι είχαν υποστεί απώ­λεια περιουσίας για να σώσουν την ψυχή τους. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι εδώ υπάρχει μια αρκετά διαφορετική (και σίγουρα πολύ πιο συνετή) στάση από αυτήν που επικρά­τησε στη Δύση την εποχή του διωγμού του Δέκιου, μόλις μισό αιώνα νωρίτερα. Όπως έχουν τα πράγματα, οι μαρ­τυρίες μας από τη Δύση αφορούν μόνο το διωγμό του Δέ­κιου, ενώ από την Ανατολή μόνο το Μεγάλο Διωγμό. Ωστόσο έχω υποστηρίξει άλλου ότι μπορούμε να χρησιμοποι­ήσουμε τα δύο είδη μαρτυριών μαζί, και να συμπεράνουμε ότι στην Ανατολή η εξαγορά ασυλίας από τη θυσία δεν θε­ωρούνταν αμάρτημα σε κανέναν από τους δύο διωγμούς.
Αν αγνοήσουμε κάποια χωρία στα πρώιμα Ιουδαιοχριστιανικά γραπτά, μόνο στους αιρετικούς βρίσκουμε μια άνευ όρων αποκήρυξη της ατομικής ιδιοκτησίας. Φυσικά, συνή­θως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα επιχειρήματα τους, καθώς όλες οι πληροφορίες μας προέρχονται από ορθοδόξους οι όποιοι καταδικάζουν τις απόψεις των αιρετικών. Σε αύτη την κατηγορία υπάρχουν τέσσερις ή πέντε τάσεις αιρετι­κής σκέψης. Καταρχάς το έργο του δεύτερου αιώνα Περί δι­καιοσύνης, το όποιο ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αποδίδει στον Επιφάνη και στο όποιο επιτίθεται χαρακτηρίζοντας το γνωστικό της καρποκράτειας σχολής· το έργο επιχειρημα­τολογεί όχι μόνον υπέρ της ισότητας και της κοινής περιου­σίας, άλλα και υπέρ της κοινοκτημοσύνης των γυναικών μολονότι πρέπει να πω πως ασπάζομαι την άποψη που προτάθηκε πρόσφατα ότι οι βιογραφικές και ιστορικές πλη­ροφορίες που δίνει ο Κλήμης για τον συγγραφέα αυτού του έργου είναι αναξιόπιστες, αν και οι παραπομπές που αντλεί από το κείμενο είναι γνήσιες. Νομίζω μάλιστα ότι το εν λόγω έργο δεν είχε καμία σχέση με το γνωστικισμό ή τις χριστιανικές αιρέσεις. Θα κάνω μόνο μια σύντομη αναφορά στις ασήμαντες αν και πολυσυζητημένες ψευδο-Κλημεντιες Ομιλίες, η 15η από τις οποίες περιέχει υλικό που αρνείται το δικαίωμα ιδιοκτησίας σε όσους έχουν επιλέξει την ουρά­νια βασιλεία- επιτρέπει μόνο το νερό, το ψωμί και ένα μο­ναδικό ένδυμα και επιμένει ότι η κατοχή οποιασδήποτε άλλης ιδιοκτησίας θα ήταν αμάρτημα, το όποιο θα εξαλει­φόταν μόνο με την απάρνηση αυτής της ιδιοκτησίας.
Ανάμεσα στους γνήσιους αιρετικούς χριστιανούς συγκατα­λέγονται οι οπαδοί του Ευσταθίου Σεβάστειας (της Αρ­μενίας) που καταδικάστηκαν στη Συνοδική επιστολή της Συνόδου της Γάγγρας, στο μέσον του τέταρτου αιώνα, ε­πειδή αρνούνταν τη δυνατότητα σωτηρίας στους πλουσίους που δεν απαρνούνταν όλα τους τα υπάρχοντα. Υπάρχουν επίσης οι δυϊστές του τέταρτου αιώνα, τους οποίους απο­κηρύσσει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων. Αυτοί απέρριπταν την κατοχή ιδιοκτησίας και όλα τα άλλα φυσικά πράγματα, με το αιτιολογικό ότι ανήκουν στη σφαίρα του διαβόλου. Τέλος, υπάρχουν οι διάφορες ασκητικές ομάδες που περι­γράφονται ως εγκρατητές και ήκμασαν κυρίως στη Μικρά Ασία, όπως οι αποστολικοί ή άποτακτικοι, στους οποίους επιτίθεται ο Επιφάνιος στο Πανάριον τη δεκαετία του 370, διότι κήρυτταν ότι η απόλυτη άρνηση της ιδιοκτησίας (όπως και του γάμου) ήταν μια αναγκαιότητα για όλους τους χριστιανούς. Δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομέρειες των επιχειρημάτων με τα όποια αυτές οι σχισματικές ομά­δες προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την ερμηνεία των Γραφών εναντιωνόμενες στην ορθόδοξη θέση. Κατάφερα να ανακαλύψω μόνο ένα σωζόμενο έργο το όποιο επιχει­ρηματολογεί επί μακρόν υπέρ της άποψης ότι και μόνο η κατοχή πλούτου δημιουργεί τάση προς αμαρτία, κι ότι εί­ναι καλύτερα να απαλλαγεί κανείς από όλα του τα υπάρ­χοντα. Πρόκειται για ένα έργο που γράφτηκε πιθανότατα την πρώτη δεκαετία του πέμπτου αιώνα και φέρει τον τίτ­λο Dedivitiis (Περί πλούτου). Ανήκει σε μια ομάδα πελαγιανών έργων τα όποια εξέδωσε ο Caspari το 1890. Ο de Plinval το αποδίδει στον ίδιο τον Πελάγιο, ενώ άλλοι με­λετητές σε έναν από τους οπαδούς του: στον Φαστίδιο, τον Κελέστιο ή τον Άγρίκολα. Το έργο αυτό έχει συζητηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Θα παρατηρήσω μόνο ότι, παρόλο που η αξιοθαύμαστη ετούτη πραγματεία όντως συνιστά να απαλλαγεί κανείς από όλη του την περιουσία («με­ταφέροντας την από τη γη στον ουρανό», xix.4), δεν κατα­δικάζει τη sufficientia (επάρκεια), και τον πλούτο ακόμη δεν τον θεωρεί ως πραγματικό αμάρτημα (vii.5) άλλα ως τυχαίο, peccandi occasio (xix.3), κάτι που είναι πολύ πιθα­νόν να καταλήξει σε αμάρτημα. Αν τηρήσουμε τις εντολές της Καινής Διαθήκης, τότε per divitiarum contemptum, peccatorum aufertur occasio (x.l) («με την περιφρόνηση του πλούτου χάνεται η ευχέρεια διάπραξης αμαρτιών»). Το πιο ριζοσπαστικό εδάφιο καταλήγει να θεωρεί ότι είναι εξαιτίας των λίγων πλουσίων που υπάρχουν τόσο πολλοί φτωχοί: pauci divites pauperum causa sunt multorum («λίγοι πλούσιοι είναι η αιτία πολλών φτωχών») · γι’ αυτό ορίζει tolle divitem etpauperem non invenies (xii.2) («απαλλαγείτε από τους πλουσίους και δεν θα υπάρχει κανείς φτωχός»). Ωστόσο δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο κείμενο που να δη­λώνει ότι αυτός ο επιθυμητός στόχος μπορεί να επιτευχθεί με οποιοδήποτε άλλο μέσο έκτος από τη θρησκευτική πει­θώ- και —πράγμα μάλλον περίεργο— δεν υπάρχει καμία επίκληση στον «αρχέγονο κομουνισμό» (αν μπορώ να τον αποκαλέσω έτσι) της πρώτης αποστολικής κοινότητας στην Ιερουσαλήμ. Μάλιστα, ο συγγραφέας του έργου πουθενά δεν επικαλείται την κοινοκτημοσύνη περιουσίας, ακό­μα και ως υποθετικό ιδανικό. Δεν γνωρίζω καμία πηγή που να μαρτυρεί ότι πελαγιανός ζήτησε ποτέ τη μεταρρύθμιση κοσμικών θεσμών. Θα προσθέσω μόνο ότι το έργο Dedivitiis, πέρα από ορισμένα υπερβολικά ευφυή επιχειρήματα και τη συνηθισμένη πληθωρική ρητορεία, μου φαίνεται πο­λύ καλύτερη προσέγγιση της σκέψης του Ιησού, όπως αύτη εκφράζεται στα Ευαγγέλια (ιδίως του Λουκά), συγκρι­νόμενη με το βασικό έργο της ορθόδοξης πλευράς Τις ο σωζόμενος πλούσιος; του Κλήμεντα, στο όποιο παρέπεμψα παραπάνω. Φυσικά, ο Κλήμης χρησιμοποιεί επιδέ­ξια, και εδώ και αλλού, την αλληγορική μέθοδο ερμηνεί­ας η οποία είχε επινοηθεί από εθνικούς έλληνες στοχαστές κατά την κλασική περίοδο και τελειοποιήθηκε από τον ελ­ληνιστικό ιουδαϊσμό όσον άφορα την Παλαιά Διαθήκη (ο Φίλων παρέχει κάποια αξιοθαύμαστα παραδείγματα) · αυ­τός ο τύπος ερμηνείας ευδοκίμησε υπερβολικά, ιδίως στην Αλεξάνδρεια. Ο Κλήμης δεν διστάζει να χρησιμοποιή­σει το επιχείρημα (κεφ. 13) ότι μόνο αν ένας άνθρωπος κα­τέχει κάποια περιουσία μπορεί να κάνει τα πράγματα που απαιτεί ο Κύριος: να ταΐσει τους πεινασμένους και να ποτί­σει τους διψασμένους, να ντύσει τους γυμνούς και να φρον­τίσει τους άστεγους — όπως ο Ζακχαίος και άλλοι φιλοξέ­νησαν τον ίδιο τον Κύριο (Κατά Λουκάν 19:1-10). «Τι μοιρασιά (κοινωνία) θα έμενε μεταξύ των ανθρώπων», διερωτάται «εάν κανείς δεν είχε τίποτε;». Αυτό τουλάχιστον δεν είναι τόσο σαθρό όσο το απόσπασμα στο όποιο ο Αρι­στοτέλης (Πολιτικά ii.5, 1263b 5-14) υποκρίνεται ότι η μέγιστη χαρά του να κάνει κανείς καλό στους φίλους, στους φιλοξενούμενους ή στους συντρόφους είναι δυνατή μόνο ό­ταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία — θαρρείς και η απλοχε­ριά ή η γενναιοδωρία μπορεί να εκφραστεί μόνο με τη μορ­φή υλικών ευεργεσιών.

[1] Ευκολωτερον εστίν κάμηλον δια τρυπήματος ραψίδος διελθείν ή πλούσιον εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού, είπε ό Ιησούς, όταν ο άνθρωπος που είχε μεγάλα πλούτη και επιζητούσε την αιώνια ζωή έφυγε απαρηγόρητος διότι ο διδάσκαλος του είχε πει να πουλήσει όλα τα υπάρχοντα του και να τα δώσει στους φτωχούς. (Παρεμπιπτόντως, αύτη η ιστορία α­ναφέρεται συχνά σήμερα ως η παραβολή του πλούσιου νεα­νίσκου, όπως τον αποκαλεί ό Ματθαίος· άλλα ο Μάρκος και ο Λουκάς καθιστούν σαφές ότι δεν θεωρούσαν τον πλού­σιο νέο!) Σε ένα σημείο η περιγραφή του Ματθαίου δια­φέρει ριζικά από αυτή των δύο άλλων Συνοπτικών Ευαγ­γελίων: ο Ματθαίος (19:21) εισάγει στην εντολή του Ιησού τον προσδιορισμό ει θέλεις τέλειος είναι, ο οποίος δεν υ­πάρχει ούτε στον Μάρκο (10:21) ούτε στον Λουκά (18:22). Όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας παραθέτουν αδιακρίτως το εδάφιο με τη διατύπωση του Ματθαίου.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

θεος και παραμυθια

http://enneaetifotos.blogspot.com/Αν οι θρησκείες ήταν έργο θεού δεν θα ήταν τόσες πολλές, δεν θα αλληλομισούνταν μεταξύ τους και δεν θα αλληλοσκοτώνονταν οι οπαδοί τους.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ! ! !


Αν ο θεός χρειάζεται μετάφραση δεν είναι θεός αλλά ανθρώπινο έργο.

Αν οι θρησκείες ήταν έργο θεού δεν θα ήταν τόσες πολλές, δεν θα αλληλομισούνταν μεταξύ τους και δεν θα αλληλοσκοτώνονταν οι οπαδοί τους.

Αν οι θρησκείες ήταν έργο θεού δεν θα διέφεραν μεταξύ τους, θα έλεγε το Θέλημα του να το ξέρoυν όλα τα ανθρώπινα πλάσματα, χωρίς να χρειάζονται ενδιάμεσοι μεσίτες, που ζουν πλουσιοπάροχα εισπράττοντας τη θεϊκή μεσιτεία.

Αν οι θρησκείες ήταν έργο θεού θα ήταν αλάνθαστες και δεν... θα περιείχαν τόσα λάθη και ασάφειες.

Αν οι θρησκείες ήταν έργο θεού θα απαγόρευε να τον υπηρετούν τόσοι κακοί μεσίτες, σαν αυτούς που παριστάνουν τους απεσταλμένους του.

Αν οι γραφές ήταν θεόπνευστες δεν θα περιείχαν λάθη και αντιφάσεις, ώστε να παρερμηνεύεται το περιεχόμενο τους.

Αν τις θρησκείες τις έκανε ο θεός θα έδινε τις ίδιες εντολές σε όλους και δεν θα υπήρχε λόγος να αλληλοεξοντώνονται μεταξύ τους οι οπαδοί αυτών.

Αν ο θεός ήθελε οπαδούς θα μας έκανε όποια στιγμή ήθελε οπαδούς με την παντοδυναμία που διαθέτει.

Αν ο θεός ήθελε δούλους και κοπάδια θα μας έκανε ότι ώρα ήθελε και δεν θα παρουσιαζόταν στα όνειρα κάποιων Eβραiωv αλλά ζωντανός και παντοδύναμος θα διατύπωνε το θέλημα τους και όποιος τολμούσε να το παραβεί θα αντιμετώπιζε τη δίκαιη οργή του.

Αν ο θεός χρειαζόταν αντιπροσώπους και μεταφραστές του θελήματος του, θα τους έστελνε από τους ουρανούς ώστε να μην είναι τόσο διεφθαρμένοι και να μην διεξάγουν θρησκευτικούς πολέμους.

Όλοι οι απεσταλμένοι ουράνιοι και γιοι του θεού, ήρθαν να σώσουν υποτίθεται από την αμαρτία τον κόσμο και τον έκαναν χειρότερο.

Γιατί δεν τον έσωσαν; Τι περιμένουμε δύο χιλιάδες χρόνια; Πόσες χιλιάδες χρόνια θα περιμένουμε αυτή την πολυπόθητη σωτηρία;

Πότε θα σταματήσει η δυστυχία, το αίμα, το δάκρυ, ο πόνος; Γιατί τα χριστιανικά κράτη, τα κράτη που υπηρετούν τη θρησκεία της αγάπης, έσπειραν τον όλεθρο και την καταστροφή με δύο παγκόσμιους πολέμους, με δύο ατομικές βόμβες, με κονιορτοποίηση του Αφγανιστάν, του Κοσσόβου, του Ιράκ, της Παλαιστίνης;

Η κόλαση μετακόμισε στη γη με όλο το τραγικό μεγαλείο της. Από τα μέρη που πέρασαν οι άνθρωποι της θρησκείας της αγάπης έπαψε να υπάρχει ελπίδα για το αύριο. Είχαν την ατυχία να γνωρίσουν αυτή τη χριστιανική αγάπη που εκδηλώθηκε με βόμβες, με αεροπλάνα, με αέρια και ραδιενέργεια.

Που ήταν οι σωτήρες για να τους σώσουν; Τι γίνεται το περιβόητο εκείνο «Αγαπάτε αλλήλους» ή δεν περιλαμβάνονται σ' αυτό οι αλλόθρησκοι οι οποίοι δεν ανήκουν βέβαια στο χριστιανικό ποίμνιο;

Αν είμαστε άνθρωποι, πρέπει να νοιώθουμε τύψεις για την αδιαφορία μας μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία. Οι αλλόθρησκοι, πλάσματα ενός κατώτερου θεού, αποτελούν εμπόδιο στο σχέδιο «παγκοσμιοποίησης» των χριστιανικών λαών και πρέπει να εκλείψουν με τις ευλογίες της εκκλησίας;

Ολόκληρη η θεία οικογένεια γιατί δεν σώζει τον κόσμο; Απλούστατα οι σημερινοί δολοφόνοι των λαών αύριο θα γίνουν άγιοι της χριστιανικής εκκλησίας, που δεν δίστασε να αγιάσει πιο στυγερούς δολοφόνους από τους σημερινούς.

Η ανθρωπότητα έφθασε στο χείλος της αβύσσου και αντί να αντιδράσουμε σαν λογικά όντα, περιμένουμε σωτηρία από τα εβραϊκά είδωλα

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

κίνημα του φέις μπουκ

http://sfyrodrepano.blogspot.com
Αλλά τι είναι ο κόσμος τη σήμερον; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά κι η εγκαταλειμμένη ύπαιθρος; Μην είναι οι γκρίζες πόλεις που σε μαυρίζουν κάθε μέρα και τα πλημμυρισμένα με όνειρα υπόγεια; Μην είναι οι πλατείες κι οι ελεύθεροι χώροι που επανοικειοποιούμαστε; Μην είναι ο κόσμος του μόχθου, της δουλειάς, της μισθωτής εργασίας; Γιατί ο κάρολος λέει ότι η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, και στην καρδιά αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία.

Τι γίνεται όμως όταν δε μπορείς να επιβεβαιώσεις την ουσία του είδους σου στον χώρο δουλειάς; Ψάχνεις να φωτίσεις τις αιτίες που σε αφήνουνε μισό, με ένα φορτίο αδιοχέτευτο, συσσωρευμένη δύναμη που ψάχνει διέξοδο, να εκφραστεί, να διαμορφώσει προσωπικότητα. Και βρίσκει τρόπο να το κάνει λαθραία, έξω από την ανθρώπινη ουσία, στο περιθώριο της πραγματικής ζωής, αναπαράγοντας την αρχική αλλοτρίωση που αποκόμισε στον χώρο εργασίας.

Ο αποξενωμένος –από τα μέσα παραγωγής, το σκοπό και το περιεχόμενο της εργασίας- άνθρωπος αποξενώνεται από το περιβάλλον του και συνάπτει σχέσεις τυπικές, σαν εμπορευματικές συναλλαγές, με δούναι και λαβείν, κουβαλώντας αυτούς τους περιορισμούς σε κάθε πτυχή της ζωής του. Μένει χωρίς προσωπικότητα, αλλά την αναπληρώνει με το προφίλ του στο διαδίκτυο.
Το «πλασματικό κεφάλαιο» στην παραγωγή βρίσκει διαλεκτικό συμπλήρωμα στο εποικοδόμημα, σε έναν πλασματικό διαδικτυακό κόσμο, που σταδιακά γίνεται κυρίαρχος και γεννάει εικονικές διεργασίες, χωρίς τη μαγεία και τη ρευστότητα των ζωντανών διαδικασιών. Διεργασίες με επίφαση κοινωνικότητας, αλλά όχι γνήσια κοινωνικές. Κι είναι ζήτημα αν θα μπορέσουν να γίνουν ποτέ. Οι ντομάτες του θερμοκηπίου δε μπορούν να αποκτήσουν τη γεύση των φυσικών και τα ρομπότ δε θα γίνουν ποτέ άνθρωποι, γιατί η τεχνητή νοημοσύνη αρκείται μόνο στις πληροφορίες που της δίνουν έτοιμες, δε μπορεί να το ψάξει παραπάνω.

Αυτές τις μέρες όλοι μιλάνε για παλλαϊκό ξεσηκωμό, ακόμα κι όσοι αποστρέφονταν με βδελυγμία τα διάφορα λαϊκά και παλλαϊκά συνθετικά (λαϊκή εξουσία, λαϊκό μέτωπο, παλλαϊκό κράτος κτλ). Ο μεγάλος κίνδυνος ωστόσο είναι να μείνουμε με το πρώτο συνθετικό και να χάσουμε το δεύτερο. Να μας μείνει (η κίνηση που είναι) το παν και να χαθούν όλα τα υπόλοιπα: ο λαϊκός χαρακτήρας και ο τελικός στόχος μαζί με τον ταξικό μπούσουλα. Να κατέβει δηλ ο κόσμος στις πλατείες, μια σύναξη μαζική, καθολική, αλλά χωρίς τίποτα λαϊκό και γνήσιο μέσα της.

Το θρησκευτικό αφιόνι δίνει σκυτάλη στα ηλεκτρονικά μέσα. Οι μάζες παρακολουθούν ευλαβικά τις νέες θεότητες, που είναι πανταχού παρούσες κι ελέγχουν απ’ την οθόνη τις πράξεις μας. Τα κανάλια και το ίντερνετ έδωσαν το σύνθημα για την έναρξη της αγανάκτησης. Φωνή θεού οργή λαού. Η λαϊκή θυμοσοφία αντιστρέφεται διαλεκτικά και ο λαϊκός θυμός εκδηλώνεται κατά παραγγελία. Στην τελευταία δημοσκόπηση της εταιρίας του αλαφούζου, υπήρχε μεταξύ άλλων και η ερώτηση: πόσο οργισμένοι είστε;

Ο κόσμος κατέβηκε, μούντζωσε, έβρισε, εκτονώθηκε, κι έμεινε αμήχανος να περιμένει οδηγίες για το κάτι παραπάνω. Κάποιοι άλλοι έστησαν πιο κάτω μια καρικατούρα λαϊκής συνέλευσης για να παρέμβουν και να τον εκφράσουν. Αν αυτά είναι τα όρια της αυθόρμητης λαϊκής αυτενέργειας και της συνειδητής παρέμβασης της πρωτοπορίας, τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα απ’ όσο πιστεύαμε.

Κι εδώ μπαίνει το βασικό ερώτημα. Αυτό το κίνημα είναι κατά βάση δικό μας ή δικό τους; Έχουμε δυνατότητα παρέμβασης σε αυτό, ή οι όροι διαμόρφωσής του αποκλείουν εξ αρχής κάτι τέτοιο;

Τούτη η πλατεία είναι δική τους και δική μας, δε μπορεί κανείς να μας την πάρει. Πολλοί θεωρούν ότι τα χαρακτηριστικά του κινήματος είναι ρευστά κι η –απ’ έξω- παρέμβασή μας μπορεί να είναι καταλυτική. Μόνο που απέξω από απέξω διαφέρει.

Το απέξω  στην επαναστατική συνείδηση έρχεται έξω από τους αυθόρμητους εργατικούς αγώνες που μπορούν να φτάσουν μέχρι τον οικονομισμό. Αλλά εκεί το απέξω παρεμβαίνει σε κάτι υπαρκτό, που μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άλλο και να γίνει πολιτική συνείδηση. Μια μετατροπή που προκύπτει διαλεκτικά κι όχι μεταφυσικά από το μηδέν.
Αυτές είναι εξάλλου κι οι δυο βασικές κατηγορίες σκέψης: η διαλεκτική κι η μεταφυσική. Άλλο αν κάποιοι επικαλούνται την πρώτη κι ακολουθούν τη δεύτερη. Σαν εκείνα τα διαλεκτικά που έλεγε ο πι-πι στις περσινές αναιρέσεις για το χρέος, αλλά δε μας έλεγε ποιος θα τα κάνει κι έρεπε σε έναν μαρξισμό μεταφυσικό, ου μην και παρά φύση.

Ενώ το άλλο είναι το κίνημα του σκέτου έξω. Έξω από τάξεις, σωματεία, κόμματα, από αγώνες εν γένει –οικονομικούς έστω. Χωρίς πάλη, με θολά αιτήματα, δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά. Στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ. Venceremos.

Εξάλλου δεν είμαστε πια στην εποχή των μαζικών χώρων εργασίας Οι εργαζόμενοι δεν έχουν μαζικούς χώρους συνεύρεσης για να σπάσουν την αποξένωση. Ο μόνος χώρος όπου συναντιούνται μαζικά είναι το διαδίκτυο, κι οι χώροι κοινωνικής δικτύωσης. Οπότε πάρε κι ένα «κίνημα του φέις μπουκ» και τρέχα-γύρευε τώρα πώς έχασες την επαφή κι έμεινες στην απέξω, για να παρέμβεις απ' έξω.

Είναι γενικώς το κίνημα του έξω. Κόσμος που το ρίχνει έξω τα απογεύματα μετά τη δουλειά, ή μετά τον πρωινό καφέ του άνεργου. Έξω όλοι, να φύγουν, ουστ, όξω πούστη απ’ την παράγκα. Έξοδος για ποτό, που δένει διαλεκτικά με την έξοδο από το ευρώ και τον καπιταλισμό.
Θέλω να βγω από δω έξω. Θέλω να βγω, απ’ το αδιέξοδο αυτό θέλω να βγω. Μα τις πλατείες τις φοβάμαι κι είναι αλήθεια, την αγανάκτηση τη ζω, τη ζωγράφισα στα στήθια.

Κι όπως λέει ο κόκορας του αρκά, προσπαθώ να βγω, αλλά δε μπορώ να θυμηθώ από πού μπήκα. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι μας έφερε, τι φταίει; Το 89’, η βάρκιζα, η εοκ; Ο καποδίστριας με τα πρώτα χρέη από τα δάνεια; Η επανάσταση του 21 που δεν είχε έγκριση απ’ τον σκάι;

Υπάρχει κι η άλλη άποψη που λέει ότι όλο αυτό μπορεί να ξεκίνησε από τα κανάλια που στόχευαν σε μια ανώδυνη εκτόνωση, αλλά ξέφυγε από τον έλεγχό τους και μπορεί να γυρίσει εναντίον τους. Όπως το 1905 με τον παπα-γκαπόν που ήταν πράκτορας της οχράνα και οδήγησε τους πιστούς στο στόμα του λύκου κρατώντας εικόνες του τσάρου στα χέρια. Αυτό όμως άναψε το φιτίλι της οργής κι η συνέχεια ήταν εκρηκτική.

Ή σαν αυτό που λένε πως έκανε ο διορατικός βενιζέλος με το εργατικό κίνημα, που το βοήθησε να ιδρύσει γενική συνομοσπονδία κι αμέσως μετά κόμμα, για να το έχει υπό τον έλεγχό του και να το ποδηγετεί. Τελικά όμως του γύρισε μπούμερανγκ. Το κουκουέ συνδέθηκε με την τρίτη διεθνή και με το προσφυγικό στοιχείο, αύξησε την επιρροή του κι ο βενιζέλος υποχρεώθηκε να αλλάξει τακτική και να το κυνηγήσει με το ιδιώνυμο.


Κάποιοι λοιπόν, βλέπουνε παπάδες στο πλήθος της πλατείας και τους βαφτίζουν με μικροαστική ανυπομονησία παπα-ανυπόμονους του νέου εαμ και νέους παπα-γκαπόν(τηδες). Ας προσέχουμε όμως, γιατί αντί για το πέτρογκραντ του 1905, μπορεί να μας προκύψει γερμανία του μεσοπολέμου λίγο μετά το κραχ του 29’. Κι ο αδόλφος «γραμμή μαζών» είχε και πολύ αποτελεσματική μάλιστα. Κι από σοσιαλφασίστες σήμερα, άλλο τίποτα...

Αντί επιλόγου ας επαναλάβουμε το επιμύθιο. Ο βασικός προβληματισμός δεν είναι αν πρέπει να παρέμβουμε σε αυτό το κίνημα, αλλά αν πραγματικά μπορούμε να το κάνουμε (ουσιαστικά, όχι κατά φαντασίαν) και με τι όρους θα μπορούσε να γίνει αυτό. Πέραν της απαισιόδοξης διαπίστωσης δεν υπάρχουν πολλά για να πει κανείς επί του πρακτέου. Αυτά τα θέματα δε λύνονται θεωρητικά από ένα μπλοκ.

Πόσο μάλλον που ούτε αυτό είναι λαϊκό ακριβώς. Μπορεί να είναι καλό, φιλολαϊκό ακόμα, σαν του λαϊκού στρώματος αλλά δεν είναι λαϊκή μορφή έκφρασης. Μάλλον υποκατάστατο και παραφθορά της αποτελεί. Μαζική ενδεχομένως, αλλά όχι γνήσια.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

αναιρεσεις




ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Νέοι και νέες, μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι και άνεργοι,
Βρισκόμαστε ήδη ένα χρόνο μετά από την υπογραφή του μνημονίου. Ένα χρόνο που η σύγχρονη χούντα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, της Ε.Ε. και του ΔΝΤ διαλύουν τα δικαιώματά μας και καταδικάζουν ολόκληρη την κοινωνία στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Ένα χρόνο που επιδείνωσε δραματικά την ήδη μαύρη κατάσταση για τους εργαζόμενους και ειδικά τη νέα γενιά. Που καλείται να σπουδάσει στο σχολείο των εξετάσεων και των ταξικών φραγμών και, αν το καταφέρει, στο πανεπιστήμιο της αγοράς για να βγει στην ανεργία, την ελαστική εργασία, την ανασφάλεια. Τα σχολεία, οι σχολές, τα νοσοκομεία κλείνουν ενώ ξεπουλιέται στο κεφάλαιο ο δημόσιος πλούτος. Ένας ολόκληρος χρόνος και ακόμα δε φαίνεται φως στο τούνελ αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική, που θέλει να επιβάλλει ένα μνημόνιο διαρκείας για το λαό ώστε να υπερβούν την κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.
Ως εδώ! αρκετά τους ανεχτήκαμε. Υπάρχει και άλλος δρόμος. Ο δρόμος του αγώνα, της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης. Που δείχνουν οι μάχες που δίνονται τα τελευταία χρόνια, από τις μεγάλες απεργιακές διαδηλώσεις μέχρι τους αγώνες στην υγεία, την παιδεία, τις συγκοινωνίες ή την ηρωική μάχη στην Κερατέα. Που ανοίγουν οι αραβικές εξεγέρσεις και οι αγωνιζόμενοι στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γιατί απέναντι στην βαρβαρότητα αυτού του συστήματος εμείς πρέπει να υπερασπιστούμε μια διαφορετική προοπτική.
Γιατί απέναντι στην τυραννία του κέρδους θέλουμε την ιστορία να την γράψουν οι ίδιες οι ανάγκες μας!
Στα αδιέξοδα του καπιταλισμού μόνος δρόμος η αντικαπιταλιστική ανατροπή – Με την επαναστατική αριστερά για τον κομμουνισμό της εποχής μας
Παλεύουμε για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και της «μνημονιακής πολιτικής» παλαιότερης και νέας, για να μπλοκάρουμε την αντεργατική εκστρατεία και να φέρουμε κατακτήσεις στο σήμερα, αναγκαίες και για την ίδια την επιβίωσή μας. Αλλά και για να ανοίξει ο δρόμος για την ανατροπή αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος, για την επανάσταση με στόχο το σύγχρονο κομμουνισμό. Και η προσπάθεια αυτή χρειάζεται την αναγέννηση του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος αλλά και την ισχυροποίηση μιας άλλης επαναστατικής αριστεράς, για την οποία προσπαθεί να συμβάλλει και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ
ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2011 – 3-5 ΙΟΥΝΗ ΓΕΩΠΟΝΙΚΗ
Για να βρεθούμε ξανά σας καλούμε όπως και κάθε χρόνο στο πολιτικό και πολιτιστικό φεστιβάλ «Αναιρέσεις». Για να συνευρεθούν τα ρεύματα του κινήματος, οι ριζοσπαστικές θεωρητικές αναζητήσεις, οι εναλλακτικές πολιτιστικές προτάσεις, η νεολαία της αμφισβήτησης και οι παλαιότερες γενιές των αγώνων. Για μια διαφορετική, έξω από το κέρδος και τον ανταγωνισμό, πρόταση, με εισιτήριο μόλις 5 ευρώ και ένα πλήθος από συζητήσεις, εκδηλώσεις, θεματικά περίπτερα, συναυλίες, workshop…

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

έχουμε ανάγκη να υπερασπιστούμε και το κράτος και το άτομο, εφόσον το ένα λειτουργεί ως όριο για το άλλο.

Το ξέσπασμα του φόβου, 1939, του Paul Klee

Πώς από τις εμπειρίες του ολοκληρωτισμού φτάσαμε στον αποχαλινωμένο ατομικισμό, που ασκεί τυραννική εξουσία σε βάρος της κοινωνίας.

του Σβετάν Τοντόροφ, από την ΕΠΟΧΗ, 8.05.11


Για να πούμε ότι είναι μια εξουσία νόμιμη, δεν αρκεί να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο έχει κατακτηθεί (για παράδειγμα, με ελεύθερες εκλογές ή πραξικόπημα), επιπλέον πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο ασκείται. Πριν από 300 χρόνια, ο Μοντεσκιέ είχε διατυπώσει ένα κανόνα για να καθοδηγήσει την κρίση μας: «Κάθε εξουσία που δεν έχει όρια, δεν μπορεί να είναι νόμιμη» έγραφε.

Οι ολοκληρωτικές εμπειρίες του 20ού αιώνα μας έκαναν ιδιαίτερα ευαίσθητους στα κακουργήματα της χωρίς όρια εξουσίας του κράτους, που είναι σε θέση να ελέγξει κάθε πράξη τού κάθε πολίτη. Στην Ευρώπη, αυτά τα καθεστώτα ανήκουν στο παρελθόν, αλλά στις δημοκρατικές χώρες παραμένουμε ευαίσθητοι στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στις δικαστικές υποθέσεις ή στα μέσα ενημέρωσης, επειδή αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση κάθε ορίου που τίθεται στην εξουσία της. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις καθοδηγούμενες από το γάλλο πρόεδρο ή τον ιταλό πρωθυπουργό ενάντια στους δικαστικούς λειτουργούς και τους δημοσιογράφους απεικονίζουν αυτόν τον κίνδυνο.

Συλλογικό και ατομικό συμφέρον

Ωστόσο, το κράτος δεν είναι ο μοναδικός κάτοχος εξουσιών σε μια κοινωνία. Στις αρχές του 21ου αιώνα, στη Δύση το κράτος έχασε μεγάλο μέρος από το κύρος του, ενώ η ευρεία εξουσία που κατέχουν μερικά άτομα ή ομάδες ατόμων, έχει γίνει με τη σειρά της μια απειλή. Περνά εντούτοις απαρατήρητη, επειδή αυτή η εξουσία βαφτίζεται με ένα ωραίο όνομα, που οι πάντες το διεκδικούν, το όνομα της ελευθερίας. Η ατομική ελευθερία είναι αξία ανερχόμενη, οι υπερασπιστές του κοινού καλού μοιάζουν σήμερα απαρχαιωμένοι.

Διαπιστώνουμε εύκολα πώς γίνεται αυτή η ανατροπή στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εκεί το συλλογικό συμφέρον έχει πληγεί σήμερα από την καχυποψία: το προηγούμενο καθεστώς για να κρύψει τα αίσχη του είχε επικαλεστεί τόσο συχνά το συλλογικό συμφέρον, που κανείς πια δεν το παίρνει στα σοβαρά. Στο πρόσωπό του βλέπουμε μονάχα μια υποκριτική μάσκα. Εάν το μόνο κίνητρο συμπεριφοράς είναι η επιδίωξη του κέρδους με κάθε τρόπο και η δίψα για δύναμη, εάν η ανελέητη μάχη και η επιβίωση του ισχυρότερου είναι οι σκληροί νόμοι της ύπαρξης, τότε ας σταματήσουμε να προσποιούμαστε και ας αποδεχτούμε ανοιχτά το νόμο της ζούγκλας. Αυτή η παθητικότητα εξηγεί γιατί οι πρώην κομμουνιστές, άνθρωποι των μηχανισμών, ήταν σε θέση να φορούν με ανησυχητική ευκολία το νέο ένδυμα του υπερφιλελευθερισμού.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις ΗΠΑ, σε ένα ιστορικό πλαίσιο εντελώς διαφορετικό, αναπτύχθηκε πρόσφατα το κίνημα Tea Party, του οποίου το πρόγραμμα διακηρύσσει την απεριόριστη ελευθερία των ατόμων και απορρίπτει κάθε κυβερνητικό έλεγχο. Απαιτεί να μειώσουμε δραστικά τους φόρους και κάθε άλλη μορφή αναδιανομής του πλούτου. Οι μόνες δημόσιες δαπάνες που βρίσκουν δικαιολογημένες οι υποστηρικτές του, αφορούν το στρατό και την αστυνομία, δηλαδή την ασφάλεια των ατόμων. Όποιος αντιτίθεται σε αυτή τη θεώρηση του κόσμου, αντιμετωπίζεται σαν κρυπτοκομμουνιστής! Το παράδοξο είναι ότι το κίνημα αυτό διεκδικεί τη χριστιανική θρησκεία, ενώ ο χριστιανισμός, όπως και οι άλλες μεγάλες πνευματικές παραδόσεις, συνιστά τη φροντίδα για τους αδύναμους και τους φτωχούς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, περνάμε από το ένα άκρο στο άλλο, από το ολοκληρωτικό καθεστώς στο νεοφιλελεύθερο άτομο, από ένα ελευθεριοκτόνο καθεστώς σε ένα κοινωνιοκτόνο, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όμως η δημοκρατική αρχή θέλει όλες οι εξουσίες να υπόκεινται σε περιορισμούς: όχι μόνο οι εξουσίες των κρατών, αλλά και των ατόμων, ακόμα και όταν εμφανίζονται με προκάλυμμα την ελευθερία.

Η ελευθερία ως δικαίωμα και ως δυνατότητα

Η ελευθερία που έχουν οι κότες να επιτεθούν στις αλεπούδες, είναι αστεία, επειδή οι πρώτες δεν έχουν την ικανότητα να ασκήσουν αυτή την ελευθερία. Η ελευθερία της αλεπούς είναι επικίνδυνη γιατί η αλεπού είναι η πιο δυνατή. Με τους νόμους και τους κανόνες που θεσπίζει ο κυρίαρχος λαός, έχει το δικαίωμα να θέσει περιορισμούς στην ελευθερία όλων μας. Αυτός ο περιορισμός δεν επηρεάζει όλο τον πληθυσμό με τον ίδιο τρόπο, οριοθετεί αυτούς που έχουν ήδη πολλή εξουσία και προστατεύει αυτούς που έχουν πολύ λίγη.

Η οικονομική εξουσία είναι η πρώτη από τις εξουσίες που εναποτίθενται στα χέρια των ατόμων. Η εταιρεία έχει ως στόχο να δημιουργήσει κέρδη για τους μετόχους της χωρίς τα οποία είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Αλλά εκτός από τα ιδιαίτερα  συμφέροντά τους, οι κάτοικοι μιας χώρας έχουν κοινά ενδιαφέροντα, στην εξυπηρέτηση των οποίων οι εταιρείες δεν συμβάλλουν αυθόρμητα. Είναι ευθύνη του κράτους να αποδεσμεύσει τους απαραίτητους πόρους για να φροντίσει το στρατό και την αστυνομία, αλλά επίσης για την εκπαίδευση και την υγεία, το δικαστικό σύστημα και τις υποδομές. Ή για την προστασία της φύσης: το διάσημο αόρατο χέρι που αποδίδεται στον Άνταμ Σμιθ δεν εξυπηρετεί πολύ σε αυτή την περίπτωση. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της διαρροής πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού την άνοιξη του 2010: οι εταιρείες πετρελαιοειδών επιλέγουν φθηνά κατασκευαστικά υλικά και ως εκ τούτου ελάχιστα αξιόπιστα.

Η εξουσία του χρήματος

Απέναντι στη δυσανάλογη οικονομική εξουσία που κατέχουν τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων, η πολιτική εξουσία αποδεικνύεται συχνά πολύ αδύναμη. Στις ΗΠΑ, στο όνομα της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης, το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέπει τη χρηματοδότηση των υποψηφίων στις εκλογές από επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι όσοι έχουν περισσότερα χρήματα μπορούν να επιβάλουν τους υποψήφιους της επιλογής τους.

Ο πρόεδρος της χώρας, αναμφισβήτητα ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες του πλανήτη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προώθηση μιας μεταρρύθμισης της κοινωνικής ιατρικής περίθαλψης, την επιβολή κανόνων για τη δραστηριότητα των τραπεζών, τη μείωση της οικολογικής ζημιάς που προκαλείται από τον τρόπο ζωής των συμπολιτών του.

Στις ευρωπαϊκές χώρες συμβαίνει συχνά οι κυβερνήσεις να υπηρετούν την εξουσιά του χρήματος, δημιουργώντας χώρο για μια νέα πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία, η οποία διαχειρίζεται τις δημόσιες υποθέσεις προς το συμφέρον ορισμένων ατόμων. Ή ακόμα οι υπουργοί να ασκούν τα καθήκοντά τους ως άτομα φιλοχρήματα που δέχονται να πληρώνουν άλλοι τις διακοπές τους.

Ελευθερία και σχέσεις εξουσίας

Η ελευθερία της έκφρασης παρουσιάζεται ως το θεμέλιο της δημοκρατίας και για αυτό το λόγο οφείλει να μην γνωρίζει κανένα εμπόδιο. Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι είναι ανεξάρτητη από την εξουσία που αντιπροσωπεύει; Δεν αρκεί να έχουμε το δικαίωμα να εκφραζόμαστε, πρέπει να έχουμε και τη δυνατότητα. Όταν αυτή η δυνατότητα λείπει, η «ελευθερία» αυτή δεν είναι παρά κενός λόγος.
Όλες οι πληροφορίες, όλες οι απόψεις δεν είναι αποδεκτές με την ίδια ευκολία στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Η ελεύθερη έκφραση, όμως, των ισχυρών μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες για αυτούς που δεν έχουν φωνή: είναι κοινός ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Εάν έχουμε την ελευθερία να πούμε ότι όλοι οι Άραβες είναι ισλαμιστές που δεν μπορούν να ενσωματωθούν, εκείνοι δεν θα έχουν πια την ελευθερία ούτε να βρουν δουλειά ούτε να περπατήσουν στους δρόμους χωρίς να τους ελέγχουν.

Η δημόσια διατύπωση των απόψεών μας είναι μια εξουσία ανάμεσα σε άλλες, που πρέπει μερικές φορές να είναι υποστεί περιορισμούς. Πού θα βρούμε το κριτήριο το οποίο επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τους καλούς περιορισμούς από τους κακούς; Όπως, για παράδειγμα, αυτοί που συναρτώνται με τη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε αυτόν που μιλά και αυτόν για τον οποίο μιλάμε. Δεν είναι το ίδιο να κάνουμε μια επίθεση εναντίον των ισχυρών της ημέρας με το να υποδεικνύουμε στην κοινή γνώμη ένα εξιλαστήριο θύμα. Μια εφημερίδα είναι απείρως πιο αδύναμη από το κράτος και δεν υπάρχει λόγος να περιορίσουμε την ελευθερία της έκφρασής της, όταν ασκεί κριτική, αρκεί να θέτει αυτήν την κριτική στην υπηρεσία της αλήθειας.

Όταν μια ιστοσελίδα αποκαλύπτει μια συμπαιγνία ανάμεσα στις δυνάμεις του χρήματος και τους πολιτικούς, η χειρονομία της δεν έχει τίποτα το “φασιστικό”, ό,τι κι αν λένε αυτοί που αισθάνονται ότι γίνονται στόχος. Οι διαρροές από τα Wikileaks δεν έχουν τίποτα το ολοκληρωτικό: τα κομμουνιστικά καθεστώτα καθιστούσαν διαφανή τη ζωή των αδύναμων ατόμων, όχι του κράτους. Αντίθετα, η εφημερίδα είναι πιο δυνατή από ένα άτομο, και το «μιντιακό λιντσάρισμα» συνιστά κατάχρηση εξουσίας.

Το δίκαιο του ισχυρού και του ανίσχυρου

Οι υποστηρικτές της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης αγνοούν τη διάκριση ανάμεσα στους ισχυρούς και τους ανίσχυρους, και αυτό τους επιτρέπει να επαναπαύονται στις δάφνες τους. Ο συντάκτης της δανέζικης εφημερίδας “Jyllands-Posten”, που είχε δημοσιεύσει το 2005 το σύνολο των γελοιογραφιών του Μωάμεθ, επιστρέφει 5 χρόνια αργότερα και συγκρίνεται, με μετριοφροσύνη, με τους αιρετικούς του Μεσαίωνα που καίγονταν στην πυρά, με τον Βολταίρο που ήταν σφοδρός αντίπαλος της παντοδύναμης εκκλησίας και με τους διαφωνούντες που διώκονταν από την σοβιετική αστυνομία. Αναμφισβήτητα, η εικόνα του θύματος ασκεί σήμερα ακαταμάχητη έλξη! Ο δημοσιογράφος ξεχνά, με τον τρόπο αυτό, ότι οι θαρραλέοι της ελευθερίας της έκφρασης μάχονται ενάντια στους κατόχους της πνευματικής και εγκόσμιας εξουσίας της εποχής τους, όχι ενάντια στις μειοψηφίες που είναι θύματα διακρίσεων.

Το να θέσεις όρια στην ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει ότι συνηγορείς υπέρ της λογοκρισίας, αλλά ότι κάνεις έκκληση στην ευθύνη αυτών που κατέχουν τα μέσα. Η τυραννία των ατόμων είναι σίγουρα λιγότερο αιματηρή από αυτή των κρατών. Είναι όμως ένα εμπόδιο για μια ικανοποιητική δημόσια ζωή. Τίποτα δεν μας υποχρεώνει να εγκλωβιστούμε στις δύο ακραίες επιλογές: έχουμε ανάγκη να υπερασπιστούμε και το κράτος και το άτομο, εφόσον το ένα λειτουργεί ως όριο για το άλλο.


Μετάφραση από τη «Μοντ» Ειρήνη Δρόσου

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011



Ρε Καρατζαφέρη δε διαλύεις και το κόμμα σου φεύγοντας;

Η ματσόλα

http://rigasili.blogspot.com

του Θανάση Καρτερού 
από την Αυγή
Στην πολιτική τα όχι είναι εύκολα, τα ναι δύσκολα. Η σοφή διαπίστωση έχει ένα χαρακτηριστικό: Είναι αιωνόβια, σαν τους παπαγάλους. Από την εποχή του Πάγκαλου του μεγάλου, που ήταν μακριές οι φούστες, μέχρι την εποχή του Πάγκαλου του μικρού, που είναι μακριές οι γλώσσες, επιπίπτει επί των κεφαλών των ατάκτων: Λέτε μόνο όχι, είστε άρνηση, δεν έχετε προτάσεις.

Η ματσόλα κοπανάει διαχρονικώς την αριστερά, αλλά δεν κάνει διακρίσεις -περιλαβαίνει συνδικάτα, κινήματα, και εν γένει διαμαρτυρόμενους και εξεγερμένους. Άρα δεν ήταν δυνατό να λείψει από την κριτική του κινήματος των Αγανακτισμένων -και δεν μιλάμε εδώ μόνο για την αστείρευτη σε προκλήσεις φαντασία του αντιπροέδρου. Μιλάμε για σύννοες, ανήσυχους και μεταμοντέρνους που αναστενάζουν: Όλα καλά, αλλά πού είναι οι προτάσεις;

Πού είναι για; Γιατί δεν είναι βέβαια πρόταση να φύγει η κυβέρνηση του Μνημονίου. Να ανατραπεί η σημερινή πολιτική. Να αποκτήσει η δημοκρατία χαρακτηριστικά αλληλεγγύης. Να εισβάλει η κοινωνική δικαιοσύνη στην καθημερινότητα. Να έχουν λόγο οι πολίτες για το μέλλον τους. Να ανοίξουν ορίζοντες για τους νέους που βολοδέρνουν στην ανεργία. Αυτές δεν είναι προτάσεις -είναι απλώς όνειρα.

Και τι τους ενοχλούν τα όνειρα τους χειριστές της ματσόλας; Μα δεν τα εμπορεύονται οι ίδιοι. Επί δεκαετίες μας πουλάνε σοσιαλισμό αντί βαρβαρότητας, κοινωνική δικαιοσύνη, δουλειά για όλους, όμορφο μέλλον για τα ατίθασα νιάτα και ασφαλές για τα περήφανα γηρατειά, πάταξη της διαφθοράς, εξόντωση της φοροδιαφυγής, την Ελλάδα που αξίζουμε. Δηλαδή όνειρα και μάλιστα μαϊμού. Αλλά αυτό δεν πειράζει. Γίνεται με την άδεια του κράτους τους. Ενώ τα όνειρα των Αγανακτισμένων είναι απαράδεκτα -δεν πληρώνουν ούτε ΦΠΑ.

Κι αν μιλάμε για ναι και προτάσεις -α, εκεί είναι καθηγητές. Θυμάται κανείς μια πρόταση σοβαρή που να εκτοξεύτηκε προεκλογικά και να υλοποιήθηκε μετεκλογικά; Ξεχνάει κανείς πόσες φορές έκαναν το αντίθετο από αυτό που πρότειναν; Ή υπάρχει έστω ένας που να μην έχει πια καταλάβει ότι με τα όχι -τη δήθεν σκληρή αντιπολίτευση- εκλέγονται, για να εφαρμόσουν μετά τα ναι τους;

Δεν δικαιούνται λοιπόν να απευθύνονται περιφρονητικά, πατρικά ή διδασκαλικά στους Αγανακτισμένους. Ας ακούσουν μια φορά. Τα όχι, τα ναι, τις προτάσεις, την οργή τα όνειρα ενός κόσμου ολόκληρου. Φτάνει το παρ’ τα όλα με τη ματσόλα.