Σελίδες

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Ανάρχιδοι και σταρχιδιστές...



feltor.wordpress.com
Σημειώσεις για μια νεοελληνική κοινωνική ανθρωπολογία...

Μέχρι πρόσφατα το να δηλώνει κανείς προοδευτικός στην Ελλάδα ήταν το πιο ανέξοδο και το πιο επωφελές επιτήδευμα. Εκατοντάδες «προοδευτικοί» επέβησαν έτσι του κράτους, απέσπασαν θέσεις, οφίκια, χορηγίες, ενισχύθηκαν παντοιοτρόπως στο όνομα… της προόδου και του πολιτισμού.

 Επαγγελματίες αριστεροί με το αζημίωτο, στρατευμένοι στην ουτοπία (sic!) πρόσφεραν στη χώρα το υστέρημα του ταλέντου τους για να γίνουν πλούσιοι, διάσημοι και περιζήτητοι.

 Χαρισματικοί ενίοτε, μέτριοι κατά κανόνα, είχαν πάντα έναν κομματικό πατερούλη -φερ’ ειπείν η περίφημη σχέση Λαλιώτη – Κωστόπουλου- για να τους ...αναπληρώνει ό,τι τους έλειπε.

Στην αντίθετη πλευρά εκινείτο μια υδαρής μάζα οσφυοκαμπτών που έκαναν καριέρα γλείφοντας απλώς, πλην μεθοδικά, τους ανωτέρω καριερίστες. Εδώ ανήκουν οι εκατομμύρια «δημοσιογράφοι» των ΜΜΕ, οι οποίοι διεκδίκησαν τη μερίδα του λέοντος φτιάχνοντας εν μια νυκτί αστέρια, φίρμες, τα πρώτα κοάσματα στον βούρκο με τα βατράχια.
Ατάλαντοι συνθέτες, που είχαν όμως ιδρύματα από πίσω τους, γκέι τίποτε που αναδείκνυαν άλλους γκέι τίποτε στ’ όνομα της ομερτά του κλάδου, συγγραφείς-αποκόμματα και ζωγράφοι τόσο γεμάτοι από το ego τους που δεν έβλεπαν πέρα από τη μύτη τους -ή έστω το ιδιωτικό τους μουσείο, ποιητές – ιμπρεσάριοι, ηθοποιοί – επιχειρηματίες, καλλιτέχνες – μεταπράτες (γενικώς) και τέλος φιλότεχνοι (γενικότατα) που είδαν φως (μιντιακό) και μπήκαν. Κοσμικοί, λαϊφστυλίστες, συλλέκτες, μεγαλοδημοσιογράφοι των 55.000 ευρώ τον μήνα συμπλήρωναν αυτόν τον θίασο της ρόμπας και των εμετικών αλλαξοπισθιών.
Όλα ήσαν υπέροχα, εμπνευσμένα, μαγικά, έστω κι αν ο βασιλιάς παρέμενε προκλητικά γυμνός. Θα ‘λεγα πως ο χώρος μοιραζόταν ακριβοδίκαια και politically correct ανάμεσα στους σταρχιδιστές και τους ανάρχιδους. Ιερά ονόματα υπεράνω κριτικής, εναντίον της όποιας αξιοκρατίας και κυρίως -και μ’ ευθύνη όλων μας- υπεράνω του οποιουδήποτε διαλόγου οδήγησαν τη χώρα στα σημερινά αδιέξοδά της.
 Σε αγαστή σύμπνοια με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Προσωπικά αυτούς κακίζω περισσότερο, παρά τους διακοσμητικούς και οικογενειοκράτες πρωθυπουργούς και υπουργούς υπηρεσίας. Κακίζω δηλαδή όλους εκείνους που διέγνωσαν κύρος στον Κωστάκη και ιδιοφυΐα στον Γιωργάκη. Όλους εκείνους, τους 80 άνω που παρέμειναν χρόνια μυστικοσύμβουλοι και συμποσιαστές του ανεκδιήγητου Σημίτη και ορντινάντσες του επικίνδυνου Βενιζέλου (κατά την εποχή της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και του πολιτισμού των πολιτισμών αν ενθυμείσθε).
Απίστευτες λεκτικές παπάρες, που όμως υποστήριζαν στα σοβαρά δαφνοστεφανωμένοι ποιητές από τα Μακρονήσια και ακαδημαϊκοί δάσκαλοι που θήτευσαν στη νεοελληνική τραγωδία από την εποχή της χούντας.
 Έτεροι εμβριθείς κοινωνιολόγοι του μπερμπαντείου που επίσης παρασύρθηκαν από την Κίρκη της ψεύτικης ευμάρειας φαντάζομαι πως θ’ αποκρούουν μετά βδελυγμίας τους δικούς μου πεζοδρομιακούς όρους του σταρχιδισμού και αναρχιδισμού στο όνομα του Max Weber, του Althusser ή του Πουλαντζά, εγώ όμως θα τους αντιπρότεινα σιωπή και περισυλλογή γιατί και η υποκρισία έχει τα όριά της.
 Να σταματήσουν τέλος τις δακρύβρεχτες αναλύσεις από το διαχρονικά κυβερνητικό ΒΗΜΑ σχετικά με τα αίτια και τη διαλεκτική της παρακμής, κυρίως γιατί είναι και οι ίδιοι αφενός υπαίτιοι και αφετέρου ζωτικά κομμάτια τόσο της παρακμής όσο και της κρίσης. Ήδη γνωστός συλλέκτης, ιδιοκτήτης Μουσείου οργανώνει έκθεση με τις… προσωπογραφίες του, τις οποίες φιλοτέχνησαν ζωγράφοι της προσωπικής του αυλής! Εδώ ο κόσμος χάνεται…
Υποπτεύομαι πάντως ότι τους ανωτέρω «σταρ» χαλάνε οι εξίσου μωροφιλόδοξες έως τα όρια της νεύρωσης σύζυγοί τους: Οι Ελένες, οι Άννες, οι Βιργινίες, οι Άσπες, οι Φωτεινές, οι Βασούλες, οι Μαρίες… όλες κολασμένες με το χρήμα και την αυτοπροβολή, ιδιαίτερα όταν αμφότερες προέρχονται από κρατικές δαπάνες. 
Θα είχε πάντως ενδιαφέρον για τον ιστορικό του μέλλοντος να μελετήσει τα κοινωνικοκοσμική διαπλοκή συζύγων υπουργών με τις συζύγους μεγαλοδημοσιογράφων, μεγαλοζωγράφων και οικονομικών παραγόντων. Τότε θ’ αποκαλυφθεί ένας άλλος εσμός σκανδάλων με… άρωμα γυναίκας.
ΥΓ.1: Τι μ’ ενοχλεί στον Νταλάρα;
 Πως, αφού δέσποσε από τη χούντα έως και σήμερα στο λαϊκοέντεχνο λαϊφστάιλ σαν ο τραγουδιστής των αδικημένων, θέλει να είναι πρωταγωνιστικά παρών και στη νέα εποχή της κυρίαρχης, κυβερνητικής βίας.
 Εμείς συμμεριζόμαστε τη στάση του απέναντι στη διάσπαρτη βία ενός κοινού που δεν ήταν και δεν είναι a priori αθώο. Εκείνος αντιλαμβάνεται τα αίτια της βίας αυτής;
 Αντιλαμβάνεται πως το τραγούδι δεν μπορεί να προφέρεται σαν αφ’ υψηλού ελεημοσύνη από τους έχοντες προς εκείνους που δεν έχουν;
 Μια τέτοια χειρονομία είναι τόσο ενοχλητική όσο και το ανεκδιήγητο υφάκι της υπουργού συζύγου του από τις τηλεοράσεις.
 Συμπέρασμα: Τέλος εποχής για όλους τους σταρ παλαιάς κοπής. Του Πρετεντέρη συμπεριλαμβανομένου!

manosstefanidis.blogspot.com

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Όταν σαλτάρουν τα γερόντια...

ΤΑ ΓΕΡΟΝΤΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΧΑΣΟΥΝ... ΈΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ, ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΟ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΚΛΕΙΣΜΕΝΟ...

Όταν σαλτάρουν τα γερόντια...

Γιατί δυο μέρες τώρα παιδιά βρίζουμε τα γερόντια ξεχνώντας πως πρόκειται για μια μειονότητα αυτοί που πήγαν να ψηφίσουν στο Πασόκ. Η συντριπτική πλειοψηφία ζει ένα δράμα και είναι αξιοπρεπέστατοι.

Γράφει ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης

Ο εβδομηντάρης που μπήκε στην Εφορία ουρλιάζοντας
 «δε θα μου πάρετε το σπίτι»
 και πυροβόλησε στον αέρα,
είναι μόνο η αρχή.
Ο επόμενος 
δεν θα πυροβολήσει στον αέρα
Θα σημαδέψει τον...
 πρώτο κακομοίρη ταμία
 και μάλλον θα πετύχει τον πρώτο κακομοίρη φορολογούμενο 
που ελπίζει να ρυθμίσει τις οφειλές του.
Και τις μολότοφ που είχε στην τσάντα, 
θα τις ανάψει βγαίνοντας απ' το Πρωτόκολλο.
Η γιαγιά που αυτοπυρπολήθηκε για να μην είναι βάρος στα παιδιά και τα εγγόνια της, είναι μόνο η αρχή.
Η επόμενη γιαγιά θα αυτοπυρποληθεί στο τοπικό κατάστημα του ΙΚΑ.
Αγκαλιά με κάνα δυο υπαλλήλους.
Ο 68χρονος που γκάζωσε τη BMW 
και φούνταρε στο λιμάνι του Πειραιά,
 είναι μόνο η αρχή.
Ο επόμενος θα παρασύρει στο διάβα του 
και μερικούς ανυποψίαστους τουρίστες 
που ονειρεύονται διακοπές στα Κουφονήσια.
Προσποιείστε τους «υπεράνω», 
τσαλαπατάτε όποιον νομίζετε ότι δεν έχει τρόπο να αντιδράσει, 
ψηφίζετε νόμους- χειροπέδες για το καλό του έθνους, 
αλλά σε πολύ λίγο θα το πάρετε χαμπάρι.
Με τα γερόντια δεν είναι να παίζει κανείς.
Τους κόψατε τη σύνταξη, 
τους απαξιώσατε, 
τους εξευτελίσατε, 
δεν έχουν πια φράγκο για να παίρνουν δωράκια στα εγγόνια τους, 
τους συστήσατε να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα 
για να μην σας κοστίζουν στον προϋπολογισμό, 
λεηλατήσατε τις οικονομίες τους, 
καταχραστήκατε τις εισφορές τους,
 τους λοιδορήσατε,
 τους εξοντώσατε.
Ένα μόνο δεν σας πέρασε απ το μυαλό.
Τα γερόντια δεν έχουν τίποτα να χάσουν.

Τι τους νοιάζει αν, αύριο, βγουν στο δρόμο ζωσμένοι εκρηκτικά
- κι όποιον πάρει ο Χάρος;
Έτσι κι αλλιώς, το δικό τους ραντεβού με το Χάρο είναι ήδη κλεισμένο.
Το δικό σας;
Μίλτος Πασχαλίδης
20 Μάρτη 2012

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

H εσωτερική υποτίμηση





του
Ηλία Ιωακείμογλου











ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ  ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣΗΣ


Η ελληνική οικονοµία βρίσκεται σήµερα σε µια πρωτότυπη συγκυρία που συνδυάζει την διατήρηση ενός µεγάλου ελλείµµατος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, την συνέχιση και την όξυνση της κρίσης χρέους, την τετραετή θεαµατική µείωση των εισοδηµάτων των εργαζόµενων τάξεων και του προϊόντος, την αδυναµία της Ελλάδας να χρησιµοποιήσει τα παραδοσιακά εργαλεία της οικονοµικής πολιτικής που θα είχε στη διάθεσή της εάν διέθετε εθνικό νόµισµα, την ανάδειξη ατελειών στην αρχιτεκτονική της Οικονοµικής και Νοµισµατικής Ένωσης, και την εφαρµογή µιας πολιτικής εσωτερικής υποτίµησης η οποία δεν έχει οδηγήσει ακόµη την οικονοµία σε ανάκαµψη, παρά τα όσα είχαν αρχικά διακηρυχθεί ως προς τις δυνατότητες αυτής της πολιτικής.

Η αποτυχία της εσωτερικής υποτίµησης σχετίζεται µε το θεωρητικό σχήµα επί του οποίου βασίζεται. Προνοµιακή θέση σε αυτό το θεωρητικό σχήµα κατέχει ο µηχανισµός προσαρµογής της οικονοµίας, δηλαδή ο µηχανισµός ο οποίος ενεργοποιείται όταν αυτή βρίσκεται σε ανισορροπία και ο οποίος αναλαµβάνει να την επαναφέρει σε κατάσταση ισορροπίας. Ο µηχανισµός αυτός είναι ο δίαυλος τηςανταγωνιστικότητας τιµής (competitiveness channel), που συγκροτείται από την διαδικασία σχηµατισµού των µισθών (wage setting), την διαδικασία σχηµατισµού των τιµών (price setting) και την επίπτωση της ανταγωνιστικότητας τιµής στην συνολική ζήτηση. Πιο συγκεκριµένα, το θεωρητικό σχήµα της εσωτερικής υποτίµησης προβλέπει ότι µια οικονοµία µπορεί, µειώνοντας τους µισθούς, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά τιµής, να αυξήσει έτσι τις εξαγωγές της και την συνολική ζήτηση, άρα και την παραγωγή, και να οδηγηθεί σε ένα νέο επίπεδο ισορροπίας στο οποίο θα υπάρχει αφενός µεν πληθωρισµός σταθερός και ίσος προς τον πληθωρισµό των ανταγωνιστριών χωρών, αφετέρου δε βελτιωµένο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.


Η πορεία αυτής της οικονοµίας, σύµφωνα µε το θεωρητικό σχήµα της εσωτερικής υποτίµησης, είναι αναγκαστική, χωρίς εναλλακτική λύση, διότι η οικονοµία έλκεται από ένα σηµείο βαρυτικής έλξης, έναν σηµειακό ελκυστή, στον οποίο µοιραία θα καταλήξει ανεξάρτητα από τον δρόµο που θα ακολουθήσει. Ο ελκυστής αυτός έχει γίνει γνωστός µε το όνοµα του nairu (ποσοστό ανεργίας σταθερού πληθωρισµού), και παλαιότερα µε το όνοµα του "φυσικού ποσοστού ανεργίας".

 Οι πραγµατικές δυνατότητες της εσωτερικής υποτίµησης να οδηγήσει την οικονοµία σε ένα νέο επίπεδο ισορροπίας µπορούν να είναι πολύ διαφορετικές από τις διακηρυγµένες δυνατότητές της. Αυτό συµβαίνει επειδή υπάρχουν διαδικασίες σωρευτικής αιτιότητας, οι οποίες δηµιουργούν διαδοχικούς κύκλους φθίνουσας συσσώρευσης κεφαλαίου που είναι σε θέση να παρεµποδίζουν, πρόσκαιρα ή για µια ολόκληρη δεκαετία ή περισσότερο, την προσαρµογή της οικονοµίας και να την κρατούν σε κατάσταση ύφεσης για πολύ καιρό πριν οι διορθωτικοί µηχανισµοί της αγοράς, δηλαδή ο δίαυλος της ανταγωνιστικότητας τιµής, επαναφέρει την οικονοµία σε ισορροπία, δηλαδή στον ελκυστή που ορίζεται ως το ποσοστό ανεργίας σταθερού πληθωρισµού (nairu). Οι διαδικασίες αυτές, που αποµακρύνουν την οικονοµία από το nairu, έχουν γίνει γνωστές στην βιβλιογραφία µε τον όρο της υστέρησης. Όταν παρατηρούµε φαινόµενα υστέρησης, το nairu είναι ένας αδύναµος ελκυστής.

Αυτό σηµαίνει ότι ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος, της κατανάλωσης και των επενδύσεων, των θεσµών των αγορών προϊόντων και της αγοράς εργασίας, η οικονοµίαµπορεί να ακολουθήσει µια ταχεία προσαρµογή σαν και αυτή που προβλέπεται από το νέο κεϊνσιανό υπόδειγµα σταθερής ισορροπίας (σηµειακού ελκυστή), ενδέχεται όµως, η προσαρµογή να είναι εξαιρετικά βραδεία (µερική υστέρηση) ή να µην πραγµατοποιηθεί καθώς η οικονοµία θα παρασύρεται στο µονοπάτι που χαράσσουν οι εξωτερικές διαταραχές τις οποίες δέχεται (πλήρης υστέρηση). Εποµένως, ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά µιας χώρας, η πολιτική της εσωτερικής υποτίµησης µπορεί να επιτύχει τους στόχους της γρήγορα ή µετά από µεγάλο χρονικό διάστηµα, µπορεί όµως και να µην τους επιτύχει καθόλου.

Ο επικεφαλής των οικονοµολόγων του Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου, Olivier Blanchard, γνωρίζει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας η εσωτερική υποτίµηση µπορεί να απαιτήσει περισσότερα από δέκα έτη.


ΣΤΗ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ  Η ΥΦΕΣΗ




Στην βραχυχρόνια διάρκεια οι µισθοί και οι τιµές δεν µεταβάλλονται, αλλά πραγµατοποιείται η προσαρµογή της παραγωγής στην ζήτηση. Η πολιτική περιστολής των δηµοσίων δαπανών µειώνει την συνολική ζήτηση και µέσω αυτής τον όγκο της παραγωγής. Ένα µεγαλύτερο µέρος του εγκατεστηµένου παραγωγικού δυναµικού αργεί. Η µείωση της παραγωγής επιτυγχάνεται εν µέρει µε µείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και εν µέρει µε µείωση της απασχόλησης (εποµένως, µε αύξηση του ποσοστού ανεργίας). Η µείωση της απασχόλησης επιφέρει µια πρόσθετη µείωση της συνολικής ζήτησης εξαιτίας της απώλειας εισοδήµατος των ανέργων. Στο νέο, χαµηλότερο, επίπεδο χρησιµοποίησης του παραγωγικού δυναµικού και της απασχόλησης, µειώνεται η απόδοση του παγίου κεφαλαίου (δηλαδή η κερδοφορία) επειδή έχουν µειωθεί οι πωλήσεις και συνακόλουθα τα κέρδη. Με αυτές τις αλλαγές ολοκληρώνεται η βραχυχρόνια διάρκεια και αρχίζει η µεσοπρόθεσµη προσαρµογή της οικονοµίας.



ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ H ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΤΙΜΩΝ




Στην πρώτη περίοδο της µεσοπρόθεσµης διάρκειας αρχίζει η προσαρµογή των µισθών. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας έχει αποδυναµώσει την διαπραγµατευτική θέση των µισθωτών και των σωµατείων τους, µε αποτέλεσµα να επιτυγχάνουν χαµηλότερους ονοµαστικούς µισθούς (που αντιστοιχούν σε χαµηλότερους πραγµατικούς µισθούς µε δεδοµένες τις ισχύουσες τιµές κατά την στιγµή της διαπραγµάτευσης). Μετά την µείωση των ονοµαστικών µισθών, έχει επέλθει µεταβολή του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος (που είναι το κλάσµα του µέσου ονοµαστικού µισθού προς την παραγωγικότητα της εργασίας και µετράει πόσο κοστίζει σε µισθούς η παραγωγή µιας µονάδας προϊόντος). Στην περίπτωση κατά την οποία το µοναδιαίο κόστος εργασίας θα παρέµενε σταθερό ή θα αυξανόταν, η εσωτερική υποτίµηση θα είχε ακυρωθεί πλήρως, διότι τότε οι επιχειρήσεις δεν θα µπορούσαν να µειώσουν τις τιµές τους (όπως προβλέπει η θεωρία της εσωτερικής υποτίµησης). Η µείωση του µοναδιαίου κόστους εργασίας δεν είναι προφανής διότι η ύφεση µειώνει τους ονοµαστικούς µισθούς αλλά και την παραγωγικότητα, δηλαδή και τον αριθµητή και τον παρονοµαστή του κλάσµατος. Με άλλα λόγια, η µείωση της παραγωγικότητας µπορεί να είναι τόσο µεγάλη ώστε να αντισταθµίσει την µείωση των ονοµαστικών µισθών.


Η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης έχει φτάσει τώρα σε ένα πρώτο σηµείο διακλάδωσης: εάν µειωθεί και µάλιστα σηµαντικά το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος, η εσωτερική υποτίµηση µπορεί να συνεχιστεί, αλλιώς θα έχει ακυρωθεί. Ας υποθέσουµε όµως ότι το µοναδιαίο κόστος εργασίας µειώθηκε. Οι επιχειρήσεις αντιδρούν τώρα στην µείωση του µοναδιαίου κόστους εργασίας έτσι ώστε να µετατρέψουν ένα µέρος από το όφελός τους σε µείωση των τιµών τους, δηλαδή της ανταγωνιστικότητάς τους, και το υπόλοιπο µέρος σε κέρδος. Αυτό γίνεται µε µείωση των τιµών που είναι µικρότερη από την µείωση του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος. Σε ποιο βαθµό επιλέγουν οι επιχειρήσεις το ένα ή το άλλο όφελος εξαρτάται από την ισχύ τους στην αγορά προϊόντων, από την µικρή ή µεγάλη ανάγκη ρευστότητας που έχουν κ.ά.

Η εσωτερική υποτίµηση φτάνει εδώ σε ένα δεύτερο σηµείο διακλάδωσης: εάν οι τιµές δεν µειωθούν ή µειωθούν λίγο, η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης ακυρώνεται. Ενδέχεται π.χ. οι ανάγκες των επιχειρήσεων όσον αφορά την ρευστότητά τους να είναι εξαιρετικά µεγάλες (όπως συµβαίνει στην διάρκεια της τρέχουσας κρίσης) ώστε να προτιµήσουν να µετατρέψουν ολόκληρο το όφελός τους από την µείωση του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος σε αύξηση των κερδών.


ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ Η ΣΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ




Ας υποθέσουµε, όµως, ότι µειώνονται οι τιµές. Αυτό θα µειώσει περαιτέρω τους ονοµαστικούς µισθούς (αφού η διαπραγµάτευση γίνεται µε βάση τον δείκτη τιµών καταναλωτή) και το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος και τις τιµές. Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να µειώνουν τις τιµές και τους µισθούς και εγκαθίσταται, έτσι, µια καθοδική σπείρα µισθών και τιµών, µια σπείρα υποτίµησης. Επειδή οι εγχώριες τιµές µειώνονται διαρκώς, αυξάνεται σταδιακά η ανταγωνιστικότητα τιµής. Ως αποτέλεσµα αυξάνονται οι εξαγωγές, ενώ οι εισαγωγές µειώνονται επειδή υπάρχει, πρώτον, µειωµένη εσωτερική ζήτηση, και δεύτερον, αυξηµένη ανταγωνιστικότητα τιµής.

Αυξάνεται έτσι η εξωτερική ζήτηση, και θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς, µειώνεται η ανεργία. Η διαδικασία αυτή, της αλληλεπίδρασης του εξωτερικού εµπορίου µε την σπείρα µισθών και τιµών οδηγεί, ceteris paribus, σε µια νέα ισορροπία: αυξάνεται σταδιακά η εξωτερική ζήτηση και µαζί µε αυτήν η συνολική ζήτηση και η παραγωγή. Στο τέλος της προσαρµογής, ο δίαυλος της ανταγωνιστικότητας τιµής έχει οδηγήσει την οικονοµία σε κατάσταση ισορροπίας και η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης έχει ολοκληρωθεί.




ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ  Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ




Οι µειώσεις των µισθών και της απασχόλησης στην πρώτη φάση της µεσοπρόθεσµης διάρκειας (αφού δηλαδή η αρχική µείωση των δηµοσίων δαπανών έχει βυθίσει την οικονοµία σε ύφεση) συρρικνώνουν το διαθέσιµο πραγµατικό εισόδηµα των νοικοκυριών που προέρχεται από εργασία. Επειδή η ροπή προς κατανάλωση των νοικοκυριών των µισθωτών είναι υψηλή, θα υπάρξει, θεωρώντας τους άλλους παράγοντες σταθερούς, µια ισχυρή µείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Το διαθέσιµο πραγµατικό εισόδηµα των νοικοκυριών που προέρχεται από διανεµόµενα κέρδη µειώνεται εξαιτίας της µείωσης του προϊόντος και της πραγµατικής υποτίµησης που καθιστά ακριβότερα τα εισαγόµενα προϊόντα και παρά το γεγονός ότι η µείωση των µισθών ευνοεί τα κέρδη.

Μειώνεται έτσι η ιδιωτική κατανάλωση και µέσω αυτής η εσωτερική ζήτηση, η παραγωγή και η απασχόληση και επιτείνεται η σπείρα της ύφεσης. Κατά την πρώτη περίοδο της µεσοπρόθεσµης διάρκειας, η απόδοση παγίου κεφαλαίου έχει πιθανότατα µειωθεί κυρίως επειδή µειώθηκαν οι πωλήσεις. Βεβαίως, η απόδοση κεφαλαίου αυξάνεται όταν µειώνεται ο µισθός. Η απόδοση κεφαλαίου ενδέχεται να παρουσιάζει αύξηση υπό τον όρο ότι η µείωση του µισθού θα είναι τόσο µεγάλη ώστε να υπερβαίνει την αρνητική επίπτωση που έχουν όλοι οι άλλοι παράγοντες επί της κερδοφορίας. Εάν θα συµβεί ή δεν θα συµβεί κάτι τέτοιο εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος και της αγοράς εργασίας.

Αυτό αποτελεί και το τρίτο σηµείο διακλάδωσης του συστήµατος: εάν η κερδοφορία αυξηθεί, ηεσωτερική υποτίµηση µπορεί να ακολουθήσει τον δρόµο της, αλλιώς θα ακυρωθεί. Διότι, η µείωση της κερδοφορίαςκαι η αύξηση του αργούντος παραγωγικού δυναµικού οδηγούν σε µείωση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και σε περισσότερη ύφεση. Όταν µειώνεται η κερδοφορία έχουµε αποεπένδυση (όπως συµβαίνει στην Ελλάδα, όπου µειώνεται το καθαρό απόθεµα παγίου κεφαλαίου). Αυτό συρρικνώνει το παραγωγικό δυναµικό, αυξάνει τον βαθµό χρησιµοποίησης του εναποµείναντος παραγωγικού δυναµικού, ενισχύει έτσι την ολιγοπωλιακή ισχύ των επιχειρήσεων στις αγορές προϊόντων και εµποδίζει την πτώση των τιµών.

Τα αποτελέσµατα αυτά εγκαινιάζουν έναν νέο κύκλο φθίνουσας συσσώρευσης κεφαλαίου. Εγκαθίσταται έτσι µια διαδικασία διαδοχικών κυµάτων συρρίκνωσης της παραγωγής, των επενδύσεων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και της συσσώρευσης παγίου κεφαλαίου. Τα αποτελέσµατα της συσσώρευσης κεφαλαίου τείνουν να ανατρέψουν (και υπό συνθήκες πράγµατι ανατρέπουν) την δυναµική της προσαρµογής µέσω των εξαγωγών. Τα αποτελέσµατα της συσσώρευσης αναχαιτίζουν την εσωτερική υποτίµηση.


Στην σπείρα της εσωτερικής υποτίµησης αντιπαρατίθεται η σπείρα της αποεπένδυσης. Η πρώτη σπείρα πασχίζει να βρει τον δρόµο της προς την αύξηση της παραγωγής χάρη στις µειώσεις των µισθών και των τιµών, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της εξωτερικής ζήτησης, ενώ η δεύτερη µειώνει διαρκώς την εσωτερική ζήτηση. Έτσι, τι θα συµβεί στην συνολική ζήτηση (που είναι το άθροισµα εσωτερικής και εξωτερικής ζήτησης) εξαρτάται από την σχετική ισχύ των δύο σπειρών.


Ό,τι κερδίζει η πολιτική της εσωτερικής υποτίµησης σε αύξηση της εξωτερικής ζήτησης, µπορεί να το χάνει διπλά µειώνοντας την εσωτερική ζήτηση. Ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος, των θεσµών των αγορών προϊόντων και της αγοράς εργασίας, η οικονοµία µπορεί να ακολουθήσει µια ταχεία προσαρµογή σαν και αυτή που προβλέπεται από την καθεστωτική οικονοµική θεωρία, ενδέχεται όµως, η προσαρµογή να είναι εξαιρετικά βραδεία, να διαρκέσει δεκαετίες ή να µην πραγµατοποιηθεί καθόλου καθώς η οικονοµία θα παραµένει καθηλωµένη στην ύφεση.



ΣΤΗΝ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ   Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ




Ο ανταγωνισµός µεταξύ της διαδικασίας της εσωτερικής υποτίµησης και της διαδικασίας της συσσώρευσης κεφαλαίου µπορεί να διαρκέσει πολύ. Η οικονοµία µπορεί να παραµένει σε κατάσταση ύφεσης ή βραδείας ανάπτυξης επί δεκαετίες. Στο σηµείο αυτό αναφύεται το γνωστό ερώτηµα, για ποιο λόγο η εξουσία και οι καθεστωτικοί οικονοµολόγοι επιµένουν σε µια πολιτική που τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται ότι δεν µπορεί να επιτύχει τους διακηρυγµένους στόχους της.

Η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που ισχύει στην µακροχρόνια διάρκεια:


Αυτό που µεσοπρόθεσµα είναι ανταγωνισµός, µακροπρόθεσµα γίνεται συνεργασία: η φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου βυθίζει την οικονοµία στην ύφεση που καταστρέφει ακόµη περισσότερο την διαπραγµατευτική ισχύ των µισθωτών, αποδυναµώνει τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, µειώνει ακόµη περισσότερο τους µισθούς. Μακροχρόνια, η όλη διαδικασία αποκτά την λογική του οικονοµικού δαρβινισµού, την λογική της εκκαθάρισης των µη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των µη ανταγωνιστικών ανθρώπων ώστε η οικονοµία, αν και συρρικνωµένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόµο υψηλών επιδόσεων µέσω µιας διαδικασίας δηµιουργικής καταστροφής.


Αναµφισβήτητα, αυτό µπορεί να συµβεί εάν δεν υπάρξουν κοινωνικές δυνάµεις που θα σταµατήσουν µε πολιτική απόφαση την εσωτερική υποτίµηση. Αλλιώς µεγάλες µερίδες των υποτελών κοινωνικών τάξεων, συµπεριλαµβανοµένων των µικροαστών, θα έχουν προσφερθεί θυσία στον Μολώχ του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Συνδικάτα








Εργατοπατερισμός, η χρόνια ασθένεια του συνδικαλισμού


Τον λοιδόρησαν οι κοσμικοί, τον υπονόμευσαν οι γραφειοκράτες, τον υποτίμησαν οι κεφαλαιοκράτες, τον αξιοποίησαν για πάρτη τους τα κόμματα εξουσίας, τον αντιμετωπίζουν με δυσπιστία οι εργαζόμενοι - παλιοί και νέοι, τον καταγέλασαν οι κυβερνήσεις που τον καλούν ως συνομιλητή στο τραπέζι μόνον όταν έχει τελειώσει το γεύμα. Αλλά, αν ο συνδικαλισμός είναι χαμένη υπόθεση, γιατί οι εργοδότες επιμένουν να οργανώνονται σε ενώσεις και επιμελητήρια;



 



Πάρ' το απόφαση, βρε Στράτο, να γραφτείς στο συνδικάτο!» Ο στίχος που ο Φώντας Λάδης έγραψε μέσα στο αγωνιστικό κλίμα της Μεταπολίτευσης φέρνει στη μνήμη ξεθωριασμένες φωτογραφίες από εργατικές Πρωτομαγιές, άντρες με μισάνοιχτα πουκάμισα, μουστάκια και φαβορίτες, γυναίκες με εμπριμέ φορέματα, και τον Ρίτσο να απαγγέλλει από την εξέδρα της ΓΣΕΕ. Μια εποχή που η αισιοδοξία συνυπήρχε με την αυταπάτη, τα ζιβάγκο προλείαιναν το έδαφος για τα Αρμάνι, το «Εξω οι βάσεις» κοντραριζόταν με το καραμανλικό «Ανήκομεν εις την Δύσιν» και το «Πάγωσε η τσιμινιέρα» τραγουδιόταν ακόμα και από πεντάχρονα παιδιά.

Σήμερα, οι μπόμπιρες της Μεταπολίτευσης είναι τριανταπεντάρηδες των 700 ευρώ, της Ελλάδας του ΔΝΤ και των «κοινωνικών δικτύων». Ο σημερινός Στράτος, που μπορεί να λέγεται Κωνσταντίνα, Κάρμεν, Χασάν, δεν αρκεί να το πάρει απόφαση να γραφτεί στο συνδικάτο. Συνδικάτο μπορεί να μην υπάρχει καν στο χώρο όπου εργάζεται ή, κι αν υπάρχει, ο ίδιος μπορεί να μην το ξέρει, ειδικά αν είναι ενοικιαζόμενος ή ημιαπασχολούμενος. Μπορεί και να είναι εργοδοτικό ή σωματείο σφραγίδα ή, απλώς, να αρνείται να τον γράψει επειδή ο Στράτος της ιστορίας μας δουλεύει ως συμβασιούχος ή ως «μπλοκάκι», με δελτίο παροχής υπηρεσιών.


Μπορεί, επίσης, να υπάρχουν όχι ένα αλλά πολλά συνδικάτα, και ο Στράτος του 2010 να μη γράφεται σε κανένα επειδή τα θεωρεί όλα εξίσου απαξιωμένα και αδύναμα ή απλώς επειδή έχει καταπιεί αμάσητο το δόγμα «αμύνεσθαι περί πάρτης». Στην περίπτωση που ο Στράτος, η Κάρμεν, η Κωνσταντίνα, ο Χασάν δραστηριοποιείται στο σωματείο του ή προσπαθεί με άλλους να στήσει ένα σωματείο, πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα υποστεί διακρίσεις, χλεύη, πιέσεις, ακόμα και απόλυση. Η περίπτωση να βρεθεί με το κεφάλι σπασμένο ή το πρόσωπο σημαδεμένο από κάποιον τραμπούκο δεν είναι και τόσο απίθανη - κι ας μη δουλεύει σε μεξικάνικο καρτέλ, αλλά σε χώρα της Ευρωζώνης, στην πάλαι ποτέ «Ισχυρή Ελλάδα» της ΟΝΕ και στη νυν επιτηρούμενη Ελλάδα των ιπτάμενων σπρεντ.


Εκατόν τριάντα χρόνια μετά τις πρώτες εργατικές οργανώσεις, 100 χρόνια μετά την ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (προηγήθηκε ο Βόλος και ακολούθησε ο Πειραιάς), 92 χρόνια μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ και 94 χρόνια μετά την ηρωική απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου, που κέρδισαν με αίμα την καθιέρωση οχταώρου, οι αγώνες του κόσμου της εργασίας αριθμούν σχεδόν ενάμιση αιώνα ζωής - και περισσότερο, αν συνυπολογίσουμε τις πρώιμες αγροτικές εξεγέρσεις του 19ου αιώνα. Διανύοντας τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, έννοιες όπως συνδικάτα, συνδικαλισμός, εργατικό κίνημα, ταξική πάλη δεν είναι πια καινούργιες, αλλά μοιάζουν να επανανοηματοδοτούνται μέσα σε συνθήκες άγριας επίθεσης στο εισόδημα, στα δικαιώματα, στους όρους ύπαρξης των εργαζομένων.


 


Πίσω από τις ψυχρές χρηματιστηριακές συναλλαγές, τους οικονομικούς δείκτες, τα εθνικά χρέη και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των «αγορών», δημιουργός του πλούτου εξακολουθεί να είναι η ανθρώπινη εργασία και διάνοια. Οσο και αν η εργασία διανοητικοποιείται και ο νέος προλετάριος παύει να είναι αποκλειστικά χειρώναξ, άνθρωποι και όχι άυλα δίκτυα βρίσκονται πίσω από τα κέρδη, εργάζονται, καταναλώνουν, αναπαράγονται, παράγουν υπεραξία που τη νέμονται άλλοι. Ανθρωποι με σάρκα και οστά, που μπορεί να μη χύνουν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα στις σκαλωσιές, στις φάμπρικες και στις στοές, αλλά να είναι καλωδιωμένοι με ένα hands-free ακουστικό πίσω από έναν τερματικό υπολογιστή, να χτυπάνε τιμές με λέιζερ σε ένα ταμείο σούπερ μάρκετ, να είναι «μάνατζερ του εαυτού τους» που κυνηγάνε πωλήσεις, ασφάλειες, δείγματα, σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του εμποράκου με τη βαλίτσα.

Η εργατική τάξη του 21ου αιώνα δεν περιμένει να πάει στον παράδεισο, αλλά αγοράζει την ψευδαίσθησή του με δόσεις ή προσπαθεί να αναβάλει την κόλαση με δάνεια και πιστωτικές. Δεν βροντοχτυπά τις χάντρες, ούτε κρατά μόνο πηλοφόρι και μυστρί, αλλά έχει καρφιτσωμένο ταμπελάκι με ονοματεπώνυμο, GPS και PDA. Δεν έχει πάντα ροζιασμένα χέρια, αλλά σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, αυχενικά και ισχυαλγίες από το χτύπημα των πλήκτρων, κιρσούς από την ορθοστασία, εργατικά ατυχήματα, τραυματισμούς και θανάτους, που βαφτίζονται «ατυχή περιστατικά».

Η εργάτρια και ο εργάτης του 21ου αιώνα μπορεί να μη φοράνε τσεμπέρι και τραγιάσκα, αλλά να έχουν ράστα μαλλιά και σακίδιο πλάτης, σαν τον φυλακισμένο δάσκαλο Μάριο Ζέρβα. Μπορεί να μην ακούνε Καζαντζίδη, αλλά χιπ-χοπ ή μπορεί να αποκοιμιούνται με ρινγκ τόουν από τη Eurovision. Μπορεί να μη θέλουν να λέγονται εργάτες, να μην ξέρουν ή να μην τους νοιάζει αν ανήκουν στην εργατική τάξη. Στο κάτω κάτω, τι είναι η Ελλάδα και τι είναι οι τάξεις της... Τόσα χρόνια μας έχουν μάθει να στριμωχνόμαστε κάτω από την ταμπέλα «μεσαίοι», μικρομεσαίοι, μικρομαγαζάτορες και μικροϊδιοκτήτες και αυτοαπασχολούμενοι.

Η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλά ποσοστά σε σχέση με την Ευρώπη των 15· μόλις 60% έναντι του 80% που είναι ο κοινοτικός μέσος όρος. Οπως επισημαίνει ο πανεπιστημιακός Γ. Κουζής στο βιβλίο του «Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος», το χαμηλό ποσοστό της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι ενδεικτικό του ειδικού βάρους που αυτή αντιπροσωπεύει στην ελληνική κοινωνία: «...η κρατική εξουσία στην Ελλάδα παρουσιάζει ιστορικά μειωμένη ευαισθησία απέναντι στα αιτήματα των μισθωτών συγκριτικά με χώρες με πολύ υψηλότερο ποσοστό μισθωτής απασχόλησης, στοιχείο που ενισχύεται και από τον σχετικά μέσο και χαμηλό βαθμό συνδικαλιστικής πυκνότητας που χαρακτηρίζει ιστορικά την ελληνική περίπτωση, σε συνδυασμό και με την επί μακρόν πλήρη χειραγώγηση του».


Τι σημαίνει, όμως, «συνδικαλιστική πυκνότητα» και γιατί θεωρείται χαμηλή στην Ελλάδα; Ο όρος αναφέρεται στο ποσοστό συμμετοχής των εργαζομένων στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά δεν υπάρχει ενιαία μέθοδος υπολογισμού, με αποτέλεσμα οι δείκτες να διαφέρουν. Ο Νίκος Παλαιολόγος, στο έργο του «Εργασία και συνδικάτα στον 21ο αιώνα», αναλύει τεκμηριωμένα τη διάρθρωση και τις αλλαγές στα συνδικάτα στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Οπως παρατηρεί, η συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα υπολογίζεται από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας στο 24% - ή ακόμα πιο χαμηλή, ώς 11% από άλλους αναλυτές. Σε κάθε περίπτωση θεωρεί ότι υποεκτιμάται και την τοποθετεί γύρω στο 29% - ή 25%, αν συνυπολογιστούν και οι άνεργοι. Αυτό σημαίνει ότι μόλις ο ένας στους τέσσερεις εργαζομένους στην Ελλάδα καλύπτεται από κάποιο συνδικάτο, όταν στη Φινλανδία τα ποσοστά αγγίζουν το 100%, στην Ιταλία το 70%, αλλά στη Γαλλία μέλη συνδικάτων είναι μόλις το 10% των μισθωτών.


Ιδιαίτερα χαμηλή είναι η συσπείρωση των εργαζομένων στα συνδικάτα στον ιδιωτικό τομέα, που δεν φαίνεται να υπερβαίνει το 18%, ενώ ισχυρή συνολικά είναι η παρουσία του δημόσιου τομέα που καλύπτει το 55% των συνδικαλισμένων. Ο Γ. Κουζής στο βιβλίο του αποδίδει την τάση μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας, που παρατηρείται και στα ευρωπαϊκά συνδικάτα, σε μια σειρά από αιτίες, εξωγενείς αλλά και ενδογενείς, δηλαδή απόρροια της ίδιας της λειτουργίας των συνδικάτων: το υψηλό ποσοστό ανεργίας, την υποχώρηση της απασχό- λησης στον βιομηχανικό τομέα, την ανάπτυξη ευέλικτων μορφών εργασίας σε συνδυασμό με την αύξηση της γυναικείας απασχόλησης. Η απασχόληση των γυναικών, ενώ αυξάνεται σταθερά τα τελευταία 15 χρόνια, δεν μεταφράζεται σε αύξηση της δύναμης των συνδικάτων. Τα καθήκοντα του σπιτιού, που εξακολουθούν να βαραίνουν κυρίως τη γυναίκα, και τα υψηλά ποσοστά μερικής απασχόλησης (το 70% των μερικώς απασχολουμένων είναι γυναίκες) είναι παράγοντες που αποθαρρύνουν τις γυναίκες από το να ενταχθούν στα συνδικάτα.


Η διεθνοποίηση της οικονομίας, που περιορίζει τη δύναμη παρέμβασης του παραδοσιακού συνδικαλιστικού κινήματος, η υποχώρηση των συλλογικών οραμάτων και η άνοδος των νεοφιλελεύθερων αξιών δυσχεραίνουν την προσέλκυση νέων μελών, ειδικά από τη λεγόμενη «νέα βάρδια» της εργασίας: πληροφορική, τηλεπικοινωνίες, ευέλικτοι, επισφαλείς, ενοικιαζόμενοι, συμβασιούχοι, μετανάστες, γυναίκες, νέοι. Σχεδόν ανύπαρκτος είναι ο συνδικαλισμός στον ιδιωτικό τομέα στις ηλικίες κάτω των 29 ετών, παρατηρεί ο Γ. Κουζής, ενώ στις στατιστικές των συνδικάτων δεν καταγράφονται οι νέοι μισθωτοί, ούτε υπάρχουν προγράμματα προσέλκυσης νέων. Η ένταση των αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό των συνδικάτων, ο οργα- νωτικός κατακερματισμός και η διαιώνιση των δυσλειτουργιών, όπως η οικονομική εξάρτηση από το κράτος, η έντονη παραταξιοποίηση, η αμφισβήτηση της αυτονομίας και η εισαγωγή «συναινετικών» στοιχείων μειώνουν την αποτελεσματικότητα της δράσης των συνδικάτων, υποσκάπτουν την απήχησή τους, τα κάνουν λιγότερο αξιόπιστα στα μάτια των εργαζομένων.


 

1950. Αστυνομικοί αντικαθιστούν τους ΤΤΤ (Ταχυδρομεία, Τηλεγραφεία, Τηλεφωνεία) που απεργούν.


Το 1949 οι «Τριατατικοί» επιστρατεύθηκαν ως απεργοσπάστες στην πολυήμερη απεργία της ΑΔΕΔΥ. Η σημερινή κρίση των συνδικάτων δεν σημαίνει ότι ο συνδικαλισμός είναι ξεπερασμένος και πρέπει να καταργηθεί. Οπως και η οικονομική κρίση δεν θα ξεπεραστεί με την κατάργηση των στοιχειωδών εργατικών δικαιωμάτων - όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο κόσμος της εργασίας πρέπει να πληρώσει ξανά το λογαριασμό. Οπως μας είπε ο Γιάννης Κουζής σε τηλεφωνική συνέντευξη, «η ύπαρξη των συνδικάτων είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Ο συνδικαλισμός είναι επίκαιρος όσο ποτέ. Αλλά πρακτικές και λειτουργίες των συνδικάτων που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες έχουν δημιουργήσει πρόβλημα αξιοπιστίας. Πρέπει να δούμε τα ελλείμματα που υπάρχουν και να ξεκινήσουν αλλαγές από τα ίδια τα συνδικάτα. Το γεγονός ότι δημιουργούνται σωματεία από το χώρο της επισφάλειας, πρωτοβάθμια σωματεία βάσης, είναι ελπιδοφόρο. Αν γίνουν αλλαγές στο συνδικαλιστικό κίνημα, θα ξεκινήσουν από τη βάση».



ΕΡΕΥΝΑ | ΝΤΙΝΑ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ (dida@enet.gr) ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΟΛΙΤΗ (politi@enet.gr) ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ | ΑΡΧΕΙΟ Κ. ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΥ



Τι είναι ο καπιταλισμός;


Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα                                            
η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών                                     
(Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, σελ. 160,                                                          
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)
Μια από τις πρώτες διαπιστώσεις του Νίκου Μπογιόπουλου, στο τελευταίο του βιβλίο Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε, είναι ότι οι εκμεταλλευτικές σχέσεις και το κυνηγητό του κέρδους μειώνουν διαρκώς τη δυνατότητα των εργαζόμενων ν’ απορροφούν τα συνεχώς αυξανόμενα προϊόντα. Πρόκειται για την ίδια, ακατάπαυστα αναπαραγόμενη αντίφαση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας:
    Οι εργάτες σαν αγοραστές εμπορευμάτων έχουν μεγάλη σημασία για την αγορά. Η κεφαλαιοκρατική όμως κοινωνία έχει την τάση να περιορίζει στο κατώτατο όριο την τιμή του εμπορεύματός τους (της εργατικής δύναμης) όταν αντικρίζει τους εργάτες σαν πουλητές [Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος Β΄, σελ. 134].
    Όπως είχε τονίσει ο Λένιν (Άπαντα, τόμος 4, σελ. 161-163), η αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση, που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, συνίσταται στην ταχύτατη αύξηση της παραγωγής, με απεριόριστες τάσεις διεύρυνσης λόγω του συναγωνισμού, ενώ αντίθετα, η ατομική κατανάλωση, «όταν αυξάνει, αυξάνει εξαιρετικά αργά. Η προλεταριακή κατάσταση των λαϊκών μαζών δε δίνει τη δυνατότητα να αυξάνει γοργά η ατομική κατανάλωση».
    Ο εθνικός πλούτος αυξάνεται παράλληλα με την αύξηση της λαϊκής αθλιότητας, αφού οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται δίχως αντίστοιχη αύξηση της λαϊκής κατανάλωσης. Την εξόφθαλμη αυτή αντίθεση, οι αστοί οικονομολόγοι την άφηναν κρυμμένη, ή την ομολογούσαν, υποκρινόμενοι όμως ότι η παραγωγή ακολουθεί την κατανάλωση!

    Έτσι, κορδώνονταν που, σαν καλόκαρδοι και μεγάθυμοι δανειστές, πρόσφεραν μόνο και μόνο «καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, διακοποδάνεια, φοιτητοδάνεια μέχρι και… γαμοδάνεια για το μήνα του μέλιτος» (Μπογιόπουλος, Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε, σ. 47, εκδόσεις Λιβάνη).
    Όμως η διόγκωση του κεφαλαίου ξεπερνούσε τις δυνατότητες αξιοποίησής του, δηλαδή η παραγωγική του τοποθέτηση δεν επέφερε αύξηση του ποσοστού κέρδους.  Κάποια στιγμή μάλιστα, η κρίση υπερσυσσώρευσης μετατράπηκε σε κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου
    Κάτι αναμενόμενο, εφόσον οι 200 μεγαλύτερες επιχειρήσεις που ελέγχουν το 25% της παγκόσμιας δραστηριότητας απασχολούν λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού. Ενώ το 2000, οι πωλήσεις των 200 αυτών επιχειρήσεων υπερέβαιναν σε αξία τις οικονομίες 180 (και άνω) χωρών στον κόσμο.
    Κρίση αναπαραγωγής λοιπόν. Πράγμα που σημαίνει ότι κάθε κεϋνσιανή πολιτική παραμένει ανεφάρμοστη για όσο καιρό «το ποτάμι πίσω δεν γυρνά».
    Επικαλούμενοι την κρίση, οι παγιωμένοι πολιτικοί σχηματισμοί θα μας επιφυλάσσουν όλο και κάτι χειρότερο από τη μακρόχρονη λιτότητα. Για να το πετύχουν αυτό, οι θιασώτες του καπιταλισμού θα πρέπει να επιμένουν όμως ταυτόχρονα, ότι τα συμπτώματα της κρίσης είναι τα αίτιά της.
    Για παράδειγμα, η σήψη και ο παρασιτισμός (π.χ. το γεγονός ότι το 2008 τα παράγωγα διεθνώς αναλογούσαν στο 976% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος) είναι προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο μονοπωλιακό της στάδιο, προϊόν της μετοχικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, προϊόν της σύμφυσης βιομηχανικού-τραπεζικού κεφαλαίου, δηλαδή του χρηματιστικού κεφαλαίου.    
    Το 1960 η αναλογία του ΑΕΠ μεταξύ των χωρών που αντιπροσωπεύανε το 20% του πλουσιότερου τμήματος της ανθρωπότητας κι εκείνων που αποτελούσαν το 20% του φτωχότερου τμήματος ήταν 30/1. Το 1989 είχε φτάσει το 60/1.
    Αλλά τα ίδια στοιχεία του Αναπτυξιακού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών αποκαλύπτουν ότι η αναλογία των εισοδημάτων μεταξύ του 20% των πλουσιότερων και του 20% των φτωχότερων ανθρώπων για την ίδια χρονιά ήταν 140:1 και όχι 60:1 (Μπογιόπουλος, Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε, σ. 99, εκδόσεις Λιβάνη).
    Στις ΗΠΑ, η αναλογία του εισοδήματος μιας μέσης οικογένειας λευκών προς μια μέση οικογένεια μαύρων είναι 2 προς 1. Στην ίδια χώρα, ο μέσος όρος των εσόδων των ανώτερων εισοδηματικά τάξεων είναι κατά 400 φορές μεγαλύτερος από το μέσο όρο των αποδοχών των εργαζόμενων στρωμάτων. Οι ΗΠΑ κατέχουν την 43η θέση στην παγκόσμια κατάταξη αντιμετώπισης της παιδικής θνησιμότητας, ενώ οι 500 πλουσιότεροι Γάλλοι καταβροχθίζουν ποσά που αντιστοιχούν στο 30% των συνολικών αμοιβών που λαμβάνουν τα 24 εκατομμύρια των εργαζόμενων της χώρας.
    Οι πλούσιοι παραμένουν ανενόχλητοι, κάνοντας χρήση της λεγόμενης μακιαβελικής νοημοσύνης, σύμφωνα με την οποία «οι άνθρωποι κρίνουν, γενικά, περισσότερο με τα μάτια παρά με το μυαλό. Γιατί μπορεί να βλέπει ο καθένας, αλλά καταλαβαίνουν λίγοι. Ο καθένας βλέπει κείνο που φαίνεσαι, λίγοι καταλαβαίνουν εκείνο που είσαι».

    Κάπως έτσι συμβαίνει να υποφέρουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αν και «σε λιγότερο από μια δεκαετία (1990-2000) το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν διπλασιάστηκε και ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου τριπλασιάστηκε».
    Οι καταθέσεις των αρπακτικών μόνο στα νησιά Καϊμάν υπολογίζεται ότι ανέρχονται στα 1,4 τρις δολάρια. Ενώ, σύμφωνα με το Forbes, περίπου 20 τρις δολάρια είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες που εδρεύουν σε φορολογικούς παραδείσους.
    Όσο για την εφημερίδα Guardian, σημειώνει ότι «σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση, το ένα τρίτο του παγκόσμιου πλούτου διατηρείται σε φορολογικούς παραδείσους, όπου πραγματοποιείται το 80% των διεθνών τραπεζικών συναλλαγών» (Μπογιόπουλος, Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε, σ. 105, εκδόσεις Λιβάνη).
    Σύμφωνα μάλιστα με τη διεθνή οργάνωση Διαφάνεια, ο τζίρος της διαφθοράς το 2010 υπολογίστηκε σε περίπου 1 τρις δολάρια ετησίως. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί παρά το 0,5% του συνολικού παγκόσμιου πλούτου. Σίγουρα δεν αντιπροσωπεύει τα πραγματικά ποσά που υπεξαιρούν, ιδιοποιούνται και κατακλέβουν καθημερινά άνθρωποι σαν τον Μπερλουσκόνι, τον κουμπάρο του Κράξι. Ούτε συνυπολογίζονται τα πραγματικά υπερκέρδη που πραγματοποιούν όσοι εξυπηρετούνται από τα καθεστωτικά πολιτικά κόμματα και τους ανθρώπους τους, π.χ. τον Τσουκάτο και τον Μαντέλη.

    Η Goldman Sachs, η Citigroup, η JP Morgan και άλλες τράπεζες και επιχειρήσεις, χρηματοδοτούν ανελλιπώς και τους δύο αντίπαλους υποψήφιους του αμερικάνικου δικομματισμού. Από την άλλη μεριά, ο κ. Ομπάμα, ανταμείβει την JP Morgan διορίζοντας τον πρώην πρόεδρό της Ουίλιαμ Ντέιλι προσωπάρχη στον Λευκό Οίκο.
    Οι πολεμικές και αεροπορικές βιομηχανίες Boeing, Lockheed, και Northorp Grumman αντιπροσωπεύονται με πρώην συμβούλους ή διευθυντές τους στην αμερικάνικη κυβέρνηση. Οι πετρελαϊκές εταιρείες Halliburton, Chevron, ExxonMobil, το ίδιο, ενώ η Chevron χαρίζει στην Κοντολίζα Ράιζ το προνόμιο να φέρει ένα δεξαμενόπλοιό της το δικό της όνομα.
    Αλλά και η ισπανική Telefonica, η Vivendi, η γερμανική RWE και η Philips, συνηθίζουν να προσλαμβάνουν πρώην πολιτικούς της ΕΕ. Το ίδιο συμβαίνει και με τα δικηγορικά γραφεία Clifford Chance, Freshfields, Gide Loyrette Nouel. Ενώ μια εκλεκτή καλεσμένη της Λέσχης Μπίλντεμπεργκ ήταν η αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδια για θέματα ελεύθερου ανταγωνισμού, Neelie Kroes, η οποία είχε διατελέσει μέλος του ΔΣ σε 43 πολυεθνικές και μεγάλες επιχειρήσεις.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Για τη φίρμα, πέρασαν χρόνια, πολλά χρόνια από το «εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-».

Έρχεται βροχή έρχεται μπόρα, έρχονται γιαούρτια, πέτρες και καρέκλες!


Του Στέλιου Ελληνιάδη  



Δεν έχουν καταλάβει ότι τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.

Κι αυτό δεν αφορά μόνο την πτώχευση των ανθρώπων, τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων, τον εκφυλισμό του κοινοβουλευτισμού και το 

ξεπούλημα της χώρας. Θα αλλάξουν τόσα πολλά πράγματα που κανείς δεν έχει διανοηθεί. Θα δυναμώσει η αλληλεγγύη και θα μεγαλώσει η πολιτικοποίηση, πιθανότατα. Αλλά θα φουντώσει και το μίσος, εναντίον πολιτικών, μηχανισμών, πλουτοκρατών, εταιριών, θεσμών και συμβόλων, αναπόφευκτα και αδιακρίτως. Τα αβγά δεν θα είναι μελάτα.

Σε ένα καθεστώς που οι νομοθέτες ξεφτίλισαν τους νόμους που οι ίδιοι θέσπισαν, οι θεσμοί καταρρακώθηκαν και το ψέμα κυριάρχησε, οι ρωγμές, τα χάσματα και τα κενά που δημιουργούνται από τις βάναυσες πολιτικές της πολιτικο-οικονομικής ολιγαρχίας, θα καλύπτονται όχι μόνο από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, αλλά και από τις αντιδράσεις, λογικές και παράλογες, της κοινωνίας. Αφού όλα τα συστήματα συμμετοχής και δικαιοσύνης καταπατήθηκαν, οι φωνές θα είναι κραυγές και οι πράξεις οργισμένες. Οι πατάτες και τα γιαούρτια δεν είναι παρά μόνον ενδείξεις του τι πρόκειται να συμβεί. Κανένας δεν το ορίζει αυτό. Προκύπτει εδώ κι εκεί, ξαφνικά, αναπάντεχα, με άγνωστη μορφή και τρόπο, ανορθόδοξα.
Μικρά, μεσαία και μεγάλα ηφαίστεια θα ενεργοποιούνται, θα βγάζουν καπνούς και θα εκρήγνυνται σποραδικά, οπουδήποτε. Μεγάλες διαδηλώσεις και μεμονωμένες ενέργειες ατόμων ή ομάδων θα αλληλοσυμπληρώνονται εκφράζοντας ορθά ή στρεβλά το σύνολο του κόσμου της εργασίας, με τη συμμετοχή των πολλών ή τη σιωπηρή συναίνεσή τους. Οι βουλευτές δεν θα είναι οι μόνοι που δεν θα μπορούν να βγουν άφοβα από τα σπίτια τους. Όσοι ψηφίζουν ή στηρίζουν είτε μέσα από τον πλουτο-κρατικό μηχανισμό είτε μέσα από το προσωπικό τους συμφέρον τις μνημονιακές πολιτικές αυτοτοποθετούνται στην επικίνδυνη ζώνη όπου εκτοξεύονται αντικείμενα και χύνεται λάβα, από βλαστήμιες, κατάρες και μούντζες μέχρι γιαούρτια, αβγά, καρέκλες, πέτρες, τούβλα και μολότοφ. Τι αξία έχει ένα ακριβό κοστούμι ή ένα χτένισμα πολυτελείας, σε σχέση με τόσες, εκατομμύρια, ζωές που καταστρέφονται;

Το καζάνι βράζει!

Έφυγε από το σπίτι φουντωμένος. Η μάνα του προσπαθούσε να ηρεμήσει τον πατέρα του που μετρούσε τα τελευταία του ευρώ στο τραπέζι. Μόλις είχε λήξει το ταμείο ανεργίας. Στο ψυγείο υπήρχαν τρόφιμα για δυο-τρεις μέρες ακόμα. Η μικρή έκλαιγε στην κουζίνα γιατί της έκοψαν τα αγγλικά. Ο πιτσιρικάς, τρίτη λυκείου, από την αρχή του χρόνου χωρίς φροντιστήριο, χωρίς ελπίδα, έβαλε στο μικρό σακίδιο που είχε στην πλάτη τη σακούλα με τα σκουπίδια, αφού το γιαούρτι κοστίζει, και τράβηξε για το χώρο που θα ξεκινούσε σε λίγο η συναυλία της φίρμας, που το πρωί είχε δηλώσει στην τηλεόραση «μνημόνιο ή καταστροφή».
Από τη βίλα της Φιλοθέης ερχόταν στα Λιόσια, που τώρα είναι Ίλιον ενώ εξελίσσεται σε υπόΛιόσια, για να στηρίξει, στην περιφέρεια των φτωχών και μικρομεσαίων, την επανεκλογή της γυναίκας του, που σαν βουλευτής και υπουργός ψήφισε όλα τα μνημόνια. Δωρεάν για το λαό θα είναι μόνο τα τραγούδια. Για τα υπόλοιπα, γάλα, φάρμακα, δίδακτρα… κόψτε το κεφάλι σας. Το δικό του πολυώροφο ψυγείο είναι πλήρες. Οι λογαριασμοί όλοι πληρωμένοι. Ο καυστήρας δουλεύει όλο το εικοσιτετράωρο και η αποθήκη είναι γεμάτη ξύλα για το τζάκι. Το πρωί κανένας δεν ξυπνάει με αγωνία. Δεν πρόκειται να χτυπήσει τηλέφωνο από την τράπεζα για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου ή της κάρτας με απειλές για κατάσχεση του μικρού διαμερίσματος ή του παλιού αυτοκινήτου της οικογένειας. Για τη φίρμα, πέρασαν χρόνια, πολλά χρόνια από το «εφτά νομά- σ’ ένα δωμά-». Ξεχάστηκαν τα βάσανα της οικογένειας και οι στερήσεις περιορίστηκαν στα λόγια των στιχουργών.

Κάθε μέρα πολλαπλασιάζονται οι πιτσιρικάδες που βγαίνουν έξω με ακονισμένες τις κακές τους σκέψεις. Δεν υπάρχει φράγκο για φραπέ, ούτε στάλα ψυχραιμίας. Περιθώριο για κουβέντα κανένα. Όποτε δοκίμασα να αποτρέψω κάποιους που προσπαθούσαν να ξηλώσουν μια βιτρίνα ή να βάλουν φωτιά σε ένα μαγαζί, μιλούσα στον αέρα. Δεν υπήρχαν ανοιχτά αφτιά για να με ακούσουν. Τα επιχειρήματά μου δεν διαπερνούν τους κοινωνικούς και ψυχολογικούς φράκτες των θυμωμένων παιδιών. Αρνούνται να αποκριθούν. Τι να πουν;

Αφού αυτός ο κόσμος ούτε τους ανήκει ούτε τους σέβεται. Κι ό,τι τον συμβολίζει θέλουν να το εξαφανίσουν. Κι όποιον τους προκαλεί να τον μπουγελώσουν. Εξάλλου, μέρα με τη μέρα, δίπλα στους πιτσιρικάδες, αυξάνονται οι ενήλικοι που εξαντλούν την αντοχή τους και χάνουν την εγκράτειά τους. Εικοσάρηδες άνεργοι, τριαντάρηδες αδιόριστοι, σαραντάρηδες απολυμένοι, πενηντάρηδες πεταμένοι, εξηντάρηδες ταπεινωμένοι, εβδομηντάρηδες επαίτες… Το μνημόνιο και η συμπαιγνία των μέσα με τους έξω, έχει κάνει όλους τους πολίτες, σε όλα τα επαγγέλματα και σε όλες τις ηλικίες, αναλώσιμους. Κι αν ακόμα δεν εκσφενδονίζουν αντικείμενα, είναι θέμα χρόνου. Γιατί, η οργή τους μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από την οργή των νέων. Προχτές, σε μια παρουσίαση βιβλίου, μια καλοντυμένη και μορφωμένη γυναίκα μέσης ηλικίας είπε πολύ σοβαρά ότι αν αποπειραθούν να της πάρουν το σπίτι γιατί δεν έχει να πληρώσει, θα πάρει όπλο. Χωρίς να αστειεύεται. Μέσα στην υπερβολή, εκφράζει την εσωτερική της εξέγερση, πεπεισμένη ότι μέλλον δεν υπάρχει, γιατί το έχουν κλέψει οι πολιτικοί, οι εργολάβοι, οι τοκογλύφοι και οι υμνητές τους.

Ας προσευχηθούμε, λοιπόν, κι εμείς οι άθεοι, να μη συμβούν τα χειρότερα και ας δουλέψουμε συσπειρωμένοι για να ξεφορτωθούμε τους αχρείους, τραγουδώντας, ξανά, όπως στην ταράτσα της Νομικής πριν από σαράντα χρόνια, «πότε θα κά-, πότε θα κάνει ξαστεριά…» ή, όπως ο αντιπολεμικός Country Joe στο Woodstock, give me an F, give me a U, give me a C, give me a K!

Στέλιος Ελληνιάδης
 

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Υπάρχει εργατική τάξη; κι αν "ναι" τι κάνει;











... κι έτσι οι εργάτες εξαφανίστηκαν!


Οι νεώτεροι / νεώτερες ασφαλώς δεν το ξέρουν ούτε το θυμούνται, αλλά μέχρι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1970 εργάτες υπήρχαν! ….Δύο σημαντικοί παράγοντες, ένας διεθνής και ένας τοπικός (ελληνικός) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην “εξαφάνιση των εργατών”. ………..Ο ένας παράγοντας, ο διεθνής, ήταν η έφοδος, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μιας ιδεολογίας που έμοιαζε καινούργια (αν και ήταν φρεσκοσοβατισμένο ένα παλιό κόλπο του καπιταλισμού), μιας ιδεολογίας που ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός. Ο δεύτερος, ο τοπικός παράγοντας, που σε πρώτη φάση έμοιαζε να είναι αντίθετος με τον προηγούμενο, ήταν η εκλογική επιτυχία του πασοκ το 1981, και “η άνοδος του λαού στην εξουσία”. Θα θυμίσουμε λοιπόν δυο τρία πράγματα γι’ αυτούς τους παράγοντες, αρχίζοντας απ’ τον πιο κοντινό.


Η έννοια του “λαού” είναι πολύ βολική στη χειραγώγηση (των εργατών), και γι’ αυτό έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στον 20ο αιώνα. Απ’ τους ναζί και τους φασίστες την δεκαετία του 1930, ως τις διάφορες τάσεις της αριστεράς απ’ το τέλος του Β παγκόσμιου και μετά. Τι χρήσιμο έχει η έννοια του “λαού”; Χωράει σχεδόν τους πάντες εκτός απ’ τους πολύ πλούσιους. Χωράει τους εργάτες και τις εργάτριες, τους αγρότες (ακόμα κι εκείνους που είναι εργοδότες), τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες που έχουν 1, 2, 5, 10 ή 20 μισθωτούς, τους δημόσιους υπαλλήλους (ακόμα κι αν είναι διευθυντές), τους διανοούμενους... Σε μια τυπική καπιταλιστική κοινωνία, με μια τυπική ιεραρχία εξουσιών και πλούτου, “λαός” μπορεί να είναι το 70%, το 80% του πληθυσμού, ακόμα και παραπάνω... Συγκεκριμένοι “μεγαλοεπιχειρηματίες” (για τα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού της δεκαετίας του ‘80 οι “Βαρδινογιάννηδες”, οι “Λάτσηδες”, οι “ΣτρατοΚατσαμπαίοι”) δεν χωράνε στον “λαό” - όλοι οι υπόλοιποι ναι. Με άλλα λόγια η έννοια του “λαού” βολεύει όσους θέλουν την εύνοιά του (κατ’ αρχήν την ψήφο του) για να κυβερνήσουν. Στο όνομά του, αλλά με εξαιρετικά συζητήσιμους σκοπούς, αφού δεν είναι δυνατόν να είναι ταυτόχρονα ευχαριστημένος ένας “μικροέμπορος” ή ένας “μικροβιοτέχνης” (που πληρώνει 5 ή 15 εργάτες / υπαλλήλους και έχει στο μυαλό του πως θα τους δίνει λιγότερα και πως θα δουλεύουν περισσότερο) και οι ίδιοι αυτοί εργάτες / υπάλληλοι.

Η γεμάτη φαντασία ρητορική του τότε πασοκ είχε και μια άλλη λέξη για να περιγράψει και να κολακέψει το “λαό”: οι μη προνομιούχοι! Σα να λέμε οι “παραπεταμένοι” - από ποιόν όμως; Προφανώς από κάποια ανώτερη δύναμη... Το γεγονός πάντως είναι πως όλοι κολακεύτηκαν απ’ τις υποσχέσεις του τότε πασοκ· και ανάμεσά τους και οι (τότε) εργάτες και εργάτριες. Για να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι, ορισμένα απ’ τα μέτρα που πήρε το (τότε) πασοκ μετά τη νίκη του στις εκλογές του Οκτώβρη του 1981 ήταν όντως εντυπωσιακά. Ειδικά εάν τα αντιμετώπιζε κανείς απ’ την μεριά της (τότε) εργατικής τάξης, είτε ήταν μαχητική είτε όχι. Πρώτα πρώτα η περιβόητη αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κάθε χρόνο... Η περιβόητη “Α.Τ.Α.” Ως τότε οι αυξήσεις στους μισθούς ήταν πεδίο γερών συγκρούσεων ανάμεσα σε εργάτες (ή/και υπαλλήλους) και εργοδότες, συμπεριλαμβανομένου του κράτους σαν εργοδότη. Και ξαφνικά το θαύμα! Κάθε χρόνο οι μισθοί αύξαναν, ανάλογα με τον πληθωρισμό της προηγούμενης χρονιάς... Έτσι, χωρίς αγώνες, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς κινδύνους!!! “Αυτόματα”!!! Ένα βασικό στοιχείο της εργατικής υποκειμενικότητας και μαχητικότητας (η διεκδίκηση καλύτερων μισθών) έμοιαζε έτσι να περνάει στο μουσείο, χάρη σε μια “φιλολαϊκή” κυβερνητική απόφαση.

Και ύστερα η οργάνωση (για την ακρίβεια: η υπόσχεση για την οργάνωση) της δημόσιας υγείας (ΕΣΥ) και της δημόσιας παιδείας (“άνοιγμα των πανεπιστημίων”). Το καθένα στον τομέα του έδινε υποσχέσεις ένος λαμπρού μέλλοντος για κάθε ελληνική οικογένεια, και ειδικά για τις “μη προνομιούχες”. Τι αξία θα μπορούσε να έχει από τότε και στο εξής το να φωνάζουν κάποιοι “είμαστε εργάτες” εννοώντας ότι απαιτούμε όλο και μεγαλύτερο μέρος απ’ τον πλούτο που παράγουμε, αφού η καινούργια (σοσιαλιστική) κυβέρνηση - και το καινούργιο “δημοκρατικό κράτος” που δημιουργούσε σε συνεργασία με τον “λαό” - προσέφερε απλόχερα τόσες παροχές;

Όλα τα όπλα αυτού του παράξενου πράγματος που λέγεται “τίποτα δεν χαρίζεται...” ή “ταξική πάλη” έμοιαζαν πια εντελώς ντεμοντέ. Θάφτηκαν σε ανεπίσημες, σεμνές, ατομικές τελετές. Ο καθένας (και μιλάμε πάντα για τους τότε εργάτες και εργάτριες, και γενικά για τους μισθωτούς που βρίσκονταν στη βάση της πυραμίδας) έθαψε μόνος του το “τσεκούρι του πολέμου”. Η "Αλλαγή” (και προσωπικά ο Αντρέας Παπαντρέου) υπόσχονταν ότι δεν χρειάζεται πια να ματώνει κανείς αγωνιζόμενος... Δεν χρειάζεται καν να έχει τέτοιες έγνοιες... Όλα θα γίνονται για “το καλό του λαού και του τόπου”, απ’ την κυβέρνηση. Με την μεσολάβηση και την εγγύηση των “κλαδικών” - δηλαδή των συνδικαλιστικών ή/και τοπικών οργανώσεων του πασοκ (και των “λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων”).

Με δυο λόγια: οι εργάτες “εξαφανίστηκαν” την δεκαετία του 1980 σαν υποκείμενα διαρκούς αντιπαράθεσης με τους εργοδότες και τ’ αφεντικά επειδή ... νίκησαν! Ήταν μια ευχάριστη “εξαφάνιση” αν μετρούσε κανείς τη “νίκη” με τα κριτήρια του τότε πρόσφατου (και δύσκολου) παρελθόντος, πριν το 1981. Και συμβαίνει συχνά αυτό: το παρελθόν βαραίνει πάνω στις πλάτες των ζωντανών, έτσι ώστε να μην βλέπουν (και να μην καταλαβαίνουν) το μέλλον (τους). Αλλά τι συνέβαινε στ’ αλήθεια πίσω απ’ τις “αυτόματες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές” και τα υπόλοιπα θαύματα των πρώτων χρόνων του ελληνικού σοσιαλισμού, εκείνη την δεκαετία του 1980;

Υποστηρίζουμε ότι έγιναν δύο πράγματα, που και τα δύο (αφού “πρόκοψαν” τις δύο επόμενες δεκαετίες, του 1990 και του 2000) δείχνουν τώρα το αποτρόπαιο πρόσωπό τους, μέσα στην “κρίση”.

Πρώτα πρώτα οποιαδήποτε συνείδηση εργατικής συλλογικότητας, εργατικών κοινοτήτων και εργατικής υπερηφάνειας είχε δημιουργηθεί στα μαχητικά χρόνια μετά την μεταπολίτευση, διαλύθηκε μέσα σ’ έναν πανηγυρικό ατομισμό: ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, τα δικά του “συμφέροντα”, και της οικογένειάς του... Είναι παράξενο από πρώτη ματιά, που αυτή η εξέλιξη, η ατομικίστικη μικροαστικοποίηση, παράχθηκε μαζικά την δεκαετία του 1980 (στην ελλάδα αλλά και στην γαλλία) μέσα σε “σοσιαλιστικό περιβάλλον”, ενώ ήταν το βασικό ιδεολογικό πρόταγμα του ακριβώς αντίθετου ρεύματος, του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού! Όμως συμβαίνουν αυτά! Και έγινε (η “εξαφάνιση” της εργατικής τάξης μέσω της έντονης μικροαστικοποίησής της) σε “σοσιαλιστικό” και όχι κατ’ αρχήν σε “νεοφιλελεύθερο” περιβάλλον, επειδή υπήρξε δίπλα, στήριγμα και εφόδιο, κι αυτή η κρίσιμη εξέλιξη: ο προσανατολισμός και η εθελοντική “πρόσδεση” καθενός και καθεμιάς στους μηχανισμούς του κράτους, τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα που εξασφάλιζαν την παροχή των “προνομίων” στους “μη προνομιούχους”. Μια θέση κάπου στο δημόσιο; Μια ευνοϊκή μετάθεση ή απόσπαση; Μια άδεια για ταξί, φορτηγό ή περίπτερο; Κάλυψη μιας “μικρής” (ή όχι και τόσο μικρής...) παρανομίας στην άδεια οικοδομής; Μια ευνοϊκή μετάθεση ή απόσπαση; Μια φιλική προαγωγή; Ένα εύκολο “επιχειρηματικό δάνειο”; (οι τράπεζες ήταν κρατικές την δεκαετία του ‘80, μην το ξεχνάμε...). Μια “άδεια” (ή, απλά, η φιλική αδιαφορία) του δήμου για “περισσότερα τραπεζάκια έξω”; Μια “εκδούλευση” στην εφορία;

Στη ντέμοντε, άχρηστη, διαλυμένη, “ιστορικά ξεπερασμένη” μετωπική αναμέτρηση των μισθωτών με τους εργοδότες και το κράτος, ήρθε και φύτρωσε (και όχι μόνο φύτρωσε αλλά και άνθισε και δίνει καρπούς ως σήμερα) μια διαφορετική σχέση. Αυτήν ανάμεσα στον προστάτη (κράτος· δηλαδή “άκρη” μέσα σε κάποιους μηχανισμούς του) και στον προστατευόμενο (πολίτη / ψηφοφόρο). Αυτή τη σχέση μπορεί κανείς να την ονομάσει πατερναλιστική. Μπορεί επίσης να την ονομάσει και μαφιόζικη - και πράγματι, εξελίχθηκε σε τέτοια λίγα χρόνια μετά. Αλλά για την δεκαετία του 1980 έμοιαζε με λύτρωση! Λύτρωση απ’ την ανάγκη να πολεμάει κανείς· και πολλοί (εργάτες) μαζί.... Λύτρωση απ’ τους κινδύνους τέτοιων αγώνων... Λύτρωση απ’ την αβεβαιότητά τους... Λύτρωση με το εξής αντίτιμο: να κοιτάει ο καθένας την πάρτη του και το βόλεμά του, και να απευθύνεται στις κατάλληλες “άκρες” για τις τυχόν απαιτήσεις του...

Αυτή ήταν, περιληπτικά και χωρίς λεπτομέρειες, η ελληνική εκδοχή της πορείας απ’ το μαχόμενοι εργάτες στο “η δουλειά μου σαν ιδιοκτησία μου”: ένας πανηγυρικός μικροαστισμός που έριχνε στα αζήτητα της ιστορίας κάθε έννοια “εργάτη”, “εργατικής συνείδησης” και “εργατικού δίκαιου”, αντικαθιστώντας τα με απεριόριστο ατομισμό και οικογενειοκρατία, “κλαδικά συμφέροντα” και συνδικαλιστικούς ελιγμούς.


Διεθνώς, με αρχή την Θάτσερ (αγγλία) και τον Ρήγκαν (ηπα) είχε ξεκινήσει εν τω μεταξύ το συστηματικό ξήλωμα όλων των (εγγυημένων απ’ τα κράτη) ισορροπιών και εγγυήσεων σε ότι αφορούσε την “τιμή” και την “αξία” της εργασίας που είχαν καθιερωθεί απ’ το τέλος του Β Παγκόσμιου και μετά. Το “κράτος πρόνοιας” της χρυσής περιόδου 1945 - 1977 περιλάμβανε μια σειρά μέτρων που περιστρέφονταν γύρω απ’ την επίσημη αναγνώριση της σημασίας της εργασίας (δηλαδή των εργατών και των εργατριών) στην παραγωγή του δημόσιου πλούτου: επίσημες συλλογικές συμβάσεις για τους μισθούς και τα ωράρια· εγγυημένες παροχές υγείας και εκπαίδευσης για όλους· εγγυημένες παροχές συντάξεων μετά από κάποιες δεκαετίες εργασίας· κλπ κλπ. Το κύριο ιδεολογικό όπλο του (νεο)φιλελευθερισμού διατυπώθηκε συμπυκνωμένα απ’ το στόμα της Θάτσερ το 1981: δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες είπε η “σιδηρά πρωθυπουργός” της αγγλίας, εννοώντας ότι “ο καθένας πρέπει να νοιάζεται για την πάρτη του”... πολεμώντας όλους τους υπόλοιπους.

Δεν ήταν όμως, διεθνώς, μόνο η ευρωπαϊκή και η αμερικάνικη “δεξιά” που υποστήριζε ότι πρέπει να αποχαιρετιστεί η εργατική τάξη σαν συλλογικό αγωνιστικό υποκείμενο - κάτι που θα ήταν αναμενόμενο απ’ την μεριά της... Ήταν κι ένα σημαντικό μέρος των διανοούμενων της αριστεράς. Σαν “παλιοί ειδικοί” επί του θέματος “εργάτες”, “εργατική συνείδηση”, “εργατικός ανταγωνισμός” κλπ, ήταν κυρίως αυτοί που, παριστάνοντας τους “μοντέρνους” (στην πραγματικότητα τους μεταμοντέρνους) άρχισαν να πετάνε στα σκουπίδια με την σχετική φασαρία βασικές αναλυτικές έννοιες του (αριστερού) παρελθόντος τους. “Δεν υπάρχουν πλέον εργάτες” (έλεγαν) “γιατί με τις καινούργιες μηχανές” (τους υπολογιστές και τα ρομπότ που τότε, στη δεκαετία του 1980, έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους στην οργάνωση της εργασίας) “θα χρειάζονται όλο και λιγότεροι να δουλεύουν...” Θέλοντας θα γευτούν κι αυτοί τις χαρές, τις απολαβές, και την δόξα του νεοφιλελευθερισμού, πρόσθεταν μόνο μερικές προσεκτικές δόσεις “ευαισθησίας” στις αιμοβόρες εκδοχές της θάτσερ και του Ρήγκαν, μουρμουρίζοντας διάφορα για “κοινωνική προστασία των αδυνάτων”... Κάτι ανάμεσα σε ελεημοσύνη και μεγαλοψυχία των “δυνατών”... “Ο καπιταλισμός ξεπερνάει την υλικότητα” (έλεγαν) “και γίνεται άυλος· γνωσιακός” - κατόπιν αυτού...

Μετά την κατάρρευση και διάλυση του “ανατολικού μπλοκ” (1989 - 1990) όλα αυτά έγιναν η κοινότοπη, μοναδική αλήθεια του καπιταλιστικού κόσμου... Εργάτες; Τί εργάτες; Μα ελάτε τώρα, μη γινόμαστε γραφικοί!!! Ο καθένας είναι “επιχειρηματίας του εαυτού” του!!! “Επενδύει σ’ αυτόν”.... “Ο Εαυτός του είναι το Κεφάλαιό του!!, το οποίο φροντίζει να του αποδίδει!” Απ’ αυτήν την οπτική γωνία, που εμφανιζόταν σαν η μοναδική, και όπου οποιαδήποτε αντίθετη χαρακτηριζόταν σαν γραφική ώστε να ξεδοντιαστεί προκαταβολικά, ο καπιταλισμός είχε πετύχει το ακατόρθωτο: οι κοινωνίες του αποτελούνταν πια ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΕΣ! “Μικρούς”, “μεσαίους”, “μεγάλους”, “πολύ μεγάλους”, αλλά πάντως (πέρα από διαφορές μεγεθών) του ιδίου φυράματος: ατομιστές, που κοιτάνε μόνο το τομάρι τους, διατεθειμένους να εξοντώσουν οποιονδήποτε θα τους φαινόταν σαν “εμπόδιο”, καταναλωτές μέχρις εσχάτων, εχθρικούς στην πράξη της “αλληλεγγύης” (που σημαίνει να ζεις κοινούς κινδύνους...), σημαιοφόρους της εξαφάνισης οποιασδήποτε εμπιστοσύνης ακόμα και στις πιο προσωπικές τους σχέσεις (“ούτε τον κώλο μου δεν εμπιστεύομαι”...) άγρια εγωκεντρικά θηρία σε κάθε τους στιγμή: στη δουλειά, στη διασκέδαση, στις συναναστροφές...

Συνέβαινε ήδη απ’ την δεκαετία του 1980 και ακόμα εντονότερα απ’ τα ‘90s και μετά κάτι που έμοιαζε να επαληθεύει αυτήν την καινούργια, χωρίς - εργάτες - καπιταλιστική - εποχή. Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο που υπενθύμιζε το ακριβώς αντίθετο: κι αυτό έπρεπε να κουκουλωθεί, να διαστρεβλωθεί, να βγει “εκτός νόμου”. Θα τα δούμε αμέσως τώρα, αναγκαστικά περιληπτικά.



ο “τριτογενής τομέας” - και ο “τρίτος κόσμος” παντού!



Με έναν εξαιρετικά απλοποιητικό (και ιδιαίτερα επικίνδυνο) τρόπο, οι εργάτες έχουν συνδεθεί με την ύπαρξη εργοστασίων. Αυτό είναι ανιστόρητο: έχουν υπάρξει (και υπάρχουν) εργάτες γης· όπως έχουν υπάρξει (και υπάρχουν) εργάτες των υπηρεσιών: απ’ τις καμαριέρες και τις καθαρίστριες ως τους φορτοεκφορτωτές, και από τους ναυτικούς μέχρι τους ταχυδρόμους... Όμως η αφηρημένη αναπαράσταση της εργατικής τάξης, στον 20ο αιώνα, διαμορφώθηκε γύρω απ’ αυτήν την φιγούρα: τους βιομηχανικούς εργάτες. Εάν, λοιπόν, με κάποιον τρόπο “εξαφανίζονταν” (ή μειώνονταν αισθητά, ή μεταμορφώνονταν) τα εργοστάσια, δεν θα ήταν αυτό ισχυρή απόδειξη ότι “εξαφανίστηκαν” και οι εργάτες;

Κάπως έτσι δουλεύτηκε το ζήτημα, διεθνώς (στην ευρώπη και την βόρεια αμερική) απ’ την δεκαετία του 1980 και ύστερα. Το να κατασκευαστεί εξαρχής ένα εργοστάσιο είναι υπόθεση λίγων μηνών· κι έτσι μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής της ευρώπης και των ηπα άρχισε να “μετακομίζει” προς την ασία. Όπου οι εργάτες ζούσαν κάτω από αυταρχικά καθεστώτα, όπου οι εργατικοί αγώνες ήταν εξαιρετικά δύσκολοι, όπου κατά συνέπεια τα μεροκάματα και οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλότερα απ’ ότι στον “αναπτυγμένο καπιταλιστικά” κόσμο. Ένα άλλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής μεταμορφώθηκε: καινούργιες μηχανές (ρομπότ, αυτόματα) μπήκαν στην οργάνωση της εργασίας, αναλαμβάνοντας τις πιο βρώμικες και μονότονες δουλειές. Ειδικά στις αυτοκινητοβιομηχανίες, τα ναυπηγεία, τις χημικές βιομηχανίες...

Όμως εάν το βιομηχανικό μέρος των εργατών έμοιαζε έτσι να μειώνεται δραστικά στην ευρώπη και στις ηπα, ένας άλλος καπιταλιστικός τομέας, οι “υπηρεσίες”, άρχισε να επεκτείνεται ακόμα πιο δυναμικά. Εντελώς καινούργιοι κλάδοι (όπως η βιομηχανία της διασκέδασης, των μήντια και του τουρισμού) αναπτύχθηκαν απ’ τα ‘80s εκρηκτικά· τα εκπαιδευτικά συστήματα (με τις κρατικές αλλά και τις ιδιωτικές τους πλευρές) το ίδιο· διάφοροι τομείς της υγείας επίσης. Και φυσικά, ο μεγάλος τομέας που ονομάστηκε “τεταρτογενής”, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός (χρηματιστηριακές εταιρείες κλπ) έκανε την θεαματική του εμφάνιση στην καπιταλιστική καθημερινότητα.

Μ’ αυτήν την εξέλιξη (που αφορά πολλές πλευρές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας, πλευρές που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε εδώ) στις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές κοινωνίες, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έμοιαζε να συμβαίνει εκείνο που υποστηρίζαν οι “ειδικοί”, τόσο του νεοφιλελευθερισμού όσο και της μεταμοντέρνας αριστεράς: οι βιομηχανικοί εργάτες “εξαφανίζονταν”. ..........

.....Παντού η ίδια τάση - που ωστόσο απέχει πάρα πάρα πολύ απ’ την “εξαφάνιση” ακόμα και των βιομηχανικών εργατών: μείωση των εργαζόμενων τόσο στα αγροτικά / κτηνοτροφικά όσο και στην βιομηχανία / μεταποίηση, και έντονη αύξηση των μισθωτών στις υπηρεσίες.

Όμως αυτή η αλλαγή στην “τεχνική σύνθεση” της εργασίας (στις ιδιαίτερες κατηγορίες μισθωτών δηλαδή) καθόλου, φυσικά, δεν σήμαινε (κι ούτε θα μπορούσε να σημαίνει) την εξαφάνιση των εργατών και των εργατριών ΓΕΝΙΚΑ! Το αντίθετο ακριβώς συνέβη, εφόσον απ’ την δεκαετία του 1970 και μετά μπήκαν μαζικά στην “αγορά εργασίας” και οι γυναίκες. Εκείνο που άλλαξε μέσα σε 35 χρόνια (ως σήμερα) ήταν φυσικά τα είδη των δουλειών που κάνουν οι σύγχρονοι εργάτες και εργάτριες: ειδικότητες που δεν υπήρχαν πριν 35 χρόνια υπάρχουν σήμερα· και άλλες έχουν μειωθεί ή και χαθεί. Όμως, για παράδειγμα, το να μην έχουν διάφορες δουλειές την μουτζούρα, τους κινδύνους και την κούραση του εργοστασίου αλλά να έχουν τον κόπο και την κούραση του γραφείου σημαίνει ότι αυτοί / αυτές που κάνουν τις τελευταίες ΔΕΝ είναι εργάτες; Αυτό διέδιδε ο νεοφιλελευθερισμός, κι αυτό έγινε γενικά πιστευτό. Ακόμα και απ’ τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Είπαμε: ο καθένας για την πάρτη του.... Τί “εργάτες” και μαλακίες;

Ενόσω συνέβαιναν αυτές οι αλλαγές, παρέμεναν ωστόσο πάρα πολλές θέσεις “βρώμικης” δουλειάς, και στα αγροτικά / κτηνοτροφικά, και στις βιοτεχνίες, βιομηχανίες και κατασκευές, και στις υπηρεσίες. “Βρώμικη” και κουραστική δουλειά, χωρίς air condition και “χαμόγελα”, μυρίζει ιδρώτα, μυρίζει “ατυχήματα”, μυρίζει οπωσδήποτε εργάτες ακόμα και με την δυνατότερη προπαγάνδα περί “ανυπαρξίας” τους - έτσι δεν είναι; Ποιοί και ποιές άραγε θα έκαναν αυτές τις βρώμικες (και εντελώς “αντιηρωϊκές”) δουλειές, απ’ το καθάρισμα των στάβλων ως τα χαμαλίκια στις οικοδομές, και απ’ το καθάρισμα σπιτιών και γραφείων μέχρι το καθάρισμα των δρόμων και των υπονόμων στις πόλεις; Ποιοί θα έκαναν τα φορτώματα και τα ξεφορτώματα στην πλάτη; Ποιοί θα μάζευαν τα φρούτα και ποιοί θα ξεσκάτιζαν τους κατάκοιτους γέρους; Ποιοί θα τις έκαναν όλες αυτές τις δουλειές “χωρίς - να - αναγνωρίζονται - σαν - εργάτες”; Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη: μετανάστες και μετανάστριες!!! Και επίτηδες “χωρίς χαρτιά”, δηλαδή απαγορευμένοι, δηλαδή “ανύπαρκτοι” (και κυνηγημένοι). ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΒΟΛΙΚΟ ΑΠΟ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ!!!

Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανδρών και γυναικών, απ’ την ανατολική ευρώπη, την αφρική και την ασία (σε ότι αφορά την δυτική ευρώπη) και απ’ την λατινική αμερική (σε ότι αφορά τις ηπα) ήρθαν να “κλείσουν” τις τεράστιες τρύπες των βρώμικων, επικίνδυνων και σωματικά κουραστικών δουλειών, που κανένας αναπτυγμένος ευρωπαίος ή αμερικάνος δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πλέον, μέσα απ’ την μόστρα της κατανάλωσης και της αυτοκατανάλωσης... Αλλά αυτά τα εκατομμύρια αντρών και γυναικών, με νομικούς, αστυνομικούς και ιδεολογικούς τρόπους, “δεν υπήρχαν”... Συνεπώς ούτε απ’ αυτήν την μεριά προέκυπταν εργάτες και εργατική τάξη... Αυτοί ήταν απλά οι “ξένοι”, τους οποίους γαύγιζαν και γαυγίζουν κάθε είδους μαντρόσκυλα του ρατσισμού και του φασισμού, οι συμμορίε των ανθρωποκυνηγών και των δολοφόνων, για να μην μπορούν να οργανωθούν και να παλέψουν, άρα για να είναι δια της βίας φτηνοί. Αυτοί κι αυτές, οι μετανάστες και οι μετανάστριες, ήταν οι πρώτοι που τους επιβλήθηκε ο φόβος - για να “μην κουνιούνται”. Και μεις οι υπόλοιποι, οι “ντόπιοι”, οι ντόπιοι έλληνες, οι ντόπιοι ιταλοί, οι ντόπιοι γάλλοι, οι ντόπιοι ισπανοί, ούτε που κάτσαμε να καταλάβουμε ότι η “τύχη” αυτών των εκατομμυρίων “ξένων” εργατών ήταν απλά το δικό μας μέλλον!!!

Με δυο παράλληλες κινήσεις λοιπόν οι εργοδότες και τα κράτη του ευρωπαϊκού και του βορειοαμερικανικού καπιταλισμού, απ’ την μια κουβάλησαν ένα μέρος απ’ τα πιο “βρώμικα” και “κουραστικά” είδη εργασιών στον “τρίτο κόσμο”, και απ’ την άλλη δημιούργησαν εκτεταμένες νησίδες “τρίτου κόσμου” μέσα στις πρωτοκοσμικές κοινωνίες. Για να υπάρχουν χιλιάδες εργάτες και εργάτριες φτηνοί και φοβισμένοι, να κάνουν τις δουλειές που δεν θα ήταν δυνατόν να μεταφερθούν αλλού: να μαζεύουν τα φρούτα, να βόσκουν και να ταΐζουν ζώα, να σκάβουν με το χέρι, να ξεμπαζώνουν, να καθαρίζουν τα γραφεία και τις σκάλες, να προσέχουν τους μοναχικούς γέρους και τα μωρά... Χωρίς κανένα δικαίωμα...

Καθόλου και πουθενά, λοιπόν, δεν εξαφανίστηκαν ή έστω μειώθηκαν οι εργάτες και οι εργάτριες στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο (και στην ελλάδα) τα τελευταία 30 χρόνια!!! Το ακριβώς αντίθετο συνέβη: αυξήθηκαν κατά πολύ!!!

Πώς όμως είναι δυνατόν να αυξάνονται, να πολλαπλασιάζονται οι εργάτες και ταυτόχρονα (όχι μόνο οι εχθροί μας αλλά και) εμείς οι ίδιοι να λέμε “δεν υπάρχουν εργάτες”; Πρόκειται για “θαύμα”, ναι: το θαύμα της ιδεολογίας!! ……………..



τεχνική σύνθεση - και οι δυνατότητές μας σαν εργατών


Οι στατιστικές του ελληνικού υπουργείου παιδείας δείχνουν κάτι εντυπωσιακό. Απ’ το 1993 ως το 2004 (δηλαδή μέσα σε 11 χρόνια) το ποσοστό των νέων που σπουδάζουν (είτε σε ΤΕΙ είτε σε ΑΕΙ) επί του συνόλου των συνομηλίκων τους, πήγε από 26,7% στο 60,3%. Αν προστεθούν και εκείνοι / εκείνες που καταφεύγουν σε μεταλυκειακές σπουδές τύπου ΙΕΚ, καθώς και ο μεγάλος αριθμός εκείνων που μετά το λύκειο πηγαίνουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (προφανώς επειδή η οικογένειά τους έχει αυτήν την οικονομική δυνατότητα) τότε, χωρίς ίχνος υπερβολής, μπορούμε να πούμε ότι οι 4 στους 5 νεαρούς και νεαρές της τελευταίας “νέας γενιάς” έχουν κάποιο είδος πτυχίου ανώτερο απ’ το απολυτήριο του λυκείου! Μ’ άλλα λόγια έχουν εκπαιδευτεί από 15 έως 20 χρόνια στη ζωή τους.

Αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά απ’ την άποψη των (ατομικών) φιλοδοξιών, καθώς και για την ιδέα που έχει ο καθένας και η καθεμιά για τον εαυτό του / της... Ίσως με ένα “χαρτί” στο χέρι να είναι ευκολότερο να πιστεύει κανείς ότι είναι ένα μαγεμένο πλάσμα που ένα φιλί της “καλής τύχης” θα το εκτοξεύσει ξανά στον θρόνο του... Αλλά αυτές οι ιδέες λέγονται απλά ιδεολογία και αφήνουν παγερά αδιάφορο το σύστημα που λέγεται καπιταλισμός... Το οποίο μπορεί να μοιράζει (ή να μην μοιράζει...) θρόνους και μεγαλεία· μοιράζει όμως δωρεάν άπειρο ψέμα.

Και να τώρα το πραγματικό ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ που κουβαλούσαν μαζί τους χιλιάδες άντρες και γυναίκες απ’ το πρώτο κύμα μεταναστών που ήρθαν στην ελλάδα απ’ τα βαλκάνια και την ανατολική ευρώπη, μια προειδοποίηση που κανένας δεν καταδέχτηκε να ακούσει και να καταλάβει.... Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες που υποτιμητικά ονομάστηκαν “αλβανοί”, “βουλγάρες”, “ουκρανές”, “ρουμάνοι” κλπ, ήταν κάτοχοι πτυχίων ΑΕΙ, στις χώρες τους - κι από εκπαιδευτικά συστήματα καλύτερα απ’ το ελληνικό!!!.. Κι όλοι οι υπόλοιποι είχαν οπωσδήποτε απολυτήριο λυκείου· φυσικά δεν έλειπαν ανάμεσά τους και αρκετοί καλλιτέχνες! ΟΜΩΣ τα “χαρτιά” και τα πραγματικά προσόντα τους ήταν απόλυτα αδιάφορα για τους έλληνες εργοδότες. Σαν εργάτες τους αντιμετώπισαν, σαν απαγορευμένους εργάτες φρόντισαν να τους πληρώνουν με ψίχουλα, ή και να τους καρφώνουν στην αστυνομία τη ημέρα της πληρωμής.

Τι σήμαινε αυτή η μαζική υποτίμησή τους, που με τόση χαρά επέβαλαν σε βάρος τους οι ντόπιοι, απ’ τους μικροαστούς έως τους μεγαλοαστούς; Κάτι σημαντικό σήμαινε!...

Ένα πράγμα που καταλαβαίνει όποιος δεν ντρέπεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν εργάτη (αλλά καθόλου σαν “φουκαρά”) και δεν μπορεί να καταλάβει κανένας απ’ αυτούς που περιμένουν ένα νεύμα της τύχης για να γίνουν (μικρο) βασιλιάδες, είναι ότι οι εργάτες δεν δημιουργούνται σαν τέτοιοι από μόνοι τους. Τους δημιουργεί ο ίδιος ο καπιταλισμός! Για την ακρίβεια τους δημιουργεί η ιεράρχηση και η διατίμηση διάφορων μορφών εργασίας σε “ανώτερες” (και άρα πιο καλοπληρωμένες) και “κατώτερες” (άρα υποχρεωτικά κακοπληρωμένες), ιεράρχηση και διατίμηση που είναι δομικής σημασίας για να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων!

Η ίδια η καπιταλιστική ιδεολογία προσπαθούσε πάντα να πείθει ότι οι “εργάτες” είναι (περίπου) ηλίθιοι, (περίπου) άχρηστοι, (περίπου) ανίκανοι, και μόνο χάρη στην καλοσύνη των αφεντικών γίνονται χρήσιμοι για την κοινωνία (αλλά στην πράξη για τα κέρδη των αφεντικών). Οι “αλβανοί” και οι “βούλγαροι” εργάτες στην ελλάδα είχαν πτυχία χημικού, φυσικού, φιλόλογου, μηχανικού ή οικονομολόγου... Θυμάται κανείς την “βουλγάρα καθαρίστρια” Κωνσταντίνα Κούνεβα, αυτήν την γυναίκα που έχει σπουδάσει οικονομολόγος; Έπρεπε όμως να θεωρείται “φουκαριάρα”... Μια καθαρίστρια... Τι “αξία” μπορεί να έχει μια καθαρίστρια;

Ισχυρίζεται λοιπόν αυτή η ιδεολογία (που μόνο τ’ αφεντικά εξυπηρετεί) ότι πάντα έτσι συνέβαινε: εργάτης = βλάκας, ανίκανος, “φτηνός” άνθρωπος... Τερατώδες ψέμα!!! Απ’ τις πρώτες εποχές του καπιταλισμού στην ευρώπη, εκεί τον 18ο και τον 19ο αιώνα, όταν εκατομμύρια αγρότες διώχνονταν δια της βίας απ’ τα χωριά τους και αναγκάζονταν να δουλεύουν σαν εργάτες στα πρώτα υφαντουργεία, εκείνοι οι εργάτες δεν ήταν ούτε άχρηστοι, ούτε ηλίθιοι, ούτε ανίκανοι σαν άνθρωποι! Τους είχαν καταστρέψει όμως τον τρόπο και το περιβάλλον στο οποίο ήξεραν να ζουν (να δουλεύουν, να γιορτάζουν, να πενθούν), και σαν “κατεστραμένοι” χωρίς διέξοδο, είχαν πράγματι σε μεγάλη έκταση μια ροπή “αυτοϋποτίμησης” και “αυτοκαταστροφής”... Μέχρι που άρχισαν να οργανώνονται, σε παρέες, σε κοινότητες, κι αργότερα σε εργατικές ενώσεις, συνδικάτα, κόμματα.

Μέχρι που δημιούργησαν οι ίδιοι τις δυνατότητες να αντιστρέψουν την ψυχολογική και συναισθηματική καταστροφή που τους είχε επιβληθεί. Και τότε έδειξαν ότι είναι ικανοί για πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ τα αφεντικά να διανοηθούν! Η Παρισινή Κομμούνα (1871) κράτησε λίγο· όμως αξίζει κανείς να διαβάσει ένα προς ένα τα απίστευτα μέτρα που πήρε. Θα ήταν ποτέ δυνατόν “ηλίθιοι, άχρηστοι και ανίκανοι” να έχουν τέτοια καταπληκτική κατανόηση του κόσμου τους; Ναι, ήταν, γιατί οι εργάτες είναι δυνατό να κατέχουν, ατομικά και ακόμα περισσότερο συλλογικά, απίστευτες διανοητικές και συναισθηματικές δυνατότητες!

Τον “εργάτη” μπορεί κανείς να το βλέπει με τα μάτια του αφεντικού· δηλαδή σαν κάτι ευτελές, που δεν αξίζει και πολλά πολλά, κι ούτε πρέπει να έχει απαιτήσεις... Μπορεί όμως να το δει κανείς με τα δικά μας μάτια, όπως πραγματικά είμαστε. Όταν λοιπόν ξεφορτωθούμε τις σύγχρονες τελετουργίες της αυτοκαταστροφής μας (κι αυτές είναι πολλές και “γοητευτικές”) τότε, σαν εργάτες, είμαστε κοινωνικά εξαιρετικά ικανοί και δημιουργικοί άνθρωποι! Είμαστε τέτοιοι είτε έχουμε “χαρτιά” εκπαίδευσης είτε όχι - αλλά φυσικά κανένα αφεντικό δεν πληρώνει για τα “πολλά” που είμαστε ικανοί, παρά μόνο για τα ελάχιστα και συγκεκριμένα που θέλει από εμάς κάθε φορά. Θέλει εδώ λατζέρηδες, εκεί χαμάληδες, πιο κει καθαρίστριες, πιο πέρα σερβιτόρες, πιο κει οικοδόμους.... Και, φυσικά, δεν πρόκειται να πληρώσει παραπάνω (αντίθετα, κοιτάει πάντα να πληρώνει λιγότερα) αν αυτοί οι λατζέρηδες, χαμάληδες, καθαρίστριες, σερβιτόρες, κούριερ, γραμματίνες, οικοδόμοι, οδοκαθαριστές, σιδεράδες κλπ κλπ μπορούν να τραγουδάνε, να γράφουν στίχους, να φτιάχνουν όμορφα παραμύθια ή να χορεύουν!!!

Έτσι, λοιπόν, κατασκεύαζε πάντα ο καπιταλισμός τους εργάτες, τους προλετάριους σαν (εικονικά) ακρωτηριασμένους ανθρώπους: “προσλαμβάνοντάς” τους για κάτι πολύ λιγότερο απ’ την πλήρη δημιουργικότητά τους, και πληρώνοντας τους όσο λιγότερο θα ήταν δυνατόν. Φρόντιζε επιπλέον (η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία και τα μήντια είναι καλό κόλπο, παλιότερα την δουλειά την έκανε η θρησκεία και οι εκκλησίες) να μένουν όσο πιο αποβλακωμένοι μπορούν αυτοί οι “ακρωτηριασμένοι”, ώστε να μην γίνονται πραγματικά επικίνδυνοι.

Και το ίδιο ακριβώς κάνει και σήμερα, παρότι “παρέχει” διάφορα πιστοποιητικά “ειδικών γνώσεων” μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος· πιστοποιητικά πληρωμένα ακριβά σε κόπο και χρήμα. Και πάλι δημιουργεί την σύγχρονη εργατική τάξη· τους χιλιάδες νεαρούς και νεαρές που δουλεύουν (υποχρεωτικά και με την σφραγίδα του νόμου πλέον) για 530 ευρώ το μήνα 40 και βάλε ώρες την βδομάδα· τους χιλιάδες που άσχετα με “προσόντα” και, κυρίως, την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, πρέπει να κάνουν 2 και 3 δουλειές για να τα βγάζουν πέρα...

Aσχετα με την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους; Όχι ακριβώς! Για να δουλεύει η μηχανή της υποτίμησης των σύγχρονων εργατών, πρέπει να υποτιμούν (και να αυτοϋποτιμούν) οι ίδιοι τη νοημοσύνη τους... Και ο πιο πετυχημένος σημερινός τρόπος αυτοϋποτίμησης είναι να νομίζει ο καθένας ότι - είναι - κάτι - άλλο! Το “παραμύθιασμα” σκοτώνει την καρδιά και το μυαλό, γιατί κομματιάζει τον κόσμο και την πραγματικότητα, και δημιουργεί μαζικά “ψυχολογικά προβλήματα” (μανιοκαταθλίψεις, παράνοιες) που τα χρεώνεται ο καθένας σαν δικό του φταίξιμο...



…………είμαστε η σύγχρονη εργατική τάξη, που περιλαμβάνει από δασκάλους και γιατρούς που δουλεύουν αποκλειστικά στον δημόσιο τομέα μέχρι εργάτες γης και καθαρίστριες, από djs και γκαρσόνες μέχρι ηλεκτρολόγους και κατασκευαστές σκηνικών, από οπερατέρ μέχρι οικοδόμους και χορεύτριες, από βιομηχανικούς εργάτες μέχρι οδηγούς φορτηγών και ταξί, από ντελιβεράδες μέχρι υπαλλήλους σε δικηγορικά γραφεία... ΝΑΙ, ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΟΥ· και το σημαντικότερο: ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΑΓΩΝΑ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ... άμα φυσικά στρώσουμε κάτω τους κώλους μας, και ασχοληθούμε συλλογικά με τα δικά μας δίκαια.

Όσο, όμως, δεν κάνουμε αυτή τη θεμελειώδη αναγνώριση, προσπαθούμε να πουλήσουμε ατομικά τα “προσόντα” μας όσο όσο, κοιτάμε στραβά ο καθένας όλους τους υπόλοιπους (γιατί είναι ανταγωνιστές για τα ψίχουλα), σπρώχνουμε και σπρωχνόμαστε (και τ’ αφεντικά το διασκεδάζουν)... Δηλαδή, με δυο λόγια, αυτοσακατευόμαστε - τώρα όχι για χάρη μιας θρησκευτικής πίστης και της “μετά θάνατον ζωής”, αλλά για κάτι το ίδιο μεταφυσικό, το ίδιο πρόστυχο, το ίδιο ηττοπαθές: για χάρη μιας ελπίδας “ατομικής επιτυχίας”. Κι όμως: μέσα στη συνείδηση του ότι είμαστε οι πραγματικοί δημιουργοί του πλούτου, ότι είμαστε η εργατική τάξη, μόνο μέσα σ’ αυτή τη συνείδηση μπορεί να ανθήσει η προσωπικότητα του καθενός και της καθεμιάς!

Ας ξεμπερδεύουμε λοιπόν με τις επίκτητες και τόσο “αυτονόητες” (;) αυταπάτες μας, που αυτές και μόνον αυτές είναι η αιτία της όποιας δυστυχίας μας.

α) Οι εργάτες μπορεί να είμαστε “φτωχοί” από οικονομική άποψη, αλλά αυτό οφείλεται ΜΟΝΟ στην άγρια υποτίμησή μας, στην άγρια εκμετάλλευσή μας, απ’ όλα τ’ αφεντικά στον καπιταλισμό. Γινόμαστε πραγματικά φτωχοί συναισθηματικά, ηθικά, διανοητικά, όταν ξεμοναχιαζόμαστε, όταν γινόμαστε αντικοινωνικοί μεταξύ μας, όταν κλεινόμαστε στα καβούκια των “ατομικών προοπτικών” - ή των συμμοριών. Αλλιώς η εργατική τάξη ποτέ δεν ήταν φτωχή! Υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις, και μάλιστα στον πιο λαμπρό “ευαίσθητο” τομέα, στον “πολιτισμό”: τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα, που είναι η βάση της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, ήταν μουσικές και τραγούδια εργατών· κι όχι διαφημιστών, στελεχών επιχειρήσεων ή πανεπιστημιακών! Χωράφια έσκαβαν (εργάτες γης) στις φυτείες οι πρώτοι αφρικάνοι / δούλοι που έφτιαχναν τα τραγούδια τους. Όσο για τους ρεμπέτες; Από εκδοροσφαγείς μέχρι λιμενεργάτες... Στην πράξη μάλιστα όλα τα μουσικά και χορευτικά ήδη που εμπορευματοποιήθηκαν στον 20ο αιώνα, απ’ την disco ως το ροκ εν ρολ και το ραπ, ήταν εντυπωσιακή επίδειξη του πνεύματος και του γούστου εργατικών τάξεων και κοινοτήτων. Κι ας μην μιλήσουμε για όλες τις εκδοχές της σύγχρονης “έθνικ” μουσικής...

Ποιοί είναι λοιπόν οι πραγματικά φτωχοί;

β) Το να είναι εκείνη ή η άλλη δουλειά “καθαρή” δεν σημαίνει καθόλου ότι εκείνος ή εκείνη που την κάνει δεν είναι εργάτης. Οι ειδικότητες και τα επιμέρους είδη εργασιών αλλάζουν καθώς αλλάζει το μηχανολογικό υπόβαθρο του καπιταλισμού και οι συνήθειες των καπιταλιστικών κοινωνιών. Όμως άλλο πράγμα η αλλαγή και εντελώς διαφορετικό η “εξαφάνιση των εργατών”. Κάποτε ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν τεχνικές δουλειές που είχαν κάποιο κύρος, και χρειάζονταν μακρόχρονη μαθητεία στην πράξη ή και σπουδές για να τις κάνει κάποιος. Τώρα αυτές οι δουλειές έχουν απορροφηθεί απ’ την βιομηχανική οργάνωση και γίνονται μαζικά στα κολαστήρια των εργοστασίων παπουτσιών και ρούχων στην Ασία ή σε διάφορα φασονάδικα στα μέρη μας και στα Βαλκάνια. Ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν και είναι τεχνικοί, δηλαδή ειδικευμένοι εργάτες, όπως ακριβώς (είναι τέτοιοι) οι επισκευαστές και οι προγραμματιστές υπολογιστών ή οι επισκευαστές ρομπότ. Έχει σημασία που οι υπολογιστές και τα ρομπότ είναι “κάτι καινούργιο” ενώ τα ρούχα και τα παπούτσια είναι “κάτι παλιό”; Μόνο για το παραμύθιασμα...

γ) Το “είμαι εργάτης” καθόλου δεν σημαίνει “είμαι φουκαράς” ή “είμαι δυστυχισμένος”! Αντίθετα, το “είμαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαι, πότε λοιπόν θα γίνω κι εγώ πετυχημένος διάολε;”, αυτή η τόσο κοινή αίσθηση του ξεπεσμού (“δίκαιου” ή “άδικου” δεν έχει καμία σημασία) δημιουργεί ανθρώπους μίζερους, μνησίκακους, εριστικούς, πραγματικά δυστυχισμένους, όσα φάρμακα κι αν καταναλώνουν για να αντέχουν, όσα ψέμματα κι αν πουλάνε σε εαυτούς και άλλους. Το “είμαι εργάτης” σημαίνει αυτό: ανήκω στους πραγματικούς δημιουργούς του κόσμου, και θα κάνω ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορώ για να βρω κι άλλους σαν κι εμένα ώστε να διαλύσουμε αυτό το ανθρωποφάγο βασίλειο που ληστεύει την δουλειά, το μυαλό και την καρδιά μας....
Και μέχρι τότε δεν θα το βάλω κάτω ποτέ!!

σαν εργάτες μέσα στην (περιβόητη) κρίση:

ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΙΚΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ!!!

Όλα τα προηγούμενα δεν είναι ούτε παιχνίδια του μυαλού ούτε αμπελοφιλοσοφίες. Έχουν πολύ απτά αποτελέσματα. Όχι μόνο σήμερα. Αλλά εδώ και δεκαετίες. Είναι για παράδειγμα σωστό και δίκαιο το να δουλεύει κάποιος 2 και 3 δουλειές, να δουλεύει δηλαδή σαν το σκυλί, για να τα φέρει βόλτα επειδή αποφάσισε να παντρευτεί και να κάνει ένα ή δύο παιδιά; Είναι αυτό σωστό και δίκαιο; Όχι - δεν είναι. Είναι μήπως σωστό και δίκαιο άλλοι να είναι υποχρεωμένοι, αναγκασμένοι, να δουλεύουν 60 και 70 ώρες την βδομάδα και άλλοι να μην βρίσκουν δουλειά; Όχι, ούτε αυτό είναι δίκαιο και σωστό.

Κι όμως αυτά συνέβαιναν σε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες πριν απ’ την κρίση. Πως να τα πολεμούσε κανείς αυτά; Μόνος του; Αδύνατο. Κι αφού κόμματα και συνδικάτα ασχολούνταν εδώ και δεκαετίες μόνο με τα συμφέροντα των στελεχών τους, όλα είχαν γίνει ακόμα πιο δύσκολα. Εμπιστοσύνη; Μηδέν. Προφανώς, αυτό που δεν μπορεί να πολεμήσει ο καθένας μόνος του, πρέπει να το πολεμήσουν πολλοί μαζί....


…………. Άλλοι έδωσαν άλλες εξηγήσεις που (χάρη και στη βοήθεια του συστήματος) έγιναν πιο πιασάρικες:

- Πρώτα πρώτα διάφορες “θεωρίες συνωμοσίας”! Δεν θα πούμε τίποτα γι’ αυτές, εκτός απ’ το: να λοιπόν ένας “χαρούμενος τρόπος” για να σαπίζει το μυαλό! Γιατί αυτό έχουν σα σκοπό οι “θεωρίες συνωμοσίας”: βρίσκει ο καθένας έναν “συνωμότη”, και απο ‘κει και μετά ασχολείται μόνο να του φορτώνει ό,τι μπορεί. Φυσικά αυτός ο “συνωμότης” είναι κατά βάθος τόσο δυνατός ώστε δεν υπάρχει καμία ελπίδα να νικηθεί...
- Άλλη εξήγηση: οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών καπιταλισμών...

- Άλλη εξήγηση: οι φαταούλες πολιτικοί και η προδοτική κυβέρνηση...

- Άλλη εξήγηση: βάλτε κάτι που ακούσατε...


……….Λέγοντας (εμείς) λοιπόν ότι στην καρδιά της κρίσης ήταν:



α) πριν αυτή ξεσπάσει, η υποτίμηση της εργασίας (μείωση των πραγματικών μισθών, επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, κοψίματα στις “άχρηστες” δαπάνες των εργοδοτών, όπως η ασφάλιση και οι συντάξεις, κλπ), πράγματα που συνέβαιναν “λίγο λίγο” ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, και


β) αφού ξέσπασε, ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση (δηλαδή ακόμα μεγαλύτερες δόσεις άγριας εκμετάλλευσης), με το πρόσχημα τώρα των κρατικών / εθνικών χρέων, λέγοντας αυτά εννοούσαμε και το που πρέπει να στοχεύσουμε. Σαν εργάτες. Στόχος μας λοιπόν πρέπει να είναι, παρά όλη την δημαγωγία περί “λεφτά γιοκ”, κόντρα στο ρεύμα, η ανατίμηση της εργασίας. Γενικά, καθολικά, για τους πάντες. Τους παλιούς εργάτες / μισθωτούς αλλά και τους νέους. Τους άντρες και τις γυναίκες. Τους ντόπιους και τους μετανάστες.


Όταν λέμε “ανατίμηση της εργασίας” το μυαλό πάει, βέβαια, σε λεφτά. Σωστό - αλλά μόνο εν μέρει. Ανατίμηση της εργασίας και η κοινωνικοποίηση των πρώην δημόσιων συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης, με δραστική αλλαγή στα περιεχόμενά τους. Ανατίμηση της εργασίας είναι και η απελευθέρωση του “ελεύθερου χρόνου” μας απ’ τον βούρκο της κατανάλωσης. …………


………Αφού, λοιπόν, η υποτίμηση της εργασίας ξεκινάει πολύ πριν τις “τελευταίες πράξεις του έργου της”· κι αφού αυτή η μακριά προετοιμασία έχει πολλή ιδεολογία και πολλή πειθαρχία (σε κόμματα, σε εργατοπατέρες, σε παρακρατικούς, σε κατανάλωση, σε μήντια...) προκύπτει το εξής συμπέρασμα: Η ΑΝΑΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ, δεν αρχίζει απ’ τα φράγκα αλλά φτάνει σ’ αυτά, αφού έχουμε εξασφαλίσει την ποιότητα της δράσης μας... Φτάνει σ’ αυτά με μαθηματική ακρίβεια αφού ΠΡΙΝ έχει φτιάξει - εμείς, δηλαδή, έχουμε φτιάξει - τα δικά μας ακλόνητα σκαλοπάτια διανοητικής, συναισθηματικής, ψυχολογικής, τελικά πολιτικής ΑΝΟΡΘΩΣΗΣ. Είναι η ανατίμηση - πριν - την - ανατίμηση!

Το ότι τίποτα δεν σου χαρίζουν το ξέρει κάθε εργάτης, κάθε εργάτρια. ………….





Το κείμενο είναι απόσπασμα απο Sarajevo