Σελίδες

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα


http://eagainst.com
Η πολιτική απάθεια είναι ένα φαινόμενο που απασχόλησε και απασχολεί πολλούς διανοούμενους και κοινωνικούς επιστήμονες. Αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που χάνει την δημιουργικότητα της και σκάβει βαθειά τα θεμέλια του μαρασμού της. Αν προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό της πολιτική απάθειας, θα λέγαμε ότι είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία οι άνθρωποι ως σύνολο παύουν να λειτουργούν ως ενεργά πολιτικά υποκείμενα, παύουν να θεωρούν εαυτούς ικανούς να αναλάβουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων που καθορίζουν την ζωή τους, τέλος, παύουν να γίνονται δημιουργοί νέων αξιών, εκφραστές μιας διαφορετικής κοινωνικής θέσμισης ή οραματιστές μιας ουτοπίας του «μη-είναι-ακόμη», αγνοώντας κάθε έννοια αυτονομίας. Αντίθετα ακολουθούν μια στάση η οποία είναι παθητική, εσωστρεφής, ατομικιστική ή όπως λέει και ο Κ. Καστοριάδης προτιμούν την «ησυχία από την ελευθερία».
Το φαινόμενο της πολιτικής απάθειας δεν εξηγείται μόνο με οικονομικούς και πολιτικούς όρους, αλλά έχει κυρίως ψυχολογική βάση . Όπως φαίνεται και από την ίδια την ρίζα της λέξης, η «απάθεια» προέρχεται από το στερητικό α και το ουσιαστικό Πάθος. Η λέξη Πάθος, από το ρήμα πάσχω, στη φιλοσοφία έχει νόημα αρνητικό, δηλώνει την συναισθηματική προσκόλληση σε ένα αντικείμενο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να χάνεται η κυριαρχία την λογικής σκέψης, κάτι που φυσικά οδηγεί στην ψυχική αδυναμία και στην εξάρτηση. Ειδικά οι θετικιστικές φιλοσοφίες και η θρησκευτική μεταφυσική θεωρούν τα πάθη ως ελαττώματα που πρέπει εξαλειφθούν προκειμένου να κυριαρχήσουμε στον εαυτό μας. Αντίθετα στην ποίηση, στην λογοτεχνία, στην τέχνη, το πάθος έχει συνδεθεί με τον άκρατο ενθουσιασμό, την επιμονή στην επίτευξη ενός υψηλού στόχου, την ψυχική εκείνη διάθεση που οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού. Το πάσχειν έχει τραγική υπόσταση και προκαλεί στο κοινό δέος και σεβασμό για τον ήρωα που θυσιάζει και θυσιάζεται προκειμένου να πετύχει το στόχο του, ο οποίος δεν είναι στόχος εγωιστικός αλλά έχει μια κοινωνική και κοσμική διάσταση. Επομένως, η διαλεκτική του πάθους αναδύει νέες μορφές• ενώ καταστρέφει το παλιό, δημιουργεί καινούργιες αξίες και νοηματοδοτεί εξ’ αρχής τον κόσμο. Το πεδίο όμως όπου το πάθος αναδεικνύει θετικά την δημιουργικότητα του είναι η Πολιτική. Η πολιτική ως η δημιουργία νέων θεσμών και όχι ως μικροκομματικό συμφέρον. Το πάθος στην πολιτική λοιπόν όταν εκφράζει καταστροφικότητα συνδέεται με την ανατροπή μιας κατεστημένης συνθήκης. Ακυρώνει την υπάρχουσα δομή μιας κοινωνίας και αμφισβητεί την κυρίαρχη εξουσία, συνάδει με το πρόταγμα της ελευθερίας και θέτει τα θεμέλια της επαναστατικής συνείδησης. Όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι ανέφεραν το «Αστυνόμους Οργάς» (το αστυνόμους εδώ δεν έχει καμία σχέση με τα γουρούνια, αλλά με τους νόμους του Άστεως και το Οργάς σημαίνει το πάθος, την έντονη θέληση για κάτι) εννοούσαν ακριβώς αυτό: την ενθουσιώδη ορμή για την θέσμιση των νόμων της πόλεως, ή πιο απλά την παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Δυστυχώς το συλλογικό «πολιτικό πάθος» δεν εκφράστηκε παρά σε ελάχιστες στιγμές της ιστορίας. Το βλέπουμε να κυριαρχεί στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνος, στις απαρχές της Γαλλικής επανάστασης, στις εργατικές εξεγέρσεις του 1848, στην Παρισινή κομμούνα του 1871, στη μεγάλη απεργία του 1905 στην Πετρούπολη της Ρωσίας, στα σοβιέτ του 1917 της επίσης αντιτσαρικής Ρωσίας, στην Ισπανικό εμφύλιο του 1936, το Μάη του 1968 και φυσικά σπέρματα του υπάρχουν σε πολλά αυτόνομα και αντι-εξουσιαστικά κινήματα της σημερινής εποχής.
Το ερώτημα όμως που αναδύεται είναι, γιατί το πάθος για το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα; Γιατί οι άνθρωποι αποτραβιούνται στην ιδιωτική τους ζωή και αφήνουν το κάθε τυχάρπαστο/ους να κατευθύνει/ουν τη μοίρα του; Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να μην αγωνίζονται για την χειραφέτηση τους, όταν απειλούνται τα πιο απλά, αλλά ζωτικά, συμφέροντα τους και το χειρότερο να επιδοκιμάζουν και να συναινούν στους αυταρχικούς κανόνες που τους επιβάλλονται; Τι οδηγεί τον Βίλχελμ Ράϊχ να γράφει ..«ότι εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί δεν είναι γιατί κλέβει ο πεινασμένος ή γιατί απεργεί το θύμα της εκμετάλλευσης, ο εργάτης, αλλά γιατί δεν κλέβει και δεν απεργεί;» που φυσικά παραπέμπει στο συμπέρασμα: «Το κύριο ζήτημα δεν είναι να αποκτήσει ο πολίτης συνείδηση της κοινωνικής του ευθύνης – αυτό εξυπακούεται. Το ζήτημα είναι τι αναστέλλει, τι αναχαιτίζει τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής του ευθύνης». Και για να μιλήσουμε για το σήμερα, τι είναι αυτό που οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους να θεωρούν παράφρονες και κομπλεξικούς αρχηγίσκους σαν τους μόνους ικανούς για την λύση των προβλημάτων τους και το ξεπέρασμα της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης;
Παραφράζοντας τον Νίτσε που λέει ότι πρέπει να γραφτεί μια ιστορία της «Φυσιολογίας της ηθικής», έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να γράψουμε μια Φυσιολογία της Απάθειας. Ο Γάλλος Εtienne de la Βoetie (1530-1563), από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό στο έργο του «Πραγματεία περί εθελοδουλείας» (εκδ. Πανοπτικόν – 2002), αδυνατεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο. Περιγράφει με γλαφυρό και κοροϊδευτικό τρόπο το πώς οι λαοί επιτρέπουν στον εαυτό τους να κυβερνώνται από ένα βασιλιά, ενώ θα μπορούσαν έτσι απλά, με το να μην θέλουν, να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση, χωρίς καν να χυθεί μια σταγόνα αίματος. Αναφέρει επίσης ότι οι άνθρωποι επιλέγοντας να ζουν σε αυταρχικές δομές δεν είναι ούτε άνθρωποι – καθώς η ελευθερία αποτελεί φυσική κατάσταση του είδους – αλλά ούτε και ζώα, γιατί ακόμα και τα ζώα όταν περιοριστεί η ελευθερία τους ή όταν βρίσκονται σε συνθήκες αιχμαλωσίας αντιστέκονται τόσο έντονα που φτάνουν στο σημείο να αυτοτραυματίζονται.
Επομένως η απουσία πάθους για τη πολιτική ή αλλιώς, η διαστροφή του πάθους, με την αρνητική του σημασία, ως αδυναμία ελέγχου του εαυτού μας αλλά και ως ασυνείδητη επιθυμία που πάση θυσία πρέπει να ικανοποιηθεί, βασιλεύει στις εξουσιαστικές με καπιταλιστικό προσανατολισμό κοινωνίες. Στρέφεται σε υποκατάστατα και τρέφεται από αυτά, η δε δυναμική του είναι τέτοια που εύκολα αποκτά δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ο υπερβολικός καταναλωτισμός, η θρησκεία (ειδικά εδώ διαπιστώνουμε ένα παράλογο πάθος πολύ έντονο και διαδεδομένο που ξεπερνάει κάθε φαντασία), η προσήλωση στα κόμματα, το lifestyle και ο εμπορικός αθλητισμός (ποδόσφαιρο κλπ.). Δεν θα ήταν παράλογο αν λέγαμε ότι ολόκληρη η οικονομία και η θέσμιση της βασίζεται σε αυτού του είδους τα αρνητικά πάθη. Το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας με όλες τις αλλοτριωτικές της συνέπειες αναλίσκεται ακριβώς πάνω στην παράλογη ικανοποίηση των παραπάνω ψευδο-αναγκών. Φαίνεται ότι το πάθος του οικονομισμού σκοτώνει το πάθος για ελευθερία. Δεν είναι δύσκολο επομένως να καταλάβουμε ότι αυτά τα πάθη καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία που αναπόφευκτα δημιουργούν και τις αντίστοιχες δομές, την ιεραρχία, τις σχέσεις ανταγωνισμού και εξουσίας, για χάρη των οποίων οι άνθρωποι αναγκάζονται να θυσιάσουν κάθε έννοια πολιτικής χειραφέτησης και προτάγματος της αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτή τη κατάσταση καλλιεργεί μέσα από την εκπαίδευση, την οικογένεια, τη θρησκεία και τα ΜΜΕ τα ατομικά υπερ-εγώ, τις ασυνείδητες δηλαδή παραστάσεις που έχουν υφή καταναγκασμού και που ταυτίζονται με τα παραπάνω πρότυπα ώστε να τα αναπαράγουν.
Οι Μαρξιστές δεν έδωσαν ποτέ σημασία στη κοινωνιολογία της απάθειας. Δεν αναγνώρισαν ποτέ αυτό το φαινόμενο, αν και υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να διαπιστώσουν ότι η απάθεια ως ένα βαθμό απορρέει από την αλλοτρίωση που γεννούν οι παραγωγικές σχέσεις. Μάλλον οι μαρξιστές ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για την κυριαρχία της πρωτοπορίας του κόμματος παρά για το πώς σκέφτονταν και αισθάνονταν οι μάζες ώστε να οδηγηθούν γρηγορότερα στην επανάσταση. Θεώρησαν την επανάσταση ως μια κοινωνική πρακτική που θα την έφερνε το πλήρωμα του χρόνου με γραμμικό και αιτιοκρατικό τρόπο.
Από την άλλη ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αν και γενικά θεωρεί ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη φύση στο άνθρωπο, με την έννοια της αναλλοίωτης ουσίας, στα ώριμα έργα του πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι κατά βάση οκνηρός, ότι από τη φύση του ρέπει σε συμπεριφορές που τον καθιστούν παθητικό και αδιάφορο. Προφανώς ο μεγάλος διανοητής της αυτονομίας κουράστηκε να αντικρίζει τους ανθρώπους να προτιμούν τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες και τα φανταχτερά αμάξια από τον αγώνα για την ελευθερία, που θα τους εξασφάλιζε όχι καλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αλλά την ίδια τη συμμετοχή τους στην διαμόρφωση των θεσμών, κάτι που αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνεται από μια ομάδα αμόρφωτων, κερδοσκόπων και πολιτικά ανίκανων εξουσιαστών. Κατέληξε δε σε αυτό το συμπέρασμα ύστερα από δεκαετίες αγώνων σε όλα τα επίπεδα.
Το ερώτημα λοιπόν της πολιτικής απάθειας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να απασχολήσει όλους όσους θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Οφείλουμε να δούμε την κοινωνική επανάσταση όχι σαν μια αναλαμπή της ιστορίας που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά ως διαδικασία θεσμική, ως πραγματικότητα της καθημερινής ζωής που συντελείται με αστείρευτη ενέργεια, δημιουργικότητα, φαντασία και φυσικά πάθος για ζωή και ελευθερία.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΜΑΚΡΗ ΔΩΡΑ





Παρουσίαση

...Κι ήρθε η μέρα, που τα μάγια έπρεπε να λυθούν, αφού η κόρη έκλεινε πια τα δεκαοχτώ. Έπρεπε να βγει από το δώμα, να περπατήσει μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Γεμάτη σοφία από την πολύχρονη μελέτη, θαρρούσε, πως όλο τον κόσμο γνώριζε. Η πόρτα άνοιξε και θέλησε να ορμήσει έξω, χαρούμενη. Σκέφτηκε, ότι είχε μελετήσει τους ανθρώπους από χιλιάδες περπατησιές. Είχε όμως ξεχάσει. Τη δική της.
Κι εκεί απόμεινε μετέωρο το γυμνό πέλμα της, μα ύστερα, αργά-αργά, άρχισε να κατεβαίνει στη γη. Κι ήταν σαν να ταράχτηκε συθέμελα το κορμί της στην πρώτη επαφή με το φρέσκο χώμα. Κάθε κύτταρο της καμάρας της γεύτηκε τη γη για πρώτη φορά. Ανιχνευτικά με φόβο στην αρχή κι ύστερα με βιασύνη. Και μια χαρά ανείπωτη. Για την πρώτη της φορά.
Οι Μοίρες παρατηρούσαν σκεφτικές. Ήταν η ώρα τους να φύγουν. Κι εκεί άφησαν ένα τελευταίο χαμόγελο.
«Τώρα είσαι έτοιμη» της είπαν, «για τη ζωή».
- Να περπατάς γερά, φώναξε η πρώτη.
- Να περπατάς, χωρίς φόβο, έκανε η δεύτερη,
- Να περπατάς, πάντα ως το τέλος, ευχήθηκε η τρίτη. Και χάθηκαν στο δάσος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Α' ΜΕΡΟΣ Παραμυθίες
1. Το Παραμύθι κι οι περπατησιές
2. Οι άνθρωποι ξωκλήσια
3. Ευγνωμοσύνη
4. Θάλασσα, πικροθάλασσα
5. Πνιξ'το στο καζάνι!
6. Τωρινή, παντοτινή αγαπημένη
7. Το όνειρο
8. Κληρονομιά
9. Ένας λύκος
10. Το διάσελο
11. Τα παρατημένα
12. Τα παιδιά μου
13. Το κρεβάτι
14. Τα παπούτσια
15. Οι κλωστές του αργαλειού
16. Το δέντρο της ζωής
17. Επισκέπτες
18. Χρονικό μιας κηδείας
19. Το σημάδι
20. Το θαύμα
21. Τέλειος κόσμος
22. Η ρόκα της ζωής
23. Η ντιζέζα
24. Ο παππούς και οι ληστές
25. Ο χαρατσής και το τατουάζ
26. Οι Πόντιοι, ο κεμεντζές τους κι εμείς οι άλλοι
27. Το χαμόγελο μιας απόψυξης
28. Το μαράζι
29. Τα μάγια
30. Το μαχαίρι
31. Το χαστούκι της πολιτικής
32. Νοσταλγία
33. Η λογική και η καρ(υ)διά
34. Το καλό και το Κακό
35. Ελενίτσα και Ελένη
36. Ο ιππότης
37. Ο Τάφος του Βουτηχτή
38. Οι λεύκες, ο Λόρκα κι ο Ελύτης
39. Παλλίρροια
40. Τα θρησκευτικά
Β' ΜΕΡΟΣ Τα χαρμόλυπα
41. Το σεξ
42. Τα τσιτάτα
43. Μαύρα γυαλιά
44. Κλιμακτήριος
45. Η απιστία
46. Τα γενέθλια της Μάνας
47. Τα φινετσάτα κορίτσια
48. Ο μανάβης
49. Αλμοδοβαρίτιδα
50. Χριστουγεννιάτικο σούσι
51. Η μητρότητα
52. Εφηβεία
53. Το δικό μου Ισλάμ
54. Χωρίον Λιβαδερόν
55. Η πράσινη
56. Ο Αριστοτέλης της Κόρντοβας
57. Ο δημοσιογράφος
58. Η ζαρτιέρα
59. Το κεχρί
60. Φροϊλάιν Λόιμπεργκ
61. Ανθρωποπαγίδες
62. Τραχανάς
63. Μπαμπάδες θυγατέρων
64. Οχάιο-Μαδρίτη
65. Πρόταση γάμου
66. Άντρας
67. Μια μέρα
Λεπτομέρειες
ISBN139789605790516
ΕκδότηςΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ
Χρονολογία ΈκδοσηςΜάρτιος 2016
Αριθμός σελίδων312
Διαστάσεις21x14

