Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

H εσωτερική υποτίμηση





του
Ηλία Ιωακείμογλου











ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ  ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣΗΣ


Η ελληνική οικονοµία βρίσκεται σήµερα σε µια πρωτότυπη συγκυρία που συνδυάζει την διατήρηση ενός µεγάλου ελλείµµατος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, την συνέχιση και την όξυνση της κρίσης χρέους, την τετραετή θεαµατική µείωση των εισοδηµάτων των εργαζόµενων τάξεων και του προϊόντος, την αδυναµία της Ελλάδας να χρησιµοποιήσει τα παραδοσιακά εργαλεία της οικονοµικής πολιτικής που θα είχε στη διάθεσή της εάν διέθετε εθνικό νόµισµα, την ανάδειξη ατελειών στην αρχιτεκτονική της Οικονοµικής και Νοµισµατικής Ένωσης, και την εφαρµογή µιας πολιτικής εσωτερικής υποτίµησης η οποία δεν έχει οδηγήσει ακόµη την οικονοµία σε ανάκαµψη, παρά τα όσα είχαν αρχικά διακηρυχθεί ως προς τις δυνατότητες αυτής της πολιτικής.

Η αποτυχία της εσωτερικής υποτίµησης σχετίζεται µε το θεωρητικό σχήµα επί του οποίου βασίζεται. Προνοµιακή θέση σε αυτό το θεωρητικό σχήµα κατέχει ο µηχανισµός προσαρµογής της οικονοµίας, δηλαδή ο µηχανισµός ο οποίος ενεργοποιείται όταν αυτή βρίσκεται σε ανισορροπία και ο οποίος αναλαµβάνει να την επαναφέρει σε κατάσταση ισορροπίας. Ο µηχανισµός αυτός είναι ο δίαυλος τηςανταγωνιστικότητας τιµής (competitiveness channel), που συγκροτείται από την διαδικασία σχηµατισµού των µισθών (wage setting), την διαδικασία σχηµατισµού των τιµών (price setting) και την επίπτωση της ανταγωνιστικότητας τιµής στην συνολική ζήτηση. Πιο συγκεκριµένα, το θεωρητικό σχήµα της εσωτερικής υποτίµησης προβλέπει ότι µια οικονοµία µπορεί, µειώνοντας τους µισθούς, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά τιµής, να αυξήσει έτσι τις εξαγωγές της και την συνολική ζήτηση, άρα και την παραγωγή, και να οδηγηθεί σε ένα νέο επίπεδο ισορροπίας στο οποίο θα υπάρχει αφενός µεν πληθωρισµός σταθερός και ίσος προς τον πληθωρισµό των ανταγωνιστριών χωρών, αφετέρου δε βελτιωµένο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.


Η πορεία αυτής της οικονοµίας, σύµφωνα µε το θεωρητικό σχήµα της εσωτερικής υποτίµησης, είναι αναγκαστική, χωρίς εναλλακτική λύση, διότι η οικονοµία έλκεται από ένα σηµείο βαρυτικής έλξης, έναν σηµειακό ελκυστή, στον οποίο µοιραία θα καταλήξει ανεξάρτητα από τον δρόµο που θα ακολουθήσει. Ο ελκυστής αυτός έχει γίνει γνωστός µε το όνοµα του nairu (ποσοστό ανεργίας σταθερού πληθωρισµού), και παλαιότερα µε το όνοµα του "φυσικού ποσοστού ανεργίας".

