Σελίδες

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Η Αριστερά έχει μια λαμπρή παράδοση και ένα μίζερο παρόν

Η Αριστερά έχει μια λαμπρή παράδοση και ένα μίζερο παρόν.

του Γιώργου Παπασπυρόπουλου από την Αριστερή Στρουθοκάμηλο

Δεν είναι σε θέση εδώ και πολύ καιρό να ξαναενώσει τα κομμάτια της. Δεν θέλει καν. Ακόμη κι όταν υπάρχουν φανερά σημεία σύγκλισης ή και ταύτισης, η ενότητα δεν είναι επιθυμητή. Εφευρίσκονται λόγοι για να μην υπάρξει ενότητα. Κανείς/καμιά δεν ρίχνει τη μούρη του/της.
Τι πιθανότητες έχει μια πολιτική δύναμη που δεν μπορεί να ενώσει και  να ενωθεί;

Δεν θέλει εδώ και πολύ καιρό να συνεργαστεί με κανέναν. Να συνεργαστεί ισότιμα εννοείται - γιατί στο καπέλωμα είναι πρώτη. Τους άλλους τους βλέπει σαν τσόντες ή βλέπει τον εαυτό της σαν τσόντα σε σχέση με τους άλλους. Μιλά πάντα για "συσχετισμούς" που πρέπει να αλλάξουν. Τι εννοεί άραγε; Εννοεί ότι αν δεν είναι αυτή δεν θα είναι κανένας άλλος. Στο μεταξύ δεν υπάρχει περίπτωση κυβερνητικής συνεργασίας, ανοχής, έμμεσης υποστήριξης έστω μιας άλλης συνεργασίας. 
Τι πιθανότητες έχει μια δύναμη που δεν συνεργάζεται με κανέναν; Να υποθέσουμε ότι την απλή αναλογική την ζητά μόνο και μόνο για λίγους βουλευτές παραπάνω;

Δεν έχει να προτείνει καμιά λύση, καμιά εναλλακτική. Δεν κάνει προτάσεις καν. Τρία γράμματα συνοψίζουν ολόκληρο το πρόγραμμά της: ο, χ, ι... Κι όταν τις κάνουν άλλοι, τις απορρίπτει - βρίσκει πάντα κάτι αρνητικό, διαπιστώνει πάντα με θλίψη ότι δεν μπορεί να συμμετέχει. Όταν έρθει η ώρα να πει το ναι ή το όχι, διαλέγει πάντα το δεύτερο - σε τελευταία ανάλυση πάντα αλλά ...όχι!
Τι πιθανότητες έχει μια δύναμη χωρίς προτάσεις; Όταν "τρία γράμματα μόνο φωτίζουν" κάθε συμπέρασμά της;

Δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις σκέψεις και τις προτάσεις κανενός φίλου ή συνοδοιπόρου της. Τους φοβάται. Δεν μπορεί νάχουν δίκιο εκείνοι που δεν έχουν κομματικά αξιώματα... Αυτό θα αμφισβητούσε την κομματική ιεραρχία. Θα σήμαινε αλλαγές - κι αυτές είναι επικινδυνες για την αιώνια ηγεσία. Δεν ακούει λοιπόν κανέναν - ξέρει αυτή.
Τι πιθανότητες έχει μια δύναμη που τα ξέρει όλα εκ των προτέρων; Που δεν ακούει κανέναν;

Όλα τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά, εδώ και καιρό, όλων των μορφών της κομματικής αριστεράς. Ακόμα και η κρίση δεν απάλυνε τις διαφορές, δεν έδωσε τίποτα στην ενότητα, δεν πρόσφερε κάποια ευκαιρία να παραμεριστούν τα ιδεολογήματα και να αυξηθεί η συνεργασία. Μάλλον τις βάθυνε. Μάλλον ανέβασε στο ζενίθ τις αντιπαραθέσεις και τις εκατέρωθεν κατηγορίες. Σε σημείο που παρά την μεγάλη τους στενοχώρια για το γεγονός, όλοι πια οι αριστεροί να αντιλαμβάνονται ότι η σημερινή αριστερά δεν παίζει κανέναν ρόλο στην πραγματικότητα. Γιατί δεν έχει χαρακτήρα, θέσεις, όραμα, προσωπικότητα - κάτι το σαφές και το διακριτό. Δεν έχει πρόταση. Ζει από το ένδοξο παρελθόν - ζει από την ιστορική της περίοδο της προσφοράς και των διώξεων. Ζει από τα έτοιμα σαράντα σχεδόν χρόνια τώρα - εξαργυρώνοντας το Πολυτεχνείο, την ΕΔΑ, την Αντίσταση.
Δεν μπορεί πια να πει καν, "κάτι αριστερό"...

Είναι ίσως καταθλιπτικό, αλλά αυτή η αριστερά μοιάζει να έχει τελειώσει προ πολλού. Τα ζωτικά της όργανα δεν δίνουν πια σημεία ζωής. Δεν έχει καν όρεξη να συμβάλλει να διασωθεί η χώρα από την κρίση ή να παρουσιαστεί ανθεκτική στον διεθνή ανταγωνισμό. Λέει μόνο "βγάλτε με και θα δούμε τι θα κάνουμε" επειδή και η ίδια δεν το πιστεύει - άλλωστε κολλημένη είναι δεκαετίες τώρα στα ίδια ποσοστά. Απλά έχει βάλει τον αυτόματο πιλότο - και στην σκέψη και στην δράση. Καρμπόν όλα - όπως παλιά...
Τι πιθανότητες έχει μια τέτοια Αριστερά;

Είναι φυσικά δύσκολες κάποιες αλήθειες. Μήπως όμως η Αριστερά ανήκει σε μια εποχή που πέρασε και απλά δεν έχει στο dna της δύσκολες και πιο ολιστικές προσεγγίσεις όπως την οικολογία, την έννοια της αειφορείας, την σημασία της κλιματικής αλλαγής, του υπερπληθυσμού, των ορίων της ανάπτυξης ή ακόμη και της ανάγκης της σχεδιασμένης αποανάπτυξης; Ή της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας; Πιθανόν. Δεν είναι άλλωστε κάτι υποχρεωτικά κακό. Καθένας στην εποχή του. Σήμερα νέα προβλήματα ζητούν νέες απαντήσεις. Κι ένας οργανισμός που δεν μπορεί να ανανεωθεί πια σημαίνει ότι έχει ολοκληρώσει την ιστορική του διαδρομή - τι πιο έξυπνο από να αφομοιωθεί στο καινούργιο;


υγ  Και με τις επείγουσες ανάγκες διαχείρισης της πολιτικής πραγματικότητας και της κρίσης τι γίνεται "χωρίς Αριστερά"; Μα δεν κατάργησε κανείς ξαφνικά την Αριστερά - μόνη της αρνήθηκε τις πρωτοβουλίες και οχυρώθηκε στο ένδοξο παρελθόν και τις γραφές (με ζηλευτή θρησκευτικότητα) - άρα η παρουσία της δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτα: ο δρόμος είναι ανοιχτός στην ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων και το μόνο πρόβλημα των αριστερών -στο κατά πόσον θα συμμετέχουν- είναι μια ισχυρή δεσμευτική νοσταλγία άλλων εποχών που τους (μας) στρέφει στα ίδια και τα ίδια. 
Κι όπως ο δρόμος είναι ανοιχτός έτσι και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές: τα ξαναζεσταμένα όνειρα της κεντροαριστεράς ή της αριστερής "αντιμνημονιακής" ενότητας αλλά και της εξαντλημένης "ανανέωσης" δεν επαρκούν πια. Αυτό που χρειάζεται σε μεγαλύτερες ποσότητες είναι ανοιχτά μυαλά και συγκεκριμένα βήματα: η ζωή άλλωστε αναπληρώνει κάθε κενό και ανανεώνεται με την επίλυση των προβλημάτων, όχι την διαιώνισή τους...


Για την ανάληψη πολιτικής ευθύνης: Γιώργος Παπασπυρόπουλος

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ -ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ - ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

του Ε. Balibar 
μετάφραση: Τάκης Καναβάρος

Το κείμενο που ακολουθεί, με τίτλο «Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό», είναι το σύνολο των εισηγήσεων του Ε. BALIBAR κατά τη διάρκεια ενός κύκλου 20 σεμιναρίων που πραγματοποιήθηκε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes en Sciences Sociales (έτος 1987-88). Το κείμενο αποτελείται από 13 κεφάλαια, τα οποία συγκεντρώνουν, με τη μορφή κάποιων θέσεων υποθέσεων, τις βασικές ιδέες γύρω από τις οποίες οργανώθηκε η συζήτηση κατά τη διάρκεια των σεμιναρίων. Με αυτή την έννοια, το κείμενο δεν αποτελεί συμπύκνωση θέσεων ή συστηματοποίηση ερευνών γύρω από τη σχέση ρατσισμού εθνικισμού, αλλά περιγράφει, με τη μορφή προτάσεων για συζήτηση, τις διαστάσεις αυτού του σημαντικού πολιτικού και ιδεολογικού ζητήματος.

1. Δομή και συγκυρία

Ο ρατσισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο του οποίου οι μορφές έκφρασης, οι φορείς, τα αντικείμενα (ή θύματα) και τα αποτελέσματα εξαρτώνται και καθορίζονται από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία.

Οι ποικίλες μορφές εμφάνισης και έκφρασης του ρατσισμού καθιστούν προβληματική τη χρησιμοποίηση μιας και μόνης κατηγορίας (ο ρατσισμός) για την περιγραφή αυτού του πολύπλοκου φαινομένου. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο ρατσισμός πρέπει να αποφύγουμε να τον θεωρήσουμε ως μια ουσία διϊστορική ή ως έκφραση μιας άλλης «κρυμμένης» ουσίας (καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, εθνικισμός). Αντίθετα, είναι προφανές ότι ο σύγχρονος ρατσισμός δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα επεισόδιο ή μια επιβίωση παλαιών μορφών, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο με ιστορικές ρίζες, το οποίο αναπτύσσεται συνεχώς.

Πρόκειται για ένα «ψυχολογικό» φαινόμενο; Όχι, αν το θεωρήσουμε ως προκατάληψη ή ως παραλήρημα. Ναι, αν το - αναλύσουμε ως ιδεολογική δομή η οποία συγκροτεί «υποκείμενα» και «συμπεριφορές» (ατομικές ή και συλλογικές, συνειδητές ή και ασυνείδητες).

Ο ρατσισμός (οι διάφορες μορφές του) είναι πάντοτε μια κοινωνική σχέση που σχηματίζει ένα σύστημα αναπαραστάσεων, θεσμών και κινημάτων.

Αυτό το σύστημα αρθρώνεται με το σύστημα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας, την πολιτική πάλη των τάξεων, τις μορφές του Κράτους - Έθνους, την αστική οικογένεια κ.τ.λ. Συνοπτικά: ο ρατσισμός, είναι μία κοινωνική σχέση η οποία σχηματίζει μία ιστορική ενότητα (αντιφατική) με άλλες κοινωνικές σχέσεις. Ο βασικός καθορισμός της σημερινής συγκυρίας είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «πέρασμα στην πράξη» δηλαδή μία τάση μετασχηματισμού του «θεσμικού» ρατσισμού (φυσιολογικά εγγεγραμμένου στις δομές του Σύγχρονου Κράτους) σε θεσμοποιημένο ρατσισμό (συγκρότηση ενός «ρατσιστικού» Κράτους μέσω ενός πολιτικού κινήματος ικανού να ηγεμονεύσει). Για να το πούμε με διαφορετικά λόγιας συλλογικοποίηση «ιδιωτικών» (ρατσιστικών) συμπεριφορών, αμοιβαία αναγνώριση μαζών θεσμών μέσω του ρατσισμού, σχηματισμός ενός διαταξικού consensus, «μετάφραση» των κοινωνικών προβλημάτων σε εθνικά προβλήματα. Στη σημερινή συγκυρία, παρατηρούμε την αποκρυστάλλωση των αποτελεσμάτων της κρίσης της μορφής Έθνος (που δεν αντιφάσκει με την γενίκευση αυτής της μορφής σε όλο τον πλανήτη) και του εργατικού κινήματος (που δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την επέκταση της προλεταριοποίησης ενώ παράλληλα αναδεικνύει τα στενά όρια του διεθνισμού). Στο έδαφος αυτής της διπλής κρίσης και των αποτελεσμάτων της γίνεται φανερό ότι μόνο η αποδιάρθρωση αυτού που θα ονομάζουμε «ρατσιστική» κοινότητα (communauté raciste) μπορεί να αποτελέσει διέξοδο από την σημερινή κρίση. Τα πολιτικά μέσα όμως για την αποδιάρθρωση της «ρατσιστικής» κοινότητας δεν έχουν ακόμη βρεθεί.


2. Οι μεταμορφώσεις της ρατσιστικής ιδεολογίας

Το ερώτημα που έχει τεθεί (στη Γαλλία και άλλες χώρες) είναι αν πρόκειται για ένα «νέο ρατσισμό», μη αναγώγιμο στους «επίσημους» ορισμούς που προτάθηκαν από την ιστορία, τη φιλοσοφία και την ανθρωπολογία μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου και κατά τη διάρκεια της εποχής της αποαποικιοποίησης. Πράγματι, από τη δεκαετία του 60, παρατηρείται μία διαδικασία αντικατάστασης της ρατσιστικής ιδεολογίας που συγκροτείται με βάση τη βιολογική διαφορά από εκείνη που τείνει να «θεσμοποιήσει» την πολιτισμική διαφορά ως πυρήνα του σύγχρονου ρατσισμού.

Αυτή η μετατόπιση, δεν μπορεί να εμφανίζεται με τις ίδιες μορφές σε όλες τις χώρες, γιατί η κυρίαρχη μορφή της εθνικιστικής ιδεολογίας δεν είναι παντού η ίδια. (Στη Γαλλία, η τάση για αφομοίωση των πολιτισμικών διαφορών ήταν ανέκαθεν ισχυρότερη από την ιδεολογία της «βιολογικής» διαφοράς των λαών).

Επί πλέον, η μετατόπιση αυτή ποικίλει ανάλογα με τα «αντικείμενα» του ρατσισμούς ο αντισημιτισμός (θεολογικής προέλευσης ιδεολογία) είναι, με αυτή την έννοια, το χαρακτηριστικό παράδειγμα του «ρατσισμού χωρίς ράτσα». Τέλος, οι μεταλλάξεις του λόγου του ρατσισμού (που είναι δείκτες μετασχηματισμών της ιδεολογικής του δομής) δεν πρέπει να συγκαλύπτουν την αναπαραγωγή ορισμένων κοινωνικών πρακτικών, όπως η απομόνωση πληθυσμών και η κυριαρχία επ' αυτών, που αποτελούν «δομικά» χαρακτηριστικά του ρατσισμού. Στο μέτρο που οι παραπάνω προϋποθέσεις ισχύουν, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι από τη δεκαετία του 60 υπάρχει μια μετατόπιση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Ακόμη και οι κοινωνιοβιολογικές θεωρίες τείνουν περισσότερο να θεσμοποιήσουν τις πολιτισμικές διαφορές ως πυρήνα της σύγχρονης ρατσιστικής ιδεολογίας, παρά να θεμελιώσουν τη διαίρεση της ανθρωπότητας με βάση μια ψευτοεπιστήμη των «φυλών». Κάτω από αυτό το πρίσμα ο «διαλογικός» ρατσισμός του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (κοινωνικός Δαρβινισμός) βρίσκεται σε υποχώρηση. Ο «βιολογικός» ρατσισμός είναι η έκφραση της ιδεολογίας των κληρονομικών διαφορών και του σωματικού «φαντάσματος» (εγγραφή ψυχοκοινωνιολογικών χαρακτηριστικών στο ανθρώπινο σώμα). Αντίθετα, ο «κουλτουραλιαμός» (culturalisme) (δηλ. η θεωρία των πολιτισμικών διαφορών) κατόρθωσε να συγκαλύψει επιφανειακά την ιδέα της ιεραρχίας, η οποία όμως παρουσιάζεται ως αναγκαία συνθήκη «ταξινόμησης» των διαφορετικών πολιτισμών (Bildung σε αντίθεση με την Kultur). Ο «επιστημονικός» ρατσισμός του 19ου αιώνα, ως εφαρμογή των «εξελικτιστικών» θεωριών (théories évolutionistes), βρίσκει τις ρίζες του στις πρώτες επεξεργασίες του «γενεαλογικού» σχήματος κατά την κλασική εποχή, (αυτές οι επεξεργασίες λαμβάνουν χώρα κατά την περίοδο της μετάβασης από τη «θεολογική» στη «φυσιοκρατική» ανθρωπολογία).

Ο σύγχρονος «νεορατσισμός» είναι ίσως ένα φαινόμενο μετάβασης προς το «μεταρατσισμό» (που είναι πάντα ένας ρατσισμός).

Το φαινόμενο αυτό αναπτύσσεται την εποχή της αποαποικιοποίησης και του αυξανόμενου ρόλου του σχολικού μηχανισμού στην αναπαραγωγή και νομιμοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, ο «νεορατσισμός» οφείλει να προσαρμοστεί στη διεθνοποίηση των επικοινωνιών και της κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης, και στο μετασχηματισμό των «συνόρων» σε όργανα κοινωνικής προφύλαξης (η τρομοκρατία, το AIDS). Οι νέες «φυλές», στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι, οι μετανάστες και οι «κοινωνικά αποκλεισμένοι». Σ' αυτές τις νέες κατηγορίες εφαρμόζονται πολιτικά και ανθρωπολογικά σχήματα αποκλεισμού τα οποία θεμελιώνονται στη βάση ενός τριπλού καθορισμού (ταξική καταγωγή, εθνική προέλευση, κοινωνική παθολογία).

Παράλληλα, μέσω αυτών των νέων κατηγοριών πραγματοποιείται αποτελεσματικά η καθημερινή ιδεολογική αναστροφή των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων. (Στη Γαλλία, οι περισσότεροι μετανάστες δεν είναι νομικά ξένοι, και κατά συνέπεια τα προβλήματα της μετανάστευσης είναι προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας, a forriori στη Μ. Βρετανία).

3. Το «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού

Η ιστορία του ρατσισμού σε κάθε χώρα πρέπει να αναλύεται με αναδρομικό τρόπο, ως ένας συνδυασμός πολλών ιδεολογικών σχηματισμών οι οποίοι αναδιοργανώνονται συνεχώς, με τρόπο ώστε να συγκροτούν το πεδίο μιας «μνήμης» που χρησιμεύει για την ερμηνεία του παρόντος με βάση ένα απωθημένο ή εξιδανικευμένο παρελθόν (δεν είναι λοιπόν η φυλή που αποτελεί τη βιολογική μνήμη του είδους, αλλά είναι ο ρατσισμός που συνιστά μια ιδεολογική μνήμη των σύγχρονων κοινωνιών). Η αναφορά στο «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού σημαίνει ότι ο σύγχρονος ρατσισμός παραπέμπει σε γεγονότα (και όχι μόνο σε δομές) και στα ασυνείδητα ή συνειδητά ίχνη που άφησαν αυτά τα γεγονότα (στο πεδίο μιας συλλογικής μνήμης). Πρόκειται αφ' ενός για τα ίχνη του αντισημιτισμού και της κατάληξης του στο ναζισμό και αφ' ετέρου για τα ίχνη της αποικιοκρατίας και της «ελλιπούς» αποαποικιοποίησης.

Ο αντισημιτισμός δεν έχει πλέον μόνο τη παραδοσιακή «αντικαπιταλιστική» του λειτουργία με την οποία συναρθρώνεται η εξιδανίκευση της «χριστιανικής» Ευρώπης.

Παράλληλα, συγκροτεί το μοντέλο μιας οριστικής λύσης του προβλήματος «μετανάστης».

Η νεοαποικιοκρατία επανενεργοποιεί, σε διεθνή κλίμακα, ένα ιδεολογικό σχηματισμό ο οποίος παρουσιάστηκε στη Γαλλία μετά την Επανάσταση και τις Η.Π.Α. μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Πρόκειται για τη «νομιμοποίηση» των ανισοτήτων πέρα από την «τυπική» νομική ισότητα.

Τα ίχνη του αντισημιτισμού και της νεοαποικιοκρατίας συγκροτούν την αναπαράσταση της Δύσης ως εστίας του παγκόσμιου Πολιτισμού η οποία απειλείται από την επιστροφή ή την επιβίωση της «βαρβαρότητας» (που μπορεί να πάρει τη μορφή του επιθετικού καπιταλισμού των Αράδων ή των Ιαπώνων όπως επίσης και τη μορφή της «δημογραφικής» έκρηξης των εξαθλιωμένων πληθυσμών του Νότου).

4. Ο «ταξικός» ρατσισμός

Η πάλη των τάξεων και η πάλη των «φυλών» είναι δύο ανταγωνιστικά σχήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας τα οποία συγκροτούνται όταν οι ιδεολογικές δομές της χριστιανικής φεουδαρχίας αντικαθίστανται από εκείνες του καπιταλισμού. Η αντικατάσταση των τάξεων από τις φυλές είναι συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέκταση και με την «εθνοποίηση» των κρατών. Αυτές οι δύο διαδικασίες συνεισφέρουν στην «εθνοποίηση» των σχέσεων κυριαρχίας. Οι πρώτες «φυλές» είναι οι τάξεις της περιόδου της μετάδοσης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Ήδη όμως, με την εμφάνιση της ισπανικής ιδεολογίας (idéologie espagnole) της «καθαρότητας» του αίματος, οι γενεαλογικοί, πολιτικοί και θεολογικοί καθορισμοί αυτής της ιδεολογίας είχαν ενσωματωθεί στο «εθνικιστικό» σύστημα αναπαραστάσεων και θεσμών.

Η «εθνοποίηση» του «ταξικού» ρατσισμού αναπαράγεται στη σύγχρονη εποχή έχοντας ως αντικείμενο (και στόχο) το προλεταριάτο. Στις αρχές του 19ου αιώνα συγκροτείται στην Ευρώπη μία κοινωνική ανθρωπολογία η οποία κατασκευάζει την έννοια «φυλή των εργατών» (race des ouvriers), θεμελιώνοντας παράλληλα μία σχέση αντιστοιχίας ανάμεσα στην οικονομική αθλιότητα, το βιολογικό εκφυλισμό και την τάση για εγκληματικότητα.

Αυτός ο ιδεολογικός σχηματισμός (ο οποίος «θεωρητικοποιήθηκε» από την Ιατρική, την Ψυχολογία και τη Στατιστική) παραπέμπει σε τρεις ιστορικές διαδικασίες.

α) Την πολιτική Δημοκρατία, δηλ. την πάλη των τάξεων για ισότητα, μετά τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. (Οι εργαζόμενες τάξεις είναι «επικίνδυνες» τάξεις σύμφωνα με τον L. Chevalier).

β) Την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως του «ίδιου» χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών. Αυτό πραγματοποιείται όχι μόνο με τη μορφή που υπήρχε στην αρχαιότητα (το σώμα του υπηρέτη και το πνεύμα του κυρίου) αλλά κυρίως με τη σύγχρονη μορφή που παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας (Taylor)ς Οι άνθρωποι σώματα (ή υποάνθρωποι) και οι υπεράνθρωποι της κυρίαρχης τάξης, που είναι (hommes sans corps) άνθρωποι «χωρίς σώμα» και ταυτόχρονα προικισμένοι με ένα «υπερσώμα» (σεξουαλικό και αθλητικό). γ)Την ανάπτυξη της ανθρωπονομίας (σύμφωνα με την έκφραση του D. Bertaux)ς Δημογραφικές τεχνικές και θεσμοί οικογενειακής και χωροταξικής σχεδιοποίησης συνδεδεμένοι με τις αντιφατικές αναγκαιότητες του καπιταλισμού. (Διατηρώντας ένα υπερπληθυσμό και «σταθεροποιώντας» την εργασιακή δύναμη μέσω της θεσμοποίησης μιας «κοινωνικής κληρονομικότητας» της εργατικής τάξης).

Οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών κατά τον 19ο και 20ο αιώνα (μετανάστευση και μετακινήσεις στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών) και η αποικιοκρατική επέκταση, θεσμοποιώντας στο εσωτερικό των εθνικών χώρων τα σύνορα μεταξύ των «αυθεντικά εθνικών» εργαζόμενων και των «ιθαγενών», επέτρεψαν τη μετατόπιση των «φυλετικών χαρακτηριστικών».

Αφ' ενός, η εργατική τάξη «εθνοποιήθηκε» και μετασχηματίστηκε σε ενεργό παράγοντα της πολιτικής μέσω του θεσμού της καθολικής ψηφοφορίας και του Κράτους Πρόνοιας. Αφ' ετέρου, ο μετανάστης και ο «ιθαγενής» εργαζόμενος στις αποικίες συγκροτούν τη νέα «φυλή των εργατών». Με αυτόν τον τρόπο μεγιστοποιείται η ταύτιση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και την ταξική προέλευση.

Αυτή η μετατόπιση παίζει αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός σχίσματος στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, αλλά δεν ακυρώνει τον «ταξικό» ρατσισμό (και κυρίως την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών). Ο «ταξικός» ρατσισμός ως φαινόμενο, επιτρέπει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η ίδια η εργατική τάξη αυτοπαρουσιάζεται ως «φυλή» (απαντώντας στο «ταξικό» ρατσισμό) αποδίδοντας μια γενεαλογική συνιστώσα στην ταξική της προέλευση και εξιδανικεύοντας τη χειρωνακτική εργασία, η οποία εμφανίζεται ως «αρρενωπή» εργασία. Παράλληλα, αυτό το υποσύνολο της εργατικής ιδεολογίας, συνεισφέρει στην παρουσίαση των «κεκτημένων δικαιωμάτων» της εργατικής τάξης ως «προνομίων» και συμπίπτει συχνά με τον αντισημιτισμό και την ξενοφοβία.

5. Ρατσισμός και γνώση

Είναι απαραίτητο να αναλύουμε το ρατσισμό όχι ως αυθαίρετο παραλήρημα ή" ως προκατάληψη που συντηρείται από την άγνοια, αλλά με θετικό τρόπο, ως σκέψη ικανή να παράγει έννοιες συνδεδεμένες με το πραγματικό.

Για αυτό το λόγο ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να συνιστά μια παιδαγωγική στηριγμένη στην «επιστημονική αλήθεια» ούτε μια πολιτική διαπαιδαγώγηση των «κοινωνικών βάσεων» του ρατσισμού. Πρόκειται, και αυτό είναι ακόμη δυσκολότερο, για μια διαδικασία αλλαγής ενός τρόπου σκέψης, συνθήκη αναγκαία για τη διάλυση της «ρατσιστικής» κοινότητας.

Η «ρατσιστική» κοινότητα σχηματίζεται γύρω από το ρατσισμό στο μέτρο που αυτός συγκροτεί ένα πεδίο «γνώσης». Η σημασία του όρου «γνώση» είναι σ' αυτό το σημείο διπλής αφ' ενός αντιστοιχεί σε μια επιθυμία γνώσης και αφ' ετέρου θεσμοθετεί μια αμοιβαιότητα (αμοιβαία αναγνώριση) μεταξύ μιας «αυθόρμητης» αντίληψης της κοινωνίας και μιας θεωρητικοποίησης της ιστορίας του ρατσισμού.

Τα αντικείμενα αυτής της «γνώσης» είναι απατηλά (πρόκειται για εικόνες του εγώ και του άλλου θεμελιωμένες πάνω σε μια γενίκευση μερικών σταθερών χαρακτηριστικών).

Η ίδια όμως η «γνώση» δεν είναι απατηλή και αναφέρεται σε τρεις, στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες.

α) Προσπάθεια θεωρητικής ταξινόμησης των «κοινωνικών ειδών», β) Ορισμός θέσεων που ένα υποκείμενο μπορεί να καταλάβει στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων (αλλά και των σεξουαλικών σχέσεων), γ) Επεξεργασία ενός συστήματος εξηγήσεων, (το οποίο αναζητά αιτίες) για το προσωπικό και συλλογικό πεπρωμένο.

Οι κατηγορίες αυτής της «γνώσης» είναι πριν απ' όλα προορισμένες: α) Να ενεργοποιήσουν το πέρασμα από ένα αόρατο σ' ένα ορατό (να αποκαλυφθεί η ένταξη σε μία κοινότητα). β) Να καταστήσουν ορατή και σύγχρονη την Προέλευση (αποκαλύπτοντας το μυστικό της διαίρεσης της ανθρωπότητας) και γ) Να δοθεί νόημα στην πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού (μέσω αυτής της νοηματοδότησης γίνεται εφικτή η μετάθεση του πεδίου της πάλης των τάξεων στο πεδίο της πάλης των φυλών). Παράλληλα πολλές «επιστημονικές» περιοχές (κοινωνιοβιολογία, κοινωνική ψυχολογία κ.ο.κ.) καλούνται να νομιμοποιήσουν την εγκυρότητα των κατηγοριών αυτής της «γνώσης». Βασική λειτουργία του ρατσισμού ως γνώση είναι η «αισθητική» αναπαράσταση της πολιτικής ή με άλλα λόγια, η παρουσίαση της πολιτικής ως «αισθητικής». Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός χοίρου άμεσης αναπαράστασης για αυτό το οποίο δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ή να κατανοηθεί (π.χ. αναζήτηση αιτιών της βίας των υποκειμένων ή των μαζών).

6. Ρατσισμός και οικουμενισμός

Πρόκειται για ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό και πολιτικό πρόβλημα. Ο ρατσισμός δεν είναι εν γένει το άλλο του οικουμενισμού, αλλά, παραδόξως, αντιπροσωπεύει μια μορφή του οικουμενισμού, και κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το άλλο του σύγχρονου ανθρωπισμού, στο μέτρο που αυτός γίνεται κατανοητός ως ιδεολογία του «ανθρώπινου είδους». (Αυτή η θεώρηση του ρατσισμού δεν αμβλύνει ούτε κατ' ελάχιστο την αντίθεση μεταξύ ρατσισμού και «πρακτικού» ανθρωπισμού νοούμενου ως ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων). Η αναφορά του ρατσισμού στο ανθρώπινο είδος εγγράφεται στο μοντέλο της θεωρητικής του οργάνωσης που έχει ως βάση οικουμενικά ανθρωπολογικά σύμβολα τα οποία επιτρέπουν την εξιδανίκευση ενός ανώτερου πνευματικά, ηθικά και αισθητικά, ανθρώπινου τύπου. Ακόμα και όταν αυτός ο τύπος ενσαρκώνεται, προνομιακά σε μια ιστορικά καθορισμένη συλλογικότητα (πριν απ' όλα μια εθνική συλλογικότητα, ή ένα λαό) υπάρχει πάντα κάτι ιδανικό που δεν ανάγεται στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Αυτό το μοντέλο μπορεί να είναι βιολογικό (σωματικό) ή πνευματικό ή πολιτιστικός σε πρακτικό επίπεδο, αυτό το μοντέλο είναι ταυτόχρονα σωματικό και πνευματικό (στην ιστορία της Δυτικής ιδεολογίας).

Η οικουμενικότητα του ρατσισμού εκφράστηκε με τη μορφή ενός Ανώτερου Δυτικού πολιτισμού, (κέντρο του κόσμου) που αντιστοιχεί στην κυρίαρχη θέση των ευρωπαϊκών και Βορειοαμερικανικών εθνών. Αλλά, κατά μια έννοια, είναι μόνο σήμερα, την εποχή του σχίσματος της ανθρωπότητας στο εσωτερικό ενός μοναδικού παγκόσμιου χώρου επικοινωνιών και πολιτικής πάλης, που η οικουμενικότητα του ρατσισμού, ως σύνολο πρακτικών, γίνεται παγκόσμια πραγματικότητα (της οποίας το τίμημα είναι να καθοριστεί ποιος πολιτισμός θα είναι κυρίαρχος και πώς αυτός θα συναρθρωθεί με το ζήτημα της εθνότητας και του εθνικισμού).

Η κατηγορία που μεταφράζει ακριβέστερα αυτή την αμφισημία είναι εκείνη των μαζών. Οι μάζες είναι to αντικείμενο του θεσμικού ρατσισμού την ίδια στιγμή που οι θεσμοί του σύγχρονου κράτους αποδίδουν στις μάζες ένα «φυσικό» ρατσισμό. Η «ψυχολογία του όχλου» παρουσιάζεται ως μία περιοχή «γνώσης» που αφ' ενός συγκροτείται για να μελετήσει τη βία (παθολογική και ανορθολογική) των μαζών και αφ' ετέρου συγκροτεί θεωρητικά τις κατηγορίες και τα μοντέλα ανάλυσης που επιτρέπουν την εγγραφή των υποκειμένων στα σχήματα της «ρατσιστικής» αναπαράστασης της κοινωνίας.

7. Ρατσισμός, βία και μάζες


Προτείναμε παραπάνω τη θέση ότι ο ρατσισμός πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνική σχέση. Από την άλλη πλευρά είπαμε ότι ο ρατσισμός είναι μια γνώση που αντιστοιχεί σε μια επιθυμία και σε μια γνωστική δραστηριότητα. Τέλος, εγγράψαμε τον οικουμενισμό στο εσωτερικό της λειτουργίας της ρατσιστικής ιδεολογίας, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί η περιγραφή μιας κοινωνικής ομάδας ως φυλής (racisation) είναι ταυτόχρονα και πάντα αποκλεισμός και ενσωμάτωση (π.χ. οι Εδραίοι, οι μαύροι Αμερικανοί, οι μετανάστες). Αυτή η αντίληψη επιτρέπει να διακρίνουμε το ρατσισμό από το μίσος του «ξένου», την επιθυμία εξανδραποδισμού ή υποταγής του «εξωτερικού» εχθρού (αν και οι δύο αυτές μορφές μπορούν να μετασχηματίζονται η μία στην άλλη στο μέτρο, που τα εθνικά σύνορα μετατίθενται).

8. Ρατσισμός και σεξισμός

Ο ρατσισμός και ο σεξισμός συνιστούν ένα ενιαίο σύστημα στο μέτρο που όλα τα «φυλετικά» σημάδια (ανεξάρτητα από το αν αντιστοιχούν σε σωματικά ή ψυχολογικά φαντάσματα) αποτελούν άμεσες ή έμμεσες μεταφορές της διαφοράς των δύο φύλων.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να αποφύγουμε, δύο συμμετρικά λάθη:

α) Να κατανοηθούν ο ρατσισμός και ο σεξισμός ως δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις τοποθετημένες μέσα στο ενιαίο αφηρημένο σχήμα της κυριαρχίας πάνω στον Άλλο ή της ελαχιστοποίησης του Άλλου (όπου ο όρος αναφοράς θα ήταν το κυρίαρχο σχήμα άνδρας λευκός).

β) Να απομονωθούν ως διακριτές (ιδιαίτερες) ενότητες και να αποδοθεί ο ρατσισμός στο σύστημα καταμερισμού της εργασίας και ο σεξισμός στην «οικονομική» λειτουργία των «νοικοκυριών» (Wallerstein).

Το ότι ο ρατσισμός και ο σεξισμός σχηματίζουν ένα μόνο σύστημα χωρίς όμως να συγχέονται οφείλεται στο γεγονός ότι οι κοινωνικές σχέσεις υπερκαθορίζουν τη βασική κοινωνική δομή που προσιδιάζει στις σχέσεις ρατσισμού σεξισμού, τη σύγχρονη οικογένεια. Με αυτή την έννοια η πάλη των φύλων δεν πρέπει να αναλύεται μόνο ως μετάθεση των ταξικών σχέσεων αλλά και ως μετάθεση της σχέσης μεταξύ των 2 φύλων (τοποθετώντας αυτή τη σχέση στο πεδίο μιας φαντασιακής γενεαλογίας, όπου αναπαράγεται» η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα).

9. Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού

Αν δεχτούμε ότι ο ρατσισμός αναπτύσσεται ιστορικά στο πεδίο του εθνικισμού (δηλαδή ότι ο εθνικισμός είναι μία αναγκαία συνθήκη για την ανάδυση του ρατσισμού ως κοινωνική σχέση αποκλεισμού ενσωμάτωσης (exclusion inclusion) οφείλουμε επίσης να δεχτούμε ότι ο εθνικισμός δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς το ρατσισμό, (αν και η πλειονότητα των ιστορικών του εθνικισμού απομονώνουν τα δύο φαινόμενα, ή διαιρούν τη διφορούμενη έννοια του εθνικισμού για να εισάγουν την «φυσική» διαφορά μεταξύ «καλού» και «κακού» εθνικισμού). Αλλά, αν είναι αλήθεια ότι όλοι οι εθνικισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι στη συγκυρία, αυτή η αμφισημία ανήκει στην ιστορία του καθενός απ' αυτούς, και βρίσκεται στα γεγονότα, πριν ακόμα εκφραστεί με λέξεις.

Αυτή η αμφισημία μπορεί να αναφερθεί στη γενική μορφή ενός κύκλου ιστορικής αμοιβαιότητας, η οποία αποτελεί τη χρονική μορφή κάτω από την οποία εκδηλώνεται η προοδευτική κυριαρχία του Κράτους - Έθνους πάνω στις άλλες μορφές κοινωνικών σχηματισμών. Μέσα σ' αυτόν τον κύκλο, ο ρατσισμός παράγεται αδιάκοπα από τον εθνικισμό, ταυτόχρονα προς τα «μέσα» (εθνικές ή «εθνοποιημένες» μειονότητες») και προς τα «έξω» (όπως το δείχνει η ιστορία των ιμπεριαλισμών).

Και ο εθνικισμός παράγεται αδιάκοπα από το ρατσισμό, με την έννοια ότι τα αυτονομιστικά ή απελευθερωτικά κινήματα δεν θα έπαιρναν τη μορφή εθνικιστικών κινημάτων αν η κυριαρχία δεν ήταν οργανωμένη και ως φυλετική καταπίεση (τα παραδείγματα του σιωνισμού και των πολέμων για εθνική απελευθέρωση). Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού είναι λοιπόν μία διαδικασία που συναρθρώνει ταυτόχρονα τον «εσωτερικό» και «εξωτερικό» ρατσισμό. Και οι δύο παραπέμπουν στην ιστορική αδυναμία να ολοκληρωθεί η σύσταση της εθνικής ενότητας, είτε με τη μορφή της εξωτερικής κατάκτησης (ιμπεριαλισμός) είτε με τη μορφή της πατριωτικής απελευθέρωσης (εσωτερικής).


10. Το συμπλήρωμα του ρατσισμού

Μέσα στο χρονικά προσδιορισμένο σχηματισμό του κύκλου εθνικισμός - ρατσισμός - εθνικισμός (ή αντίστροφα, μια και ο κύκλος δεν έχει τέλος σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή) η εσωτερική διαίρεση του εθνικισμού επιλύεται παίρνοντας τη μορφή μιας αντιφατικής ενότητας.

Ορισμένες όμως συγκυρίες οδηγούν αυτή την αντιφατική ενότητα του εθνικισμού σε ακραίες μορφές. Αυτή είναι η περίπτωση τον ναζισμού, για τον οποίο οι ιστορικοί συζητούν αδιάκοπα με σκοπό να προσδιορίσουν το αν πρόκειται για μια απόλυτη πραγματοποίηση του εθνικισμού ή για το αντίθετο του (δηλαδή την καταστροφή του εθνικισμού από το ρατσισμό, μέσω του οποίου εξηγείται ο ανορθολογισμός της ναζιστικής ιδεολογίας και πρακτικής). Αλλά αυτό που δείχνει ο ναζισμός με στροφή» του εθνικισμού (ή του πατριωτισμού), είτε την «αλήθεια» του. Αυτή η αντίληψη οφείλει επίσης να ανοίξει το πεδίο ανάλυσης των δύο μορφών, από πρώτη άποψη αντιφατικών, κάτω από τις οποίες η ρατσιστική ιδεολογία και οι θεωρητικές παραλλαγές της συναρθρώνονται με τον ορισμό της εθνικής ταυτότητας, α) Είτε με τη μορφή ενός υπερεθνικισμού, δηλαδή ως συμπλήρωμα μιας ιδιαιτερότητας, μιας γενεαλογικής ή πολιτισμικής καθαρότητας, το οποίο θα επέτρεπε να ορισθεί αυθεντικά το «καθαρά εθνικό», β) είτε ως οικουμενικός εθνικισμός ως συμπλήρωμα μιας οικουμενικότητας, η οποία εγγράφει την ιστορική εθνική ταυτότητα στον ορίζοντα μιας ιδανικής κοινότητας, δυνητικά αντιπροσωπευτικής της ανθρωπότητας ή προορισμένης να σώσει την ανθρωπότητα (παραδείγματα: η Δύση, ο λευκός άνθρωπος).

Μόνο ως οικουμενικός εθνικισμός η ιδεολογία της πάλης των φυλών κατόρθωσε να αναμετρηθεί με εκείνη της πάλης των τάξεων, και μόνο ως υπερεθνικισμός κατόρθωσε να θεσμοποιήσει την καταπίεση του εσωτερικού εχθρού. Η αντίθεση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο μορφές είναι ιδιαίτερα οξυμένη στη σημερινή περίοδο κρίσης της μορφής Κράτους - Έθνους, η οποία τείνει να συγκροτήσει υπερεθνικές πολιτικές ενότητες ή να διεθνοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις και να μεταβάλλει τα έθνη, νοούμενα ως «επιχειρήσεις», σε μονάδες οικονομικού ανταγωνισμού.

11. Η ιστορία της μορφής έθνος

Για την αποδιάρθρωση τον μύθου «Έθνος» (ο οποίος συγκροτείται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τις ιδιαίτερες μορφές του Κράτους Έθνους, και τείνει να παρουσιάσει αναδρομικά την ενότητα του ως αείμνηστο πρόταγμα ή ως πεπρωμένο, αναφερόμενος σε θεμελιωτικά θεσμικά «γεγονότα» ή συμβάντα) απαιτείται η σύσταση μιας ιστορίας της ενδεχομενικότητας (contingence) της μορφής Έθνος, η οποία να δείχνει με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες επιβλήθηκε αυτή η μορφή σε παγκόσμιο επίπεδο, θα αναφέρουμε 3 καθοριστικά ζητήματα σε σχέση με την «εθνοποίηση των κοινωνικών σχηματισμών»,

α) Τον πόλεμο

β) Τον οικονομικό έλεγχο των πληθυσμών, ως συλλογικής εργασιακής δύναμης η οποία είναι διαθέσιμη για καθορισμένες μορφές εκμετάλλευσης

γ)Την αποικιοκρατία ως βασική μορφή επέκτασης του «κέντρου» προς την «περιφέρεια» κατά τη διάρκεια των περιόδων της ανάδυσης, της σταθεροποίησης και της κρίσης της μορφής Έθνος. Οι πολιτικές «ηγεμονίες» που θεσμοποίησαν το Κράτος - Έθνος συγκροτήθηκαν, ως αντίπαλοι συνασπισμοί, σε αναφορά με τα τρία παραπάνω ζητήματα, δηλαδή πάντα σε σχέση και μέσω των μηχανισμών του Κράτους. Η περιοδολόγηση των ιστορικών μορφών μέσω των οποίων εμφανίστηκαν οι διαφορετικοί «εθνικοί» κοινωνικοί σχηματισμοί αναδεικνύει τρία σημαντικά ζητήματα, α) Το προεθνικό κράτος Σημαντικοί θεσμοί όπως η μεγάλη ιδιοκτησία γης (γαιοκτησία), η συγκεντροποίηση του Δικαίου και η σύσταση της εθνικής γλώσσας είναι στην πραγματικότητα προγενέστεροι της μορφής Κράτος - Έθνος και ενσωματώνονται αργότερα στις λειτουργίες του. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε την ύπαρξη στοιχείων ιστορικής συνέχειας μεταξύ του προεθνικού και του «εθνικού» κράτους που θεμελιώθηκε από την αστική επανάσταση, β) Το ιστορικό σημείο μη αναστρεψιμότητας.

Δεν μπορούμε να «παράγουμε» τη μορφή Έθνος από τις σχέσεις παραγωγής, αλλά μπορούμε να περιγράψουμε τη διαδικασία που κατέστησε τη μορφή Κράτος Έθνος μη αναστρέψιμη στο πεδίο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Πρόκειται για την περιγραφή του ιστορικού πεδίου πάλης των διαφόρων αστικών τάξεων (βιομηχανική, εμπορική, χρηματιστική) που συνδέονται με ανταγωνιστικές πολιτικές πρακτικές στην αρχική φάση του καπιταλισμού (οι «αυτοκρατορίες», τα «έθνη»). Τελικά, ο κοινωνικό πολιτικός συνασπισμός που συνδέθηκε με τη μορφή Έθνος επέβαλε τη κυριαρχία του γιατί επέτρεπε ταυτόχρονα την οργάνωση της πάλης για παγκοσμία κυριαρχία και την ηγεμονία επί των αγροτικών πληθυσμών που ευρίσκοντο σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, γ) Η καθυστερημένη εθνοποίηση. Ο σχηματισμός ενός Εθνικού Κράτους δεν σημαίνει αυτόματα ότι συγκροτείται μία ιδεολογική ενότητα που θα επέτρεπε την αφομοίωση ή τη σχετικοποίηση άλλων «συλλογικών» ταυτοτήτων και θα υπέτασσε τις κοινωνικές συγκρούσεις στη λογική της αναπαραγωγής του. (Στη Γαλλία, αυτή η ενότητα συγκροτήθηκε ένα αιώνα μετά την Επανάσταση). Είναι το Εθνικό και Κοινωνικό Κράτος (κράτος πρόνοιας), προϊόν της θεσμοποίησης της πάλης των τάξεων στο τέλος του 19ου αιώνα, αυτό που επιτρέπει την ταύτιση του status του «πολίτη» με εκείνο του «μέλους της εθνικής κοινότητας». Αυτή όμως η ενότητα είναι αντιφατική και δεν παρουσιάζεται ως μη αναστρέψιμη παρά μόνο στο μέτρο που συνεχώς ανασυγκροτείται και αναδιαρθρώνεται εναντίον των τάσεων αποσυγκρότησης που παράγει η πολιτική και οικονομική ταξική πάλη.

12. Η πλασματική εθνότητα (L' ethnicité fictive)

Η σύσταση της εθνικής «ατομικότητας» είναι συνώνυμη με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διαδικασία «παραγωγής» τον «λαού». Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει το σχηματισμό ενός ιδανικού Έθνους (του οποίου το όνομα εγκαλεί το σεβασμό και απαιτεί τη θυσία), και προϋποθέτει μία άλλη, πρωτογενή διαδικασία, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σύσταση της πλασματικής εθνότητας.

Κανένα Εθνικό Κράτος δεν έχει εξ αρχής μία εθνική βάση. Αντίθετα, όλα τα Εθνικά Κράτη οφείλουν να συγκροτήσουν τη φαντασίωση μιας «φυσικής» κοινότητας, που θα εξασφαλίζει τη συνοχή των Εθνικών Κρατών και θα επιτρέπει την αλληλοαναγνώριση των μελών της κοινότητας.

Η πλασματική εθνότητα συγκροτείται μέσα από δύο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες. Κατ' αρχή απαιτείται η συγκρότηση μιας γλωσσικής κοινότητας. Αυτό που έχει σημασία σ' αυτή τη διαδικασία δεν είναι η ενότητα ή η καθαρότητα της εθνικής γλώσσας αλλά η ικανότητα της να λειτουργεί ως γλώσσα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, των καθημερινών σχέσεων και των επίσημων θεσμών. Με αυτή την έννοια οι γλωσσικές πρακτικές ενοποιούν τη «γλωσσική» κοινότητα η οποία συγκροτεί «επικοινωνιακές» πρακτικές παράγοντας ταυτόχρονα την «αγάπη» για τη γλώσσα (η «μητρική» γλώσσα) και την αφομοίωση των πληθυσμών (μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών). Εν τούτοις, η «γλωσσική» κοινότητα είναι ανεπαρκής για τη συγκρότηση της «πλασματικής» εθνότητας. Απαιτείται επιπλέον η σύσταση μιας «φυλετικής» κοινότητας, (με την ευρεία σημασία του όρου, δηλαδή με την έννοια μιας συγγένειας διευρυμένης στον εθνικό πληθυσμό). Η φυλετική κοινότητα ενοποιείται στη βάση της ιδεολογίας της ενδογαμίας. Ο μηχανισμός που παίζει εδώ αποφασιστικό ρόλο (με τον ίδιο τρόπο που ο σχολικός μηχανισμός συνεισφέρει στη συγκρότηση της γλωσσικής κοινότητας) είναι η σύγχρονη οικογένεια (αποτέλεσμα της διάλυσης παραδοσιακών μορφών όπως η «γενεά» και το «σόι»). Η σύγχρονη οικογένεια «παράγει» την ιδιωτική ζωή και αποτελεί ταυτόχρονα το βασικό κύτταρο του Κράτους (που προστατεύεται και ελέγχεται όντας ενσωματωμένο στους μηχανισμούς της εκπαίδευσης, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας).

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινότητες που θεμελιώνονται στη βάση διαφορετικών συστημάτων διευρυμένης συγγένειας, η (εθνική) φυλετική κοινότητα, που θεμελιώνεται στις βάσεις της σύγχρονης αστικής οικογένειας, δεν είναι μια κοινότητα ανιούσας συγγενείας (ascendance) αλλά μια κοινότητα κατιούσας συγγένειας (descendance) (εξασφαλίζει τη συνέχεια και την αυθεντικότητα των παιδιών της πατρίδας).

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν οι διαδικασίες συγκρότησης γλωσσικών και φυλετικών κοινοτήτων μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα οι μεν από τις δες Φαίνεται ότι αυτό δεν είναι δυνατό. (Η στενή συσχέτιση των δύο διαδικασιών εκφράζεται μέσω της παρουσίασης των γλωσσικών διαφορών ως φυλετικών διαφορών ή για να το πούμε με διαφορετικό τρόπο, μέσω μιας μετάθεσης, όπου οι «φυλές» (les races) εμφανίζονται ως πολιτισμικές ομάδες με διαφορετική γλώσσα).

13. Ρατσισμός και πολιτική αλλοτρίωση

Ο L. Dumont έθεσε το ερώτημα: ποια σχέση έχει ο ρατσισμός με την ιδεολογία της «ισότητας», που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών; Αυτό το ερώτημα τροποποιείται στο μέτρο που η ιδεολογία της ισότητας αφ' ενός δεν είναι η μοναδική μορφή του οικουμενισμού (υπάρχει και ο ιεραρχικός οικουμενισμός) και αφ' ετέρου εγγράφεται στην ιστορία των εθνικών σχηματισμών, όπου το κράτος ορίζει την έννοια του πολίτη εκτός του πεδίου των πραγματικών οικονομικών και πολιτικών ανισοτήτων. Στη Γαλλία και την Αγγλία ο «ταξικός» ρατσισμός συνδέεται στενά με το ιστορικά διαμορφωμένο ρήγμα ανάμεσα στη τυπική έννοια τον πολίτη και στην νομιμοποίηση θεσμοποίηση της πολιτικής εκπροσώπησης της οργανωμένης εργατικής τάξης. Στις Η.Π.Α., η θεσμοποίηση των πρακτικών αποκλεισμού και η ανάπτυξη του «βιολογικού» ρατσισμού έπονται του πολέμου της Ανεξαρτησίας... Στη σημερινή συγκυρία, οι παλιές αποικίες έχουν μετασχηματισθεί σε ανεξάρτητα κράτη και κατά συνέπεια οι άλλοτε «ιθαγενείς» μετατρέπονται σε πολίτες του κόσμου (citoyens du monde). Είδαμε παραπάνω ότι αυτή η κατάσταση συμπίπτει με την ανάπτυξη του «πολιτισμικού» (ή κουλτουραλιστικού) ρατσισμού.

Ο ρατσισμός εμφανίζεται ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναπαραγωγής της πολιτικής «αλλοτρίωσης» στις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται α) μέσω της αναπαράστασης της ιστορίας των κοινωνιών ως πεπρωμένου. β) μέσω της «αισθητικής» απεικόνισης των κοινωνικών σχέσεων, γ) μέσω της σύστασης της ιρρασιοναλιστικής κατηγορίας «μάζες». δ) μέσω της έξαρσης του εθνικισμού.

Στο πεδίο των αποτελεσμάτων αυτής της διαδικασίας μπορούμε να εγγράψουμε τη σταθερή υποβάθμιση (regression) της έννοιας του πολίτη, (ως δυνατότητας άσκησης «συλλογικού» ελέγχου των κρατικών θεσμών από τα υποκείμενα) η οποία μετατρέπεται σε ένα status ή σύστημα «προνομίων». Στο πεδίο των συνθηκών οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την αμφισημία των σχέσεων που εγκαθιδρύονται μεταξύ των αναπαραστάσεων της φυλής και της τάξης. Πρόκειται για μια διαδικασία αντικατάστασης της έννοιας πάλη των τάξεων από την έννοια πάλη των φυλών (υπάρχουν πάντα «φυλετικές» έννοιες για την αναπαράσταση των τάξεων, κυρίαρχων και κυριαρχούμενων).

Παράλληλα και ταυτόχρονα παρατηρείται μια διάχυση της έννοιας φυλή η οποία γίνεται διαταξική και καλείται να εκφράσει τη «συγγένεια» των μελών της φυλής στο φαντασιακό επίπεδο. Επιπλέον η έννοια φυλή συγκροτεί το πεδίο όπου ταυτόχρονα «εθνοποιείται» και «διεθνοποιείται» η πάλη των τάξεων (ο εσωτερικός εχθρός, η περικύκλωση από τους «βαρβάρους»).
 

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΣΕ ΠΟΙΟ ΘΕΟ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ;





Κατ' αρχάς, όταν λέτε ότι πιστεύετε στον θεό, σε ποιον θεό αναφέρεστε; Στον Βάαλ, τον Δία, τον Κετζαλκοάτλ, τον Όντιν, τις ινδουϊστικές θεότητες ή τον θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ);

Με ποιο κριτήριο έχετε επιλέξει τον έναν από τον άλλο; Και μη μου πείτε "τα ιερά βιβλία που λένε για θαύματα". Γιατί τα ιερά βιβλία ΚΑΘΕ θρησκείας λένε για θαύματα τα οποία έγιναν "τότε" και, κατά διαβολική σύμπτωση, έπαψαν να επαναλαμβάνονται.

Ας υποθέσουμε όμως ότι επιλέγετε τον θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών. Αυτό τι σημαίνει αυτομάτως; Σημαίνει ότι οι πιστοί όλων των άλλων θρησκειών είναι ανόητοι ενώ εσείς έξυπνοι.

Γιατί, αν είναι καθαρά θέμα λογικής, τότε γιατί δεν καταλήγουν όλοι οι άνθρωποι να λατρεύουν τον δικό σας θεό; Αρκεί απλώς να τους ενημερώσετε για την επιχειρηματολογία σας και αμέσως θα τους προσηλυτίσετε.
Αν λοιπόν δεν θέλετε να βγάλετε όλους τους αλλόθρησκους εκ γενετής χαζούς, πρέπει να δεχτείτε ότι είναι θέμα πίστης. Αλλά αν είναι μόνο θέμα πίστης, τότε πού υπερέχει η δική σας θρησκεία από οποιαδήποτε άλλη; Όσο αυθαίρετα πιστεύω εγώ στον ένα και μοναδικό θεό, πιστεύει και ο γείτονάς μου στον Δία.

Άντε όμως και καταλήξαμε στον συγκεκριμένο θεό. Από εκεί και πέρα πώς προχωράμε; Πώς επιλέγουμε ανάμεσα σε ιουδαϊσμό, χριστιανισμό ή ισλάμ; Αν επιλέξουμε χριστιανισμό, ποιο είναι το ασφαλές κριτήριο για να επιλέξουμε ανάμεσα σε ορθόδοξη και καθολική πίστη; Ανάμεσα στο παλιό και το νέο ημερολόγιο; Ανάμεσα στα διδάγματα του Άνθιμου ή του Ιερώνυμου;

Μπορείτε να βρείτε όποιο (αυθαίρετο προφανώς) κριτήριο θέλετε. Και πριν μου πείτε ότι δεν είναι αυθαίρετο, αναλογιστείτε ξανά. Αν λόγου χάρη είστε καθολικοί, τόσα εκατομμύρια ορθόδοξοι είναι ανόητοι και εσείς είστε οι έξυπνοι; Δηλαδή αυτοί είναι βλάκες που δεν πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι "και εκ του υιού εκπορευόμενο"; Και πώς ακριβώς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε ότι συμβαίνει το ένα ή το άλλο; Δεν μπορούμε φυσικά. Αφού δεν μπορούμε λοιπόν, τι δηλώνει για τη διανοητική μας κατάσταση ότι επιλέγουμε τη μία εκδοχή ή την άλλη;

*
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, αν ο θεός υπάρχει και είναι ένας και έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις από εμάς, γιατί υπάρχουν τόσο πολλές θρησκείες και αιρέσεις; Γιατί ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για τον θεό και δίνει τη δική του ερμηνεία για τη φύση και τη θέλησή του; Αν υπήρχε πράγματι θεός, δεν θα έλυνε αυτόματα όλα αυτά τα ζητήματα με κάποιον, απλό για εκείνον, τρόπο; Λόγου χάρη να στείλει από έναν άγγελο στον επικεφαλής κάθε θρησκείας για να του εξηγήσει ότι το θέλημά του εκφράζεται σωστά μόνο από τους Χριστιανούς Ορθοδόξους Νεοημερολογίτες και ότι πρέπει όλοι οι υπόλοιποι να ακολουθήσουν τα διδάγματα των τελευταίων.

Το ότι δεν μπαίνει ο θεός σε μια τόσο απλή και εύκολη διαδικασία, αφήνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας στην άγνοια και την αμαρτία, δεν εξηγείται πολύ εύκολα αν σκεφτούμε ότι ο θεός, όπως τον κατανοείτε τουλάχιστον, δεν υπάρχει;

Αν είστε χριστιανοί, σκεφτείτε το εξής: αν υπήρχε ο θεός, όπως τον περιγράφει η θρησκεία σας και όπως τον κατανοείτε, θα επέτρεπε ποτέ να δημιουργηθεί το σχίσμα; Θα επέτρεπε ποτέ στο ισλάμ να γίνει μια τόσο μεγάλη θρησκεία;

Αν είστε μουσουλμάνοι, αναρωτηθείτε: αν υπήρχε ο παντοδύναμος θεός, όπως τον περιγράφει η θρησκεία σας και όπως τον κατανοείτε, δεν θα έβρισκε κάποιον καλύτερο τρόπο για να κάνει γνωστό το θέλημά του από έναν αγράμματο καμηλιέρη; Θα χρειαζόταν άραγε να βάλει τους πιστούς του να κάνουν ιερούς πολέμους για να προσηλυτίσουν τους αλλόδοξους λαούς; Δεν θα είχε πετύχει μέχρι σήμερα τον συνολικό προσηλυτισμό κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας στον ορθό δρόμο; Θα επέτρεπε ποτέ τη διάσπαση του ισλάμ σε σουνίτες και σιίτες;

Μα καλά, θα μου αντιπροτείνετε: αν δεν υπάρχει θεός, πώς γίνονται τόσα θαύματα;

Δεν γίνονται. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει θεός.

Κατ' αρχάς δεν έχουμε ακριβή στατιστικά στοιχεία για το πόσοι "θεραπεύονται" κάθε χρόνο από τις κατά τόπους Παναγίες. Επιπλέον δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για το τι ακριβώς είχαν και αν η ασθένεια επανήλθε. Π.χ. μπορεί κάποιος να έχει διαγνωστεί με μια ασθένεια και να κάνει τάμα στη Μεγαλόχαρη προκειμένου να γίνει καλά. Και πράγματι, μετά από κάποιο διάστημα, οι εξετάσεις να δείξουν ότι θεραπεύτηκε. Αυτό όμως δεν είναι κριτήριο για την αποτελεσματικότητα της Μεγαλόχαρης.

-Πρώτον, δεν ξέρουμε αν είχε γίνει λάθος διάγνωση.
-Δεύτερον, δεν ξέρουμε αν πρόκειται για κάποια περίπτωση αυτοΐασης. Όπως ίσως να γνωρίζετε, κάποιοι άνθρωποι θεραπεύονται, ακόμη και από πολύ σοβαρές ασθένειες, μόνοι τους.
-Τρίτον, μπορεί η ασθένεια μετά από κάποιο διάστημα να επανήλθε.
-Τέταρτον, μπορεί, αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε ξεκινήσει θεραπεία, να ήταν η θεραπεία που τον θεράπευσε και όχι το τάμα. Ούτε που σας είχε περάσει από το μυαλό, ε;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι ούτε η Μεγαλόχαρη ούτε κανένας άλλος άγιος δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν ένα ακρωτηριασμένο χέρι να ξαναφυτρώσει; Και ότι θαύματα γίνονται μόνο εκεί που θα μπορούσε η θεραπεία να οφείλεται σε άλλους, μη θεϊκούς, παράγοντες;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι αν υπήρχε ο πανάγαθος και παντοδύναμος θεός, δεν θα υπήρχε τόσος πόνος, τόσο κακό και τόση οδύνη στον κόσμο; Φυσικά οι θεολόγοι κάνουν πολύπλοκα νοητικά κατασκευάσματα του τύπου "ναι, αλλά θα ανταμειφθούν στην επόμενη ζωή", "το κάνει για να μας δοκιμάσει", "άγνωστες οι βουλές του Κυρίου", και άλλα παρόμοια.

Αντί να χρησιμοποιείτε τέτοια νοητικά τερτίπια, για σκεφτείτε το λίγο. Θα επέτρεπε πράγματι ένας πανάγαθος και παντοδύναμος θεός να πραγματοποιούνται όλες αυτές οι φρικαλεότητες που ακούμε να συμβαίνουν σε πολέμους, εγκλήματα, ασθένειες, λιμούς και τόσα άλλα;

Αντί να πούμε "άγνωστες οι βουλές του Κυρίου", δεν είναι πιο λογικό να υποθέσουμε ότι ο Κύριος δεν υπάρχει; Και ότι μυθολογίες 2.000 ετών και βάλε δεν είναι καλοί λόγοι για να διαμορφώνουμε την καθημερινότητά μας;

Γιατί δεν είναι απλά θέμα πίστης, όπως αντιλαμβάνεστε. Αν εγώ θέλω να είμαι σωστός χριστιανός, πρέπει να νηστεύω, να μην παίζω το πουλί μου, να μην κάνω σεξ πριν το γάμο ή με άτομα του ίδιου φύλου με εμένα και ένα σωρό άλλα πράγματα. Γενικώς να έχω ένα εκατομμύριο περιορισμούς στην καθημερινότητά μου. Αν πράγματι υπάρχει θεός και μπορώ να εξασφαλίσω οικόπεδο στον παράδεισο, άντε να στερηθώ τις παρτούζες και τα λουκάνικα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αν όμως δεν υπάρχει θεός, δεν θα ήμουν λίγο αφελής να χάσω τόσες απολαύσεις χωρίς τελικά να υπάρχει λόγος; Και όταν λέω αφελής, να καταλαβαινόμαστε, έτσι;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι οι περισσότερες θρησκευτικές απαγορεύσεις αφορούν φυσικές και εγγενείς τάσεις του ανθρώπου; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί υπάρχει απαγόρευση για τη μοιχεία, αλλά όχι για την κατανάλωση περιττωμάτων; Επειδή το να ξενοπηδάμε το έχουμε στη φύση μας αλλά το να τρώμε σκατά δεν το έχουμε. Άρα δεν χρειαζόταν να δημιουργηθεί απαγόρευση για το συγκεκριμένο θέμα.

Αν ο θεός ήθελε να μην κάνουμε κάποια πράγματα, δεν θα ήταν πιο απλό να μας "προγραμματίσει" ώστε να μη μας αρέσουν; Και μη μου πείτε τώρα για ελευθερίες βούλησης και άλλες τέτοιες χαζομάρες. Γιατί και σκατά είμαστε ελεύθεροι να φάμε αν το επιθυμούμε. Απλώς ΔΕΝ το επιθυμούμε. Και όχι απλώς δεν το επιθυμούμε, μας αηδιάζει. Δεν θα ήταν πιο απλό για τον θεό να κάνει κάτι αντίστοιχο για τη μοιχεία ή το σεξ πριν το γάμο αντί να μας λέει "ου μοιχεύσεις";

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι η πλειονότητα των θρησκευτικών απαγορεύσεων έχουν κοινωνικές προεκτάσεις; Λόγου χάρη, επειδή η κλοπή ως φαινόμενο δημιουργεί προβλήματα στο κοινωνικό σύνολο, δεν αρκεί να την απαγορεύσω νομικά. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να την συμπεριλάβω στις αμαρτίες που οδηγούν στην κόλαση.

Αν θέλω να ντύνονται οι γυναίκες πιο σεμνά, αντί να τις κυνηγάω, αρκεί να πω ότι είναι θέλημα θεού. Ξέρετε, οι μουσουλμάνες που φοράνε τις μαντίλες, δεν το κάνουν απαραίτητα επειδή τους το επιβάλλουν οι σύζυγοι τους. Συνήθως ντύνονται έτσι θεωρώντας ότι αυτό επιθυμεί ο θεός τους.

Αν και τα πιο πάνω νομίζω ότι καλύπτουν το θέμα, θα ήθελα να μείνω σε κάποια επιμέρους ζητήματα, όπως είναι τα θαύματα.

Πριν μου πείτε για τις εικόνες που δακρύζουν, θα σας ρωτήσω: και πού το ξέρω εγώ ότι δεν υπάρχει κάποιος πίσω από την εικόνα που της καθαρίζει κρεμμύδια; Ή, για να σοβαρευτούμε λίγο: Μια καλή ερμηνεία για τα "άγια" δάκρυα είναι η υγρασία. Επίσης αν μια εκκλησία έχει αφραγκιές, μπορεί με μια σύριγγα να ρίξει σταγονίτσες υγρού μέσα από το τζάμι της εικόνας και να την κάνει αυτόματα να δακρύσει.

Αντιλαμβάνεστε φυσικά πόσα χρήματα θα εισπράξει η εκκλησία από τα κεριά που θα αγοράσουν οι χιλιάδες πιστοί που θα συρρεύσουν να δουν το "θαύμα". Και για να βάλουμε και λίγο το μυαλό μας να δουλέψει: το γεγονός ότι για κάτι δεν έχουμε λογική εξήγηση, δεν σημαίνει ότι είναι θαύμα. Σημαίνει ότι δεν έχουμε, αυτήν τη στιγμή, λογική εξήγηση. Αν δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τους κεραυνούς, αυτό δεν σημαίνει ότι τους ρίχνει ο Δίας. Αν δεν έχουμε ερμηνεία για τους σεισμούς, αυτό δεν σημαίνει ότι τους προκαλεί ο Εγκέλαδος.

Πριν καταφύγετε στην εκδοχή του "θαύματος", σκεφτείτε αν το γεγονός στο οποίο αναφέρεστε είναι ΑΔΥΝΑΤΟ να ερμηνευθεί με τον νόμο των πιθανοτήτων ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Αλλά ακόμη και αυτό να συμβαίνει, πάλι δεν σημαίνει τίποτε. Σημαίνει απλώς ότι, αυτήν τη στιγμή, δεν μπορούμε να δώσουμε μια ικανοποιητική ερμηνεία.

Αν πράγματι υπάρχει θεός, αντί να κάνει εικόνες να δακρύζουν, ας στείλει πέντε αγγέλους στην πλατεία Συντάγματος και ας κάνει μερικά χέρια ή πόδια να ξαναφυτρώσουν. Ή, ακόμη καλύτερα, ας κάνει μια κατάθεση μερικών εκατομμυρίων ευρώ στον τραπεζικό μου λογαριασμό.

Σε αυτό το πνεύμα, της λογικής ερμηνείας, συμπεριλαμβάνεται και η απάντηση για το θέμα της δημιουργίας του σύμπαντος. Δεν ξέρω πώς ακριβώς δημιουργήθηκε το σύμπαν. Το ότι δεν ξέρω όμως και πιθανόν να μην το κατανοήσω ποτέ, δεν σημαίνει ότι το δημιούργησε κάποιος.

Γιατί τότε τίθεται το ερώτημα, ποιος δημιούργησε αυτό τον κάποιο. Αν μπορώ να δεχτώ αυθαίρετα ότι ο θεός υπήρχε πάντα, μπορώ να δεχτώ, εξίσου αυθαίρετα, και ότι το σύμπαν υπήρχε πάντα. Γιατί δηλαδή η μία αυθαίρετη σκέψη είναι καλύτερη από την άλλη;

Ακόμη όμως και αν δεχτώ ότι κάποια δύναμη δημιούργησε τον κόσμο, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτή η δύναμη ακούει τις προσευχές μου, ενδιαφέρεται για μένα, τι κάνω, πώς ζω τη ζωή μου και ότι μου έχει εξασφαλίσει οικόπεδο στον παράδεισο αν νηστέψω τη Μεγάλη Παρασκευή. Το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο.

Ας πάρουμε τώρα και το επιχείρημα "μα καλά, αν δεν πιστεύεις, σε ποιον θα έχεις να στραφείς όταν αισθάνεσαι αδύναμος;". Αντιλαμβάνεστε, ελπίζω, ότι η ανάγκη μου να στραφώ σε κάποιον, δεν συνεπάγεται και την ύπαρξή του. Η ανάγκη μου για δώρο την Πρωτοχρονιά, δεν συνεπάγεται την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη.

Ένα ακόμη επιχείρημα που μπορεί κανείς να ακούσει είναι "αν δεν υπάρχει Θεός, τότε επιτρέπονται τα πάντα". Τη "λογική" αυτού του επιχειρήματος δεν χρειάζεται καν να την σχολιάσω. Το ότι δεν σας αρέσει ένα συμπέρασμα, δεν σημαίνει ότι οι προκείμενες που οδηγούν σε αυτό είναι εσφαλμένες. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος για τον οποίο δεν σκοτώνετε, κλέβετε, ψεύδεστε είναι μόνο ότι απαγορεύονται από τη θρησκεία σας; Αν ναι, σκεφτείτε τι γνώμη θα σχηματίσουν για εσάς εκείνοι που δεν τα κάνουν όλα αυτά παρ' όλο που δεν πιστεύουν ότι θα τιμωρηθούν στην επόμενη ζωή.

Τι γίνεται όμως με όσους είχαν μια "βιωματική" εμπειρία του θεού; Κατ' αρχάς θα πρέπει να τους υπενθυμίσουμε ότι, ανά τους αιώνες και ανά τις θρησκείες, πάντα υπήρχαν άνθρωποι που είχαν βιωματική εμπειρία του θείου. Ποιος έχει δίκιο λοιπόν; Αυτός που έχει βιωματική εμπειρία του Απόλλωνα, της θεάς Κάλι, του θεού των χριστιανών ή των εξωγήινων που τον απήγαγαν;

Και πώς συμβαίνει οι χριστιανοί, οι ινδουϊστές και οι λοιποί θρήσκοι να έχουν ο καθένας βιωματική εμπειρία του δικού τους θεού και ποτέ το αντίστροφο; Γιατί δεν εμφανίζεται η
θεά Κάλι σε έναν χριστιανό καλόγερο ή ο Ιησούς σε έναν ινδουιστή ιερέα;

Το μυαλό μάς παίζει περίεργα παιχνίδια. Μια εμπειρία την οποία βιώνουμε ως αληθινή, δεν είναι απαραίτητα και αληθινή. Νευρολόγοι και ψυχίατροι έχουν μελετήσει και εξηγήσει αυτές τις "βιωματικές" εμπειρίες εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να πείσεις έναν πιστό, ο οποίος νοιώθει ξεχωριστός επειδή ο θεός του τον "επέλεξε", ότι αυτό που βίωσε ήταν κάτι που θα μπορούσε να να συμπεριληφθεί στην ευρύτερη κατηγορία των παραισθήσεων. Εξάλλου, εκείνος το ένιωσε σαν να ήταν πραγματικό.

Θεός μάλλον δεν υπάρχει. Ζήστε λοιπόν τη ζωή σας ελεύθεροι από ψεύτικους περιορισμούς και παραμυθάκια!

Δηλαδή όλοι αυτοί που πιστεύουν στο θεό είναι χαζοί;

Όχι, δεν είναι χαζοί. Όχι περισσότερο από εμένα και από εσένα.

Κοιτάξτε τι γίνεται όμως.

Η πίστη στον θεό συνεπάγεται πολλά πράγματα.

Συνεπάγεται ότι δεν χανόμαστε στο τίποτε όταν φεύγουμε από τη ζωή. Ότι συνεχίζουμε να υπάρχουμε κάπου αλλού.

Συνεπάγεται ότι οι αγαπημένοι μας βρίσκονται κάπου ψηλά και μας κοιτάζουν και ότι θα τους ξανασυναντήσουμε κάποια στιγμή.

Συνεπάγεται ότι οι καλές μας πράξεις θα ανταμειφθούν, ενώ όλοι αυτοί οι κακοί άνθρωποι θα εισπράξουν τη δίκαιη τιμωρία τους -αν όχι σε αυτήν- τουλάχιστον στην επόμενη ζωή.

Συνεπάγεται ότι υπάρχει μια οντότητα η οποία, σαν στοργικός πατέρας, μας ακούει όταν του απευθυνόμαστε, μας προσέχει και μπορεί να μας στηρίξει στις δυσκολίες που περνάμε.

Συνεπάγεται ότι σε πολλά ηθικά θέματα υπάρχουν έτοιμες και εύκολες απαντήσεις.

Αν κάποιος αρνηθεί την πίστη στον θεό, τα χάνει όλα αυτά. Στερείται ένα πολύ ισχυρό ψυχικό δεκανίκι. Η καθημερινότητά μας δεν είναι μια παιδική χαρά. Αντιθέτως. Είναι γεμάτη πόνο, αποτυχίες, δυσκολίες και απογοητεύσεις. Η πίστη στον θεό σε βοηθάει να τα αντιμετωπίσεις όλα αυτά. Σου δίνει δύναμη και ελπίδα.

Εξάλλου, εκείνος που αρνείται την πίστη του, πρέπει επίσης να δεχτεί ότι όλα όσα άκουγε τόσα χρόνια από σχολείο, γονείς και εκκλησία είναι ψέμματα. Πρέπει να αναθεωρήσει την ταυτότητά του. Το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του εντός του σύμπαντος, αλλά και εντός της κοινωνίας και της οικογένειάς του.

Είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο να σηκώσει αυτό το βάρος. Και το δεκανίκι του να στερηθεί και να πρέπει να αντιληφθεί τον εαυτό του σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν είναι χαζομάρα λοιπόν, ούτε αφέλεια. Είναι απλώς αδυναμία χαρακτήρα. Και η αδυναμία χαρακτήρα είναι κάτι ανθρώπινο. Πολύ ανθρώπινο.


Αναδημοσιευση απο ΘΕΩΡΙΗΣ ΕΙΝΕΚΕΝ

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ...



Πως μου τη δίνει στα νεύρα να ακούω την έκφραση, "σήμερα παγώνει ο ιδιωτικός τομέας"
Δεν ξέρω τι είδους επικοινωνιακό τρυκ ή απόλυτη ηλιθιότητα είναι αυτή η φράση. Παγώνει ο ιδιωτικός τομέας. Σίγουρα παγώνει αλλά καμία σχέση με την απεργία.

Παγώνει από το φόβο. Με χιλιάδες εργαζόμενους ήδη πεταγμένους έξω από τις δουλειές τους. Με χιλιάδες άλλους να παλεύουν να κρατήσουν τον αστείο μισθό τους θεωρόντας τυχερό τον εαυτό τους που παίρνει επτακόσια ευρώ και κάτι ψιλά. Παγώνει από τις συνεχείς απειλές της εργοδοσίας, από το αύριο που δεν υπάρχει, από τους τετράωρους, τους ωρομίσθιους, τους σκλάβους που στριγμώνονται να βρουν μια θέση στις παγωμένες επιχειρήσεις, ανάμεσα στα κλειστά εργοστάσια, τα κλειστά μαγαζάκια, ή τα μαγαζάκια που βαράνε μύγες.


Παγώνει σε ένα κράτος που διαλύεται, χωρίς προοπτική φουσκωμένο με ψέμματα, με δήθεν μνημόνια σωτηρίας και ψευδαισθήσεις συμμετοχής σε ευρωπαϊκά οράματα που έχουν ήδη καταρρεύσει όλα. Με τους ανθρώπους στιβαγμένους στις ουρές να πληρώνουν χαράτσια, κι άλλους πολλούς να βιώνουν για πρώτη φορά τη ντροπή, την απόγνωση στις ουρές στα συσίτιτα, κι άλλους που προσπαθούν να βρουν γωνιά ή παγκάκι να βγάλουν τη νύχτα.


Παγώνει από τα τρελοκομεία που γεμίζουν και τα δελτία αυτοκτονιών, τα κέντρα περίθαλψης αστέγων, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που γεμίζουν λίστες αναμονής για ένα πιάτο φαί.


Παγώνει από την απορία της εικόνας στα πολυκαταστήματα, που είναι φίσκα με κυράδες να  σπρώχνονται για πανάκριβα καλυντικά και τσαντάκια, εστιατόρια πανάκριβα με κλεισμένες θέσεις μόνιμα, κλαμπ νυχτερινά που ορδές κάθε είδους ριντίκολων κουνάνε τους κώλους τους σαν να μη συμβαίνει τίποτα, από την απορία ποιοι στο διάολο είναι όλοι αυτοί και πως βρίσκονται ανάμεσα στους απελπισμένους με ΄τετοιο θράσος αναισθησίας και καλοπέρασης ακόμα.


Παγώνει από την αθλιότητα των συνδικάτων που δεν μπορούν πλέον να κοροιδέψουν παρά τον εαυτό τους και τους παρατρεχάμενους ή εκείνους που ζουν σε έναν άλλο πλανήτη ακόμα αδυνατώντας να συνδέσουν τα τσιτάτα που διαβάζουν με την αληθινή ζωή και τις παγκόσμιες αλλαγές που έρχονται να επιβεβαιώσουν τους αρχέγονους φόβους της τελικής πτώσης του ανθρώπινου γένους.


Αφού σας ευχαριστεί να μιλάτε για το πάγωμα του ιδιωτικού τομέα από τη μεγαλειώδη απεργία που θα γίνει μέσα στα όνειρά σας τι να πω. Αλλά εκνευρίζομαι τρομερά. Κι εκνευρίζονται κι όλοι αυτοί που ακούνε την ίδια κουταμάρα προσπαθώντας να καταλάβουν κοιτάζοντας γύρω τους για ποιους μιλάνε επί τέλους όλοι αυτοί οι φαφλατάδες.


Το δήμόσιο το ξέρουμε ότι θα απεργήσουν. Εκπρόσωποι των συνδικάτων το ξέρουμε ότι θα πάνε κάτω. Αλλά αν θα έβλεπα έστω και το 10% των ανέργων να κατέβει , δεν λέω παραπάνω το 10% να κατέβει θα έλεγα ότι ένα ελάχιστο έχουν καταφέρει όλοι αυτοί που ζουν στο παραμυθένιο κόσμο της τάχα συνολικής λαϊκής αντίστασης. Αλλά έλεος πλέον μ΄αυτό το παραμύθι. Ελεος.


Το μόνο πάγωμα που έχει αυτή τη στιγμή ο ιδιωτικός τομέας του ενός εκατομυρίου ανέργων είναι ποιος θα είναι ο επόμενος που θα περάσει από το ταμείο κι όσο για υποστήριξη και συμπαράσταση στο προσωπικό δράμα του καθενός ας είναι καλά τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και οι απλοί πολίτες αυτή τη στιγμή που δίνουν ένα χέρι βοήθεια ακόμα κι από το υστέρημά τους με τρόπους χειροπιαστούς άμεσους στις ουρές που απλώνουν το χέρι απελπισμένοι.

ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΧΩΡΙΣ ΟΠΑΔΟΥΣ, ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΕΙΡΑ....

Είναι απορίας άξιο, τι ακριβώς περιμένουν στο μέλλον , μετατρέποντας τους ανθρώπους σε άνεργους ή εργαζόμενους σε αγγαρεία.

Τι φιλόδοξα σχέδια ανάπτυξης μπορεί να υπάρχουν σε ένα κράτος που το εργατικό του δυναμικό κάθε βαθμίδας έχει ως όνειρο να έχει μια δουλειά για ένα μεροκάματο για να περισσώσει όπως όπως τη ζωή του, και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στη πλειοψηφία τους να βγαίνουν από το σπίτι το πρωί με μόνη φιλοδοξία και ελπίδα, το πως να περάσουν δέκα ή δώδεκα ώρες δουλειάς που δεν τους αποφέρουν τίποτα άλλο από ένα μισθό ή ένα μεροκάματο της πλάκας....

Κι ο τελικός στόχος? ( που κανένας δεν πιστεύει πια πως θα είναι εφικτός ) μια σύνταξη πενιχρή για ένα τελείως ελάχιστο στήριγμα για τα γεράματα...

Η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων μια καθημερινή μάχη με τη μιζέρια και την εξαθλίωση. Και ναι, αυτό πριν πολύ καιρό ήταν μια "φυσική" κατάσταση στα φεουδαρχικά βασίλεια , στους σκλάβους των αποικιοκρατών, στους εξαθλιωμένους λαούς με τους απολυταρχικούς ηγεμόνες που τους οδηγούσαν μόνιμα στο θάνατο είτε από τη πείνα είτε από τους πολέμους ή και τα δύο.

Ομως σήμερα στον αιώνα των κλωνοποιήσεων, της εξερεύνησης του διαστήματος, της τεχνιτής νοημοσύνης και του σωματιδίου του Θεού... στον αιώνα που καθώς μπήκε οι εκατομμύρια πολίτες της Δύσης τον χειροκρότησαν μέσα από τα καλοζωισμένα σπίτια τους και τις ακριβές τους συνήθειες, κατά πόσον αυτοί οι ίδιο πολίτες θα θεωρήσουν επιτρεπτό και ανεκτό να επιστρέψουν στις μεσαιωνικές καλύβες τους και το σκοτάδι της οποιασδήποτε τυραννικής εξουσίας?

Η πρόοδος, η επιστήμη, η βιομηχανική επανάσταση, η απίστευτη εξέλιξη της τεχνολογίας, η εξάπλωση της γνώσης παντού, μαζί με την άρνηση του ανθρώπου να είναι τελικά έρμαιο στο έλεος του οποιουδήποτε , την άρνηση να παίζει το ρόλο του οσιομάρτυρα που αυτομαστιγώνεται ακόμα κι όταν τολμήσει να απαιτήσει ένα κομμάτι ψωμί ή να αμφισβητήσει τις βουλήσεις του άρχοντα κι αφέντη του, έκανε να περάσει ανεπιστρεπτί η υποταγή των μαζών σε Θεόσταλτες ηγεσίες. Οι άνθρωποι έμαθαν να συναινούν , να υποτάσσονται σε παιχνίδια εξουσίας αλλά όχι γιατί φοβόντουσαν, αλλά γιατί ήθελαν να γίνουν μέρος του κέρδους. Οι ηγέτες με τους λαούς τους μπλέχτηκαν σε ένα αλισβερίσι που τίποτα το θεικό δεν είχε. Ενα ξεκάθαρο παιχνίδι του ποιος θα πάρει περισσότερα κομμάτια από τη πίτα.


Χυθηκαν ποταμοί αίμα σε όλη την ανθρωπότητα για να γίνουν όλα αυτά μια ανάμνηση φρίκης και να μάθει ακόμα κι ο τελευταίος ανθρωπάκος ΝΑ ΑΠΑΙΤΕΙ κι όχι ΝΑ ΠΑΡΑΚΑΛΑΕΙ. Στη Δύση. Γιατί σε πολλά μέρη στο κόσμο ο Μεσαίωνας δεν τελείωσε ποτέ...

Ο άνθρωπος γεύτηκε ελευθερία έστω και ψεύτικη. Γεύτηκε άνεση έστω και προσωρινή. Εγινε κυρίαρχος του ευαυτού του έστω αγνοώντας τα πραγματικά δεσμά γύρω του. Δεν μπορεί να ξεμάθει τώρα. Μπορεί να γίνει πάλι βάρβαρος, ανεξέλεγκτος, θηριώδης αλλά δεν μπορεί να ξεμάθει αυτά που έμαθε. Δεν υπάρχουν μάρτυρες λαοί πλέον που να θεωρούν πως τα αφεντικά τους έχουν διαφορετικό χρώμα στο αίμα και είναι θεόσταλτοι και συνεπώς η ανυπακοή προς αυτά είναι αμαρτία. Αυτές οι ανοησίες έσβησαν στις μάχες του παρελθόντος κι είναι απλά σελίδες ιστορίας.

Η ηλικία της θεικής εξουσίας έχει περάσει . Εδώ και πάρα πολύ καιρό εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι μοιράζονται την ίδια σάρκα, το ίδιο αίμα, το ίδιο δικαίωμα απέναντι στον οποιονδήποτε θεό. Οσα νέα κάστρα και να χτίζονται δυστυχώς για τους ονειροπαρμένους ηγεμόνες δεν θα έχουν καμιά από τη παλιά δόξα του αναμφισβήτητου δυνάστη. Η επιβολή οπόασδήποτε μορφής βίας αναγνωρίζεται πλέον από τους ανθρώπους σαν πράξη βίας και όχι τάχα συμόρφωσης. Η κλεψιά και το χαράτσι αναγνωρίζονται σαν κλεψιά και χαράτσι κι όποιος τα ονομάζει επιβολή δικαίων μέτρω απλά μοιάζει ηλίθιος στο κόσμο. Ο καλοζωισμός των λίγων και η εξαθλίωση των πολλών δεν αναγνωρίζονται σαν φυσική κατάσταση ευλογημένη από το Θεό, αλλά σαν τυραννία των ικανότερων λαμόγιων που πρόλαβαν και τα άρπαξαν καλύτερα από τους υπόλοιπους.
Σήμερα οι δυνάστες γιαουρτώνονται, τους πετάνε παπούτσια στο κεφάλι, τους μουτζώνουν στις πλατείες, τους ονομάζουν καθίκια και προδότες.

Κάποιος είπε «οι επαναστάσεις του μέλλοντος δεν θα γίνουν από τους πεινασμένους αλλά από εκείνους που δεν θαχουν να φάνε για τρεις μέρες....»

Κι αυτό είναι η ουσία του άμεσου μέλλοντος. Ισως κάποτε ο άνθρωπος βρει τον αληθινό του δρόμο. Τις αληθινές αξίες του. Κατασκευάσει από την αρχή τα όνειρά του σε νέα βάση. Ισως κάποτε πετάξει από πάνω του όλα τα σκουπίδια που έχει φορτώσει το υπερτροφικό εγώ του και μπορέσει να βγάλει την πρώτη ελεύθερη ανάσα επί τέλους, της ύπαρξής του. Τότε ίσως θα ξέρει τι είναι αυτό που θέλει.
Προς το παρόν όμως έχει κάνει ήδη ένα σημαντικό βήμα. Μπορεί το τι ακριβώς θέλει να είναι ακόμα πολύ θολό, ΞΕΡΕΙ ΟΜΩΣ ΣΙΓΟΥΡΑ ΤΙ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ.

Σύντομα στην Ευρώπη αλλά και σε όλο το κόσμο θα γίνουν μεγάλες ανατροπές. Ολοι αισθανόμαστε πως σύντομα τίποτα από ότι ξερουμε δεν θα είναι ίδιο πια. Κι όλοι λίγο πολύ περιμένουμε πολύ δύσκολες μέρες μπροστά μας, για πολλούς δεν θα είναι απλά δύσκολες θα είναι αβάσταχτες.

Ομως ότι και να συμβεί , οι άνθρωποι ακόμα και οι πλέον επιπόλαιοι ή αμαθείς, πίσω δεν θα γυρίσουν γιατί τα είδωλα του παρελθόντος, τα όποια είδωλα έχουν γκρεμιστεί και εξευτελιστεί για πάντα στα μάτια των ανθρώπων. Η ώθηση των ανθρώπων να καταντήσουν ρομποτάκια υπάκουα που θα καταναλώνουν ασταμάτητα και θα αποφέρουν κέρδος σε όσους λυμαίνονται το κόσμο, ήταν ένα θλιβερό αποτέλεσμα αλλά είχε και τα θετικά του. Μαζί με τις ηθικές αξίες, τις αρετές, τη φιλανθρωπία, την αλληλεγγύη, τη φαντασία, την ανθρώπινη αντίληψη των πραγμάτων, την ιδιαιτερότητα της ατομικότητας, το σταμάτημα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και των ιδιαίτερων χαρισμάτων κάθε μονάδας , αφαίρεσε , και την αντίληψη πως υπάρχουν αναντικατάστατοι και ιεροί θεσμοί.

Το γκρέμισμα των ειδώλων δεν έγινε για να έρθουν τα επόμενα είδωλα αλλά για να φροντίσουμε να μην έχει ανάγκη πλέον κανείς να λατρέψει ότι στην ουσία του είναι παντελώς άχρηστο.

Οι εκ νέου εξαθλιωμένοι λαοί θα έχουν μια σημαντική διαφορά από τους εξαθλιωμένους του παρελθόντος। Θα ξέρουν πως είναι να μην είναι.