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Πειράματα Παβλώφ και κοινωνικός έλεγχος




Σε πολλές περιπτώσεις και στιγμές της καθημερινότητάς μας, διαπιστώνουμε ότι οι αντιδράσεις των ανθρώπων ποικίλλουν και πολλές φορές διαφοροποιούνται σημαντικά. Είναι δεδομένο, ότι η κάθε εξουσία επιδιώκει την ομοιογένεια και ομοιομορφία της ανθρώπινης συμπεριφοράς με βάση τα δικά της «πιστεύω» και ιδανικά. Οι τρόποι επίτευξης αυτών των στόχων ποικίλλουν και είναι βέβαιο ότι στην σύγχρονη εποχή έχουν πολλαπλασιαστεί οι μέθοδοι χειραγώγησης και μάθησης. Έτσι στους κλασσικούς θεσμούς της εκπαίδευσης, της οικογένειας, του στρατού, της θρησκείας κ.ά. προστέθηκαν ή ενισχύθηκαν άλλες συνήθειες που «θεσμίζουν» συμπεριφορές, όπως το internet με τις overdose πληροφορίες/ειδήσεις, το facebook με την νέα διάσταση στην έννοια και αντίληψη της φιλίας και φυσικά της τηλεόρασης. Για να πραγματοποιηθεί, όμως, η χειραγώγηση απαραίτητη είναι η διαδικασία της μάθησης. Και η οποία έχει ταυτιστεί μαζί με την έννοια της μόρφωσης ως θετικό παράγωγο της ανθρώπινης εξέλιξης, κάτι που όμως δεν βλέπουμε να συμβαίνει καθολικά και την οποία διαχωρίζουμε από την έννοια της καλλιέργειας. Για κάποιους η μάθηση είναι ένα άθροισμα γνώσεων, οι οποίες είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ερεθίσματος – αντίδρασης, ενώ για κάποιους άλλους η μάθηση είναι μια διαδικασία ανάπτυξης νέων διαισθήσεων και ικανοτήτων, οι οποίες επέρχονται από την αναδιαμόρφωση μιας προηγούμενης κατάστασης.
Σίγουρα ο άνθρωπος μέσω της εμπειρίας και της πράξης απέκτησε με επίκτητο τρόπο την γνώση εκείνη που είναι κάθε φορά απαραίτητη για την βέλτιστη και ασφαλή εξέλιξη του. Η συγκεκριμένη διαδικασία μάθησης δεν φιλτράρεται μέσα από μηχανισμούς και ιεραρχικές δομές και γι’ αυτό και αποτελεί ουσιαστική και εποικοδομητική καλλιέργεια της σκέψης. Εάν ίσχυε ότι «ένας μορφωμένος λαός εύκολα οδηγείται, αλλά δύσκολα παρασύρεται, εύκολα κυβερνάται, αλλά δύσκολα σκλαβώνεται», τότε ο ελλαδικός χώρος που παρουσιάζει υψηλό ποσοστό μορφωτικού επιπέδου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν θα καταδυναστεύονταν από ντόπιους και μη εξουσιαστές. Ενώ και οι φυλακές θα ήταν άδειες εάν πιστέψουμε τη ρήση του Κοσμά του Αιτωλού («όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή»…).
Εάν προσέξουμε, επίσης, τις κοινωνικές επαναστάσεις που έγιναν μετά το 19ο αι. στην Ευρώπη, θα διαπιστώσουμε ότι στο σύνολο τους έλαβαν χώρο σε περιοχές με μέτρια ή χαμηλά ποσοστά εκπαίδευσης (π.χ. αγροτικές ή ημιαγροτικές περιοχές), με εξαίρεση την εξέγερση του Μάη του ’68, ο οποίος όμως και αυτός ένα μήνα μετά την εξέγερση… ψήφισε Ντε Γκώλ για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μήπως, λοιπόν, ο «δια βίου» εκπαιδευμένος/καταρτισμένος άνθρωπος, μέσα από την πολυετή κρατική εκπαιδευτική διαδικασία, απελαύνει σταδιακά αφανώς και αθόρυβα εκείνα τα εγγενή χαρακτηριστικά που θα του επιτρέψουν να απελευθερωθεί; Μήπως επιδιώκεται, ώστε οι μαθητές που ολο-ημερεύουν στα σχολεία ή οι φοιτητές μακράς διάρκειας με master/ph.d/post doc., να μην αποτελούν απλώς τους εν δυνάμει τεχνοκράτες του συστήματος αλλά τους απενεργοποιημένους και ουσιαστικά απασφαλισμένους διατηρητές του; Οι οποίοι μπορεί, στη πλειοψηφία τους, να εναντιώνονται, να διαδηλώνουν, να παροτρύνουν και εν τέλει να χειροκροτούν το σπάσιμο των τραπεζών, για παράδειγμα, αλλά να μην διαθέτουν τον «αυθορμητισμό» της ενεργητικής δράσης;
Έχουν περάσει παραπάνω από εκατό χρόνια από τότε που ο φυσιολόγος Ιβάν Παβλώφ εφάρμοσε ένα πείραμα με σκύλους για να παρατηρήσει τη διαδικασία της μάθησης μέσω των εξαρτημένων ανακλαστικών. Το πείραμα είχε σχεδιαστεί ως εξής: Τόσο κατά την εμφάνιση όσο και κατά τη λήψη του φαγητού από τον σκύλο ακουγόταν ο κτύπος από ένα καμπανάκι. Αυτό επαναλήφθηκε για αρκετές ημέρες. Ύστερα ακούστηκε το καμπανάκι, αλλά χωρίς να παρουσιαστεί η τροφή. Τότε παρατηρήθηκε η έκκριση σάλιου από το σκύλο παρ’ όλο που δεν βλέπει και δε γεύεται καμιά τροφή. Όλες τις προηγούμενες ημέρες ο σκύλος είχε συνδυάσει τον ήχο της καμπάνας με την εμφάνιση και τη λήψη της τροφής. Το ίδιο, λοιπόν, περιμένει και τώρα. Ο οργανισμός του λοιπόν προετοιμάζεται κατάλληλα. Ο εγκέφαλος του, θεωρώντας ότι το γενικό πλαίσιο αναφοράς είναι και αυτή τη φορά το ίδιο, στέλνει μήνυμα στο σώμα του να προετοιμασθεί για τη λήψη της τροφής. Αρχίζει, λοιπόν, να έχει έκκριση σάλιου χωρίς όμως αυτή τη φορά να υπάρχει τροφή. Το συγκεκριμένο πείραμα ο Pavlov το εφάρμοσε σε διάφορα είδη σκύλων καθώς και σε άλλα ζώα όπως γάτες, ποντίκια, χιμπαντζήδες κ.ά. θεμελιώνοντας τη θεωρία του για τα εξαρτημένα ανακλαστικά. Αλλά αυτά τα δεδομένα δεν ορίζονται μόνο σε μη ανθρώπινα όντα, αφού ο John Watson εφάρμοσε τη θεωρία του Pavlov σε ένα νήπιο, τον μικρό Albert, προκαλώντας του εξαρτημένες αντιδράσεις σε πολλά αντικείμενα. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν θα αντιδρούσε και ένα παιδί, όταν μαζί με το κουδούνισμα δεν εμφανιζόταν το κουτάλι με το φαγητό.
Σύμφωνα με τον μπιχεβιορισμό (συμπεριφορισμό), εκφραστές του οποίου είναι οι Pavlov, Watson κ.ά. δεν έχουν σημασία οι εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της μάθησης, αλλά οι αλλαγές που συμβαίνουν στην εμφανή συμπεριφορά του υποκειμένου, στο τί, δηλαδή, μπορεί να κάνει ο μαθητευόμενος ως αποτέλεσμα της κατάλληλης οργάνωσης του περιβάλλοντος της μάθησης. Και το περιβάλλον της μάθησης την σημερινή εποχή είναι πολυδιάστατο και πολυμορφικό με τις νέες τεχνολογίες και την τηλεόραση να ορίζουν και να ελέγχουν την κατάσταση, χειραγωγώντας και κατασκευάζοντας συνειδήσεις. Σύμφωνα με τους μπιχεβιοριστές «ένας ζωντανός οργανισμός, αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του μέσω των λεγόμενων ανακλαστικών. Τα ανακλαστικά είναι ένα φαινόμενο του νευρικού συστήματος. Ένα ανακλαστικό βασικά συνδέει ένα ερέθισμα που προέρχεται από το περιβάλλον με την αντίδραση του οργανισμού».
Ο Παβλώφ χώρισε τα ανακλαστικά σε δυο μεγάλες κατηγόριες: «τα σταθερά -ανεξάρτητα, απόλυτα ή κληρονομικά- που υπάρχουν εκ γενετής και είναι έμφυτα στους διαφόρους οργανισμούς και τα εξαρτημένα ανακλαστικά που είναι επίκτητα». Για παράδειγμα, σταθερό ανακλαστικό είναι η αναπνοή ως μια μόνιμη και αυτόματη αντίδραση του οργανισμού στο περιβάλλον, το οποίο δεν μεταβάλλεται.
Αντίθετα, τα εξαρτημένα ανακλαστικά εξαρτώνται από εξωτερικές μεταβλητές του περιβάλλοντος και συνεπώς μεταβάλλονται. Έτσι, στις διαφημίσεις πολλές φορές εμφανίζονται αυτά τα σχήματα όπως για παράδειγμα όταν ένα προϊόν (π.χ. μπύρα) συσχετίζεται με ένα άλλο θελκτικό αντικείμενο. Δημιουργείται τότε το εξαρτημένο ανακλαστικό ότι για να αποκτήσω/απολαύσω το χ αντικείμενο πρέπει να αγοράσω τη μπύρα. Ο συνειρμός που επιτυγχάνεται είναι υποσυνείδητος και συνεπώς πολύ ισχυρός.
Από την άλλη ο Skinner, αν και είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους του συμπεριφορισμού, υποστηρίζει σε αντίθεση με τον Pavlov, ότι η συμπεριφορά δεν πρέπει να αποδίδεται σε κάποιο ανεξάρτητο ερέθισμα, αλλά να θεωρείται ως αποτέλεσμα εσωτερικών επενεργειών του οργανισμού. Βασικός άξονας των απόψεων του Skinner είναι η θέση ότι αν ορισμένη αντίδραση ακολουθείται από κάποιο σχετικό ερέθισμα, η πιθανότητα να επαναληφθεί σε ανάλογες περιπτώσεις η ίδια συμπεριφορά αυξάνεται. Αν, αντίθετα, μια ορισμένη συμπεριφορά δεν συνοδεύεται από κάποια ενίσχυση, παύει σιγά-σιγά να εκδηλώνεται, γίνεται, δηλαδή, «απόσβεση» της.
Ας δούμε, όμως, και μερικές ακόμη παραμέτρους του πειράματος του Pavlov: Αν συνεχίσουμε να προκαλούμε εξαρτημένα ανακλαστικά για μεγάλο διάστημα χωρίς, όμως, να εμφανίζουμε το κρέας τότε ο σκύλος παύει να αντιδρά στο άκουσμα του κουδουνιού (καμία κίνηση, ούτε έκκριση σάλιου). Αν, όμως, επιδιώκεται ο συνειρμός, τότε πρέπει ανά τακτά χρονικά διαστήματα να εμφανίζεται και το κρέας. Σε αντίθετη περίπτωση ο σκύλος εισέρχεται σε μια «υπνωτική κατάσταση» και δεν αντιδρά ακόμη και όταν υπάρξει καμπανάκι και κρέας. Αδιαφορεί πλήρως γιατί έχει εξαντληθεί να περιμένει τόσο καιρό. Βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους απάθειας και αποχαύνωσης.
Συνοψίζουμε, λοιπόν: «υπνωτική κατάσταση», απάθεια, αποχαύνωση. Καταστάσεις που συνυπάρχουν γύρω μας με την υπάρχουσα «κρίση», τα χαράτσια και την αφαίμαξη μεγάλων κομματιών του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο. Και για να είμαστε ακριβείς και συγκεκριμένοι: και πολυπληθείς συγκεντρώσεις και πορείες έχουν γίνει και θα γίνουν, και ευρύτερες συγκρούσεις πραγματοποιούνται, και απαξίωση κομμάτων και διαχειριστικών θεσμών καταγράφεται και πολλά άλλα που δεν συνάδουν με απάθεια ή αποχαύνωση. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοτικά μεγέθη, παρ’ ότι όλος ο κόσμος όλη τη μέρα μιλάει για τη «κρίση» και σιχτιρίζει κόμματα και εξουσία, στο δρόμο αποτυπώνεται ένα μέρος αυτής της ζώσας κατάστασης. Όχι ότι ο κόσμος είναι λίγος, το αντίθετο, για παράδειγμα, περιείχε και κόσμο και διάθεση με επιμονή και στόχευση, όμως για πόσο καιρό αναλώθηκε σημαντικό κομμάτι καταπιεσμένων με τους «αγανακτισμένους» και τη μη βία και την ειρηνικότητα; Παρασυρόμενο από τη ρητορική της μη βίαιης στάσης σε μια χρονική περίοδο ιστορικά πολυσήμαντη για την εξουσία, ώσπου να αντιληφθεί και το ίδιο τη βία της αστυνομίας άμεσα και σε πολλές περιπτώσεις «κατακέφαλα». Αυτή ουσιαστικά η «χειραγώγηση» πρόσφερε στους κρατικούς διαχειριστές χρόνο και στον κόσμο εξάντληση από την προσμονή (όπως ο σκύλος στο πείραμα) και τελικά για ένα μέρος του κόσμου απογοήτευση και παραίτηση. Εάν παλαιότερα η απάθεια και η αποχαύνωση μετατρέπονταν σε κατανάλωση, σήμερα η οικονομική στενότητα και ανασφάλεια δεν επιτρέπει αυτή τη «διέξοδο» αλλά μπορεί να κατευθύνει αντιδράσεις και συμπεριφορές με βάση τις κυρίαρχες επιταγές. Έτσι ερχόμαστε συχνά-πυκνά αντιμέτωποι με μια νέα φοβία την «δραχμοφοβία», η οποία εντείνει τα συμπτώματα της, πριν από κάθε ψήφιση μνημονίου ή μεσοπρόθεσμου, με αρχιτρομοκράτες το MEGA και το ΣΚΑΙ. Κατασκευάζοντας μια «πραγματικότητα» εφιαλτικού σεναρίου, σφυροκοπούν τον τηλεθεατή/ακροατή/αναγνώστη, ο οποίος με τη σειρά του αισθάνεται αρκετά ανασφαλής.
Η ανασφάλεια ως συναίσθημα ή κατάσταση δημιουργείται από το κράτος (επιβολή φόρων, χαράτσια κλπ) όχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό αλλά και κοινωνικό μέσω της εγκληματικότητας και παραβατικότητας. Είναι μια θεσμική επιλογή γιατί γνωρίζει ότι ο φόβος ως συνέχεια της ανασφάλειας καθηλώνει συμπεριφορές. Να τονίσουμε εδώ ότι ο άνθρωπος ως ένα κοινωνικό ον επιζητά και επιδιώκει να δημιουργεί ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης. Είτε ζει στο δάσος και απειλείται από άλλα ζώα είτε ζει στις πόλεις. Η συσπείρωση ανθρώπων και η δημιουργία κοινοτήτων εξυπηρέτησε εκτός των άλλων σκοπών και σε αυτή τη λειτουργική ανάγκη. Η ασφάλεια συνίσταται στην αρμονική συνύπαρξη και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Ασφαλώς, σε μια εξουσιαζομένη κοινωνία, η έννοια της ασφάλειας παίρνει κυρίως τη μορφή της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης. Σε αυτή την περίπτωση, όπου η ασφάλεια συσχετίζεται με την τάξη, η εξουσία υιοθετεί κατασταλτικά μέτρα και πάντα –άμεσα ή έμμεσα– κατασκευάζει σενάρια απειλής, τρομοκρατώντας τους πολίτες γεννώντας αισθήματα καχυποψίας και φόβου τουλάχιστον. Έτσι, ακόμη και σε περιοχές που δεν υφίσταται καμία αντικειμενική συνθήκη γενικευμένης ανασφάλειας, απέναντι στην εγκληματικότητα για παράδειγμα, ο πολίτης-θεατής προσομοιώνεται με τον κάτοικο του κέντρου της Αθήνας που βιώνει μια διαφορετική από αυτόν κατάσταση μέσω της τηλεόρασης και πολλών sites/blogs. Δημιουργείται στο κοινό η πεποίθηση, ότι ο «εχθρός» είναι πανταχού παρών και για το λόγο αυτό ο καθένας αποτελεί πηγή διακινδύνευσης και χαρακτηρίζεται ως εν δυνάμει ύποπτος. Αυτό επιτρέπει και διευκολύνει τη διεύρυνση του πεδίου άσκησης του κοινωνικού ελέγχου στο όνομα της ευταξίας.
[Παρένθεση: το σύνθημα «όποιος θέλει ασφάλεια να γίνει ασφαλίτης» δηλώνει αυτή την πραγματικότητα της ανάπτυξης ενός ευρύτερου σχεδιασμού αλλά και «απαίτησης» για εκτεταμένο κοινωνικό έλεγχο. Όμως, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι η αίσθηση ασφάλειας είναι απαραίτητο χαρακτηριστικό για την ανθρώπινη εξέλιξη, τόσο σε φυσικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Εννοείται φυσικά ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται διαμέσου ή με την παρουσία θεσμών και κράτους. Ωστόσο, η διαρκής και πολλές φορές άνιση μάχη του ανθρώπου για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών ήταν και παραμένει τόσο στόχος όσο και προϋπόθεση για την καλύτερη συνεργασία και αλληλοβοήθεια. Και αποτελεί απαραίτητο συστατικό στη δημιουργία μιας πραγματικά ελεύθερης κοινωνίας].

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Να ανακτήσουμε το ζωτικό μας χώρο

Να ανακτήσουμε το ζωτικό μας χώρο: Ή αυτοί ή εμείς!

Του Στέλιου Ελληνιάδη
Λέμε για τους ανθρώπους ότι είναι καλοπερασάκηδες, με την κακή έννοια. Ότι συσσωρεύουν χρήματα και τα ξοδεύουν για αυτοκίνητα, ταξίδια και εξοχικά, που σημαίνει ότι είναι λάτρεις της ιδιοκτησίας, της επίδειξης και της αδιαφορίας για το διπλανό τους. Αλλά γενικεύοντας δεν έχουμε πάντα δίκιο ή, εν πάση περιπτώσει, συχνά δεν βλέπουμε αυτή την κατάσταση πραγμάτων κι από άλλες σκοπιές που μπορεί είτε να κάνουν ακόμα αυστηρότερη την κριτική μας ή να τη σχετικοποιήσουν και να την απαλύνουν. Το σκεφτόμουν έντονα αυτό καθώς άκουγα τον Δημήτρη Πουλικάκο, πάνω από ένα τσάι με κονιάκ στην πλατεία Βικτωρίας, να μου λέει ότι λείπει από τους ανθρώπους ο ζωτικός χώρος. Κι όμως, αυτή η σημαντική διαπίστωση συνήθως δεν υπεισέρχεται στους παράγοντες που διαμορφώνουν την κρίση μας για τον τρόπο που ζουν πολλοί συμπολίτες μας οι οποίοι δεν ανήκουν στην μειοψηφούσα τάξη που διασφαλίζει απεριόριστο χώρο για τον εαυτό της και στριμώχνει τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στον ελάχιστο. Όταν ήμασταν παιδιά, είχαμε γειτονιές που ήταν ζωντανές. Είχαμε αλάνες για να κυνηγιόμαστε, να παίζουμε μπάλα ή να κάνουμε ποδήλατο. Τα μισά οικόπεδα ήταν άχτιστα κι όταν θέλαμε μεγαλύτερη άπλα πηγαίναμε στον τεράστιο ελεύθερο χώρο μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων, πάνω από το Πεδίο του Άρεως ή ανεβαίναμε στα νταμάρια, στα Τουρκοβούνια, που ξεκινούσαν από το Πολύγωνο, περνούσαν πάνω από την Άνω Κυψέλη και το Ψυχικό, προσπερνούσαν το Γαλάτσι, που είχε ακόμα κήπους, καλλιέργειες και πρόβατα, κι έφταναν μέχρι το τέλος της Φιλοθέης. Ο ζωτικός μας χώρος εκτεινόταν σε όλες τις γύρω κατοικημένες περιοχές που είχαν μονοκατοικίες και άδεια οικόπεδα. Τα λιγοστά αυτοκίνητα επέτρεπαν να κάνουμε ακίνδυνα ποδήλατο και πατίνι και με το λεωφορείο φτάναμε γρήγορα στο Φάληρο για μια βουτιά στο Σαρωνικό που δεν είχε ακόμα γίνει βούρκος. Μέσα στο διαμέρισμα ζούσαμε λίγες μόνο ώρες. Το πρωί στο Η΄ Γυμνάσιο με την απέραντη αυλή του και το βράδυ στους θερινούς σινεμάδες, κάτω από τα αστέρια. Δεν μας έπνιγε ακόμα η πόλη… Και μετά; Ο ζωτικός μας χώρος περιοριζόταν ραγδαία. Όλα τα οικόπεδα έγιναν πολυκατοικίες και όλοι οι θερινοί κινηματογράφοι γκαράζ και σουπερμάρκετ, χτίστηκαν τα νταμάρια και όλο το βουνό κατακλύστηκε από τσιμεντένια μεγαθήρια που καταπλάκωσαν τους στενούς δρόμους εξαφανίζοντας όχι μόνο το χώρο διαβίωσής μας επί γης, αλλά εμποδίζοντας και την επαφή μας με τον ανοιχτό ουρανό. Πού να δεις αστέρια πια στα Πατήσια ή το Παγκράτι, με τις πολυκατοικίες και τις λάμπες να φτιάχνουν ένα αδιαπέραστο τοίχος ανάμεσα σε μας και τους γαλαξίες. Και μετά-μετά, ήρθαν οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, ήρθε και η τηλεόραση, το βίντεο και το DVD, και η ελευθερία μας περιορίστηκε στα στενότατα όρια του διαμερίσματος, ενός ή δύο, άντε το πολύ τριών δωματίων, που έγινε το κελί μας, με κάποιες ανέσεις για να μην παραπονιόμαστε και να προσαρμοζόμαστε πιο εύκολα στη φυλακή μας. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι παθαίναμε, χάναμε το ζωτικό μας χώρο. Και μαζί με το ζωτικό χώρο χάναμε και τους ανθρώπους, τους φίλους και τους γείτονες. Κι όταν ήρθε και ο φόβος και η ανασφάλεια που δημιουργεί η ένταση του ανταγωνισμού, η διεύρυνση της ανισότητας, η πτώση των αξιών, η πολυκοσμία, η καχυποψία και η εγκληματικότητα, ο ζωτικός μας χώρος στένεψε ακόμα πιο πολύ. Κλειστήκαμε περισσότερο μέσα προσπαθώντας να εξωραΐσουμε την κλεισούρα μας, με ό,τι καταναλωτικό ναρκωτικό, χρήσιμο ή άχρηστο, μας πλασάρει η βιομηχανία του θεάματος-ακροάματος που είναι το μακρύ χέρι του εμπορευματοποιημένου τρόπου ζωής. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και η έκρηξη της τεχνολογίας που πέτυχε το ακραία αντιφατικό: να περιορίσει δραματικά το ζωτικό χώρο του καθενός πολλαπλασιάζοντας τα μέσα και την ευχέρεια επικοινωνίας! Ζωντανές σχέσεις Ζωτικός χώρος δεν είναι μόνο οι τόποι με εύκολη και ελεύθερη πρόσβαση, που είναι γύρω-γύρω, που ζούμε καθημερινά μέσα τους, αλλά είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις, οι φιλίες και οι συναναστροφές, που επίσης χάθηκαν μέσα στον ωκεανό των πολυώροφων κτιρίων και αποθαρρύνθηκαν από τις αναπτυξιακές πολιτικές του ατομισμού και του ωχαδερφισμού, που μας παρέσυραν στη μοναξιά, την απομόνωση και τον αποκλεισμό, συχνά με δέλεαρ, χάδι και μεθύσι καταναλωτικό. Κι έτσι, μέσα σε μερικές δεκαετίες, άλλοι άνθρωποι πέσανε στην κατάθλιψη και την εσωστρέφεια, κάποιοι έγιναν ανθρωποφοβικοί, άλλοι βούτηξαν στα υποκατάστατα και μερικοί εκθείασαν αυτό τον ατομισμό και την εσωστρέφεια σαν μοντερνισμό και ανεξαρτησία. Αυτός, όμως, ο χαμένος ζωτικός χώρος, ανθρωπογενής και περιβαλλοντικός, έσπρωξε τους πολίτες στην αναζήτηση αναπλήρωσης, στη συσσώρευση χρημάτων και καταναλωτικών προϊόντων ή στην αναζήτηση χώρων ελευθερίας έξω και μακριά από τα διαμερίσματα, σ’ ένα αυθαίρετο στη Λούτσα και την Κινέτα ή στην ανακαίνιση του πατρικού σπιτιού στο χωριό. Ο νεοπλουτισμός, με ό,τι αυτός συνεπάγεται, ενίσχυσε την τάση για αναζήτηση περισσότερου ζωτικού χώρου, αλλά δεν ήταν η αιτία που την γέννησε. Οι περισσότεροι πολίτες, που προέρχονταν από την απεραντοσύνη της υπαίθρου ή από τις παλιές γειτονιές των πόλεων που είχαν πολλές ανάσες, δεν βολεύτηκαν ποτέ στην τεχνητή άνεση των διαμερισμάτων τους. Μπορεί να μην συνειδητοποιούσαν τι τους έφταιγε, αλλά ποτέ δεν ήταν πραγματικά και ανόθευτα ευτυχισμένοι, παρ’ όλο που είχαν γλυτώσει από τους υλικούς και κοινωνικούς περιορισμούς της αγροτικής ή της πρωτοβιομηχανικής ζωής. Ο ζωτικός χώρος ποτέ δεν μπόρεσε να αντικατασταθεί από κάτι καλύτερο. Γι’ αυτό, τώρα που μας πτώχευσαν, που μας έκοψαν ή περιόρισαν πολλές από τις ανέσεις και τα αντίδοτα, τα οποία έκαναν αποδεκτό έως επιθυμητό το σύγχρονο λαϊφστάιλ , όπως την ακριβή διασκέδαση, τη μόδα, τα ταξίδια και το shopping, ή έκαναν δύσκολη έως αδύνατη την απόκτηση και συντήρηση των αυτοκινήτων, των εξοχικών και των άλλων απαραίτητων κατευναστικών «ουσιών», η έλλειψη του ζωτικού χώρου γίνεται ανυπόφορη. Γιατί, αφού μας αφαίρεσαν από καιρό το ζωτικό μας χώρο, τώρα προσπαθούν, εκτός από τα απολύτως χρειώδη, να μας αρπάξουν και τα υποκατάστατά του. Και να μας αφήσουν να μαραζώνουμε μέσα στα κλειδαμπαρωμένα διαμερίσματα, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειές, χωρίς φιλίες, χωρίς διαφυγές, μερικούς και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με φόβο, ανασφάλεια και απαισιοδοξία. Για να μας καταληστέψουν, για να λεηλατήσουν τη χώρα μας, για να μας κάνουν υποτελείς, νεοαποικιοκρατικά. Εδώ που φτάσαμε, εδώ που μας φτάσανε, καμία αλλαγή, καμία βελτίωση της ζωής μας, καμία ανάκτηση των ελάχιστων αναγκαίων δεν μπορεί να γίνει εάν αυτός ο τρόπος ζωής και σκέψης δεν αλλάξει, εάν δεν ανατρέψουμε και εκδιώξουμε αυτούς που μεθόδευσαν για ίδιο όφελος αυτή την παγίδευση, εάν δεν ξεσηκωθούμε διεκδικώντας εκ νέου τον αναγκαίο για όλους μας ζωτικό χώρο, σε επίπεδο φυσικού και αστικού περιβάλλοντος, αλλά και, εξίσου σημαντικό, σε επίπεδο ανθρωπίνων σχέσεων και σε επίπεδο ελευθερίας του πνεύματος. Κι αυτό πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί, το γρηγορότερο δυνατό, με σθένος και αποφασιστικότητα, προτού μας πάρουν και τον τελευταίο αέρα που μας απομένει, προτού, πέρα από τη φτώχεια που μας επιβάλουν, μας οδηγήσουν όλους στην υποταγή, την απόγνωση και την τρέλα. Κι αυτό είναι το πιο λογικό που μπορώ να σκεφτώ.
Δρόμος της Αριστεράς

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Αναρχία και δημοκρατία


Εάν το κράτος πνέει τα λοίσθια σε ό,τι αφορά τον ρόλο του στη συγκρότηση και διοίκηση των κοινωνιών, ποιο είναι το μέλλον της ανθρωπότητας; Είναι, όμως, αλήθεια ότι έχει επέλθει η εξασθένηση του κράτους; Εχει αποκτηθεί μια παγκόσμια, οικουμενική συνείδηση ώστε να μην έχουμε χρείαν συνόρων;
Εκείνο που είναι γνωστό είναι η επικράτηση μιας ομοιοστασίας στη σκέψη και τη συμπεριφορά των περισσότερων πολιτισμών στον πλανήτη, οφειλόμενη στο... Χόλιγουντ αρχικά και στην εικόνα της τηλεόρασης στη συνέχεια, έως σήμερα ακόμη που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν εισβάλει στην καθημερινότητα σχεδόν όλων.
Γιατί η αγορά μεριμνά πιεστικά για να επιτύχει (επισπεύσει) τη φθίνουσα πορεία του κράτους; Τι εμποδίζει πλέον το κεφάλαιο να αρνείται τα εθνικά Συντάγματα και να βάζει στη θέση τους τις πολυαγαπημένες του πολυεθνικές; Και τι σημασία έχει αν τη θέση του αποθνήσκοντος κράτους παίρνουν οι τράπεζες και οι εταιρείες που ελέγχονται από το κεφάλαιο; Γιατί να μην εγείρουν αξιώσεις ισχύος και διεκδίκηση της εξουσίας οι ίδιες οι κοινωνίες;
Εάν πράγματι ισχύουν οι εκτιμήσεις αυτές τότε είναι ο καιρός κατάλληλος να εμφανιστεί στο πολιτικό σύστημα η κοινωνία ως θεσμός πλέον αυτού του συστήματος προβάλλοντας ήπιες μορφές διακυβέρνησης που θα βασίζονται στην ανταποδοτικότητα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη και θα προσεγγίζουν -αναγκαστικά- τη «θεωρία» της Δημοκρατίας.
Η αναρχική ιδεολογία μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο σ' αυτή την αναδιάταξη της διακυβέρνησης έστω και σε διαστάσεις μικρής κλίμακας, ακριβώς διότι προϋποθέτει έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο, μακριά από εγωισμούς και καταναλωτισμούς αυτό τουλάχιστον σημαίνουν οι έννοιες της ανταποδοτικότητας και της συνεργασίας.
Το κρίσιμο είναι αν αυτός ο νέος τύπος μπορεί να αποτυπωθεί «επιστημονικά» στο πολιτικό σύστημα και να διασπάσει τα μακραίωνα γρανάζια της άρχουσας τάξης, η οποία ξέρει να ελίσσεται και να διαφυλάσσει τον «φιλελευθερισμό» της. Εάν η ανθρωπότητα φτάσει στο χρονικό σημείο να θυμάται το κράτος σαν ανάμνηση, τότε στη θέση του κράτους πρέπει να έχει «εγκατασταθεί» η κοινωνία.
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Harold Barclay  Ανθρωπολογία και αναρχισμός, Σοφίτα  Αθήνα 2015, σελ. 120 Harold Barclay Ανθρωπολογία και αναρχισμός, Σοφίτα Αθήνα 2015, σελ. 120 |
Υπάρχει οργανωμένη ζωή μετά το κράτος; Μπορεί να υπάρξει ειρηνική διακυβέρνηση χωρίς κράτος; Τα διαχρονικά αυτά ερωτήματα τίθενται εκ νέου στις μέρες μας. Η συζήτηση αυτή που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα με τη διάχυση των αναρχικών ιδεών στην Ευρώπη, αργότερα μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού –λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο στην Αμερική- τόσο από τους Αμερικανούς αναρχικούς όσο και από τους φιλελεύθερους και συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι τις μέρες μας.
Το κράτος με τις διαφορετικές μορφές του θεωρήθηκε ο μόνος βιώσιμος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, καθώς κατόρθωνε να συναρθρώνει διαφορετικές ομάδες συμφερόντων. Το κράτος θεωρήθηκε –και θεωρείται- το μόνο λειτουργικό πλαίσιο για τον αμείλικτο «ατομικό και κοινωνικό ανταγωνισμό» τον οποίο επικαλούνται διαχρονικά –και νομοτελειακά- οι απανταχού κοινωνικοί δαρβινιστές.
Τότε γιατί παραμένει ανοιχτό ένα «λυμένο» ζήτημα; Γιατί οι «αγορές» επιδιώκουν στρατηγικά τη μετεξέλιξη και την κατάργηση του κράτους; Μήπως το κράτος -όπως το ξέραμε μέχρι τώρα- επιτέλεσε τον σκοπό του;
Ο Καναδός αναρχικός ανθρωπολόγος Χάρολντ Μπάρκλεϊ επιχειρεί να διαλύσει τα νεφελώματα της κρατογένεσης -και όχι μόνον- περιγράφοντας τους τέσσερις τύπους «α-κρατικών» και «αναρχικών» κοινωνιών, όπως αυτοί αποτυπώνονται από την ανθρωπολογική έρευνα. Κοινωνίες βασισμένες στη συγγένεια και τα γένη, διαχειριστικές κοινωνίες και οι ανεξάρτητες φυλαρχίες χωριών.
Διαχωρίζει επίσης τη θεσμοθετημένη βία και τις νόμιμες κυρώσεις που επιβάλλει η συντεταγμένη κρατική εξουσία και τις αντιδιαστέλλει από τις «διάχυτες κυρώσεις» ή τις «θρησκευτικές κυρώσεις» που αποτελούν παγκόσμια χαρακτηριστικά των ανθρώπινων κοινωνιών.
Ο Μπάρκλεϊ δεν αρνείται την ύπαρξη του κοινωνικού ανταγωνισμού, ωστόσο υπογραμμίζει ότι η ύπαρξή του μεγεθύνεται από την κυρίαρχη εξουσιαστική αφήγηση, ενώ την ίδια ώρα αποσιωπώνται τόσο η έννοια της ανταποδοτικότητας όσο και η έννοια της συνεργασίας που αποτελούν βασικούς νόμους των κοινωνικών σχέσεων.
Μάλιστα σημειώνει πως για να υπάρχει ισοσκελισμένη ανταποδοτικότητα, πρέπει όχι μόνο να ανταλλάσσονται αγαθά ίσης -κατά προσέγγιση- αξίας, αλλά και οι δύο συμβαλλόμενοι να απολαμβάνουν καθεστώς ισοτιμίας (τουλάχιστον στο συγκείμενο της συγκεκριμένης ανταλλακτικής περίστασης). Με τον τρόπο αυτό, προχωρά πέρα από το αυστηρό οικονομικό πλαίσιο της συναλλαγής, ορίζοντας τον κοινωνικό χώρο όπου υλοποιούνται οι έννοιες της συμβίωσης και της σύμβασης.
Ο Χάρολντ Μπάρκλεϊ εξετάζει ανθρωπολογικά τον καταμερισμό της εργασίας, αποκαθηλώνοντας τα ετερόφυλα δόγματα, αφού στην πραγματικότητα μόνο δύο ανθρώπινες δραστηριότητες καθορίζονται από το φύλο: η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός.
Ο συγγραφέας εξετάζει επίσης τις «μονογενετικές» και τις «πολυγενετικές» θεωρίες για την καταγωγή του ανθρώπου. Η μονογενετική θεωρία πιστεύει στην κοινή καταγωγή των ανθρώπων (ίδιο ζωικό είδος, κοινή γενεαλογία), ενώ η πολυγενετική θεωρία πιστεύει στην αποκλίνουσα προέλευση των επονομαζόμενων ανθρώπινων φυλών. Τονίζει μάλιστα ότι ο όρος «φυλή» έχει μετατραπεί σε ιδεολογικό όρο και έχει πλέον πολιτικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η επιστημονική του χρήση καθίσταται δυσχερής.
Κάνοντας ένα σχόλιο για την έννοια της ελευθερίας, ο Μπάρκλεϊ υπογραμμίζει ότι ο όρος αυτός είναι πολύ δύσκολο να ερευνηθεί ανθρωπολογικά, αφού πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο στερούνται «μια συνειδητή ή λεκτικοποιημένη νοηματοδότησή του», και προχωρά παραθέτοντας τις κυρίαρχες ανθρωπολογικές ερμηνείες της γέννησης του κράτους, σχολιάζοντας το ιδεολόγημα του εθνικισμού και του πατριωτισμού, όπως τουλάχιστον αυτό αποκρυσταλλώνεται στις μέρες μας.
Το εισαγωγικό αυτό βιβλίο, χωρίς να είναι καταληκτικό, εξερευνά με νηφαλιότητα και σαφήνεια τα κοινά τοπία της ανθρωπολογίας και του αναρχισμού, αναδεικνύοντας την ποικιλότητα και την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων πολιτισμών.
Εξερευνά τη βιωσιμότητα της έλλειψης κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας ότι για την ανθρωπολογία «ιστορικά απαραίτητη στάθηκε όχι τόσο η κρατική αλλά η κοινωνική οργάνωση». Ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η έλλειψη κυβέρνησης ευδοκιμεί περισσότερο σε μικρές αγροτικές –κυρίως- κοινωνίες.
Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει ότι τίθεται ζήτημα κλίμακας στο πέρασμα από τις κοινωνίες που στηρίζονται στη συγγένεια, στις κοινωνίες που βασίζονται στα γένη ή στις ηλικιακές τάξεις, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζει τις αναδυόμενες ιδιότητες που προκύπτουν -ακριβώς από την αλλαγή κλίμακας- κατά την παραγωγή των κοινωνικών φαινομένων.
Εξάλλου η ίδια η κοινωνία δεν είναι παρά μια «οργανωμένη πολυπλοκότητα». Με αυτόν τον τρόπο ο Χάρολντ Μπάρκλεϊ αναδεικνύει την ευρύτητα της αναρχικής σκέψης και τα όρια αυτής της περιοχής που ορίζουμε πλέον -και συγχωρήστε μας αυτόν τον νεολογισμό- ως «αναρχική επιστημολογία».
*Εκδότης

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Μαζική δράση ή ιδεολογικός διαμελισμός των μαζών;
 Δύο αντιλήψεις για την ελευθεριακή πρακτική

11071701_1630383867174548_4314193643135559779_n
του Γιάννη Ανδρουλιδάκηhttp://www.provo.gr
Από ποια σκοπιά δηλώνουμε και είμαστε ελευθεριακοί; Ή ακόμα αντιεξουσιαστές ή αναρχικοί, όπως επιλέγουν να αυτοπροσδιορίζονται αρκετοί; Είτε εξετάζοντας την απάντηση στην ιστορική της διάσταση είτε επιχειρώντας απλά να προσεγγίσουμε την κυριολεξία, οι προσδιορισμοί αυτοί είναι προθέματα που τονίζουν την ένταξή μας σε μια ευρύτερη «οικογένεια» και διευκρινίζουν το είδος της ένταξής μας σε αυτήν. Η οικογένεια αυτή είναι η σοσιαλιστική. Ως τμήμα της προσδιορίζουμε κάθε αντίληψη που πρεσβεύει την αναγκαιότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού με τρόπο τέτοιο ώστε η οικονομική διαδικασία, η παραγωγή και τα μέσα που την εξασφαλίζουν να πάψουν να αποτελούν κτήμα μιας τάξης και να μετατραπούν σε συλλογική ιδιοκτησία.
Οι ιδέες για το ποια μπορεί να είναι η μορφή αυτής της συλλογικής ιδιοκτησίας, ωστόσο, ποικίλλουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε συζήτηση ή συνεργασία ανάμεσα σε μερικά ρεύματα του σοσιαλισμού να είναι απολύτως αδύνατη. Για παράδειγμα, η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη πρεσβεύει την ιδέα ότι η συλλογική ιδιοκτησία είναι εφικτή ακόμα και με τον στενό έλεγχο του αστικού Κράτους και τη ριζοσπαστική (ή και όχι) αλλαγή του ρόλου του μέσα στην οικονομία. Αντίθετα, η ελευθεριακή αντίληψη θεωρεί ότι η ύπαρξη όχι μόνο του αστικού αλλά και οποιουδήποτε άλλου Κράτους καθιστά το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό αδύνατο και αναπαράγει την εκμετάλλευση και την υποδούλωση της κοινωνίας. Ανάμεσα σε δύο τέτοιες σχολές σκέψεις, ο διάλογος –τουλάχιστον από την οπτική της σοσιαλιστικής στρατηγικής– είναι περιττός. Θα αποτελούσε μεγάλη σπατάλη δυνάμεων.
Η θέση για το Κράτος είναι και η συμβολική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ελευθεριακές και τις μη ελευθεριακές σοσιαλιστικές αντιλήψεις. Συμβολική αλλά όχι περιοριστική, καθώς πίσω από αυτή τη διάσημη αξιωματική διαφωνία παρατάσσονται δύο αντίπαλοι στρατοί συνεκδοχικών επιχειρημάτων και απόψεων, που αφορούν την αποδοχή ή όχι της πολιτικής ως μέσο πάλης, το είδος της οργάνωσης της εργατικής τάξης, το επίπεδο δημοκρατισμού των μέσων και τη συσχέτισή τους με τους σκοπούς, καθώς και μια σειρά ακόμη αντιθετικών σκέψεων, που δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν ως ήσσονος σημασίας.
Εντούτοις, έστω και σχηματικά, θα μπορούσαμε σε αυτή τη βάση να ορίσουμε το ελευθεριακό κίνημα ως τη συνισταμένη των κοινωνικών δυνάμεων και δράσεων εκείνων που στοχεύουν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, απορρίπτοντας το Κράτος (σε κάθε μορφή του και με όλες τις συνεκδοχές του) ως μηχανισμό ωφέλιμο σε αυτή την κατεύθυνση. Να γιατί οι ελευθεριακοί μπορούμε να διαφωνούμε όσο θέλουμε αναφορικά με τις τακτικές και τις στρατηγικές μας, στο βαθμό που δεν αμφισβητούνται αυτά τα δύο αξιώματα: η σοσιαλιστική-κοινωνική διάσταση από τη μία και η αντικρατική διάσταση από την άλλη. Είναι δυνατόν, βέβαια, κάθε διαφορετική ελευθεριακή τάση να δίνει περισσότερο ή λιγότερο βάρος στη μία ή την άλλη παράμετρο, αλλά ποτέ να απορρίπτει εξ ολοκλήρου κάποια από τις δύο. Στη δεύτερη περίπτωση παύει εξ αντικειμένου να είναι ελευθεριακή ή αντιεξουσιαστική/αναρχική.
Οποιαδήποτε συζήτηση γίνεται σχετικά με τις ελευθεριακές στρατηγικές οφείλει επομένως να αφήσει απ’ έξω –αν θέλει στοιχειωδώς να είναι σοβαρή– όλες εκείνες τις τάσεις που παριστάνουν ότι είναι ελευθεριακές ή αναρχικές κατά παράβαση κάθε λογικής και καλής πίστης, την ίδια στιγμή που παραβιάζουν τις δύο αυτές διαστάσεις. Δεν μπορεί να γίνει λόγος επομένως ούτε για «αναρχο-καπιταλισμό» ούτε για «αναρχο-ατομικισμό» ούτε, φυσικά, για «αναρχο-εθνικισμό» –ένας εντελώς παράλογος νεολογισμός που αντλεί την καταγωγή του από το αυτονομιστικό κίνημα των περιφερειών της Ισπανίας. Κι αυτό γιατί ο μεν «αναρχο»-καπιταλισμός βιάζει τη σοσιαλιστική/κοινωνική διάσταση του ελευθεριακού κινήματος, ο δε «αναρχο»-εθνικισμός την αντικρατική του διάσταση. Όσο για τον «αναρχο»-ατομικισμό, αυτός βιάζει και τις δύο διαστάσεις, εφόσον όχι μόνο αρνείται την κοινωνία, αλλά επιθυμεί να επιβάλει το δικό του αυθαίρετο Κράτος πάνω της.
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε κάτι ακόμα. Αν και η σοσιαλιστική και η αντικρατική παράμετρος είναι αναγκαίες και ικανές συνθήκες στην ελευθεριακή αντίληψη, αυτό δεν καθιστά την ελευθεριακή αντίληψη τμήμα ή υποσύνολο δύο διαφορετικών οικογενειών. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας συνεκτικός «αντικρατισμός» στον οποίο η ελευθεριακή αντίληψη ρίχνει τον σπόρο του σοσιαλισμού. Μια τέτοια αντίληψη θα καθιστούσε τους αναρχικούς πρωτοξάδερφα των πιο σκληρών οπαδών του οικονομικού φιλελευθερισμού –κάτι που ούτε λογικά ισχύει ούτε ιστορικά απαντάται. Αντίθετα, η ελευθεριακή αντίληψη εμφανίζεται ως η τάση της άρνησης του Κράτους μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα – αυτή είναι η πράξη γέννησής της. Τούτο δεν πρέπει να συγχέεται με την προσωπική εξέλιξη των θέσεων των ελευθεριακών θεωρητικών, πολλοί από τους οποίους πρώτα συνέλαβαν την άρνηση του Κράτους και μόνο αργότερα εξελίχθηκαν σε σοσιαλιστές, γιατί η εμφάνιση του αναρχισμού είναι κάτι διάφορο από την εξέλιξη των θέσεων των θεωρητικών του. Η ελευθεριακή αντίληψη είναι λοιπόν ο αντικρατικός σοσιαλισμός και όχι ο σοσιαλιστικός αντικρατισμός.
Ανάμεσα στα ρεύματα που αναπτύχθηκαν ιστορικά, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι εκείνος που περισσότερο από όλα εκπληρώνει αυτή τη διπλή διάσταση της ελευθεριακής σκέψης. Γιατί στην προφανή σοσιαλιστική του διάσταση προσθέτει μια μεθοδολογία άρνησης του Κράτους που δεν περιορίζεται στη στατική μηχανιστική αντίληψη που έχουν αρκετά ελευθεριακά ρεύματα για αυτό, αλλά εισχωρεί τόσο στο πεδίο της καταγωγής του όσο και στις δομές που προκαλούν την αναπαραγωγή του με άλλα μέσα. Με τον τρόπο αυτό, στην ολοκληρωμένη μορφή του μετατρέπει τις δύο αυτές αξιωματικές παραμέτρους της ελευθεριακής σκέψης από μεταβλητές μιας δευτεροβάθμιας εξίσωσης σε κοινωνική σχέση ενιαία και πολλαπλασιαστική, μετασχηματίζοντας την προοπτική του κοινωνικού πίνακα. Υπό μία έννοια, θα λέγαμε ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός αποτελεί για την ιστορία της ελευθεριακής σκέψης ό,τι αποτελεί ο κυβισμός για την ιστορία της τέχνης.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τη σοσιαλιστική του διάσταση, ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν έχει να κρύψει ούτε να αποδείξει πολλά. Είναι μια πρόταση για την οργάνωση και την πάλη της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της και στην προοπτική της μια πρόταση για την άρση της καπιταλιστικής οικονομικής κατοχής, άρα και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αποκλείοντας μάλιστα από τις τάξεις του κάθε εξωτερική ή ένθετη μορφή οργάνωσης πέρα από τις ίδιες τις οικονομικές οργανώσεις των εργατών, συντάσσεται πλήρως με τον θυρεό του καταστατικού της Διεθνούς, σύμφωνα με τον οποίο «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας», αλλά και με τη θέση που βρίσκουμε στο ίδιο αυτό κείμενο ότι «κάθε πολιτική σκοπιμότητα υποτάσσεται στον στόχο της οικονομικής χειραφέτησης». Ως προς τον σοσιαλισμό του λοιπόν, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι εντελής και πλήρης με τρόπο μινιμαλιστικό. Μόνο στον πρώτο φλοιό της επιφάνειας όμως.
Όσον αφορά την αντικρατική του διάσταση, ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι καταρχήν πιο πολύπλοκος. Διότι δεν αρκείται στην άρνηση του Κράτους ως προσωρινού μηχανισμού επιβολής της εργατικής τάξης πάνω στο Κεφάλαιο («εργατικό κράτος»), ως πεδίου παρέμβασης στο πλαίσιο της ταξικής πάλης (κοινοβούλιο, αυτοδιοικητικοί οργανισμοί κοκ) ή ακόμα και ως ευκαιριακού συνεργάτη, κάτι που συμβαίνει με την πλειονότητα των ελευθεριακών ρευμάτων. Επεκτείνεται επίσης στις ρίζες της κρατικής καταπίεσης, που συνδέεται με την αναπαραγωγή της οικονομικής κυριαρχίας και το κάνει με τρόπο πολύ πιο σφαιρικό και πολυδιάστατο από όσο οι μαρξιστές. Αν για τους μαρξιστές το Κράτος είναι κυρίως έκφραση της εκάστοτε οικονομικής κυριαρχίας, για τους αναρχοσυνδικαλιστές η σχέση αυτή έχει χαρακτηριστικά αμοιβαίας ανατροφοδότησης και η αναπαραγωγή αυτής της κυριαρχίας είναι πάντοτε και οικονομική. Καταρχήν οικονομική, αλλά όχι περιοριστικά. Επομένως, η άρνηση του Κράτος είναι για τον αναρχοσυνδικαλισμό τμήμα και προϋπόθεση της σοσιαλιστικής του αντίληψης και όχι ανεξάρτητη από αυτήν.
Πάνω σε αυτήν ακριβώς την άρνηση του Κράτους ως συνθήκης αναγκαίας (αλλά όχι ικανής) για τον σοσιαλισμό βασίζεται η επακόλουθη άρνηση από τη μεριά του αναρχοσυνδικαλισμού κάθε δομής η οποία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που παρουσιάζεται, αποτελεί στην ουσία της θεωρητική συνεκδοχή του Κράτους. Και από εδώ πηγάζει και η περίφημη συνδικαλιστική άρνηση της πολιτικής.
Οι μαρξιστές μεταφράζουν αυτή τη θέση περί αποχής από την πολιτική ως δείγμα ενός πρωτόλειου και ατελή σοσιαλισμού, ενός τρεϊντγιουνισμού πασπαλισμένου με επαναστατικές δοξασίες. Στη συνδικαλιστική επιμονή στην οικονομική πάλη διαβλέπουν μια άρνηση συνολικής οπτικής των στρατηγικών αναγκών της εργατικής τάξης, έναν περιορισμό στα συμβατικά καθήκοντα που είναι εντελώς ανεπαρκής από την άποψη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Στην πραγματικότητα, οι μαρξιστές μεταθέτουν στον αναρχοσυνδικαλισμό την εικόνα που οι ίδιοι έχουν για την εργατική τάξη. Δηλαδή την εικόνα ενός σώματος ανίκανου να κατανοήσει τις ανάγκες του και να δράσει ολοκληρωμένα γι’ αυτές. Η οικονομική πάλη είναι ατελής και ανεπαρκής μόνο στον βαθμό που η εργατική τάξη είναι ατελής και ανεπαρκής και αυτή είναι η θέση των περισσότερων μαρξιστών – αν και όχι ακριβώς του Μαρξ.
Στον Ένγκελς πρώτα συναντάμε με τρόπο μανιακό αυτή την άποψη, ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο εξωτερικό από την ίδια, δηλαδή έργο μιας οργάνωσης με ανώτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά από την ίδια την τάξη. Την ίδια θέση θα υπερασπιστεί με μεγάλη αποφασιστικότητα η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και θα την ακολουθήσει τελικά και ο Λένιν, ο οποίος αν και θα διαφοροποιηθεί από ορισμένες δεξιές παρεκκλίσεις των σοσιαλδημοκρατών, δεν θα αμφισβητήσει αυτό το αξίωμα. Βέβαια, ο ιδρυτής της Σοβιετικής Ένωσης έχει ορισμένες δικαιολογίες: την εξαιρετικά αδύναμη οργάνωση της εργατικής τάξης στη Ρωσία και τη μικρή δύναμη των μπολσεβίκων, που τον αποθαρρύνουν αναφορικά με τις επαναστατικές δυνατότητες των μαζών, καθώς επίσης και τη ρωσική σοσιαλιστική παράδοση, μέσα στην οποία ο μετασχηματισμός της κοινωνίας και τα επαναστατικά κινήματα είναι κυρίως υπόθεση των διανοουμένων και της μεσαίας άρχουσας τάξης. Οι δικαιολογίες αυτές δεν θα αλλάξουν βέβαια το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της λενινιστικής οργάνωσης, που είναι η δικτατορία του κόμματος, η γραφειοκρατία και τελικά η νέα υποδούλωση των αδαών μαζών.
Ο Μαρξ, αντίθετα, είναι πιο εφεκτικός και αμφιταλαντευόμενος πάνω σε αυτό το ζήτημα. Επιχειρώντας να ορίσει τον πολιτικό αγώνα σε αντιπαραβολή με τον οικονομικό, φθάνει να αναφέρει ως τέτοιον τη Γενική Απεργία, η οποία αντιδιαστέλλεται με τον οικονομισμό των κλαδικών και των τρεϊντγιουνιστικών αγώνων. Έτσι, όμως, ο Μαρξ καταλήγει να προσεγγίσει –άθελά του ίσως– τον αναρχοσυνδικαλισμό, που βλέπει ακριβώς στη Γενική Απεργία –κι ακόμη περισσότερο στη Γενική Επαναστατική Απεργία– την τελειοποίηση και την ολοκλήρωση του οικονομικού αγώνα. Αν όμως αυτό συνιστά πολιτικό αγώνα, όπως λέει ο Μαρξ και δεν έχουμε διάθεση να τον αμφισβητήσουμε, τότε η τάξη παράγει πολιτική για τον εαυτό της διά της εξέλιξης του οικονομικού αγώνα. Πρόκειται για την τέλεια αναρχοσυνδικαλιστική θέση.
Βέβαια, ο Μαρξ δεν θα καταλήξει ποτέ να ορίσει συγκεκριμένα ποιος είναι αυτός που θα οδηγήσει τις μάζες στο πέρασμα από τον ειδικό στον γενικό οικονομικό αγώνα, δηλαδή από τον οικονομισμό στην πολιτική, και όταν το ψελλίσει δεν θα αναγνωρίσει ποτέ ότι οι μάζες μπορούν να οδηγηθούν μόνες τους, ακριβώς μέσα από τη συνείδηση που τους παρέχει ο οικονομικός αγώνας και η οικονομική οργάνωσή τους σε συνδικαλιστικές ενώσεις με επαναστατικό περιεχόμενο. Έτσι, δεν θα φτάσει ποτέ σε πλήρη ρήξη με τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη μέσα στο εργατικό κίνημα και θα αφήσει το περιθώριο σε πολλαπλές ερμηνείες, συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού συγκεντρωτισμού που άλλωστε καθόλου δεν του έλειπε και του ίδιου.
Κι όμως είναι ο ίδιος αυτός που έχει θέσει τις προϋποθέσεις για να απαντηθεί το ερώτημα ετούτο, όταν στη Γερμανική Ιδεολογία θα δηλώσει ρητά: «Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει τη ζωή, αλλά η ζωή που καθορίζει τη συνείδηση». Ποιος λοιπόν είναι αυτός που μπορεί να υποστηρίξει ότι η συνείδηση δεν είναι κάτι που η εργατική τάξη αποκτά φυσικά μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες υπόκειται, αλλά κάτι που της προσδίδεται απ’ έξω σε ενέσιμη μορφή από ένθετες πολιτικές δομές και πρωτοπόρα σύμμαχα στρώματα, χωρίς να θεωρεί ότι αντιφάσκει ολοκληρωτικά με αυτή τη φράση του Μαρξ;
Όπως η ιστορία απέδειξε, σχεδόν όλοι οι μαρξιστές επίγονοί του.

Και όχι μόνο οι επίγονοι, αλλά και οι σύγχρονοί με αυτόν υποστηρικτές του και πρώτος από όλους ο βασικός συνεργάτης του ο Ένγκελς, ο οποίος θα υποσκάψει αυτή τη θέση ζώντος του Μαρξ –και χωρίς εκείνος να αντιδράσει– και θα την εγκαταλείψει πλήρως και ολοκληρωτικά μετά τον θάνατό του.
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, αντίθετα, θα κάνει αυτό το βήμα και θα προχωρήσει σε κάτι ακόμα: θα εισάγει την ιδέα της εργατικής οργάνωσης-κύτταρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, δηλαδή τη διάχυση των σοσιαλιστικών σχέσεων μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της οργανωμένης εργατικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό, θα βγάλει από το σώμα του το σαράκι του οικονομισμού και της μετάθεσης, διεκδικώντας για την τάξη τη δυνατότητα να ξεκινήσει από σήμερα τη δημιουργία ενός διαφορετικού κόσμου. Δεν είναι επομένως μια δύναμη που πολιορκεί την καπιταλιστική τάξη για να την καταλάβει και να εγκαθιδρύσει το δικό της βασίλειο, αλλά η δύναμη που μετασχηματίζει από σήμερα τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τη δράση της. 

Καταλήγουμε εδώ πάλι σε μια διάσημη ρήση του Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία «ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, (αλλά) η πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν». Να υπό ποια έννοια ο αναρχοσυνδικαλισμός δεν είναι μόνο ένας μινιμαλιστικά εντελής σοσιαλισμός, αλλά αποτελεί την ενσάρκωση εκείνου που ονομάζουμε κομμουνισμό, στη δυναμική του μορφή, δηλαδή όχι ως προφητεία ή ιδανικό αλλά ως κοινωνική σχέση.
Τις θέσεις αυτές θα υπερασπιστεί ο Μπακούνιν κατά τα ταραγμένα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1870 που θα οδηγήσουν στη διάσπαση της Διεθνούς. Ο Μπακούνιν θα θέσει τις θεωρητικές βάσεις για την επαναστατική οικονομική οργάνωση που θα επικαλεστεί στη συνέχεια ο αναρχοσυνδικαλισμός, ιδιαίτερα στα δύο κείμενά του «Η οργάνωση της Διεθνούς» και «Η πολιτική της Διεθνούς». Η πιο εμβληματική δε από τις ομοσπονδίες της Διεθνούς που θα ακολουθήσουν τον Μπακούνιν στη διάσπαση, η Ομοσπονδία του Ζιρά, στελεχωμένη από Ελβετούς εργάτες, ωρολογοποιούς στην πλειονότητά τους, μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση στην ιστορία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι η πρώτη μορφή δράσης που με μαζικούς όρους θα αναπτύξουν ο αναρχισμός και οι αναρχικοί. Η εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε διαφορετική.
Από την Κομμούνα στον Μηδενισμό
Στην είσοδο του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα η κατάσταση του εργατικού κινήματος φαινόταν να διαψεύδει τις επαναστατικές προσδοκίες που είχαν γεννήσει οι προηγούμενες δεκαετίες. Η συντριβή της Κομμούνας του Παρισιού και η γενικευμένη καταστολή που την ακολούθησε σε όλη την Ευρώπη είχαν θέσει το επαναστατικό προλεταριάτο στο περιθώριο και είχαν ακυρώσει τις όποιες επαναστατικές στρατηγικές των δύο μεγάλων σοσιαλιστικών ρευμάτων, τόσο του εξουσιαστικού σοσιαλισμού που εμπνεόταν από τον Μαρξ όσο και του ελευθεριακού σοσιαλισμού ή αναρχισμού. Για να επιβιώσουν και τα δύο ρεύματα είχαν καταφύγει έξω από τη μαζική κοινωνική επαναστατική πάλη, αναδιπλωμένα σε θέσεις και πρακτικές που προϋπήρχαν στο περιθώριό της.
Έτσι, οι μαρξιστές από τη μία μετατράπηκαν σε κοινοβουλευτικά κατοικίδια του συστήματος, ακολουθώντας άλλωστε τις διδαχές του θεωρητικού τους στους ελιγμούς που έκανε προκειμένου να αποκλείσει τους αναρχικούς από την Α΄ Διεθνή και να τη διαλύσει, θέτοντας ως προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή σε αυτήν την κοινοβουλευτική δράση. Με αυτόν τον τρόπο γιγαντώθηκε η σοσιαλδημοκρατία, ως κύριο ρεφορμιστικό μαρξιστικό ρεύμα. Οι αναρχικοί, από την άλλη, αφοσιώθηκαν με τρόπο εμμονικό στην ατομική τρομοκρατία και την «προπαγάνδα με τη δράση», εισάγοντας έτσι στον αναρχισμό στοιχεία ατομικισμού και μηδενισμού. Και το ρεύμα αυτό έχει τις καταβολές του στις θέσεις του Μπακούνιν, ιδιαίτερα στις σολιψιστικές και συνωμοτικές πλευρές τους, τροφοδοτήθηκε ωστόσο επίσης από τις απόψεις του Μαξ Στίρνερ, που βαπτίστηκε με αυτόν τον τρόπο αναρχικός εν αγνοία του και παρά τη θέλησή του. 

Ο ίδιος ο Στίρνερ θα πέθαινε μάλλον δυσαρεστημένος εάν μάθαινε ότι μετά τον θάνατό του το όνομά του θα το επικαλείται ένα εργατικό σοσιαλιστικό ρεύμα όπως ο αναρχισμός (ή έστω ένα μέρος του), ενώ ακόμα και ο Μαρξ, που του επιτέθηκε με σφοδρότητα, δεν έφτασε καθώς φαίνεται να τον συσχετίσει με τον αναρχισμό. Άλλωστε, αναγνώριζε στους αναρχικούς και τον Μπακούνιν ότι κατανόησαν τον Χέγκελ και τη διαλεκτική, αναγνώριση που αντίθετα αρνήθηκε να προσφέρει στον Στίρνερ.

Επομένως θα ήταν εκτός από άδικο και ανακριβές να θεωρήσουμε είτε ότι η σοσιαλδημοκρατία –στην αρχική της τουλάχιστον μορφή– αποτελεί απόλυτη εκτροπή από τον μαρξισμό είτε ότι ο μηδενισμός και η ένοπλη «προπαγάνδα με τη δράση» αποτελούν απόλυτη εκτροπή από τον αναρχισμό, έτσι όπως αυτός μπορεί να ιδωθεί από το σύνολο των έργων και των ημερών του Μπακούνιν από το 1864 μέχρι τον θάνατό του, δηλαδή την αναρχική περίοδό του. Και η μεν και ο δε έχουν πραγματικές ρίζες στις θεωρίες των δύο ισχυρότερων προσωπικοτήτων στην Α΄ Διεθνή, ή ορθότερα σε τμήματα της θεωρίας τους. Κι αν ακόμη κάποιος παρατηρούσε ότι βρίσκονται σε αντίφαση με άλλα τμήματα αυτών των θεωριών, αυτό δεν αλλοιώνει το συμπέρασμα. Και τούτο γιατί και τα θεωρητικά πιο «ορθόδοξα» ρεύματα του μαρξισμού και του αναρχισμού αντιφάσκουν σε κομμάτια των εκφρασμένων αντιλήψεων των θεωρητικών τους, κάτι λογικό εφόσον πολλές φορές και οι δύο θεωρητικοί εμφανίζονταν να φάσκουν και να αντιφάσκουν οι ίδιοι. 

Ο μεν Μαρξ τραμπαλίζοντας από την επαναστατική προφητεία στην πίστη ότι ο καπιταλισμός θα μετεξελιχθεί ομαλά στο διάδοχό του κοινωνικό σύστημα (στο ακροτελεύτιο γράμμα προς τον Ένγκελς εμφανίζεται να είναι σχεδόν πεπεισμένος για αυτό), ο δε Μπακούνιν αμφιταλαντευόμενος διαρκώς ανάμεσα στην καταστροφή και τη δημιουργία, αλλά κυρίως ανάμεσα στη δημόσια δράση και τη σκοτεινή συνωμοσία. Ερμηνεύοντας κάπως βιαστικά αυτό το φαινόμενο, θα λέγαμε ότι ο μεν Μαρξ διατηρεί έναν υπερβολικά μεγάλο θαυμασμό για τον καπιταλισμό και έναν αντίστοιχα μικρό για τις φυσικές ικανότητες των μαζών, έτσι ώστε να δυσκολεύεται να διατηρήσει ακλόνητη την πεποίθηση ότι από τις δεύτερες θα αντληθεί η απαραίτητη ενέργεια για να ξεπεραστεί ο πρώτος χωρίς να μεσολαβήσει αποφασιστικά ένας ορισμένος οικονομικο-ιστορικός ντετερμινισμός. Ο δε Μπακούνιν, αντίθετα, έχει τέτοια μεταφυσική προσδοκία για την αυθόρμητη δράση των μαζών, ώστε κάθε διάψευση τον οδηγεί στην ανάγκη να αναζητήσει ένα συγκεντρωτικό μετασχηματιστή, ο οποίος, δίχως καν να γίνει ορατός, θα «σπρώξει» τα πράγματα προς την υποτιθέμενη φυσική τους ροπή –πρακτική που, προς τραγική ειρωνεία, στον 20ό αιώνα θα ακολουθήσει πολύ αποτελεσματικότερα (ή καταστροφικότερα, σύμφωνα με μια άλλη αντίληψη) από τους αναρχικούς ο… Λένιν.
Εάν, αντίθετα, επιθυμούσαμε να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε να πούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο αναρχικός μηδενισμός αποτελούν όχι εκτροπή από τον μαρξισμό και τον αναρχισμό, αλλά εγκατάλειψη της επαναστατικής τους πλευράς. Είναι δηλαδή η θεωρητική και πρακτική αντεπαναστατική τους καταφυγή, στις περιόδους κατά τις οποίες ο επαναστατικός τους σχεδιασμός δείχνει να μη βρίσκει εφαρμογή στην πραγματικότητα, είτε γιατί το επαναστατικό κίνημα διάγει φάση υποχώρησης είτε γιατί η ανάπτυξή του δεν συμβαδίζει δογματικά με τις αντιλήψεις τους. Ένα, θα λέγαμε, είδος αστικού πυρετού που εμφανίζεται στο σώμα τους.
Για να είμαστε μάλιστα ειλικρινείς, αυτή η δεύτερη εκδοχή επηρεάζει και τις επαναστατικές πτέρυγες των δύο ρευμάτων, που ελάχιστα ευνοϊκές υπήρξαν προς τις επαναστάσεις που δεν κινήθηκαν στην τροχιά τους. Ορίζοντας τις δύο αυτές αντιλήψεις ως αντεπαναστατικές εδώ, δεν αναφερόμαστε ευθέως σε δράση που αντιστρατεύεται την επαναστατική διαδικασία όταν αυτή αναπτύσσεται (αν και υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, ιδιαίτερα στην ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας), αλλά κυρίως στην αντιπαράθεση με την επαναστατική τάση μέσα στην κοινωνία, η οποία προκύπτει μέσα από την κίνηση των μαζών ή, σύμφωνα με μια πιο αισιόδοξη οπτική που εξετάσαμε προηγουμένως, συνίσταται στην κίνηση των μαζών.
Επιχειρώντας να ορίσουμε τις προϋποθέσεις της αντεπαναστατικής τάσης, όπως εμφανίζονται κοινές στη σοσιαλδημοκρατία και τον αναρχικό μηδενισμό, θα καταλήγαμε στις εξής:

  • 

1. Την πεποίθηση περί ανωριμότητας των μαζών, που δεν θεωρούνται ικανές να φέρουν σε πέρας το σχέδιο του κοινωνικού μετασχηματισμού για τον εαυτό τους.
  • 

2. Την ανάπτυξη μιας δράσης, λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένης, η οποία έχει ως σκοπό να υπερβεί από μόνη της αυτή την ανωριμότητα για λογαριασμό των μαζών.
  • 3. Τη σταδιακή μετατροπή του υποκειμένου αυτής της δράσης σε καθαυτό κοινωνικό υποκείμενο στη θέση της έκπτωτης μάζας που αποδείχτηκε ανίκανη να εκπληρώσει το καθήκον για το οποίο ήταν προορισμένη.
  • 4. Την τελική μετατροπή του νεογέννητου αυτού κοινωνικού υποκειμένου σε ξεχωριστό στρώμα το οποίο ανοιχτά πλέον θεωρεί ότι δικαιούται να δρα για λογαριασμό του εαυτού του και να απολαμβάνει ως εκ τούτου τυπικά καθορισμένα ή άτυπα προνόμια. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο στη σοσιαλδημοκρατία όσο και στον αναρχικό μηδενισμό καταλήγουμε στη δημιουργία μίας νέας ελίτ –η οποία μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως πνευματική, πολιτική, ιδεολογική ή να αποφεύγει εντελώς να αυτοπροσδιοριστεί– που δρα παρά ή και εναντίον της κοινωνίας εν ανάγκη, άρα σε έναν τύπο εξουσίας. Όπως κάθε εξουσία όμως, έτσι και αυτή δεν μπορεί να έχει ως βασική προτεραιότητα άλλη από την αναπαραγωγή της. Εξ ου και το κλείσιμο του λογικού κύκλου της ρήξης με την επαναστατική κίνηση και της αντεπαναστατικής φύσης αυτών των αντιλήψεων και των πρακτικών τους.
Αν και ορίζουμε τη σοσιαλδημοκρατία και τον αναρχικό μηδενισμό ως γεννήτορες αυτής της αντεπαναστατικής τάσης μέσα στα ρεύματα που προέκυψαν από την Α΄ Διεθνή, συνεχίζουμε να τη συναντάμε στην ιστορική πορεία μέσα σε πολλές ακόμα αντιλήψεις, όπως ο σταλινισμός (και ως ένα βαθμό όλες οι ιδεολογικές φράξιες που ξεπήδησαν από τον μπολσεβικισμό), η εργατική αυτονομία, τα αντάρτικα κινήματα, ο διαταξικός «αναρχισμός» (ή «μετα-αναρχισμός») κ.ά., που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ορίζονται από αυτές τις τέσσερις συνισταμένες.
Εφόσον από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η άρνηση αναγνώρισης στην κοινωνία της δυνατότητας να φέρει σε πέρας την επαναστατική διαδικασία αποτελεί άρνηση της επανάστασης συνολικά, απομένει να αναζητήσουμε την επαναστατική τάση στα ρεύματα σκέψης και δράσης εκείνα που εμπλέκονται με την κοινωνία προκειμένου να επηρεάσουν τη συνείδησή της. Όταν επομένως, στο λυκόφως του 19ου αιώνα οι Γάλλοι αναρχικοί άρχισαν να οργανώνουν τα πρώτα εργατικά κέντρα στη χώρα, τα οποία κατέληξαν να ομοσπονδιοποιηθούν γύρω από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) το 1895, μέχρι να περιγράψουν τις θεωρητικές αρχές του επαναστατικού συνδικαλισμού (όπως ονομάστηκε το ρεύμα αυτό) το 1906 με τη δημοσίευση της «Χάρτας της Αμιένης», αυτό που έκαναν στην ουσία ήταν να εισάγουν στην Ιστορία την επαναστατική περίοδο του αναρχικού ρεύματος, 30 χρόνια πάνω-κάτω μετά την εμφάνισή του ως σοσιαλιστικής τάσης.
Ορίζουμε ως επαναστατική περίοδο του αναρχικού ρεύματος εκείνη κατά την οποία αυτό το τελευταίο αναπτύσσει μια συγκεκριμένη επαναστατική στρατηγική στις μάζες ως τέτοιο και όχι όλη την περίοδο κατά την οποία οι αναρχικοί συμμετέχουν σε επαναστατικές διαδικασίες –η οποία άλλωστε θα ταυτιζόταν τότε με την ιστορία του αναρχισμού, οδηγώντας μας σε μια περιττή ταυτολογία.
Έτσι, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι στην Κομμούνα του Παρισιού εμφανίζονται δείγματα κοινωνικής οργάνωσης που παραπέμπουν στις αντιλήψεις των αναρχικών θεωρητικών (ζήτημα για το οποίο αναπτύχθηκε μία ακόμα αντίθεση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Μπακούνιν), δεν μπορούμε να την καταμετρήσουμε στην επαναστατική περίοδο του αναρχικού κινήματος, καθότι αυτό δεν παρεμβαίνει ως οργανωμένη δύναμη στο εσωτερικό της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά ως τάση στην κοινωνία.
Η αναρχική τάση στην κοινωνία, ωστόσο, εμφανίζεται συνειδητά ή ασυνείδητα σε κάθε επαναστατική κίνηση της ανθρωπότητας από τις απαρχές της ιστορίας της. Λιγότερο ή περισσότερο, τη συναντάμε στην επανάσταση των μονομάχων, στις εξεγέρσεις των χωρικών του Μεσαίωνα ή στις θρησκευτικές ανταρσίες των Αναβαπτιστών, και το γεγονός ότι ο Σπάρτακος ή ο Τόμας Μίνστερ αγνοούν αυτό το γεγονός (αναμφίβολα, καθώς ο αναρχισμός ως συγκροτημένη θεωρία αναπτύσσεται αιώνες αργότερα, στο πλαίσιο του μοντερνισμού), ενώ η Λουίζ Μισέλ το αναγνωρίζει όταν συμμετέχει στα οδοφράγματα της Κομμούνας, δεν αναιρεί την κύρια διαίρεση, που είναι η επαναστατική μαζική οργάνωση του αναρχικού ρεύματος μέσα στην κοινωνία ως τέτοιου ή όχι.

Στο σημείο αυτό ωστόσο συναντιόμαστε με την πρώτη αντίφαση του οργανωμένου επαναστατικού αναρχισμού: η εμφάνιση του οργανωμένου αναρχικού κινήματος ως τέτοιου συμπίπτει ακριβώς με την αυτο-ακύρωσή του. Δηλαδή οι οργανωμένοι επαναστάτες αναρχικοί αποκτούν κοινωνική υπόσταση, άρα οργανωμένη επαναστατική δράση, όταν παύουν να επικαλούνται την αναρχική τους ιδιότητα και αντιπροτείνουν τη διάχυση των ιδεών τους μέσα σε μη ιδεολογικές ομαδοποιήσεις της τάξης, με οικονομικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό συνιστά φαινομενικά μια λογική αντίφαση από μόνο του, την ίδια στιγμή όμως συνάδει απόλυτα με τις αντιλήψεις των αναρχικών θεωρητικών της Α΄ Διεθνούς. 

Ο Γκαστόν Λεβάλ, αναρχικός και αναρχοσυνδικαλιστής θεωρητικός και αγωνιστής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, αναλύει αρκετά εύστοχα αυτή την ιδιαιτερότητα στο κείμενό του «Μπακούνιν, ο θεμελιωτής του επαναστατικού συνδικαλισμού», εξηγώντας την αρχή της αντιεξουσιαστικής σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας από τον ίδιο της τον εαυτό χωρίς πολιτική παρέμβαση. Μάλιστα, ο Λεβάλ όχι μόνο δεν θεωρεί ότι ο Μπακούνιν διαφοροποιείται από τον επαναστατικό συνδικαλισμό ως προς το ότι είναι πιο πολιτικός από τον τελευταίο, αλλά αντίθετα εκτιμά ότι στις θεωρητικές αρχές του Μπακούνιν βρίσκεται το αντίδοτο στις «πολιτικές παρεκκλίσεις» στις οποίες ο «καθαρός» επαναστατικός συνδικαλισμός είναι πιο ευάλωτος .
Η κριτική αυτή που κάνει ο Λεβάλ στρέφεται κύρια ενάντια στον Ζορζ Σορέλ, έναν Γάλλο θεωρητικό της βίας και ένθερμο υπερασπιστή –με τους δικούς του όρους– του επαναστατικού συνδικαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα. Ο Σορέλ, ανάμεσα σε άλλες θέσεις, θεωρεί ότι ο επαναστατικός συνδικαλισμός μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των εργατών, από την άποψη ότι σηματοδοτεί την είσοδο των αναρχικών και των βίαιων μεθόδων τους στον ρεφορμιστικό οικονομικό αγώνα. Με τον τρόπο αυτό, ο ρεφορμιστικός αγώνας εκτρέπεται σε πιο ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και είναι ικανός να οδηγήσει την εργατική τάξη στη νίκη περίπου παρά τη θέλησή της και πάντως παρά τη φυσική της ροπή προς τον ρεφορμισμό και την ήττα.
Στη θέση αυτή του Σορέλ εμπεριέχεται η άρνηση της πρωταρχικής αναρχικής θέσης, όπως την εξετάσαμε προηγουμένως. Ενώ ο αναρχισμός δημιουργήθηκε στη βάση της άρνησης της αντίληψης που θεωρεί αναγκαία την ένθετη πολιτική οργάνωση στον οικονομικό αγώνα και τις οικονομικές οργανώσεις των εργατών, ο Σορέλ αντιλαμβάνεται τους αναρχικούς ακριβώς ως αυτή την αναγκαία ένθεση. Μία θέση που είναι δηλαδή ταυτόχρονα αντι-αναρχική και αντι-συνδικαλιστική.
Οι θέσεις του Σορέλ δεν απέκτησαν ιδιαίτερες ρίζες στο ελευθεριακό και τελικά ούτε στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αντίθετα, γοήτευσαν ιδιαίτερα μερικούς ιδιότυπους ριζοσπάστες της εποχής που γυρόφερναν τα ρεύματα της περιόδου, μέχρι να αποφασίσουν πού να εναποθέσουν το ραντικαλισμό τους – ανάμεσά τους ξεχωρίζει αναμφίβολα ο Μπενίτο Μουσολίνι. Ωστόσο η ιδέα αυτή, η ιδέα της «ένθεσης» των αναρχικών στα κοινωνικά κινήματα ή ενίοτε ακόμα και η ιδέα της αποχής από αυτά προκειμένου οι αναρχικοί να παραμείνουν ένα αμόλυντο και συνεπές ιδεολογικό στρώμα που θα λειτουργεί ως ξυπνητήρι της κοινωνίας αποφεύγοντας την τριβή με την πραγματικότητα, υπήρξε αρκετά ελκυστική για αρκετούς ελευθεριακούς.
Ο αναρχισμός ως ιδεολογική φράξια

Ένας από τους γνωστότερους ελευθεριακούς θεωρητικούς που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Ιταλός Ερίκο Μαλατέστα. Ο Μαλατέστα, που υπήρξε υπόδειγμα υπερδραστήριου και ακάματου αναρχικού αγωνιστή, από αυτούς που καλλιέργησαν τον αντιφατικό μύθο του αναρχισμού κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και κατά τις αρχές του 20ού, στη θεωρία του και την πρακτική του υπήρξε εισηγητής μιας ιδιότυπης αναρχικής μεταφυσικής. Στο ξεκίνημα της δράσης του συμμετείχε σε ένα είδος αναρχικού αντάρτικου –όσο τέλος πάντων μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο κατά κυριολεξία– το οποίο αναπτυσσόταν στα βουνά της ανατολικής Ιταλίας και καταπιανόταν με τις «απελευθερώσεις» χωριών. Αυτή η συνήθεια μεταφέρθηκε και στην Ισπανία και μάλιστα με πιο μαζικούς όρους, αν και εκεί η πρακτική αυτή τέθηκε εξ αντικειμένου στη σκιά της πολύ μεγάλης δύναμης των ελευθεριακών μέσα στο εργατικό κίνημα.
Αφού πέρασε ένα μεγάλο διάστημα στην εξορία, αποτέλεσμα της αναπόφευκτης αποτυχίας αυτής της δράσης, ο Μαλατέστα επέστρεψε στην Ευρώπη το 1889 και, ζώντας κατά κύριο λόγο στο Λονδίνο, ξεκίνησε σταδιακά να αναπτύσσει και να παρουσιάζει τις θέσεις του, τις οποίες υπερασπίστηκε ιδιαίτερα στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Άμστερνταμ το 1907, όπου συγκρούστηκε ιδιαίτερα με τον Πιερ Μονά, υπέρμαχο του επαναστατικού συνδικαλισμού και σημαντική αναρχική προσωπικότητα της CGT.

Ο Μαλατέστα αναποδογυρίζει πλήρως τη βασική θέση της ελευθεριακής σκέψης, σύμφωνα με την οποία τα ίδια τα συμφέροντα της εργατικής τάξης την καθιστούν τάξη με φυσική ροπή προς τον σοσιαλισμό. Όπως είδαμε παραπάνω, η θέση αυτή οδηγεί τους ελευθεριακούς να αρνούνται την ανάγκη ένθετης οργάνωσης και εξωτερικής καθοδήγησης, όχι μόνο γιατί τη θεωρούν πηγή μιας νέας καταπίεσης, αλλά και γιατί εκτιμούν ότι η οικονομική πάλη των εργατών εμπεριέχει στο εσωτερικό της την κομμουνιστική τάση και οδηγείται στον επαναστατικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, στον βαθμό που διεξάγεται από οικονομικές οργανώσεις που πιστεύουν και προωθούν την εργατική αλληλεγγύη. Ο Μπακούνιν είναι απολύτως πεπεισμένος γι’ αυτό όταν γράφει: 

«”Η απελευθέρωση των εργαζομένων πρέπει να είναι έργο των εργαζομένων των ίδιων”», λέει το προοίμιο του Γενικού Καταστατικού [της Διεθνούς]. Και έχει χίλιες φορές δίκιο να το λέει. Αυτή είναι η βασική αρχή της μεγάλης μας Ένωσης. Αλλά ο εργατικός κόσμος είναι γενικά αμόρφωτος, του λείπει ακόμα εντελώς η θεωρία. Του μένει λοιπόν ένας μόνο δρόμος, αυτός της απελευθέρωσής του μέσω της πράξης. Ποια πρέπει, όμως, να είναι η πράξη αυτή; Μία μόνο υπάρχει. Είναι αυτή του αλληλέγγυου αγώνα των εργατών ενάντια στα αφεντικά. Είναι οι συνδικαλιστικές ενώσεις, η οργάνωση και η ομοσπονδία των ταμείων αντίστασης. (…)Η οικονομική πάλη, καθώς θα απλώνεται ολοένα και περισσότερο, θα κάνει τον εργάτη να γνωρίζει όλο και πιο πολύ, με τον πρακτικό τρόπο και τη συλλογική εμπειρία, τους πραγματικούς του εχθρούς που είναι οι προνομιούχες τάξεις, συμπεριλαμβανομένου του κλήρου, της μπουρζουαζίας, των ευγενών και του Κράτους. Αυτό το τελευταίο βρίσκεται εκεί μόνο για να προστατεύει τους προνομιούχους αυτών των τάξεων και παίρνει αναγκαστικά πάντα το μέρος τους ενάντια στο προλεταριάτο. Όταν θα μπει έτσι στον αγώνα, ο εργάτης θα καταλήξει οπωσδήποτε να κατανοήσει τον αδιάλλακτο ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτά τα υποχείρια της αντίδρασης και τα δικά του ευγενικά ανθρώπινα συμφέροντα. Φθάνοντας σε αυτό το σημείο, δεν θα διστάσει να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαφώς ως έναν επαναστάτη σοσιαλιστή».
Και δύο χρόνια αργότερα, προσθέτει στο ίδιο ύφος:
«Η οργάνωση της Διεθνούς, έχοντας σαν σκοπό όχι τη δημιουργία νέων Κρατών και νέων δεσποτισμών, αλλά την καταστροφή από τη ρίζα κάθε ιδιαίτερης κυριαρχίας, οφείλει να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την οργάνωση των Κρατών. Όσο αυταρχική, εξουσιαστική, τεχνητή, βίαιη και εχθρική προς τη φυσική ανάπτυξη των λαϊκών συμφερόντων και ενστίκτων είναι αυτή η τελευταία τόσο η οργάνωση της Διεθνούς πρέπει να είναι σύμφωνη σε κάθε σημείο αυτών των συμφερόντων και αυτών των ενστίκτων. Ποια είναι όμως η φυσική οργάνωση των μαζών; Είναι αυτή που βασίζεται στους ιδιαίτερους προσδιορισμούς της πραγματικής ζωής, στους καθημερινούς χώρους εργασίας, κατά επάγγελμα ή κατά επαγγελματικό κλάδο. Τη στιγμή που όλοι οι τομείς της παραγωγής θα εκπροσωπούνται στη Διεθνή, συμπεριλαμβανομένων και των εργατών γης, η οργάνωση των λαϊκών μαζών θα έχει ολοκληρωθεί».
Είναι λοιπόν προφανές ότι για τον Μπακούνιν και την αναρχική τάση της Διεθνούς, η έννοια του συμφέροντος είναι προωθητική για την υπόθεση της επανάστασης. Είναι ακριβώς υπηρετώντας το άμεσο συμφέρον τους που οι εργάτες θα συναντηθούν με το συνολικό τους συμφέρον, που καταλήγει να είναι ο σοσιαλισμός χωρίς Κράτος. Η προσέγγιση της συνείδησης είναι για τον Μπακούνιν μια υλική διαδικασία, δημιουργείται μέσα από την πραγματική ζωή και τις διαδικασίες της και όχι διά της επιφοίτησης. Είναι επίσης, εξ αυτού, και μια εξελικτική διαδικασία: ο εργάτης διαμορφώνει τη συνείδησή του σταδιακά, καθώς παρεμβαίνει με τις δυνάμεις του –ανάμεσα στις οποίες διακρίνεται η αλληλεγγύη με τους άλλους εργάτες– στη μοίρα του. Δεν «πείθεται», αλλά φτιάχνει τη συνείδησή του ο ίδιος, και η οικονομική οργάνωση, το συνδικάτο, η αλληλεγγύη του με τους άλλους εργαζόμενους είναι ο μετασχηματιστής που καθιστά αυτή τη διαδικασία παραγωγική, λειτουργώντας εκθετικά ως προς τη συνείδηση.

Τι υποστηρίζει αντίθετα ο Μαλατέστα; Για τον Ιταλό αναρχικό η έννοια του συμφέροντος είναι από τη φύση της συντηρητική και αυτή του οικονομικού συμφέροντος ακόμη περισσότερο. Αυτό που έχει σημασία είναι να γιγαντωθεί μια ιδέα, που στην περίπτωσή του είναι η επανάσταση και η αναρχία. Ως εκ τούτου, οι οικονομικές ενώσεις είναι από τη φύση τους όχι απλά ρεφορμιστικές αλλά και στην προοπτική τους αντεπαναστατικές, συντηρητικές ενώσεις. Ο Μαλατέστα αποδέχεται την ύπαρξή τους, αφού ομολογεί πως δεν θα ήταν δυνατό «να ζητήσουμε από τους εργάτες να εγκαταλείψουν τις προσπάθειές τους για άμεσες βελτιώσεις, έστω και μικρές, περιμένοντας τον συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό που θα έρθει με την επανάσταση», αλλά με μισή καρδιά. «Οι βελτιώσεις που μπορεί να υπάρξουν μέσα από τους εργατικούς αγώνες (…) αφήνουν άθικτη την αρχή της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης της μίας τάξης από την άλλη και δημιουργούν τον κίνδυνο της αυταπάτης», προσθέτει.
Ο Μαλατέστα επαναλαμβάνει εδώ αυτούσια τη θέση του Λένιν για τα συνδικάτα. Ταυτόχρονα εγγράφεται στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση σύμφωνα με την οποία η πολιτική έχει προτεραιότητα έναντι της οικονομίας. Όπως ο Λένιν και ο Ένγκελς, δεν θεωρεί ότι οι εργάτες είναι ικανοί να αποκτήσουν συνείδηση διαμέσου της οργάνωσής τους. Όπως οι σοσιαλδημοκράτες, είναι πεπεισμένος ότι η πολιτική είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να κόψει δρόμο η συνειδητοποίηση. Όμως, αντίθετα από τον Λένιν και τους σοσιαλδημοκράτες, ο Μαλατέστα αρνείται την εξουσία. Κάθε μορφή συγκεντρωτικής οργάνωσης που θα χαράξει αυτόν τον συντομότερο δρόμο τού είναι απεχθής. Να πώς καταφεύγει στον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική.
Αφού ο αναρχισμός δεν μπορεί να έρθει μέσα από τη φυσική συνειδητοποίηση των μαζών που προέρχεται από την οικονομική πάλη ούτε όμως πρέπει να επιβληθεί ως καθεστώς απ’ έξω, ποιος είναι ο τρόπος να γίνει κτήμα των μαζών; Το ιδανικό, απαντά ο Ιταλός αναρχικός, που αντιλαμβάνεται την επανάσταση και την αναρχία πρωτίστως ως ένα ζήτημα ηθικής. Και από αυτό το συμπέρασμα και μετά, ο Μαλατέστα αρχίζει το κήρυγμα: η διάχυση αυτού του ιδανικού, δηλαδή αυτής της ηθικής στάσης, είναι υπόθεση του βολονταρισμού των πεισμένων, δηλαδή μια υπόθεση ιεραπόστολων. Οι αναρχικοί μετατρέπονται έτσι σε ένα είδος παραδείγματος, το οποίο στη σκέψη του Μαλατέστα λίγο απέχει από εκείνο των πρωτοχριστιανών. Στο έργο του περίεργου αυτού θεωρητικού, ζητήματα προσωπικής στάσης αποσπούν ένα πρωτόγνωρα μεγάλο τμήμα στην ιστορία της επαναστατικής πολιτικής θεωρίας. Το ζήτημα της βίας και των ορίων της τον απασχολεί διαρκώς μέχρι το τέλος της ζωής του. Η αποφυγή κάθε υποψίας ιεραρχίας μέσα στις αναρχικές οργανώσεις (που πρέπει να είναι διαχωρισμένες και ανεξάρτητες από όλες τις υπόλοιπες) γίνεται αντικείμενο συνεχούς ανάλυσης και επαναλαμβανόμενων προειδοποιήσεων. Ο ελεύθερος έρωτας και η ενδελεχής εξερεύνηση των προϋποθέσεών του επίσης. Τα συμπεράσματά του διακρίνονται συχνά από μια αίσθηση φιλοσοφίας της ελευθερίας, την οποία συναντάμε ξανά στον υπαρξισμό. Όμως, ενώ ο υπαρξισμός δεν διεκδικεί να αποτελέσει πρόταση για την κοινωνική οργάνωση, ο αναρχισμός του Μαλατέστα είναι από τη φύση της μια τέτοια. Και πληρώνει όλες τις συνέπειες του ιδεαλισμού της: όταν ο φασισμός προελαύνει στην Ιταλία, ο Μαλατέστα θα είναι ένας από εκείνους που λιγότερο θα διαβλέψουν τον κίνδυνό του. Οι ταξικές, οικονομικές και τελικά πολιτικές παράμετροι αυτής της ανόδου είναι ξένες προς την αντίληψή του. Οι αναρχικοί, κατά τη γνώμη του, πρέπει να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Αυτό δεν θα τον εμποδίσει φυσικά να αντιταχθεί στη φασιστική εξουσία και να τελειώσει τη ζωή του έγκλειστος από το φασιστικό καθεστώς.
Ο Μαλατέστα δεν αρνείται την εξελικτική φύση της επαναστατικής διαδικασίας. Όμως αυτή την εξέλιξη δεν την αναγνωρίζει στην κοινωνία αλλά στις επαναστατικές οργανώσεις και μάλιστα στις αναρχικές. Μέσα σε αυτές εξελίσσεται το άτομο, κατανικώντας τις εξουσιαστικές τάσεις και τις παρορμήσεις του που αφορούν κάθε πτυχή της ζωής του. Η ίδια η αναρχική οργάνωση τροφοδοτεί αυτόν τον διαρκή ηθικό του αγώνα, ο οποίος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του μαρτυρίου, αφού πρέπει να αντιταχθεί και στην «αμαρτωλή» φύση του ανθρώπου. Όταν γράφει ότι μια οργάνωση μπορεί να είναι επαναστατική «μόνο αν τη διαπερνά το πνεύμα της θυσίας και εφόσον το ιδανικό έχει μεγαλύτερη αξία από το συμφέρον, δηλαδή εφόσον δεν είναι ένα οικονομικό συνδικάτο, αλλά μια πολιτική ομάδα με ιδανικά, κάτι αδύνατο στις μεγάλες οργανώσεις που είναι αναγκασμένες, προκειμένου να δράσουν, να εξαρτιούνται από τη συναίνεση της μάζας που διαπνέεται πάντα από εγωισμό, φόβο και καθυστέρηση», θυμίζει βέβαια τον Λένιν σε ορισμένες διατυπώσεις του, αλλά πολύ περισσότερο θυμίζει καλόγερο που θέλει να απομακρυνθεί από τους πειρασμούς της μάζας.
Και συνεπής προς τη μεταφυσική του προσέγγιση, ο Μαλατέστα θα καταλήξει να πει ότι δεν πρέπει παρασυρμένοι από το γεγονός ότι η καταπίεση των εργατών είναι το πιο προφανές από τα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας, να κατανοούμε τον αναρχισμό ως ένα πρόταγμα για την εργατική τάξη. Η σημασία του, σημειώνει, είναι οικουμενική.
Οι θέσεις αυτές του Μαλατέστα θα επιδράσουν περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου ελευθεριακού θεωρητικού στο ρεύμα που θα ονομαστεί στην πορεία αναρχική σύνθεση. Και το ρεύμα αυτό θα παραμείνει το κυρίαρχο ρεύμα του πολιτικού αναρχισμού, ακόμα κι όταν τo 1926 μια ομάδα Ρώσων αναρχικών, με επικεφαλής τον Πιοτρ Αρσίνοφ και τον Νέστορ Μάχνο, θα επιχειρήσει να εισάγει σε αυτόν τις ιδέες του πλατφορμισμού, μιας αντίληψης οργανωμένου πολιτικού αναρχισμού που δίνει έμφαση στην ταξική πάλη. Κατοπινές ή σύγχρονες θεωρητικές επεξεργασίες ελευθεριακών συγγραφέων θα ενισχύσουν αυτή την τάση, όπως εκείνες του μεγάλου γεωγράφου Πιοτρ Κροπότκιν που αντιλαμβάνεται τον αναρχισμό ως μια τάση του ανθρώπου που συναντάται στο φυσικό περιβάλλον ή του εξίσου σημαντικού συναδέλφου του Ελιζέ Ρεκλί. Ακόμα και ο Ρούντολφ Ρόκερ, ένας από τους σημαντικότερους αναρχοσυνδικαλιστές θεωρητικούς του 20ού αιώνα, θα «δανειστεί» ορισμένες από αυτές τις ιδέες στην προσπάθειά του να αυτονομήσει ως ένα βαθμό το Κράτος από τις κοινωνικές σχέσεις που το συνθέτουν.
Κοινωνική και πολιτική οργάνωση
Δύο μεγάλες στρατηγικές, δύο «γραμμές» κατά την πολιτική ορολογία, διαμορφώνονται λοιπόν μέσα στο ελευθεριακό κίνημα. Η μία, αυτή που προέρχεται από τις εργατικές ρίζες του, από τη συμμετοχή του στην Α’ Διεθνή και τη μάχη που έδωσε εκεί απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις. Η στρατηγική αυτή ξεκινά από μια βασική παραδοχή: τη δυνατότητα των μαζών να αναπτύξουν επαναστατική δράση για τον εαυτό τους, χωρίς την παρέμβαση της πολιτικής διαφώτισης. Μπορούμε συνοπτικά να πούμε ότι είναι η τάση της ελευθεριακής αντίληψης που προτάσσει την οργάνωση σε ταξική και την κοινωνική κατεύθυνση. Βασική της έκφραση είναι ο αναρχοσυνδικαλισμός. Η άλλη στρατηγική ξεκινά από μια φιλοσοφική αποδοχή του αναρχισμού ως ιδανικού και αρνείται αυτή την παραδοχή: θεωρεί τις μάζες σε γενικές γραμμές ανίκανες να οργανωθούν ανεξάρτητα και να χειραφετηθούν από μόνες τους και προτάσσει ως εκ τούτου την ειδική αναρχική οργάνωση, τα χαρακτηριστικά της οποίας ποικίλλουν ανάλογα με το ρεύμα που την επικαλείται. Ο αναρχο-μηδενισμός αναφέρεται κυρίως σε οργανώσεις που ασκούν κοινωνική βία επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να προκαλέσουν ρωγμές στην κυρίαρχη τάξη. Η αναρχική σύνθεση, ή πιο απλά πολιτική αναρχία, αναφέρεται κατά κανόνα σε δημόσιες οργανώσεις αναρχικής προπαγάνδας και δράσης που άπτεται των ελευθεριακών ιδεών. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, παρά όσα πολλά τις χωρίζουν, ο τρόπος οργάνωσης που προτείνεται είναι η πολιτική, δηλαδή ο διαχωρισμός από τις μάζες.

Η πρώτη αντίληψη δεν κατάφερε μέχρι τώρα να πετύχει όσα ευαγγελίζεται. Μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές της ιστορίας οι μάζες κατόρθωσαν να αναπτύξουν οργανωμένη επαναστατική δράση που να συνοψίζεται σε αυτό που ονομάζουμε κομμουνιστική τάση στην κοινωνία και, κατά κανόνα, ακόμα και τότε ηττήθηκε. Τη συναντάμε ωστόσο κάθε φορά που η κομμουνιστική τάση επανεμφανίζεται στην ιστορία και παρεμβαίνει στη ροή της. Τη συναντάμε πρωτίστως σε κάθε αυθόρμητη οργάνωση των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς τους, σε κάθε ομαδοποίηση που προωθεί την αλληλεγγύη ανάμεσα στις καταπιεζόμενες μάζες, που υπενθυμίζει ότι το ελευθεριακό σοσιαλιστικό ενδεχόμενο παραμένει εναλλακτική προοπτική στον κόσμο που ζούμε.
Η δεύτερη, όποτε δοκιμάστηκε, δοκιμάστηκε στην αυθεντική της μορφή, είτε τη σοσιαλδημοκρατική (σε αντιπαραβολή με τον αναρχικό μηδενισμό) είτε την τριτοδιεθνιστική – κομμουνιστική (σε αντιπαραβολή με την πολιτική αναρχία). Και στις δύο περιπτώσεις τα αποτελέσματα υπήρξαν εντελώς αντίθετα με τις προσδοκίες των ελευθεριακών : ενίσχυσαν την κρατική δομή χωρίς να εξαλείψουν τις κοινωνικές αντιθέσεις. Μέχρι τώρα καμία πειστική εξήγηση δεν έχει υπάρξει για το πώς τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά αν στη θέση των σοσιαλδημοκρατών ή των μαρξιστών κομμουνιστών ήταν οι αναρχικοί. Ακόμα περισσότερο, η διατήρηση των αποστάσεων από τις μάζες δεν έδειξε να προστατεύει πάντα αυτές τις αναρχικές ομάδες ούτε από εξουσιαστικές εκτροπές ούτε από τον ρεφορμισμό.
Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοιχτό, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς από τη στιγμή που παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης –και είναι αμφίβολο αν θα απαντηθεί ποτέ στο σύνολό του. Ωστόσο, ορισμένα σημεία του ερωτήματος έχουν ήδη απαντηθεί: η ελευθεριακή αντίληψη είναι πρόταση για τη μαζική δράση και όχι πρόταγμα ιδεολογικού διαμελισμού των μαζών. Αν διεκδικεί τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την κατάργηση του Κράτους, το κάνει γιατί θεωρεί ότι οι μάζες, οι εργατικές μάζες και οι υπόλοιπες καταπιεζόμενες μάζες είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτόν τον στόχο. Ο ελευθεριακός βολονταρισμός είναι ένας εξωστρεφής βολονταρισμός και αφορά τις δυνατότητες της κοινωνίας, και αντιπαραβάλλεται στον εσωστρεφή βολονταρισμό των κλειστών ομάδων συγγένειας και των πολιτικών οργανώσεων που επιχειρούν να χειραφετήσουν την κοινωνία.
Ο αναρχο-μηδενισμός, ρεύμα που αντιδιαστέλλεται στην πηγή των ελευθεριακών θέσεων, λειτούργησε ιστορικά ως ένας εξουσιαστικός μαγνήτης για πολλά ελευθεριακά ρεύματα, στρέφοντάς τα προς την πολιτική οργάνωση και την αποστασία από τη μαζική οικονομική δράση. Απέναντι σε αυτόν τον ιδεολογικό διαμελισμό της κοινωνίας, που προτείνεται ως εργαλείο καθαρότητας, ο επαναστατικός συνδικαλισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός, αντιπροτείνει την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις των εργαζομένων. Δεν είναι βέβαιο ότι θα δικαιωθεί. Αλλά είναι βέβαιο ότι δεν γίνεται να διαψευστεί χωρίς να διαψευστεί μαζί του και ο πόθος για την ανθρώπινη χειραφέτηση, το μεγάλο αυτό ταξίδι που ξεκίνησε προς την ανεξαρτησία του κόσμου.
Το κείμενο του Γιάννη Ανδρουλιδάκη δημοσιεύεται από το δεύτερο τεύχος της θεωρητικής επιθεώρησης της Αναρχοσυνδικαλιστικής Πρωτοβουλίας Ροσινάντε “Καινά Δαιμόνια”.