 Οι πραγµατικές δυνατότητες της εσωτερικής υποτίµησης να οδηγήσει την οικονοµία σε ένα νέο επίπεδο ισορροπίας µπορούν να είναι πολύ διαφορετικές από τις διακηρυγµένες δυνατότητές της. Αυτό συµβαίνει επειδή υπάρχουν διαδικασίες σωρευτικής αιτιότητας, οι οποίες δηµιουργούν διαδοχικούς κύκλους φθίνουσας συσσώρευσης κεφαλαίου που είναι σε θέση να παρεµποδίζουν, πρόσκαιρα ή για µια ολόκληρη δεκαετία ή περισσότερο, την προσαρµογή της οικονοµίας και να την κρατούν σε κατάσταση ύφεσης για πολύ καιρό πριν οι διορθωτικοί µηχανισµοί της αγοράς, δηλαδή ο δίαυλος της ανταγωνιστικότητας τιµής, επαναφέρει την οικονοµία σε ισορροπία, δηλαδή στον ελκυστή που ορίζεται ως το ποσοστό ανεργίας σταθερού πληθωρισµού (nairu). Οι διαδικασίες αυτές, που αποµακρύνουν την οικονοµία από το nairu, έχουν γίνει γνωστές στην βιβλιογραφία µε τον όρο της υστέρησης. Όταν παρατηρούµε φαινόµενα υστέρησης, το nairu είναι ένας αδύναµος ελκυστής.

Αυτό σηµαίνει ότι ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος, της κατανάλωσης και των επενδύσεων, των θεσµών των αγορών προϊόντων και της αγοράς εργασίας, η οικονοµίαµπορεί να ακολουθήσει µια ταχεία προσαρµογή σαν και αυτή που προβλέπεται από το νέο κεϊνσιανό υπόδειγµα σταθερής ισορροπίας (σηµειακού ελκυστή), ενδέχεται όµως, η προσαρµογή να είναι εξαιρετικά βραδεία (µερική υστέρηση) ή να µην πραγµατοποιηθεί καθώς η οικονοµία θα παρασύρεται στο µονοπάτι που χαράσσουν οι εξωτερικές διαταραχές τις οποίες δέχεται (πλήρης υστέρηση). Εποµένως, ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά µιας χώρας, η πολιτική της εσωτερικής υποτίµησης µπορεί να επιτύχει τους στόχους της γρήγορα ή µετά από µεγάλο χρονικό διάστηµα, µπορεί όµως και να µην τους επιτύχει καθόλου.

Ο επικεφαλής των οικονοµολόγων του Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου, Olivier Blanchard, γνωρίζει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας η εσωτερική υποτίµηση µπορεί να απαιτήσει περισσότερα από δέκα έτη.


ΣΤΗ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ  Η ΥΦΕΣΗ




Στην βραχυχρόνια διάρκεια οι µισθοί και οι τιµές δεν µεταβάλλονται, αλλά πραγµατοποιείται η προσαρµογή της παραγωγής στην ζήτηση. Η πολιτική περιστολής των δηµοσίων δαπανών µειώνει την συνολική ζήτηση και µέσω αυτής τον όγκο της παραγωγής. Ένα µεγαλύτερο µέρος του εγκατεστηµένου παραγωγικού δυναµικού αργεί. Η µείωση της παραγωγής επιτυγχάνεται εν µέρει µε µείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και εν µέρει µε µείωση της απασχόλησης (εποµένως, µε αύξηση του ποσοστού ανεργίας). Η µείωση της απασχόλησης επιφέρει µια πρόσθετη µείωση της συνολικής ζήτησης εξαιτίας της απώλειας εισοδήµατος των ανέργων. Στο νέο, χαµηλότερο, επίπεδο χρησιµοποίησης του παραγωγικού δυναµικού και της απασχόλησης, µειώνεται η απόδοση του παγίου κεφαλαίου (δηλαδή η κερδοφορία) επειδή έχουν µειωθεί οι πωλήσεις και συνακόλουθα τα κέρδη. Με αυτές τις αλλαγές ολοκληρώνεται η βραχυχρόνια διάρκεια και αρχίζει η µεσοπρόθεσµη προσαρµογή της οικονοµίας.



ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ H ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΤΙΜΩΝ




Στην πρώτη περίοδο της µεσοπρόθεσµης διάρκειας αρχίζει η προσαρµογή των µισθών. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας έχει αποδυναµώσει την διαπραγµατευτική θέση των µισθωτών και των σωµατείων τους, µε αποτέλεσµα να επιτυγχάνουν χαµηλότερους ονοµαστικούς µισθούς (που αντιστοιχούν σε χαµηλότερους πραγµατικούς µισθούς µε δεδοµένες τις ισχύουσες τιµές κατά την στιγµή της διαπραγµάτευσης). Μετά την µείωση των ονοµαστικών µισθών, έχει επέλθει µεταβολή του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος (που είναι το κλάσµα του µέσου ονοµαστικού µισθού προς την παραγωγικότητα της εργασίας και µετράει πόσο κοστίζει σε µισθούς η παραγωγή µιας µονάδας προϊόντος). Στην περίπτωση κατά την οποία το µοναδιαίο κόστος εργασίας θα παρέµενε σταθερό ή θα αυξανόταν, η εσωτερική υποτίµηση θα είχε ακυρωθεί πλήρως, διότι τότε οι επιχειρήσεις δεν θα µπορούσαν να µειώσουν τις τιµές τους (όπως προβλέπει η θεωρία της εσωτερικής υποτίµησης). Η µείωση του µοναδιαίου κόστους εργασίας δεν είναι προφανής διότι η ύφεση µειώνει τους ονοµαστικούς µισθούς αλλά και την παραγωγικότητα, δηλαδή και τον αριθµητή και τον παρονοµαστή του κλάσµατος. Με άλλα λόγια, η µείωση της παραγωγικότητας µπορεί να είναι τόσο µεγάλη ώστε να αντισταθµίσει την µείωση των ονοµαστικών µισθών.


Η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης έχει φτάσει τώρα σε ένα πρώτο σηµείο διακλάδωσης: εάν µειωθεί και µάλιστα σηµαντικά το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος, η εσωτερική υποτίµηση µπορεί να συνεχιστεί, αλλιώς θα έχει ακυρωθεί. Ας υποθέσουµε όµως ότι το µοναδιαίο κόστος εργασίας µειώθηκε. Οι επιχειρήσεις αντιδρούν τώρα στην µείωση του µοναδιαίου κόστους εργασίας έτσι ώστε να µετατρέψουν ένα µέρος από το όφελός τους σε µείωση των τιµών τους, δηλαδή της ανταγωνιστικότητάς τους, και το υπόλοιπο µέρος σε κέρδος. Αυτό γίνεται µε µείωση των τιµών που είναι µικρότερη από την µείωση του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος. Σε ποιο βαθµό επιλέγουν οι επιχειρήσεις το ένα ή το άλλο όφελος εξαρτάται από την ισχύ τους στην αγορά προϊόντων, από την µικρή ή µεγάλη ανάγκη ρευστότητας που έχουν κ.ά.

Η εσωτερική υποτίµηση φτάνει εδώ σε ένα δεύτερο σηµείο διακλάδωσης: εάν οι τιµές δεν µειωθούν ή µειωθούν λίγο, η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης ακυρώνεται. Ενδέχεται π.χ. οι ανάγκες των επιχειρήσεων όσον αφορά την ρευστότητά τους να είναι εξαιρετικά µεγάλες (όπως συµβαίνει στην διάρκεια της τρέχουσας κρίσης) ώστε να προτιµήσουν να µετατρέψουν ολόκληρο το όφελός τους από την µείωση του κόστους εργασίας ανά µονάδα προϊόντος σε αύξηση των κερδών.


ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ Η ΣΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ




Ας υποθέσουµε, όµως, ότι µειώνονται οι τιµές. Αυτό θα µειώσει περαιτέρω τους ονοµαστικούς µισθούς (αφού η διαπραγµάτευση γίνεται µε βάση τον δείκτη τιµών καταναλωτή) και το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος και τις τιµές. Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να µειώνουν τις τιµές και τους µισθούς και εγκαθίσταται, έτσι, µια καθοδική σπείρα µισθών και τιµών, µια σπείρα υποτίµησης. Επειδή οι εγχώριες τιµές µειώνονται διαρκώς, αυξάνεται σταδιακά η ανταγωνιστικότητα τιµής. Ως αποτέλεσµα αυξάνονται οι εξαγωγές, ενώ οι εισαγωγές µειώνονται επειδή υπάρχει, πρώτον, µειωµένη εσωτερική ζήτηση, και δεύτερον, αυξηµένη ανταγωνιστικότητα τιµής.

Αυξάνεται έτσι η εξωτερική ζήτηση, και θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς, µειώνεται η ανεργία. Η διαδικασία αυτή, της αλληλεπίδρασης του εξωτερικού εµπορίου µε την σπείρα µισθών και τιµών οδηγεί, ceteris paribus, σε µια νέα ισορροπία: αυξάνεται σταδιακά η εξωτερική ζήτηση και µαζί µε αυτήν η συνολική ζήτηση και η παραγωγή. Στο τέλος της προσαρµογής, ο δίαυλος της ανταγωνιστικότητας τιµής έχει οδηγήσει την οικονοµία σε κατάσταση ισορροπίας και η διαδικασία της εσωτερικής υποτίµησης έχει ολοκληρωθεί.




ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΕΙ  Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ




Οι µειώσεις των µισθών και της απασχόλησης στην πρώτη φάση της µεσοπρόθεσµης διάρκειας (αφού δηλαδή η αρχική µείωση των δηµοσίων δαπανών έχει βυθίσει την οικονοµία σε ύφεση) συρρικνώνουν το διαθέσιµο πραγµατικό εισόδηµα των νοικοκυριών που προέρχεται από εργασία. Επειδή η ροπή προς κατανάλωση των νοικοκυριών των µισθωτών είναι υψηλή, θα υπάρξει, θεωρώντας τους άλλους παράγοντες σταθερούς, µια ισχυρή µείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Το διαθέσιµο πραγµατικό εισόδηµα των νοικοκυριών που προέρχεται από διανεµόµενα κέρδη µειώνεται εξαιτίας της µείωσης του προϊόντος και της πραγµατικής υποτίµησης που καθιστά ακριβότερα τα εισαγόµενα προϊόντα και παρά το γεγονός ότι η µείωση των µισθών ευνοεί τα κέρδη.

Μειώνεται έτσι η ιδιωτική κατανάλωση και µέσω αυτής η εσωτερική ζήτηση, η παραγωγή και η απασχόληση και επιτείνεται η σπείρα της ύφεσης. Κατά την πρώτη περίοδο της µεσοπρόθεσµης διάρκειας, η απόδοση παγίου κεφαλαίου έχει πιθανότατα µειωθεί κυρίως επειδή µειώθηκαν οι πωλήσεις. Βεβαίως, η απόδοση κεφαλαίου αυξάνεται όταν µειώνεται ο µισθός. Η απόδοση κεφαλαίου ενδέχεται να παρουσιάζει αύξηση υπό τον όρο ότι η µείωση του µισθού θα είναι τόσο µεγάλη ώστε να υπερβαίνει την αρνητική επίπτωση που έχουν όλοι οι άλλοι παράγοντες επί της κερδοφορίας. Εάν θα συµβεί ή δεν θα συµβεί κάτι τέτοιο εξαρτάται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος και της αγοράς εργασίας.

Αυτό αποτελεί και το τρίτο σηµείο διακλάδωσης του συστήµατος: εάν η κερδοφορία αυξηθεί, ηεσωτερική υποτίµηση µπορεί να ακολουθήσει τον δρόµο της, αλλιώς θα ακυρωθεί. Διότι, η µείωση της κερδοφορίαςκαι η αύξηση του αργούντος παραγωγικού δυναµικού οδηγούν σε µείωση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και σε περισσότερη ύφεση. Όταν µειώνεται η κερδοφορία έχουµε αποεπένδυση (όπως συµβαίνει στην Ελλάδα, όπου µειώνεται το καθαρό απόθεµα παγίου κεφαλαίου). Αυτό συρρικνώνει το παραγωγικό δυναµικό, αυξάνει τον βαθµό χρησιµοποίησης του εναποµείναντος παραγωγικού δυναµικού, ενισχύει έτσι την ολιγοπωλιακή ισχύ των επιχειρήσεων στις αγορές προϊόντων και εµποδίζει την πτώση των τιµών.

Τα αποτελέσµατα αυτά εγκαινιάζουν έναν νέο κύκλο φθίνουσας συσσώρευσης κεφαλαίου. Εγκαθίσταται έτσι µια διαδικασία διαδοχικών κυµάτων συρρίκνωσης της παραγωγής, των επενδύσεων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και της συσσώρευσης παγίου κεφαλαίου. Τα αποτελέσµατα της συσσώρευσης κεφαλαίου τείνουν να ανατρέψουν (και υπό συνθήκες πράγµατι ανατρέπουν) την δυναµική της προσαρµογής µέσω των εξαγωγών. Τα αποτελέσµατα της συσσώρευσης αναχαιτίζουν την εσωτερική υποτίµηση.


Στην σπείρα της εσωτερικής υποτίµησης αντιπαρατίθεται η σπείρα της αποεπένδυσης. Η πρώτη σπείρα πασχίζει να βρει τον δρόµο της προς την αύξηση της παραγωγής χάρη στις µειώσεις των µισθών και των τιµών, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της εξωτερικής ζήτησης, ενώ η δεύτερη µειώνει διαρκώς την εσωτερική ζήτηση. Έτσι, τι θα συµβεί στην συνολική ζήτηση (που είναι το άθροισµα εσωτερικής και εξωτερικής ζήτησης) εξαρτάται από την σχετική ισχύ των δύο σπειρών.


Ό,τι κερδίζει η πολιτική της εσωτερικής υποτίµησης σε αύξηση της εξωτερικής ζήτησης, µπορεί να το χάνει διπλά µειώνοντας την εσωτερική ζήτηση. Ανάλογα µε τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήµατος, των θεσµών των αγορών προϊόντων και της αγοράς εργασίας, η οικονοµία µπορεί να ακολουθήσει µια ταχεία προσαρµογή σαν και αυτή που προβλέπεται από την καθεστωτική οικονοµική θεωρία, ενδέχεται όµως, η προσαρµογή να είναι εξαιρετικά βραδεία, να διαρκέσει δεκαετίες ή να µην πραγµατοποιηθεί καθόλου καθώς η οικονοµία θα παραµένει καθηλωµένη στην ύφεση.



ΣΤΗΝ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ   Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ




Ο ανταγωνισµός µεταξύ της διαδικασίας της εσωτερικής υποτίµησης και της διαδικασίας της συσσώρευσης κεφαλαίου µπορεί να διαρκέσει πολύ. Η οικονοµία µπορεί να παραµένει σε κατάσταση ύφεσης ή βραδείας ανάπτυξης επί δεκαετίες. Στο σηµείο αυτό αναφύεται το γνωστό ερώτηµα, για ποιο λόγο η εξουσία και οι καθεστωτικοί οικονοµολόγοι επιµένουν σε µια πολιτική που τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται ότι δεν µπορεί να επιτύχει τους διακηρυγµένους στόχους της.

Η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που ισχύει στην µακροχρόνια διάρκεια:


Αυτό που µεσοπρόθεσµα είναι ανταγωνισµός, µακροπρόθεσµα γίνεται συνεργασία: η φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου βυθίζει την οικονοµία στην ύφεση που καταστρέφει ακόµη περισσότερο την διαπραγµατευτική ισχύ των µισθωτών, αποδυναµώνει τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, µειώνει ακόµη περισσότερο τους µισθούς. Μακροχρόνια, η όλη διαδικασία αποκτά την λογική του οικονοµικού δαρβινισµού, την λογική της εκκαθάρισης των µη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των µη ανταγωνιστικών ανθρώπων ώστε η οικονοµία, αν και συρρικνωµένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόµο υψηλών επιδόσεων µέσω µιας διαδικασίας δηµιουργικής καταστροφής.


Αναµφισβήτητα, αυτό µπορεί να συµβεί εάν δεν υπάρξουν κοινωνικές δυνάµεις που θα σταµατήσουν µε πολιτική απόφαση την εσωτερική υποτίµηση. Αλλιώς µεγάλες µερίδες των υποτελών κοινωνικών τάξεων, συµπεριλαµβανοµένων των µικροαστών, θα έχουν προσφερθεί θυσία στον Μολώχ του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου