Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

. Είναι η εποχή που η λιτότητα μετονομάστηκε σε ευθύνη, συλλογική ευθύνη.

Στις παλιές πουτάνες και στους νέους δρόμους

Φύλλα στον καιρό

Ρωγμές, ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, λειμώνες ξεροί, η βάσκανος μοίρα εγκλωβισμένη στα παιχνίδια της εξουσίας, που ηγεμονεύει και αναπαράγει τη σαπίλα της. Στους άγριους δρόμους σύντροφοι είναι οι λεπροί, τα πρεζόνια, οι μετανάστες και οι παλιές πουτάνες. Δίπλα τους αυτοί που είχαν όνομα, θέση και εισόδημα. Σήμερα μια λέξη μαχαίρι: Άνεργοι.
Ο ακροβάτης περπατά πάνω από τον Έβρο. Στα όρια, πέρα από τα όρια, κάτω του γέφυρα τα νεκρά σώματα, τα ραμμένα στόματα και οι νάρκες. Στην Αθήνα οι μπάτσοι πουλάνε κι αγοράζουν αξιοπρέπεια και οι υπουργοί έγιναν εδώ και χρόνια dealers. Χυδαίοι πάντα φοράνε Gucci και χορεύουν σκυλάδικα σε πριβέ παραστάσεις. Η χώρα σε τιμή ευκαιρίας.
Πάντα σου έδινα κάτι όταν με πλήρωνες έλεγε η παλιά πουτάνα. Πάντα κάτι που έστω και για λίγο σου έδινε χαρά. Ένα κομμάτι από μένα.
Στην Ερμού μια κοπέλα γυμνή χορεύει βαλς με τον φαντασιακό εραστής της. Ο χειμώνας, τα κατεβασμένα στόρια και οι σαπισμένες πόρτες. Ένα τσιγάρο άφιλτρο αναζητά το ταίρι του, δυο χείλη ηδυπαθή στην απαγορευμένη ζώνη. Θα πεθάνετε γεμάτοι υγεία είπε η πρώην ρέκτης υπουργός με ύφος ηθικού τεύτονος. Το ότι αυξήθηκαν οι θάνατοι λόγω της κρίσης δεν αποτελεί αιτία απαγόρευσης της ανεργίας.
Στους κολασμένους δρόμους της υπαίθρου ζωές σαπισμένες και χωράφια ξερά. Η κοπέλα, πάντα γυμνή, φτάνει σ’ ένα σουβλατζίδικο επαρχιακής οδού. Παίζει ντραμς με τα ξυλάκια και ονειρεύεται τον Χέντριξ.
Βάσις φρουρά εκατονταρχία Πρεβέζης, εκεί στο μεγάλο λιμάνι∙ απειράριθμοι άνθρωποι γεμάτοι πειθαρχία σηκώνουν τόνους με εμπορεύματα. Δεν μιλούν, δεν γελούν, δεν ερωτεύονται. Στο μπουρδέλο η παλιά πουτάνα μονολογεί: το μόνο πρόστιμο ήταν το κορμί μου.
Στα παγωμένα σχολεία του μνημονίου γεννιούνται οι φωτιές του μέλλοντος. Στην εθνική οδό τρεις τσιγγάνοι χάνονται σ’ ένα χορό, σ’ ένα γιορτάσι φορτωμένο από τις αρχέγονες μνήμες, ξορκίζοντας το ρατσισμό.
Η κοπέλα χαϊδεύει γεμάτη περιέργεια το πέος ενός σφριγηλού εφήβου. Θέλει να δει τους χυμούς του να ποτίζουν την ξεραμένη γη. Ήχος και φως, ήχος και σκοτάδι, η μηχανή ξεχύνεται στην παραλιακή, στο δρόμο για τη Νέα Ορλεάνη, χαιρετά τους εργάτες μετάλλου, υποκλίνεται στους παζαρτζήδες που βαράνε τα νταούλια, σταματά πάνω στο ποίημα για τον μαύρο Χριστό, και γκαζώνει ακούγοντας στη διαπασών το The Wall.
Ο υπουργός βγαίνει στην αγορά και φωνάζει: Είμαι ψυχασθενής. Αμέσως ανταμείβεται η ειλικρίνεια από τον ευγενή πρωθυπουργό. Ο υπουργός αναβαθμίζεται. Εικόνες, σπασμένες εικόνες, κρύσταλλα που φέγγουν, κρύσταλλα που διαλύονται. Ο καθρέφτης. Η κοπέλα στέκεται μπροστά σ' έναν καθρέφτη, παρατηρεί μ' ενδιαφέρον το στήθος της. Λίγες σταγόνες αίμα, ένα ωραίο δωμάτιο, ένα πακέτο άφιλτρα Cittanes, όλα όσα χρειάζεται είναι εδώ. Ενοχή και προσευχή. Το δίπτυχο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Οι αστυνομικοί μοιράζουν σταυρουδάκια και προσευχητάρια, μαζί και κάρτες ηλεκτρονικές. Είναι η εποχή που η λιτότητα μετονομάστηκε σε ευθύνη, συλλογική ευθύνη. Τα βαριά βήματα των ροπαλοφόρων ακούγονται στην άκρη της Σταδίου. Η παλιά πουτάνα χορεύει ζεμπέκικο πάνω στα σπασμένα γυαλιά. Η κοπέλα μαζεύει γκλομπς, ασπίδες, κράνη και τα στήνει έξω από την Βουλή. Πάνω τους βάζει μια σημαία. Η παλιά πουτάνα ρίχνει στο σωρό μαύρο ρούμι και ανάβει φωτιά. Ο χειμώνας έρχεται ευγενής. Αγκαλιάζει την παλιά πουτάνα, τους άνεργους, τους μετανάστες και τα πρεζόνια. Η κοπέλα κρατά σαν λαμπάδα τη φωτογραφική μηχανή.
Όλα τα όπλα μας, γενική απεργία, φώναξε ένας ρακένδυτος ευγενής στο συγκεντρωμένο πλήθος των απεργών.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου